← Κύπρος

Ayoub ν. Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 5165/2012, 20/11/2018

Ayoub ν. Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 5165/2012, 20/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A466 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙO ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5165/2012 Μεταξύ: Ayoub ΧΧΧΧΧ Ενάγοντα και

  1. ΧΧΧΧΧ Trading Company Ltd
  2. Βάσος ΧΧΧΧΧ
  3. Πάμπος ΧΧΧΧΧ
  4. ΧΧΧΧΧ Γεωργίου
  5. ΧΧΧΧΧ Γεωργίου
  6. Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας Εναγομένων Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 13.6.2014 Μεταξύ: Ayoub ΧΧΧΧΧ Ενάγοντα και
  7. ΧΧΧΧΧ Trading Company Ltd
  8. Βάσος ΧΧΧΧΧ
  9. Πάμπος ΧΧΧΧΧ
  10. ΧΧΧΧΧ Γεωργίου
  11. ΧΧΧΧΧ Γεωργίου
  12. Διευθυντής Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας
  13. Raimi ΧΧΧΧΧ Εναγομένων Ημερομηνία: 20 Νοεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: Ο κ. Ζ. Νικολαϊδης για ΜΑΡΚΙΔΗ, ΜΑΡΚΙΔΗ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: Ο Δρ Ανδρέας Ποιητής για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους 3 και 4: Ο κ. Α. Προδρόμου για Γιώργος Φ. Πιττάτζης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 5: Η κα Κ. Λιασίδου για ΑΝΔΡΕΑΣ ΚΟΝΝΑΡΗΣ Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 7: Ο κ. Κλ. Στέλιου για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η ΠΡΟΟΙΜΙΟ: Η βάση της αγωγής έχει ως έρεισμα συμφωνία με ημερομηνία 2.12.2011 («η Συμφωνία»). Συμβαλλόμενοι ήταν η κα Raimi ΧΧΧΧΧ- εναγομένη 7 («η Raimi») ως αγοράστρια με την ΧΧΧΧΧ Trading Company Ltd («η Company») - εναγομένη 1 της οποίας διευθυντής είναι ο κ. Βάσος ΧΧΧΧΧ - εναγόμενος 2 ως πωλήτρια. Η Συμφωνία αφορούσε την αγορά από την πρώτη μιας ιδιόκτητης - ημιτελούς κατά τον χρόνο σύναψη της συμφωνίας - οικίας στο ακίνητο με αριθμό εγγραφής ΧΧΧΧΧ στο χωριό Μονή της Επαρχίας Λεμεσού (στη συνέχεια «η οικία») ιδιοκτησίας της δεύτερης έναντι του ποσού των €250,000,00 πλέον Φ.Π.Α. Ο κ. ΧΧΧΧΧ Γεωργίου, κτηματομεσίτης στο επάγγελμα - εναγόμενος 3 ήταν αυτός που έφερε σε επαφή τα μέρη για την αγορά της οικίας και ο οποίος είχε ζητήσει και λάβει ως αμοιβή του από τον ενάγοντα εκ μέρους της Raimi το ποσό των €40.000,00 ως προμήθεια ή υπηρεσίες που προσέφερε για την εξεύρεση της οικίας. Η κα ΧΧΧΧΧ Γεωργίου - εναγομένη 4 είναι η μητέρα του εναγομένου 3 και εμπλέκεται στην υπόθεση καθώς ήταν αυτή που εξέδωσε την απόδειξη (έγγραφο παραλαβής χρημάτων) για το ως άνω ποσό. Η κα ΧΧΧΧΧ Γεωργίου - εναγομένη 5 είναι αυτή που αγόρασε μεταγενέστερα την οικία και φέρεται ως η καλόπιστη αγοράστρια μετά που η ως άνω Συμφωνία είχε ακυρωθεί και αποσυρθεί από το Κτηματολόγιο, όπου είχε κατατεθεί για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι χρηματοδότης για την αγορά της ως άνω οικίας ήταν ο ενάγων. Ο ενάγων ισχυρίζεται επιπρόσθετα ότι είναι ο μοναδικός δικαιούχος της οικίας δυνάμει δεδηλωμένου και/ή εξυπακουόμενου και/ή εξ επαγωγής και/ή καταληκτικού εμπιστεύματος και ότι οι εναγόμενοι 1 - 4 έχουν πλουτίσει άδικα, αδικαιολόγητα και αθέμιτα σε βάρος του με τα ως άνω ποσά που ο καθένας έλαβε από αυτόν τα ως άνω ποσά, χωρίς αυτός να έχει επωφεληθεί με οποιονδήποτε τρόπο από αυτούς, εξαπατώντας τον με δόλο και/ή απάτη και/ή συμπαιγνία και/ή συνωμοσία και/ή διά ψευδών παραστάσεων. Η ΠΟΡΕΙΑ ΤΗΣ ΥΠΟΘΕΣΗΣ ΕΝΩΠΙΟΝ ΤΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ: Η πορεία της υπόθεσης, όπως παρουσιάζεται στο φάκελο, είναι ενδεικτική για το πως μια υπόθεση η οποία καταχωρίστηκε τον Νοέμβριο του 2012 ολοκληρώνεται σήμερα πρωτόδικα μετά από 6 ακριβώς χρόνια. Με συνοπτικό τρόπο - καθώς λεπτομερής αναγραφή κάθε διαδικαστικού διαβήματος που έλαβε χώρα θα καταλάμβανε αρκετές σελίδες - θα αναφερθώ στην πορεία της υπόθεσης από της καταχώρησης της αγωγής μέχρι και την ολοκλήρωση της ακροαματικής της διαδικασίας και την έκδοση σήμερα της απόφασης μου. Η αγωγή ηγέρθη σε Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (0.2 r.1) στις 12.11.
  14. Η Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρίστηκε αρχικά στις 28.06.
  15. Μετά από σειρά αιτήσεων, ενστάσεων και ενδιάμεσων αποφάσεων επιτράπηκε αρχικά η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής στις 13.6.2014 με την προσθήκη της εναγομένης
  16. Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα και Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρίστηκαν την 01.07.
  17. Ακολούθησαν δύο άλλες αιτήσεις τροποποίησης της Έκθεσης Απαιτήσεως με ημερομηνία 11.12.2014 και 19.05.
  18. Η τελευταία τροποποιηθείσα Έκθεση Απαιτήσεως καταχωρίστηκε στο φάκελο της υπόθεσης στις 28.5.2015 στη βάση της οποίας όπως και της λοιπής δικογραφίας διεξήχθη η ακροαματική διαδικασία. Είναι δε σημαντικό να αναφερθεί ότι τα δικόγραφα της υπόθεσης συμπληρώθηκαν μόλις στις 29.06.2017 με την καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση της εναγομένης
  19. Έκτοτε λόγω της αλλαγής στο μεταξύ των δικηγόρων που μέχρι τότε εκπροσωπούσαν τον ενάγοντα και των αναβολών που ζητήθηκαν εξ αυτού του γεγονότος, η ακροαματική διαδικασία της αγωγής άρχισε στις 17.04.2018 και ολοκληρώθηκε με τις τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων στις 24.09.2018, εντός δηλαδή πέντε μηνών, όταν είχαν χρειαστεί σχεδόν 5 χρόνια για να συμπληρωθούν τα δικόγραφα. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση στις 12.11.2012 του Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, ο ενάγων καταχώρησε μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε αρχικά προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορευόταν στους εναγόμενους 1 και 2 να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν την επίδικη οικία, απαγορευόταν στους εναγόμενους 5 και 6 να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν την επίδικη οικία, απαγορευόταν στους εναγόμενους 1, 2 και 5 να αποξενώσουν και/ή επιβαρύνουν και/ή χρησιμοποιήσουν και/ή επέμβουν στον οικιακό εξοπλισμό και την επίπλωση και γενικά στο περιεχόμενο της επίδικης οικίας καθώς και διάταγμα τύπου Mareva με το οποίο παγοποιείτο και/ή δεσμευόταν ποσό μέχρι €450.000 σε οποιαδήποτε τράπεζα αναφορικά με λογαριασμούς και καταθέσεις των εναγομένων 1 και 2 και ποσό μέχρι €40.000 σε οποιαδήποτε τράπεζα αναφορικά με λογαριασμούς και καταθέσεις των εναγομένων 3 και
  20. Επίσης, εκδόθηκαν διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal αναφορικά με τους εναγόμενους 1 -
  21. Τα εν λόγω διατάγματα ημερομηνίας 12.11.2012 επιδόθηκαν στους εναγόμενους 1, 2, 3, 5 και
  22. Οι εναγόμενοι 1, 2 και 5 καταχώρησαν ένσταση. Κατόπιν ακρόασης της ως άνω αίτησης το Δικαστήριο με απόφαση του με ημερομηνία 25.2.2013 έκρινε ότι ο ενάγων δεν αποκάλυψε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης του και ακύρωσε τα ως άνω διατάγματα αναφορικά με τους εναγομένους 1, 2 και 5 με έξοδα υπέρ τους. Πριν από την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας ήτοι την 20.03.2015 η αγωγή εναντίον του Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας - εναγομένου 6, αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με ανάληψη εκ μέρους του της υποχρέωσης όπως συμμορφωθεί με την όποια απόφαση του Δικαστηρίου μετά το πέρας της αγωγής, νοουμένου, όπως είχε δηλωθεί, ότι δεν θα επηρεάζονταν δικαιώματα τρίτων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα αγωγή. Η δήλωση αυτή εκ συμφώνου κατέστη συμφωνία επί δικαστηρίω. ΤΑ ΔΙΚΟΓΡΑΦΑ: Ο ενάγων όπως ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαιτήσεως του, είναι ότι είναι μόνιμος κάτοικος στην Κύπρο και κατά τον επίδικο χρόνο ήταν αρραβωνιασμένος με την εναγομένη
  23. Η τελευταία είχε ένα ανήλικο γιο από προηγούμενη σχέση της. Ο ίδιος είχε χρηματοδοτήσει την αγορά της οικίας έναντι συνολικού τιμήματος €250.000,00 πλέον Φ.Π.Α., η οποία θα έπρεπε να είχε εγγραφεί επ' ονόματι της εναγομένης 7 έτσι ώστε η επίδειξη ιδιοκτησίας ακινήτου εκ μέρους της θα εξυπηρετούσε δικαστική διαδικασία που εκκρεμούσε στη ΧΧΧΧΧ μεταξύ της και του πρώην συζύγου της για την απόκτηση αποκλειστικής επιμέλειας του γιού της. Ισχυρίζεται ότι είναι γι' αυτόν τον λόγο που η Συμφωνία που συνάφθηκε με την εναγομένη 1 φέρει ως αγοράστρια την εναγομένη 7, γεγονός που ήταν σε γνώση της εναγομένης 1 μέσω του διευθυντή της εναγομένου 2 αλλά και του εναγομένου 3 που είχε μεσολαβήσει ως κτηματομεσίτης για την εξεύρεση της και στον οποίο είχε πληρώσει προς τούτο το ποσό των €40.000,
  24. Ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι 1,2, 3 και 4 έχουν πλουτίσει άδικα, αδικαιολόγητα και αθέμιτα σε βάρος του με το συνολικό ποσό των €414.794,87σ. (οι εναγόμενοι 1 και 2 όπως αναλύει στην Έκθεση Απαιτήσεως του) και οι εναγόμενοι 3 και 4 για το ποσό των €40.000,00, χωρίς ο ενάγων να έχει επωφεληθεί με οποιονδήποτε τρόπο από αυτούς. Καταλογίζει στους εναγομένους 1,2,3 και 4 δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις λεπτομέρειες των οποίων παρέχει στην Έκθεση Απαιτήσεως του συνεπεία της οποίας υπέστη ζημιά ύψους €414.794,87σ. Για τους ως άνω λόγους ο ενάγων αξιώνει δηλωτικές αποφάσεις και επιπρόσθετα και/ ή διαζευκτικά αποζημιώσεις ύψους €454.794,87σ πλέον τόκο 8% από 02.08.2012 μέχρι εξοφλήσεως με τον πιο πάνω επιμερισμό των χρηματικών αξιώσεων του μεταξύ των εναγομένων 1 - 4 για παράβαση σύμβασης (breach of contract), και/ ή παράβαση συμφωνίας παρακαταθήκης και/ ή δυνάμει του δικαίου αποκατάστασης (restitution) και/ ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (unjust enrichment), συνεπεία της παράνομης και/ ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς και/ ή παράβαση των καθηκόντων και/ ή υποχρεώσεων των εναγομένων 1 -
  25. Ο ενάγων επιζητεί δήλωση του Δικαστηρίου ότι αυτός είναι ο μοναδικός νόμιμος δικαιούχος της επίδικης οικίας, δυνάμει δεδηλωμένου και/ή εξυπακουόμενου και/ή εξ επαγωγής και/ή καταληκτικού εμπιστεύματος, και/ή δήλωση του Δικαστηρίου ότι η ακύρωση της Σύμβασης για την αγορά της επίδικης οικίας (Τεκμ. 1) και η απόσυρση της από το Κτηματολόγιο είναι αντισυμβατική και/ή άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή παράνομη. Περαιτέρω, ο ενάγων ζητά αποζημιώσεις ύψους €454.794,87σ. για παράβαση συμφωνίας παρακαταθήκης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς και/ή παράβασης καθηκόντων και υποχρεώσεων και/ή παράνομης συμπεριφοράς και/ή συμπαιγνίας και/ή συνομωσίας και/ή απάτης από τους εναγόμενους 1 - 4, και/ή δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Τέλος, ο ενάγων ζητά παγοποιητικό διάταγμα τύπου Mareva που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1, 5 και 6 (εναντίον του τελευταίου όπως προελέχθη η αγωγή απορρίφθηκε κατά τον τρόπο που θα εξηγηθεί στη συνέχεια) την πώληση και/ή μεταβίβαση και/ή αποξένωση και/ή επιβάρυνση της επίδικης οικίας μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Η δικογραφημένη θέση των εναγομένων 1 και 2 είναι ότι είχε πράγματι παρουσιαστεί σε αυτούς ο ενάγων με την Raimi την οποία τους την παρουσίασε ως αρραβωνιαστικιά ή φιλενάδα του. Αρνούνται ότι είχαν συμφωνήσει να πωλήσουν ο,τιδήποτε στον ενάγοντα και ισχυρίζονται ότι οποιαδήποτε συμφωνία είχε γίνει ήταν μεταξύ τους και της Raimi και ως εκ τούτου αρνούνται ή αγνοούν οποιουσδήποτε από τους ισχυρισμούς του ενάγοντος δεν συνάδουν με την ως άνω βασική τους θέση ότι αντισυμβαλλόμενη τους ήταν η Raimi. Ισχυρίζονται ότι ο ενάγων δεν ενήργησε υπό καθεστώς πίεσης του χρόνου και ότι ο ενάγων είχε τη δυνατότητα λόγω της ιδιότητας του να διευθύνει τράπεζα με τεράστια πείρα σε διοικητικά θέματα και με πείρα σε εμπορικές και άλλες πράξεις να αντιλαμβανόταν ο ίδιος τη σημασία σύναψης μιας συμφωνίας ή έστω εφόσον διέθετε νομικό σύμβουλο να τον συμβουλευόταν. Η οποιαδήποτε πληρωμή έγινε από τον ενάγοντα προς αυτούς ήταν για λογαριασμό της Raimi. Οι ισχυρισμοί του ενάγοντος στην Έκθεση Απαιτήσεως του είναι επινοημένοι και αποσκοπούν στην εκ των υστέρων δημιουργία υπόθεσης εναντίον τους επειδή η Raimi τον εγκατέλειψε. Οποιεσδήποτε επαφές ή επικοινωνίες είχαν με τον ενάγοντα ήταν με την ιδιότητα του ως αρραβωνιαστικός ή φίλος ή και προστάτης της Raimi η οποία ήταν η αποκλειστική αντισυμβαλλόμενη τους. Η προσπάθεια του ενάγοντος, εγείροντας την παρούσα αγωγή, αποσκοπεί στο να ανακτήσει την οικία την οποία είχε χαρίσει στην Raimi που την παρουσίαζε ως αρραβωνιαστικιά ή φιλενάδα του η οποία στο μεταξύ τον εγκατέλειψε. Η δικογραφημένη θέση των εναγομένων 3 και 4 είναι ότι πράγματι ο εναγόμενος 3 έλαβε μέσω της μητέρας του, της εναγομένης 4, το ποσό των €40.000,
  26. Ο ίδιος όμως ενεργούσε ως διευθυντής της κτηματομεσιτικής εταιρείας ΧΧΧΧΧ ESTATES LTD η οποία έχει και άλλους μετόχους και διευθυντές και το ως άνω ποσό αφορούσε την εύλογη και δίκαιη αμοιβή, όπως είχαν συμφωνήσει, για την εξεύρεση οικίας προς πώληση και την οποία τελικά είχε συμφωνήσει να αγοράσει η εναγομένη 7 από την εναγομένη
  27. Αγνοούν τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ενάγοντος που αφορούν τις σχέσεις του με την εναγομένη 7 οι οποίες είναι αδιάφορες γι' αυτούς. Ο εναγόμενος 3 αρνείται επιπρόσθετα ότι είχε αναλάβει να καταθέσει τη Συμφωνία στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και έστω η μεταγενέστερη κατάθεση της, κατά τον τρόπο που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι έγινε, καταδεικνύει ότι η μη κατάθεση της κατά τον χρόνο που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι είχε αναλάβει να την καταθέσει ο εναγόμενος 3 δεν επέφερε οποιανδήποτε βλάβη στην εναγομένη
  28. Σε σχέση με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς του ενάγοντος είτε τους αγνοούν είτε τους αρνούνται όπως και ότι σε συμπαιγνία με οποιουσδήποτε άλλους από τους εναγομένους εξαπάτησαν τον ενάγοντα. Η εναγομένη 4 προβάλλει επιπρόσθετα ότι σε περίπτωση που φανεί ότι το ποσό των €40.000,00 δεν οφείλετο από τον ενάγοντα ή την εναγομένη 7 προς τον εναγόμενο 3 ή την ως άνω κτηματομεσιτική εταιρεία, αυτό το ζήτημα αφορούσε τις μεταξύ τους σχέσεις και όχι την ίδια. Η δικογραφημένη θέση της εναγομένης 5 είναι ότι η ίδια είναι μια καλόπιστη αγοράστρια, η οποία προέβη σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες και έρευνες πριν την αγορά της επίδικης οικίας και δεν υπήρχε οποιοδήποτε στοιχείο ή πληροφορία που να της έδιδε οποιαδήποτε γνώση ή έστω υπόνοια ότι ο ενάγων ή οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο είχε οποιοδήποτε δικαίωμα επί της εν λόγω οικίας. Κατά την αγορά της οικίας και κατά την ημέρα που η εναγομένη 5 κατάθεσε τη δική της συμφωνία στις 25.09.2012 το Τεκμ. 28 στο Κτηματολόγιο, δεν υπήρχαν οποιαδήποτε αγοραπωλητήρια έγγραφα και/ή εμπράγματα βάρη κατατεθειμένα στο Κτηματολόγιο σε σχέση με την επίδικη οικία. Η εναγομένη 5 κατέβαλε προς τον πωλητή το τίμημα πώλησης ως η αξία της επίδικης οικίας. Βασική θέση της Raimi - εναγομένης 7, όπως καταγράφεται στην Υπεράσπιση της και αφού αρνείται όλους τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του ενάγοντος, είναι ότι ο ενάγων χωρίς να το ζητήσει η ίδια από αυτόν, χωρίς παρότρυνση της και χωρίς την άσκηση οποιασδήποτε μορφής πίεσης εκ μέρους της, αποφάσισε να της δωρίσει την οικία εις ένδειξη της αγάπης και της στοργής του προς αυτήν, την οποία και αποδέχθηκε. Αρνείται τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι η οικία αγοράστηκε με σκοπό να χρησιμοποιηθεί στα πλαίσια δικαστικής διαδικασίας που αφορούσε την ίδια στη ΧΧΧΧΧ (αφορούσε διαδικασία επιμέλειας του ανήλικου παιδιού της με τον πρώην σύζυγο της και ότι η αγορά της οικίας κατά τον ενάγοντα θα εξυπηρετούσε την απόκτηση της αποκλειστικής επιμέλειας του). Η κατάθεση της Συμφωνίας στο Κτηματολόγιο έγινε για να διασφαλίσει τα δικαιώματα αγοράς της οικίας από τους πωλητές. Η οικία μετά την αγορά της, της ανήκε χωρίς οποιουσδήποτε όρους και/ή προϋποθέσεις. Το αποτέλεσμα της δικαστικής διαδικασίας στη ΧΧΧΧΧ, που ήταν η ανάθεση της επιμέλειας του ανήλικου παιδιού της από κοινού με τον πρώην σύζυγο της, δεν συνεπαγόταν την εκ μέρους της αποποίηση των δικαιωμάτων που απέκτησε επί της οικίας. Ο λόγος που αναγκάστηκε να ακυρώσει τη Συμφωνία ήταν ότι ο ενάγων δεν κατέβαλλε την τελευταία οφειλόμενη δόση, με την ίδια να βρίσκεται σε αδυναμία να εξοφλήσει το τίμημα της, οπότε οι εναγόμενοι 1 θα την τερμάτιζε και θα λάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον της. Μη έχοντας άλλη επιλογή συμφώνησε και/ή πείστηκε όπως ακυρωθεί η Συμφωνία. Η ίδια δεν εξαπάτησε κανέναν ούτε και συνέργησε με οποιονδήποτε ούτε και έλαβε οποιονδήποτε όφελος ούτε και πλούτισε αδικαιολόγητα καθ' οιονδήποτε τρόπο. Κακώς και/ή λανθασμένα και/ή κακόπιστα προστέθηκε ως εναγομένη στην αγωγή και για αυτό αξιώνει την απόρριψη της εναντίον της. Η ΜΑΡΤΥΡΙΑ: Κατά την ακρόαση της αγωγής κατέθεσε ο ίδιος ο ενάγων κ. Ayoub ΧΧΧΧΧ ως (Μ.Ε.1), ο οποίος κατέθεσε Γραπτή Δήλωση (Έγγραφο Α), το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε, ανάγνωσε και επεξήγησε με διευκρινιστικές ερωτήσεις του ενόρκως ενώπιον του Δικαστηρίου και αντεξετάστηκε από τους συνηγόρους των εναγομένων 1, 2 και
  29. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του ενάγοντος ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο μόνιμος κάτοικος Κύπρου και αρραβωνιασμένος με την εναγομένη 7 κα Raimi. Η εναγομένη 7 κατά τα αρχικά στάδια της σχέσης της μαζί του, τον ενημέρωσε ότι βρισκόταν σε δικαστική διαμάχη με τον πρώην συμβίο της σε Δικαστήριο της ΧΧΧΧΧ αναφορικά με την επιμέλεια και κηδεμονία του υιού της. Η εναγομένη 7, κατ' ισχυρισμό του ενάγοντος, τον είχε πληροφορήσει ότι επειδή ο σκοπός της δικαστικής διαμάχης στη ΧΧΧΧΧ ήταν, μεταξύ άλλων, να μετακομίσει και ο υιός της μαζί της στην Κύπρο, θα ήταν ιδιαίτερη βοήθεια να αποκτήσει κάποιο περιουσιακό στοιχείο στην Κύπρο. Ισχυρίστηκε δε, ότι κάτι τέτοιο θα ήταν καθοριστικής σημασίας σε σχέση με το αποτέλεσμα της δικαστικής διαμάχης στη ΧΧΧΧΧ. Ήταν δε με αυτή την προοπτική που ο ενάγων αποφάσισε να προβεί στην αγορά ενός ακινήτου το οποίο θα εγγραφόταν επ' ονόματι της Raimi, ούτως ώστε να τη βοηθήσει για τους σκοπούς της δικαστικής διαμάχης στην ΧΧΧΧΧ, ήτοι την απόκτηση της κηδεμονίας του υιού της. Σύμφωνα με ισχυρισμό του ενάγοντος είχαν συμφωνήσει με την Raimi ότι με την επιτυχή κατάληξη των εν λόγω δικαστικών διαδικασιών στη ΧΧΧΧΧ, και όταν παντρεύονταν, το ακίνητο θα παρέμεινε γραμμένο επ' ονόματι της Raimi. Ως εκ των ανωτέρω, η Raimi συζήτησε με τον κ. Πάμπο ΧΧΧΧΧ (εναγόμενο 3) ο οποίος ήταν κτηματομεσίτης, και ο οποίος μεταξύ άλλων, της έδειξε την υπό ανέγερση επίδικη οικία στο χωριό Μονή της Επαρχίας Λεμεσού. Η ως άνω οικία ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, ιδιοκτησία της εναγομένης 1 Company και ο εναγόμενος 2 κ. Βάσος ΧΧΧΧΧ ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ο Διευθυντής της εναγομένης 1 εταιρείας. Ισχυρίζεται ο ενάγων ότι λόγω της πίεσης του χρόνου ενόψει των δικαστικών διαδικασιών στην ΧΧΧΧΧ, το συμβόλαιο για την αγορά της οικίας υπεγράφη μεταξύ της εναγομένης 1 εταιρείας και της Raimi στις 02.12.
