← Κύπρος

Alpha Bank Cyprus Limited ν. Springfair Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 5812/2012, 23/11/2018

Alpha Bank Cyprus Limited ν. Springfair Limited κ.α., Αρ. Αγωγής 5812/2012, 23/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A476 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής 5812/2012 Μεταξύ: Emporiki Bank - Cyprus Limited Ενάγουσας -και-

  1. Springfair Limited
  2. ΧΧΧΧ Αργυρού
  3. ΧΧΧΧ Αργυρού
  4. ΧΧΧΧ Αργυρού Εναγομένων ----------------------- (Και όπως τροποποιήθηκε με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 25.6.2015) Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Limited Ενάγουσας -και-
  5. Springfair Limited
  6. ΧΧΧΧ Αργυρού
  7. ΧΧΧΧ Αργυρού
  8. ΧΧΧΧ Αργυρού Εναγομένων ----------------------- Ημερ.: 23.11.2018 Για την Ενάγουσα: κ. Χ. Γαλανός για Χαράλαμπος Γαλανός Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Εναγόμενους: κ. Α. Δημητρίου για Ανδρέας Μαθηκολώνης Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η Δικογραφία - τα Επίδικα Θέματα Η Ενάγουσα Τράπεζα αξιώνει από τους Εναγομένους το ποσό των €491.147,03 πλέον τόκους προς 16% ετησίως επί του ποσού των €461.414,25 από 30.6.2012, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω, το ποσό των €504.646,95 πλέον τόκους προς 16% ετησίως επί του ποσού των €474.096,92 από 30.6.2012, του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Με δήλωση των δικηγόρων της κατά την τελική τους αγόρευση η Τράπεζα περιόρισε την αξίωση ώστε ο διεκδικούμενος από 25.11.2013 τόκος να υπολογίζεται με επιτόκιο 10,75%, απότοκο της μαρτυρίας που δόθηκε ότι με δημοσίευση στον τύπο την 4.11.2013 η Τράπεζα μείωσε το επιτόκιο υπερημερίας σε όλες τις κατηγορίες χορηγήσεων σε 1,75%. Η Εναγόμενη 1 Εταιρεία, η Εταιρεία, ενάγεται ως η πρωτοφειλέτιδα δυνάμει δύο συμφωνιών ημερ. 17.7.2009 για την παροχή δανείου ποσού €400.000 και διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό υπερανάληψης με όριο €300.
  9. Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 ενάγονται ως εγγυητές των υποχρεώσεων της Εταιρείας για ποσό €900.000 πλέον τόκων και εξόδων. Αντισυμβαλλόμενη των Εναγομένων ήταν η Emporiki Bank - Cyprus Limited η οποία την 13.3.2015 συγχωνεύθηκε με την Ενάγουσα, Alpha, στην οποία μεταβιβάστηκαν, εκχωρήθηκαν και από την οποία απορροφήθηκαν οι εργασίες, οι υποχρεώσεις και τα δικαιώματα της. Οποτεδήποτε γίνεται αναφορά σε Τράπεζα σε χρονική περίοδο πριν τον Μάρτιο του 2015 θα εννοείται η Emporiki, ενώ για τη συνέχεια θα εννοείται η Alpha. Οι υποχρεώσεις της Εταιρείας εξασφαλίζονταν και με τρεις υποθήκες. Η ΥΧΧΧΧ/2008 και η ΓΥΧΧΧΧ/2009 αμφότερες του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, για τα ποσά των €700.000 και €450.000 αντίστοιχα, δηλώθηκαν από τον Εναγόμενο 4, ο οποίος παραχώρησε προς την Τράπεζα ανέκκλητα πληρεξούσια έγγραφα ημερ. 1.8.2008 και 17.7.2009 αντίστοιχα, εξουσιοδοτώντας την Τράπεζα να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα. Η ΥΧΧΧΧ/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού, για το ποσό των €80.000, δηλώθηκε από την Εναγόμενη 3, η οποία παραχώρησε και αυτή προς την Τράπεζα ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 17.7.2009, εξουσιοδοτώντας την Τράπεζα να πωλήσει το ενυπόθηκο ακίνητο. Ανοίχθηκε ο τρεχούμενος λογαριασμός υπερανάληψης αρ. XXXXX55-00 και ο λογαριασμός δανείου αρ. XXXXX58-
  10. O λογαριασμός υπερανάληψης άρχισε να λειτουργεί και το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε. Σύμφωνα πάντα με την αξίωση η Εταιρεία δεν αποπλήρωνε κανονικά τις δόσεις του δανείου της, ενώ ο τρεχούμενος της λογαριασμός παρουσίαζε υπέρβαση, οπόταν, η Τράπεζα με επιστολές της ημερ. 18.5.2011 κάλεσε τους Εναγομένους να αποπληρώσουν τις καθυστερημένες δόσεις του δανείου που ανέρχονταν σε €16.598,84 πλέον τόκους και να τακτοποιήσουν την υπέρβαση του τρεχούμενου λογαριασμού ύψους €87.850,55 πλέον τόκους εντός 10 ημερών προειδοποιώντας ότι, μετά την ταχθείσα προθεσμία, αμφότεροι οι λογαριασμοί θα επιβαρύνονταν με επιπρόσθετο επιτόκιο 7% στο σύνολο 15,5%. Η Εταιρεία δεν συμμορφώθηκε και η Τράπεζα με επιστολές της προς αυτή ημερ. 28.7.2011 τερμάτισε τη λειτουργία τόσο του τρεχούμενου λογαριασμού όσο και του λογαριασμού του δανείου, καλώντας την όπως μέσα σε 15 ημέρες εξοφλήσει τα χρεωστικά υπόλοιπα που ανέρχονταν σε €399.970,72 και €410.964,52 αντίστοιχα πλέον τόκους αναφέροντας ότι αμφότεροι λογαριασμοί θα επιβαρύνονταν με επιτόκιο 16% μέχρι την εξόφληση τους. Πέραν των πιο πάνω ποσών, αξιώνονται διατάγματα για την εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων και διατάγματα αναγνωριστικά της ισχύος και των εξουσιών που αναφέρονται στα προαναφερθέντα ανέκκλητα πληρεξούσια έγγραφα. Στην Έκθεση Υπεράσπισης τους οι Εναγόμενοι αρνούνται όλους τους ουσιαστικούς ισχυρισμούς της αξίωσης. Θέση προβάλλουν οι Εναγόμενοι 3 και 4 μόνο σε σχέση με τους ισχυρισμούς που αφορούν τις προσωπικές τους εγγυήσεις. Διατείνονται ότι η υπογραφή τους επί του εγγυητηρίου εγγράφου εξασφαλίστηκε παράνομα και κατόπιν απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων και ψευδών παραστάσεων από την Τράπεζα προς τους ιδίους και δόλου. Η Τράπεζα τους απόκρυψε την τραγική οικονομική κατάσταση στην οποία βρισκόταν η Εταιρεία και δεν τους αποκάλυψε την αδυναμία της να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της. Οι Εναγόμενοι δεν θα εγγυόνταν την Εταιρεία χωρίς τις παραστάσεις αυτές. Σε σχέση με το πληρεξούσιο ημερ. 1.8.2008 που υπόγραψε ο Εναγόμενος 4 και την υποθήκη που δήλωσε προβάλλεται η θέση ότι είναι άκυρα και ανεφάρμοστα και πως η υποθήκη δεν συνάδει και δεν συμμορφώνεται με την νομοθεσία. Ανταπαιτούν δήλωση ή διάταγμα ότι οι εγγυήσεις των Εναγομένων 3 και 4 είναι άκυρες ή όπως ακυρωθούν. Περαιτέρω, δήλωση ότι οι επίδικες υποθήκες είναι άκυρες και διάταγμα για την ακύρωση και την εξάλειψη τους. Β. Η μαρτυρία για την Τράπεζα Ο ΧΧΧΧ Άδωνη (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1) είναι λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης Ρυθμίσεων και Δικαστικών Υποθέσεων της Alpha. Ο φάκελος των επίδικων λογαριασμών περιήλθε στην κατοχή του όταν το 2015 οι εργασίες της Emporiki, όπου βρίσκονταν οι επίδικοι λογαριασμοί, μεταβιβάστηκαν, εκχωρήθηκαν και απορροφήθηκαν από την Alpha Bank κατόπιν διατάγματος Δικαστηρίου (βλ. Τεκμ.2). Ο Άδωνη παρουσίασε τα έγγραφα που αφορούν τους επίδικους λογαριασμούς. Δεν ήταν σε θέση να δώσει οιαδήποτε πληροφόρηση για τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες χορηγήθηκαν οι σχετικές διευκολύνσεις, δόθηκε η εγγύηση ή δηλώθηκαν οι υποθήκες, ζητήματα που ανάγονται στο
  11. Το Τεκμ.3 είναι αίτηση ημερ. 2.7.2009 της Εταιρείας για τη χορήγηση τραπεζικών διευκολύνσεων πιστωτικού ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό υπεραναλήψεως ύψους €300.000 και δάνειο επιχειρήσεων ύψους €400.
  12. Το Τεκμ.4 αποτελείται από τρεις επιστολές ημερ. 2.7.2009 των Εναγομένων 2, 3 και 4 με τις οποίες ο καθένας γνωστοποιεί στην Τράπεζα ότι επιθυμεί να προσφέρει την προσωπική του εγγύηση σε αντάλλαγμα και για την εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που η Εταιρεία είχε αιτηθεί. Το Τεκμ.5 είναι επιστολή ημερ. 13.7.2007 της Τράπεζας προς την Εταιρεία με την οποία την πληροφορεί ότι είχαν εγκριθεί οι επίδικες διευκολύνσεις. Καταγράφονται στη ρηθείσα επιστολή οι εξασφαλίσεις που περιλαμβάνουν τα επίδικα πληρεξούσια έγγραφα και υποθήκες. Η επιστολή προσυπογράφεται από την Εταιρεία και τους Εναγομένους 2, 3 και 4 ως εγγυητές και ενυπόθηκους οφειλέτες. Το Τεκμ.6 είναι η επίδικη Σύμβαση Πίστωσης σε Τρεχούμενο Λογαριασμό ημερ. 17.7.
  13. Προνοούσε ότι το εκάστοτε χρεωστικό υπόλοιπο του λογαριασμού θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που αποτελείται από το βασικό επιτόκιο της Τράπεζας πλέον 3,5% περιθώριο, ότι ο τόκος θα υπολογιζόταν πάνω στα ημερήσια υπόλοιπα, στη βάση έτους 360 ημερών και θα ήταν πληρωτέος ανά εξαμηνία. Η Τράπεζα μπορούσε να χρεώνει την Εταιρεία με δικαιώματα, προμήθειες και έξοδα σύμφωνα με Πίνακα Χρεώσεων που επισυναπτόταν και αποτελούσε αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας. Περαιτέρω, η Τράπεζα είχε το δικαίωμα, οποτεδήποτε το αποφασίσει, μέσα στα επιτρεπόμενα από το νόμο πλαίσια, με γραπτή ειδοποίηση προς την Εταιρεία ή με ανακοίνωση στον ημερήσιο τύπο να μεταβάλει το βασικό της επιτόκιο, το περιθώριο, δικαιώματα, προμήθειες και έξοδα και τέτοια μεταβολή θα ίσχυε από τη σχετική ειδοποίηση ή ανακοίνωση στον τύπο. Περαιτέρω, σε περίπτωση που το χρεωστικό υπόλοιπο καθίστατο ληξιπρόθεσμο και πληρωτέο θα χρεωνόταν με επιπλέον επιτόκιο υπερημερίας 7%. Το Τεκμ.7 είναι Συμπληρωματική Σύμβαση ημερ. 17.7.2009 που αφορά στον τρόπο λειτουργίας του λογαριασμού. Το Τεκμ.8 είναι η επίδικη Σύμβαση Δανείου ημερ. 17.7.
  14. Οι όροι αναφορικά με το επιτόκιο, τα δικαιώματα, τις προμήθειες και τα έξοδα καθώς και το δικαίωμα μεταβολής τους, είναι οι ίδιοι όπως στην Σύμβαση Πίστωσης σε Τρεχούμενο Λογαριασμό. Το Τεκμ.9 είναι η επίδικη Σύμβαση Εγγύησης ημερ. 17.7.
