Χαριλάου κ.α. ν. Δήμου Λεμεσού κ.α., Αρ. Αγωγής: 1928/2018, 30/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A497 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1928/2018 Μεταξύ:
- xxxx Χαριλάου, από τη Λεμεσό
- xxxx Χαριλάου, από τη Λεμεσό Εναγόντων και
- Δήμου Λεμεσού, από την Λεμεσό
- Alexandrou Corporate Services Ltd, HE 254922, από τη Λεμεσό
- A.R. Consulting Ltd,
- Prosperity Group Ltd, HE 357717, από Λεμεσό Εναγομένων -------------------------------------------------------- (Αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημερ. 10/09/18) Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: κ. Ν. Μουκταρούδης Για τους Εναγόμενους 1: κ. Χ. Μελίδης Για τους Εναγόμενους 2 και 3: κα. Χρίστου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 10/09/18, αξιώνοντας από τους εναγόμενους δηλωτικές αποφάσεις ότι η συμφωνία άδειας χρήσης πρατηρίου στη Δημοτική Αγορά Λεμεσού που είχε συνάψει ο ενάγοντας 1 με τον εναγόμενο Δήμο στις 10/01/02, εξακολουθεί να είναι σε ισχύ και να δεσμεύει τους αντισυμβαλλομένους της (εκ παραδρομής στο κλητήριο αναφέρεται η 12/01/02), ότι ο τερματισμός της εν λόγω συμφωνίας από τον εναγόμενο Δήμο στις 31/07/18 είναι παράνομος, ότι οι ενάγοντες δικαιούνται να κατέχουν και να χρησιμοποιούν το πρατήριο στο οποίο αφορούσε η συμφωνηθείσα άδεια χρήσης και ότι οι εναγόμενοι παράνομα και αντισυμβατικά επεμβαίνουν στο εν λόγω πρατήριο και κατακρατούν την κινητή περιουσία των εναγόντων. Αξιώνονται επίσης αποζημιώσεις για απώλεια εμπορευμάτων, απώλεια εισοδήματος και αποζημιώσεις για την ανάγκη που προκάλεσαν οι εναγόμενοι στους ενάγοντες να αναζητήσουν άλλο ανάλογο πρατήριο για να ενοικιάσουν. Ταυτόχρονα με την αγωγή τους οι ενάγοντες καταχώρησαν και την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση, ζητώντας αριθμό διαταγμάτων με τα οποία να απαγορεύεται στους εναγόμενους από του να εμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση και την ελεύθερη άσκηση του επαγγέλματος των εναγόντων στο πρατήριο εντός της δημοτικής αγοράς (Αιτητικά Α και Γ), διάταγμα που να επιβάλλει στον εναγόμενο Δήμο να τηρήσει τους όρους της συμφωνίας άδειας χρήσης ημερ. 10/01/02 (Αιτητικό Β), διάταγμα που να διατάσσει το Δήμο να αποκαλύψει τη συμφωνία της 10/01/02 (Αιτητικό Στ) και διάταγμα που να εμποδίζει το Δήμο από του να παραχωρήσει τη διαχείριση και κατοχή της αγοράς και των πρατηρίων στους εναγόμενους 2 - 4 (Αιτητικό Δ). Ζητείται επίσης διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στους εναγόμενους να κατακρατούν παράνομα την κινητή περιουσία και τα εμπορεύματα των εναγόντων που βρίσκονται στο επίδικο πρατήριο εντός της δημοτικής αγοράς (Αιτητικό Ε). Η αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ του ενάγοντα 2, ο οποίος είναι γιος του ενάγοντα 1 και ο οποίος δηλώνει γνώστης των γεγονότων της υπόθεσης, άμεσα επηρεαζόμενος από τις πράξεις και παραλείψεις των εναγομένων και εξουσιοδοτημένος από τον πατέρα του να υποστηρίξει την παρούσα αίτηση. Αναφορά στις θέσεις του ομνύοντα κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου. Παρά το ότι όλα τα αιτούμενα διατάγματα επιχειρήθηκαν να εξασφαλιστούν μονομερώς, εντούτοις, κατόπιν μελέτης της αίτησης στις 11/09/18 που ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο, κρίθηκε ορθό όπως μονομερώς εκδοθεί μόνο προσωρινό διάταγμα «με το οποίο διατάσσονται οι εναγόμενοι όπως μη μετακινήσουν τα εμπορεύματα των εναγόντων που βρίσκονται εντός της δημοτικής αγοράς, περιλαμβανομένης και οποιασδήποτε άλλης κινητής περιουσίας τους μέχρι αποπεράτωσης της παρούσας αίτησης». Το εν λόγω διάταγμα, το οποίο εκδόθηκε υπό τον όρο υπογραφής εγγύησης από πλευράς εναγόντων, ορίστηκε επιστρεπτέο στις 20/09/18, ημερομηνία κατά την οποία ορίστηκαν για επίδοση τα υπόλοιπα αιτητικά της αίτησης. Αντιδρώντας στην αγωγή και αίτηση οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση άνευ διαμαρτυρίας στην αγωγή και ένσταση τόσο στην αίτηση όσο και στην οριστικοποίηση του εκδοθέντος διατάγματος. Αν και οι εναγόμενοι 2, 3 και 4 εκπροσωπούνταν από τον ίδιο δικηγόρο, εντούτοις, λόγω του διαφορετικού χρόνου που τους επιδόθηκε η αγωγή και η αίτηση, εκ μέρους τους καταχωρήθηκαν δύο ενστάσεις, με αποτέλεσμα να υπάρχει πλέον μία ένσταση εκ μέρους των εναγομένων 1, μία ένσταση εκ μέρους των εναγομένων 2 και 4 και μία ένσταση εκ μέρους των εναγομένων