  30. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του ενάγοντος ότι ο εναγόμενος 2 γνώριζε πάντοτε ότι ο ενάγων ήταν το άτομο το οποίο θα πλήρωνε όλα τα χρηματικά και/ ή άλλως πως ποσά αναφορικά με την ως άνω οικία, όπως και επίσης, ότι θα ήταν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο το άτομο με το οποίο θα συνεργαζόταν αποκλειστικά σε ό,τι αφορούσε το ακίνητο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του, το συμφωνηθέν τίμημα για την εν λόγω οικία ήταν €250.000 πλέον Φ.Π.Α. εκ του οποίου ποσού θα καταβαλλόταν ποσό €200.000 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. με την υπογραφή της Συμφωνίας και ποσό €42,500 συμπεριλαμβανομένου Φ.Π.Α. κατά την παράδοση της οικίας. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω, ήταν όρος της Συμφωνίας ότι η παράδοση της οικίας θα έπρεπε να γίνει εντός δύο

(2)μηνών από την υπογραφή της Συμφωνίας, και οιονδήποτε οφειλόμενο υπόλοιπο, θα καταβαλλόταν εντός έξι
(6)μηνών μετά την ανάληψη κατοχής από τον ιδιοκτήτη. Πράγματι ο ενάγων, σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας, πλήρωσε στον εναγόμενο 1 το ποσό των €200.000 κατά την υπογραφή της. Κατά την ίδια ημέρα, ο εναγόμενος 3 ζήτησε από τον ενάγοντα το επιπρόσθετο ποσό των €40.000 ως αμοιβή για τις υπηρεσίες του. Ο ενάγων ζήτησε απόδειξη από τον εναγόμενο 3, ο οποίος του παρέδωσε ένα έγγραφο παραλαβής του εν λόγω ποσού το οποίο υπέγραψε η κα Μαρία Γεωργίου - εναγόμενη 4 που όπως πληροφορήθηκε αργότερα ήταν η μητέρα του εναγομένου
  1. Ο εναγόμενος 3 είχε αναλάβει σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ενάγοντος την κατάθεση της Συμφωνίας στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού την ίδια ημέρα. Ο εναγόμενος 3 παρά την ανάληψη της προαναφερθείσας υποχρέωσης, ουδέποτε προχώρησε στην κατάθεση της Συμφωνίας στο Κτηματολόγιο. Ο ενάγων πληροφορήθηκε περί τα μέσα Απριλίου 2012 από την Raimi ότι η Συμφωνία δεν είχε κατατεθεί στο Κτηματολόγιο και συνεπεία τούτου, υπήρξε πρόβλημα σε σχέση με τη δικαστική διαδικασία στην ΧΧΧΧΧ. Στη συνέχεια σε επίσκεψη του στο Κτηματολόγιο, πληροφορήθηκε από υπάλληλο του Κτηματολογίου ότι η γη που βρισκόταν το ακίνητο, ανήκε σε περισσότερους από ένα ιδιοκτήτη και τους προέτρεψαν να προχωρήσουν με την υπογραφή σχετικής εξουσιοδότησης από την εναγομένη 1 για να καταστεί κατορθωτός ο διαχωρισμός της γης. Η Συμφωνία καταχωρήθηκε στο Κτηματολόγιο με αριθμό ΠΩΕ ΧΧΧΧΧ. Ο εναγόμενος 2 υποσχέθηκε τη μεταβίβαση του ακινήτου επ' ονόματι της Raimi. Στο μεταξύ οι δικαστικές διαδικασίες στη ΧΧΧΧΧ κατέληξαν, ως πληροφορήθηκε ο ενάγων, δίχως το επιθυμητό αποτέλεσμα προς όφελος της Raimi. Συγκεκριμένα, ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι το Δικαστήριο στη ΧΧΧΧΧ διέταξε όπως υπάρξει κηδεμονία από κοινού με τον πρώην συμβίο της. Είναι ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι λόγω της πιο πάνω εξέλιξης και της μη έλευσης της στην Κύπρο, η Raimi συμφώνησε όπως του εκχωρήσει τα δικαιώματα της στην οικία. Ο εναγόμενος 2 ζητούσε επίμονα από τον ενάγοντα να πληρώσει το υπόλοιπο ποσό των €42.500, επικαλούμενος οικονομικές δυσκολίες της εναγομένης
  2. Ο ενάγων τότε προχώρησε στην καταβολή του ποσού των €10,000 στον εναγόμενο 2 και αυτός επιβεβαίωσε την λήψη αυτού με ηλεκτρονική επιστολή. Είναι περαιτέρω ισχυρισμός του ενάγοντος ότι στις 18.07.2012 σε συνάντηση στο γραφείο του, ενημέρωσε τον εναγόμενο 2 ότι είναι πρόθυμος να προχωρήσει με την πληρωμή του οφειλόμενου ποσού όπως και επίσης με την υπογραφή τραπεζικής εγγύησης προς αποπληρωμή της οιασδήποτε άλλης οφειλής, και να του παραδοθεί άμεσα η οικία. Ο εναγόμενος 2 στην συνάντηση αυτή, αποδέχθηκε τα πιο πάνω. Ισχυρίζεται ότι παρά την πιο πάνω συμφωνία τους ο εναγόμενος 2 του απέστειλε ηλεκτρονική επιστολή στις 21.07.2012 με την οποία δήλωνε ξεκάθαρα την διαφωνία του με την κατάθεση της Συμφωνίας στο Κτηματολόγιο, και ζήτησε από τον ενάγοντα όπως μεταβιβάσει την οικία επ' ονόματι της Raimi ως δωρεά ή τουλάχιστον να την αφήσει να το χρησιμοποιήσει για τρία
(3)χρόνια. Επίσης στην ίδια επιστολή ο εναγόμενος 2 αναφέρει ότι εάν δεν υπήρχε ο ενάγοντας, τότε δεν θα αποδεχόταν ποτέ να προχωρήσει στην εν λόγω αγοραπωλησία με την εναγόμενη 7 λόγω του ότι αυτή δεν διέθετε το αναγκαίο κεφάλαιο. Αμέσως μετά την πιο πάνω επιστολή, ο εναγόμενος 2 απέστειλε στην εναγόμενη 7, κάποια τιμολόγια αναφορικά με την οικία και ζητούσε την αποπληρωμή τους. Περαιτέρω ο εναγόμενος 2 σε μεταγενέστερη επιστολή του με ημερομηνία 30.07.2012 προς τον ενάγοντα, δήλωσε ότι τον θεωρούσε από κοινού και κεχωρισμένως υπεύθυνο για την πληρωμή οιουδήποτε οφειλομένου ποσού σε σχέση με την οικία Ο ενάγων εξακολούθησε να επιδεικνύει το ενδιαφέρον του και μέσω των δικηγόρων του αντάλλαξε αλληλογραφία με τον εναγόμενο 2 και/ ή τους δικηγόρους του με την οποία δήλωσε ξανά την πρόθεση και ετοιμότητα του να προχωρήσει στην αποπληρωμή του οιουδήποτε οφειλομένου ποσού ταυτόχρονα με την παράδοση της οικίας από τους εναγομένους 1 και
  1. Παρά τα πιο πάνω ο ενάγων ανακάλυψε μέσω των δικηγόρων του, ότι οι εναγόμενοι 1 και 2 στις 02.08.2012 απέσυραν από το Κτηματολόγιο τη Συμφωνία με τη συγκατάθεση της Raimi. Συνακόλουθα τούτου, και παρά τις προσπάθειες του ενάγοντος μέσω των δικηγόρων του για περαιτέρω πληροφορίες αναφορικά με το τί έγινε, οι εναγόμενοι 1 και 2 κατέθεσαν στις 26.09.2012 νέο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο προς όφελος της κας ΧΧΧΧΧ Γεωργίου - εναγομένης
  2. Ακολούθησε αλληλογραφία με την οποία ο ίδιος επιζητούσε πληροφόρηση σε σχέση με τα ποσά που είχε πληρώσει στους εναγομένους 1 και 2 οι οποίοι του δήλωσαν ότι δεν δικαιούνται οιανδήποτε πληροφόρηση σε σχέση με τα πιο πάνω επειδή είχαν να κάνουν μόνο με τη Raimi. Ισχυρίζεται ότι πλήρωσε στους εναγομένους 1, 2, 3 και 4 συνολικά το ποσό €252.000 και επιπρόσθετα το ποσό των €145,000 περίπου που αφορούσε επιπρόσθετες εκτελεσθείσες εργασίες σε σχέση με την οικία της οποίας την κατοχή δεν έχει λάβει μέχρι σήμερα και ούτε του επιστράφηκε οποιοδήποτε ποσό με τους εναγομένους να μην εκπληρώνουν τις υποχρεώσεις τους απέναντι του και γι' αυτό αξιώνει ως η αγωγή του. Κατά την παράθεση της μαρτυρίας του ο ενάγων κατάθεσε 34 έγγραφα ως τεκμήρια (Τεκμ. 1 - 34) το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε. Πρόκειται για τη Συμφωνία (Τεκμ. 1), την απόδειξη πληρωμής που εκδόθηκε από την εναγομένη 1 προς τον ενάγοντα για την καταβολή του ποσού των €200.000,00 (Τεκμ. 2), την απόδειξη πληρωμής που εκδόθηκε από την εναγομένη 4 προς τον ενάγοντα για το ποσό των €40.000,00 (Τεκμ. 3), την απόδειξη κατάθεσης της Συμφωνίας στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης (ΠΩΕ ΧΧΧΧΧ) με ημερομηνία 20.04.2012 (Τεκμ. 4), ένορκη δήλωση της εναγομένης 7 (Τεκμ. 27), δέσμη αποτελούμενη από 52 φωτογραφίες της οικίας όπως ήταν κατά τη σύναψη της Συμφωνίας και όπως συμπληρώθηκε στη συνέχεια (Τεκμ. 8), πιστοποιητικό έρευνας του κτηματολογίου (Τεκμ. 25), η συμφωνία μεταξύ της εναγομένης 1 και εναγομένης 7 για την απόσυρση της Συμφωνίας από το Κτηματολόγιο (Τεκμ. 26), το αγοραπωλητήριο έγγραφο μεταξύ της εναγομένης 1 και εναγομένης 5 (Τεκμ. 28). Τα υπόλοιπα έγγραφα είναι η αλληλογραφία μεταξύ του ίδιου του ενάγοντος ή των δικηγόρων του με τους εναγόμενους 1, 2 και 5 και τανά πάλιν ή και μεταξύ άλλων προσώπων, σχετιζόμενη με τα γεγονότα της αγοραπωλησίας της οικίας (Τεκμ. 5 - 7, 9 - 24, 29 - 34). Η μαρτυρία του κ. ΧΧΧΧΧ Παναγιωτίδη (Μ.Ε.2), εγκεκριμένου επιμετρητή ποσοτήτων, ενόψει αποδοχής του κόστους των προσθηκομετατροπών από τους εναγόμενους όπως δηλώθηκε αυτών δηλαδή που αξιώνονται, που έγιναν στην οικία η μαρτυρία που προτίθετο να δώσει σχετικά αλλά και της αποδοχής της ένστασης ότι δεν υπήρχε δικογράφηση σε ό,τι αφορούσε την καθυστέρηση και για τη μη συμμόρφωση των εναγομένων 1 και 2 με τα χρονικά πλαίσια που είχαν τεθεί, ζήτημα για το οποίο επίσης θα κατέθετε, κατέστη εν τέλει άνευ σημασίας και έτσι ουσιαστικά ο μάρτυς αυτός δεν πρόσφερε οποιανδήποτε μαρτυρία η οποία να χρήζει αξιολόγησης. Το Τεκμ. 35 αποτελείται από τα αντίγραφα των διπλωμάτων του μάρτυρος τα οποία είχε καταθέσει με την έναρξη της μαρτυρίας του. Ουσιαστικά με τη μαρτυρία του ο ενάγων υποστήριξε τη θέση ότι ενώ έχει πληρώσει τα ποσά που αξιώνει με την αγωγή του για την αγορά της οικίας, στο τέλος της ημέρας ούτε την κατοχή της έλαβε ούτε και τον τίτλο της. Προς τούτο διάνθισε τη μαρτυρία του με διάφορα γεγονότα και ερμήνευσε προθέσεις και ενέργειες όπως αυτές φαίνονται και στα ως άνω έγγραφα - τεκμήρια, ασφαλώς κατά πως ο ίδιος τις αντιλαμβανόταν. Ο ενάγων αντεξετάστηκε για όσα σημεία κρίθηκε αναγκαίο από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των εναγομένων 1 ,2 και
  3. Όσα προέκυψαν από αυτή την ανετξέταση θα τύχουν αξιολόγησης στο κατάλληλο μέρος της απόφασης μου. Οι υπόλοιποι εναγόμενοι μέσω των δικηγόρων που τους εκπροσωπούσαν δήλωσαν ότι δεν θα αντεξέταζαν τον ενάγοντα ούτε και θα πρόσφεραν οποιανδήποτε μαρτυρία όπως εξάλλου είχαν δηλώσει και οι συνήγοροι των εναγομένων 1,2 και
  4. Εκ μέρους του εναγομένου 5 έγινε δήλωση χωρίς οποιανδήποτε ένσταση ότι στις 26.03.2013 το μερίδιο του ακινήτου που αναλογεί στην επίδικη οικία μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της εναγομένης 5 και ότι το αγοραπωλητήριο έγγραφο Τεκμ. 28 μεταξύ της εναγομένης 1 και της εναγομένης 5 με ημερομηνία 25.09.2012 κατατέθηκε στο κτηματολόγιο στις 28.09.2012 με αριθμό ΠΩΕ ΧΧΧΧΧ. ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι όλων των πλευρών είχαν την καλοσύνη να ετοιμάσουν γραπτές αγορεύσεις όπου εξέθεσαν τόσο την αντίληψη αλλά και τους προβληματισμούς τους για την δοθείσα μαρτυρία και για τα επίδικα ζητήματα όσο και για τη νομική τους αντίκριση καλώντας το Δικαστήριο να ακολουθήσει τις δικές του ο καθένας εισηγήσεις. Έχω μελετήσει με προσοχή τις εισηγήσεις τους όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψαν και τις λαμβάνω υπόψη μου. Στη συνέχεια όπου κριθεί αναγκαίο στο κατάλληλο σημείο θα γίνει αναφορά σε ειδικότερα σημεία τους. ΓΕΝΙΚΑ ΠΕΡΙ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗΣ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ : Είχα την ευκαιρία να δω, να ακούσω και να παρακολουθήσω με προσοχή τον ενάγοντα να καταθέτει ενώπιον μου στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης (η μαρτυρία του κ. ΧΧΧΧΧ Παναγιωτίδη (Μ.Ε.2) τελικά δεν προσφέρεται προς αξιολόγηση). Παρακολούθησα τον τρόπο που απαντούσε στις διάφορες ερωτήσεις που του υποβλήθηκαν τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο και κατά την αντεξέταση του από τον Δρα Α. Ποιητή συνήγορο των εναγομένων 1 και
  5. Λαμβάνω υπόψη μου το καλό μνημονικό του, τις παύσεις και υπεκφυγές του ακόμα και την επιλεκτική αποφυγή απαντήσεων όπως είχα παρατηρήσει ότι διαπνεόταν η μαρτυρία του εκεί που ένοιωθε ότι θα ζημίωνε την υπόθεση του όπως θα καταδειχθεί στη συνέχεια κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του (βλ. C & A Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου,
(1999)1 ΑΑΔ σελ. 1273, στις σελ. 1280 -1281). Για τον τρόπο αντίκρισης μιας μαρτυρίας έχω περαιτέρω υπόψη μου τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας,
(2001)2 ΑΑΔ 506, ότι δηλαδή η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρος πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Λαμβάνω επίσης υπόψη τα όσα έχουν λεχθεί από τον έντιμο κ. Σ. Ναθαναήλ, Δ. πάνω στο ίδιο ζήτημα της αξιολόγησης της μαρτυρίας στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαπή Λτδ v. Πολυβίου,
(2009)1 ΑΑΔ 339 όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχει υποδειχθεί κατ' επανάληψη ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας στο Δικαστήριο (Αντωνίου v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 766 και Βούτουνος v. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 71). Η αξιολόγηση μιας μαρτυρίας είναι λεπτό και δύσκολο έργο και το Δικαστήριο θα πρέπει να δίνει πάντοτε επαρκείς λόγους για την αποδοχή ή απόρριψη αυτής, με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια. Έχει εξηγηθεί στη Χρίστου v. Ηροδότου κ.ά.,
(2008)1 Α.Α.Δ. 676, ότι: «... πρέπει να αποφεύγονται χαρακτηρισμοί που δυνατό να δίνουν την εντύπωση ότι το Δικαστήριο επηρεάστηκε από τη δική του καθαρά προσωπική άποψη για το χαρακτήρα του διαδίκου, έξω από κάθε μέτρο ορθής, δίκαιης και φλεγματικής αντιμετώπισης της ενώπιον του διαφοράς. Με φειδώ πρέπει να καταγράφεται οτιδήποτε αγγίζει τον παρουσιαζόμενο στη δίκη χαρακτήρα από διάδικο ή μάρτυρα. Η ανθρώπινη εμπειρία διδάσκει ότι ένας ευγενής και ήπιος μάρτυρας, δεν είναι κατ' ανάγκην και ειλικρινής. Και το αντίθετο. Ένας υπερβολικά διαχυτικός ή αναστατωμένος μάρτυρας μπορεί να ορμάται από μια πλειάδα αιτιών, χωρίς να είναι ανειλικρινής.» Στην υπόθεση Σάντης v. Χατζηβασιλείου κ.ά.,
(2009)1 Α.Α.Δ. 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νουν καθ' όλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης, ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και των μαρτύρων τους. Η προσπάθεια μου θα διαλαμβάνει περαιτέρω τη σύγκριση και αντιπαραβολή της προφορικής μαρτυρίας, τις παραδοχές και αρνήσεις του ενάγοντος των παραδεκτών γεγονότων σε συσχετισμό με την έγγραφη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου, την οποία έχω εξετάσει και μελετήσει με προσοχή, και σε συσχετισμό ασφαλώς με το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων (βλ. Phipson on Evidence 14η έκδοση