  15. Στην τελευταία παράγραφο του κειμένου της που είναι στην τελευταία σελίδα ακριβώς πάνω από τις υπογραφές των εγγυητών αναφέρεται ότι: «Δηλώνω ότι κατανοώ πλήρως το δικαίωμα μου να εξετάσω όλες τις πρόνοιες της παρούσας σύμβασης εγγύησης με δικηγόρο της επιλογής μου, ότι είχα την ευκαιρία να συμβουλευτώ δικηγόρο της επιλογής μου, ότι έχω αναγνώσει προσεκτικά και πλήρως κατανοήσει όλες τις πρόνοιες της παρούσας σύμβασης εγγύησης και ότι ελεύθερα, εγνωσμένα και εθελούσια συμβάλλομαι και υπογράφω την παρούσα σύμβαση εγγύησης». Το Τεκμ.10 είναι Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου ημερ. 4.8.2008 με αρ. δήλωσης ΥΧΧΧΧ/2008 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Ενυπόθηκος οφειλέτης είναι ο Εναγόμενος
  16. Η υποθήκη εξασφαλίζει ποσό €700.000 με κυμαινόμενο επιτόκιο 2% πέραν του τριμηνιαίου euribor. Συνοδεύεται από σχετικό Έγγραφο Υποθήκης. Η Σύμβαση Δήλωσης και το ΄Εγγραφο Υποθήκης υπογράφηκαν από τον Ανδρέα Αργυρού, προφανώς το ίδιο πρόσωπο που εμφανίζεται ως Εναγόμενος 2, ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγομένου
  17. Το Τεκμ.11 είναι Ανέκκλητο Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερ. 1.8.2008 με το οποίο ο Εναγόμενος 4 πληρεξουσιοδοτεί την Τράπεζα να προβεί, μεταξύ άλλων, στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του και να εισπράξει το προϊόν της πώλησης και να το συμψηφίσει έναντι οποιασδήποτε οφειλής της Εταιρείας προς αυτή. Το Τεκμ.18 είναι επιστολή ημερ. 17.7.2009 της Τράπεζας προς τον Εναγόμενο 4 με την οποία τον πληροφορεί ότι η Τράπεζα προτίθετο να τροποποιήσει τη διευκόλυνση για την οποία είχε δοθεί η πιο πάνω υποθήκη και να παραχωρήσει τις επίδικες διευκολύνσεις. Ο Εναγόμενος 4 υπόγραψε δήλωση αναφέροντας «Αναγνωρίζω λήψη της παρούσας επιστολής, το περιεχόμενο της οποίας έχω αναγνώσει και κατανοήσει και διά της παρούσας δίδω τη ρητή μου συγκατάθεση στην τροποποίηση της Διευκόλυνσης ως αναγράφεται ανωτέρω. Αντιλαμβάνομαι και δηλώνω ότι η πιο πάνω τροποποίηση δεν επηρεάζει το έγγραφο υποθήκης που έχω υπογράψει στις 4 AUG 2008 το οποίο συνεχίζει να ισχύει και να εξασφαλίζει τη Διευκόλυνση που δόθηκε από την Τράπεζα προς τον πρωτοφειλέτη». Το Τεκμ.12 είναι Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου ημερ. 17.7.2009 με αρ. δήλωσης ΥΧΧΧΧ/2009 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Ενυπόθηκος οφειλέτης είναι ο Εναγόμενος
  18. Η υποθήκη εξασφαλίζει ποσό €450.000 με επιτόκιο 8,5% που περιγράφεται ως «κυμαινόμενο (ΒΕΧ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ 5% πλέον 3,5% τα εκατόν κυμαινόμενο». Συνοδεύεται από σχετικό Έγγραφο Υποθήκης. Το Τεκμ.13 είναι Ανέκκλητο Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερ. 1.8.2008 με το οποίο ο Εναγόμενος 4 πληρεξουσιοδοτεί την Τράπεζα να προβεί, μεταξύ άλλων, στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου του και να εισπράξει το προϊόν της πώλησης και να το συμψηφίσει έναντι οποιασδήποτε οφειλής της Εταιρείας προς αυτή. Το Τεκμ.14 είναι Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου ημερ. 17.7.2009 με αρ. δήλωσης ΥΧΧΧΧ/2009 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού. Ενυπόθηκος οφειλέτης είναι η Εναγόμενη
  19. Η υποθήκη εξασφαλίζει ποσό €80.000 με επιτόκιο 8,5% που περιγράφεται ως «κυμαινόμενο (ΒΕΧ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ 5% πλέον 3,5% τα εκατόν κυμαινόμενο». Συνοδεύεται από σχετικό Έγγραφο Υποθήκης. Το Τεκμ.15 είναι Ανέκκλητο Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερ. 17.7.2009 με το οποίο η Εναγόμενη 3 πληρεξουσιοδοτεί την Τράπεζα να προβεί, μεταξύ άλλων, στην πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου της και να εισπράξει το προϊόν της πώλησης και να το συμψηφίσει έναντι οποιασδήποτε οφειλής της Εταιρείας προς αυτή. Το Τεκμ.17 είναι δέσμη από τρεις πανομοιότυπες επιστολές ημερ. 13.7.2009 της Τράπεζας προς τους Εναγόμενους 2, 3 και
  20. Γίνεται αναφορά στη Σύμβαση Εγγύησης που αυτοί προτίθεντο να υπογράψουν προς όφελος της Τράπεζας ως εξασφάλιση για τις δύο επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις που θα παραχωρούνταν από την Τράπεζα στην Εταιρεία. Αναφέρονται οι πιστωτικές διευκολύνσεις που θα παραχωρούνταν, το ύψος του ορίου παρατραβήγματος και του δανείου, ο τόκος, ενώ γίνεται και αναφορά στο επιτόκιο υπερημερίας σε περίπτωση καθυστερημένων δόσεων ή αθέτησης υπόσχεσης πληρωμής. Αναφέρονται επίσης τα ονόματα και οι αριθμοί ταυτότητας των άλλων εγγυητών, ενώ την κάθε επιστολή συνοδεύει αντίστοιχη Δήλωση Περιουσιακών Στοιχείων του ιδίου του εγγυητή. Η κάθε επιστολή φέρει την υπογραφή του εγγυητή, τότε προτιθέμενου, που δήλωνε ότι «Έχω παραλάβει αυτοπροσώπως, μελετήσει και κατανοήσει την παρούσα επιστολή προ της υπογραφής από εμένα της σύμβασης εγγύησης αναφορικά με την πιστωτική διευκόλυνση που θα παραχωρηθεί στον ως άνω αναφερόμενο πρωτοφειλέτη. Έχω επίσης παραλάβει αντίγραφο της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης του πρωτοφειλέτη που έχει ετοιμαστεί και δοθεί από τον πρωτοφειλέτη στην Τράπεζα». Το Τεκμ.20 είναι δέσμη τεσσάρων επιστολών ημερ. 18.5.2011 της Τράπεζας προς την Εταιρεία και τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό. Ζητείται από την Εταιρεία να τακτοποιήσει την υπέρβαση των €87.850,55 πλέον τόκους μέσα σε δέκα μέρες από την ημερομηνία της επιστολής και προειδοποιείται ότι διαφορετικά η Τράπεζα δεν θα είχε άλλη εκλογή από του να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και να απαιτήσει την άμεση εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου. Αναφερόταν ακόμη ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης ο λογαριασμός θα επιβαρύνετο με πρόσθετο επιτόκιο 7% και ότι μέχρι την τακτοποίηση του λογαριασμού το συνολικό επιτόκιο θα ανερχόταν σε 15,5%. Οι επιστολές προς τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 ενημέρωναν ότι είχε ζητηθεί από την Εταιρεία και ζητείτο και από τους ιδίους η τακτοποίηση της υπέρβασης. Γίνονταν οι ίδιες προειδοποιήσεις και οι ίδιες αναφορές στο επιτόκιο. Το Τεκμ.21 είναι δέσμη τεσσάρων επιστολών ημερ. 18.5.2011 της Τράπεζας προς την Εταιρεία και τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 αναφορικά με τον λογαριασμό του δανείου. Ζητείται από την Εταιρεία να τακτοποιήσει τις καθυστερημένες δόσεις ύψους €16.598,84 πλέον τόκους μέσα σε δέκα μέρες από την ημερομηνία της επιστολής και προειδοποιείται ότι διαφορετικά η Τράπεζα δεν θα είχε άλλη εκλογή από του να τερματίσει τη λειτουργία του λογαριασμού και να απαιτήσει την άμεση εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου. Αναφερόταν ακόμη ότι σε περίπτωση παράλειψης συμμόρφωσης ο λογαριασμός θα επιβαρύνετο με πρόσθετο επιτόκιο 7% και το συνολικό επιτόκιο θα ανερχόταν σε 15,5%. Οι επιστολές προς τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 ενημέρωναν ότι είχε ζητηθεί από την Εταιρεία και ζητείτο και από τους ιδίους η τακτοποίηση των καθυστερημένων δόσεων. Γίνονταν οι ίδιες προειδοποιήσεις και οι ίδιες αναφορές στο επιτόκιο. Το Τεκμ.22 είναι δέσμη τριών επιστολών ημερ. 29.6.2011της Τράπεζας προς τους Εναγόμενους 3 και 4 (δύο επιστολές) ως ενυπόθηκους οφειλέτες για τις αντίστοιχες υποθήκες που είχαν δηλώσει προς όφελος της Τράπεζας με τις οποίες τους γνωστοποιείτο ότι η Εταιρεία δεν τηρούσε τις υποχρεώσεις της προς την Τράπεζα και ότι οι λογαριασμοί της παρουσίαζαν σημαντικές υπερβάσεις και καθυστερήσεις. Ζητείτο από αυτούς να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και γίνονται οι ανάλογες προειδοποιήσεις και αναφορά στο αυξημένο επιτόκιο πάνω στα χρεωστικά υπόλοιπα. Το Τεκμ.23 είναι επιστολή ημερ. 28.7.2011 της Τράπεζας προς την Εταιρεία με την οποία τερματίζεται ο επίδικος τρεχούμενος λογαριασμός. Απαιτείται από την Εταιρεία όπως μέσα σε 15 ημέρες από την ημερομηνία της επιστολής εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο που ανερχόταν σε €410.964,52 πλέον τόκους και προειδοποιείται για τη λήψη δικαστικών μέτρων σε περίπτωση παράλειψης. Πληροφορείται η Εταιρεία ότι το συνολικό επιτόκιο του λογαριασμού και μέχρι την πλήρη εξόφληση του ανερχόταν σε 16%. Το Τεκμ.24 είναι δέσμη τριών επιστολών ημερ. 28.7.2011 της Τράπεζας προς τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 με την οποία τους πληροφορεί ότι έχει τερματίσει τη συμφωνία της με την Εταιρεία αναφορικά με τον τρεχούμενο λογαριασμό και έχει υποβάλει απαίτηση προς την Εταιρεία για την εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου. Απαιτείται από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 όπως μέσα σε 15 ημέρες από την ημερομηνία της επιστολής εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο που ανερχόταν σε €410.964,52 πλέον τόκους και προειδοποιούνται για τη λήψη δικαστικών μέτρων σε περίπτωση παράλειψης. Το Τεκμ.25 είναι επιστολή ημερ. 28.7.2011 της Τράπεζας προς την Εταιρεία με την οποία τερματίζεται ο επίδικος λογαριασμός δανείου. Απαιτείται από την Εταιρεία όπως μέσα σε 15 ημέρες από την ημερομηνία της επιστολής εξοφλήσει ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο που ανερχόταν σε €399.970,72 πλέον τόκους και προειδοποιείται για τη λήψη δικαστικών μέτρων σε περίπτωση παράλειψης. Πληροφορείται η Εταιρεία ότι το συνολικό επιτόκιο του λογαριασμού και μέχρι την πλήρη εξόφληση του ανερχόταν σε 16%. Το Τεκμ.26 είναι δέσμη τριών επιστολών ημερ. 28.7.2011 της Τράπεζας προς τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 με την οποία τους πληροφορεί ότι έχει τερματίσει τη συμφωνία της με την Εταιρεία αναφορικά με τον λογαριασμό του δανείου και έχει υποβάλει απαίτηση προς την Εταιρεία για την εξόφληση ολόκληρου του χρεωστικού υπολοίπου. Απαιτείται από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 όπως μέσα σε 15 ημέρες από την ημερομηνία της επιστολής εξοφλήσουν ολόκληρο το χρεωστικό υπόλοιπο που ανερχόταν σε €399.970,72 πλέον τόκους και προειδοποιούνται για τη λήψη δικαστικών μέτρων σε περίπτωση παράλειψης. Το Τεκμ.27 είναι δέσμη τριών επιστολών ημερ. 28.7.2011 της Τράπεζας προς τους Εναγόμενους 3 και 4 (δύο επιστολές) ως ενυπόθηκους οφειλέτες για τις αντίστοιχες υποθήκες που είχαν δηλώσει προς όφελος της Τράπεζας με τις οποίες τους γνωστοποιείτο ότι οι υποχρεώσεις της Εταιρείας προς την Τράπεζα δεν είχαν διευθετηθεί και ότι οι λογαριασμοί της παρουσίαζαν σημαντικές υπερβάσεις και καθυστερήσεις. Αναφερόταν ακόμα πως ούτε και οι ίδιοι είχαν πληρώσει τα ποσά των υποθηκών τους. Πληροφορούνταν ότι οι λογαριασμοί της Εταιρείας είχαν σταματήσει και οι συμφωνίες μαζί της τερματιστεί. Ζητείτο εκ νέου από αυτούς να συμμορφωθούν με τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και προειδοποιούνταν για λήψη δικαστικών ή άλλων μέτρων για την είσπραξη των ποσών των υποθηκών πλέον τόκους και έξοδα. Το Τεκμ.28 είναι πολυσέλιδη δέσμη Καταστάσεων Λογαριασμού του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού από 29.7.2009 μέχρι 21.2.
  21. Η τελευταία σελίδα αφορά την περίοδο μετά τον τερματισμό. Το επιτόκιο ήταν από την αρχή της λειτουργίας του λογαριασμού 8,5% και αυξήθηκε από 13.6.2011 σε 9%. Υπήρχε και πρόσθετο επιτόκιο υπέρβασης ορίου 7% από 23.2.
  22. Το Τεκμ.29 είναι δέσμη Καταστάσεων Λογαριασμού του επίδικου λογαριασμού του δανείου από 29.7.2009 μέχρι 21.2.
