← Κύπρος

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΒΑΣΑΣ ΚΕΛΛΑΚΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 137/2011, 30/11/2018

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΒΑΣΑΣ ΚΕΛΛΑΚΙΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 137/2011, 30/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A498 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 137/2011 Μεταξύ: xxxxxxxxxxxx ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ από τη Γερμανία Ενάγοντας και 1) ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΒΑΣΑΣ ΚΕΛΛΑΚΙΟΥ, από τη Βάσα Κελλακίου 2) ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, από τη Δημοκρατία Εναγόμενοι ----------------- (Αίτηση ημερ. 12/03/18 για παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού απόφασης) Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Εναγόμενους - Αιτητές: κα Σ. Καρακατσιάνη για Αργεντούλα Ιωάννου ΔΕΠΕ Για Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κ. Σ. Στυλιανού ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 12/01/211 και αφορά σε κατ' ισχυρισμό παράνομη επέμβαση των εναγομένων στο ακίνητο του ενάγοντα περί τον Σεπτέμβριο του 2009, στα πλαίσια της οποίας επέμβασης ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι του προκλήθηκε οικονομική ζημία ύψους €

  1. Αρχικά η αγωγή στρεφόταν εναντίον και των δύο εναγομένων, οι οποίοι, με χωριστούς δικηγόρους καταχώρησαν και εμφάνιση αλλά και υπεράσπιση στην αγωγή. Στην πορεία της υπόθεσης όμως, όπως θα εξηγήσω πιο κάτω, η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 αποσύρθηκε και παρέμεινε να εκκρεμεί μόνο σε σχέση με τους εναγόμενους
  2. Σημειώνω ότι πριν η αγωγή τεθεί ενώπιον μου στις 12/09/2017 για σκοπούς ακρόασης ως ο φυσικός της Δικαστής, της επιλαμβάνετο άλλος αδελφός Δικαστής, στο πινάκιο του οποίου είχε τεθεί η υπόθεση και ο οποίος το Σεπτέμβριο 2017 ανέλαβε άλλη δικαιοδοσία οπόταν και τις υποθέσεις του τις ανέλαβα εγώ. Προτού όμως τεθεί η υπόθεση στον εν λόγω αδελφό Δικαστή, αυτή είχε τεθεί ενώπιον άλλου αδελφού Δικαστή, ο οποίος όμως στις 26/04/2017 που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, αναγκάστηκε να εξαιρεθεί λόγω της εμπλοκής που ο ίδιος είχε στην υπόθεση κατά το χρόνο που ασκούσε το δικηγορικό λειτούργημα (βλ. πρακτικό 26/04/2017). Η απόφαση για εξαίρεση του προαναφερόμενου αδελφού Δικαστή δόθηκε στην παρουσία αμφότερων των δικηγόρων των μερών στους οποίους λέχθηκε ότι: «Οι δύο πλευρές θα ειδοποιηθούν από το Πρωτοκολλητείο για την νέα ημερομηνία κατά την οποία θα πρέπει να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου». Σύμφωνα με οδηγίες του έντιμου Διοικητικού Προέδρου του Ε.Δ. Λεμεσού, η υπόθεση τέθηκε ενώπιον του αδελφού Δικαστή το πρόγραμμα του οποίου ανέλαβα το Σεπτέμβριο του 2017 και ο οποίος έδωσε οδηγίες στις 02/05/2017 όπως ειδοποιηθούν οι δικηγόροι των διαδίκων για να προσέλθουν ενώπιον του στις 17/05/2017 ώστε να προγραμματίσει εκ νέου την υπόθεση. Σύμφωνα με υπογραμμένο σημείωμα που καταχώρησε στο φάκελο της υπόθεσης ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής, αμφότεροι οι δικηγόροι των μερών ενημερώθηκαν για την ημερομηνία της 17/05/2017 και ειδικότερα, σε σχέση με τους εναγόμενους 1, ενημερώθηκε τηλεφωνικώς συγκεκριμένη δικηγόρος από το γραφείο που τους εκπροσωπούσε, το όνομα και τηλέφωνο της οποίας καταγράφονται στην ειδοποίηση του Πρωτοκολλητή. Στις 17/05/2017 που είχε οριστεί η υπόθεση, εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου δικηγόρος τόσο από πλευράς εναγόντων όσο και από πλευράς εναγομένων 1 και αμφότεροι ζήτησαν, σύμφωνα με το σχετικό πρακτικό, όπως η υπόθεση οριστεί για ακρόαση. Το αίτημα εγκρίθηκε και η υπόθεση ορίστηκε στις 12/09/2017 και ώρα 11:00 για ακρόαση. Οι δικογραφημένες θέσεις των μερών καθώς και το ιστορικό της διαδικασίας μέχρι και τις 12/10/2017 που εξέδωσα τελική απόφαση ερήμην των εναγομένων 1, το έχω καταγράψει στην εν λόγω απόφαση μου. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Σύμφωνα με την εκδοχή του ενάγοντα, ., κατά την παράνομη επέμβαση στο ακίνητο του περί τον Σεπτέμβριο 2009, επέμβαση η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα, αποκόπηκαν παράνομα επτά