(1990)Παρ. 12 - 20 και Λάρκου κ.α. v. Παναγή,
(1996)1 ΑΑΔ 80, Ζαβρού v. Χαραλάμπους,
(1996)1 ΑΑΔ 447). Στη διεργασία διάπλασης ευρημάτων γεγονότων, έλαβα υπόψη μου την ύπαρξη ή παράλειψη αντεξέτασης σε ουσιώδη μέρη της μαρτυρίας με γνώμονα τον γενικό κανόνα ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρος είτε σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του είτε σε σχέση με ισχυρισμούς που εκπηγάζουν από τη δικογραφία, ισοδυναμεί, κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις, με αποδοχή τους (βλ. Aloupou and another v. Hajigeorgiou and Another and the Attorney General of the Republic
(1984)CLR 475). Δεν θα πρέπει επίσης να διαφεύγει της προσοχής, ότι η απουσία αντεξέτασης δυνατό να μην αποσείσει, αφ' εαυτής, το όποιο βάρος απόδειξης που έχει η κάθε πλευρά να αποσείσε σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα (βλ. Πιττάλη κ.ά. v. Ianira Enterprises Ltd κ.α.,
(1997)1 ΑΑΔ 814). Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν αισθάνομαι ότι είμαι έτοιμος για την αξιολόγηση της μαρτυρίας και την κατάληξη μου σε σχετικά ευρήματα. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ - ΑΝΑΛΥΣΗ - ΕΥΡΗΜΑΤΑ: Τόσο από τα δικόγραφα (παραδοχές και αρνήσεις) όσο και από την ενώπιον του Δικαστηρίου προσκομισθείσα μαρτυρία βρίσκω ότι τα ακόλουθα γεγονότα είναι αναμφισβήτητα και καθίστανται ευρήματα μου: i. Η Συμφωνία με ημερομηνία 2.12.2011 (Τεκμ. 1), υπογράφτηκε μεταξύ της εναγομένης 1 ως πωλήτριας και της εναγομένης 7 ως αγοράστριας της επίδικης κατοικίας. ii. Ο ενάγων δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος στην ως άνω Συμφωνία. iii. Η ως άνω Συμφωνία αποσύρθηκε από το Κτηματολόγιο στις 2.08.2012 ως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της ακυρωτικής συμφωνίας (Τεκμ. 26), το οποίο δεν αμφισβητήθηκε. Εν πάση περιπτώσει, η ως άνω Συμφωνία αποσύρθηκε από το Κτηματολόγιο πριν την 21.9.2012, ημερομηνία κατά την οποίαν οι δικηγόροι του ενάγοντος προέβησαν σε σχετική έρευνα στο Κτηματολόγιο και ανακάλυψαν ότι η ως άνω Συμφωνία είχε αποσυρθεί από το Κτηματολόγιο, ως αναφέρει ο ενάγων στην παράγραφο 53 της Γραπτής Δήλωσης του (Έγγραφο Α), και δεν έχει αμφισβητηθεί. Συνεπώς, από την 21.09.2012 δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία που να αφορά την επίδικη οικία κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο. iv. Η συμφωνία ακύρωσης (Τεκμ. 26) της Συμφωνίας είχε υπογραφτεί και από την εναγομένη 7, ως ο ενάγοντας αναφέρει στην παράγραφο 53 της Γραπτής Δήλωσης του (Έγγραφο Α) και δεν έχει αμφισβητηθεί, κάτι που αποδεικνύεται εξάλλου και από το περιεχόμενο της ακυρωτικής συμφωνίας (Τεκμ. 26). Συνεπώς, η Συμφωνία αποσύρθηκε από το Κτηματολόγιο και ακυρώθηκε με τη σύμφωνη γνώμη και την υπογραφή της Raimi, η οποία την είχε υπογράψει ως συμβαλλόμενο μέρος, ήτοι ως η αγοράστρια της επίδικης οικίας. v. Στη βάση των ανωτέρω γεγονότων, προκύπτει ότι η Συμφωνία ακυρώθηκε από τα συμβαλλόμενα σε αυτή μέρη, δηλαδή την Raimi και την Company και ότι μετά την ακύρωση της και την απόσυρση της κατάθεσης της από το Κτηματολόγιο, η εναγομένη 1 προέβη στην πώληση της επίδικης οικίας στην εναγομένη 5 δια της υπογραφής της Συμφωνίας ημερομηνίας 25.9.2012 (Τεκμ. 28), η οποία κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο στις 28.9.2012 αφού δεν υπήρχε άλλο εμπράγματο βάρος και/ή συμφωνία κατατεθειμένη στο Κτηματολόγιο σε σχέση με την επίδικη οικία και στη συνέχεια, ήτοι στις 26.03.2013, το μερίδιο του ακινήτου που αντιστοιχεί στην επίδικη οικία μεταβιβάστηκε επ' ονόματι της εναγομένης
  1. Προχωρώ με την εξέταση των κατατεθέντων τεκμηρίων στην αξιολόγηση τους και τη βαρύτητα που θα πρέπει να τους αποδοθεί. Είναι ενδεδειγμένη πιστεύω η αναφορά στο καθένα ξεχωριστά. H Συμφωνία (Τεκμ. 1) είναι αυτή που έδωσε στην ουσία έρεισμα (δικαίως ή αδίκως) στον ενάγοντα να εγείρει την παρούσα αγωγή ενώ δεν είναι συμβαλλόμενο μέρος της. Η σημασία της εν γένει θα καταδειχθεί στη συνέχεια. Ως Τεκμ. 2 κατατέθηκε απόδειξη ημερομηνίας 28.02.
  2. Αυτή πράγματι αποδεικνύει το γεγονός ότι κατεβλήθη το ποσό των €200.000,00 από τον ενάγοντα προς την Company. Σε αυτή όμως δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι αναγράφει ότι αυτό έγινε "on behalf of the buyer of the above house Mrs Raimi". Ευθύς εξ αρχής, δηλαδή, με την πρώτη πληρωμή τα μέρη καθόρισαν τις ιδιότητες τους. Η αγοράστρια ήταν η Raimi και ο ενάγων απλώς προέβηκε στην πληρωμή. Από ποιόν έγινε η πληρωμή δεν αλλάζει ο,τιδήποτε στις εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα που απορρέουν από τη συμφωνία μεταξύ των συμβαλλομένων. Στο Τεκμ. 3, αναφέρεται απλώς το ποσό των €40.000,00, το οποίο έχει εισπράξει η XXXXX Γεωργίου, 4η εναγομένη. Ο ενάγων ο ίδιος ανέφερε ότι είχε καταβάλει το ποσό αυτό δικαιωματικά για υπηρεσίες που του πρόσφερε ο εναγόμενος 3 για την εξεύρεση της οικίας. Είναι δε παράδοξο, εφόσον τα πράγματα εξελίχθηκαν κατά τον τρόπο που ο ίδιος ο ενάγων περιέγραψε, να επιζητεί και να αξιώνει να τους επιστραφεί το ποσό αυτό. Πληρώνοντας το είχε αναγνωρίσει την προσφορά των υπηρεσιών του εναγομένου 3 στην εξεύρεση της οικίας και δεν είχε διαμαρτυρηθεί ούτε για το ύψος της χρέωσης ούτε ότι οι υπηρεσίες αυτές ήταν ελλιπείς ούτε και προέβαλε τέτοιο ισχυρισμό στην αγωγή του ή αργότερα και στη μαρτυρία του. Η συναλλαγή στην οποία αποσκοπούσε η συνεργασία τους είχε ολοκληρωθεί και δεν παρέμενε οποιαδήποτε εκκρεμότητα. Το Τεκμ. 4 είναι απόδειξη κατάθεσης της Συμφωνίας στο Κτηματολόγιο στις 20.04.2012 με αριθμό ΠΩΕ ΧΧΧΧΧ. Αξιοσημείωτη είναι η αναφορά σε αυτήν του ονόματος της δικαιούχου που το κατέθεσε που ήταν η Raimi και ότι αυτό κατατέθηκε στις 20.04.2012 δηλαδή σχεδόν 5 μήνες μετά την υπογραφή της Συμφωνίας, γεγονός που φανερώνει ότι ο ενάγων που την επικαλείται εξακολουθούσε να επιμένει στο ότι δικαιούχος της οικίας ήταν η Raimi. Το Τεκμ. 5 είναι ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο και συμφωνία διανομής. Τα έγγραφα αυτά δεν φέρουν υπογραφή ούτε και ημερομηνία και η νομική σημασία τους ως εκ τούτου είναι ανύπαρκτη. Ακόμη όμως και αν ήταν υπογεγραμμένο το ειδικό πληρεξούσιο έγγραφο, εκείνος που θα εξουσιοδοτούσε την εναγομένη 1 δεν ήταν ο ενάγων, αλλά η Raimi. Έτσι, και πάλι αναγνωριζόταν ότι η δικαιούχος ήταν η Raimi. Εξάλλου, στη Συμφωνία διανομής δεν είναι ο ενάγων που παρουσιάζεται ως ο δικαιούχος της οικίας αλλά η Raimi. Το Τεκμ. 6 είναι ηλεκτρονικό μήνυμα (email) που φέρει ημερομηνία 21.04.2012 και απευθύνεται από την εναγομένη 1 προς το δικηγόρο του ενάγοντος. Σε αυτό αναφέρει ότι ο εναγόμενος 2 υπέγραψε για λογαριασμό της Raimi και ότι ήταν έτοιμος να μεταβιβάσει στη Raimi, όταν θα επέστρεφε από το εξωτερικό. Το γεγονός ότι οι λογαριασμοί αποστέλλονταν στον ενάγοντα, αφού αυτός είχε αναλάβει να πληρώνει για λογαριασμό της Raimi δεν συνιστά οποιανδήποτε παραδοξότητα στην όλη συναλλαγή. Όπως ορθά τίθεται το ζήτημα στην αγόρευση των συνηγόρων των εναγομένων 1 και 2, οι λογαριασμοί μπορούσαν να αποστέλλονταν σε οποιονδήποτε είχε αναλάβει αυτή την ευθύνη και εν προκειμένω αυτή την ευθύνη είχε αναλάβει ο ενάγων. Μπορούσε να είναι γιος, πατέρας, αδερφός του αγοραστή, φίλος, ερωμένος, σύζυγος, ή ακόμα και η τράπεζά του. Αυτό δε σημαίνει ότι ο πληρωτής μετατρέπεται σε δικαιούχο. Δεν ενέχει δε οποιαδήποτε σημασία το γεγονός ότι δεν είχε επικοινωνήσει μαζί με τον ενάγοντα ο εναγόμενος
  3. Η ουσία εδώ έγκειται στο γεγονός ότι δικαίωμα να εγγραφεί ως ιδιοκτήτης της οικίας είχε η Raim και όχι ο ενάγων. Το Τεκμ. 7 είναι επιστολή των εναγομένων 1 προς τον ενάγοντα στην οποία ο εναγόμενος 1 αναφέρει "your house in Moni". Σε αυτή την αναφορά έκανε ειδικότερη αναφορά ο ενάγων ενώπιον του Δικαστηρίου. Το ερώτημα όμως είναι ποια είναι η νομική σημασία αυτής της αναφοράς με δεδομένο ότι ήταν ο ενάγων που είχε αναλάβει να πληρώνει, επομένως δεν θεωρώ ότι ήταν παράδοξο να αποστέλλονται σε αυτόν οι αποδείξεις πληρωμής και τα αιτήματα προς πληρωμή. Μια μεμονωμένη επιστολή από μόνη της κρίνω ότι δεν είναι ικανή να διαφοροποιήσει τη Συμφωνία η οποία είχε καταρτισθεί εγγράφως μεταξύ άλλων προσώπων. Είναι δε σημαντικό ότι ο ενάγων δεν επικαλείται άλλη παράλληλη προφορική συμφωνία, είτε με τους εναγομένους 1 και 2 είτε με την Raimi. Το Τεκμ. 8 αποτελεί φωτογραφίες, που δεν έχουν οποιαδήποτε σημασία. Η αναφορά του ενάγοντος σε αυτές και η επεξήγηση τους δεν ενέχει ως προς την ουσία της διαφοράς και της νομικής αντίκρισης της υπόθεσης οποιανδήποτε σημασία, καθώς η οικία δεν του ανήκε και δεν μπορούσε να αξιώνει δικαιώματα επ' αυτής όταν δεν ήταν ο συμβαλλόμενος στη Συμφωνία αγοράς της και ο φερόμενος ως ο αγοραστής της. Επομένως ο ίδιος δεν θα μπορούσε στη βάση της Συμφωνίας να αξιώνει οτιδήποτε εναντίον των εναγομένων 1 και
  4. Τα Τεκμ. 9 και 10 είναι επιστολές με ημερομηνία 13.02.2012 και 20.02.2012 της εναγομένης 1 απευθυνόμενες στον ενάγοντα με τις οποίες του ζητούσε να προβεί σε κατάθεση έναντι του τιμήματος. Πρόκειται για έκκληση προς αυτόν που ανέλαβε την πληρωμή της οικίας. Από μόνο του το γεγονός αυτό δεν διαφοροποιεί τις αμοιβαίες υποχρεώσεις και δικαιώματα που είχαν αναληφθεί από τους συμβαλλόμενους στη Συμφωνία. Στο Τεκμ. 11 που είναι επιστολή με ημερομηνία 22.04.2012 απευθύνεται και στη Raimi. Είναι φανερό ότι στον μεν ενάγοντα απευθύνεται γιατί αυτός πληρώνει, στη δε Raimi διότι αυτή είναι η δικαιούχος. Διαφορετικά προκύπτει το ερώτημα γιατί θα έπρεπε να είχε απευθυνθεί και στη Raimi; Η επιστολή (Tεκμ. 12), τιτλοφορείται με σαφήνεια ότι αφορά την οικία της Raimi. Είναι επιστολή ημερομηνίας 09.05.2012 από την εναγομένη 1 και απευθύνεται στον ενάγοντα. Στην τρίτη παράγραφο από το τέλος αναφέρεται και πάλι στην πρόθεση για κατάθεση του πωλητηρίου εγγράφου και για μεταβίβαση στη Raimi. Πουθενά δεν αναφέρεται σε αυτή ότι ο ενάγων έχει οποιοδήποτε δικαίωμα. Τα Τεκμ. 13 και 14 είναι επιστολές της εναγομένης 1 με ημερομηνία 3.06.2012 και 6.06.2012 που απευθύνονται προς τον ενάγοντα και αναφέρεται στην παράδοση της οικίας. Με κανένα τρόπο δε σημαίνει ότι ο ενάγων μπορούσε να αποκτήσει δικαίωμα από συμφωνία που είχε συναφθεί μεταξύ τρίτων προσώπων. Το Τεκμ. 15 είναι ηλεκτρονικό μήνυμα (email) με ημερομηνία 21.07.2012 που απευθύνεται από τον εναγόμενο 2 προς τον ενάγοντα. Σε αυτό ο εναγόμενος 2 εφιστά την προσοχή του ενάγοντος στα δικαιώματα της Raimi, αναφέροντας ότι ο ενάγων είχε αναλάβει να προβεί απλώς στις πληρωμές. Σχετικές είναι οι αναφορές στη σελ. 2, παράγραφοι 2, 3 και 6 και στη σελ.3, παράγραφοι 4 και
  5. Από το τεκμήριο αυτό προκύπτει σαφώς ότι ο ενάγων προσπαθούσε να αλλάξει τη συμφωνία και να μετατρέψει τον εαυτό του σε δικαιούχο, θέτοντάς τον στη θέση της Raimi. Το Τεκμ. 16 είναι επιστολή της εναγομένης 1 με ημερομηνία 23.07.2012 και απευθύνεται στον ενάγοντα και στη Raimi. Αν ο ενάγων ήταν και πληρωτής και δικαιούχος διερωτάται κάποιος γιατί θα έπρεπε να απευθύνεται και στη Raimi Ποια θα ήταν η θέση της, αφού δε θα ήταν ούτε δικαιούχος, ούτε πληρωτής; Η Σύμβαση επαναλαμβάνεται ότι είχε συναφθεί μεταξύ της εναγομένης 1 και της Raimi. Το σημαντικότερο, όμως, είναι ότι στην ίδια αυτή επιστολή αναφέρεται στη σελ. 2, παράγραφος 1 ότι ενώ ο ενάγων έχει αναλάβει την πληρωμή, το τιμολόγιο απευθύνεται στη Raimi, της οποίας το όνομα αναφέρεται στο συμβόλαιο. Ταυτόχρονα, στη σελ.3 αναφέρεται: "to the alterations and extras which have been requested on your behalf by Mr. ΧΧΧΧΧ .". Αναφορά με το ίδιο νόημα γίνεται και στην επιστολή με ημερομηνία 30.07.2012 (Τεκμ. 17), όπου αναφέρεται και πάλι η φράση: ". and complete the purchase in Mrs. Raimi name". Το Τεκμ. 18 που είναι επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντος προς κάποια ΧΧΧΧΧ Prodromou είναι άνευ σημασίας καθώς δεν απευθύνεται στους εναγομένους. Το Τεκμ. 19 είναι επιστολή με ημερομηνία 31.07.2012 και προέρχεται από το δικηγόρο των εναγομένων 1 και 2, ο οποίος πληροφορεί τη Raimi ότι θα τερματίσουν τη συμφωνία, με αντίγραφο προς τον ενάγοντα. Το Τεκμ. 20 αποτελεί επιστολή της Raimi προς τον εναγόμενο 2, η οποία δεν έχει σχέση με την απαίτηση του ενάγοντος. Το Τεκμ. 21 αποτελεί επιστολή του ενάγοντος προς το δικηγόρο του, το οποίο δεν μπορεί να επικαλεσθεί σαν μαρτυρία, διότι είναι αυτοενισχυτική μαρτυρία (βλ. Μούρτζινος ν. Γαλαξίας
(1991)1 CLR 692). Εν πάση περιπτώσει, η ισχυριζόμενη βιασύνη για κατάρτιση του εγγράφου δεν μπορεί να βοηθήσει τον ενάγοντα, ο οποίος, αφ' ενός μεν, όπως παραδέχθηκε είναι για πολλές δεκαετίες τραπεζίτης και ως ο ίδιος παραδέχθηκε είχε δικηγόρο ως ιδιοκτήτης τράπεζας και θα μπορούσε να τον είχε συμβουλευτεί ανά πάσα στιγμή. Το περιεχόμενο της επιστολής με ημερομηνία 1.08.2012 (Τεκμ. 22), αποτελεί ερμηνεία που προσπαθεί ο δικηγόρος του ενάγοντος να προσδώσει στη Συμφωνία και δεν μπορεί να ενέχει οποιανδήποτε σημασία. Η ερμηνεία ενός εγγράφου επαφίεται στο Δικαστήριο εάν μια διαφορά όπως εν προκειμένω καταλήξει προς επίλυση σε αυτό. Το περιεχόμενο του Τεκμ. 23 είναι φανερόν ότι δεν μπορεί να βοηθήσει την υπόθεση του ενάγοντος. Στην επιστολή (Τεκμ. 24) με ημερομηνία 03.08.2012, στην παράγραφο 1 ο δικηγόρος των εναγομένων 1 και 2 δίδει τη δική του ερμηνεία αναφέροντας, ορθά κατά την κρίση μου, ότι οι σχέσεις της Raimi με τον ενάγοντα δεν μπορούν να έχουν σχέση με τις συζητήσεις για την επίδικη οικία. Το Τεκμ. 25 είναι πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου με ημερομηνία 21.09.2012, όπου αναφέρεται ότι η αγοράστρια της οικίας είναι η Raimi η οποία όμως απέσυρε τη Συμφωνία από το Κτηματολόγιο στις 02.08.