  23. Η τελευταία σελίδα αφορά την περίοδο μετά τον τερματισμό. Ο Άδωνη ανάφερε ότι αλλαγή στο επιτόκιο έγινε την 28.7.2011 κατά τον τερματισμό της λειτουργίας του λογαριασμού, προκύπτει όμως ότι υπήρξε αύξηση από 8,5% σε 9% κάπου μέσα στο πρώτο εξάμηνο του 2011, όπως φαίνεται στην προτελευταία σελίδα των Καταστάσεων. Προνοείτο στη Σύμβαση Δανείου ότι το δανειζόμενο ποσό θα πληρωνόταν με 180 μηνιαίες δόσεις των €3.931,74 αρχής γενομένης ένα μήνα μετά την εκταμίευση του δανείου. Το ποσό του δανείου φέρεται να εκταμιεύθηκε την 29.7.2009, οπόταν, η Εταιρεία θα έπρεπε να αρχίσει να καταβάλλει τις μηνιαίες δόσεις από 29.8.
  24. Προκύπτει από την Κατάσταση Λογαριασμού του δανείου ότι δεν υπήρχε συμμόρφωση εξ υπαρχής. Όμως, το σημαντικότερο μέρος της δόσης καταβαλλόταν μέχρι και τον Ιανουάριο του
  25. Τα ποσά που καταβάλλονταν προέρχονταν από άλλο λογαριασμό και αναφέρεται στην περιγραφή ότι αυτό γινόταν δυνάμει πάγιας εντολής. Δεν ανιχνεύονται στον επίδικο τρεχούμενο λογαριασμό. O ΧΧΧΧ Μακρή (Μ.Ε.2) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.30) εργαζόταν από την 1.9.2008 μέχρι και τον Μάρτιο του 2015 στην Emporiki. Έκτοτε εργάζεται στην Alpha. Στην Emporiki ήταν λειτουργός εξυπηρέτησης πελατών στο Τμήμα «Corporate». Μαρτύρησε πως η επίδικη Σύμβαση Πίστωσης σε Τρεχούμενο Λογαριασμό, η Συμπληρωματική Σύμβαση και η Σύμβαση Δανείου υπογράφηκαν από την Εταιρεία στην παρουσία του. Πριν την υπογραφή είχαν επεξηγηθεί στην Εταιρεία όλοι οι όροι τους. Ακόμα πως και η επίδικη Σύμβαση Εγγύησης υπογράφηκε από τους Εναγόμενους 2, 3 και 4 στην παρουσία του. Πριν την υπογράψουν την είχαν διαβάσει και μελετήσει και είχαν επεξηγηθεί σε αυτούς με κάθε λεπτομέρεια οι όροι της. Ο Μακρή υπόγραψε ως μάρτυρας της υπογραφής και στα δύο ανέκκλητα πληρεξούσια έγγραφα ημερ. 17.7.
  26. Ο Μακρή δεν είχε θύμηση των περιστάσεων. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά του ότι εάν οι Εναγόμενοι ήταν δικοί του πελάτες τα έγγραφα θα τους επεξήγησε ο ίδιος. Αν ήταν πελάτες άλλου συναδέλφου, τους τα έχει εξηγήσει εκείνος στη δική του παρουσία. Ούτε θυμόταν αν ο ίδιος υπέγραψε ή απέστειλε τις προειδοποιητικές επιστολές ή τις επιστολές τερματισμού προς τους Εναγομένους. Παρά τη θέση του ότι δεν είχε θύμηση κατά πόσο οι Εναγόμενοι ήταν πελάτες του, ήταν κατηγορηματικός ότι δεν είχε λάβει μέρος στη διαδικασία παραχώρησης των διευκολύνσεων και ό,τι είχε προηγηθεί αυτών. Η ΧΧΧΧ Παντελή (Μ.Ε.3) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.31) εργαζόταν από το 2002 μέχρι και τον Μάρτιο του 2015 στην Emporiki. Έκτοτε εργάζεται στην Alpha. Μαρτύρησε ότι η υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2008 ημερ. 4.8.2008 και το επισυναπτόμενο σε αυτή έγγραφο υποθήκης ως επίσης και το ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο ημερ. 1.8.2008 υπογράφηκαν στην παρουσία της και υπέγραψε η ίδια ως μάρτυρας. Το ίδιο και η υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2009 ημερ. 17.7.
  27. Η μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε. Γ. Η Μαρτυρία για την Υπεράσπιση Ο Εναγόμενος 2 είναι ο σύζυγος της Εναγόμενης 3 και πατέρας του Εναγομένου
  28. Ο Εναγόμενος 2 ήταν ο διευθυντής της Εταιρείας. Προέκυψε ότι η Εταιρεία ήταν επιχείρηση ενός ατόμου. Αυτό που στον επιχειρηματικό κόσμο περιγράφεται στην αγγλική ως «one man's business». Η Υπεράσπιση κάλεσε ως μάρτυρες τους Εναγόμενους 3 και
  29. Ο Εναγόμενος 2 δεν κλήθηκε να μαρτυρήσει, ούτε οιοσδήποτε άλλος εκ μέρους της Εταιρείας. Η Εναγόμενη 3 (Μ.Υ.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.32) είναι απόφοιτος μέσης εκπαίδευσης. Όπως ανάφερε τέλειωσε τις «Καλογριές». Στη συνέχεια φοίτησε σε ξενοδοχειακή σχολή και εργάστηκε σε ξενοδοχείο της Λεμεσού για 16 χρόνια. Μαρτύρησε πως δεν ήταν ποτέ αξιωματούχος, μέτοχος ή υπάλληλος της Εταιρείας. Παραδέχτηκε ότι υπόγραψε την Σύμβαση Εγγύησης και υπέδειξε την υπογραφή της στην τελευταία σελίδα και τη μονογραφή της στις υπόλοιπες. Η εκδοχή της είναι ότι προτού υπογράψει τη Σύμβαση Εγγύησης δεν είχε, ούτε και έλαβε γνώση της περιουσιακής κατάστασης και των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας. Ούτε η Τράπεζα την ενημέρωσε σχετικά, ούτε οιοσδήποτε εκ μέρους της Εταιρείας. Μετά που της επιδόθηκε η παρούσα αγωγή έμαθε ότι η Εταιρεία δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει τις πιστωτικές διευκολύνσεις που της παραχώρησε η Τράπεζα. Είναι η θέση της ότι εάν ενημερωνόταν από την Τράπεζα για την οικονομική δυνατότητα της Εταιρείας πριν υπογράψει την Σύμβαση Εγγύησης δεν θα την υπέγραφε. Περαιτέρω, η Τράπεζα δεν την είχε πληροφορήσει καθ' οιονδήποτε χρόνο, με οποιοδήποτε τρόπο, ότι η Εταιρεία δεν πλήρωνε τις δόσεις του δανείου της και των άλλων πιστωτικών της διευκολύνσεων. Πιο αναλυτικά, προέβαλε τη θέση ότι ο σύζυγος της της ανάφερε ότι η Εταιρεία θα έπρεπε να κάμει ένα δάνειο και πως η ίδια θα έπρεπε να υπογράψει ως εγγυήτρια. Έτσι επισκέφθηκε την Τράπεζα και υπόγραψε τα έγγραφα που της δόθηκαν. Δεν γνώριζε τι διευκολύνσεις είχαν παραχωρηθεί, ούτε για ποιο ποσό ήταν. Είχε εμπιστοσύνη στο σύζυγο της που της έλεγε ότι η δουλειά πήγαινε καλά. Δεν θυμόταν κατά πόσο κατά την υπογραφή της Σύμβασης Εγγύησης από την ίδια, αυτή υπογράφηκε και από τους άλλους εγγυητές, δηλαδή το σύζυγο και το γιο της. Η Εναγόμενη 3 αρχικά αρνήθηκε ότι υπόγραψε οιαδήποτε υποθήκη. Μάλιστα είπε πως δεν είχε κάτι στο όνομα της ώστε να υπογράψει υποθήκη. Όταν στη συνέχεια της υποδείχθηκε η υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2009 αναγνώρισε την υπογραφή της και τον αριθμό της ταυτότητας της. Στα σχετικά έγγραφα υπάρχει και επιστολή της Εναγομένης 3 ημερ. 4.7.2017 προς το διευθυντή του Κτηματολογίου με την οποία εκφράζει παράπονα σε σχέση με την υποθήκη, ομολογουμένως ακατανόητα. Ήταν η θέση της ότι η υποθήκη δηλώθηκε από την ίδια προς όφελος της Τράπεζας ως εγγύηση για φοιτητικό δάνειο που αφορούσε τις σπουδές της θυγατέρας της. Στο ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο (Τεκμ.15) αναγνώρισε την υπογραφή της, δεν θυμόταν όμως κάτω από τις περιστάσεις το υπόγραψε. Καθόσον αφορά τις επιστολές από την Τράπεζα αρχικά απάντησε θετικά ότι τις ελάμβανε, στη συνέχεια όμως αρνήθηκε ότι έλαβε οποιαδήποτε επιστολή από την Τράπεζα που να την ενημερώνει για τις καθυστερήσεις της Εταιρείας. Ούτε τη συστημένη επιστολή ημερ. 18.5.2011 (Τεκμ.21) ή την επιστολή ημερ. 29.6.2011 παρέλαβε. Η διεύθυνση που αναγράφεται σε όλες τις επιστολές «Γωνία Αγίας Ειρήνης και Μιχαλάκη Παρίδη» είναι η διεύθυνση της κατοικίας της, υποστήριξε όμως ότι εάν οποιαδήποτε επιστολή ερχόταν στη κατοικία της δεν την ελάμβανε η ίδια αλλά την έπαιρνε ο σύζυγος της. Έτυχε να ανοίξει και η ίδια το γραμματοκιβώτιο της κατοικίας τους και τύγχανε να υπάρχουν και επιστολές για την Εταιρεία ή και από την Emporiki. Δεν θυμάται αν σε κάποια ή κάποιες αναγράφετο το όνομα της. Τις έδινε όλες στο σύζυγο της. Ο Εναγόμενος 4 (Μ.Υ.2) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.33) έχει φοιτήσει σε κολλέγιο στην Ελλάδα στο θέμα του «Marketing». Μαρτύρησε πως δεν ήταν ποτέ αξιωματούχος ή υπάλληλος της Εταιρείας. Παραδέχτηκε ο Εναγόμενος 4 ότι υπόγραψε την Σύμβαση Εγγύησης και υπέδειξε την υπογραφή του στην τελευταία σελίδα και τη μονογραφή του στις υπόλοιπες. Ήταν η θέση του πως δεν γνώριζε ποιο ποσό αφορούσε η εγγύηση και δεν διάβασε την Σύμβαση Εγγύησης πριν την υπογράψει. Γνώριζε ότι η εγγύηση ήταν για την Εταιρεία και είχε ρωτήσει τον πατέρα του για ποιο σκοπό ήταν και ο πατέρας του του είπε ότι χρειαζόταν κάποιες διευκολύνσεις από την Τράπεζα και πως όταν θα τον καλούσαν θα έπρεπε να πάει στην Τράπεζα για να υπογράψει κάποια έγγραφα. Ανάφερε πως μέχρι το 2005 ήταν φοιτητής και δεν γνώριζε τι εργασίες έκανε ο πατέρας του ή αν η Εταιρεία διατηρούσε εργοστάσιο. Στη συνέχεια ανέφερε πως ασχολείτο με είδη ένδυσης που αγόραζε από το εξωτερικό και μεταπουλούσε. Παλιά είχε και εργοστάσιο. Προτού υπογράψει τη Σύμβαση Εγγύησης δεν είχε, ούτε και έλαβε γνώση της περιουσιακής κατάστασης και των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας. Ούτε η Τράπεζα τον ενημέρωσε σχετικά, ούτε οιοσδήποτε εκ μέρους της Εταιρείας. Μετά που του επιδόθηκε η παρούσα αγωγή έμαθε ότι η Εταιρεία δεν είχε την οικονομική δυνατότητα να αποπληρώσει τις πιστωτικές διευκολύνσεις που της παραχώρησε η Τράπεζα. Ούτε και η Τράπεζα τον είχε πληροφορήσει καθ' οιονδήποτε χρόνο με οποιοδήποτε τρόπο ότι η Εταιρεία δεν πλήρωνε τις δόσεις του δανείου της και των άλλων πιστωτικών της διευκολύνσεων. Είναι η θέση του ότι εάν ενημερωνόταν από την Τράπεζα για την οικονομική δυνατότητα της Εταιρείας πριν υπογράψει την Σύμβαση Εγγύησης δεν θα την υπέγραφε. Στα ανέκκλητα πληρεξούσια έγγραφα ημερ. 1.8.2008 και 17.7.2009 (Τεκμ.11 και 13 αντίστοιχα) αναγνώρισε την υπογραφή του αλλά δεν γνώριζε τι ήταν. Ο Εναγόμενος 4 αναγνώρισε και την υπογραφή στην επιστολή ημερ. 2.7.2009 (Τεκμ.4) με την οποία γνωστοποιεί στην Τράπεζα ότι επιθυμεί να προσφέρει την προσωπική του εγγύηση σε αντάλλαγμα και για την εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που η Εταιρεία είχε αιτηθεί, όμως ούτε και αυτή την διάβασε πριν την υπογράψει. Αναγνώρισε επίσης την υπογραφή του στην επιστολή της Τράπεζας ημερ. 13.7.2009 (Τεκμ.5) αναφέροντας ότι μόνο η τελευταία σελίδα του δόθηκε για να την