(7)ελαιόδεντρα, τα οποία επίσης ανήκαν στον ενάγοντα, με αποτέλεσμα αυτός να υποστεί ζημιά €1470 υπό την μορφή «απώλειας εισοδημάτων λόγω απώλειας παραγωγής και/ή κάρπωσης...ελαίων και/ή ελαιόλαδου...για 7 χρόνια». Την εν λόγω ζημιά, την οποία ο ενάγοντας αξιώνει επιπρόσθετα των υπόλοιπων απαιτήσεων του που αφορούν σε δηλώσεις και διατάγματα Δικαστηρίου για άρση της επέμβασης, παράδοση ελεύθερης κατοχής του επηρεαζόμενου μέρους του ακινήτου και απαγόρευσης οποιασδήποτε μελλοντικής επέμβασης, ο ενάγοντας την στηρίζει στη βάση έκθεσης που ετοίμασε ο ειδικός γεωπόνος - εκτιμητής Παναγιώτης Λανίτης . τον οποίο ο ενάγοντας προσέλαβε για το σκοπό αυτό καταβάλλοντας το ποσό των €
  1. Η αμοιβή του ΜΕ1, συγκαταλέγεται και αυτή στις ειδικές αξιώσεις του ενάγοντα οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €
  2. Σημειώνω εδώ ότι το μέρος των αξιώσεων του ενάγοντα που αφορούσε σε επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για παράνομη επέμβαση στο ακίνητο του εγκαταλείφθηκε κατά την ακρόαση. Σημειώνω επίσης ότι, πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και συγκεκριμένα στις 28/11/14, μετά από δηλώσεις των συνηγόρων των μερών, με τη σύμφωνη γνώμη και του Κοινοτάρχη των εναγομένων 1, ότι η επέμβαση στο ακίνητο του ενάγοντα έγινε χωρίς την οποιαδήποτε εμπλοκή ή άλλως πως συμμετοχή του εναγομένου 2, η αγωγή σε σχέση με τον εναγόμενο 2 αποσύρθηκε και απορρίφθηκε. Η εκδοχή των εναγομένων 1, όπως αυτή προβλήθηκε μέσω της υπεράσπισης που καταχώρησαν στις 27/9/11, ήταν ουσιαστικά ότι σε καμία επέμβαση στο ακίνητο του ενάγοντα προέβησαν αφού οι εργασίες τους αφορούσαν σε «καθαρισμό του αργακιού που συνορεύει με το επίδικο ακίνητο αλλά και στην διαδικασία διαπλάτυνσης και εγγραφής σε δημόσιο δρόμο του μονοπατιού που εφάπτεται στη βόρεια πλευρά του επίδικου τεμαχίου». Σε κάθε περίπτωση και διαζευκτικά, οι εναγόμενοι 1 ισχυρίστηκαν στην υπεράσπιση τους ότι, αν ήθελε αποδειχτεί ότι επενέβηκαν στο ακίνητο του ενάγοντα με οποιοδήποτε τρόπο, τέτοια επέμβαση δεν ήταν παράνομη, αφού, αφ' ενός είχαν λάβει σχετική συγκατάθεση από την εταιρεία RICONIA ENTERPRISES LTD η οποία, μέχρι και τον Φεβρουάριο 2009 που οι εναγόμενοι έλεγξαν το κτηματολογικό μητρώο, παρουσιαζόταν ως η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου και αφ' ετέρου, διότι η επέμβαση ήταν αναγκαία λόγω της υποχρέωσης των εναγομένων 1 «δυνάμει και σύμφωνα με τις προσταγές του Νόμου για πρόληψη των πυρκαγιών...» Ισχυρίστηκαν τέλος οι εναγόμενοι 1 στην υπεράσπιση τους ότι, η αγωγή του ενάγοντα θα πρέπει να απορριφθεί γιατί οι ενέργειες τους δεν του προκάλεσαν οποιαδήποτε ζημιά αλλά αντίθετα, αυτός απεκόμισε όφελος, αφού, η αξία του προηγουμένως περίκλειστου και κατ' επέκταση «άχρηστου» ακινήτου του αυξήθηκε μετά τη διαπλάτυνση του δρόμου. Επικαλέστηκαν επίσης ως πρόσθετους λόγους απόρριψης της αγωγής, την κατ' ισχυρισμό παράλειψη του ενάγοντα να τους ενημερώσει για την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου, να συμμορφωθεί με τις φορολογικές υποχρεώσεις που βάραιναν το ακίνητο καθώς και να μεριμνήσει για τη συντήρηση και πυροπροστασία του. Στις 28/11/14, με τις δηλώσεις των συνηγόρων των μερών, στη παρουσία και με τη σύμφωνο γνώμη του Κοινοτάρχη των εναγομένων 1, υπήρξε σημαντικός περιορισμός των επιδίκων θεμάτων της υπόθεσης. Συγκεκριμένα, δηλώθηκε ότι η επέμβαση στο ακίνητο του ενάγοντα περί το Σεπτέμβριο 2009, έγινε από τους εναγομένους 1, χωρίς όμως να ληφθεί η συγκατάθεση του ενάγοντα, ο οποίος και ήταν, κατά τον εν λόγω χρόνο, ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου, ότι εκ λάθους οι εναγόμενοι προχώρησαν στη βάση της συγκατάθεσης της εταιρείας Riconia αφού, κατά το χρόνο της επέμβασης, η εν λόγω εταιρεία δεν ήταν πλέον ιδιοκτήτης του ακινήτου και ότι η επέμβαση των εναγομένων 1 στο ακίνητο του ενάγοντα, «εν τέλει ήταν παράνομη». Στη βάση των εν λόγω δηλώσεων, αφ' ενός αποσύρθηκε η αγωγή εναντίον του εναγόμενου 2 και αφ' ετέρου, συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων ότι: «1) Το επίδικο μέρος του ακινήτου είναι πλέον ελεύθερο να το κατέχει, να το χρησιμοποιεί και να το καρπώνεται ο ενάγοντας. 