  1. Η αναφορά στη Raimi ως της αγοράστριας, θέτει τις παραμέτρους εντός των οποίων κινείται η υπόθεση από νομικής άποψης. Είναι δε σημαντικό το Τεκμ. 26 όπου την ακυρωτική συμφωνία με ημερομηνία 2.08.2012 την υπογράφει ως η μοναδική που είχε τέτοιο δικαίωμα η Raimi ως η δικαιούχος αγοράστρια της οικίας. Το Τεκμ. 27 είναι ένορκη δήλωση της Raimi ότι δεν έλαβε χρήματα από τον εναγόμενο
  2. Είναι δε γεγονός ότι δεν αναφέρει ούτε για ποιο σκοπό εδικαιούτο τέτοια χρήματα, ούτε αν έπρεπε να τα λάβει η ίδια για λογαριασμό της ή για λογαριασμό οποιουδήποτε άλλου, ούτε αν έλαβε οποιοδήποτε άλλο αντάλλαγμα. Επομένως η ως άνω δήλωση της δεν επιδρά θετικά στις αξιώσεις του ενάγοντος. Το Τεκμ. 28 είναι συμφωνία μεταξύ της εναγομένης 1 και της εναγομένης 5 σχετικά με την επίδικη οικία. Αυτή καταρτίσθηκε στις 25.09.2012, δηλαδή μετά την ακύρωση της συμφωνίας με τη Raimi. Στο Τεκμ. 29 που είναι επιστολή του δικηγόρου του ενάγοντος με ημερομηνία 15.10.2012 προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εναγομένη 1 έπεισε τη Raimi να υπογράψει την ακύρωση της συμφωνίας χωρίς να πληροφορήσουν τον ενάγοντα. Το ερώτημα που προκύπτει είναι αν υπήρχε τέτοια υποχρέωση από οποιονδήποτε που είχε υπογράψει αυτή την ακυρωτική συμφωνία. Ενδεχομένως γι' αυτό το ζήτημα ο ενάγων θα έπρεπε να μέμφεται την Raimi καθώς είναι ζήτημα που αφορούσε τις μεταξύ τους σχέσεις. Το Τεκμ. 30 είναι επιστολή της εναγομένης 1 με ημερομηνία 17.10.2012 προς το δικηγόρο του ενάγοντος, στην οποία του υπενθυμίζει ότι η συμφωνία ήταν με τη Raimi και δεν σχετιζόταν με τον ενάγοντα. Το Τεκμ. 31 είναι επιστολή με ημερομηνία 16.10.2012 από το δικηγόρο του ενάγοντος, με την οποία ο ενάγων μέσω αυτής δίδει τη δική του νομική ερμηνεία σε σχέση με τα γεγονότα που διέπουν την υπόθεση. Το Τεκμ. 32 είναι επιστολή της εναγομένης 1 με ημερομηνία 22.10.2012 αφορά τα έπιπλά της οικίας. Στη σελ. 2 φαίνεται σαφώς ως θέμα ότι είναι η Συμφωνία με αντισυμβαλλόμενη τη Raimi. Το Τεκμ. 33 είναι επιστολή με ημερομηνία 22.10.2012 της εναγομένης 1 προς το δικηγόρο του ενάγοντος, στην οποία επισυνάπτεται απόδειξη σχετικά με την οικία της Raimi. To Τεκμ. 34 είναι επιστολή των δικηγόρων του ενάγοντος με ημερομηνία 31.10.2012 προς την εναγομένη 5 στην οποία και πάλι γίνεται ερμηνεία της Σύμβασης όπως την αντιλαμβάνεται ο ενάγων. Ο ενάγων (Μ.Ε.1), είναι γεγονός ότι αντεξετάστηκε επί ορισμένων μόνον πτυχών της μαρτυρίας του, θα έλεγα επιγραμματικά αλλά ταυτόχρονα επί της ουσίας όσων ενδιαφέρουν για την εξαγωγή των αναγκαίων συμπερασμάτων τόσο από τον ευπαίδευτο συνήγορο των εναγομένων 1 και 2 όσο και από την ευπαίδευτη συνήγορο της εναγομένης
  3. Για όσα ζητήματα ήταν κοινός τόπος δεν απαιτείτο να ερωτηθεί ο μάρτυς κατά την αντεξέταση του. Οι υπόλοιποι εναγόμενοι δεν προχώρησαν με την αντεξέταση του ενάγοντος εφόσον όπως εισηγήθηκαν στις αγορεύσεις τους έκριναν ότι δεν είχαν αποδειχθεί οι αξιώσεις του εναντίον τους. Μετά από δήλωση του δικηγόρου των εναγομένων 1 και 2, τα ποσά τα οποία εξειδικεύονται στις παραγράφους 30 και 31 της Γραπτής Δήλωσης του ενάγοντος που αφορούσαν προσθηκομετατροπές έχουν γίνει αποδεκτά και αποφασίστηκε ότι η κατάθεση των σχετικών αποδείξεων ως τεκμηρίων δεν ήταν αναγκαία. Τα αποδέχομαι όπως αυτά δηλώθηκαν από τον μάρτυρα. Επιπρόσθετα, μετά από δήλωση του δικηγόρου των εναγομένων 1 και 2 κατά την διάρκεια της κυρίως εξέτασης του ενάγοντος, έγινε αποδοχή όλων των υπόλοιπων ποσών που αναφέρονται ως πληρωθέντα στους εναγόμενους. Παρόμοια το ποσό που ισχυρίζεται ο ενάγων ότι κατέβαλε στον εναγόμενο 3 μέσω της εναγομένης 4 έγινε επίσης αποδεκτό. Ο ενάγων για τους λόγους που θα εξηγήσω αμέσως στη συνέχεια δεν μου προκάλεσε εντύπωση ειλικρινούς μάρτυρος. Η μαρτυρία του ελέγχεται για την ειλικρίνεια της και ως εκ τούτου καθίσταται ταυτόχρονα και μη πειστική και εν τέλει αποδεκτή καθώς, όπως κρίνω, η προσπάθεια του ήταν φανερή και αποσκοπούσε στο να παρουσιάσει τα γεγονότα κατά τρόπο που θα εξυπηρετούσαν τα δικά του προσωπικά συμφέροντα αν και αυτά συγκρούονταν με την ίδια τη Συμφωνία όπως και την υπόλοιπη έγγραφη μαρτυρία και την ερμηνεία που θα πρέπει να της αποδοθεί. Στο ως άνω συμπέρασμα μου σε σχέση με τη μαρτυρία του ενάγοντος οδηγούμαι από τα ακόλουθα γεγονότα όπως αυτά προέκυψαν κατά την αντεξέταση του: (α) Παρόλο ότι δέχθηκε με δισταγμό πάντοτε ότι είναι ιδιοκτήτης τράπεζας εδώ και 40 χρόνια στην Κύπρο, βιάσθηκε να πει ότι δεν έχει υπογράψει έγγραφα για «ακίνητη ιδιοκτησία». Τι σχέση έχει αυτό; Ένας άνθρωπος με εμπειρία 40 χρόνων σαν ιδιοκτήτης τράπεζας, δεν μπορεί να αντιληφθεί ποιος δεσμεύεται από ένα έγγραφο; Δεν μπορούσε να αντιληφθεί ότι εκείνος οποίος αποκτούσε δικαιώματα από το Τεκμ. 1 ήταν μόνο η Raimi και όχι ο ίδιος; Aν ήθελε να επιφυλάξει οποιαδήποτε δικαιώματα στον εαυτό του, αυτό θα έπρεπε να το πράξει, είτε με το Τεκμ. 1, είτε με οποιοδήποτε άλλο έγγραφο. Όμως η μαρτυρία κατέδειξε ότι δεν το έκανε. Ανέφερε, περαιτέρω, ότι υπογράφει συμβόλαια «από καιρού εις καιρό» για «τραπεζικές εργασίες». Και η εύλογη απορία που γεννιέται είναι ότι για 40 χρόνια ως τραπεζίτης δεν απέκτησε την εμπειρία της δέσμευσης από μια συμφωνία; Όταν του είχε τεθεί η ερώτηση αν από την εμπειρία του ξέρει ότι ό,τι αναγράφεται στο συμβόλαιο δεσμεύει τα μέρη, απάντησε: «Υπό κανονικές συνθήκες θα έλεγα ναι. Δεν είμαι δικηγόρος. Είμαι τραπεζίτης.» Είναι φανερόν ότι ο ενάγων προσπάθησε να υπεκφύγει με την απάντηση που έδωσε. Από μια συμφωνία δεν μπορεί να ερείδεται δικαιώματα και υποχρεώσεις άλλος πλην των συμβαλλομένων. Παρόλα αυτά ο ίδιος ο ενάγων παραδέχθηκε ότι έχει νομικό σύμβουλο και, μάλιστα, πολλούς νομικούς συμβούλους στην Κύπρο. Παραδέχθηκε, επίσης, ότι είχε τη δυνατότητα να επικοινωνήσει μαζί τους οποτεδήποτε και τα τηλέφωνά τους λειτουργούσαν. Ποια ήταν, λοιπόν, η βιασύνη υπό την οποία ισχυρίσθηκε ο ίδιος στη δήλωση - κατάθεσή του, στην παράγραφο 9, ότι ενεργούσε "under time pressure because of the proceedings in Denmark"; Οι ίδιες οι παραδοχές του καταδεικνύουν ότι καμιά βιασύνη ή πίεση δεν υπήρχε ή του ασκήθηκε από οποιονδήποτε γεγονός. Αντίθετα, παραμένει μόνο ο ισχυρισμός του ότι η διαδικασία στη ΧΧΧΧΧ ασκούσε πίεση πάνω του ως προς το χρόνο. Όμως, όταν ρωτήθηκε γιατί ένιωσε πίεση απάντησε ότι μόλις είχε φθάσει από τη Βηρυτό και βιαζόταν η Raimi. Έδωσε, δηλαδή, διαφορετική δικαιολογία για την πίεση. Ότι πίεση ασκούσε σ' αυτόν το γεγονός ότι μόλις είχε φθάσει από την Βηρυτό. (β) Ρωτήθηκε αν είχε αδυναμία στην Raimi και προσπάθησε να αποφύγει την ερώτηση, λέγοντας ότι αυτή είναι προσωπικής φύσεως. Είναι εκείνος όμως που ισχυρίστηκε στην Κατάθεση του Έγγραφο Α ότι ήταν αρραβωνιασμένος με τη Raimi, ότι θα παντρεύονταν κ.λπ. Ο λόγος που απέφυγε να απαντήσει επικαλούμενος προσωπικά του ζητήματα ήταν ότι είχε αντιληφθεί ότι η όλη αντεξέταση θα απεκάλυπτε την πραγματικότητα, η οποία ήταν και είναι ότι αγόρασε το σπίτι στη Raimi ως δώρο, διότι ήταν η αρραβωνιαστικιά του. (γ) Παρόμοια απέφυγε να απαντήσει την ερώτηση αν το παιδί της Raimi είναι αναγνωρισμένο από το βιολογικό του πατέρα. Μετά από πίεση αναγκάσθηκε και απάντησε ότι, για να υπάρχει διαδικασία κηδεμονίας σημαίνει ότι είναι αναγνωρισμένο. Όταν ρωτήθηκε, όμως, αν είδε διάταγμα αναγνώρισης, στην αρχή απάντησε ότι δεν ρώτησε και ύστερα είπε ότι δεν πήγε να ψάξει κάτι που συνιστούσε σημαντικό στοιχείο στην υπόθεση του. Συγκεκριμένα, η ιστορία του είναι ότι το σπίτι αγοράσθηκε για να μπορεί να διαμένει αυτός με τη Raimi, γιατί η Raimi είχε πρόβλημα με διαδικασία σχετικά με τη φύλαξη του παιδιού στη ΧΧΧΧΧ. Δεν παρουσίασε κανένα από αυτά τα έγγραφα της διαδικασίας της ΧΧΧΧΧ, ενώ ήταν πρόθυμος να παρουσιάσει σωρεία εγγράφων, τα οποία κατέθεσε σαν τεκμήρια. Ακόμα, ολόκληρή του η ιστορία, την οποία παρουσίασε στην Κατάθεσή του Έγγραφο Α σχετικά με τη Raimi και τον λόγο για τον οποίο αγοράσθηκε το σπίτι, περιήλθε εις γνώση του, όπως παραδέχθηκε στην αντεξέτασή του, από τον περίγυρο της Raimi. Δημιούργησε δηλαδή ολόκληρο υπόβαθρο υπόθεσης, με το τι άκουσε από τον περίγυρο της Raimi για να δικαιολογήσει τις αξιώσεις του στην προσπάθεια του ασφαλώς να αντλήσει συμφέρον από τη Συμφωνία της οποίας δεν ήταν μέρος αλλά απλώς μάρτυρας στην συναλλαγή. (δ) Ο ενάγων παραδέχθηκε ότι ούτε και γνωμοδότηση είδε από οποιονδήποτε δικηγόρο της Raimi, στην οποία να βασισθεί για να προβεί στην αγορά. Πώς είναι, όμως, δυνατόν ένας άνθρωπος έμπειρος τραπεζίτης να αγόρασε ολόκληρο σπίτι για κάποια κοπέλα βασιζόμενος στο ότι η ίδια του ανέφερε (όπως ο ίδιος ισχυρίζεται στην Κατάθεσή του) ότι θα το χρειαζόταν αυτό για σκοπούς παραμονής της στην Κύπρο για το παιδί της; Στην πραγματικότητα το σπίτι, ασφαλώς, αγοράσθηκε όχι υπό οποιαδήποτε προϋπόθεση, αλλά επειδή ήταν αρραβωνιασμένος με τη Raimi στην οποία θέλησε να κάνει ένα δώρο. Όταν αυτή η σχέση έληξε, θυμήθηκε ή αποφάσισε να πάρει πίσω το σπίτι. Στράφηκε εναντίον των εναγομένων 1 και 2 για να μπορέσει να εισπράξει από αυτούς και γι' αυτό δεν ήγειρε την αγωγή του και εναντίον τhw Raimi. Η Raimi προστέθηκε μόνο όταν ηγέρθη ως υπεράσπιση ότι η Raimi ήταν αναγκαίος διάδικος και ότι η υπόθεσή του δεν μπορούσε να προχωρήσει χωρίς αυτήν. Τον ενάγοντα δεν τον απασχόλησε ούτε καν ποια θα έπρεπε να είναι η αξία του σπιτιού για να μπορέσει η Raimi να εξασφαλίσει την επιδιωκόμενη άδεια παραμονής της στην Κύπρο. Ο ενάγων ρωτήθηκε περαιτέρω πόσο χρόνο πριν από την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας του ανέφερε η Raimi ότι θα έπρεπε να αποκτήσει ακίνητη περιουσία στην Κύπρο και απάντησε 5-6 μήνες πριν από την υπογραφή. Προκαλεί δε την απορία πως ένα τέτοιο χρονικό διάστημα τον οδήγησε στο να ισχυριστεί ότι ενεργούσε υπό πίεση χρόνου λόγω της δικαστικής διαδικασίας που εκκρεμούσε στη ΧΧΧΧΧ, όπως ισχυρίζεται στην παράγραφο 9 της Κατάθεσής του. (ε) Όταν υπεδείχθη στον μάρτυρα ότι το σπίτι αγοράσθηκε λόγω της αδυναμίας του προς την Raimi, αυτός απάντησε ότι είναι δική του δουλειά, προσπαθώντας να υπεκφύγει, διότι αντελήφθη ότι είχε γίνει αντιληπτή η πραγματικότητα. Για να γίνει ακόμη σαφέστερο ότι ο μάρτυρας προσπαθούσε συνεχώς να υπεκφύγει, ο μάρτυρας ρωτήθηκε αν είχε σχέσεις ζευγαριού με την Raimi και αυτός απάντησε ότι δεν θα απαντήσει, διότι δεν είναι αυτή η υπόθεση. Βεβαίως, το αν είναι αυτή η υπόθεση δεν θα το αποφασίσει αυτός, αλλά το Δικαστήριο. Επιπροσθέτως, όμως, ο ίδιος αναφέρει στην παράγραφο 5 ότι για τους λόγους που αναφέρονται πιο πάνω αγοράσθηκε το σπίτι και ο λόγος ήταν διότι ήταν λογοδοσμένος με τη Raimi. Επομένως δεν είχε λόγο να αποφύγει μια τέτοια απάντηση επικαλούμενος προσωπικούς λόγους. Αντελήφθη όμως ότι θα αποκαλυπτόταν ότι η οικία ήταν καθαρά δώρο προς την Raimi, πράγμα που δείχνει ότι αυτή ήταν η δικαιούχος. Ακόμη, όμως, και να μην ήταν έτσι, αυτό είναι που συμφωνήθηκε με τη Συμφωνία, κάτι από το οποίο ο ενάγων δεν μπορεί να το αποφύγει. (στ) Το ότι αγνοούσε την απόσυρση της Συμφωνίας από το Κτηματολόγιο είναι αδιάφορο για την υπόθεση εφόσον ο ίδιος δεν ήταν μέρος της. Αυτός έκανε ένα δώρο στη Raimi και ήταν πάντοτε θέμα της Raimi πώς θα χειριζόταν το δώρο. (ζ) Προσπάθησε να ισχυρισθεί την ύπαρξη προφορικής συμφωνίας, εννοώντας με τον εναγόμενο
  4. Μια τέτοια όμως προφορική συμφωνία, θα έπρεπε να είχε δικογραφηθεί. Δεν υπάρχει δικογραφημένη τέτοια συμφωνία. (η) Ο ενάγων στην παράγραφο 5 της Κατάθεσής του (Έγγραφο Α), αναφέρει ότι είχαν συμφωνήσει με τη Raimi ότι το σπίτι θα παρέμενε στο όνομά της αν αυτή κέρδιζε τη δίκη στη ΧΧΧΧΧ και παντρεύονταν οι δυο τους, όταν ρωτήθηκε αν έκανε οποιαδήποτε συμφωνία μαζί της αν δεν παντρεύονταν, προσπάθησε και πάλι να υπεκφύγει αναφέροντας ότι: «Όταν έγινε γνωστό ότι δεν έλαβε την αποκλειστική φύλαξη του παιδιού και ότι δεν θα έρχονταν στην Κύπρο δεν υπήρχε ανάγκη για περιουσία στην Κύπρο.» Αυτό, όμως, είναι μεταγενέστερο γεγονός. Η ερώτηση ήταν σαφής. Η ερώτηση αποσκοπούσε στο να απαντήσει ο μάρτυρας αν έγινε τέτοια συμφωνία όταν αγοραζόταν το σπίτι και όχι τι έγινε υστερότερα. Υπεκφεύγοντας όταν του τέθηκε ξανά η ίδια ερώτηση απάντησε τι είχε προκύψει σε μεταγενέστερο της Συμφωνίας χρόνο. Η ερώτηση του υπεβλήθη για τρίτη φορά και απάντησε ότι δεν υπάρχει γραπτή συμφωνία. Δεν υπήρξε, όμως, θετική απάντηση ότι υπήρξε εκ μέρους κατάρτιση οποιασδήποτε συμφωνίας, έστω και προφορικής, με τη Raimi. Προφανώς, δεν υπήρξε τέτοια συμφωνία. (θ) Ο ενάγων παραδέχθηκε ότι είχε εμπειρίες ακόμη και από τον πατέρα του για τη χρησιμότητα της κατάθεσης ενός πωλητηρίου εγγράφου στο Κτηματολόγιο. Ενώ, όμως, παραπονείται στην Κατάθεσή του (παράγραφος 17) ότι το έγγραφο δεν κατετέθη μέχρι τα μέσα του Απρίλη, όταν ρωτήθηκε, ανέφερε ότι δεν θυμάται αν δόθηκε το έγγραφο της Raimi στον κ. ΧΧΧΧΧ Γεωργίου. Πώς θα το κατέθετε, όμως, ο κ. ΧΧΧΧΧ Γεωργίου, αν δεν είχε το πρωτότυπο, έστω για να το δείξει στο Κτηματολόγιο; (ι) Παραδέχθηκε ότι το έγγραφο κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Όταν ρωτήθηκε αν ο ίδιος υπέστη ζημιά από την μη κατάθεσή του επί 5 μήνες, ανέφερε ότι έπαθε ζημιά η Raimi. Όμως ποια ζημιά υπέστη ο ίδιος δεν εξηγεί. Στην κατάθεσή του προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό του σαν πρόσωπο που έχει δικαιώματα από τη Σύμβαση. Κανένα, όμως τέτοιο δικαίωμα δεν απέδειξε ότι είχε. (ια) Ισχυρίσθηκε ότι η ζημιά της Raimi προέκυψε διότι δεν εντυπωσίασε το Δικαστήριο στη ΧΧΧΧΧ επειδή το έγγραφο δεν ήταν κατατεθειμένο. Όμως, ο ίδιος δεν είχε κανένα διάταγμα ή πρακτικό του Δικαστηρίου αυτού που να αποδεικνύει αυτό τον ισχυρισμό και παραδέχθηκε ότι αυτό το άκουσε από την Raimi και τον περίγυρό της προτάσσοντας εξ ακοής μαρτυρία. Μάλιστα, αγνοούσε πότε έγινε αυτό. (ιβ) Σε σχέση με το Τεκμ. 15, ο ενάγων προσπάθησε να ισχυρισθεί ότι είχε συμφωνία ο ίδιος με τον εναγόμενο
  5. Οι εναγόμενοι 1 και 2 δεν αρνήθηκαν ποτέ ότι είχαν συμφωνία μαζί του. Η συμφωνία τους, όμως, με τον ενάγοντα δεν ήταν εκείνη που προσπαθεί να παρουσιάσει ο ενάγων, διαστρεβλώνοντας το Τεκμ.