- Οι εν λόγω ενστάσεις, οι οποίες υποστηρίζονται, η μεν ένσταση του Δήμου από Ε/Δ της εσωτερικής δικηγόρου του Δήμου, οι δε ενστάσεις των εναγομένων 2 - 4 από Ε/Δ του κοινού διευθυντή τους εφόσον πρόκειται για κοινοπραξία εταιρειών, κινούνται ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με μόνη εξαίρεση την εμπλοκή που ο κάθε εναγόμενος παρουσιάζεται να έχει στην υπόθεση. Αναφορά στις θέσεις των ομνυόντων κάνω πιο κάτω στην απόφαση μου. Σημειώνω εδώ ότι πριν την επίδοση της αγωγής και της αίτησης στην εναγόμενη 3, στην παρουσία των ευπαιδεύτων δικηγόρων που εκπροσωπούσαν τους εναγόμενους 1, 2 και 4 στους οποίους είχε μέχρι τότε γίνει επίδοση, εγκρίθηκε άνευ ένστασης αίτημα της πλευράς του ενάγοντα να προσθέσει στην περιγραφή του ονόματος της εναγόμενης 3 στον τίτλο της αγωγής, δύο τελείες μεταξύ των γραμμάτων «Α» και «R», ώστε το πλήρες όνομα να διαβάζεται ως «A.R. Consulting Ltd» και όχι «AR Consulting Ltd» που είχε καταγραφεί αρχικά. Ως λόγος του αιτήματος προβλήθηκε ο ισχυρισμός ότι όταν επιχειρήθηκε να επιδοθεί η αγωγή και η αίτηση στην εναγόμενη 3, αυτή αρνήθηκε να παραλάβει τα έγγραφα ισχυριζόμενη ότι η ορθή ονομασία της είναι «με τελείες» και όχι με ενωμένα τα γράμματα «Α» και «R». Στη συνέχεια όμως και μετά που αγωγή και αίτηση επιδόθηκαν στην «A.R. Consulting Ltd», καταχωρήθηκε εκ μέρους της εναγόμενης 3, ως το όνομα της υφίστατο πλέον στον τίτλο της αγωγής, σημείωμα εμφάνισης άνευ διαμαρτυρίας, στο οποίο αναφέρεται ως όνομα της εναγομένης 3 το «AR Consulting Ltd» (χωρίς τελείες). Στην ένσταση που καταχωρήθηκε εκ μέρους της εναγόμενης 3 αναγράφεται ρητά ότι πρόκειται για «Ειδοποίηση περί προθέσεως ενστάσεως Ενστάσεως των Εναγομένων / Καθ' ων η αίτηση 3.» ενώ στην Ε/Δ που τη συνοδεύει, γίνεται πλήρης αναφορά στο πώς η το «AR Consulting Ltd» (χωρίς τελείες), ως εναγόμενη 3, εμπλέκεται στην όλη υπόθεση ως μέρος κοινοπραξίας που αποτελείται από την ίδια και τους εναγομένους 2 και
- Αναφέρω τα πιο πάνω διότι στην ένσταση της εναγομένης 3, πέραν των όσων προβάλλονται ως λόγοι απόρριψης της αίτησης επί της ουσίας της, προβάλλεται και η θέση ότι η εταιρεία «A.R. Consulting Ltd» που αναγράφεται στον τίτλο της αγωγής, καμία σχέση έχει με την υπόθεση ή με την εταιρεία «AR Consulting Ltd» που εμπλέκεται και εμφανίζεται στην υπόθεση και συνεπώς η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και γι' αυτό το λόγο. Θεωρώ ότι αυτός ο ισχυρισμός θα πρέπει να εξεταστεί από τώρα. Είναι ορθό από πλευράς ενός εναγομένου που δέχεται ότι συνιστά τον «ορθό» εναγόμενο σε μια αγωγή, έστω και αν το όνομα του έχει διατυπωθεί λανθασμένα στον τίτλο (misnomer), να καταχωρεί κανονική εμφάνιση υποδεικνύοντας όμως το σωστό όνομα ώστε η ευθύνη για διόρθωση να τεθεί στους ώμους του ενάγοντα αν πρόκειται για ουσιαστική αλλαγή (βλ. Annual Practice 1958 σελ 183 - «A defendant may by his appearance correct any mistake in the names by which he is sued, so long as it is clear that he is the defendant sued...This correction does not relieve the plaintiff from the necessity of amending his writ, if the alteration of name is material». Το κατά πόσο όντως πρόκειται για τον ορθό διάδικο, παρά τη λάθος αναγραφή του ονόματος του, συνάγεται από το σύνολο των παραστάσεων των μερών, ιδιαίτερα του προσώπου που έχει καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης ως ο φερόμενος εναγόμενος. Έχοντας κατά νου τις εν λόγω αρχές, παρατηρώ τα εξής: Παρά την αναγραφή στον τίτλο της αγωγής και αίτησης της ονομασίας «A.R. Consulting Ltd» ως εναγόμενη 3 και παρά το ότι είναι με το εν λόγω όνομα που φέρεται να έγινε η επίδοση στην εναγόμενη 3, η εταιρεία με το όνομα «AR Consulting Ltd» αναγνώρισε τον εαυτό της ως τον «ορθό» διάδικο και καταχώρησε εμφάνιση στην αγωγή καθώς και ένσταση επί της ουσίας της αίτησης, παρουσιαζόμενη όχι μόνο ως ένας εκ των άμεσα εμπλεκόμενων διαδίκων αλλά και ως γνώστης των όσων γεγονότων περιβάλλουν την υπόθεση, γεγονότα τα οποία θεωρεί ότι υποστηρίζουν τη θέση της ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί επί της ουσίας της. Το ότι με την ένσταση που καταχώρησε η «AR Consulting Ltd», από τη μια παρουσιάζει τον εαυτό της ως την εναγόμενη 3 και ως πρόσωπο που υπό αυτή την ιδιότητα επηρεάζεται άμεσα από την έκβαση της αίτησης αλλά και της αγωγής και από την άλλη ότι καμία σχέση έχει με το πρόσωπο που αναγράφεται ως εναγόμενη 3, δεν μπορεί, με κάθε σεβασμό, να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης ως παράτυπης και αντικανονικής, αφού στο τέλος της ημέρας, όλοι δέχονται ότι η εταιρεία που έχει εμφανιστεί στο Δικαστήριο ως εναγόμενη 3, με το όνομα «AR Consulting Ltd», είναι ο σωστός διάδικος. Ούτε όμως πρόκειται για ουσιαστικής σημασίας σφάλμα το γεγονός ότι στον τίτλο της αγωγής, το όνομα της εναγόμενης 3 φέρει δύο «τελείες» ενώ δεν έπρεπε και καμία μαρτυρία έχει παρουσιαστεί που να καταδεικνύει ότι η ονομασία «A.R. Consulting Ltd» αφορά σε κάποιο άλλο πρόσωπο που εμπλέκεται στην υπόθεση έτσι ώστε να επιβάλλεται ουσιαστική διόρθωση από πλευράς ενάγοντα (βλ. Annual Practice ανωτέρω). Για σκοπούς πληρότητας και ορθού προσδιορισμού των διαδίκων όμως, ο τίτλος της υπόθεσης θα πρέπει να διορθωθεί ώστε να αναγράφει το σωστό όνομα της εναγόμενης 3, ήτοι AR Consulting Ltd (χωρίς τελείες) (βλ. Έλληνας ν. Χριστοδούλου
(1993)1 ΑΑΔ 485). Εφόσον δεν πρόκειται για ουσιώδες ή σοβαρό σφάλμα από πλευράς ενάγοντα ώστε να επιβάλλεται η λήψη μέτρων από μέρους του, ασκώντας τις εξουσίες που μου παρέχονται από τη Δ.64 και τη σχετική νομολογία (βλ. Φαλέκκος Γιώργος ν. Κυριάκου Χριστοφίδη