υπογράψει γι' αυτό και δεν υπάρχει η μονογραφή του στις δύο πρώτες σελίδες. Σε σχέση με την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2008 που υπογράφηκε από τον πατέρα του ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του, ο Εναγόμενος 4 ανάφερε ότι δεν ξαναείδε τη σχετική Σύμβαση και Δήλωση Υποθηκεύσεως Ακινήτου και ότι η πρώτη φορά που αντιλήφθηκε ότι η περιουσία του είχε υποθηκευτεί ήταν όταν έλαβε την παρούσα αγωγή. Δεν γνωρίζει ότι ο πατέρας του ήταν πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του και όταν, μετά που έλαβε την αγωγή, τον ρώτησε σχετικά ο πατέρας του του απάντησε «Μεν φοάσαι εν εντάξει». Παραδέχτηκε ότι υπόγραψε και την συγκατάθεση (Τεκμ.18), όμως ούτε αυτή την διάβασε. Η υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2009 υπογράφηκε από τον ίδιο. Αναγνώρισε την υπογραφή του. Δεν θυμάται όμως πού την υπόγραψε και όταν ρωτήθηκε από το Δικαστήριο κατά πόσο έτυχε στη ζωή του να μεταβεί στο Κτηματολόγιο απάντησε «Νομίζω έχω πάει, ναι, θυμούμαι ότι έχω πάει». Ήταν η θέση του ότι καμιά επιστολή δεν έχει λάβει από την Τράπεζα και υποστήριξε ότι από το τέλος του 2007 έχει εγκαταλείψει την κατοικία των γονέων του στη διεύθυνση που αναγράφεται στις επιστολές και ενοικιάζει διαμέρισμα στην οδό Κωστή Παλαμά 84, όπου συνεχίζει να διαμένει μέχρι σήμερα. Διατείνεται ότι ενημέρωσε προφορικά την Τράπεζα για την αλλαγή στη διεύθυνση της κατοικίας του αλλά δεν θυμάται αν αυτό έγινε τηλεφωνικά. Δ. Η Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Η Εναγόμενη 3 και ο Εναγόμενος 4 έκαμαν πολύ φτωχή εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρες της αλήθειας. Το Δικαστήριο είναι πεπεισμένο ότι έχουν μαρτυρήσει ψευδώς στην προσπάθεια τους να αποποιηθούν της ευθύνης που ανέλαβαν προς εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εταιρείας έναντι της Τράπεζας. Για κάθε έγγραφο το οποίο έφερε την υπογραφή τους ήταν η θέση τους πως ουδέποτε το διάβασαν και πως δεν είχαν ενημερωθεί για το περιεχόμενο του. Για τις επιστολές αρνήθηκαν τη λήψη οποιασδήποτε από αυτές. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται και απορρίπτει τη θέση της Εναγόμενης 3 ότι πίστευε πως η υποθήκη που υπόγραψε ήταν για τη χορήγηση φοιτητικού δανείου για τη θυγατέρα της. Στο έγγραφο υποθήκης αναφέρεται με έντονα γράμματα και το όνομα της Εταιρείας, ενώ το ποσό των €80.000 φαντάζει ιδιαίτερα υψηλό για φοιτητικό δάνειο το
  30. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 3 δεν εξήγησε κατά πόσο έλαβε το φοιτητικό δάνειο και πού κατατέθηκε το ποσό που αφορούσε. Δεν είχε κάτι υπόψη της, ο σύζυγος της ήταν υπεύθυνος για όλα, ανάφερε. Ούτε γνωρίζει πώς πληρωνόταν το φοιτητικό δάνειο. Πίστευε ότι αυτό γινόταν μέσω της Εταιρείας. Είναι αξιοσημείωτο πως η υποθήκη είναι της ίδιας ημερομηνίας με το έγγραφο εγγύησης που η Εναγόμενη 3 υπόγραψε και θα ήταν ακόμη πιο παράξενο να αντιλαμβανόταν ότι τα δύο έγγραφα δεν αφορούσαν το ίδιο ζήτημα. Ο Εναγόμενος 4 ανάφερε ότι ήταν φοιτητής μέχρι το 2005 και είχε άγνοια για τις εργασίες του πατέρα του. Τα επίδικα γεγονότα ανάγονται στο 2009, τέσσερα χρόνια μετά τη διεκπεραίωση των σπουδών του. Καθίσταται πρόδηλο πως κακόπιστα ενέπλεξε την φοίτηση του στο εξωτερικό για να φανεί πειστικός ότι δεν γνώριζε για τις εργασίες του πατέρα του. Ο Εναγόμενος 4 αρνήθηκε ότι είχε γνώση ότι ο πατέρας του υπόγραψε την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2008 εκ μέρους του, δεν εξήγησε όμως για ποιο άλλο λόγο είχε υπογράψει το πληρεξούσιο έγγραφο που χρησιμοποιήθηκε για την δήλωση της συγκεκριμένης υποθήκης και το ανέκκλητο πληρεξούσιο έγγραφο ίδιας ημερομηνίας προς την Τράπεζα. Περαιτέρω και πιο σημαντικό μεταγενέστερα υπόγραψε την επιστολή ημερ. 17.7.2009 (Τεκμ.18) από το περιεχόμενο της οποίας προκύπτει ότι αναγνώριζε και αποδεχόταν την πιο πάνω υποθήκη και συμφωνούσε στην διατήρηση της ισχύς της ως εξασφάλιση των νέων επίδικων διευκολύνσεων. Το Δικαστήριο απορρίπτει τη θέση του Εναγόμενου 4 ότι ενημέρωσε την Τράπεζα ότι η διεύθυνση της κατοικίας του είχε αλλάξει. Ο Εναγόμενος 4 απέφυγε να εξηγήσει πως πραγματοποιήθηκε η ενημέρωση που ήταν προφορική. Δεν θυμόταν κατά πόσο επισκέφθηκε κάποιο υποκατάστημα της Τράπεζας ή τηλεφώνησε. Το συμπέρασμα του Δικαστηρίου είναι ότι, μαρτυρώντας ψευδώς, δεν ήθελε να είναι συγκεκριμένος ώστε να δώσει στοιχεία για διερεύνηση του ισχυρισμού του από πλευράς της Τράπεζας και, ενδεχομένως, παρουσίαση αντικρουστικής μαρτυρίας. Περαιτέρω το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι ο Εναγόμενος 4, που παρουσίασε τον εαυτό του να μη γνωρίζει το ποσό που εγγυήθηκε και να μην συνειδητοποιεί ότι επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο για να υποθηκεύσει περιουσία του, ήταν τόσο επιμελής ώστε να ενημερώσει την Τράπεζα, αν πράγματι είχε αλλάξει διεύθυνση κατοικίας. Η απόρριψη των θέσεων των μαρτύρων υπεράσπισης δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην επιτυχία της αγωγής. Θα πρέπει να διαπιστωθεί κατά πόσο από τη μαρτυρία που προσέφερε η Τράπεζα έχει αποδείξει την αξίωση της. Ο Μακρή έκαμε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας της αλήθειας. Προκύπτει και από το περιεχόμενο των εγγράφων που παρουσιάστηκαν ότι ήταν παρών κατά την υπογραφή τους από τους Εναγομένους και συνεπώς θα μπορούσε να μαρτυρήσει κατά πόσο τους επεξηγήθηκε το περιεχόμενο τους. Ήταν ειλικρινής στο να αναφέρει ότι δεν είχε θύμηση των περιστάσεων και αυτό είναι φυσιολογικό μετά από τόσα χρόνια, λαμβανομένου υπόψη ότι επρόκειτο για υπόθεση ρουτίνας για το μάρτυρα ως υπάλληλο της Τράπεζας. Το Δικαστήριο αποδέχεται τη θέση του Μακρή ότι τα έγγραφα εξηγήθηκαν στους Ενάγοντες. Η Παντελή δεν αντεξετάστηκε και μετά τις παραδοχές των Εναγομένων 3 και 4 για τις υπογραφές τους η μαρτυρία της, που γίνεται αποδεχτή, δεν έχει σπουδαιότητα. Ο Άδωνη ήταν στην ουσία κομιστής εγγράφων. Δεν είναι η εκτίμηση του Δικαστηρίου ότι ο Άδωνη δεν ήταν ειλικρινής. Ωστόσο, στη γραπτή του δήλωση, αναφέρθηκε σε ζητήματα για τα οποία ήταν πρόδηλο ότι δεν είχε ιδία γνώση. Οι αναφορές του, ότι ο ένας ή ο άλλος λογαριασμός παρουσίαζε συγκεκριμένο χρεωστικό υπόλοιπο ή ότι με την μια ή την άλλη επιστολή ζητήθηκε να εξοφληθεί το χρεωστικό υπόλοιπο που παρουσίαζαν οι λογαριασμοί, δεν συνιστούν μαρτυρία που αποδεικνύει τα χρεωστικά υπόλοιπα. Ήταν πρόδηλο ότι ο Άδωνη μετέφερε ό,τι αναφερόταν στα έγγραφα που είχε στην κατοχή του. Το ζήτημα του ελέγχου των Καταστάσεων Λογαριασμών στο οποίο αναφέρθηκε αναλύεται πιο κάτω, όπως και το ζήτημα της αποστολής των προειδοποιητικών επιστολών και των επιστολών τερματισμού προς τους Εναγομένους. Ε. Οι Επίδικες Υποθήκες Οι δικηγόροι υπεράσπισης επιχειρηματολογούν ότι και οι τρεις επίδικες υποθήκες είναι παράνομες, άκυρες και ανεφάρμοστες και ότι θα πρέπει να ακυρωθούν και εξαλειφθούν γιατί δεν συμμορφώνονται με το άρθρο 21

(1)(γ) των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως 2018. Προνοείται ότι στη δήλωση υποθήκης πρέπει να αναφέρεται το χρηματικό ποσό που αφορά «.ομού μετά τυχόν συμφωνηθέντος τόκου επί του ποσού τούτου ή μέρους αυτού, εις ποσοστόν καθωρισμένον ή δυνάμενον να προσδιορισθή δι' αναφοράς εις οιονδήποτε έτερον ποσοστόν .». Δηλαδή ο τόκος πρέπει να είναι συγκεκριμένο ποσοστό ή το ποσοστό αυτό να μπορεί να προσδιοριστεί με αναφορά σε κάποιο άλλο ποσοστό. Στην υποθήκη Υ8876/2008 ήταν 2% πλέον το ποσοστό του τριμηνιαίου euribor. Στις άλλες δύο υποθήκες ήταν 3,5% πλέον ΒΕΧ ΕΜΠΟΡΙΚΗΣ που προφανώς τότε ήταν 5%. Δεν επιβάλλεται το άλλο ποσοστό να είναι συγκεκριμένο και σταθερό. Άλλωστε αν ήταν έτσι θα μπορούσε να προστεθεί σε οποιοδήποτε αριθμητικό ποσοστό και να καταγραφεί ένα σταθερό επιτόκιο. Σε σχέση και με τις τρεις υποθήκες οι δικηγόροι υπεράσπισης επιχειρηματολογούν ακόμα ότι η σημερινή Ενάγουσα δεν νομιμοποιείται σε οιαδήποτε απαίτηση της στη βάση τους γιατί ενυπόθηκος δανειστής ήταν η Emporiki προς όφελος της οποίας οι υποθήκες είχαν εγγραφεί. Το ζήτημα δεν ηγέρθηκε στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχωρίστηκε μετά την τροποποίηση και αντικατάσταση της Alpha ως Ενάγουσας αντί της Emporiki. Σε κάθε περίπτωση η θέση είναι ανυπόστατη. Έχει παρουσιαστεί το σχετικό δικαστικό διάταγμα ημερ. 13.3.2015 με το οποίο διατάχθηκε η συγχώνευση της Emporiki στην Alpha (Τεκμ.2). Αναφέρεται μεταξύ άλλων ότι «ΚΑΙ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΠΕΡΑΙΤΕΡΩ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ την, παραχώρηση και/ή την ανάθεση και/ή την εκχώρηση και/ή την μεταβίβαση από την Emporiki Bank - Cyprus Limited όλων των εξασφαλίσεων και/ή επιβαρύνσεων και/ή δεσμεύσεων προς όφελος της Emporiki Bank - Cyprus Limited επί παντός είδους περιουσιακών στοιχείων (οπουδήποτε και εάν αυτές είναι εγγεγραμμένες και/ή καταχωρημένες) στην Alpha Bank Cyprus Ltd χωρίς την οποιαδήποτε περαιτέρω συγκατάθεση και/ή έγκριση της Emporiki Bank - Cyprus Limited και/ή της Alpha Bank Cyprus Ltd και/ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου και ή άλλως πως». Επομένως, η Alpha έχει έκτοτε αποκτήσει τα ίδια δικαιώματα που είχε η Emporiki και μπορεί να διεκδικεί και να λαμβάνει τις ίδιες θεραπείες που θα μπορούσε να διεκδικήσει και επιτύχει η Emporiki. Είναι περαιτέρω η θέση της Υπεράσπισης ότι η υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2008 είναι άκυρη γιατί δεν υπογράφηκε από εξουσιοδοτημένο άτομο για τη σύναψη της. Υπενθυμίζεται ότι αυτή φέρεται να έχει υπογραφεί από τον Εναγόμενο 2 ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του Εναγόμενου 4 ιδιοκτήτη του ακινήτου που υποθηκεύτηκε. Ότι στην Έκθεση Απαίτησης δικογραφείται ότι αυτή δηλώθηκε από τον Εναγόμενο 4 δεν δημιουργεί ζήτημα. Η υποθήκευση ακινήτου γίνεται από τον εγγεγραμμένο ιδιοκτήτη του ακινήτου που υποθηκεύεται, που μπορεί να ενεργεί προσωπικά ή δια πληρεξουσίου αντιπροσώπου. Επιχειρηματολογούν οι δικηγόροι υπεράσπισης ότι, εφόσον δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε πληρεξούσιο έγγραφο με το οποίο ο Εναγόμενος 4 να πληρεξουσιοδοτεί τον Εναγόμενο 2 για να δηλώσει την υποθήκη, το συμπέρασμα πρέπει να είναι ότι αυτή συνάφθηκε και κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο παράνομα και λανθασμένα και ότι είναι άκυρη και ανεφάρμοστη και θα πρέπει να ακυρωθεί. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την επιχειρηματολογία των δικηγόρων υπεράσπισης. To άρθρο 10