  6. Ο ενάγων είχε αναλάβει ευθύνη για τις πληρωμές, λόγω της σχέσεως που είχε με τη Raimi. Ήταν ουσιαστικά εγγυητής για την πληρωμή αν και αυτό δεν αναγράφηκε στη Συμφωνία. (ιγ) Ο ενάγων ρωτήθηκε αν από τον Δεκέμβριο του 2011, που είχε συναφθεί η Συμφωνία, μέχρι τον Απρίλιο του 2012, που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο, έστειλε οποιαδήποτε επιστολή στους εναγομένους 1 και 2 για να εγγραφεί η οικία επ' ονόματι του και απάντησε αρνητικά. Όταν ρωτήθηκε αν έστειλε τέτοια επιστολή στη Raimi για να αλλάξουν τα έγγραφα και να γίνει το έγγραφο στο δικό του όνομα απάντησε ότι δε θυμάται. Ήταν φανερή η υπεκφυγή του. Πώς είναι δυνατό να μη θυμάται μια τόσο σημαντική παράμετρο της υπόθεσης; Αν η οικία δεν προοριζόταν για την Raimi, αλλά διατηρούσε ο ίδιος οποιοδήποτε συμφέρον, δε θα απέστελλε οποιαδήποτε επιστολή είτε στους εναγομένους 1 και 2, είτε στη Raimi για να απαιτήσει να τεθεί το όνομά του στο έγγραφο; Απλούστατα ο ενάγων γνώριζε ότι η οικία ο ίδιος ανέλαβε να το πληρώσει ως δώρο για τη Raimi, η οποία ήταν ο πραγματικός δικαιούχος και η αγοράστρια σύμφωνα με τη Συμφωνία. (ιδ) Ο ενάγων ρωτήθηκε αν απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή στη Raimi, έστω και μετά την απόρριψη της υπόθεσης στη ΧΧΧΧΧ και απάντησε ότι δε θυμάται. Ήταν όμως ο ίδιος που είχε αναφέρει ότι, μετά την απόρριψη της υπόθεσής της στη ΧΧΧΧΧ, έγινε φανερό ότι η Raimi δε θα ερχόταν στην Κύπρο. Γιατί, λοιπόν, δεν της απέστειλε οποιαδήποτε επιστολή; Η απάντησή του ότι δε θυμάται δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως υπεκφυγή στο να απαντήσει ευθέως για το τι πράγματι σκεπτόταν και δεν το είχε κάνει. Ο ενάγων αντεξετάσθηκε από τη δικηγόρο της εναγομένης 5 την οποία παραδέχθηκε ότι δεν γνώριζε και ούτε το όνομα της είχε ακούσει πριν από τον Οκτώβριο του 2012 όταν είχε γίνει η έρευνα στο Κτηματολόγιο από τους δικηγόρους του. Προσπάθησε να εξηγήσει ότι ο λόγος που την κατέστησε εναγόμενη ήταν γιατί την οικία που αυτή αγόρασε μεταγενέστερα την είχε αγοράσει η Raimi η οποία δεν γνώριζε υπό ποιες συνθήκες απέσυρε τη Σύμβαση της από το Κτηματολόγιο. Ήθελε επίσης να γνωρίζει τις συνθήκες υπό τις οποίες αυτή αγόρασε την οικία και σε ποια τιμή. Παραδέχθηκε σε σχετική υποβολή της ευπαίδευτης συνηγόρου της εναγομένης 5 ότι η τελευταία ήταν καλόπιστη αγοράστρια της οικίας. Η οικία όμως όπως ανέφερε στη συνέχεια είχε πωληθεί στη Raimi και κανένας δεν τον ενημέρωσε γιατί αποσύρθηκε Η Σύμβαση από το Κτηματολόγιο. Οι θεραπείες που επιζητεί ο ενάγων βασίζονται πάνω στον ισχυρισμό του ότι αντλεί δικαιώματα από τη Συμφωνία (αγοραπωλητήριο έγγραφο) που είχε συναφθεί μεταξύ της εναγομένης 1 (Company) και εναγομένης 7 (Raimi). Ο ενάγων, περαιτέρω, δεν έχει οποιαδήποτε άλλα δικαιώματα για τον λόγο ότι ο ίδιος ούτε επικαλείται στα δικόγραφά του, ούτε αναφέρθηκε στη μαρτυρία του σε οποιαδήποτε παράλληλη συμφωνία που να του παρέχει τέτοιο δικαίωμα. Οι προσπάθειες που έκανε να δώσει τη δική του ερμηνεία σε αυτή παρέμειναν μετέωρες και αίολες οι οποίες αντιβαίνουν σε πρόνοιες της ίδιος της Συμφωνίας αλλά ούτε και συνάδουν με το υπόλοιπο μαρτυρικό υλικό που ο ίδιος κατάθεσε. Οι προσπάθειες του επομένως για τους πιο πάνω λόγους ήταν καταδικασμένες σε αποτυχία. Η Συμφωνία (Τεκμ. 1) είναι βασική μαρτυρία αλλά και καθοριστική στην όλη υπόθεση. Η συμφωνία αυτή έγινε μεταξύ της εναγομένης 1 και της εναγομένης 7 είναι δε αυτή η οποία καθορίζει ουσιαστικά τις πραγματικές σχέσεις μεταξύ των μερών και των διαδίκων. Στη συμφωνία ο ενάγων όχι απλώς δεν είναι μέρος, αλλά, μάλιστα, αποδέχεται την ορθότητά της υπογράφοντας ο ίδιος σαν μάρτυρας, κάτι το οποίο παραδέχεται και ο ίδιος στην παράγραφο 10 της δήλωσής του (Έγγραφο Α). Ως εκ τούτου, ο ίδιος με τη δική του υπογραφή αποδέχεται ότι προσωπικά δεν ερείδεται οποιοδήποτε όφελος από τη συμφωνία αυτή. Το γεγονός ότι ο ίδιος ισχυρίζεται ότι είναι εκείνος που πλήρωνε, δεν έχει καμία απολύτως σημασία. Πολλοί είναι δυνατό να πληρώνουν για κάποιο άλλο, είτε αυτός είναι γονιός, είτε παιδί, είτε αδερφός, είτε, όπως στην παρούσα περίπτωση, διότι έχουν προσωπικές σχέσεις μεταξύ τους (η Raimi ήταν όπως ο ίδιος διατείνεται η αρραβωνιαστικιά του). Έτσι, η προσπάθεια του ενάγοντος να πείσει το Δικαστήριο ότι ο ίδιος είχε συμφέρον, βασιζόμενος απλά και μόνο στο ότι εκείνος είναι το πρόσωπο που πλήρωνε κατά την αντίληψη μου δεν τον οδηγεί πουθενά. Σύμφωνα με το αποδεικτικό μας δίκαιο extrinsic evidence (εξωγενής μαρτυρία) δεν επιτρέπεται, παρά μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Στον Phipson On Evidence, 12th ed., par.1891 αναφέρονται τα εξής: "When a transaction has been reduced to, or recorded in, writing either by requirement of law, or agreement of the parties, extrinsic evidence is, in general, inadmissible to contradict, vary, add to or subtract from the terms of the document." Στην παράγραφο 1892 αναφέρονται τα εξής: "The grounds of exclusion commonly given are:
(1)that to admit inferior when the law requires superior would be to nullify the law; and
(2)that when the parties have deliberately put their agreement into writing, it is conclusively presumed between themselves and their privies that they intend the writing to form a full and final statement of their intentions, and one which should be placed beyond the reach of future controversy, bad faith or treacherous memory." Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ενάγων ούτε καν ισχυρίζεται ότι υπήρξε παράλληλη συμφωνία μεταξύ αυτού και της Company. Ως εκ τούτου, το τεκμήριο αυτό δεν μπορεί να τον βοηθήσει. Το ίδιο το έγγραφο της συμφωνίας αναφέρει στον όρο 11 ότι: "All the above terms are of the essence and the party failing to comply with anyone of them shall be liable in damages to the other party." Από τον όρο αυτό προκύπτουν δύο αναμφισβήτητα στοιχεία: (α) Ότι όλοι οι όροι είναι ουσιώδεις. Ασφαλώς, ουσιωδέστερος όλων των όρων είναι η ταυτότητα των μερών που καταρτίζουν τη συμφωνία. Επομένως, δεν είναι δυνατόν οποιοδήποτε από τα μέρη να αντικατασταθεί από οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο. Ασφαλώς, η Raimi δεν μπορεί να αντικατασταθεί από τον ενάγοντα. (β) Αφού το υπαίτιο μέρος υπόκειται σε αποζημιώσεις, τι θα γινόταν αν ήθελε να εγείρει αγωγή εναντίον του ενάγοντος για υπαίτια διάρρηξη συμφωνίας η Raimi; Θα την ήγειρε ο ενάγων; Ασφαλώς όχι. Αυτό και μόνο δείχνει ότι η υπόθεση του ενάγοντος είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Όμως σημαντικός είναι και όρος 1.3 της Συμφωνίας ο οποίος αναφέρει ότι: "This Sale Agreement and its attachments represent the complete Agreement between the Buyer and the Seller. Any changes to this agreement must be in writing with the prior approval of both the Purchaser and the Vendor." Στον πιο πάνω όρο μπορεί να δοθεί η ερμηνεία ότι: (α) Από τη Συμφωνία δεν προκύπτει η ύπαρξη άλλης παράλληλης συμφωνίας, (β) αν υπήρχε άλλη παράλληλη συμφωνία, αυτή θα έπρεπε να είναι γραπτή, (γ) το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να υπογράψει μια τέτοια παράλληλη συμφωνία δεν είναι άλλο από την Raimi. Επομένως καθίσταται εύρημα μου ότι δεν υπάρχει τίποτε που να επιτρέπει στον ενάγοντα να προβάλλει οποιονδήποτε ισχυρισμό πέραν των όσων αναφέρει η Συμφωνία και, πολύ περισσότερο, κατ' αντίθεση προς αυτήν. Στη βάση των ως άνω καταλήγω ότι ο ενάγων δεν έχει αποδείξει τις αξιώσεις του εναντίον των εναγομένων 1 και
  1. Είναι γεγονός ότι στην Έκθεση Απαιτήσεως του ενάγοντος στην παρ. 5 υπάρχει ο ισχυρισμός ότι η Raimi απασχόλησε τον εναγόμενο 3 κ. ΧΧΧΧΧ Γεωργίου σαν κτηματομεσίτη για να τη βοηθήσει να βρει σπίτι αρχικά στη Χοιροκοιτία και τελικά σύμφωνα με την παρ. 6 της Ε/Α αγόρασε από την εναγομένη 1 μια οικία στο χωριό Μονή και πάλι με τη διαμεσολάβηση του εναγομένου
  2. Στην παρ. 10 της Ε/Α δικογραφείται ότι ο ενάγων κατέβαλε στην εναγομένη 4 εκ μέρους της Raimi με υπόδειξη του εναγομένου 3 €40.000 για τις υπηρεσίες του εναγομένου 3 που προσέφερε στην Raimi. Όμως ο εναγόμενος 3 δεν κατέθεσε το έγγραφο στο κτηματολόγιο και δεν ενημέρωσε τον ενάγοντα. Το έγγραφο αυτό κατατέθηκε εν τέλει στο κτηματολόγιο μεταγενέστερα (παρ. 12 της Ε/Α). Στην παράγραφο 43 της Ε/Α αποδίδεται δόλος και ψευδείς παραστάσεις στους εναγόμενους 2 και
  3. Στις παραγράφους (α) και (β) με τρόπο γενικό και αόριστο αποδίδονται δύο αβάσιμες θέσεις και ισχυρισμοί αποδίδοντας σε αυτόν δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις. Οι ως άνω είναι οι δικογραφημένες θέσεις του ενάγοντος σε σχέση με τους εναγομένους 3 και 4 και ζητά από αυτούς το ποσό των €40.000 στο πλαίσιο των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Οι εναγόμενοι 3 και 4 με την Υπεράσπισή τους διαφωνούν με τους ισχυρισμούς και θέσεις του ενάγοντα, εκτός του ότι ελήφθη το ποσό των €40.000 για την Raimi και όχι για τον ενάγοντα. Για τούτο προκύπτει θέμα απόδειξης των ισχυρισμών του. Η μαρτυρία που δόθηκε σε σχέση με τους εναγομένους 3 και 4 από τον ενάγοντα συμπεριλαμβάνεται στις παρ. 6, 7 και 8 της Γραπτής του Δήλωσης (Εγγράφου Α) ότι δηλαδή ο εναγόμενος 3 διαμεσολάβησε και ο ενάγων αγόρασε από τον εναγόμενο 1 μία έπαυλη για την Raimi. Στην παρ. 15 της Γραπτής Δήλωσης του ενάγοντος λέγει ότι πλήρωσε εκ μέρους της εναγομένης 7 €40.000 στον εναγόμενο 3 για τις υπηρεσίες του και του δόθηκε απόδειξη ότι το ποσό αυτό το πήρε η μητέρα του, εναγομένη
  4. Στην παράγραφο 16 της Δήλωσής του ισχυρίζεται ότι ζήτησε από τον εναγόμενο 3 να προχωρήσει με την κατάθεση του πωλητηρίου στο κτηματολόγιο και στην παράγραφο 17 λέγει ότι μετά ανακάλυψε ότι δεν ήτο κατατεθειμένο και το κατέθεσε μέσω των δικηγόρων του αργότερα. Οι εναγόμενοι 3 και 4 είναι αμέτοχοι των διαφορών που προέκυψαν μεταξύ του ενάγοντος και των εναγομένων 1, 2, 5 και
  5. Ο ενάγων δεν απέδειξε οποιανδήποτε εμπλοκή τους ή σχέση με αυτές. Στη Γραπτή Δήλωση του (Έγγραφο Γ), ο ενάγων σε ότι αφορά τον ισχυριζόμενο δόλο και τις ψευδείς παραστάσεις δεν αναφέρει τίποτε για τους 3 και 4 και δεν τους εμπλέκει σε καμιά ενέργεια ή παράλειψη. Στην παρ. 6 της Γραπτής Δήλωσής του ο ενάγων ισχυρίζεται ότι ζήτησε από τον εναγόμενο 3 επιστροφή του ποσού των €40.000 που ο ίδιος δικογραφεί και ισχυρίζεται ότι τον πλήρωσε για προσφερθείσες υπηρεσίες στην Raimi για την ίδια και πήρε και απόδειξη. Η Raimi δεν έχει παράπονο από τους εναγομένους 3 και 4 και ήταν αυτή που συναλλάχθηκε με τον εναγόμενο
  6. Είναι πρόδηλο ότι για αυτό το λόγο που δεν έγινε καθόλου αντεξέταση του ενάγοντος όπως λέγουν στην αγόρευση τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι τους γιατί σύμφωνα με τη μαρτυρία του ίδιου του ενάγοντος, ο εναγόμενος 3 ούτε συναλλάχθηκε μαζί του ούτε έκανε τίποτε το επιλήψιμο που να δικαιολογεί επιστροφή προς αυτόν του ποσού των €40.000 που του πλήρωσε για συναλλαγές που έκανε και υπηρεσίες που προσέφερε στην Raimi η οποία δεν έχει παράπονο ούτε εγείρει αξίωση κατά του εναγομένου
  7. Δεν αναφέρει απολύτως τίποτε για απάτη και ψευδείς παραστάσεις των εναγομένων 3 και 4 στη Γραπτή του Δήλωση (Έγγραφο Α) για να υποστηρίξει τη δικογράφηση του για απάτη. Αντίθετα λέγει ξεκάθαρα ότι πλήρωσε συμφωνημένα και με απόδειξη €40.000 για συναλλαγές και προσφερθείσες υπηρεσίες προς την Raimi και εκ μέρους της Raimi. Όμως τους εναγομένους 3 και 4 είναι γεγονός ότι δεν τους ενδιαφέρουν καθόλου οι σχέσεις του ενάγοντος με την Raimi ή και τους άλλους εναγομένους και οι τυχόν διαφορές τους που ανέκυψαν αργότερα. Συμφωνώ δε με την εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων τους ότι και αν ακόμα οι εναγόμενοι 3 και 4 είχαν νομική υποχρέωση να επιστρέψουν χρήματα, αυτά θα επιστρέφονταν στην Raimi η οποία τους πλήρωσε δια χειρός ενάγοντα. Ο ενάγων παραδέχεται ότι το ποσό που πληρώθηκε στον εναγόμενο 3 μέσω της εναγομένης 4 πληρώθηκε για προσφερθείσες υπηρεσίες. Δεν λέγει ότι δεν έπρεπε να πληρωθεί η και ότι ήτο υπέρογκο τότε τίθεται το ερώτημα για ποιον λόγο να επιστραφεί. Ο ισχυρισμός στην Έκθεση Απαιτήσεως περί απάτης παρέμεινε αόριστος και δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία γιατί και πώς διαπράχθηκε απάτη σε βάρος του από τους εναγομένους 3 και