(2013)1 ΑΑΔ 2534), εκδίδω αυτεπάγγελτα σχετική διαταγή διόρθωσης του τίτλου της αγωγής. Πλην του κλητηρίου εντάλματος για το οποίο θα δώσω σχετικές οδηγίες στο τέλος της απόφασης μου, τα όσα έγγραφα έχουν μέχρι σήμερα καταχωρηθεί στην υπόθεση θα διαβάζονται με τον νέο τίτλο χωρίς να χρειάζεται να επανακαταχωρηθούν και τα όσα έγγραφα θα καταχωρηθούν από τώρα και στο εξής, θα φέρουν το νέο τίτλο. Σημειώνω επίσης ότι κατά την ακρόαση της υπό κρίση αίτησης, με άδεια του Δικαστηρίου ο ενάγοντας απέσυρε τόσο την αγωγή όσο και την αίτηση στο βαθμό που αυτές στρέφονταν εναντίον της εναγομένης
- Τα όσα επομένως προβάλλονται από πλευράς εναγομένης 4 δεν θα με απασχολήσουν αν και στην απόφαση μου θα αναφέρομαι στην εν λόγω εταιρεία για σκοπούς συνοχής, ως εναγόμενη
- Στρέφομαι τώρα στην ουσία της αίτησης. Από τις εκατέρωθεν καταχωρηθείσες Ε/Δ, προκύπτουν ως κοινό έδαφος μεταξύ όλων των εμπλεκομένων τα εξής: Στις 10/1/2002, ο εναγόμενος Δήμος και ο ενάγοντας 1 υπέγραψαν συμφωνία με την οποία ο πρώτος παραχωρούσε στο δεύτερο έναντι πληρωμής, άδεια χρήσης πρατηρίου στην Α' Δημοτική Αγορά στη Λεμεσό, για περίοδο ενός έτους (στο εξής «η Συμφωνία του 2002»). Συμφωνήθηκε επίσης μεταξύ Δήμου και ενάγοντα 1 ότι το τίμημα του δικαιώματος χρήσης θα καταβάλλετο προκαταβολικά, με δώδεκα ίσες μηνιαίες δόσεις και ότι στη λήξη της, η συμφωνία θα ανανεωνόταν αυτόματα για ακόμη ένα χρόνο εκτός αν ο ενάγοντας 1 ειδοποιούσε γραπτώς ότι δεν επιθυμούσε τέτοια ανανέωση ή αν ο Δήμος τερμάτιζε τη συμφωνία λόγω παράλειψης του ενάγοντα 1 να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, μεταξύ των οποίων και η έγκαιρη καταβολή του συμφωνηθέντος τιμήματος του δικαιώματος χρήσης. Στις 14/12/2004, μεταξύ Δήμου και ενάγοντα 1 υπεγράφη και δεύτερη παρόμοια συμφωνία, για άλλο όμως πρατήριο (στο εξής «η Συμφωνία του 2004»). Την πιστή εκτέλεση των συμβατικών υποχρεώσεων του ενάγοντα 1 σε σχέση με τη δεύτερη συμφωνία του 2004, την εγγυήθηκε ο ενάγοντας
- Τα τέλη των αδειών χρήσης καταβάλλονταν κανονικά μέχρι το 2012 και οι προαναφερόμενες συμφωνίες ανανεώνονταν ως οι πρόνοιες τους. Κατά τη διετία 2012 με 2014 όμως, για διάφορους λόγους, κυρίως οικονομικής φύσης, τα συμφωνηθέντα δικαιώματα δεν καταβλήθηκαν. Παρά την παράλειψη αυτή, οι συμφωνίες συνέχισαν να ισχύουν με τις αντίστοιχες συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα που προέκυπταν από αυτές και οι άδειες χρήσης ανανεώνονταν. Περί τα τέλη του 2013 και ενόσω συνέχισαν να ισχύουν οι συμφωνίες των μερών, η μη καταβολή των μέχρι τότε δικαιωμάτων αποτέλεσε αντικείμενο συζήτησης μεταξύ των συμβαλλομένων. Από πλευράς ενάγοντα 1 αναφέρθηκε ότι θα ξεκινούσε κανονικά η καταβολή των σχετικών δικαιωμάτων από τον Φεβρουάριο του 2014 και ζητήθηκε όπως παρασχεθεί κάποια έκπτωση στις προηγούμενες οφειλές ώστε να καταστεί δυνατή η αποπληρωμή τους. Αν και δεν φαίνεται να υπήρξε οποιαδήποτε απάντηση στο αίτημα του ενάγοντα 1 για έκπτωση, οι συμφωνίες δεν τερματίστηκαν και η χρήση των πρατηρίων συνεχίστηκε κανονικά για άλλα τέσσερα χρόνια ήτοι μέχρι και τον Ιούνιο
- Από τον Μάρτιο 2014 μέχρι τον Ιούνιο 2017, τα σχετικά δικαιώματα χρήσης καταβάλλονταν κανονικά ενώ εξακολουθούσαν να εκκρεμούν τα τέλη σε σχέση με την περίοδο Μαρτίου 2012 - 28 Φεβρουαρίου 2014 (βλ. Τεκ. Β Ε/Δ ενάγοντα 2 και παρ. 8 Ε/Δ εναγόμενου 1). Τον Ιούνιο 2017 η πλευρά του ενάγοντα 1 ειδοποίησε γραπτώς τον εναγόμενο 1 ότι δεν επιθυμούσε πλέον να συνεχίσει να χρησιμοποιεί το πρατήριο στο οποίο αφορούσε η συμφωνία του 2004 και εμμέσως πλην σαφώς ζήτησε όπως η εν λόγω συμφωνία τερματιστεί (βλ. παρ. 11 Ε/Δ ενάγοντα 2 και Τεκ. 2 Ε/Δ εναγόμενου 1). H επιθυμία αυτή του ενάγοντα 1 φαίνεται να ικανοποιήθηκε από το Δήμο. Στις 23/03/2018, ο εναγόμενος Δήμος ενημέρωσε γραπτώς όλους τους αντισυμβαλλομένους πρατηριούχους της δημοτικής αγοράς, περιλαμβανομένου και του ενάγοντα 1 του οποίου η επίδικη συμφωνία του 2002 δεν είχε τερματιστεί, ότι η διαχείριση της αγοράς είχε πλέον κατακυρωθεί στην κοινοπραξία εταιρειών που απαρτίζετο από τους εναγόμενους 2 - 4 (βλ. Τεκ. Γ Ε/Δ ενάγοντα 2 και παρ. 18 Ε/Δ εναγόμενου Δήμου). Με την ίδια επιστολή, ο εναγόμενος Δήμος ενημέρωσε επίσης τους πρατηριούχους ότι «.Με βάση τους όρους της προσφοράς ο διευθυντής (της κοινοπραξίας), σε πρώτη φάση θα επικοινωνήσει μαζί σας για να διαφανεί κατά πόσο υπάρχει περιθώριο συνεργασίας μαζί σας. Η σχετική διαβούλευση θα πρέπει να γίνει εντός ενός μηνός και αν δεν διαφανεί οποιαδήποτε πιθανότητα συνεργασίας εντός τριών
(3)μηνών πρέπει να τερματίσετε τη λειτουργία του πρατηρίου και να παραδώσει(τε) κενή την κατοχή της στον ανάδοχο για να ξεκινήσει το έργο». Στις 30/03/2018, η προαναφερόμενη κοινοπραξία των εναγομένων 2 - 4, υπέγραψε με τον εναγόμενο Δήμο συμφωνία για την «παραχώρηση άδειας χρήσης χώρων εντός της Α' Δημοτικής αγοράς», οι πρόνοιες της οποίας επιβάλλουν μεταξύ άλλων την πλήρη ανακαίνιση της Δημοτικής αγοράς από πλευράς κοινοπραξίας εντός 12 μηνών από την ημερομηνία που η κοινοπραξία θα λάμβανε από τον εναγόμενο Δήμο κενή και ελεύθερη κατοχή της αγοράς (βλ. αρ. 18 Ε/Δ εναγόμενου Δήμου και Τεκ.