2) Το Κοινοτικό συμβούλιο θα απομακρύνει τον αγωγό ομβρίων υδάτων που βρίσκεται μέσα στο τεμάχιο...» Μετά την πιο πάνω δήλωση στο Δικαστήριο, το μόνο που παρέμεινε πέραν της υλοποίησης της συμφωνίας ήταν το θέμα των αποζημιώσεων του ενάγοντα. Μέχρι και την 12/9/17 όμως, που η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση, ούτε το ένα, ούτε το άλλο θέμα είχαν διευθετηθεί. Παρά το ότι η ημερομηνία και ώρα της ακροαματικής διαδικασίας στις 12/9/17, ήταν εις γνώση των εναγομένων 1, εφόσον ήταν παρόντες κατά την προηγούμενη δικάσιμο όταν ορίστηκε η υπόθεση, εντούτοις κατά τις 12/9/17, ουδείς εμφανίστηκε εκ μέρους τους. Ως εκ τούτου, η ακρόαση προχώρησε στην απουσία τους με την προσκόμιση μαρτυρίας από πλευράς ενάγοντα, ο οποίος κάλεσε δύο μάρτυρες. Σημειώνω εδώ ότι, ούτε και κατά τις επόμενες δύο ημερομηνίες που συνεχίστηκε η υπόθεση με την κατάθεση μαρτυρίας από την πλευρά του ενάγοντα ήτοι στις 15/9/17 και 25/9/17, επιδείχθηκε οποιαδήποτε διάθεση εμφάνισης των εναγομένων 1 και προώθησης της υπεράσπισης τους και αυτό παρά το ότι είχαν κληθεί από το Δικαστήριο πριν την έναρξη της κάθε δικασίμου με αποτέλεσμα η μαρτυρία από πλευράς ενάγοντα, να παραμείνει αναντίλεκτη..» Τα όσα έλαβαν χώρα στις 12/09/2017 αναφέρονται στο ανωτέρω απόσπασμα της απόφασης μου και δεν θα τα επαναλάβω. Υπενθυμίζω απλά ότι το Δικαστήριο επιλήφθηκε της υπόθεσης στις 12:00 η ώρα, παρόντες ήταν μόνο ο ενάγοντας με τον δικηγόρο του οι οποίοι δήλωσαν έτοιμοι να προχωρήσουν με την ακρόαση, ενώ από πλευράς εναγομένων 1 δεν υπήρξε καμία εμφάνιση παρά το ότι είχαν κληθεί. Ζήτησε τότε ο δικηγόρος των εναγόντων όπως προχωρήσει με την μαρτυρία του πελάτη του, εφόσον ούτε εκείνος, ως ανέφερε, είχε καταφέρει να εντοπίσει τους εναγόμενους 1 ή τους δικηγόρους τους, οπόταν και η υπόθεση ξεκίνησε και προχώρησε στην απουσία των τελευταίων. Η ακρόαση όμως δεν τελείωσε εκείνη την ημέρα αφού κρίθηκε αναγκαίο όπως προσκομιστεί περαιτέρω μαρτυρία από πλευράς ενάγοντα. Ως εκ τούτου, η υπόθεση ορίστηκε στις 15/09/2017 καθώς και στις 25/09/2017, όταν και δεύτερος μάρτυρας κλήθηκε να καταθέσει από πλευράς ενάγοντα. Και στις δύο αυτές ημερομηνίες επιχειρήθηκε να εντοπιστεί η πλευρά των εναγομένων 1, οι οποίοι φωνάχθηκαν από τα μεγάφωνα του Δικαστηρίου, όμως και πάλι δεν εμφανίστηκαν. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πλευράς του ενάγοντα στις 25/09/17, η απόφαση επιφυλάχθηκε και δόθηκε στις 12/10/
  3. Πέντε μήνες αργότερα, στις 12/03/2018 δηλαδή, οι εναγόμενοι καταχώρησαν δύο αιτήσεις με τις οποίες ζητούσαν αφ' ενός παράταση του χρόνου καταχώρησης αίτησης παραμερισμού της απόφασης ημερ. 12/10/2017 και αφετέρου την αναστολή της εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης μέχρι εκδίκασης της αίτησης παράτασης και της όποιας μεταγενέστερης αίτησης παραμερισμού. Στην πορεία, κατόπιν δέσμευσης της πλευράς του ενάγοντα ότι δεν θα προχωρούσαν με μέτρα εκτέλεσης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης παράτασης, η αίτηση για αναστολή αποσύρθηκε και προς εκδίκαση παρέμεινε μόνο η υπό κρίση αίτηση παράτασης. Η εν λόγω αίτηση, η οποία εδράζεται επί των Δ.33 Θ.3 και 5 και Δ.57.Θ.2, υποστηρίζεται από Ε/Δ του Προέδρου των εναγομένων 1, ο οποίος εδράζει το αίτημα για παράταση στους εξής ισχυρισμούς: Α) Από τις 26/04/2017 που ο τότε φυσικός Δικαστής της υπόθεσης εξαιρέθηκε, ούτε οι εναγόμενοι 1 ούτε οι δικηγόροι τους ενημερώθηκαν για οποιαδήποτε νέα ημερομηνία εφόσον ανέμεναν να ειδοποιηθούν σχετικά από το Πρωτοκολλητείο ως οι οδηγίες της 26/04/
  4. Σύμφωνα με τον ομνύοντα, η δικηγόρος που ο Πρωτοκολλητής αναφέρει ότι ενημέρωσε για την ημερομηνία της 17/05/2017, αρνείται ότι έλαβε ποτέ τέτοια ενημέρωση, ενώ η δικηγόρος που εμφανίστηκε στις 17/05/2017, αν και ήταν δικηγόρος στο γραφείο της κας Ιωάννου που εκπροσωπεί τους εναγόμενους, εντούτοις «.ήταν ασκούμενη.(και). δεν είχε οδηγίες ούτε ήταν εξουσιοδοτημένη από την κα. Ιωάννου ή από άλλο δικηγόρο να εμφανιστεί για την παρούσα υπόθεση, ούτε κρατούσε το φάκελο της αγωγής μαζί της.εμφανίστηκε βεβιασμένα και χωρίς να πάρει άδεια από τον δικηγόρο του γραφείου .(και).