  8. Η αξίωση του ενάγοντος εναντίον των εναγομένων 3 και 4 δεν έχει αποδειχθεί γι' αυτό και απορρίπτεται. Η εναγομένη 5 δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία καθότι, όπως εισηγήθηκε και η ευπαίδευτος συνήγορος της στην τελική της εισήγηση, δεν υπήρξε οποιοσδήποτε ισχυρισμός ούτε προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να υποστηρίζει ότι η εναγόμενη 5 δεν ήταν καλόπιστη αγοράστρια και/ή ότι καθ' οιονδήποτε χρόνο η εναγόμενη 5 μετείχε σε οποιανδήποτε συνομωσία και/ή απάτη και/ή συμπαιγνία και/ή αδικαιολόγητο πλουτισμό και/ή ότι παρέβηκε οποιαδήποτε σύμβαση. Αυτά εξάλλου παραδέχθηκε ο ίδιος ο ενάγων κατά τη σύντομη αλλά περιεκτική αντεξέταση του από την κα Κ. Λιασίδου συνήγορο της εναγομένης
  9. Περαιτέρω, η αγορά της επίδικης κατοικίας από την εναγομένη 5, η υπογραφή της Συμφωνίας ημερομηνίας 25.9.2012 (Τεκμ. 28) και η κατάθεση της στο Κτηματολόγιο καθώς και η μεταβίβαση του μεριδίου του ακινήτου που αντιστοιχεί στην επίδικη κατοικία επ' ονόματι της εναγομένης 5 είναι παραδεκτά γεγονότα. Η μαρτυρία κατέδειξε ότι η εναγομένη 5 είναι μια καλόπιστη αγοράστρια, ως έχει αναλυθεί ανωτέρω, η οποία, αφού προέβη σε όλες τις δέουσες έρευνες και ενέργειες, αγόρασε την επίδικη κατοικία δια την οποία κατέβαλε το τίμημα πώλησης της ως η αξία της και κατέθεσε το αγοραπωλητήριο έγγραφο τεκμήριο 28 στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης εφόσον κατά το χρόνο της αγοράς της επίδικης οικίας δεν υπήρχε κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο οποιοδήποτε έγγραφο, αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ή άλλως πως, που να αποτελεί εμπράγματο βάρος επί της επίδικης οικίας. Ο ενάγων παραδέχθηκε κατά την αντεξέταση του ότι δεν εστιάζει το παράπονο του εναντίον της και ότι την θεωρεί πράγματι ως καλόπιστη αγοράστρια, την οποία ενέπλεξε για τον λόγο ότι σήμερα είναι η ιδιοκτήτρια μιας οικίας την οποία αγόρασε ο ίδιος και πλήρωσε γι' αυτήν χωρίς να μπορεί να την αποκτήσει και γιατί τον ενδιάφερε να μάθει πως περιήλθε στην ιδιοκτησία της και αν πλήρωσε για την αγορά της. Τα Τεκμ. 25, 28 και 34 που αφορούν την εναγομένη 5 σε συνδυασμό με το Τεκμ. 26 που ήταν η συμφωνία ακύρωσης της συμφωνίας της εναγομένης 1 και 7 δεν βοηθούν καθόλου την υπόθεση του ενάγοντος εναντίον της εναγομένης
  10. Ως εκ των ανωτέρω, είναι ξεκάθαρο ότι μοναδικό δικαίωμα επί της επίδικης οικίας έχει η εναγομένη 5 η οποία είναι η μοναδική νόμιμη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας και οποιαδήποτε απόφαση επέμβασης ή αποστέρησης του εν λόγω δικαιώματος της επί της επίδικης οικίας, πέραν όλων των ανωτέρω που έχουν αναλυθεί, θα συνιστούσε κατάφωρη παραβίαση του άρθρου 23 του Συντάγματος. Στη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς ενάγοντος δεν αναφέρθηκε οποιοδήποτε γεγονός και/ή στοιχείο εναντίον της εναγομένης 5 το οποίο να είναι αντίθετο με τη θέση της εναγομένης 5 ότι η ίδια είναι μια καλόπιστη αγοράστρια έναντι ανταλλάγματος αξίας και χωρίς ειδοποίηση και/ή γνώση αναφορικά με την ύπαρξη οποιωνδήποτε δικαιωμάτων τρίτων. Σύμφωνα με τη νομολογία καλόπιστος αγοραστής είναι εκείνος ο οποίος προτού αγοράσει προβαίνει σε διάφορους ελέγχους για την περιουσία την οποία προτίθεται να αποκτήσει. Στην υπόθεση Τσιάρτας Ανδρέας και Άλλος ν. Alocay Holdings Ltd και Άλλου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1523 αναφέρθηκαν σχετικά τα ακόλουθα στις σελίδες 1539 - 1540 της απόφασης: «Στην προκείμενη περίπτωση η εφεσίβλητη υπήρξε καλόπιστος αγοραστής του οικοπέδου έναντι ανταλλάγματος. Για να θεωρηθεί κάποιος ως καλόπιστος αγοραστής οφείλει να καταβάλει εύλογη φροντίδα και να προβεί στη διεξαγωγή της αναγκαίας έρευνας. Η εφεσίβλητη δήλωσε το ποσό των Λ.Κ.75.000 και δέχθηκε την επ' ονόματί της μεταβίβαση του οικοπέδου στηριζόμενη στην γνησιότητα και εγκυρότητα του πληρεξουσίου εγγράφου που είχε στα χέρια του ο δήθεν αντιπρόσωπος της ιδιοκτήτριας, όπως αναμενόταν κάτω από παρόμοιες συνθήκες να έπραττε και οποιοσδήποτε άλλος ενδιαφερόμενος αγοραστής. Ανάλογη όμως ήταν και η στάση που τήρησαν και οι εφεσείοντες και ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισαν τον φερόμενο αντιπρόσωπο της ιδιοκτήτριας του οικοπέδου. Δεν αποδείχθηκε ότι η τιμή του οικοπέδου ήταν παράλογα χαμηλή πράγμα που θα μπορούσε να κινήσει υποψίες ούτε υπήρξε οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία για οτιδήποτε που θα μπορούσε να προκαλέσει αμφιβολία από πλευράς εφεσειόντων αναφορικά με την εγκυρότητα και τις προθέσεις του δήθεν πληρεξουσίου αντιπροσώπου της ιδιοκτήτριας. Οι εφεσείοντες ενήργησαν υπό τις περιστάσεις όπως κάθε άλλος μέσος λογικός αγοραστής στα πλαίσια της συνήθους πορείας των πραγμάτων σχετικά με τέτοιου είδους συναλλαγές. Παρενθετικά σημειώνουμε ότι ο δικηγόρος κ. Λάμπρος Πελεκάνος προτού ετοιμάσει το πληρεξούσιο, ήλεγξε, όπως ο ίδιος ανέφερε στη μαρτυρία του, την ταυτότητα της γυναίκας που είχε παρουσιαστεί ενώπιόν του ως ιδιοκτήτρια του οικοπέδου χωρίς ο ίδιος να υποψιαστεί οτιδήποτε το μεμπτό είτε σε σχέση με την ταυτότητα του προσώπου είτε με ό,τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Δεν ήταν λοιπόν δυνατό κάτω από αυτές τις συνθήκες και όπως εξελίχθηκαν τα πράγματα να αποδοθεί στους εφεσείοντες οποιαδήποτε ευθύνη ότι γνώριζαν ή ότι έπρεπε να υποψιαστούν οτιδήποτε που θα μπορούσε να οδηγήσει στο γνωστό αποτέλεσμα. Ούτε βέβαια έχουν προκύψει στοιχεία μαρτυρίας στη βάση των οποίων θα μπορούσε να καταλογισθεί ευθύνη στους εφεσείοντες ότι γνώριζαν για την απάτη που εκπορεύθηκε από τον Αντώνη Βασιλείου και δεν το αποκάλυψαν. Δεν υπάρχει επίσης μαρτυρία ότι οι εφεσείοντες υπήρξαν μέρος της συμφωνίας μεταξύ Αποστόλου και του δήθεν αντιπροσώπου της ιδιοκτήτριας η οποία οδήγησε στην μεταβίβαση του οικοπέδου στην Alocay και συνεπώς δεν μπορεί να καταλογιστεί σ' αυτούς ευθύνη για την «ματαίωση» της εν λόγω συμφωνίας.» Στην απόφαση Πίριλλου v. Ρουπινέττας Κονναρή,
(2000)1 ΑΑΔ 1153 έγινε ανάλυση του δόγματος του καλόπιστου αγοραστή. Τα περιστατικά της υπόθεσης διαφέρουν πολύ από τα περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης όμως οι αρχές που εφαρμόζονται είναι οι ίδιες καθ' όσον αφορά την αρχή του καλόπιστου αγοραστή. Με αναφορά στο σύγγραμμα Snell's on Equity το Δικαστήριο ανάλυσε την αρχή της εξ' επαγωγής γνώσης (constructive notice) αναφέροντας σχετικά τα ακόλουθα στις σελίδες 1180 - 1181 της απόφασης: «Στον Snell's Equity, 29η έκδοση, σελ. 51-52 το θέμα της εξ επαγωγής γνώσης τίθεται ως εξής: "2. Constructive notice (
  1. a)The principle. The general principle is that a purchaser will be treated as having constructive notice of all that a reasonably prudent purchaser, acting on skilled advice, would have discovered. Constructive notice has been said to be 'in its nature no more than evidence of notice, the presumptions of which are so violent that the court will not allow even of its being controverted'. There are two main heads of constructive notice, namely - (
  2. i)those where the purchaser had actual notice that the property was in some way incumbered, in which case he will be held to have constructive notice of all that he would have discovered if he had investigated the incumbrance; and (
  3. ii)those where the purchaser has, whether deliberately or carelessly, abstained from making those inquiries that a prudent purchaser would have made." Σε μετάφραση: "2. Εξ επαγωγής γνώση. (α) Η αρχή. Η γενική αρχή είναι ότι ένας αγοραστής θα θεωρηθεί ότι έχει εξ επαγωγής γνώση όλων εκείνων που ένας λογικά συνετός αγοραστής, ο οποίος ενεργεί μετά από έμπειρη συμβουλή, θα ανακάλυπτε. ΄Εχει λεχθεί ότι εξ επαγωγής γνώση είναι από τη φύση της τίποτε περισσότερο από απόδειξη γνώσης τα τεκμήρια της οποίας είναι τόσο ισχυρά που το δικαστήριο δεν θα επιτρέψει ακόμη και την αμφισβήτηση τους. Υπάρχουν δύο κύρια κεφάλαια εξ επαγωγής γνώσης. (ι) Εκείνα όπου ο αγοραστής είχε πραγματική γνώση ότι η περιουσία ήταν κατά κάποιο τρόπο δεσμευμένη οπόταν θα κριθεί ότι είχε εξ επαγωγής γνώση όλων εκείνων που θα έπρεπε να ανακαλύψει αν διερευνούσε τη δέσμευση, και (ιι) Εκείνα όπου ο αγοραστής έχει είτε εσκεμμένως ή αμελώς, απόσχει από το να κάμει εκείνες τις έρευνες τις οποίες θα έκαμνε ένας συνετός αγοραστής."» Στην Πίριλλου το Εφετείο έκρινε ότι από τη μαρτυρία η οποία έγινε αποδεκτή από το πρωτόδικο δικαστήριο δικαιολογείτο πλήρως το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων γνώριζε ότι η εφεσίβλητη/ ιδιοκτήτρια του ακινήτου είχε ουσιαστικά συμφέροντα και δικαιώματα επί της περιουσίας, έστω και αν δεν γνώριζε τις ακριβείς πρόνοιες της συμφωνίας μεταξύ της εφεσίβλητης και τρίτου προσώπου το οποίο ανέλαβε την πληρωμή χρέους για το οποίο ήταν υποθηκευμένο το ακίνητο. Ως εκ τούτου, το Εφετείο έκρινε ως ορθό το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ο εφεσείων όφειλε να διερευνήσει το θέμα περαιτέρω για να διακριβώσει ποιές ήταν οι δεσμεύσεις στις οποίες υπόκειτο το ακίνητο και ποιά ήταν τα συμφέροντα της εφεσίβλητης επί του ακινήτου. Στην παρούσα υπόθεση, τα γεγονότα είναι εντελώς διαφορετικά από την υπόθεση Πίριλλου. Η εναγομένη 5 δεν γνώριζε και ούτε μπορούσε να γνωρίζει ή έστω να υποψιαστεί για οποιεσδήποτε αξιώσεις του ενάγοντα ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου σε σχέση με την επίδικη οικία. Εν πάση περιπτώσει, ο ενάγοντας δεν παρουσίασε την παραμικρή μαρτυρία ότι η εναγομένη 5 γνώριζε για τις αξιώσεις του σε σχέση με την επίδικη οικία ή έστω είχε οποιοδήποτε στοιχείο για να υποψιαστεί κάτι τέτοιο. Συνεπώς, με βάση το σκεπτικό και τις αρχές της Πίριλλου, εφόσον η εναγομένη 5 δεν είχε γνώση των οποιωνδήποτε τυχόν δικαιωμάτων και/ή συμφερόντων του ενάγοντα επί της επίδικης οικίας είναι καλή τη πίστη αγοράστρια, σε αντίθεση με τον εφεσείoντα στην υπόθεση Πίριλλου, ο οποίος δεν ήταν καλή τη πίστη αγοραστής καθότι είχε γνώση των δικαιωμάτων και/ή συμφερόντων της εφεσίβλητης επί του ακινήτου, η οποία σημειωτέων ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Στο Handbury's Modern Equity, 5th edition, σελ. 34 αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά με το θέμα του καλόπιστου αγοραστή, τα οποία υιοθετήθηκαν στην κυπριακή νομολογία. Σχετική είναι η υπόθεση Kyprianou v. Mitsi and Another
(1975)3 JSC 1179 στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1215 της απόφασης: «The defence of a bona fide purchaser of value is an affirmative defence. In order to establish it a purchaser must show, in the words of Fry J. in Re Morgan that he took all reasonable care and made enquiry and that having taken that care and made enquiry he received no notice of the trust which affected the property. The word 'notice' must now be examined. It is of the three varieties, actual constructive and imputed.
(1)it is actual where a purchaser actually knows of the existence of the equitable interest
(2)it is constructive where the interest would have come to his knowledge if he had made such enquiries as he ought to have made
(3)imputed notice covers actual or constructive notice to his agent as such in the transaction in question» Πολύ σημαντική είναι επίσης η απόφαση Independent Trustee Services Limited v GP Noble Trustees Limited & Others [2012] EWCA Civ 195 στην οποία έγινε αναφορά στην αρχή του καλόπιστου αγοραστή. Στην παράγραφο 47 της εν λόγω απόφασης αναφέρθηκαν τα εξής: «
(1)the question of notice is to be determined at the time when the legal estate passes (i.e. the date of purchase): see e.g. Macmillan Inc v Bishopsgate Investment Trust plc (No. 3) [1995] 1 WLR 978 at p. 1000;
(2)as between vendor and purchaser, title passes even if there is a subsequent total failure of consideration and is not re-vested in the vendor: see Westdeutsche Landesbank Girozentrale v Islington BC [1996] AC 669 which confirmed that a claimant under such a contract did not have a proprietary remedy based on a resulting trust because the relevant time for testing the conscience of the transferee was that of his receipt of the property which pre-dated the failure of consideration;
(3)where a bona fide purchaser subsequently transfers the property to a volunteer or even to persons with notice of a prior equitable interest, those transferees nevertheless take free of such interests: see Wilkes v Spooner [1911] 2 KB 473 where (at p. 483) Vaughan-Williams LJ said that: "It cannot seriously be disputed that the proposition which I quoted from Ashburner's Principles of Equity, p. 75, is good law. It is as follows: 'A purchaser for valuable consideration without notice can give a good title to a purchaser from him with notice. The only exception is that a trustee who has sold property in breach of trust, or a person who has acquired property by fraud, cannot protect himself by purchasing it from a bona fide purchaser for value without notice.'"