- Ε/Δ εναγομένων 3). Στην επιστολή του Δήμου ημερομηνίας 23/03/2018 δεν υπήρξε οποιαδήποτε ουσιαστική αντίδραση από πλευράς εναγόντων, ούτε επήλθε οποιαδήποτε συνεννόηση ή συμφωνία μεταξύ των εναγόντων και των εναγόμενων 2 -
- Ούτε όμως το πρατήριο στο οποίο αφορούσε η συμφωνία του 2002 παραδόθηκε εντός της προθεσμίας των τριών μηνών, η λειτουργία του οποίου συνέχισε κανονικά. Τα σχετικά δικαιώματα χρήσης δε, φαίνεται να καταβάλλονταν κανονικά μέχρι και το τέλος Μαΐου 2018 ενώ αυτά δεν καταβλήθηκαν για τον Ιούνιο και Ιούλιο 2018 (βλ. παρ. 8 της Ε/Δ εναγόμενου 1). Στις 31/07/2018, ήτοι μετά τη λήξη της προαναφερόμενης τρίμηνης προθεσμίας, οι δικηγόροι του Δήμου έστειλαν επιστολή στον ενάγοντα 1 ενημερώνοντας τον ότι τερμάτιζαν τη συμφωνία του 2002 λόγω των όσων αναφέρονταν στην επιστολή 23/03/2018 καθώς και λόγω του ότι αυτός «.συνεχώς και/ή επανειλημμένως καθυστερείτε την πληρωμή του δικαιώματος χρήσης, το οποίο ανέρχεται, μέχρι σήμερα, στο συνολικό ποσό των €4.656,00..». Απαίτησαν δε από τον ενάγοντα 1 όπως μέχρι τις 30/08/2018, τους παραδώσει την κατοχή του πρατηρίου. Παρόμοιου τύπου επιστολή τερματισμού στάληκε και σε σχέση με τη συμφωνία του 2004, αν και η εν λόγω συμφωνία φαίνεται να είχε τερματιστεί από το 2017, με την οποία επιστολή απαιτείτο επίσης παράδοση εκείνου του πρατηρίου και πληρωμή ποσού €6.613,
- Στις εν λόγω επιστολές τερματισμού ο ενάγοντας 1 αντέδρασε, και μέσω του δικού του δικηγόρου, απάντησε γραπτώς στις 03/08/2018 (βλ. Τεκ. Δ και Ε Ε/Δ ενάγοντα 2). Στην εν λόγω επιστολή, ο ενάγοντας 1 έκανε αναφορά στους διάφορους οικονομικούς λόγους που οδήγησαν στη μη καταβολή των δικαιωμάτων για τη διετία Φεβρουάριος 2012 - Φεβρουάριος 2014 και ισχυρίστηκε ότι: «..Ο Δήμος είχε αναγνωρίσει την κατάσταση που επικρατούσε και τον κίνδυνο να μείνει εντελώς άδεια η Αγορά. Ενδεικτικό είναι ότι επέτρεψε και/ή δέχθηκε αδιαμαρτύρητα σε όλους τους πωλητές να παραμένουν χωρίς να καταβάλλουν το συμφωνημένο δικαίωμα χρήσης και/ή ενοίκιο, ως κίνητρο για να μην εγκαταλείψουν την Αγορά.Κατά και/ή περί τον Αύγουστο του 2013, σε συνάντηση που είχε ο Δήμος με τους αδειούχους της Αγοράς, ο Δήμος παρακάλεσε τους πωλητές να μην εγκαταλείψουν την Αγορά και να περιμένουν μέχρι να γίνει σχεδιασμός και υλοποίηση ανάπλασης της Αγοράς. Στην συνάντηση αυτή, συμφωνήθηκε με τον πελάτη μας προφορικά ότι ο Δήμος θα προβεί σε συγκεκριμένη διευθέτηση για το ποσό των οφειλόμενων ποσών .ή ακόμη και θα τον απάλλασσαν από τις οφειλές αυτές, νοουμένου ότι και/ή με αντάλλαγμα όπως ο πελάτης μας συνέχιζε να παραμείνει στην Αγορά μέχρι να γίνει η ανάπλαση της Αγοράς και νοουμένου ότι θα ξεκινούσε σύντομα να καταβάλλει κανονικά τα οφειλόμενα ποσά για την άδεια χρήσης.» Ήταν δε η θέση του ενάγοντα 1 ότι από τη στιγμή που ο ίδιος ξεκίνησε να πληρώνει κανονικά το δικαίωμα χρήσης από τον Φεβρουάριο 2014 και ο Δήμος είσπραττε ανεπιφύλακτα τις εν λόγω πληρωμές και ανανέωνε την άδεια χρήσης, «αναγνωρίζοντας (έτσι) ότι οι πληρωμές του πελάτη μας δεν υπολογίζονται έναντι των μηνών που δεν πλήρωνε ο πελάτης μας», ο Δήμος αποποιήθηκε του δικαιώματος του να τερματίσει τη συμφωνία λόγω των προηγούμενων οφειλών και εμποδίζεται από του να ζητά τώρα ανάκτηση του πρατηρίου. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ο ενάγοντας 1 ότι είναι αποκλειστικά στη βάση αυτών των παραστάσεων και υποσχέσεων του Δήμου που ο ίδιος είχε αποδεχτεί να παραμείνει στην αγορά και να ξεκινήσει να καταβάλλει από τον Φεβρουάριο του 2014 και εντεύθεν το συμφωνηθέν δικαίωμα χρήσης και ουσιαστικά ενεργώντας έτσι προς ζημιά του (βλ. Τεκ. Στ Ε/Δ ενάγοντα 2). Αν και η πλευρά του Δήμου φαίνεται να απάντησε στην επιστολή του ενάγοντα 1 στις 06/08/18, εντούτοις ουδείς εκ των διαδίκων παρουσίασε την εν λόγω απάντηση του Δήμου. Παρά ταύτα, με επιστολή των δικηγόρων του Δήμου που στάληκε στις 03/09/2018, ήτοι στη λήξη της προθεσμίας που είχε καθοριστεί με την επιστολή της 31/07/2018, επαναλήφθηκε η προηγούμενη θέση περί τερματισμού της συμφωνίας στη βάση των όσων αναφέρονταν στην επιστολή της 31/07/18 και απαιτήθηκε από τον ενάγοντα 1 η παράδοση ελεύθερης και κενής κατοχής του πρατηρίου εντός μίας
(1)ημέρας, ως προνοούσε η συμφωνία του
- Ειδοποιήθηκε επίσης ο ενάγοντας 1 ότι ο Δήμος επιφύλασσε το δικαίωμα του να διεκδικήσει τα όσα του οφείλονταν και ότι σε περίπτωση που ο ενάγοντας 1 παρέλειπε να μετακινήσει τα όποια περιουσιακά του στοιχεία υπήρχαν στο πρατήριο εντός της προαναφερόμενης προθεσμίας «.αυτά θα μεταφερθούν για αποθήκευση από τους πελάτες μας και οποιαδήποτε σχετικά έξοδα προκληθούν, θα βαρύνουν και θα ζητηθούν από εσάς.». Στις 05/09/2018 έλαβε χώρα συνάντηση στα γραφεία του Δήμου μεταξύ των δικηγόρων των μερών με σκοπό την εξεύρεση μιας κοινά αποδεκτής λύσης. Κατά την εν λόγω συνάντηση προτάθηκε στην πλευρά του ενάγοντα 1 όπως της παραχωρηθεί προσωρινή στέγαση «.μέχρι να ανοίξει τη Δημοτική Αγορά ο νέος διαχειριστής και τότε να διαπραγματευθούμε μαζί του νέο συμβόλαιο..». Την πρόταση αυτή οι ενάγοντες την απέρριψαν, όταν όμως επιχείρησαν στις 06/09/2018 να εισέλθουν στη Δημοτική αγορά αυτή ήταν κλειδωμένη και έκτοτε δεν κατάφεραν να εισέλθουν εντός αυτής. Θέση των εναγόντων είναι ότι η όλη συμπεριφορά που επέδειξε ο Δήμος από το 2012 μέχρι και σήμερα, με κανένα τρόπο δεν δικαιολογούσε τον τερματισμό της συμφωνίας του 2002 και την έξωση των εναγόντων από το πρατήριο, κατακρατώντας μάλιστα και την περιουσία τους κλειδωμένη εντός της Δημοτικής αγοράς. Στην αντιπέρα όχθη, από πλευράς Δήμου προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι όταν ο ενάγοντας 1 παρέλειψε να τηρήσει τη συμβατική υποχρέωση του να καταβάλει πλήρως και εγκαίρως τα δικαιώματα χρήσης του πρατηρίου για την περίοδο 01/03/2012 - 28/02/2014 και 01/06/2018 - 31/08/2018, παράλειψη η οποία δεν αμφισβητείται από τους ενάγοντες, ο Δήμος νομιμοποιήθηκε να εξασκήσει το δικαίωμα του για τερματισμό της συμφωνίας του 2002 και να απαιτήσει την ανάκτηση του πρατηρίου και αυτό έπραξε στις 31/07/