διέφυγε σε αυτήν να πληροφορήσει το γραφείο για την δοθείσα από το Δικαστήριο ημερομηνία». Ουσιαστικά ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι η εν λόγω ασκούμενη δικηγόρος κατ' αρχή παρασύρθηκε από το δικηγόρο των εναγόντων να θεωρήσει ότι υπήρξε συνεννόηση με το γραφείο της για να εμφανιστεί στις 17/05/2017 και στη συνέχεια ξέχασε να ενημερώσει για τη σχετική ημερομηνία. Β) Όταν οι εναγόμενοι 1 έλαβαν στις 28/12/2017 κάποιο έγγραφο από το Ε. Δ. Λεμεσού δεν αντιλήφθηκαν τι ήταν, οπόταν «έσπευσαν αμέσως να ενημερώσουν» τους δικηγόρους τους ώστε να τους το εξηγήσουν. Σύμφωνα με τον ομνύοντα «Όπως τώρα αντιλαμβάνομαι όπως με έχουν ενημερώσει και συμβουλεύσει οι δικηγόροι μου, είναι απόφαση Δικαστηρίου με την οποία μεταξύ άλλων διατάσσονται οι εναγόμενοι αρ.1 να πληρώσουν το ποσό των €1770,00 πλέον τόκους καθώς και όπως παραδώσουν ελεύθερη την κατοχή μέρους του ακινήτου που αναγράφεται επί της εν λόγω απόφασης». Ισχυρίζεται δε ο ομνύοντας, για να δικαιολογήσει το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από τις 28/12/2017 που έλαβε το «έγγραφο από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού» μέχρι και τις 12/03/2018 που αντιλήφθηκε τι ήταν και που καταχώρησε την παρούσα, ότι: i. Από 28/12/2017 έως 08/01/2018 το δικηγορικό γραφείο της κας Ιωάννου ήταν κλειστό λόγω των διακοπών των Χριστουγέννων. ii. Από τις 08/01/2018 έως τις 12/03/2018 που καταχωρήθηκε η παρούσα δεν υπήρξε ουσιαστική επικοινωνία με τους δικηγόρους διότι η κα. Ιωάννου επιβαρύνθηκε με ένα τεράστιο όγκο εργασίας καθώς και σωρεία άλλων προβλημάτων. Ο λόγος ήταν διότι από τις 08/01/2018 έως τις αρχές Μαρτίου 2018 η κα. Ιωάννου απουσίαζε επειδή είχε αποβιώσει ο σύζυγος της και ο άλλος δικηγόρος του γραφείου στον οποίο είχε ανατεθεί η υπόθεση απουσίαζε για προσωπικούς του λόγους και από τις αρχές Μαρτίου του 2018 και εντεύθεν, η κα. Ιωάννου απουσίαζε εκ νέου λόγω προβλημάτων υγείας του πατέρα της, ο οποίος απεβίωσε στις 09/03/2018, και ο άλλος δικηγόρος στον οποίο ανατέθηκε η υπόθεση, εγκατέλειψε το γραφείο χωρίς προειδοποίηση. Συνεπεία των πιο πάνω προβλημάτων, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, η κα. Ιωάννου δεν μπόρεσε μέχρι τις αρχές Μαρτίου να του εξηγήσει τι είχε γίνει ή τι σήμαινε το έγγραφο που είχε λάβει εξ' ου και η πρώτη αναγκάστηκε να αναθέσει την υπόθεση σε άλλη, τρίτη δικηγόρο του γραφείου της, την κα. Καρακατσιάνη, η οποία διενήργησε έρευνα στο φάκελο της υπόθεσης για να μάθει τι είχε γίνει και η οποία ακολούθως καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση. Γ) Η καταχώρηση αίτησης παραμερισμού της εκδοθείσας απόφασης εντός της προθεσμίας των 15 ημερών που επιβάλλει η Δ.33 Θ.5 ήταν ανέφικτη διότι «θα έπρεπε να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την 25/09/17, δηλαδή πριν ακόμη εκδοθεί η επίδικη απόφαση». Στην αντίπερα όχθη η πλευρά του ενάγοντα καταχώρησε ένσταση στην αίτηση, επικαλούμενη την αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση οποιουδήποτε δικονομικού διαβήματος για παραμερισμό της απόφασης, το κακόπιστο και καταχρηστικό της αίτησης καθώς και το ότι η όλη συμπεριφορά και παραστάσεις των εναγομένων 1, τόσο πριν όσο και μετά την έκδοση της απόφασης, δεν δικαιολογούν έγκριση του αιτήματος. Είναι δε η θέση του ομνύοντα της ένστασης ότι μετά και τις δηλώσεις των μερών στις 28/11/2014, το μόνο που παρέμεινε να αποφασιστεί ήταν οι αποζημιώσεις που δικαιούνταν οι ενάγοντες και για το θέμα αυτό οι εναγόμενοι 1 καμία καλή υπεράσπιση έχουν καταδείξει. Πρόσθετα τούτου, προβάλλεται ότι οι ισχυρισμοί των εναγομένων 1 ότι δεν ενημερώθηκαν για την ακρόαση εγκαίρως και ότι για τρεις μήνες δεν αντιλήφθηκαν ότι το «έγγραφο» που παρέλαβαν ήταν δικαστική απόφαση, στερούνται πειστικότητας και κάθε μορφής ερείσματος. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προέβαλαν την επιχειρηματολογία τους μέσω γραπτών αγορεύσεων. Για ανεξήγητο λόγο η πλευρά του ενάγοντα αγόρευσε επί του κατά πόσο θα δικαιολογείτο να δοθεί αναστολή εκτέλεσης της απόφασης, το οποίο ήταν το αντικείμενο της αίτησης που αποσύρθηκε, παρά κατά πόσο θα πρέπει να δοθεί παράταση χρόνου που είναι το αντικείμενο της υπό κρίση αίτησης. Σε κάθε περίπτωση όμως, το θέμα αυτό είναι άνευ σημασίας εφόσον οι θέσεις του ενάγοντα αναπτύσσονται πλήρως στην ένσταση του και οι αγορεύσεις των μερών συνιστούν απλά νομική επιχειρηματολογία. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Οι νομικές αρχές που αναφέρονται πιο κάτω και αφορούν στο υπό εξέταση θέμα, καταδεικνύουν ξεκάθαρα ότι η ακύρωση απόφασης που εκδίδεται στην απουσία διαδίκου, όπως και η έγκριση αιτήματος για παράταση του χρόνου καταχώρησης τέτοιας αίτησης παραμερισμού, αποτελούν ζητήματα που εμπίπτουν στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ (βλ. Χρύσανθου κ.ά. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 ΑΑΔ 1129 και Mαρκίδης Tάσος ν. Eλληνικής Tράπεζας (Xρηματοδοτήσεις) Λτδ.