(4)The effect of a transfer of property to a bona fide purchaser is to extinguish any prior equitable interest: see Re Diplock [1948] Ch 465 (at p. 537).» Στην προκειμένη περίπτωση όχι μόνον δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ή οποιοδήποτε ίχνος μαρτυρίας ότι η εναγομένη 5 είχε οποιαδήποτε γνώση ή θα μπορούσε να έχει για το κατ' ισχυρισμό δικαίωμα του ενάγοντα και ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί προς αυτή την κατεύθυνση. Επιπρόσθετα, κατά την αντεξέταση του ενάγοντα από την δικηγόρο της εναγομένης 5, ο ενάγοντας ανέφερε ότι δεν έχει παράπονο από την εναγομένη 5 και ότι ο λόγος που προσέθεσε την εναγομένη 5 ως εναγόμενη στην αγωγή ήταν για να παράσχει πληροφορίες σε σχέση με τις συνθήκες πώλησης της επίδικης οικίας προς την ίδιαν εφόσον, ως ο ίδιος ο ενάγοντας ανέφερε κατά την αντεξέταση του, ο εναγόμενος 2 και η εναγόμενη 7 δεν τον ενημέρωσαν. Όχι μόνον η εναγομένη 5 αλλά και ουδείς αγοραστής δεν θα υποψιαζόταν καν για τις οποιεσδήποτε αξιώσεις του ενάγοντος επί της επίδικης οικίας έστω και κατόπιν ενδελεχούς έρευνας αφού το όνομα του ενάγοντος δεν αναφέρεται καν στην αποσυρθείσα συμφωνία (τεκμήριο 1) ούτε φαίνεται πουθενά. Σε ερώτηση κατά την αντεξέταση του από την δικηγόρο της εναγομένης 5 για το πώς θα μπορούσε η εναγομένη 5 να γνωρίζει για τις αξιώσεις του ενάγοντα επί της επίδικης οικίας, ο ενάγοντας απάντησε ότι δεν γνωρίζει. Άρα παραμένει το ερώτημα, το οποίο ούτε ο ίδιος ο ενάγοντας δεν μπόρεσε να απαντήσει: πώς θα μπορούσε να γνώριζε κάποιος αγοραστής για τις οποιεσδήποτε αξιώσεις ή δικαιώματα του ενάγοντα επί της επίδικης οικίας; Η απάντηση παραμένει ότι δεν θα μπορούσε να γνωρίζει διότι όσο ενδελεχή έρευνα και να έκανε για την επίδικη οικία δεν θα εύρισκε πουθενά το όνομα του ενάγοντος ή ακόμη και της εναγομένης 7 εφόσον κατά τον χρόνο αγοράς της επίδικης οικίας από την εναγόμενη 5 δεν υπήρχε κατατεθειμένο στο Κτηματολόγιο οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος σε σχέση με την επίδικη οικία είτε υπό μορφή αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ή άλλως πως. Στην παράγραφο 5 της επιστολής του δικηγόρου του ενάγοντος προς την εναγομένη 5 ημερομηνίας 31.10.2012 δια της οποίας ο ενάγοντας ενημερώνει την εναγομένη 5 για τις αξιώσεις του επί της επίδικης οικίας, η οποία επιστολή κατατέθηκε ως τεκμήριο 34, αναφέρονται τα ακόλουθα: «Ο πελάτης μας δεν γνωρίζει αν εσείς είχατε γνώση των ανωτέρω. Αν δεν είχατε οποιαδήποτε γνώση ή σχέση παρακαλούμε όπως επικοινωνήστε μαζί μας το συντομότερο δυνατό προς αποφυγή λήψης δικαστικών μέτρων και εναντίον σας.» Στην παράγραφο 67 της Γραπτής Δήλωσής του (Έγγραφο Α), ο ενάγοντας παραδέχεται ότι μετά τη λήψη της επιστολής (τεκμήριο 34), ήτοι στις 2.11.2012, οι δικηγόροι της εναγομένης 5 επικοινώνησαν με τους δικηγόρους του και τους ανέφεραν ότι η εναγομένη 5 δεν γνώριζε τα όσα αναφέρονται στην επιστολή τεκμήριο 34 και ότι ο εναγόμενος 2 ουδέποτε την πληροφόρησε σε σχέση με το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής. Σε σχετική ερώτηση κατά την αντεξέταση του από την δικηγόρο της εναγόμενης 5 γιατί τελικά ο ενάγοντας συμπεριέλαβε και την εναγομένη 5 στην παρούσα αγωγή ενώ στην επιστολή τεκμήριο 34 δήλωσε ότι δεν θα ελάμβανε δικαστικά μέτρα εναντίον της εάν αυτή δεν γνώριζε, ο ενάγοντας απάντησε ότι η εναγομένη 5 δεν μπορεί να αγνοηθεί καθότι αποτελεί μέρος ενός περιουσιακού στοιχείου που του ανήκει. Αυτό που αδιαμφισβήτητα προκύπτει είναι ότι ο ενάγοντας εξ αρχής πίστευε ότι η εναγομένη 5 είναι καλόπιστος αγοραστής που δεν γνώριζε για την οποιαδήποτε εμπλοκή του σε σχέση με την επίδικη οικία ή για τα οποιαδήποτε δικαιώματα του σε σχέση με αυτήν, αλλά εντούτοις συμπεριέλαβε την εναγομένη 5 στην παρούσα αγωγή χωρίς να είναι σε θέση να δώσει την παραμικρή εξήγηση για αυτό ούτε καν δια της μαρτυρίας του. Η απάντηση του ενάγοντος ότι η εναγομένη 5 δεν μπορεί να αγνοηθεί διότι αποτελεί μέρος ενός περιουσιακού στοιχείου που του ανήκει, είναι παντελώς αόριστη και άνευ ουσίας καθότι ο ενάγοντας δεν έχει αποδείξει τον ισχυρισμό του ότι έχει δικαιώματα επί της επίδικης οικίας πόσον μάλλον ότι αυτή του ανήκει. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός αυτός έρχεται σε αντίθεση με την εξ αρχής θέση του ενάγοντος ότι η εναγόμενη 5 είναι καλόπιστος αγοραστής και κατ' επέκταση η επίδικη οικία ανήκει σε αυτήν και όχι στον ίδιο. Υπενθυμίζω ότι ο ενάγοντας αποδέχτηκε ότι η εναγομένη 5 είναι ιδιοκτήτρια του μέρους του ακινήτου που αντιστοιχεί στην οικία, άρα δεν μπορεί να ισχυρίζεται ταυτόχρονα ότι η οικία του ανήκει; Ως έχω αναλύσει ανωτέρω, είναι τόσο δυνατή είναι η αρχή του καλόπιστου αγοραστή που ακόμη και αν ο ενάγοντας είχε οποιοδήποτε δικαίωμα επί της επίδικης οικίας (γεγονός που η εναγομένη 5 εν πάση περιπτώσει αμφισβητεί) δεν θα υπερίσχυε υπό οποιεσδήποτε συνθήκες του δικαιώματος της εναγομένης 5. Ακόμη και στην περίπτωση που ο ενάγοντας καταφέρει να αποδείξει ότι έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των λοιπών εναγομένων πλην της εναγομένης 5 και ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, αυτό που μπορεί να διεκδικήσει είναι αποζημιώσεις εναντίον των εναγομένων που ευθύνονται για τη ζημιά και όχι εναντίον της εναγομένης 5 που είναι καλόπιστος αγοραστής. Σχετική είναι η υπόθεση Ματθαίου Άνκα και άλλη ν. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1651 στην οποίαν αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1661: «Υπέρ του καλόπιστου αγοραστή λειτουργεί γενικά η αρχή της μη ακύρωσης και ο περιορισμός των δικαιωμάτων του ζημιωθέντος διάδικου σε αποζημιώσεις εναντίον του υπευθύνου.» Η εναγομένη 5 κρίνεται ως καλόπιστη αγοράστρια και δεν υπάρχει ούτε ισχυρισμός περί του αντιθέτου αλλά και ούτε ίχνος μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου το οποίο να δεικνύει προς οποιανδήποτε αντίθετη κατεύθυνση. Ως εκ των ανωτέρω, ακόμη και αν ο ενάγοντας έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των εναγομένων 1 και 2, η αλυσίδα καθ' όσων αφορά την επίδικη οικία διακόπτεται την 26.9.2012 ημερομηνία κατά την οποία η εναγομένη 5 υπόγραψε το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Ότι και αν έγινε προηγουμένως δεν αφορά την εναγομένη 5 αλλά ούτε και μπορεί να επηρεάσει το δικαίωμα της επί της επίδικης οικίας. Εκείνο που προκύπτει από την μαρτυρία του ενάγοντος είναι ότι ο ίδιος θέλει να αποζημιωθεί για τα διάφορα χρηματικά ποσά που έχει δαπανήσει για τη σύναψη συμφωνίας μεταξύ της εναγομένης 1 και της εναγομένης
  1. Αυτό προκύπτει τόσο από τις αξιώσεις του ενάγοντα όσο και από το περιεχόμενο των παραγράφων 68 και 69 της Γραπτής Δήλωσης του ενάγοντος (Έγγραφο Α). Από τη μαρτυρία του ενάγοντος είναι ξεκάθαρο ότι εκείνο το οποίο στην ουσία ζητά είναι η επιστροφή των χρημάτων που δαπάνησε για την επίδικη οικία. Δεν αφορά την εναγομένη
  2. Για όλους τους λόγους που ανέλυσα ανωτέρω καμιά από τις αξιώσεις του ενάγοντος δεν αποδείχθηκε εναντίον της εναγομένης 5 και ως εκ τούτου η αγωγή εναντίον της απορρίπτεται. Θα πρέπει να επισημανθεί ότι η αγωγή έχει εγερθεί εναντίον των εναγομένων 1 - 6 και διεκδικούνται από τον ενάγοντα εναντίον των εν λόγω εναγόμενων διάφορες θεραπείες, σε καμιά δε από αυτές δεν γίνεται αναφορά στην εναγόμενη 7 (Raimi), η οποία προστέθηκε ως εναγομένη περί το
  3. Επισημαίνεται επίσης ότι το σώμα της Έκθεσης Απαιτήσεως ουδόλως διαφοροποιήθηκε μετά την προσθήκη της Raimi, σε σχέση με την προ της προσθήκη μορφή της, με αποτέλεσμα οι μοναδικές αναφορές που έγιναν για το πρόσωπο της να καταλήγουν να είναι «ιστορικής σημασίας» όπως χαρακτηρίζονται από τους ευπαίδευτους συνηγόρους της στην αγόρευση του και αποσκοπούσε μάλλον σε πληρότητα των γεγονότων. Ο ίδιος ο ενάγων ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι αναγκάστηκε να συμπεριλάβει την Raimi ως εναγόμενη 7 στο Κλητήριο Ένταλμα. Στη Raimi δεν αποδίδεται οποιαδήποτε ευθύνη στα δικόγραφα, καμία λεπτομέρεια πλουτισμού καμία υπόνοια δόλου ή και απάτης ούτε και επιζητείται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον της Raimi στις αιτούμενες θεραπείες. Πέραν δε των πιο πάνω ούτε και με τη μαρτυρία του ο ενάγων εμπλέκει καθ' οιονδήποτε τρόπο τη Raimi στα όσα καταλογίζει στους λοιπούς εναγόμενους, με κυρίαρχους τους εναγόμενους 1, 2,
  4. Συγκεκριμένα σε κανένα σημείο της μακράς μαρτυρίας του ενάγοντος δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στο πρόσωπο της Raimi πέραν από την εξιστόρηση της σχέσης τους και του τρόπου με τον οποίο αποκτήθηκε το επίδικο ακίνητο και το ποιος πλήρωσε για την απόκτηση του, αλλά και οι θεραπείες που ζητήθηκαν, όπως φαίνεται από τη μαρτυρία του ενάγοντος, περιορίστηκαν σε θεραπείες εναντίον των εναγομένων 1 - 4 και καθόλου δεν αφορούσαν ή στράφηκαν προς την εναγομένη 7 Raimi. Όσον αφορά την επίκληση δόλου ως βάσης της αγωγής, με τον οποίο κατ' ισχυρισμό επιτεύχθηκε η απόσυρση του πωλητηρίου εγγράφου και η ακύρωση αυτού και ο αδικαιολόγητος πλουτισμός των εναγομένων 1 - 4 ενώ ο ίδιος ο ενάγων προσκόμισε μαρτυρία ότι η Raimi δεν έχει λάβει οποιοδήποτε ποσό ούτε και οποιοδήποτε όφελος. Τα ως άνω αρκούν κατά την άποψη μου για να απαλλάξουν την Raimi οποιασδήποτε ευθύνης ή υπόχρεης σε οποιαδήποτε από τις αξιώσεις του ενάγοντος. Δεν χρειάζεται να με απασχολήσει κατά πόσο ήταν ή όχι αναγκαία διάδικος που κατά τους ευπαίδευτους συνηγόρους της δεν ήταν καθώς το ζήτημα είχε απασχολήσει το Δικαστήριο σε ενδιάμεση απόφαση του και η οποιαδήποτε συζήτηση για το θέμα αυτό θα είχε μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον. Με βάση τα πιο πάνω, δεν υπάρχει οτιδήποτε άλλο που να πρέπει να λεχθεί παρά μόνο το ότι κανένα αγώγιμο δικαίωμα δεν έχει αποκαλυφθεί ούτε και αποδειχτεί εναντίον της εναγομένης 7 Raimi και έτσι η αγωγή απορρίπτεται και σε σχέση με αυτή. Θα με απασχολήσουν στη συνέχεια οι θεραπείες τις οποίες επιδιώκει ο ενάγων με την αγωγή του: Α. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου, ότι ο Ενάγοντας είναι ο μοναδικός νόμιμος δικαιούχος της οικίας με αριθμό 2, που έχει ανεγερθεί επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/7890, Φ/Σχ. 54/32, τεμάχιο 409, βάσει αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 02/12/2011, δυνάμει δεδηλωμένου και/ή εξυπακουόμενου και/ή εξ επαγωγής και/ή καταληκτικού εμπιστεύματος και/ή άλλως πως. Αυτή είναι η βασική θεραπεία την οποία αξιώνει ο ενάγων. Όμως, αυτή είναι εκείνη που όχι απλώς δεν απέδειξε ότι τη δικαιούται, αλλά, αντίθετα, απεδείχθη με τη μαρτυρία ότι με κανένα τρόπο δεν μπορεί να αποδοθεί. Το αγοραπωλητήριο δεν έγινε στο όνομά του. Όσες προσπάθειες και αν έκαμε ο ενάγων για να τροποποιήσει τη συμφωνία, αυτή δεν μπορούσε να τροποποιηθεί και δεν τροποποιήθηκε, γιατί χρειαζόταν να συμφωνήσουν πρωτίστως η εναγομένη 1 και η Raimi. Το αν κατεστράφη η σχέση του ενάγοντος με τη Raimi δεν είναι θέμα που αφορά ειδικά τους εναγόμενους 1 - 4 ούτε ασφαλώς και την εναγομένη
  5. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δικαιούται θεραπεία στη βάση εμπιστεύματος. Οι πρόνοιες του άρθρου 65ΙΕ του Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, διέπουν το ζήτημα αυτό. Προνοεί τα ακόλουθα: «
(1)Κανένα εμπίστευμα το οποίο αφορά ακίνητη ιδιοκτησία δεν θεωρείται έγκυρο εκτός αν αυτό ιδρύεται με έγγραφο (trust deed) υπογραμμένο από το πρόσωπο που δικαιούται σε αυτό ή με διαθήκη.
(2)Το ιδρυτικό έγγραφο του εμπιστεύματος (trust deed) ή η διαθήκη ανάλογα με την περίπτωση, καταχωρίζονται στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου.» Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 65ΙΕ ανωτέρω, εμπίστευμα επί ακίνητης ιδιοκτησίας μπορεί να αναγνωριστεί μόνον εφόσον αυτό γίνεται ρητά, με έγγραφο και κατατίθεται στο Κτηματολόγιο ως ο νόμος ορίζει. Κάτι τέτοιο δεν έχει γίνει στην προκειμένη περίπτωση και ούτε καν προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός από πλευράς ενάγοντος. Στην υπόθεση Ανδρέα Πίριλλου (ανωτέρω) στην οποία το Εφετείο κάνοντας αναφορά σε προηγούμενη νομολογία ανέφερε τα ακόλουθα σε σχέση με το άρθρο 65ΙΕ στις σελίδες 1179 -1180 της απόφασης του: «Στην Χαραλαμπίδης ν. Κωνσταντίνου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 709, υποδεικνύεται ότι το άρθρο 65ΙΕ προβλέπει "τη σύσταση εμπιστεύματος δια εγγράφου και την εγγραφή του στο Κτηματολογικό Μητρώο για τη δέσμευση της περιουσίας για τους σκοπούς του εμπιστεύματος". Υποδεικνύεται, επίσης, ότι "μόνο εμπιστεύματα τα οποία καταρτίζονται με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65ΙΕ θεωρούνται έγκυρα και μπορεί να αποτελέσουν το αντικείμενο εγγραφής". Ανεξάρτητα λοιπόν από τα κρατούντα στην Αγγλία στην Κύπρο το θέμα του τί αποτελεί έγκυρο εμπίστευμα ρυθμίζεται από το πιο πάνω άρθρο 65ΙΕ. Για να μπορούσε να εγγραφεί το τεκμήριο 12 στο Μητρώο Εγγραφής του αρμόδιου Κτηματολογικού Γραφείου αυτό έπρεπε να είχε καταρτιστεί με τον τρόπο που προβλέπει το άρθρο 65ΙΕ. Το άρθρο αυτό δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι για να θεωρηθεί ένα έγγραφο ως εμπίστευμα πρέπει σ΄ αυτό να αναφέρεται ρητά ότι με αυτό δημιουργείται εμπίστευμα. Η αναγκαιότητα αυτή προκύπτει από το λεκτικό των εδαφίων
(1)και
(2)του άρθρου 65ΙΕ. Και τα δύο εδάφια ομιλούν για έγγραφο του εμπιστεύματος (trust deed). Εφόσον το τεκμήριο 12 δεν αναφέρεται ρητά στη δημιουργία εμπιστεύματος έπεται πως αυτό δεν έχει καταρτιστεί με τον τρόπο που προβλέπεται από το άρθρο 65ΙΕ του Κεφ. 224. Δεν θα μπορούσε, επομένως, να εγγραφεί στο Μητρώο που καθορίζεται από το άρθρο 65ΙΕ
(2). Ακολουθεί πως η περί του αντιθέτου εισήγηση του εφεσείοντα δεν ευσταθεί και απορρίπτεται.» Όμως, από τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ως δικογραφούνται και έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δια της μαρτυρίας του ενάγοντος, αφ' ενός κανένα εμπίστευμα δεν προκύπτει με αποτέλεσμα να μην ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 65ΙΕ και συνεπώς δεν μπορεί να υπάρχει εμπίστευμα προς όφελος του ενάγοντα και αφ' ετέρου δεν προκύπτει το παραμικρό στοιχείο ότι η εναγομένη 5 γνώριζε ή θα μπορούσε να γνωρίζει για την ύπαρξη οποιουδήποτε εμπιστεύματος ή έστω για την ύπαρξη οποιωνδήποτε συμφερόντων και δικαιωμάτων του ενάγοντος επί της επίδικης οικίας (σχετική ανάλυση για τη γνώση της εναγομένης γίνεται στη συνέχεια). Εάν ο ισχυρισμός του ενάγοντος είναι ότι η Raimi - εναγομένη 7 κρατούσε την επίδικη οικία ή το δικαίωμα στην επίδικη οικία ως εμπιστευματοδόχος του (trustee) τότε ενδεχομένως να έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Raimi για παράβαση των καθηκόντων της ως εμπιστευματοδόχου (breach of trust) διότι με το να υπογράψει ακύρωση του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου δια του τεκμηρίου 26, με όφελος ή χωρίς όφελος για την ίδια (τέτοια μαρτυρία δεν τέθηκε ενώπιον μου), έχει οδηγήσει σε ενδεχόμενες ζημιές και απώλειες τον δικαιούχο της περιουσίας (beneficiary). Σε τέτοια όμως περίπτωση η αγωγή θα έπρεπε να κινηθεί εναντίον της Raimi και αν υπήρχε ισχυρισμός ότι τα περιουσιακά στοιχεία που δικαιούτο ο ενάγων έχουν βρεθεί σε τρίτα χέρια όπως τους εναγόμενους 1 και 2, τότε θα μπορούσε να συμπεριλάβει και αυτούς στην αγωγή για σκοπούς ιχνηλάτησης (tracing) των περιουσιακών αυτών στοιχείων. Εν πάση περιπτώσει όμως, η οποιαδήποτε συμφωνία είτε εμπιστεύματος ή άλλως πως πιθανόν υπήρχε μεταξύ του ενάγοντος και της Raimi - εναγομένης 7, σε σχέση με την επίδικη οικία, αυτή ουδόλως αφορά τους υπόλοιπους εναγομένους. Εάν η εναγομένη 7 παρέβηκε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ αυτής και του ενάγοντος ή η εναγομένη 7 υπέγραψε τη συμφωνία ακύρωσης τεκμήριο 26, δια της οποίας ακυρώθηκε η Συμφωνία ημερομηνίας 2.12.2011 (Τεκμ. 1) και αποσύρθηκε από το Κτηματολόγιο, αντισυμβατικά και/ή άλλως πως, αυτό ουδόλως αφορά και ούτε θα μπορούσε να αφορά την εναγομένη 5 η οποία παρουσιάζεται στη σκηνή αργότερα. Δεν υπάρχει ούτε ισχυρισμός ούτε ίχνος μαρτυρίας ότι οι υπόλοιποι εναγόμενοι γνώριζαν ή θα μπορούσαν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν οτιδήποτε για οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ ενάγοντος και της Raimi και/ή για οποιοδήποτε δικαίωμα είτε του ενάγοντος είτε της Raimi επί της επίδικης οικίας. Με τις θεραπείες Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαιτήσεως του, ο ενάγων ζητά ουσιαστικά την ακύρωση της απόσυρσης της Συμφωνίας διότι, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του ενάγοντος, ο ίδιος είναι ο μοναδικός νόμιμος δικαιούχος της επίδικης κατοικίας και ως εκ τούτου η εν λόγω απόσυρση είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη καθότι έγινε κατά τρόπο αντισυμβατικό και/ή παράνομο. Με άλλα λόγια, ο ενάγων ζητά όπως η Συμφωνία κατατεθεί εκ νέου στο Κτηματολόγιο. Όμως, ο ενάγων δεν ήταν μέρος της Συμφωνίας και, ως μη συμβαλλόμενο μέρος, ο ενάγοντας δεν μπορεί να απαιτεί με βάση τη συμφωνία και/ή να απαιτεί επανακαταχώρηση της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο και/ή να εγείρει αγωγή επί της συμφωνίας καθότι κάτι τέτοιο παραβιάζει την αρχή της συμβατικής σχέσης (privity of contract), σύμφωνα με την οποίαν ένας που δεν είναι μέρος της συμφωνίας δεν μπορεί να εγείρει αγωγή επί της συμφωνίας. Αναφορικά με την αρχή της συμβατικής σχέσης (privity of contract), καθοδηγητική, μεταξύ άλλων, είναι η απόφαση στην υπόθεση Πίριλλου (ανωτέρω) στην οποία το Εφετείο ανέφερε σχετικά τα ακόλουθα στις σελίδες 1192-1194 της απόφασης του: «Είτε άκυρη ή ακυρώσιμη είναι μια συμφωνία αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι κατά πόσο η εφεσίβλητη ως μη μέρος της συμφωνίας μπορούσε να προσβάλει το κύρος της συμφωνίας. Τούτο γιατί σύμφωνα με το δόγμα της συμβατικής σχέσης (privity of contract) ένας που δεν είναι μέρος της συμφωνίας δεν μπορεί να εγείρει αγωγή επί της συμφωνίας. Ωστόσο στη διάρκεια της εφαρμογής του δόγματος έχουν γίνει πολλές απόπειρες παράκαμψης του. Επίσης το δόγμα αυτό υπόκειται σε ορισμένες εξαιρέσεις. Μια τέτοια εξαίρεση είναι εκείνη της αρχής του εξ επαγωγής εμπιστεύματος η οποία είναι αρχή του δικαίου της επιεικείας. Στο Law of Contract, 13η έκδοση, σελ. 467 των Cheshire, Fifoot & Furmston's αναφέρεται ότι ενωρίς το 1753 ο Lord Hardwick υπέδειξε ότι τα εμπιστεύματα παρέχουν τη δυνατότητα για μετριασμό του δόγματος. Ηταν έτοιμος σε περίπτωση που ο Α υποσχέθηκε στο Β να πληρώσει ένα χρηματικό ποσό στο Γ να θεωρήσει το Β ως εμπιστευματοδόχο για το Γ του οφέλους της συμφωνίας (Βλ. Tomlinson v. Gill
(1756)Amb. 330). Οι ευπαίδευτοι συγγραφείς αναφέρονται επίσης στην Gregory and Parker v. Williams
(1817)3 Mer. 582 της οποίας τα γεγονότα έχουν ως εξής: Ο Parker όφειλε χρήματα τόσο στον Gregory όσο και στον Williams. Συμφώνησε με τον Williams να του εκχωρήσει ολόκληρη την περιουσία του αν ο Williams θα πλήρωνε το χρέος που όφειλε στον Gregory. Η περιουσία εκχωρήθηκε δεόντως αλλά ο Williams παρέλειψε να τηρήσει την υπόσχεση του. Ο Gregory και ο Parker κίνησαν αγωγή με βάση το δίκαιο της επιεικείας για να εξαναγκάσουν τον Williams να εκτελέσει την υπόσχεση του και πέτυχαν. Κρίθηκε ότι ο Parker πρέπει να θεωρηθεί ως εμπιστευματοδόχος του Gregory και ότι ο τελευταίος έχει δικαίωμα βάση του δικαίου της επιείκειας λόγω της παρεμβολής της συμφωνίας του Parker. Στην In re Empress Engineering Company 16 Ch. D. 125, 129 o Sir George Jessel M.R. διατύπωσε την πιο κάτω αρχή: "So, again, it is quite possible that one of the parties to the agreement may be the nominee or trustee of the third person. As Lord Justice James suggested to me in the course of the argument, a married woman may nominate somebody to contract on her behalf, but then the person makes the contract really as trustee for somebody else, and it is because he contracts in that character that the cestue que trust can take the benefit of the contract." Σε μετάφραση: "Έτσι πάλι είναι αρκετά δυνατό ότι ένα από τα μέρη της συμφωνίας μπορεί να είναι ο αντιπρόσωπος (nominee) ή εμπιστευματοδόχος ενός τρίτου. Όπως μου εισηγήθηκε ο Λόρδος Δικαστής James, στη διάρκεια της συζήτησης, μια παντρεμένη γυναίκα μπορεί να ορίσει κάποιο να συνάψει συμφωνία εκ μέρους της, αλλά τότε το πρόσωπο εκείνο στην πραγματικότητα συνάπτει τη συμφωνία ως εμπιστευματοδόχος για κάποιον άλλο, και είναι γιατί συνάπτει συμφωνία με εκείνη την ιδιότητα που ο δικαιούχος του εμπιστεύματος μπορεί να λάβει το όφελος από τη σύμβαση." (Βλ. και Les Affreteurs Reunis Societe Anonyme v. Leopold Walford (London) Limited
(1919)A.C. 801, 806). Αυτό που προκύπτει από τις πιο πάνω και από άλλες συναφείς αυθεντίες είναι τούτο: Παράκαμψη του δόγματος της συμβατικής σχέσης (privity of contract) είναι εφικτή μέσω της παρέμβασης του εξ΄ επαγωγής εμπιστεύματος στις περιπτώσεις όπου η σύναψη της συμφωνίας από τον εμπιστευματοδόχο έγινε μετά από οδηγίες του δικαιούχου του εμπιστεύματος (beneficiary) -εδώ της εφεσίβλητης. Στην παρούσα υπόθεση ο εμπιστευματοδόχος - ο Καρπασίτης - κατά τη σύναψη της επίμαχης συμφωνίας - τεκ. 2 - δεν είχε ενεργήσει μετά από οδηγίες της εφεσίβλητης. Έπεται πως το πιο πάνω δόγμα δεν κάμπτεται. Η εφεσίβλητη ως μη μέρος της συμφωνίας δεν μπορούσε να εγείρει αγωγή με βάση τη συμφωνία. Ακολουθεί πως ο σχετικός λόγος της αντέφεσης δεν μπορεί να πετύχει.» Επομένως στη βάση των πιο πάνω ο ενάγων ως μη συμβαλλόμενο μέρος της Συμφωνίας δεν δύναται να απαιτεί οτιδήποτε στη βάση αυτής. Η μοναδική περίπτωση που θα μπορούσε να το πράξει θα ήταν εάν απεδείκνυε εξ΄ επαγωγής εμπίστευμα, το οποίο δεν έχει αποδείξει με βάση και τις πρόνοιες του άρθρου 65ΙΕ του Κεφ.