- Όσον αφορά τα παράπονα των εναγόντων σε σχέση με τα εμπορεύματα και περιουσία που κατ' ισχυρισμό βρίσκονται κλειδωμένα εντός της Δημοτικής αγοράς και στα οποία αφορά το προσωρινό διάταγμα της 11/09/18, ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι τα εν λόγω παράπονα δεν ευσταθούν και ότι το διάταγμα ήταν από πριν της έκδοσης του, άνευ αντικειμένου. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, μετά την επιστολή της 03/09/2018, με την οποία ο ενάγοντας 1 προειδοποιήθηκε ότι τυχόν εμπορεύματα ή περιουσία που θα άφηνε εντός της Δημοτικής αγοράς μετά την παρέλευση της καθορισθείσας προθεσμίας, αυτά θα μετακινούνταν από τον Δήμο, αυτός, εσκεμμένα και αντίθετα με τους υπόλοιπους πρατηριούχους που μετακίνησαν στην παρουσία των εναγόντων τα εμπορεύματα τους μεταξύ 06/09/2018 - 08/09/2018 που έκλεισε η αγορά για το σκοπό αυτό, άφησε τα εμπορεύματα και περιουσιακά στοιχεία του εντός της αγοράς ώστε να προκαλέσει καθυστέρηση και ταλαιπωρία. Ενεργώντας τότε στη βάση του όρου 7 της συμφωνίας του 2002 καθώς της επιστολής της 03/09/2018, ο Δήμος, αφού προέβη σε καταμέτρηση και καταγραφή των περιουσιακών στοιχείων του Αιτητή, τα μετακίνησε στις 10/09/2018, στην παρουσία μάλιστα των εναγόντων και χωρίς αυτοί να διαμαρτυρηθούν, σε άλλο υποστατικό εκτός της αγοράς, στη βιομηχανική περιοχή Ύψωνα. Ειδοποίησε δε τον ενάγοντα 1 να προσέλθει να παραλάβει τα εν λόγω εμπορεύματα και να καταβάλει τα σχετικά έξοδα για τη μετακίνηση τους, ουδείς όμως εκ των εναγόντων ανταποκρίθηκε. Παρά ταύτα, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, οι ενάγοντες αποτάθηκαν εκ των υστέρων στο Δικαστήριο επιχειρώντας να εξασφαλίσουν διατάγματα για πρόκληση περαιτέρω ταλαιπωρίας και καθυστέρησης και αποκρύπτοντας την πραγματικότητα, εν τέλει πέτυχαν την έκδοση του διατάγματος της 11/09/
- Με τη μετακίνηση των εμπορευμάτων του ενάγοντα 1 στις 10/09/2018, αναφέρουν οι ομνύοντας του Δήμου και ομνύοντας των εναγομένων 2 και 3, τα οποία ήταν και τα μόνα εμπορεύματα που παρέμειναν εντός της αγοράς, ο Δήμος παρέδωσε την ίδια ημέρα και ώρα 5 μ.μ. ελεύθερη και κενή κατοχή του κτιρίου στην κοινοπραξία των εναγομένων 2 - 4, οι οποίοι, ενεργώντας στη βάση της συμφωνίας τους με τον Δήμο, εισήλθαν στην αγορά, εγκατέστησαν εργοτάξιο και άρχισαν τις συμφωνηθείσες εργασίες ανακαίνισης (βλ. Τεκ. 3 Ε/Δ Δήμου και Τεκ. 1 Ε/Δ εναγομένων 2 και Τεκ. 3 Ε/Δ εναγομένων 3). Οι θέσεις που προβάλλονται από πλευράς εναγομένων 2 και 3, κυλούν, ως ανέφερα ανωτέρω, στις ίδιες γραμμές με αυτές του Δήμου, τουλάχιστον στο βαθμό που αφορούν στην εμπλοκή των εν λόγω εναγομένων μετά την κατακύρωση της προσφοράς τους και μέχρι σήμερα και ως εκ τούτου δεν θεωρώ σκόπιμο να τις επαναλάβω. Θα αναφέρω όμως ότι σύμφωνα με τον ομνύοντα των εναγομένων 2 και 3, μετά την κατακύρωση της προσφοράς και την ενημέρωση των πρατηριούχων περί τούτου στις 23/03/2018, ο ίδιος προσωπικά επισκέφθηκε με τους συνεργάτες του τη δημοτική αγορά και συνομίλησε με τους πρατηριούχους που βρίσκονταν εκεί ώστε να εξεταστεί «.αν ήθελαν να συνεργαστούν μαζί μας και να λάβουν πρατήρια στη νέα αγορά, με νέα συμβόλαια, όταν θα ολοκληρωθεί το έργο μας ή και να τους στεγάσουμε προσωρινά έξω από την δημοτική αγορά όσο θα διαρκούσαν οι εργασίες.». Σε μία συνάντηση που ο ομνύοντας αναφέρει ότι είχε με τους πρατηριούχους στις 17/04/2018, παρών στην οποία ήταν και ο ενάγοντας 2, ο τελευταίος ανέφερε ότι αν ο πατέρας του (ενάγοντας 1) δεν λάβει αποζημίωση δεν προτίθεται να μετακινηθεί. Η θέση των εναγομένων 1, 2 και 3 είναι εν συντομία ότι η παρούσα αίτηση έχει υποβληθεί κακόπιστα και καταχρηστικά από πλευράς εναγόντων και μοναδικό σκοπό έχει να καθυστερήσει και να εκτροχιάσει την ανάπλαση της Δημοτικής αγοράς και να εκβιάσει παράλληλα τους εναγόμενους να υποκύψουν στις αδικαιολόγητες απαιτήσεις των εναγόντων. Αυτό φαίνεται, κατά τους εναγόμενους, από τη ψευδή και παραπλανητική εικόνα που οι ενάγοντες παρουσίασαν στο Δικαστήριο μέσω του ενάγοντα 2, ο οποίος, ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, καμία συμβατική σχέση έχει με τον Δήμο και συνεπώς κανένα δικαίωμα έγερσης ή προώθησης της παρούσας αγωγής έχει. Μετά και την καταχώρηση της τελευταίας ένστασης από πλευράς εναγόμενης 3, αμφότερες οι πλευρές ζήτησαν όπως η αίτηση οριστεί για ακρόαση κατά την οποία οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβησαν σε εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Προτού προχωρήσω με τη νομική πτυχή και την εξέταση της ουσίας της αίτησης, θα πρέπει να επισημάνω ότι από πλευράς εναγόντων δεν έχει αμφισβητηθεί ότι τα κατ' ισχυρισμό αντικείμενα τους, η μετακίνηση των οποίων απαγορεύθηκε προσωρινά με το διάταγμα της 11/09/2018, είχαν ήδη μετακινηθεί από τις 10/09/2018, ήτοι πριν την έκδοση του διατάγματος και ότι έκτοτε δεν βρίσκονται εντός της Δημοτικής αγοράς. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνεται και μέσω της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των εναγόντων. Με δεδομένο τούτο και λαμβανομένου υπόψη ότι το διάταγμα της 11/09/2018 αναφέρεται ρητά στα «.εμπορεύματα των εναγόντων που βρίσκονται εντός της Δημοτικής αγοράς.» η θέση των εναγομένων ότι το εν λόγω διάταγμα έχει καταστεί άνευ αντικειμένου και ως τέτοιο δεν μπορεί να συνεχιστεί, με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο. Ως εκ τούτου, το προσωρινό διάταγμα που εκδόθηκε στις 11/09/2018 ακυρώνεται και η εξέταση των όσων προβάλλονται προς ακύρωση του σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό απουσία του στοιχείου του κατεπείγοντος ή της ουσιώδους απόκρυψης γεγονότων, καθίσταται αχρείαστη. Άνευ αντικειμένου όμως έχουν καταστεί και τα επιδιωκόμενα διατάγματα που αφορούν σε απαγόρευση παραχώρησης της διαχείρισης και κατοχής της δημοτικής αγοράς στους εναγομένους 2 - 3 (Αιτητικό Δ) και αποκάλυψης της συμφωνίας ενάγοντα 1 και Δήμου ημερ. 10/01/02 (Αιτητικό Στ). Η συμφωνία της 10/01/02 έχει επισυναφθεί στην ένσταση του Δήμου ενώ σύμφωνα με τους ίδιους τους ενάγοντες αλλά και τα όσα ανέφεραν οι εναγόμενοι και τα οποία δεν αμφισβητήθηκαν από τους πρώτους, η παραχώρηση της διαχείρισης της αγοράς ήδη έγινε με την υπογραφή της συμφωνίας μεταξύ Δήμου και εναγομένων 2 - 4 στις 30/03/18 ενώ η κατοχή της παραδόθηκε στις 10/09/