(2001)1 ΑΑΔ 898). Η νομολογία επισημαίνει κατά πρώτο την αυστηρότητα με την οποία θα πρέπει να προσεγγίζεται το θέμα συμμόρφωσης του αιτητή με την προθεσμία των 15 ημερών από τη δίκη ως επιβάλλει η Δ.33 Θ.5[1] (βλ. Ann-Clair Developments Ltd ν. Στέλιου Kυριακίδη
(1999)1 ΑΑΔ 537 και Mαρκίδης ανωτέρω). Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Evand Promotions Ltd. κ.ά. ν. Frank Rutman (Aρ. 2)
(1998)1 ΑΑΔ 2123, «.Η τήρηση των προθεσμιών και γενικά των κανόνων που διέπουν τη λήψη δικαστικών μέτρων, αποτελεί παράγοντα, ο οποίος άπτεται σε κάθε περίπτωση των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Το ότι η απόδειξη της υπόθεσης ερήμην του αιτητή, έγινε σε περισσότερες από μια δικάσιμο, δεν μεταβάλλει ούτε την έννοια της δίκης, ούτε συνιστά αναβολή της υπόθεσης και ούτε επιβάλλει την εκ νέου ειδοποίηση της πλευράς που παρέλειψε να εμφανιστεί. Μία είναι η ημερομηνία που ορίζεται για τη δίκη για σκοπούς της Δ.33 και η μη εμφάνιση κατά την ορισθείσα ημερομηνία, ενεργοποιεί τις πρόνοιες της Δ.33 Θ.
  1. Απ' εκεί και πέρα μπορεί να προσαχθεί η οποιαδήποτε μαρτυρία αυθημερόν ή σε περισσότερες της μιας ημερομηνίες, ή σε άλλη ημερομηνία, ανάλογα με τις ανάγκες της περίπτωσης και τα όσα ακολουθούν δεν μπορούν να ταξινομούνται ως δίκη. Ο ορισμός νέας ημερομηνίας στα πλαίσια της ενάσκησης της διακριτικής εξουσίας από το Δικαστήριο ή ακόμα το γεγονός της μη συμπλήρωσης της απόδειξης σε μια ημερομηνία, δεν την αποχαρακτηρίζει για να τη μεταβάλει σε "δίκη" με την έννοια της Δ.33 θ.
  2. (βλ. Σοφοκλέους a.a. ν. Alpha Bank
(2009)1 Α.Α.Δ. 818 και Ann-Clair ανωτέρω). Κατά δεύτερο, ο παράγοντας καθυστέρηση «...δεν είναι αφ' εαυτού καθοριστικός, εκτός όπου επιδεικνύεται αδιαφορία για τα θέσμια, σε βαθμό και έκταση που υπονομεύει το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Καθυστέρηση οφειλόμενη σε σφάλμα του δικηγόρου του αιτητή μπορεί να συγχωρηθεί εφόσο δεν προκαλείται σοβαρή δυσμένεια στην άλλη πλευρά. Ιδιαιτέρως όταν το σφάλμα δεν οφείλεται σε αμέλεια, αλλά σε εσφαλμένη ερμηνεία ή θεώρηση των θεσμικών κανόνων. Ο ρόλος των γεγονότων της υπόθεσης στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι κυριαρχικός» (βλ. Evand ανωτέρω). Ως εκ τούτου, αναγνωρίζεται ότι «.η παρέλευση μιας προθεσμίας που προβλέπουν οι κανονισμοί δεν είναι βέβαια μοιραία. Η Δ.57 κ.2 προσδιορίζει τον τρόπο για την αντιμετώπιση του προβλήματος. Κάθε διάδικος μπορεί πριν από την πάροδο της προθεσμίας αλλά και μετά από αυτή να υποβάλει αίτηση για την παράταση της. (Βλ. Eleftheriades and another v. Mavrellis and another
(1985)1 C.L.R. 440 αναφορικά με ανάλογη συμφυή εξουσία του Δικαστηρίου).» (βλ. Μαίρη Αθανασιάδη ν. Ηρώς Αλεξάνδρου,
(1991)1 Α.Α.Δ. σελ.945 το απόσπασμα από την οποία παρατίθεται με επιδοκιμασία στην Μαρκίδης ανωτέρω). Καθοριστικό ρόλο στο αν θα εγκριθεί το αίτημα για παραμερισμό ή για παράταση του χρόνου, έχει η συμπεριφορά του διάδικου που επιζητεί την υπέρ του άσκηση της διακριτικής εξουσίας του δικαστηρίου, (βλ. Χρύσανθου κ.ά. ν. Mariala Construction Limited
(1996)1 ΑΑΔ 1129) και το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει κατά νου τη διασφάλιση της ορθής λειτουργίας της δικαστικής εξουσίας, προστατεύοντας τους διάδικους από υπερβολικές διαδικαστικές καθυστερήσεις και εξισορροπώντας τα αντιμαχόμενα δικαιώματα των διαδίκων, ήτοι αφ' ενός το δικαίωμα του εναγόμενου να ακουστεί και αφ' ετέρου το δικαίωμα του ενάγοντα για διεξαγωγή της ακρόασης σε εύλογο χρονικό διάστημα (βλ. Στυλιανού Λούκας ν. Σκύρα Λίμα Λτδ
(2003)1 ΑΑΔ 1234 και τις αναφορές που γίνονται στις Μουγής ν. Σπανούδη
(1996)1 Α.Α.Δ. 997 και Αρέστη ν. Ηλία
(1991)1 Α.Α.Δ. 984). Είναι «.το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμούμενο στο πλαίσιο της συγκεκριμένης υπόθεσης (που) αποτελεί τη συνισταμένη για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να παρατείνει την προθεσμία.» (βλ. Evand ανωτέρω). Στη βάση των πιο πάνω αρχών, για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω, τίποτα από τα όσα έχουν θέσει ενώπιον μου οι εναγόμενοι 1 δεν δικαιολογεί έγκριση του αιτήματος τους. Από τις αρχές του 2011, ο ενάγοντας, καταχωρώντας την παρούσα αγωγή, άσκησε το συνταγματικό του δικαίωμα να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για να δικαιωθεί από την κατ' ισχυρισμό αδικοπραξία που έγινε σε βάρος του από τους εναγόμενους