  1. Β. Δήλωση και/ή απόφαση του Δικαστηρίου, ότι το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 02/12/2011, ακυρώθηκε και/ή απεσύρθη από το Κτηματολόγιο, από την Εναγόμενη 1, κατά ή περί τις 02/08/2012, κατά τρόπο αντισυμβατικό και/ή παράνομο. Ο ενάγων δεν έχει κανένα λόγο ή δικαίωμα να παραπονείται για το ότι ακυρώθηκε ή απεσύρθη από το Κτηματολόγιο το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο. Στο συμβόλαιο ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε δικαίωμα. Η Raimi που είχε δυνάμει στης Συμφωνίας τέτοιο δικαίωμα το έκανε και οι όποιες αξιώσεις του ενάγοντος θα έπρεπε να στρέφονταν εναντίον της. Παρόλο ότι την πρόσθεσε ως αναγκαία διάδικο όπως είναι επιφυλαχθεί να κάμει και στην τελευταία τροποποιηθείσα Έκθεση Απαιτήσεως του εντούτοις οι αξιώσεις του δεν στράφηκαν εναντίον της. Γ. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά δήλωση του Δικαστηρίου ότι η πράξη ακύρωσης και/ή απόσυρσης από το Κτηματολόγιο του αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 02/12/2011 είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή ότι δεν παράγει έννομα αποτελέσματα. Για τον ίδιο λόγο ως ανωτέρω δεν μπορεί να ευσταθήσει ούτε αυτή η θεραπεία την οποία αξιώνει ο ενάγων. Δ. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά αποζημιώσεις ύψους €454.794,87, πλέον τόκο προς 8% από 02/08/2012 μέχρις εξοφλήσεως για παράβαση συμφωνίας παρακαταθήκης και/ή αντισυμβατική συμπεριφορά και/ή παράβαση των καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 -
  2. Ο ενάγων δεν απέδειξε οποιαδήποτε συμφωνία παρακαταθήκης. Ας μη διαφεύγει ότι πρόκειται για ακίνητο και σίγουρα δεν νοείται παρακαταθήκη σε ακίνητο (βλ. Άρθρο 106 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 τον ορισμό της «παρακαταθήκης με ευρεία έννοια». Τώρα εάν υπονοείται το χρηματικό ποσό που κατέβαλε ο ενάγων για την αγορά της οικίας κάτι τέτοιο θα είχε να κάνει με την εναγομένη 7 Raimi και με κανέναν άλλο. Τέτοια συμφωνία δεν υπεδείχθη. Ούτε και παράβαση των καθηκόντων των εναγομένων 1 - 4 προς αυτόν με τον οποίον δεν είχαν συμβληθεί. Κάτι τέτοιο δεν τους καταλογίζει η εναγομένη 7 Raimi. Ο ενάγων δεν επικαλείται οποιαδήποτε παράλληλη συμφωνία με τους εναγομένους. Αν είχε οποιαδήποτε συμφωνία με τη Raimi, την οποία δεν επικαλέσθηκε και πάλι, αυτό δεν μπορεί να αφορά τους υπόλοιπους εναγομένους. Ε. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, αποζημιώσεις ύψους €454.794,87, πλέον τόκο προς 8% από 02/08/2012 μέχρις εξοφλήσεως για παράβαση σύμβασης (breach of contract) και/ή αντισυμβατική συμπεριφορά και/ή παράβαση των καθηκόντων και/ή υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 -
  3. Κανένα δικαίωμα δεν έχει για αποζημιώσεις ο ενάγων εναντίον των εναγομένων 1 -
  4. Τα ποσά τα οποία αναφέρει τα πλήρωσε για την αγορά της οικίας της Raimi στην οποία και την είχε δωρίσει λόγω της σχέσης τους. Αν η Raimi μεταγενέστερα ακύρωσε τη συμφωνία, αυτό είναι δικό της θέμα. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία για οποιαδήποτε συμφωνία την οποία πιθανό να έχουν κάμει οι εναγόμενοι 1 και 2 με τη Raimi σχετικά με την απόσυρση του εγγράφου από το Κτηματολόγιο και της ακύρωσης του αγοραπωλητηρίου. Ενώπιον του Δικαστηρίου δεν υπάρχει ο,τιδήποτε που να δείχνει πόσα εισέπραξε η Raimi από τους εναγομένους 1 και 2 γι' αυτή την απόσυρση. Όμως, η Raimi ήταν η ιδιοκτήτρια του ακινήτου. Ό,τι ήθελε μπορούσε να κάμει σχετικά με αυτό. Οποιοδήποτε τυχόν συμφωνηθέν αντάλλαγμα είναι καθαρά θέμα δικό της και των εναγομένων 1 και 2 και δεν αφορά τον ενάγοντα. ΣΤ. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 για το ποσό των €454.794,87, ως οφειλόμενο ποσό από τους Εναγομένους 1, 2, 3 και 4 προς τον Ενάγοντα, ως αποτέλεσμα παράνομης συμπεριφοράς και/ή συμπαιγνίας και/ή συνομωσίας και/ή απάτης που υπέστη ο Ενάγοντας από τους Εναγομένους 1-
  5. Η απόδειξη του δόλου βαρύνει τον διάδικο ο οποίος τον επικαλείται και πρέπει να δικογραφείται "with medicular particularities" (βλ. National Bank of Greece v. Νίκος Τριχινάς
(1974)2 JSC 293). Ο διάδικος που έχει το βάρος αποδείξεως του δόλου πρέπει να αποδείξει αυστηρά τις λεπτομέρειές του (βλ. Tsiartas v. Alocay Holdings Ltd,
(2010)1 (Γ) ΑΑΔ σελ.1523, όπου αποφασίσθηκε ότι οι εφεσείοντες ενήργησαν υπό τις περιστάσεις, όπως κάθε άλλος μέσος λογικός αγοραστής). Στην παρούσα περίπτωση, ασφαλώς, οι εναγόμενοι ενήργησαν όπως κάθε λογικός πωλητής. Ζ. Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά, απόφαση εναντίον των εναγομένων 1, 2, 3 και 4, σύμφωνα και/ή δυνάμει του δικαίου αποκατάστασης (restitution) και/ή με βάση τις αρχές του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Unjust enrichment) για ποσό ύψους €454.794,87 τον οποίο προσέφερε ο ενάγων προς τους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4. Για τους ίδιους ως άνω λόγους δεν έχει έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης ούτε και αυτή η αξίωση του ενάγοντος. Με το αιτητικό Η αξιώνεται επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά παγοποιών διάταγμα τύπου Mareva, το οποίο να απαγορεύει ή/και να παρεμποδίζει την Εναγομένη - Καθ' ης η Αίτηση 1, 5 και 6, προσωπικά ή/και μέσω αντιπροσώπων τους ή/και υπηρεσιών ή/και υπαλλήλων, ή/και προσώπων ή/και εταιρειών που ενεργούν ως αχυράνθρωποι τους, από του να πωλήσουν ή/και δωρίσουν, ή/και μεταβιβάσουν ή/και με οποιονδήποτε άλλο τρόπο αποξενώσουν ή/και επιβαρύνουν την ακίνητη ιδιοκτησία ή/και το μερίδιο που αναλογεί επί τη βάσει αγοραπωλητηρίου συμβολαίου ημερομηνίας 02/12/2011, ή/και να σταματήσουν κάθε ενέργεια και/ή καθετί έχει σχέση με το ακίνητο και συγκεκριμένα, την οικία που έχει ανεγερθεί επί του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/7890, Φ/Σχ. 54/32, τεμάχιο 409, στην περιοχή Μονή στην επαρχία Λεμεσού, μέχρι την εκτέλεσης της τελικής εκδίκασης της αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό. Συμφωνώ με όσα για το ζήτημα αυτό παραθέτει στην αγόρευση της η ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης 5 τα οποία υιοθετώντας τα παραθέτω στη συνέχεια για να καταδειχθεί το αδόκιμο της θεραπείας που επιδιώκεται με το ως άνω αιτητικό: (α) Ο ενάγων έχει μία κατ' ισχυρισμό χρηματική απαίτηση εναντίον διαφόρων εναγομένων (πλην της εναγομένης 5). Αυτή του η απαίτηση όμως δεν μπορεί να εξασφαλιστεί με την περιουσία ενός τρίτου προσώπου (της εναγομένης 5) η οποία δεν συγκατατίθεται με αυτό, ως ο ενάγων ζητά με την αξίωση του στο αιτητικό Η της Έκθεσης Απαιτήσεως του. (β) Η εναγομένη 5 είναι η νόμιμη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας και το μοναδικό πρόσωπο που δικαιούται για εγγραφή εφόσον όχι μόνο σύνηψε συμφωνία για την αγορά της καλόπιστα και έναντι ανταλλάγματος αλλά διότι έχει καταθέσει το αγοραπωλητήριο έγγραφο στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης και έχει εγγραφεί επ' ονόματι της το μερίδιο του ακινήτου που αντιστοιχεί στην επίδικη οικία (τόσο η καταχώρηση της συμφωνίας Τεκμ. 28 στο Κτηματολόγιο όσο και η μεταβίβαση μεριδίου επ' ονόματι της εναγομένης 5 έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα στις 27.6.2018). (γ) Ο ενάγων κανένα δικαίωμα δεν έχει επί της επίδικης οικίας που να δικαιολογεί να βασίσει επ' αυτού την έκδοση διατάγματος ως η αξίωση Η της Έκθεσης Απαιτήσεως, το οποίο διάταγμα, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να δοθεί ως τελική θεραπεία της αγωγής. Εκείνο που φαίνεται ότι επιδιώκει ο ενάγων είναι η εξασφάλιση εκτέλεσης τυχόν απόφασης για χρηματικό ποσό που θα ήθελε εκδοθεί υπέρ του, γεγονός όμως που δεν του δίδει το δικαίωμα να αιτηθεί διάταγμα παγοποίησης τύπου Mareva σε σχέση με την επίδικη οικία. (δ) Σύμφωνα με τη Νομολογία η εξουσία έκδοσης διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/1960. Μεταξύ άλλων, σχετικές είναι οι αποφάσεις στις πιο κάτω υποθέσεις: (ι) Στην Poltava Petroleum Company v. Mexana Oil Ltd και άλλων
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301 στην οποίαν το Εφετείο ανέφερε τα εξής στη σελίδα 1351 της απόφασης του: «Στην Κύπρο διάταγμα τύπου Mareva μπορεί να εκδοθεί βάσει του άρθρου 32
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν14/60).» (ιι) Seamark Consultancy Services Ltd και Άλλοι ν. Joseph P Lasala και άλλων
(2007)1 Α.Α.Δ. 162 όπου επίσης το Εφετείο ανέφερε στη σελίδα 177 της απόφασης του ότι: «Στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32
(1)του Ν. 14/60 του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι, στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο.» Στο Σύγγραμμα Διατάγματα Injunctions των Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, 1η έκδοση 2016, στις σελίδες 202-203 αναφέρονται σχετικά τα ακόλουθα: «Το διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων, γνωστό ως Mareva, είναι παρεμπίπτον διάταγμα το οποίο αποσκοπεί στο να εμποδίσει τον εναγόμενο από του να αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία ή τα μεταφέρει εκτός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου. Ο σκοπός βέβαια είναι για να προστατευθούν τα περιουσιακά στοιχεία, ώστε σε περίπτωση που ο ενάγων επιτύχει στην αγωγή του να μπορεί να ικανοποιήσει την απόφασή του. Στην ουσία αποσκοπεί στο να «παγοποιήσει» τα περιουσιακά στοιχεία του εναγομένου για υποβοήθηση μελλοντικής εκτέλεσης, γι' αυτό και τα διατάγματα τύπου Mareva συχνά αναφέρονται και ως «διατάγματα παγοποίησης» ή διατάγματα «freezing orders». Στη σελίδα 9 του ίδιου Συγγράμματος αναφέρονται τα ακόλουθα: «Παρεμπίπτον είναι κάθε διάταγμα που παρεμβάλλεται στην τακτική πρόοδο της δίκης. Τις πλείστες φορές, ιδιαίτερα στον προφορικό λόγο, αναφέρονται και ως συντηρητικά ή ενδιάμεσα (interim). Δεν φαίνεται όμως να υπάρχει ουσιαστική διαφορά μεταξύ των δύο όρων. Σκοπός ενός τέτοιου διατάγματος είναι η διατήρηση ή διαφύλαξη περιουσίας, η παρεμπόδιση ζημιάς ή η τέλεση ή διακοπή οποιασδήποτε πράξης κατά τη διάρκεια της δίκης. Τέτοια διατάγματα έχουν ισχύ μέχρι μια συγκεκριμένη ημερομηνία που προκαθορίζεται από το Δικαστήριο συνήθως μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ουσίας της αγωγής. Απώτερος σκοπός είναι να διατηρηθεί το υπάρχον καθεστώς (status quo) μέχρι το δικαστήριο να αποφασίσει τελεσίδικα επί των δικαιωμάτων των διαδίκων». Σύμφωνα με τα ανωτέρω ο ενάγων δεν νομιμοποιείται να αξιώνει διάταγμα τύπου Mareva (αξίωση Η στην Έκθεση Απαιτήσεως) ως τελική θεραπεία στην αγωγή. Η πιο πάνω νομολογία είναι ξεκάθαρη: Τα διατάγματα τύπου Mareva είναι ενδιάμεσα διατάγματα και η εξουσία για την έκδοση τους παρέχεται από το άρθρο 32 του Ν. 14/1960. Αν και ο ίδιος ο ενάγων φαίνεται να αναγνωρίζει τον προσωρινό - ενδιάμεσο χαρακτήρα του διατάγματος τύπου Mareva που αιτείται αφού αναφέρει στο τέλος της αξίωσης Η «μέχρι την εκτέλεση της τελικής εκδίκασης της Αγωγής με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό», εντούτοις παραμένει άγνωστος ο λόγος που δεν απέσυρε την αξίωση του αυτήν. Σχετική επί του θέματος της προσωρινής φύσης των παρεμπιπτόντων διαταγμάτων είναι η απόφαση στην υπόθεση Iωάννου Mάριος ν. Έλλης Nίκου Mανώλη, άλλως Έλλης Pόπαλη μέσω της πληρεξουσίου αντιπροσώπου αυτής Δέσποινας Σακκά κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 1423 στην οποία το Εφετείο τόνισε ότι το παρεμπίπτον διάταγμα είναι διάταγμα προσωρινής φύσεως και δεν ρυθμίζει δικαιώματα αναφέροντας τα ακόλουθα στις σελίδες 1428 -1429 της απόφασης: «Εφόσον πρόκειται για περεμπίπτον διάταγμα η ισχύς του συνεχίζει μέχρι την ακρόαση της ουσίας της αγωγής ή μέχρι νεώτερης διαταγής. Είναι απλώς προσωρινής φύσεως και δεν ρυθμίζει δικαιώματα. Οι συνέπειες και οι σκοποί του παρεμπίπτοντος διατάγματος είναι απλώς η διατήρηση του status quo ή μέχρι νεωτέρας διαταγής (Βλ. Leney & Sons Ltd v. Callingham and Thompson [1908] 1 K.B. 79, 84, Jones v. Pacaya Rubber and Produce Co. Ltd [1911] 1 K.B. 455, 457, και Kerr on Injunctions, Sixth ed., σελ. 1- 2). Η πιο πάνω θέση αντανακλάται και στη νομοθεσία μας (Βλ. Άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 και Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, 1960 (Ν. 14/60)).» Ο ενάγων υπενθυμίζω επιχείρησε να εξασφαλίσει διάταγμα τύπου Mareva δια της ενδιάμεσης αιτήσεως του ημερομηνίας 12.11.2012, το οποίο εξασφάλισε αρχικά μονομερώς, αλλά στη συνέχεια ακυρώθηκε με την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερομηνίας 25.02.2013 για τον λόγο ότι το Δικαστήριο έκρινε ότι ο ενάγων δεν αποκάλυψε ορατή πιθανότητα επιτυχίας της απαίτησης του. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Με όσα προσπάθησα πιο πάνω να εξηγήσω καταλήγω ότι όλες οι θεραπείες τις οποίες αξιώνει ο ενάγων εναντίον των εναγομένων 1,2,3,4,5 και 7 δεν έχουν αποδειχθεί και ως εκ τούτου η αγωγή του απορρίπτεται με έξοδα σε βάρος του και υπέρ των ως άνω εναγομένων ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Αξιώσεις δυνάμει συμφωνίας πώλησης ακινήτου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.