- Επί αυτής της πτυχής της συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται. Προς εξέταση επομένως παραμένουν τα αιτούμενα απαγορευτικά διατάγματα υπό στοιχεία Α και Γ, ήτοι προς απαγόρευση εμπόδισης των εναγόντων να εισέρχονται στην αγορά και να χρησιμοποιούν το επίδικο πρατήριο για την λειτουργία της επιχείρησης τους και το προστακτικό διάταγμα υπό στοιχείο Β προς συνέχιση της συμφωνίας του
- ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Οι νομικές αρχές που διέπουν τον τρόπο εφαρμογής του Άρθρου 32 για έκδοση, ή μη, παρεμπίπτοντος διατάγματος εξετάστηκαν και αναλύθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων - (βλ., μεταξύ άλλων, Karydas Taxi Co. Ltd. v. Andreas Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321· Acropol Shipping Company Ltd. and Others v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38· Νemitsas Industries Ltd. v. S. & S. Maritime Lines Ltd. and Others
(1976)1 C.L.R. 302· Constantinides v. Makriyiorghou and Another
(1978)1 C.L.R. 585· Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231· Μ. & M. Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605· Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557· Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263· Global Cruises S.A. και Άλλη v. Metro Shipping & Travel Ltd.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182· Χάρης Φεσσάς
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). Είναι παγίως νομολογημένο ότι τα τρία κριτήρια στη βάση της κλασσικής πλέον απόφασης στην Odysseos ανωτέρω, συνίστανται στην ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, στην ύπαρξη ή παρουσίαση ορατής πιθανότητας επιτυχίας και στην ικανοποίηση ότι οι αποζημιώσεις δεν θεωρούνται ότι αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Το πρώτο κριτήριο ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης. Το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης σε συνάρτηση με την ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Ενώ το πρώτο κριτήριο σχετίζεται κατ' ουσία με τη νομική και μόνο θεμελίωση της αξίωσης, όπως αυτή διατυπώνεται στο κλητήριο ένταλμα, το δεύτερο προχωρεί ένα πρόσθετο βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία, όπως αυτή εξάγεται από τις ενόρκους δηλώσεις για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Στο στάδιο του προσωρινού διατάγματος είναι αρκετό να καταδειχθεί κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση, αλλά ταυτόχρονα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων για την ικανοποίηση του δεύτερου κριτηρίου (βλ. σχ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΑ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ ν. ΜΙΧΑΛΗ ΣΚΟΥΤΕΛΛΑ, Έφεση Αρ. 43/2012, 24/3/2017) Έχει κατ' επανάληψη λεχθεί ότι το Δικαστήριο σ' αυτό το στάδιο δεν υπεισέρχεται σε αξιολόγηση και ευρήματα επί της ουσίας. Είναι, όμως, εξίσου ορθό ότι, οφείλει, παρά ταύτα, να προβεί σε κάποια αξιολόγηση της αποδεικτικής δύναμης της υπόθεσης του διαδίκου που ζητά ενδιάμεση θεραπεία και αυτή είναι η έννοια της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, με τον τρόπο που εξηγήθηκε στην υπόθεση Odysseos. Σ' αυτά τα πλαίσια και για τους περιορισμένους σκοπούς της διαδικασίας που συνίστανται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32, «.κάποια πρωταρχική, έστω, αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι αναγκαία για να μπορεί το Δικαστήριο να συνεκτιμήσει την αποδεικτική δύναμη της κάθε πλευράς. Έστω και στην περιορισμένη σφαίρα εξέτασης σε αυτό το πεδίο» (βλ. σχ. ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. ν. ΠΡΑΞΟΥΛΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε301/2016, 26/9/2017 και τις αναφορές που η εν λόγω αυθεντία κάνει στις υποθέσεις Σεβαστού ανωτέρω και Λόρδος ν. Σιακόλας, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, ημερομηνίας 23.3.2017). Στο κριτήριο του κατά πόσο θα ήταν δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, λαμβάνεται υπόψη και το κατά πόσον ο αιτητής, αν επιτύχει, θα αποζημιωθεί πλήρως με την καταβολή χρηματικού ποσού. Η έννοια όμως της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι ο καθ' ου η αίτηση μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που του επιτρέπει να αποζημιώσει τον αιτητή, σε περίπτωση επιτυχίας του αιτητή στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στον αιτητή, υπό την ευρύτερη έννοια. H έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (Highgate Primary School Ltd και Άλλοι ν. Στέλιου Φυλακτίδη και Άλλης,
(2009)1 Α.Α.Δ. 317 και Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 Τέλος, το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) κρίνεται με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο στοιχεία (Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όμως, η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι, υπό συνήθεις συνθήκες, η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης και όχι η προκατάληψη της έκβασης της υπόθεσης επί της ουσίας. Δεν αποκλείεται βέβαια η έκδοση ενδιάμεσου απαγορευτικού διατάγματος αντίστοιχου προς τη θεραπεία που ζητείται με την αγωγή. Εκτός όμως ίσως σε ξεκάθαρες υποθέσεις, αυτό δεν μπορεί να γίνει με τρόπο που να ανατρέπει το status quo ante, και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται με την αγωγή (βλ. Κοσμά Γεώργιος ν. Ανδρέα Χατζηκυπρή και Άλλων