(1)των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμων του 1965 έως 2018, που έτσι ίσχυε και κατά τους ουσιώδεις χρόνους, προνοεί ότι η δήλωση υποθήκης μπορεί να γίνει από αντιπρόσωπο του εγγεγραμμένου ιδιοκτήτη νοουμένου ότι ο αντιπρόσωπος αποδείξει στο Διευθυντή του Κτηματολογίου ότι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης «. παρέσχε εις αυτόν έγγραφον εξουσιοδότησην προσηκόντως κεκηρωμένην παρ' αρμοδίας τινός αρχής και χαρτοσεσημασμένην συμφώνως τες διατάξεσι του εκάστοτε εν ισχύ νόμου, προς διενέργεια της τοιαύτης δηλώσεως .. υποθήκης.» Ο Διευθυντής μπορεί να ζητήσει την προσαγωγή αποδείξεων και ακόμη να μην επιτρέψει τη διενέργεια της δηλώσεως εάν κατά τη γνώμη του υπάρχει ελάττωμα ή αμφιλογία αναφορικά με την εξουσιοδότηση ή αμφιβολία για την ταυτότητα του προσώπου που έδωσε την εξουσιοδότηση. Εφόσον η υποθήκη έχει εγγραφεί αυτό σημαίνει ότι ο Διευθυντής είχε ικανοποιηθεί συμφώνως του Νόμου και πως υφίστατο η κατάλληλη εξουσιοδότηση από τον Εναγόμενο 4. Ισχύει το τεκμήριο της νομιμότητας. Η καταχώριση της υποθήκης δεν έχει προσβληθεί. Αντίθετα ο Εναγόμενος 4 έχει προσυπογράψει την επιστολή ημερ. 17.7.2009 της Τράπεζας και συγκατατέθηκε όπως η συγκεκριμένη υποθήκη συνεχίσει να ισχύει και να εξασφαλίζει τις διευκολύνσεις της Τράπεζας προς την Εταιρεία. Αυτό εξυπακούει ότι αναγνώρισε ότι δηλώθηκε νομότυπα εξ ονόματος του. Σε σχέση με το επιτόκιο που θα μπορούσε να χρεωθεί σε σχέση με την υποθήκη ΥΧΧΧΧ/2008 εγείρεται ουσιαστικό ζήτημα γιατί το επιτόκιο ήταν κυμαινόμενο με αναφορά στο τριμηνιαίο euribor για τη διακύμανση του οποίου ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε. Αναφορά γίνεται μόνο στη μαρτυρία του Μακρή, ο οποίος ανάφερε ότι το euribor καθημερινά έχει μια διαφορετική τιμή. Ωστόσο, δεν ήταν σε θέση να αναφερθεί σε οποιαδήποτε τιμή καθ' οιονδήποτε χρόνο. Επομένως, δεν μπορεί να υπολογιστεί ο ορθός τόκος και θα μπορούσε να λογιστεί τόκος μόνο στη βάση του ποσοστού του 2%, δηλαδή ως εάν το euribor να ήταν μηδέν. Στ. Η Εγγύηση των Εναγομένων 3 και 4 Είναι η θέση των Εναγομένων 3 και 4 ότι εφόσον δεν ήταν διοικητικοί σύμβουλοι της Εταιρείας δικαιούνται στην προστασία που παρέχουν οι πρόνοιες των άρθρων 5 και 12 των περί Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμων του 2003 έως 2015 ως ίσχυαν και κατά τους ουσιώδεις χρόνους. Παραπονούνται ότι δεν τους παραδόθηκε από την Τράπεζα πριν την υπογραφή της εγγύησης γραπτή δήλωση με τα περιουσιακά στοιχεία της Εταιρείας. Ακόμα πως όταν, κατά την Τράπεζα, η Εταιρεία καθυστερούσε στην καταβολή τριών δόσεων δεν τους ενημέρωσε σχετικά. Το άρθρο 5 προνοεί ότι: «Προτού ο προτιθέμενος εγγυητής υπογράψει σύμβαση εγγύησης σε σχέση με την παραχώρηση δανείου για ποσό πέραν των πέντε χιλιάδων λιρών, ο προτιθέμενος πιστωτής παραδίδει ή διευθετεί την παράδοση στον προτιθέμενο εγγυητή ή σε πληρεξούσιο αντιπρόσωπό του· (α) επιστολή στην οποία αποκαλύπτονται και καταγράφονται τα ακόλουθα σχετικά με την παροχή της εγγύησης : - (
  1. i)Το ποσό του δανείου που παραχωρείται δυνάμει της συμφωνίας δανείου, τα επιτόκια και οποιαδήποτε άλλη ρύθμιση σε σχέση με τον τόκο και ο τρόπος και χρόνος αποπληρωμής της συνολικής οφειλής από τον πρωτοφειλέτη, (
  2. ii)το ποσό εκάστης δόσης αποπληρωμής σε περίπτωση αποπληρωμής του δανείου τμηματικώς και η ημερομηνία ή η προθεσμία εντός της οποίας αυτή καθίσταται πληρωτέα δυνάμει της συμφωνίας δανείου, (iii) το ποσοστό του τόκου που χρεώνεται δυνάμει της συμφωνίας δανείου σε περίπτωση υπερημερίας του πρωτοφειλέτη στην αποληρωμή του δανείου ή των δόσεων αποπληρωμής ή αθέτισης της υπόσχεσης ή υποχρέωσής του να το αποπληρώσει κατά τα διαλαμβανόμενα στην εν λόγω συμφωνία, (
  3. iv)σε περίπτωση ύπαρξης συνεγγυητών, τα ονόματά τους και κατά πόσο ο εγγυητής και έκαστος των συνεγγυητών του κεχωρισμένως, θα παρέχει την εγγύησή του στον πιστωτή σε σχέση με ολόκληρο το ποσό που αποτελεί υπόσχεση ή υποχρέωση του πρωτοφειλέτη να καταβάλει στον πιστωτή δυνάμει της συμφωνίας δανείου ή κατά πόσο ο εγγυητής θα παρέχει στον πιστωτή την εγγύησή του μόνο για καθορισμένο μέρος του εν λόγω ποσού. (β) γραπτή δήλωση του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη σχετικά με όλα τα περιουσιακά στοιχεία του προτιθέμενου πρωτοφειλέτη, περιλαμβανομένων των λεπτομερειών τυχόν επιβαρύνσεων της περιουσίας του που θα ισχύουν με τη σύναψη της συμφωνίας δανείου.» Ο Άδωνη ανάφερε πως δεν γνωρίζει κατά πόσο η Τράπεζα παράδωσε δήλωση των περιουσιακών στοιχείων της Εταιρείας προς τους εγγυητές. Στις επιστολές ημερ. 13.7.2009 (Τεκμ.17) επισυνάπτεται η αντίστοιχη Δήλωση Περιουσιακών Στοιχείων του εγγυητή που υπόγραφε. Ωστόσο, υπάρχει ενυπόγραφη δήλωση από κάθε εγγυητή ότι παρέλαβε αντίγραφο και της Δήλωσης Περιουσιακής Κατάστασης της Εταιρείας που η Εταιρεία είχε ετοιμάσει και δώσει στην Τράπεζα. Προκύπτει και είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι η Τράπεζα συμμορφώθηκε με τις υποχρεώσεις που ο Νόμος της επιβάλλει ως προτιθέμενου πιστωτή. Σε κάθε περίπτωση, σημειώνεται ότι ο Νόμος δεν αναφέρεται στις επιπτώσεις μη συμμόρφωσης με το άρθρο 5(β). Ούτε οι δικηγόροι υπεράσπισης εισηγούνται, στην γραπτή τους αγόρευση ότι προκύπτουν συγκεκριμένα επακόλουθα. Καθόσον αφορά την υποχρέωση ενημέρωσης των Εναγομένων 3 και 4 για την καθυστέρηση στην καταβολή των δόσεων διαπιστώνεται πως η Τράπεζα δεν είχε εκπληρώσει την υποχρέωση της αυτή. Το άρθρο 12 προνοεί ότι: «
(1)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να ενημερώνει χωρίς καθυστέρηση και γραπτώς τον εγγυητή με επιστολή του στη διεύθυνσή του που καταγράφηκε στη συμφωνία δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνσή του για κάθε καθυστέρηση καταβολής τριών τουλάχιστον δόσεων ...
(2)Σε κάθε σύμβαση εγγύησης, ο πιστωτής υποχρεούται να οχλήσει τον πρωτοφειλέτη σε κατάλληλο χρόνο με επιστολή του στη διεύθυνση που καταγράφηκε στη σύμβαση δανείου ή στην τελευταία γνωστή στον πιστωτή διεύθυνση του πρωτοφειλέτη καλώντας τον να εκπληρώσει τη δυνάμει της συμφωνίας δανείου υπόσχεση ή υποχρέωσή του να αποπληρώσει το δάνειο, η οποία αποτελεί αντικείμενο της σύμβασης εγγύησης, ανεξάρτητα από το κατά πόσο ο πρωτοφειλέτης ανέλαβε ή δεν ανέλαβε υποχρέωση δυνάμει της συμφωνίας δανείου να εκπληρώσει την εν λόγω υπόσχεση ή υποχρέωση κατόπιν οχλήσεως του πιστωτή: Νοείται ότι, στον όρο «κατάλληλος χρόνος», αποδίδεται η ίδια έννοια που αποδίδεται στον όρο στο άρθρο 48 του περί Συμβάσεων Νόμου, και το τι είναι κατάλληλος χρόνος, αποτελεί εν πάση περιπτώσει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, πραγματικό ζήτημα.
(3)Παράλειψη εκτέλεσης από τον πιστωτή, οποιασδήποτε υποχρέωσης που του επιβάλλεται κατά τα διαλαμβανόμενα στα εδάφια
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου: (α) θεωρείται παράλειψη τέλεσης πράξης που επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του πιστωτή προς τον εγγυητή μέσα στην έννοια του άρθρου 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, και απαλλάσσει τον εγγυητή σε περίπτωση που συνεπεία αυτής παραβλάπτεται, όπως προβλέπεται στο εν λόγω άρθρο, η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, (β) συνιστά εν πάση περιπτώσει, παραβίαση ουσιώδους όρου της σύμβασης εγγύησης από τον πιστωτή, σε σχέση με την οποία παρέχονται στον εγγυητή και πιστωτή, οι θεραπείες, οι υπερασπίσεις, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις, που παρέχονται δυνάμει του περί Συμβάσεων Νόμου σε σχέση με παραβίαση ουσιώδους όρου σύμβασης από αντισυμβαλλόμενο.» Το άρθρο 97 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 προνοεί ότι: «Αν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ιδίου του εγγυητή από τον Πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται». Το άρθρο 97 είναι πανομοιότυπο με το άρθρο 139 του The Indian Contract Act και είναι αντικείμενο εξέτασης στο σύγγραμμα του Pullock & Mulla Indian Contract and Specific Relief Acts, 11η Έκδ., 1994, Τόμος ΙΙ, σελ. 981-
  1. Αναφέρονται περιπτώσεις όπου υπάρχει απώλεια εμπράγματων εγγυήσεων του πρωτοφειλέτη. Το Δικαστήριο διαπιστώνει την απουσία οποιασδήποτε μαρτυρίας ότι η τελική ικανοποίηση της Εναγόμενης 3 ή και του Εναγόμενου 4 από την Εταιρεία έχει συνεπεία των παραβιάσεων υποστεί βλάβη, όπως προνοείται στο άρθρο 97 του Κεφ.