  1. Οι τελευταίοι άσκησαν και αυτοί το συνταγματικό τους δικαίωμα να υπερασπισθούν τις κατηγορίες του ενάγοντα, καταχωρώντας εμφάνιση και υπεράσπιση μέσω δικηγόρου. Τέσσερα σχεδόν χρόνια αργότερα, στις 28/11/14 δηλαδή, ο ενάγοντας φάνηκε να δικαιώνεται μερικώς, όταν ο ίδιος ο ομνύοντας της αίτησης δήλωσε στο Δικαστήριο, στην παρουσία των δικηγόρων του, ότι οι εναγόμενοι 1 αποδέχονται ότι επενέβηκαν παράνομα στο ακίνητο του ενάγοντα και ότι ο τελευταίος δικαιούτο σε ελεύθερη κατοχή, χρήση και κάρπωση του ακινήτου του, ότι οι εναγόμενοι 1 θα απομάκρυναν τον αγωγό που συνιστούσε την επέμβαση, ότι θα συγκαλείτο συνεδρία ώστε να αποφασιστεί η πληρωμή των δικηγορικών εξόδων του ενάγοντα και ότι θα επιχειρείτο να διευθετηθεί και το θέμα των ζημιών που ο τελευταίος ισχυρίζετο ότι υπέστη. Οι εν λόγω δηλώσεις των εναγομένων 1 οδήγησαν, τον μεν ενάγοντα να αποσύρει την αγωγή του εναντίον του εναγόμενου 2 και να συγκατατεθεί όπως η αγωγή του τεθεί εκτός «πορείας ακρόασης», με όλες τις αρνητικές συνέπειες που κάτι τέτοιο συνεπάγεται, το δε Δικαστήριο να αναδιαμορφώσει το δικό του βαρυφορτωμένο πρόγραμμα στη βάση του ότι η παρούσα αγωγή προέβαλλε πλέον ως διευθετηθείσα. Από εκείνη την ημερομηνία όμως και μέχρι τις 12/09/18 που τελικά εκδικάσθηκε η υπόθεση, οι εναγόμενοι 1 ούτε υλοποίησαν τις δηλώσεις τους και ούτε η υπόθεση διευθετήθηκε με τον τρόπο που οι τελευταίοι υποσχέθηκαν. Αντιθέτως, η στάση που τήρησαν οι εναγόμενοι 1 για τα επόμενα τέσσερα χρόνια οδήγησε σε περαιτέρω καθυστέρηση και εκτροχιασμό της υπόθεσης, με αποκορύφωμα τη μη εμφάνιση τους στις 12/09/18 που τελικά η υπόθεση ήχθη για ακρόαση και την παντελή έλλειψη ενδιαφέροντος να αντιδράσουν παρά μόνο μετά πάροδο έξι μηνών. Σύντομη αναφορά στα πρακτικά της υπόθεσης καταδεικνύει τα εξής: Από 28/11/14 ως τις 11/11/15, ήτοι για ένα χρόνο, δίνετο χρόνος ώστε να ολοκληρωθούν τα θέματα που παρέμειναν εκκρεμούντα μετά τις δηλώσεις των εναγομένων 1 στις 28/11/14 πλην όμως τίποτα σχετικό έγινε. Στις 11/11/15, σε μια απρόσμενη τροπή των γεγονότων, οι δικηγόροι των εναγομένων 1 δήλωσαν ότι λόγω προβλήματος συνεννόησης με τους πελάτες τους ήθελαν χρόνο να προβούν στις δέουσες ενέργειες για να αποσυρθούν. Αν και δόθηκε ο αιτούμενος χρόνος, εντούτοις μέχρι και τις 15/01/16, καμία ενέργεια έγινε και οι δικηγόροι των εναγομένων 1 ζήτησαν να τους δοθεί εκ νέου χρόνος για τον ίδιο σκοπό. Αναγκαστικά η υπόθεση ορίστηκε σε άλλη ημερομηνία, ήτοι στις 22/02/16, ημερομηνία κατά την οποία οι δικηγόροι των εναγομένων 1 δήλωσαν ότι τελικά αποφάσισαν να μην αποσυρθούν. Είχε βέβαια σπαταληθεί πολύτιμος χρόνος, όμως αυτό που προκαλεί έκπληξη είναι ότι αντίθετα των όσων είχαν δηλωθεί στις 28/11/14, στη βάση των οποίων και αναβάλλετο η υπόθεση για ένα ολόκληρο χρόνο, η πλευρά των εναγομένων 1 όχι μόνο δεν δήλωσε έτοιμη να διευθετήσει την υπόθεση αλλά ζήτησε και όπως η αγωγή οριστεί γι' ακρόαση επί όλων των επίδικων θεμάτων. Αν και αυτό σήμαινε πλήρη εκτροχιασμό της διαδικασίας και του προγράμματος του Δικαστηρίου, ήταν δικαίωμα των εναγομένων 1, εξ' ου και το αίτημα τους ικανοποιήθηκε. Ακολούθησαν περαιτέρω αναβολές για διάφορους λόγους μέχρι και τις 26/04/17 που εξαιρέθηκε ο αδελφός Δικαστής. Ενώ όμως στη συνέχεια όλοι οι παράγοντες της δίκης ενήργησαν με τον δέοντα τρόπο ώστε να αποπερατωθεί η διαδικασία το συντομότερο, όντας και αγωγή που εκκρεμούσε για πέραν των έξι χρόνων και πάλι η πλευρά των εναγομένων 1 ήταν η μόνη που δεν ενήργησε με τον ίδιο τρόπο. Καταχωρεί ο Πρωτοκολλητής στο φάκελο της υπόθεσης υπογραμμένο επίσημο σημείωμα ότι στις 05/05/17 ειδοποίησε αμφότερους τους δικηγόρους των μερών για το νέο Δικαστή και τη νέα ημερομηνία της υπόθεσης, καταγράφοντας μάλιστα και τα ονόματα αλλά και τα τηλέφωνα των δικηγόρων με τους οποίους επικοινώνησε. Οι εναγόμενοι 1 ισχυρίζονται τώρα ότι για ανεξήγητο λόγο, ο Πρωτοκολλητής μόνο το δικηγόρο της άλλης πλευράς ενημέρωσε, εξ' ου και γνώριζε αυτός για τη νέα ημερομηνία και ότι ουσιαστικά δεν είπε την αλήθεια. Παρά ταύτα, κατά την ορισθείσα ημερομηνία, στο Δικαστήριο εμφανίστηκε δικηγόρος και από το δικηγορικό γραφείο των εναγομένων
  2. Οι εναγόμενοι 1 ισχυρίζονται τώρα ότι η εν λόγω δικηγόρος δεν είχε τέτοιες οδηγίες από την κα Ιωάννου και ότι έτυχε να βρεθεί εκεί, ουσιαστικά επειδή παρασύρθηκε από τον αντίδικο της, ο οποίος ήταν και ο μόνος που γνώριζε ότι ήταν ορισμένη η υπόθεση. Παρά ταύτα, το πρακτικό παρουσιάζει και τους δύο δικηγόρους να ζητούν ημερομηνία ακρόασης. Οι εναγόμενοι 1 ισχυρίζονται τώρα ότι έπεσαν «θύματα» δεύτερης «ατυχίας», εφόσον παρά την εμφάνιση και το αίτημα της, η δικηγόρος που τους εκπροσώπησε ξέχασε να ενημερώσει την κα Ιωάννου για την νέα ημερομηνία. Παρά ταύτα, τόσο οι εναγόμενοι 1 όσο και οι δικηγόροι τους, κλήθηκαν και τη μέρα της ακρόασης να εμφανιστούν, ουδείς όμως εμφανίστηκε. Μέσω των πελατών τους, οι δικηγόροι των εναγόμενων 1 ισχυρίζονται τώρα ότι είναι ο αντίδικος συνάδελφος τους που δεν είπε την αλήθεια όταν ανέφερε ότι δεν κατέστη δυνατό να τους εντοπίσει, σε μια «κακόβουλη και εσκεμμένη ενέργεια» για να πετύχει την μονομερή έκδοση απόφασης υπέρ του πελάτη του. Παρά ταύτα, τόσο οι εναγόμενοι 1 όσο και οι δικηγόροι τους, κλήθηκαν και από το Δικαστήριο να εμφανιστούν και μάλιστα τόσο την ημέρα της δίκης όσο και τις δύο επόμενες ημερομηνίες που συνεχίστηκε η απόδειξη του ενάγοντα και χωρίς να υπήρχε τέτοια υποχρέωση από πλευράς Δικαστηρίου. Και πάλι όμως δεν υπήρξε οποιαδήποτε ανταπόκριση από πλευράς εναγομένων 1 ή των δικηγόρων τους. Κοντολογίς, για τις αποκλειστικά δικές τους παραλείψεις, οι εναγόμενοι 1 και οι δικηγόροι τους μέμφονται όλους τους άλλους παράγοντες της διαδικασίας πλην των ιδίων, ενώ τα πραγματικά γεγονότα κάθε τι άλλο παρά επιβεβαιώνουν τους ισχυρισμούς τους. Θεωρώ περιττό να επισημάνω το απίστευτο του ισχυρισμού των εναγομένων 1 ότι ουσιαστικά όχι μόνο ο αντίδικος δικηγόρος αλλά και ο Πρωτοκολλητής και το Δικαστήριο, ενήργησαν κατά τέτοιο τρόπο ώστε να επιτευχθεί η έκδοση απόφασης ερήμην τους. Ο μεν Πρωτοκολλητής με το να ενημερώσει, για ανεξήγητο λόγο μόνο τη μια πλευρά για τη νέα ημερομηνία και να δηλώσει ψευδώς ότι ενημέρωσε και τις δύο, ο δε αντίδικος δικηγόρος με το να παρασύρει εσκεμμένα την ασκούμενη να εμφανιστεί και στη συνέχεια να δηλώσει ψευδώς ότι μάταια προσπάθησε να επικοινωνήσει με τους αντιδίκους του και τέλος ότι το Δικαστήριο επιφύλαξε την απόφαση του για περίοδο πέραν των 15 ημερών με αποτέλεσμα να καταστεί ανέφικτη η καταχώρηση αίτησης παραμερισμού. Οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί βέβαια, συμπληρώνονται, για ευνόητους λόγους, με τον εξ΄ ίσου απίστευτο ισχυρισμό περί αμέλειας της ασκούμενης δικηγόρου που δήθεν έτυχε να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία που το Δικαστήριο όρισε νέα ημερομηνία ακρόασης και η οποία δικηγόρος έχει έκτοτε εγκαταλείψει το γραφείο των δικηγόρων των εναγομένων
  3. Ούτε όμως η στάση που επέδειξαν οι εναγόμενοι 1 και οι δικηγόροι τους μετά την έκδοση απόφασης σχηματίζει καλύτερη εικόνα. Λαμβάνουν οι εναγόμενοι 1 την εκδοθείσα απόφαση στις 28/12/
  4. Το εν λόγω «έγγραφο» φέρει τον αριθμό και τίτλο της παρούσας αγωγής και αναγράφει ξεκάθαρα το όνομα των εναγομένων 1 στον τίτλο του. Αναγράφει δε με έντονο και μαυρισμένο φόντο τη φράση «Το Δικαστήριο αυτό δια του παρόντος ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ και ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ όπως:» και στο τέλος φέρει οπισθογράφηση του Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου με την οποία προειδοποιούνται ρητά και ονομαστικά οι εναγόμενοι 1 ότι αν αμελήσουν να υπακούσουν «.στο αναφερόμενο διάταγμα εντός της πιο πάνω προθεσμίας, σεις μεν υπόκεισθε σε σύλληψη η δε περιουσία σας σε κατάσχεση». Οι εναγόμενοι 1 ισχυρίζονται τώρα ότι δεν αντιλήφθηκαν ότι επρόκειτο για απόφαση δικαστηρίου και δη απόφαση που στρεφόταν εναντίον τους. Παρά ταύτα αντιλήφθηκαν ότι πρόκειται για δικαστικό έγγραφο από το Ε.Δ. Λ/σου εξ' ου και στράφηκαν προς τη δικηγόρο τους, δήθεν για να τους το εξηγήσει. Ισχυρίζονται τώρα ότι και πάλι ήταν άτυχοι αφού το δικηγορικό γραφείο που τους εκπροσωπούσε ήταν κλειστό για τις διακοπές των Χριστουγέννων και αφ' ετέρου ότι η δικηγόρος τους αντιμετώπιζε οικογενειακά προβλήματα που δεν της επέτρεψαν να ασχοληθεί με την υπόθεση τους και να τους εξηγήσει τι ήταν αυτό το έγγραφο που είχαν παραλάβει. Παρά ταύτα, από τον Ιανουάριο 2018 την υπόθεση τους είχε αναλάβει άλλος δικηγόρος του γραφείου με τον οποίο διευθέτησαν να συναντηθούν. Ισχυρίζονται τώρα ότι και αυτός ο δικηγόρος αντιμετώπιζε προσωπικά προβλήματα οπόταν και πάλι δεν κατέστη δυνατό να τους εξηγήσει κάποιος το «έγγραφο» του Ε.Δ. Λ/σου. Παρά ταύτα, δεν προβληματίζονται με τα όσα ξεκάθαρα αναφέρονται στο «έγγραφο» που κρατούσαν και αποφασίζουν όπως μην πράξουν οτιδήποτε για τους επόμενους δύο μήνες μέχρι να τους τηλεφωνήσει κάποιος από το δικηγορικό γραφείο της κας Ιωάννου. Ισχυρίζονται τώρα ότι ο λόγος που δεν κατέστη δυνατό να τους εξηγηθεί ενωρίτερα ότι είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον τους ήταν διότι και ο δεύτερος δικηγόρος που ενεπλάκη στην υπόθεση τους προέκυψε να ήταν «ζημιογόνος», αφού «αποχώρησε αιφνιδιαστικά και χωρίς προειδοποίηση» από το γραφείο, προκαλώντας έτσι περισσότερα προβλήματα στην κα Ιωάννου, η οποία, αντιμετώπιζε συν τοις άλλοις, νέα οικογενειακά προβλήματα. Μόλις το Μάρτιο 2018, ισχυρίζονται, βρέθηκε κάποιος τρίτος δικηγόρος στο γραφείο να τους εξηγήσει τι είχε συμβεί και εντελώς τυχαία, η εν λόγω δικηγόρος ήταν η δικηγόρος που ο Πρωτοκολλητής σημείωσε, ψευδώς κατά τους εναγόμενους 1, ότι είχε ενημερώσει στις 05/05/17 για την νέα ημερομηνία που ορίστηκε η υπόθεση μετά την εξαίρεση του αδελφού Δικαστή που της επιλαμβανόταν μέχρι τότε. Με κάθε σεβασμό προς την πλευρά των εναγομένων 1 και των ευπαίδευτων δικηγόρων τους, όλοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί δεν μπορούν παρά να απορριφθούν ως εξωπραγματικοί και στερούμενοι παντελώς οποιουδήποτε ερείσματος. Είναι έκδηλο ότι αποκλειστικά υπεύθυνη για την όλη τροπή που πήρε η υπόθεση, είναι η πλευρά των εναγομένων
  5. Η παράλειψη τους να ενεργήσουν εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας της Δ.33 Θ.5 δεν οφείλετο σε κανένα «αθώο» εξωγενή παράγοντα, ούτε και στο ότι η απόφαση επιφυλάχθηκε για περίοδο πέραν των 15 ημερών, ισχυρισμός άλλωστε ο οποίος δεν συνάδει με τη θέση ότι δεν γνώριζαν ότι υπήρχε σε εκκρεμότητα κάποια διαδικασία. Σε κάθε περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση δεν καταχωρήθηκε ούτε σε 15 μέρες από την ημερομηνία της δίκης ούτε και σε 15 μέρες από την ημερομηνία που επιφυλάχθηκε η απόφαση. Ούτε όμως καταχωρήθηκε, έστω εντός 15 ημερών από τη μέρα που οι εναγόμενοι 1 έλαβαν την απόφαση, αν μη τι άλλο ώστε να αποτραπεί το ενδεχόμενο να θεωρηθούν οι εναγόμενοι 1 και οι δικηγόροι τους ως πλήρως αδιάφοροι. Αντιθέτως, η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε δυόμιση μήνες αργότερα και χωρίς να δίδεται οποιαδήποτε πειστική η επαρκής εξήγηση για τούτο. Η αδικαιολόγητη παράλειψη των εναγομένων 1 να ενδιαφερθούν για την δικαστική διαδικασία και τα δικαιώματα του αντιδίκου τους, εκμεταλλευόμενοι παράλληλα την ανοχή και κατανόηση του Δικαστηρίου, η αδικαιολόγητη και παράλογη συμπεριφορά που επέδειξαν μετά που έλαβαν την απόφαση της 12/10/18, προφασιζόμενοι ότι δήθεν δεν κατάλαβαν ότι επρόκειτο για δικαστική απόφαση και η αδικαιολόγητη στάση που επέδειξαν οι δικηγόροι τους, οι οποίοι έφτασαν μάλιστα σε σημείο να προσάψουν σοβαρές κατηγορίες, χωρίς οποιαδήποτε τεκμηρίωση, στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, σε άλλους συναδέλφους τους αλλά και στο ίδιο το Δικαστήριο για τις δικές τους παραλείψεις, συνιστά τέτοιου βαθμού και έκτασης περιφρόνηση προς την όλη δικαστική διαδικασία, τα δικαιώματα του ενάγοντα και γενικά τα θέσμια, που υπονομεύει πλήρως το θεσμικό πλαίσιο επίκλησης των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου και αναπόφευκτα σφραγίζει την τύχη της υπό κρίση αίτησης. Όσον αφορά δε τον ισχυρισμό των εναγομένων 1 περί ύπαρξης καλής υπεράσπισης στην αγωγή ως προς το επίδικο μέρος του ακινήτου του ενάγοντα «το οποίο κατέχουν αυτή τη στιγμή», θα περιοριστώ απλά να αναφέρω ότι οι ρητές δηλώσεις του προέδρου των εναγομένων 1, ήτοι του εδώ ομνύοντα της αίτησης, στο πρακτικό της 28/11/14, καθιστούν και αυτό τον ισχυρισμό των εναγομένων 1 έκδηλα ανυπόστατο και αβάσιμο. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων 1 ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΜΚ [1] Δ.33 Θ
  6. Any judgment obtained where one party does not appear at the trial may in a proper case be set aside by the Court upon such terms as may seem fit, upon an application made within fifteen days after the trial cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.