(2000)1 ΑΑΔ 169 και τις αναφορές που η εν λόγω αυθεντία κάνει στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas Sportschuhfabriken Adi Dassler KG [1984] 1 C.L.R. 263 και Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Εξέτασα με προσοχή τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου και παρατηρώ τα εξής: Η όλη εκδοχή και ουσία της αγωγής των εναγόντων είναι ότι αν και κατά την περίοδο 2012 - Φεβρουάριο 2014, ο ενάγοντας 1 παρέλειψε να συμμορφωθεί με τη συμβατική του υποχρέωση να καταβάλει στο Δήμο τα αναλογούντα τέλη του δικαιώματος χρήσης που αποκτήθηκε με τη συμφωνία του 2002, ο Δήμος, για περίοδο έξι ετών, επέλεξε να αποδεχτεί (affirm) την παράβαση, να μην ασκήσει το δικαίωμα του σε τερματισμό της συμφωνίας του 2002 και να συνεχίσει να ενεργεί ως δεσμευμένος από αυτή, ανεπιφύλακτα εισπράττοντας τα μεταγενέστερα τέλη και ανανεώνοντας την επίδικη άδεια. Είναι στη βάση αυτής της συμπεριφοράς του Δήμου που οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι ενήργησαν προς ζημιά τους, αφού, θεωρώντας ότι για όσο καιρό κατέβαλλαν τα συμφωνηθέντα τέλη θα παρέμεναν στο επίδικο πρατήριο και η άδεια τους θα ανανεωνόταν, δεν αναζήτησαν άλλο υποστατικό για να ενοικιάσουν και συνέχισαν να καταβάλλουν τα δικαιώματα που προνοούσε η συμφωνία τους με τον Δήμο και να λειτουργούν την επιχείρηση τους. Το ότι από το 2002 - 31/07/18, τόσο ο ενάγοντας 1 όσο και ο Δήμος ενεργούσαν με βάση τις συμβατικές υποχρεώσεις και δικαιώματα που απέρρεαν από τη συμφωνία του 2002 και συμπεριφέρονταν ως πλήρως δεσμευμένοι από αυτή, παρά την ύπαρξη οφειλών, φαίνεται να είναι κοινώς αποδεκτό. Μάλιστα δε, ο Δήμος δεν αρνείται ότι καθ' όλη αυτή την περίοδο δεν επεχείρησε να τερματίσει τη συμφωνία λόγω των οφειλών του 2012-2014 και εισέπραττε ανεπιφύλακτα τα όσα τέλη του καταβάλλονταν και ανανέωνε παράλληλα την άδεια χρήσης του ενάγοντα
- Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η άνευ προειδοποίησης «σημερινή» επίκληση των παλαιών οφειλών από πλευράς Δήμου ως λόγο τερματισμού της συμφωνηθείσας άδειας, συνιστά απλά μία πρόφαση του Δήμου για να πετύχει την άνευ αποζημίωσης απομάκρυνση των εναγόντων από το επίδικο πρατήριο και να μπορέσει έτσι να εκτελέσει ανεμπόδιστα τη συμφωνία που υπέγραψε με τους εναγομένους 2 -
- Όντως από τα όσα έχουν παρουσιαστεί ενώπιον μου, προκύπτει ένας εκ πρώτης όψεως προβληματισμός ως προς την ενέργεια του Δήμου να επιτρέψει τη συνέχιση της ισχύος της συμφωνίας του 2002 καθ' όλο το διάστημα που κατά παράβαση της συμφωνίας δεν καταβάλλονταν τα σχετικά τέλη (2012 - 2014) και να ανανεώσει διαδοχικά την επίδικη άδεια για τα επόμενα τέσσερα και πλέον χρόνια, εισπράττοντας μάλιστα τα σχετικά συμβατικά τέλη. Ο εν λόγω προβληματισμός προβάλλει εντονότερος υπό το φως της επιστολής που έστειλε ο Δήμος στις 23/03/2017, ήτοι πριν αποφασίσει να τερματίσει την επίδικη συμφωνία, με την οποία ενημέρωνε για την κατακύρωση της προσφοράς των εναγομένων 2 - 4 και με την οποία καλούσε όλους τους εν ισχύ πρατηριούχους, περιλαμβανομένου και του ενάγοντα 1, όπως διαβουλευθούν με τον νέο διαχειριστή την παραμονή και συνέχιση της δραστηριότητας τους στη Δημοτική αγορά. Μάλιστα δε, με την εν λόγω επιστολή, ο ενάγοντας 1 ενημερώνεται ότι αν μέχρι τα τέλη Ιουνίου 2018 δεν έλθει σε συνεργασία με τους εναγόμενους 2 - 4, τότε είναι που «πρέπει να τερματίσετε τη λειτουργία του πρατηρίου και να παραδώσει κενή την κατοχή της στον ανάδοχο για να ξεκινήσει το έργο». Κοντολογίς, μέχρι και τις 31/07/2018 που ο Δήμος αποφάσισε να τερματίσει την επίδικη συμφωνία επικαλούμενος τις παρελθοντικές οφειλές του ενάγοντα 1, η όλη συμπεριφορά του φανερώνει εκ πρώτης όψεως ότι το δικαίωμα χρήσης του ενάγοντα 1 ως ένας εκ των πρατηριούχων της Δημοτικής αγοράς, δεν εξαρτάτο πλέον από την καταβολή των προηγούμενων οφειλών του στο Δήμο αλλά από το κατά πόσο θα επιτύγχανε νέα συνεργασία με τους εναγομένους 2 -
- Δεν μπορεί βέβαια να αγνοηθεί για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας ότι η συμφωνία του 2002 δεν περιέχει οποιαδήποτε πρόνοια αναφορικά με τις συνέπειες που συνεπάγεται στην άδεια του ενάγοντα 1 η ανάθεση, εκκρεμούσης της συμφωνίας του 2002, της διαχείρισης της αγοράς σε τρίτο πρόσωπο και ότι από τις 30/03/18 και εντεύθεν, αρμόδιο πρόσωπο να χορηγήσει ή να διατηρήσει άδεια χρήσης πρατηρίου στη δημοτική αγορά παρουσιάζεται να είναι η κοινοπραξία των εναγομένων 2 -
- Ούτε όμως μπορεί να αγνοηθεί ότι η απόφαση του Δήμου για τερματισμό της επίδικης συμφωνίας λήφθηκε μετά τις 30/03/18 και μετά που ο ενάγοντας 1 απέτυχε να καταλήξει, εντός της τρίμηνης προθεσμίας της επιστολής 23/03/18, σε νέα συμφωνία με τους εναγόμενους 2 - 4 και βασίστηκε τόσο στις οφειλές που είχε δημιουργήσει ο ενάγοντας 1 προς το Δήμο προ εξαετίας όσο και στην απόφαση για ανάθεση της διαχείρισης της αγοράς στους εναγόμενους 2 -
- Παρεμβάλλω εδώ ότι σύμφωνα με την επιστολή του Δήμου ημερ. 23/03/18, προβάλλεται από πλευράς του τελευταίου ότι η κοινοπραξία των εναγομένων 2 - 4 υπείχε υποχρέωσης «με βάση τους όρους της προσφοράς» να επιδιώξει τη σύναψη συνεργασίας με τους υφιστάμενους πρατηριούχους ώστε να μπορέσει συνεχιστεί η άδεια χρήσης τους ενώ κάτι τέτοιο οι εναγόμενοι 2 - 4 φαίνεται να το αρνούνται. Σύμφωνα με τον ομνύοντα των εναγομένων 2 και 3, οι όποιες προσπάθειες της κοινοπραξίας να εξευρεθεί μια κοινώς αποδεκτή λύση με τους υφιστάμενους πρατηριούχους έγιναν «.Παρά το ότι δεν είχαμε οποιαδήποτε υποχρέωση.». Επισημαίνω ότι για λόγους εμπιστευτικότητας, η συμφωνία μεταξύ Δήμου και εναγομένων 2 - 4 δεν παρουσιάστηκε στη διαδικασία. Υπό τις πιο πάνω συνθήκες οι ενάγοντες δικαιούνται, κατά την κρίση μου, να θεωρούν ότι έχουν καλή συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αγωγής τους εναντίον όλων των εναγομένων και το γεγονός ότι ο ενάγοντας 2 δεν φαίνεται να συνδέεται συμβατικά με τον εναγόμενο Δήμο δεν μεταβάλλει την εν λόγω κατάληξη, αφού η αγωγή δεν περιορίζεται στις συμβατικές σχέσεις ενάγοντα 1 και εναγόμενου Δήμου, αλλά αφορά και στην απώλεια του εισοδήματος και των εμπορευμάτων που ο ενάγοντας 2 ισχυρίζεται ότι έχει υποστεί συνεπεία της εργοδότησης του στην επιχείρηση του πατέρα του η λειτουργία της οποίας έχει πλέον τερματιστεί. Και η τρίτη όμως προϋπόθεση του αρ.32 φαίνεται να πληρείται στην παρούσα περίπτωση αφού η όποια