  2. Περαιτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει πως ούτε η Εναγόμενη 3 ούτε ο Εναγόμενος 4 επέλεξαν να τερματίσουν την επίδικη Συμφωνία Εγγύησης και δεν έχουν ασκήσει οποιοδήποτε δικαιώματα σε σχέση με την παραβίαση ουσιώδους όρου της επίδικης Συμφωνίας Εγγύησης. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η εγγύηση της Εναγομένης 3 και του Εναγόμενου 4 για τα χρέη της Εταιρείας που συνομολογήθηκε με την Συμφωνία Εγγυητήριο ημερ. 17.7.2009 είναι ισχυρή και δεσμευτική. Ζ. Οι Προειδοποιητικές Επιστολές και οι Επιστολές Τερματισμού Οι ισχυρισμοί της Τράπεζας που αφορούν στην αποστολή των επιστολών Τεκμ.20 - 27 εμπεριέχονται στις παρ. 22 - 25 της Έκθεσης Απαίτησης. Οι Εναγόμενοι τους αρνήθηκαν με την παρ.5 της Έκθεσης Υπεράσπισης τους. Στην έκταση που ήταν απαραίτητο στοιχείο για την υπόθεση της Τράπεζας να αποδείξει την παραλαβή ή την αποστολή οιασδήποτε επιστολής προς οιοδήποτε των Εναγομένων, το βάρος απόδειξης ήταν στους δικούς της ώμους. Οι Εναγόμενοι δεν είχαν το αποδειχτικό βάρος να δείξουν ότι δεν παράλαβαν τις επιστολές. Ότι κρίθηκαν αναξιόπιστοι και δεν έγινε αποδεχτό ότι ο Εναγόμενος 4 ειδοποίησε την Τράπεζα ότι άλλαξε διεύθυνση διαμονής, δεν αποδεικνύει ότι παρέλαβαν οιαδήποτε επιστολή. Η Εναγόμενη 3 αναφέρθηκε σε κάποιες επιστολές που παραδόθηκαν στην κατοικία της, όμως δεν είναι γνωστό ποιες ήταν. Στις παρ.24, 25, 26 και 27 της γραπτής του δήλωσης ο Άδωνη αναφέρει ότι οι προειδοποιητικές επιστολές και οι επιστολές τερματισμού απεστάλησαν από την τράπεζα προς τους Εναγομένους. Ο Άδωνη παρουσίασε αντίγραφα των επιστολών, που προδήλως ανηύρε στους σχετικούς φακέλους που παραδόθηκαν από την Emporiki στην Alpha, όμως αυτό δεν αποδεικνύει ότι αυτές προωθήθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο προς τους Εναγόμενους. Αντεξετάστηκε ο Άδωνη σχετικά και απάντησε, όπως αναμενόταν, ότι δεν είχε ή οποιαδήποτε εμπλοκή στην κατάρτιση ή αποστολή των επιστολών αυτών. Και ενώ στις προειδοποιητικές επιστολές Τεκμ.20 - 22 παρουσιάζεται η φωτοτύπηση μιας αναγραφής από την οποία ενδεχομένως να μπορεί κάποιος να συμπεράνει πως ίσως αυτές να ταχυδρομήθηκαν, τέτοιο στοιχείο δεν παρουσιάζεται στις επιστολές Τεκμ.23 - 27 που αφορούν στον τερματισμό των δύο επιδίκων συμβάσεων. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι υπάρχει έλλειψη θετικής μαρτυρίας ότι οι επιστολές τερματισμού ταχυδρομήθηκαν ή με διαφορετικό τρόπο αποστάληκαν ή παραδόθηκαν στους Εναγομένους. Ο Άδωνη με την δια ζώσης μαρτυρία του κατέστησε σαφές ότι οι αναφορές στη γραπτή του δήλωση ότι οι επιστολές αποστάληκαν δεν εδράζονται σε γνώση του, ούτε καν έμμεση ότι αυτό έγινε. Απλώς προέβαλε τη θέση περί αποστολής, όχι κακόπιστα, θεωρώντας ότι αυτό πρέπει να είχε γίνει. Στην Lombard Natwest Ltd v. Λαζαρίδη
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 1465, αποφασίστηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο στην στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης αποπληρωμής ήταν ο τερματισμός του λογαριασμού ενώ η ειδοποίηση προς τον πρωτοφειλέτη για αποπληρωμή επωδός της υποχρέωσης αυτής και όχι προϋπόθεση για την γένεση του δικαιώματος ανάκτησης του χρέους. Αναφέρθηκε ακόμα ότι στην περίπτωση τρεχούμενου λογαριασμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων ο τερματισμός του λογαριασμού συνιστά πράξη προσδιοριστική του χρέους και συναφώς των αντίστοιχων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων. Επομένως, στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού, ο τερματισμός του και ο καθορισμός του ποσού αποτελούν πράξη προσδιοριστική του ποσού το οποίο καθίσταται απαιτητό. Η αξίωση της Τράπεζας στην Lombard απορρίφθηκε γιατί απουσίαζε ολοσχερώς μαρτυρία η οποία να καταδείκνυε ότι ο λογαριασμός είχε τερματιστεί. Στην προκειμένη περίπτωση υπάρχει μαρτυρία ότι η Emporiki τερμάτισε και τις δύο επίδικες συμφωνίες. To γεγονός του τερματισμού μαρτυρείται από τις επιστολές τερματισμού. Η απόφαση για τερματισμό λήφθηκε και οι λογαριασμοί τερματίστηκαν. Άλλο αν δεν έχει αποδειχθεί ότι οι Εναγόμενοι ειδοποιήθηκαν προς τούτο. Αναφέρεται ακόμα στην Lombard πως η στοιχειοθέτηση της υποχρέωσης του πρωτοφειλέτη να καταβάλει το χρέος, αποτελεί προϋπόθεση για την ανάκτηση του από τον εγγυητή. Η υποχρέωση του εγγυητή είναι επάλληλη προς εκείνη του πρωτοφειλέτη. Καθίσταται υπόχρεος να καταβάλει το χρέος εφόσον αυτό καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη. Εφόσον στοιχειοθετείται η υποχρέωση του πρωτοφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους καθίσταται παράλληλα υπόλογος και ο εγγυητής για την αποπληρωμή του, χωρίς να παρίσταται ανάγκη, εκτός αν γίνεται πρόνοια περί του αντιθέτου, υποβολής αξίωσης από τον δανειστή προς τον εγγυητή να το αποπληρώσει. Και σε εκείνη την περίπτωση η παροχή ειδοποίησης δεν αποτελεί προϋπόθεση για τη γένεση του δικαιώματος, αλλά δευτερεύοντα όρο για την ευχέρεια ανάκτησης του χρέους. Για να είναι ο εγγυητής υπόχρεος να καταβάλει το χρέος και, συνεπώς, να μπορεί προς τούτο να εναχθεί, πρέπει να τηρούνται δύο προϋποθέσεις. To χρέος πρέπει να έχει καταστεί απαιτητό έναντι του πρωτοφειλέτη, να έχει δηλαδή ο πρωτοφειλέτης υποχρέωση για την αποπληρωμή του, και να έχει υποβληθεί αξίωση αποπληρωμής από το δανειστή προς τον εγγυητή εάν υφίσταται τέτοια πρόνοια στη συμφωνία εγγύησης. Στο έγγραφο εγγύησης που υπέγραψαν οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 αναφέρεται στον όρο 1 ότι: «Εγώ, ο πιο κάτω υπογεγραμμένος, με την παρούσα εγγυούμαι όλες τις υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη προς την Τράπεζα, είτε οι υποχρεώσεις αυτές είναι παρούσες ή μελλοντικές, είτε κατέστησαν είτε είναι πιθανό να καταστούν απαιτητές, είτε αυτές είναι προσωπικές ή κοινές με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα ή προκύπτουν από εγγύηση για τρίτο πρόσωπο ή πρόσωπα και είτε είναι άμεσες ή έμμεσες, αναλαμβάνω δε να σας πληρώσω μόλις μου το ζητήσετε οποιοδήποτε ποσό ήθελε καταστεί πληρωτέο σε σας σε σχέση με τις ρηθείσες υποχρεώσεις του Πρωτοφειλέτη ή οποιανδήποτε από αυτές, συμπεριλαμβανομένων τόκων, τραπεζικών χρεώσεων, δικηγορικών και άλλων εξόδων.» Καθίσταται πρόδηλο ότι η υποχρέωση των εγγυητών να πληρώσουν και συνεπώς να εναχθούν σε περίπτωση παράλειψης τους να το πράξουν προϋποθέτει την ζήτηση του ποσού από την Τράπεζα. Εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι οιονδήποτε ποσό ζητήθηκε από τους εγγυητές ή εναντίον τους αγωγή ως εγγυητών ήταν πρόωρη. Το ίδιο δεν ισχύει αναφορικά με τους Εναγομένους 3 και 4 ως ενυπόθηκους οφειλέτες. Οι υποθήκες αναφέρουν ότι υπόκεινται στους όρους του επισυνημμένου σε αυτές εγγράφου. Σύμφωνα με τον όρο 4 των εγγράφων υποθήκης που είναι επισυνημμένα σε κάθε υποθήκη: «Η Τράπεζα δικαιούται σε πρώτη ζήτηση και/ή από τη στιγμή που καταστεί πληρωτέο οποιοδήποτε ποσό που εξασφαλίζεται με την παρούσα υποθήκη, τέτοιο ποσό το οποίο δεν υπερβαίνει το ποσό που αναφέρεται στην παράγραφο 13 πιο κάτω και σε τέτοια περίπτωση υποχρεούμαι προσωπικά να πληρώσω το ποσό αυτό. Περαιτέρω, η Τράπεζα δικαιούται να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα, είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε με αγωγή μέσω Δικαστηρίου ή με άλλα δικαστικά μέτρα και/ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει κατά την απόλυτη κρίση της συμπεριλαμβανομένης και της πώλησης με προσφορές και/ή με ιδιωτική πώληση, χωρίς οποιαδήποτε ειδοποίηση προς εμένα και δύναται να χρησιμοποιεί το προϊόν της πώλησης αυτής προς εξόφληση μερικών ή όλων των υποχρεώσεων τις οποίες εξασφαλίζει η παρούσα υποθήκη ή οποιασδήποτε ή οποιωνδήποτε από αυτές και είτε αυτές αποτελούν άμεση υποχρέωση είτε προέρχονται από εγγύηση.» Συνεπώς θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο οιοδήποτε ποσό που εξασφαλιζόταν με τις υποθήκες έχει καταστεί πληρωτέο. Κατά πόσο δηλαδή η πρωτοφειλέτρια Εταιρεία χρωστούσε προς την Τράπεζα οιονδήποτε ποσό. Η. Οι Καταστάσεις των Επίδικων Λογαριασμών Σε σχέση με τις Καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών που παρουσιάστηκαν εγείρεται από την υπεράσπιση ζήτημα ότι αυτές δεν συνιστούν τραπεζικά βιβλία σύμφωνα με το άρθρο 22 του περί Απόδειξης Νόμου. Οι δικηγόροι των Εναγομένων βασίζουν την επιχειρηματολογία τους στο γεγονός ότι όλες οι πράξεις που αφορούν τους λογαριασμούς έλαβαν χώρα καθ' ον χρόνο η Τράπεζα λειτουργούσε ως Emporiki. Είναι σε χρόνο μεταγενέστερο και αυτής της καταχώρισης της παρούσας αγωγής που τις εργασίες της Emporiki ανέλαβε η Alpha. Το άρθρο 22 του περί Απόδειξης Νόμου στην έκταση που ενδιαφέρει προνοεί ότι: «
(1)Τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς άρθρoυ, αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικά βιβλία γίvεται δεκτό σε όλες τις voμικές διαδικασίες ως εκ πρώτης όψεως απόδειξη τέτoιας καταχώρισης και τωv θεμάτωv, δoσoληψιώv και λoγαριασμώv πoυ είvαι καταχωρισμέvα σ' αυτό.
(2)Αvτίγραφo καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί ότι κατά τo χρόvo της καταχώρισης τo βιβλίo ήταv έvα από τα συvήθη βιβλία της τράπεζας και η καταχώριση έγιvε κατά τη συvήθη και καvovική διεξαγωγή τωv εργασιώv και ότι τo βιβλίo βρίσκεται υπό τη φύλαξη και τov έλεγχo της τράπεζας. Μαρτυρία για τo πιo πάvω δύvαται vα δoθεί από διευθυvτή ή υπάλληλo της τράπεζας είτε πρoφoρικά είτε με έvoρκη δήλωση.
(3)Αvτίγραφo της καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίo δε γίvεται δεκτό ως απόδειξη δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, εκτός αv απoδειχθεί περαιτέρω ότι τo αvτίγραφo έχει συγκριθεί με τηv αρχική καταχώριση και διαπιστώθηκε ότι είvαι oρθό.» Όπως προειπώθηκε, η αιτία αγωγής ολοκληρώθηκε και άλλωστε και η αγωγή καταχωρίστηκε πριν την εμπλοκή της Alpha. H Alpha δεν είχε συμμετοχή στα επίδικα γεγονότα. Έχει αντικαταστήσει την Emporiki ως Ενάγουσα γιατί δικαιούται πλέον στα δικαιώματα της τελευταίας. Επομένως, η ουσία είναι κατά πόσο η Emporiki δικαιούτο στην αξίωση της. Εάν ναι τα ποσά μπορούν ενδεχομένως να επιδικαστούν και τα αξιούμενα διατάγματα να εκδοθούν υπέρ της Alpha. Εάν η αγωγή εκδικαζόταν πριν τον Μάρτιο του 2015 καμιά αναφορά δεν θα γινόταν στην Alpha. Οι Καταστάσεις Λογαριασμών που έχουν παρουσιαστεί εκδόθηκαν και εκτυπώθηκαν από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Alpha. Φέρουν την ονομασία και τα στοιχεία της Alpha. Έχουν δηλαδή παραχθεί μετά την συγχώνευση. Δεν πρόκειται για καταστάσεις που παράχθηκαν από την Emporiki κατά την περίοδο που λειτουργούσε ως Emporiki. Εφόσον δεν έγινε οιαδήποτε επέμβαση στα δεδομένα οι καταστάσεις που παρουσιάστηκαν θα έχουν το ίδιο περιεχόμενο με αυτές που θα μπορούσαν να είχαν παραχθεί από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Emporiki. Εγείρεται ζήτημα ακρίβειας της μεταφοράς των στοιχείων από το σύστημα της Emporiki στο σύστημα της Alpha, αλλά, και ίσως πιο σημαντικό, ζήτημα ορθότητας των δοσοληψιών όπως παρουσιάζονταν στο σύστημα της Emporiki πριν την εμπλοκή της Alpha. Η μαρτυρία για το επιμέρους ζήτημα προέρχεται από τον Άδωνη, που, υπενθυμίζεται δεν ήταν εργοδοτούμενος της Emporiki αλλά της Alpha και ανέλαβε την υπόθεση μετά τον Μάρτιο του 2015. Οι Μακρής και Παντελή που εργάζονταν στην Emporiki κατά τους ουσιώδεις χρόνους δεν αναφέρθηκαν στο επιμέρους ζήτημα. Στην παρ.30 της γραπτής του δήλωσης ο Άδωνη αναφέρει ότι: «Το τραπεζικό βιβλίο που τηρείται από την Ενάγουσα σε ηλεκτρονική μορφή ήταν και είναι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή από το άνοιγμα των πιο πάνω επίδικων λογαριασμών μέχρι και σήμερα, ένα από τα συνήθη τραπεζικά βιβλία της Ενάγουσας. Όλες οι καταχωρήσεις στο εν λόγω βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τους επίδικους λογαριασμούς έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας. Το τραπεζικό βιβλίο καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο βρισκόταν και εξακολουθεί να βρίσκεται φυλαγμένο στις κτιριακές εγκαταστάσεις της Ενάγουσας, υπό τον έλεγχο της Ενάγουσας. Έχω συγκρίνει τις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών της Εναγομένης αρ.1 που είναι στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή της Ενάγουσας και έχω διαπιστώσει ότι οι καταχωρήσεις των καταστάσεων λογαριασμού της Εναγομένης αρ.1 είναι ορθές και αντανακλούν επακριβώς τις καταχωρήσεις του ηλεκτρονικού Υπολογιστή. Έχω στη κατοχή μου τις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών τις οποίες προτίθεμαι να καταθέσω ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ και οι οποίες μετά από εντολή μου παρήχθηκαν και εκτυπώθηκαν από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή μου και αφού συγκρίθηκαν από εμένα με την αρχική καταχώρηση στον ηλεκτρονικό υπολογιστή διαπίστωσα ότι είναι ορθές.» Στη γραπτή δήλωση Άδωνη ο μάρτυρας αναφέρεται σε Ενάγουσα χωρίς να διευκρινίζει κατά πόσο εννοεί την Emporiki ή την Alpha. Από το περιεχόμενο των δηλώσεων του προκύπτει πως σε κάποιες περιπτώσεις εννοεί την μια και σε άλλες την άλλη. Όταν για παράδειγμα στην παρ.8 αναφέρει ότι η Ενάγουσα συμφώνησε να χορηγήσει στην Εταιρεία τραπεζικές διευκολύνσεις ασφαλώς και αναφέρεται στην Emporiki. Όμως, οι αναφορές του στην παρ.30 πιο πάνω αφορούν την Alpha. Αυτό καθίσταται πρόδηλο από το περιεχόμενο της παρ.29 που προηγείται και στην οποία δηλώνει ότι λόγω της υπηρεσίας του στην Ενάγουσα γνωρίζει ότι αυτή τηρεί τραπεζικά βιβλία σε ηλεκτρονική μορφή. Ο Άδωνη ποτέ δεν υπηρέτησε στην Emporiki. Επομένως, όταν δηλώνει ότι «οι καταχωρήσεις στο εν λόγω βιβλίο συμπεριλαμβανομένων και των καταχωρήσεων για τους επίδικους λογαριασμούς έγιναν κατά την συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Ενάγουσας» ασφαλώς και δεν αναφέρεται στους χρόνους που έγιναν οι καταχωρίσεις στους επίδικους λογαριασμούς από την Emporiki. Η περαιτέρω αναφορά του ότι έχει συγκρίνει τις καταστάσεις των επίδικων λογαριασμών και διαπίστωσε ότι καταχωρίσεις είναι ορθές και αντανακλούν επακριβώς τις καταχωρίσεις του ηλεκτρονικού υπολογιστή, λεκτικό που αναφέρεται στο άρθρο 22
(3)θα έχει αποδεικτική αξία νοουμένου ότι πρώτα ικανοποιηθεί η πρόνοια του άρθρου 22
(2). Ποιά η σημασία των δύο πρώτων προτάσεων της παρ.30 της γραπτής δήλωσης Άδωνη; Ασφαλώς καμία. Δεν γίνονταν καταχωρήσεις στα όποια βιβλία της Alpha όταν διεκπεραιώνονταν πράξεις στους επίδικους λογαριασμούς της Εταιρείας. Πράξεις ενδεχομένως καταχωρούνταν στα τραπεζικά βιβλία της Emporiki που, κατά την συγχώνευση, μεταφέρθηκαν με κάποιο τρόπο στην Alpha. Συνεπώς το μόνο που μπορούσε να συγκρίνει ο Άδωνη ήταν τις Καταστάσεις που παρουσίασε με ότι μπορούσε να δει στους ηλεκτρονικούς της υπολογιστές η Alpha. Κανένας μάρτυρας δεν ομίλησε για τραπεζικά βιβλία της Emporiki και κατά πόσο τέτοια τηρούνταν και πώς; Σε σχέση με αυτό το ζήτημα και την μεταφορά των δεδομένων από την Emporiki στην Alpha δόθηκε η εξής μαρτυρία από τον Άδωνη: «E. Να διευκρινίσω κάτι τότε. Το σύστημα το οποίο εσείς χειριστήκατε, είναι το ίδιο της Εμπορικής με την Alpha Bank, είναι το ίδιο και σήμερα; Αυτό θέλω να πω. A. Της τότε Εμπορικής; E. Ναι. A. Όχι, αυτό δεν μπορώ να το γνωρίζω. Αυτό που γνωρίζω είναι ότι με τη συγχώνευση και την απορρόφηση όλων των εργασιών της Εμπορικής Τράπεζας όλα αυτά τα δεδομένα έχουν μεταφερθεί στο ηλεκτρονικό σύστημα της Alpha Bank και από έκτοτε χειρίζονται ακριβώς με τον ίδιο τρόπο. E. Άρα εσείς, προσωπικά εσείς, κύριε μάρτυς, συμφωνείτε μαζί μου ότι δεν ελέγξατε το τραπεζικό βιβλίο της Εμπορικής, ότι σήμερα είναι ότι μεταφέρθηκε ακριβώς όπως αυτό ήταν, στην Alpha Bank; A. Όχι, έχουν γίνει πάμπολλοι έλεγχοι δύο χρόνια πριν τη συγχώνευση και για να γίνει συγχώνευση όλα αυτά έχουν διερευνηθεί, έχουν συγκριθεί με τα γραπτά και έγγραφα που είχανε στην κατοχή τους και γι' αυτό έχει γίνει σωστά η μεταφορά όλων των πληροφοριών. Δεν υπάρχει περίπτωση ‑‑ Δικαστήριο (προς μάρτυρα): Από κάποιο ειδικό τμήμα, όχι εσάς. Μάρτυρας: Από ειδικό που έκαμε τέτοιες εργασίες.». Η πιο πάνω μαρτυρία αφορά στην μεταφορά των στοιχείων από την Emporiki στην Alpha. Ο έλεγχος δεν έγινε από τον Άδωνη αλλά από άλλα πρόσωπα. Ο Άδωνη δεν είχε προσωπική γνώση σε σχέση με τον έλεγχο. Η θέση του ότι ο έλεγχος ήταν ορθός βασίζεται, ενδεχομένως, στη λογική ότι οι λειτουργοί στους οποίους ανατέθηκε η εργασία αυτή ενήργησαν επαγγελματικά και επιμελώς. Αναφέρθηκε: «E. Εγώ σου υποβάλλω ότι, κύριε μάρτυς, ότι δεν έχεις προσωπική γνώση αυτού του γεγονότος, ότι δηλαδή όντως έγινε απόλυτα ορθώς η μεταφορά των τραπεζικών βιβλίων από τη μια στην άλλη Τράπεζα. A. Έχουν γίνει με απόλυτο τρόπο και σωστό τρόπο.» Εάν αυτό που εννοούσε ο Άδωνη ήταν ότι ό,τι παρουσίαζαν οι καταστάσεις της Emporiki μεταφέρθηκαν χωρίς αλλοίωση στις καταστάσεις της Alpha, παραμένει το ουσιώδες ζήτημα κατά πόσο οι καταστάσεις της Emporiki αντικατόπτριζαν την ορθή εικόνα των οφειλών της Εταιρείας. Εάν αυτό που εννοούσε ήταν πως ελέγχθηκαν όλες οι καταχωρίσεις σε όλους τους λογαριασμούς που μεταφέρθηκαν στην Alpha με αντιπαραβολή με «τα γραπτά και έγγραφα που είχαν στην κατοχή τους» αυτοί που προέβηκαν στη σύγκριση, κάτι που φαντάζει εξωπραγματικό και δεν θα μπορούσε να γίνει αποδεκτό, και πάλι δεν ικανοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 22 ώστε οι καταστάσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου να συνιστούν τραπεζικό βιβλίο. Η «αρχική καταχώριση» στην οποία γίνεται αναφορά στο εδάφιο
(3)του άρθρου 22 είναι αυτή που πραγματοποιείται στο χρόνο που γίνεται η πράξη, χρέωση ή πίστωση, στο λογαριασμό. Όπως προνοείται στο εδάφιο
(2)«και η καταχώριση έγινε κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών . της Τράπεζας». Εδώ απουσιάζει μαρτυρία για την αρχική καταχώριση των δοσοληψιών συνεπώς ο έλεγχος ότι οι μεταφορές από την Emporiki στην Alpha ήταν ορθός δεν οδηγεί πουθενά. Για να μην του υποβάλλονται περαιτέρω ερωτήσεις επί του ζητήματος ο Άδωνη ανάφερε: «A. Απλά για ευκολία, δεν έχουμε τα παραστατικά που δικαιολογά την οποιανδήποτε πράξη που φαίνεται στους λογαριασμούς, έχουν μεταφερθεί κοντά μας τα στοιχεία των καταχωρήσεων. E. Αυτό που μου λες δηλαδή, κύριε μάρτυς, δεν μπορείς να μου πεις με ακρίβεια τι είναι ακριβώς η κάθε χρέωση; A. Τα πλείστα. E. Τι εννοείτε «τα πλείστα»; Υπάρχουν κάποια που μπορείτε; A. Ημερομηνία χρέωσης του λογαριασμού, έγινε μια χρέωση στον λογαριασμό, αλλά τι ήταν αυτό που χρεώθηκε δεν έχω το παραστατικό για να σας απαντήσω με ακρίβεια. Οι διάφορες χρεώσεις που φαίνονται καλύπτονται και μέσα που τη σύμβαση, όπου έδινε το δικαίωμα στην Τράπεζα για να χρεώνει τον λογαριασμό ανάλογα με διάφορες υπηρεσίες που πρόσφερε στη λειτουργία του λογαριασμού αυτού. Αυτό που θέλω να πω, καμία όμως διαμαρτυρία δεν υπάρχει, καμία καταχώρηση στον φάκελο που να διερωτάται κάποιος γιατί υπάρχουν αυτές οι καταχωρήσεις ή οτιδήποτε άλλο. E. Κύριε μάρτυς, εγώ σου υποβάλλω ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού, Τεκμήριο 28, είναι λανθασμένο. Πώς απαντάτε; ................................. Α. Είναι ορθές όλες οι καταστάσεις λογαριασμού, είναι ορθές και ελεγμένες, δεν υπάρχει κανένα λάθος.» Αυτό που προκύπτει από την πιο πάνω μαρτυρία είναι ότι η Alpha δεν έχει στην κατοχή της τα παραστατικά που θα μπορούσαν να δικαιολογήσουν τις διάφορες καταχωρίσεις στις δύο Καταστάσεις Λογαριασμών. Επομένως, θα έπρεπε να είχε αποδειχτεί ότι αυτό το οποίο η Alpha μετέφερε στο δικό της σύστημα ή στα δικά της τραπεζικά βιβλία ήταν τραπεζικά βιβλία της Emporiki. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι οι Καταστάσεις των δύο επίδικων λογαριασμών που παρουσιάστηκαν ως Τεκμ.28 και 29 δεν συνιστούν αντίγραφα καταχώρισης σε τραπεζικό βιβλίο γιατί, ακόμα και αν γίνει αποδεχτό ότι, με εξαίρεση την τελευταία σελίδα της κάθε Κατάστασης, το υπόλοιπο μέρος συνιστά στην ουσία του ακριβή αντιγραφή των καταστάσεων που διατηρούνταν στην Emporiki, ουδεμία μαρτυρία υπάρχει ότι εκείνες οι καταστάσεις, που δεν παρουσιάστηκαν, ήταν κατά το χρόνο των καταχωρίσεων ένα από τα συνήθη βιβλία της Emporiki και ότι οι καταχωρίσεις εγίνονταν κατά τη συνήθη και κανονική διεξαγωγή των εργασιών της Emporiki και ότι βρίσκονταν υπό τη φύλαξη και τον έλεγχο της Emporiki μέχρι και που παραδόθηκαν στην Alpha. Στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Coral Foods Ltd κ.ά
(2008)1(Β) Α.Α.Δ. 956, 965 αναφέρεται ότι το βάρος απόδειξης κάθε μέρους της απαίτησης, εφόσον αυτή αμφισβητείται, βαρύνει τον ενάγοντα ο οποίος θα πρέπει, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, να καταδείξει το βάσιμο της εκδοχής του. Η εφεσείουσα τράπεζα είχε παρουσιάσει την κατάσταση του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού δυνάμει του άρθρου 5Α
(1)του περί Απόδειξης Νόμου (έχει καταργηθεί με το Νόμο 32(I) του 2004) ως δήλωση που παράγεται από ηλεκτρονικό υπολογιστή. Τέτοιες δηλώσεις γίνονταν δεκτές ως απόδειξη γεγονότων που αναφέρονταν σε αυτές εφόσον ικανοποιούντο αριθμός προϋποθέσεων που αναφέρονταν και εκτιμούνταν ως προς τη βαρύτητα τους σύμφωνα με το άρθρο 5Β (που επίσης καταργήθηκε). Με αναφορά στην Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858 αναφέρθηκε ότι οι καταστάσεις ήταν ένα αποδεικτικό στοιχείο το οποίο υπόκειτο σε αξιολόγηση. Η διαπίστωση ότι η εφεσείουσα τράπεζα δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει συγκεκριμένες χρεώσεις που εμφανίζονταν σε αυτές οδήγησε στην απόρριψη της αξίωσης της. Στην Κόμπου ν. Universal Bank Ltd
(2009)1(A) Α.Α.Δ. 194 γίνεται αναφορά στην Μαρσέλ και σημειώνεται ότι αυτό που είχε τονιστεί στην υπόθεση ήταν ότι στοιχεία που εμπεριέχονται σε καταστάσεις λογαριασμών που παράχθηκαν από ηλεκτρονικό υπολογιστή δεν συνιστούσαν αδιαμφισβήτητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθεντο σε αυτές. Αποτελούσαν όμως αποδεικτικό στοιχείο που υπόκειτο σε αξιολόγηση και στο οποίο αποδίδεται η ανάλογη βαρύτητα λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων από τις οποίες θα μπορούσε να συναχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα ως προς την ακρίβεια των καταστάσεων. Στην Κόμπου διακρίθηκε η Coral γιατί στην Coral η τράπεζα δεν ήταν σε θέση να επεξηγήσει συγκεκριμένες χρεώσεις που βρίσκονταν στις καταστάσεις λογαριασμού και γιατί υπήρχε περί του αντιθέτου μαρτυρίας ως προς τις καταστάσεις λογαριασμού. Η θέση που προκύπτει από τη νομολογία είναι πως μια κατάσταση λογαριασμού, που δεν έχει αποδειχτεί ότι είναι τραπεζικό βιβλίο, δεν παύει από του να συνιστά μαρτυρικό υλικό η αποδεικτική αξία του οποίου μπορεί να αποτιμηθεί από το Δικαστήριο και, ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης να κριθεί ή να μη κριθεί ικανοποιητικό στοιχείο προς τεκμηρίωση της αξίωσης. Εάν το περιεχόμενο της αμφισβητηθεί και η τράπεζα δεν μπορεί με τη μαρτυρία που παρουσιάζει να δώσει εξηγήσεις για χρεώσεις που παρουσιάζονται σε αυτή ή υπάρχει μαρτυρία από την υπεράσπιση ότι συγκεκριμένες χρεώσεις είναι αδικαιολόγητες ή ότι παραλείπονται πιστώσεις οι οποίες θα έπρεπε να είναι καταχωρημένες η αντιμετώπιση της κατάστασης και η βαρύτητα που θα αποδοθεί από το Δικαστήριο σε αυτή μπορεί να είναι διαφορετική από την περίπτωση όπου δεν αμφισβητήθηκε καμιά συγκεκριμένη καταχώριση. Αντεξετάστηκε ο Άδωνη σε σχέση με χρεώσεις που παρουσιάζονται στις καταστάσεις του τρεχούμενου λογαριασμού και του ζητήθηκε να παρουσιάσει τα σχετικά παραστατικά. Ο μάρτυρας δεν είχε τα παραστατικά για να απαντήσει σε τι αφορούσε επακριβώς η κάθε χρέωση για την οποία ερωτήθηκε. Η εκταμίευση του δανείου, που ως γεγονός δικογραφείται στην παρ.13 της Έκθεσης Απαίτησης δεν έγινε παραδεκτή. Ο Άδωνη στην παρ.16 της γραπτής του δήλωσης ανάφερε πως ολόκληρο το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε. Δεν του υποβλήθηκε πως αυτό δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Ήταν ότι πιο απλό για την Εταιρεία και τον Εναγόμενο 2 διευθυντή της να το υποβάλουν και να το υποστηρίξουν αν αυτή ήταν η εκδοχή τους και η πραγματικότητα. Κάτι τέτοιο δεν έγινε. Συνεπώς και υπό τις περιστάσεις το Δικαστήριο αποδέχεται ότι το ποσό του δανείου εκταμιεύτηκε. Το χρέος που δημιουργήθηκε με την εκταμίευση του δανείου και οι τόκοι με τους οποίους το εκάστοτε υπόλοιπο επιβαρυνόταν δυνάμει των όρων της Συμφωνίας Δανείου είναι οφειλόμενα. Εναπόκειτο στην Εταιρεία στην περίπτωση που ήταν η θέση της ότι πέραν των πιστώσεων που αναφέρονται στην Κατάσταση του δανείου υπήρχαν και άλλες να το υποβάλει. Τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε. Οι μόνες υποβολές που έγιναν αφορούσαν την Κατάσταση του τρεχούμενου λογαριασμού. Άλλωστε η Τράπεζα το πίστωσε το ποσό του δανείου των €400.000 στον τρεχούμενο λογαριασμό, οπόταν και έτσι αποδεικνύεται ότι εκταμιεύτηκε προς όφελος της Εταιρείας. Δυστυχώς για την Τράπεζα ανάλογη προσέγγιση δεν μπορεί να γίνει στην περίπτωση του τρεχούμενου λογαριασμού. Η Τράπεζα είχε την υποχρέωση να αποδείξει τις χρεώσεις στον λογαριασμό και έχοντας αποτύχει να εντάξει τη μαρτυρία που προσκόμισε στα πλαίσια του άρθρου 22 του περί Απόδειξης Νόμου ώστε να εφαρμόζεται η πρόνοια του εδαφίου
(1)το έργο της κατέστηκε ιδιαίτερα δύσκολο. Ο Άδωνη δεν ήταν σε θέση να δικαιολογήσει οιαδήποτε ουσιαστική χρέωση και το δήλωσε ευθαρσώς ώστε να μην αναλώνεται άσκοπα ο δικαστικός χρόνος. Θ. Το Επιτόκιο στο Λογαριασμό του Δανείου Οι χρεώσεις των τόκων όπως και οποιαδήποτε άλλη επιβάρυνση σε λογαριασμούς πρέπει να είναι απότοκο των όρων των σχετικών συμφωνιών (βλ. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.ά.
(2009)1 (Α) Α.Α.Δ. 479 και Θεοδώρου ν Hellenic Bank Ltd
(2012)1 (Γ) Α.Α.Δ. 2059). Στον όρο 4 της Συμφωνίας Δανείου αναφέρεται ότι αν οποιοδήποτε ποσό που καθίστατο πληρωτέο δυνάμει της Συμφωνίας δεν πληρωνόταν την ημερομηνία που καθίστατο πληρωτέο η Εναγόμενη 1 θα πλήρωνε τόκο υπερημερίας 7% μεγαλύτερο από το συμβατικό επιτόκιο από την ημερομηνία που το ποσό καθίστατο πληρωτέο μέχρι την ημερομηνία εξόφλησης του. Επομένως, ήταν συμβατικό δικαίωμα της Τράπεζας να χρεώνει με επιτόκιο υπερημερίας 7% το χρεωστικό υπόλοιπο του δανείου εφόσον αυτό κατέστηκε πληρωτέο την 28.7.2011 και δεν είχε πληρωθεί. Οι περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων Νόμοι του 1999 έως 2015 προνοούν ότι (άρθρο 3): «(1α) Η επιβολή επιτοκίου υπερημερίας πέραν των δύο εκατοστιαίων μονάδων απαγορεύεται: Νοείται ότι, από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2014, το επιτόκιο υπερημερίας δεν δύναται να υπερβαίνει τις δύο εκατοστιαίες μονάδες. (1β) Σε περίπτωση σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, η οποία ήταν σε ισχύ ή τερματίστηκε κατά ή πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Ελευθεροποίησης του Επιτοκίου και Συναφών Θεμάτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, η επιβολή αυξημένου τόκου από την υπερημερία επί καθυστερημένης δόσης ή σε οποιοδήποτε ποσό καθυστέρησης ή υπέρβασης ορίου οποιασδήποτε άλλης μορφής σύμβασης πιστωτικής διευκόλυνσης, δημιουργεί μαχητό τεκμήριο για το πιστωτικό ίδρυμα, το οποίο έχει το βάρος αποδείξεως ότι ο επιβληθείς τόκος υπερημερίας αντιπροσωπεύει την πραγματική του ζημιά.» Το εδάφιο (1α) δεν ισχύει για την επίδικη περίπτωση όπου η Συμφωνία Δανείου τερματίστηκε την 28.7.
  1. Ισχύει το εδάφιο (1β). Μαρτυρία ότι ο τόκος υπερημερίας που επιβλήθηκε αντιπροσωπεύει την πραγματική ζημιά της Τράπεζας δεν έχει προσαχθεί, ωστόσο η επιβολή τόκου υπερημερίας και το ύψος του επιτοκίου υπερημερίας είχε συμφωνηθεί. Στην Ιωαννίδης κ.α. ν. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A484, Π.Ε. 1/2010, ημερ. 8.7.2014, επιδικάστηκε τόκος υπερημερίας 3% γιατί το συγκεκριμένο ποσοστό προνοείτο στη σχετική συμφωνία. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η Τράπεζα νομιμοποιείτο να χρεώνει τόκο υπερημερίας 7% από τον τερματισμό της Συμφωνίας Δανείου. Πριν τον τερματισμό του δανείου η Τράπεζα χρέωνε επιτόκιο 9%. Αυτό προκύπτει από την κατάσταση λογαριασμού του πρώτου εξαμήνου του 2011 αλλά και από το γεγονός ότι μετά τον τερματισμό με την προσθήκη του επιτοκίου υπερημερίας του 7% το συνολικό επιτόκιο έφτασε το 16%. Ωστόσο, η αύξηση από 8,5% σε 9% δεν έχει δικαιολογηθεί. Υπενθυμίζεται ότι η θέση του Άδωνη είναι ότι η μόνη αύξηση στο επιτόκιο έγινε με τον τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Ως εκ τούτου με την προσθήκη του επιτοκίου υπερημερίας το συνολικό επιτόκιο από τον τερματισμό στο οποίο δικαιούται η Τράπεζα είναι 15,5% μέχρι και την 25.11.2013 που αποφάσισε να διεκδικεί μόνο 10.75%. Ι. Η Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €427.702,02 με τόκο 15,5 % ετησίως επί του ιδίου ποσού από 28.7.2011 μέχρι 24.11.2013 και με τόκο 10,75% από 25.11.2013 μέχρι εξοφλήσεως του τόκου κεφαλαιοποιημένου δύο φορές ετησίως, την 30.6 και 31.12 εκάστου έτους. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 3 εκποίησης της υποθήκης ΥΧΧΧΧ/2009 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και διατάττεται όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί έναντι ή προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και τυχών υπόλοιπο να επιστραφεί στην Εναγόμενη
  2. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον της Εναγόμενης 3 ότι μέχρι την πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους η Ενάγουσα θα είναι η πληρεξούσια αντιπρόσωπος της με όλες τις εξουσίες που προβλέπει το Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερ. 17.7.
  3. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον του Εναγόμενου 4 εκποίησης της υποθήκης Υ8876/2008 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και διατάττεται όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί έναντι ή προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και τυχών υπόλοιπο να επιστραφεί στον Εναγόμενο
  4. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 4 ότι μέχρι την πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους η Ενάγουσα θα είναι η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του με όλες τις εξουσίες που προβλέπει το Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερ. 1.8.
  5. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον του Εναγόμενου 4 εκποίησης της υποθήκης ΥΧΧΧΧ/2009 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και διατάττεται όπως το προϊόν της πώλησης διατεθεί έναντι ή προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους και τυχών υπόλοιπο να επιστραφεί στον Εναγόμενο
  6. Περαιτέρω εκδίδεται διάταγμα εναντίον του Εναγομένου 4 ότι μέχρι την πλήρη εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους η Ενάγουσα θα είναι η πληρεξούσια αντιπρόσωπος του με όλες τις εξουσίες που προβλέπει το Πληρεξούσιο Έγγραφο ημερ. 17.7.
  7. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 3 και 4, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση των Εναγομένων 3 και 4 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 3 και 4, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Νοείται ότι εφόσον Απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν για τις κοινές εμφανίσεις η Ενάγουσα θα δικαιούται σε ένα σετ εξόδων. Η αγωγή εναντίον του Εναγομένου 2 απορρίπτεται. Επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Εναγομένου 2 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αγωγής, μειωμένα στο ¼, και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Final Αναφορά: Τραπεζικές Διευκολύνσεις cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.