οικονομική δυνατότητα των εναγομένων να αποζημιώσουν τους ενάγοντες αν ήθελαν επιτύχουν στην αγωγή τους, δεν συνιστά καταλυτικό παράγοντα. Αντίθετα, όπως επισημαίνεται και από τη σχετική νομολογία που παρέθεσα ανωτέρω, η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Στην υπό κρίση υπόθεση, οι ενάγοντες έχουν συνταγματικό δικαίωμα να ασκούν ελεύθερα το επάγγελμα της επιλογής τους, δικαίωμα το οποίο επέλεξαν να ασκήσουν μέσω του επίδικου πρατηρίου στη δημοτική αγορά Λεμεσού, με τον ενάγοντα 1 να εξασφαλίζει για το σκοπό αυτό, άδεια δυνάμει ρητής συμφωνίας με τον εναγόμενο Δήμο. Στη βάση της εν λόγω συμφωνίας, «στήθηκε» μια επιχείρηση στο επίδικο πρατήριο η οποία λειτουργεί για τα τελευταία δεκαεφτά σχεδόν χρόνια και ο τερματισμός της, αν δεν είναι νόμιμος και συμβατικός, δεν θα συνεπάγεται μόνο οικονομικής φύσης ζημιά στους ενάγοντες αλλά και σε αδικαιολόγητο περιορισμό του προαναφερόμενου δικαιώματος τους. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η «ζημιά» που ενδέχεται να υποστούν οι ενάγοντες, πολύ πιθανόν να μην μπορεί να αποζημιωθεί με χρήμα, λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη του τι συνεπάγεται το εγχείρημα «στησίματος» μιας νέας επιχείρησης σε ένα νέο και άγνωστο χώρο. Των πιο πάνω λεχθέντων, αυτό που απομένει να εξεταστεί είναι το κατά πόσο με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον ουσιώδη χρόνο στοιχεία, είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, λαμβανομένου υπόψη του ισοζυγίου της ευχέρειας (balance of convenience) και αυτό διότι η έννοια του ενδιάμεσου διατάγματος είναι η διατήρηση του status quo ante μέχρι της εκδίκασης της υπόθεσης. Στην υπό κρίση περίπτωση, από της συνομόλογησης της συμφωνίας του 2002 μέχρι και της καταχώρησης της παρούσας αίτησης, το status quo δεν έμεινε το ίδιο. Αντιθέτως, άλλαξε σε τέτοιο βαθμό που για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, δεν δικαιολογεί πλέον την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Από τα όσα γεγονότα τέθηκαν ενώπιον μου από αμφότερες τις πλευρές και δεν αμφισβητήθηκαν, προκύπτει ότι από το 2002 μέχρι και τις 23/03/18, οι ενάγοντες απολάμβαναν την άδεια χρήσης του πρατηρίου που είχε εξασφαλίσει συμβατικά ο ενάγοντας
- Στις 23/03/18, η πλευρά των εναγόντων ενημερώθηκε γραπτώς ότι το δικαίωμα τους αυτό ενδεχομένως να τερματίζετο εντός τριών μηνών λόγω της ανάθεσης της διαχείρισης της αγοράς στους εναγόμενους 2 -
- Οι ενάγοντες όμως δεν επεδίωξαν να εξασφαλίσουν οποιοδήποτε διάταγμα ώστε να διατηρήσουν την τότε υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων. Ένα μήνα αργότερα, στις 17/04/18, συναντήθηκαν με τον εκπρόσωπο των εναγομένων 2 - 4 με τον οποίο συζήτησαν το ενδεχόμενο προσωρινής στέγασης σε χώρο εκτός της δημοτικής αγοράς λόγω του ότι με την ανάληψη κατοχής της αγοράς στη λήξη των τριών μηνών, αυτή θα έκλεινε για σκοπούς ανάπλασης και ανακαίνισης. Αν και αρνήθηκαν την προσφορά των εναγομένων 2 - 4 και πάλι δεν επιχείρησαν να εξασφαλίσουν οποιοδήποτε δικαστικό διάταγμα. Τρεις μήνες αργότερα, στις 31/07/18, ο Δήμος τερμάτισε την άδεια χρήσης του ενάγοντα 1 και επαναλαμβάνοντας μεταξύ άλλων ότι η αγορά θα παραδίδετο στους εναγομένους 2 - 4, απαίτησε την παράδοση της κατοχής του επίδικου πρατηρίου. Και πάλι όμως οι ενάγοντες δεν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο. Ακολούθησε νέα επιστολή του Δήμου στις 03/09/19 με την οποία δίνετο προθεσμία μιας
(1)ημέρας για μετακίνηση των όποιων εμπορευμάτων βρίσκονταν εντός της αγοράς και μεταξύ 6 - 8 Σεπτεμβρίου 2018, στην παρουσία των εναγόντων, οι άλλοι πρατηριούχοι μετακίνησαν τα εμπορεύματα τους ώστε να παραδοθεί η αγορά στους εναγόμενους 2 - 4. Ούτε όμως τότε επιδιώχθηκε η έκδοση οποιουδήποτε δικαστικού διατάγματος. Ακολούθησε η καταγραφή και μετακίνηση των εμπορευμάτων των εναγόντων στις 10/09/18, στην παρουσία τους, και στη συνέχεια η παράδοση της αγοράς στους εναγομένους 2 - 4 οι οποίοι αφού εισήλθαν στην αγορά την ίδια μέρα, έστησαν εργοτάξιο και ξεκίνησαν τις συμφωνηθείσες εργασίες ανακαίνισης. Από τις 10/09/18 η δημοτική αγορά έχει καταστεί εργοτάξιο και δεν μπορεί να λειτουργήσει ως αγορά για τον επόμενο τουλάχιστο ένα χρόνο. Αυτή είναι η κατάσταση πραγμάτων που υφίστατο όταν οι ενάγοντες αποφάσισαν να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή και αίτηση και που υφίσταται μέχρι σήμερα. Υπό το φως όμως αυτής της κατάστασης πραγμάτων, η έκδοση προσωρινού διατάγματος που να επιτρέπει στους ενάγοντες να εισέλθουν στην δημοτική αγορά για να λειτουργήσουν το επίδικο πρατήριο στη βάση των όρων της συμφωνίας του 2002, θεραπεία η οποία ζητείται και με την αγωγή, έχει πλέον καταστεί μάταιη και αυτό αποκλειστικά συνεπεία της αδράνειας των εναγόντων να ενεργήσουν ενωρίτερα (βλ. κατ' αναλογία C.M.K. METAL CONSTRACTION LIMITED κ.α., Πολιτική Aίτηση Αρ. 138/2018, 7/11/2018 ως ενδεικτική των συνεπειών που συνεπάγεται για τα αιτήματα ενός αιτητή η δικονομική αδράνεια του). Ως είναι γνωστό δε, τα Δικαστήρια δεν δικάζουν ούτε εκδίδουν διατάγματα επί ματαίω. Εφόσον λοιπόν οι ενάγοντες άφησαν συνειδητά την κατάσταση πραγμάτων να αλλάξει και μάλιστα σε τέτοιο βαθμό ώστε να είναι πλέον ανέφικτη αλλά και άδικη η έκδοση οποιασδήποτε προσωρινής θεραπείας προς όφελος τους, η αίτηση τους δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, το προσωρινό διάταγμα της 11/09/18 ακυρώνεται και η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος των εναγόντων και υπέρ των εναγομένων 1, 2 και 3 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. Όσον αφορά τα έξοδα των εναγομένων 2 και 3, αυτά θα είναι περιορισμένα σε ένα σετ εφόσον οι εν λόγω εναγόμενοι έτυχαν κοινής εκπροσώπησης. Δίδονται επίσης οδηγίες όπως τροποποιημένο κλητήριο με τον ορθό τίτλο σε σχέση με το όνομα της εναγομένης 3 ως αναφέρεται ανωτέρω, καταχωρηθεί εντός πέντε
(5)ημερών από σήμερα. (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα - Άδεια Χρήσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο