← Κύπρος

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής:133/2011, 27/11/2018

ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής:133/2011, 27/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A484 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής:133/2011 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ Ενάγοντα και

  1. Marfin Popular Bank Public Co Ltd
  2. Laiki Cyprialife Ltd Εναγομένων -------------------------- Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 15.11.2016: ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΔΡΟΥΣΙΩΤΗΣ Ενάγοντα και
  3. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
  4. CNP CYPRIA LIFE LTD Εναγομένων -------------------------- Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για την ενάγοντα: Η κα Ρ. Χατζηαράπη για Κώστας Μελάς και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 1/αιτήτρια: Η κα Π. Κωνσταντινίδου για ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη 2: Η κα Αλκιβιάδους για Θεόδωρος Μ. Ιωαννίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (σε αίτηση για εκδίκαση προδικαστικών νομικών σημείων) Η παρούσα ενδιάμεση απόφαση αφορά αίτημα της εναγομένης 1/ αιτήτριας όπως εκδικαστούν και αποφασιστούν προδικαστικά, πριν την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής, τα ακόλουθα νομικά σημεία που εγείρονται και/ή αναφέρονται στις παρ. 13,14 και15 της Υπεράσπισης της: (α) Η εναγομένη 1 δεν είχε οποιαδήποτε συμβατική ή άλλη υποχρέωση προς τον ενάγοντα να αποδεχθεί οποιαδήποτε παράκληση ή αίτημα του να συνενωθεί ως ενάγοντας σε οιανδήποτε αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. (β) Με βάση τα έγγραφα εκχώρησης, ο ενάγων εκχώρησε όλα τα δικαιώματα του στις εν λόγω ασφάλειες ζωής και όλα τα ποσά που θα καθίσταντο πληρωτέα με βάση αυτές. Περαιτέρω, η εναγομένη 1 κατέστη δικαιούχος οποιουδήποτε δικαιώματος αγωγής αναφορικά με τις εν λόγω ασφάλειες ζωής. (γ) Η εναγομένη 1 ισχυρίζεται ότι ο ενάγοντας δεν εξουσιοδοτείται, δεν δικαιούται και δεν νομιμοποιείται να εγείρει οιανδήποτε αγωγή εναντίον της και εναντίον της εναγομένης 2 και οποιουδήποτε άλλου προσώπου με βάση και αναφορικά με τις εν λόγω ασφάλειες ζωής. Σε κάθε περίπτωση και ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, οποιοδήποτε δικαίωμα έγερσης αγωγής ή νόμιμο αντικείμενο αγωγής (chose in action) ή άλλη διεκδίκηση σε σχέση και αναφορικά με τις επίδικες ασφάλειες ζωής παραμένει και εξακολουθεί να διατηρείται από τον ενάγοντα είναι προς αποκλειστικό όφελος και υπό την ιδιότητα του ως εμπιστευματοδόχος της εναγόμενης
  5. Η νομική βάση της αίτησης στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.27 Θ. 1-3 και Δ.48 Θ. 1-7, Θ.9(ο), στα άρθρα 1, 2, 29 και 31 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/1960 ως τροποποιήθηκε, στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και στον Κυρωτικό αυτής Νόμο του 1962, στα άρθρα 23 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας και στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και/ή σε οποιαδήποτε άλλη σχετική καθοδηγητική νομολογία, στις αρχές του κοινοδικαίου και της επιείκειας στο βαθμό που εφαρμόζονται, καθώς επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες και γενική πρακτική του Δικαστηρίου. Για να γίνει πιο κατανοητή η απόφαση μου κρίνω πρέπον πως θα πρέπει να καταγραφεί το ιστορικό της διαφοράς κατά συνοπτικό κατά το δυνατό τρόπο αρχίζοντας από την καταχώρηση των δύο προηγούμενων αγωγών ήτοι των αγωγών με Αρ. 4754/06 και με Αρ. 4755/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Με την αγωγή Αρ. 4754/06 αξίωνε την έκδοση διατάγματος με το οποίο να διατασσόταν η απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων από τον ενάγοντα προς την εναγομένη σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστικού συμβολαίου με αρ. 0018506 σχέδιο UENDO1 - CYPRIA MULTIPLIER για την περίοδο 25.10.2004 - 8.3.2019 λόγω ανικανότητας του ενάγοντος προς εργασία. Διεκδικούσε επίσης οποιοδήποτε άλλο ωφέλημα δυνάμει του πιο πάνω εγγράφου και αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας. Με την αγωγή Αρ. 4755/06 διεκδικούσε την έκδοση: Α. Διατάγματος απαλλαγής πληρωμής ασφαλίστρων προς την εναγομένη Laiki Cyprialife Ltd δυνάμει του ασφαλιστικού συμβολαίου με αρ. 00019346 σχέδιο UHOU03 CYPRIA HOME PLAN - 20 για βασική κάλυψη για την περίοδο 25.10.2004 - 25.2.2019 λόγω ανικανότητας του προς εργασία ως τεχνικού ηλεκτρονικών στο ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό της Μονής της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου ΑΗΚ. Β. Διατάγματος με το οποίο να διατασσόταν η εναγομένη στην καταβολή σε αυτόν μηνιαίου επιδόματος ανικανότητας από 25.10.2004 - 25.2.2019 λόγω του ίδιου ως άνω λόγου. Οι ως άνω αγωγές, σύμφωνα με έρευνα την οποία διεξήγαγα στους σχετικούς φακέλους τους, ως έχω δυνατότητα να κάνω, αποσύρθηκαν άνευ βλάβης και με δικαίωμα καταχώρησης νέας, όπως είχε δηλωθεί από τον δικηγόρος του ενάγοντος και ανεγράφη στο σχετικό πρακτικό της 27.10.
  6. Ο ενάγων διατάχθηκε όπως καταβάλει τα έξοδα της εναγομένης όπως αυτά θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και τα οποία θα ήταν εισπρακτέα μόνο σε περίπτωση που εγερθεί καινούργια αγωγή. Ως προς τον τρόπο απόσυρσης των ως άνω αγωγών υπάρχει διάσταση με όσα ο ευπαίδευτος συνήγορος της εναγομένης 1 αναφέρει στη γραπτή του αγόρευση στη σελίδα 6 ότι αυτές είχαν αποσυρθεί ανεπιφύλακτα κάτι που ασφαλώς δε ευσταθεί καθώς το πρακτικό του Δικαστηρίου είναι ο ορθός οδηγός για το πως αποσύρθηκαν οι ως άνω αγωγές. Ο ενάγων πράγματι πολύ σύντομα επανήλθε και καταχώρησε την παρούσα αγωγή στις 12.1.
  7. Τα όσα συνοψίζει στο Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα (O.2 r.1) του ως τις αξιώσεις του εναντίον των εναγομένων θεωρώ ότι δίδουν την εικόνα για τον λόγο απόσυρσης των προηγούμενων αγωγών του. Τις παραθέτω στη συνέχεια: Α. Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η άρνηση της εναγομένης 1 να δώσει τη συγκατάθεση της για να προστεθεί ως ενάγουσα στις ως άνω στις συνενωμένες αγωγές υπό την ιδιότητα του Εκδοχέα των ως άνω ασφαλιστηρίων εγγράφων στα οποία βασίζονταν οι πιο πάνω αγωγές του ενάγοντα ως εκχωρητή εναντίον της εναγομένης 2 είναι καταχρηστική, αντισυμβατική, εκβιαστική έγινε κατά παράβαση των αρχών της καλής πίστης, της επιείκειας, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών και της Δικαιοσύνης. Β. Αποζημιώσεις για τις ζημιές και/ή απώλειες που υπέστη, λόγω της πιο πάνω άρνησης της εναγομένης 1 να προστεθεί μαζί με τον ενάγοντα σαν ενάγουσα στις πιο πάνω αγωγές, συνεπεία της οποίας αναγκάστηκε να αποσύρει αυτές γιατί αυτές δεν μπορούσαν να προχωρήσουν χωρίς την εναγομένη 1 και/ή θα απορρίπτονταν και/ή άλλως πως θα εμποδιζόταν ο ενάγων να διεκδικήσει αποζημιώσεις και/ή άλλως πως. Γ. Αποζημιώσεις για ζημιές και/ή απώλειες που υπέστη ο ενάγων, λόγω συνομωσίας και/ή δόλιου σχεδιασμού από τους εναγομένους 1 και 2 που ανήκουν στον ίδιο Όμιλο εταιρειών, για να παρεμποδίσουν τον ενάγοντα να προσφύγει στο Δικαστήριο και/ή συνεχίσει τις πιο πάνω αγωγές, διεκδικώντας τα δικαιώματα του, δυνάμει των πιο πάνω Ασφαλιστηρίων Εγγράφων με αποτέλεσμα την απαλλαγή της εναγομένης 2 από την υποχρέωση καταβολής αποζημιώσεων στον ενάγοντα δυνάμει των πιο πάνω ασφαλιστηρίων εγγράφων. Δ. Αποζημιώσεις για τις ζημιές και/ή απώλειες που υπέστη ο ενάγων εξ αιτίας της καταχρηστικής και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς της εναγομένης 1 που εκδηλώθηκε στις 11.10.2010 διά της μη συγκατάθεσης της να προστεθεί ως ενάγουσα στις πιο πάνω αγωγές συνεπεία της οποίας περιορίστηκε απόλυτα η ελευθερία του ενάγοντος για καταχώρηση και/ή συνέχιση των πιο πάνω αγωγών εναντίον της Εναγομένης 2 αναφορικά με τα πιο πάνω Ασφαλιστήρια Έγγραφα και/ή εμποδίστηκε το δικαίωμα του ενάγοντος για προσφυγή στο Δικαστήριο. Η αγωγή τέθηκε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου μόλις στις 13.02.2018 και ως επακόλουθο της αύξησης της κλίμακας της που έγινε στις 2.02.
  8. Στις 2.03.2018 καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση η οποία μετά από κάποιες αναβολές, με σκοπό να ετοιμαστούν, συμφωνηθούν και κατατεθούν παραδεκτά γεγονότα, τελικά ακούστηκε στις 14.11.
  9. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης το θέτει με ένορκη δήλωση της η κα Ελίνα Χατζηπαναγή, δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την εναγομένη 1 η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από πληροφορίες που έλαβε από τους δικηγόρους που χειρίζονται την υπόθεση, από έγγραφα τα οποία κατέχει και από μελέτη του σχετικού φακέλου τον οποίο τηρούν στο γραφείο τους. Δηλώνει επίσης εξουσιοδοτημένη από την αιτήτρια να προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση. Επί της ουσίας της υπόθεσης δηλώνει ότι η αγωγή εδράζεται επί εγγράφων εκχώρησης ασφαλιστηρίων εγγράφων Ζωής με ημερομηνία 8.03.1999 και 20.08.1999, δυνάμει των οποίων ο ενάγων εκχώρησε προ όφελος της εναγομένης 1 όλα τα δικαιώματα του στις ασφάλειες Ζωής με αριθμό 00019346 ημερομηνίας 25.02.1999 και 00018506 ημερομηνίας 8.03.1999 και όλα τα ποσά που θα καθίσταντο πληρωτέα με βάση αυτές. Το γεγονός αυτό είναι παραδεκτό από τον ενάγοντα και δικογραφείται ρητά στην Έκθεση Απαιτήσεως του. Περαιτέρω και δυνάμει των ως άνω αναφερόμενων εκχωρήσεων, η εναγομένη 1 κατέστη δικαιούχος οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος αναφορικά και σε σχέση με τις εν λόγω ασφάλειες ζωής. Η εναγομένη 1 εγείρει με τις παραγράφους 13, 14 και 15 της Υπεράσπισης της τα νομικά σημεία τα οποία καταγράφηκαν πιο πάνω ως (α),(β) και (γ). Η ενόρκως δηλούσα δηλώνει περαιτέρω ότι σύμφωνα με τους δικηγόρους που χειρίζονται προσωπικά την υπόθεση τα ως άνω αναφερόμενα νομικά σημεία συνιστούν αμιγώς νομικά θέματα, των οποίων η επίλυση θα είναι καθοριστική για την έκβαση και διεκπεραίωση της παρούσας αγωγής. Οι ως άνω αναφερόμενες θέσεις της εναγομένης 1 δεν συνιστούν αμφισβητούμενα και ασαφή γεγονότα για τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να υπεισέλθει σε εξέταση μακροσκελούς και πολύπλοκης μαρτυρίας. Αντίθετα, το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί της ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος (locus standi) του ενάγοντος και να εξετάσει κατά πόσο ο ενάγων νομιμοποιείται να αξιώνει τη χορήγηση των αιτούμενων θεραπειών. Περαιτέρω και σε συνάρτηση με τα ως άνω αναφερόμενα, η ενόρκως δηλούσα δηλώνει ότι η λύση αυτών των νομικών θεμάτων θα είναι καθοριστική για την έκβαση της αγωγής καθότι τα κρινόμενα νομικά σημεία εγείρουν σοβαρά νομικά θέματα, τα οποία αν αποφασιστούν υπέρ της εναγομένης 1 αποφασίζεται ουσιαστικά η έκβαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Τα ως άνω αναφερόμενα αμιγώς νομικά θέματα χρήζουν προδικαστικής εκδίκασης για σκοπούς πλήρους και ορθής απονομής της δικαιοσύνης σε συνάρτηση με την εξοικονόμηση πολύτιμου δικαστικού χρόνου. Περαιτέρω δηλώνει πως θα ήταν άδικο να επιτραπεί στον ενάγοντα, ο οποίος στερείται κατ' ισχυρισμό της αγώγιμου δικαιώματος, να προωθήσει τα ανυπόστατα και αβάσιμα αιτήματα του εναντίον της εναγομένης
  10. Επομένως η εκδίκαση των ως άνω νομικών σημείων υπό τις περιστάσεις, εισηγείται ότι είναι εύλογη, δίκαιη και επιτακτική αφού θα συμβάλει στην πλήρη και ορθή απονομή της δικαιοσύνης, στην εξοικονόμηση δικαστικού χρόνου και στην αποφυγή διόγκωσης των δικηγορικών εξόδων. Ο ενάγων /καθ' ου η αίτηση δεν καταχώρησε ειδοποίηση περί της πρόθεσης του να ενστεί ενώ η εναγομένη 2 όπως είχε δηλωθεί και σύμφωνα και με την αγόρευση των συνηγόρων της συμφώνησε τόσο με την αίτηση όσο και με την αγόρευση της εναγομένης 1 την οποία και υιοθέτησε προσθέτοντας επί πλέον ότι ούτε η εναγομένη 2 θα έπρεπε να είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή λόγω των συμφωνιών εκχώρησης των ασφαλιστηρίων εγγράφων που είχε συνάψει ο ενάγων με την εναγομένη 1 και η εναγομένη 2 έχει υποχρέωση να τηρήσει τις ως άνω συμφωνίες και ότι η οποιαδήποτε διαφορά στην παρούσα αγωγή αφορά τον ενάγοντα και την εναγομένη
  11. Συμφώνησαν όμως όπως τα ως άνω νομικά σημεία προδικαστούν και έτσι προχώρησαν με τη δήλωση αρχικά των ακόλουθων παραδεκτών γεγονότων τα οποία κατατέθηκαν σε γραπτό κείμενο το οποίο προσυπέγραψαν οι συνήγοροι τους: «
  12. Ο ενάγων μόνος και από κοινού με άλλα πρόσωπα είτε ως πρωτοφειλέτης είτε ως εγγυητής συνήψε με την εναγομένη 1 συμφωνίες για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων, συμφωνίες εγγύησης και συμφωνίες εξασφάλισης των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων.
  13. Ο ενάγων συνήψε με την εναγομένη 2 συμβόλαιο ασφάλειας ζωής με αριθμό 0019346 ημερομηνίας 25.02.1999 (ποσό ασφάλειας Λ.Κ.80.000) και συμβόλαιο ασφάλειας ζωής με αριθμό 00018506 ημερομηνίας 08.03.1999 (ποσό ασφάλειας Λ.Κ.6.300).
  14. Ο ενάγων δυνάμει Εκχώρησης Ασφάλειας Ζωής ημερομηνίας 8.03.1999 εκχώρησε όλα τα δικαιώματα του στην Ασφάλεια Ζωής υπ' αριθμό 00019346 ημερομηνίας 25.02.1999 και στο ποσό των Λ.Κ.80.000 (αντίστοιχο ποσού €136.688,11σ.), καθώς και σε οιονδήποτε άλλο ποσό θα καταστεί πληρωτέο με βάση αυτή καθώς και άλλα δικαιώματα ή ωφελήματα που του έχουν δοθεί ή θα του δοθούν με βάση την Ασφάλεια προς όφελος της εναγομένης 1 ως συνεχή και παράλληλη εξασφάλιση των υποχρεώσεων του κ. XXXXX Δρουσιώτη (ενάγοντα) και της κας XXXXX Δρουσιώτη προσωπικά ή από κοινού με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα τραπεζικών διευκολύνσεων, οι οποίες χορηγήθηκαν από την εναγομένη 1 στον ενάγοντα και στη σύζυγο του.
  15. Ο ενάγων δυνάμει Εκχώρησης Ασφάλειας Ζωής ημερομηνίας 20.08.1999 εκχώρησε όλα τα δικαιώματα του στην Ασφάλεια Ζωής υπ' αριθμό 00018506 ημερομηνίας 20.08.1999 και στο ποσό των Λ.Κ. 6.300 (αντίστοιχο ποσού €10.764,18σ.) καθώς και σε οιονδήποτε άλλο ποσό θα καταστεί πληρωτέο με βάση αυτή καθώς και άλλα δικαιώματα ή ωφελήματα που του έχουν δοθεί ή θα του δοθούν με βάση την Ασφάλεια προς όφελος της εναγομένης 1 ως συνεχή και παράλληλη εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας C.C.M. Live Seafood Import Ltd προσωπικά ή από κοινού με οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο ή πρόσωπα τραπεζικών διευκολύνσεων, οι οποίες χορηγήθηκαν από την εναγομένη 1 στην εταιρεία C.C.M. Live Seafood Import Ltd.
  16. Η εναγομένη 1 στις 11.10.2010 αρνήθηκε γραπτώς να δώσει τη συγκατάθεση της για προσθήκη της, ως ενάγουσας στις αγωγές 4554/2006 και 4555/2006 του Ε.Δ. Λεμεσού, που είχε καταχωρήσει ο ενάγων εναντίον της εναγομένης
  17. Κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, όλες οι υποχρεώσεις του ενάγοντος, της κας XXXXX Δρουσιώτη και της εταιρείας C.C.M. Live Seafood Import Ltd, οι οποίες εξασφαλίζονται με τις ως άνω αναφερόμενες εκχωρήσεις ως συνεχείς και παράλληλες εξασφαλίσεις, εξακολουθούν να παραμένουν ληξιπρόθεσμες, άμεσα πληρωτές και απαιτητές.» Στη συνέχεια κατά την ημερομηνία που η αίτηση είχε οριστεί για ακρόαση συμφωνήθηκαν και τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα τα οποία και πάλιν καταχωρίστηκαν σε γραπτή μορφή με την προσυπογραφή των συνηγόρων των διαδίκων: «
  18. Αντίγραφο του ασφαλιστήριου εγγράφου ημερομηνίας 25.2.1999 με αριθμό 00019346 UHOU 03 CYPRIA HOME PLAN - 20 μαζί με πίνακα του πιο πάνω ασφαλιστήριου ημερομηνίας 28.2.
  19. Αντίγραφο του ασφαλιστήριου εγγράφου ημερομηνίας 8.3.1999 με αριθμό 00018506 UENDOI CYPRIA MULTIPLIER (βασική κάλυψη μαζί με πίνακα του πιο πάνω ασφαλιστήριου εγγράφου).
  20. Αντίγραφο Συμφωνίας εκχώρησης ασφάλειας ζωής ημερομηνίας 8.3.1999 αναφορικά με την ασφάλεια ζωής του ενάγοντος με αριθμό 00019346 ημερομηνίας 25.2.1999 συμπεριλαμβανομένης ειδοποίησης γνωστοποίησης και αναγνώριση λήψης ειδοποίησης αναφορικά με την εν λόγω εκχώρηση.
  21. Αντίγραφο Συμφωνίας εκχώρησης ασφάλειας ζωής ημερομηνίας 20.8.1999 αναφορικά με την ασφάλεια ζωής του ενάγοντος με αριθμό 00018506 ημερομηνίας 8.3.1999, συμπεριλαμβανομένης ειδοποίησης γνωστοποίησης και αναγνώριση λήψης ειδοποίησης αναφορικά με την εν λόγω εκχώρηση.
  22. Επιστολή από τους δικηγόρους του ενάγοντος προς την εναγομένη 1 ημερομηνίας 10.6.
  23. Επιστολή από την εναγομένη 1 προς τους δικηγόρους του ενάγοντος ημερομηνίας 11.10.
  24. Αγωγή με αριθμό 4754/2006 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού που καταχώρησε ο ενάγων εναντίον της εναγομένης
  25. Αγωγή με αριθμό 4755/06 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, που καταχώρησε ο ενάγων εναντίον της εναγομένης 2.» ΟΙ ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ: Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δύο πλευρών προχώρησαν με τις αγορεύσεις τους και έτσι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έχει ως βάση τους πιο πάνω καταγεγραμμένους εκατέρωθεν ισχυρισμούς εκ μέρους της αιτήτριας και τα ως άνω παραδεκτά γεγονότα. Βασική θέση της εναγομένης 1/αιτήτριας είναι ότι για τους νομικούς λόγους που θέτει για προδικαστική εκδίκαση, η αγωγή εναντίον της θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι ο ενάγων δεν έχει αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της, ως αποτέλεσμα της προγενέστερης εκχώρησης της ασφάλειας ζωής με ελεύθερη βούληση και δια της υπογραφής του ενάγοντος επί των συμφωνιών εκχώρησης. Από την άλλη, ο ενάγων θέτει το ερώτημα το οποίο θα πρέπει να απαντηθεί στα πλαίσια της παρούσας αίτησης αν η εναγομένη 1 είχε οποιαδήποτε ρητή ή εξυπακουόμενη, συμβατική ή ως εκ της σχέσεως εμπιστοσύνης υποχρέωση να αποδεχθεί όπως προστεθεί ως ενάγουσα στις αγωγές 4554/2006 και 4555/2006 του Ε.Δ. Λεμεσού ή να δώσει τη συγκατάθεση της για συνέχιση των αγωγών αυτών οι οποίες είχαν εγερθεί εναντίον της εναγομένης 2 δυνάμει των δύο ως άνω ασφαλιστηρίων εγγράφων. Έχω μελετήσει με προσοχή τα γεγονότα της υπόθεσης σε όποια έκταση τους ασφαλώς επηρεάζουν την υπό κρίση αίτηση, τις αγορεύσεις όπως και τη νομολογία και αυθεντίες στις οποίες με έχουν παραπέμψει οι συνήγοροι στις ικανές και ταυτόχρονα βοηθητικές αγορεύσεις τους όπως και άλλες από τις οποίες αναδύονται οι αρχές που εφαρμόζονται όταν το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί επί τέτοιου αιτήματος και τις λαμβάνω υπόψη, όπου κριθεί αναγκαίο στη συνέχεια θα γίνει αναφορά σε προβαλλόμενα επιχειρήματα και σ' αυτές τις νομικές αρχές. Σημειώνεται ότι τυχόν επιτυχία της αίτησης θα κρίνει ταυτόχρονα και την τύχη της παρούσας αγωγής με αναπόδραστη συνέπεια την απόρριψη της, διαφορετικά η αγωγή θα πρέπει να συνεχίσει. ΑΝΑΛΥΣΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΕ ΣΥΝΔΥΑΣΜΟ ΜΕ ΤΗ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ: Το νομικό υπόβαθρο της αίτησης της εναγομένης 1, για εκδίκαση της "προδικαστικής ένστασής" της, ως προκαταρκτικού νομικού σημείου είναι η Διαταγή 27 Θ.Θ.1[1] και 2[2] των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Ενώ το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με την ένορκη δήλωση που στηρίζει την αίτηση όπως και με την κατάθεση παραδεκτών γεγονότων και εγγράφων από τους διαδίκους. Στην παράγραφο 1 των παραδεκτών γεγονότων αναφέρεται ότι ο ενάγων μόνος και από κοινού με άλλα πρόσωπα είτε ως πρωτοφειλέτης είτε ως εγγυητής συνήψε με την εναγομένη 1 συμφωνίες για παροχή πιστωτικών διευκολύνσεων, συμφωνίες εγγύησης και συμφωνίες εξασφάλισης των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων. Στις παραγράφους 3 και 4 αναφέρεται ότι ο ενάγων «εκχώρησε όλα τα δικαιώματα του που προκύπτουν από δύο ασφαλιστικά συμβόλαια που διατηρούσε ο ίδιος στην εναγόμενη 2, προς όφελος της εναγομένης 1, ως συνεχή και παράλληλη εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που είχε παραχωρήσει η εναγομένη 1/ Τράπεζα στον ενάγοντα μαζί με άλλα πρόσωπα (έγγραφα με αριθμούς 1, 2, 3 και 4 στον κατάλογο παραδεκτών εγγράφων ημερομηνίας 14.11.2018). Στην παράγραφο 5 των παραδεκτών γεγονότων γίνεται αναφορά στις δύο αγωγές με αριθμούς 4554/2006 και 4555/2006 του Ε.Δ. Λεμεσού, που είχε καταχωρήσει ο ενάγων εναντίον της εναγομένης 2, (έγγραφα με αριθμούς 7 και 8 στον κατάλογο παραδεκτών εγγράφων ημερομηνίας 14.11.2018), μετά από ατύχημα που είχε υποστεί στις 25.10.2004 κατά την διάρκεια της εργασίας του στον ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό της Α.Η.Κ στην Μονή Λεμεσού, συνεπεία του οποίου είχε τραυματιστεί. Με τα γενικώς οπισθογραφημένα κλητήρια εντάλματα των πιο πάνω αγωγών ο ενάγων ζητούσε την έκδοση διαταγμάτων για απαλλαγή πληρωμής ασφαλίστρων, σύμφωνα τους όρους των ασφαλιστηρίων εγγράφων, λόγω ανικανότητας του προς εργασία, ως τεχνικού ηλεκτρονικών, χειριστή μηχανών στον ηλεκτροπαραγωγικό σταθμό της Α.Η.Κ στην Μονή Λεμεσού καθώς και διατάγματος για την καταβολή μηνιαίου επιδόματος ανικανότητας. Κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας των πιο πάνω αγωγών ως ο δικηγόρος του ενάγοντος ισχυρίζεται, οι δικηγόροι της εναγομένης 2 έθεσαν για πρώτη φορά το θέμα των εκχωρήσεων των δικαιωμάτων του ενάγοντος που προκύπτουν από τα πιο πάνω ασφαλιστικά συμβόλαια προς όφελος της εναγομένης
  26. Στην υπόθεση Ανδρέας Λουκά ν. Eurolife Ltd,

(2009)1 Α.Α.Δ. 1524, στην οποία με παρέπεμψαν και οι δύο πλευρές τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, ο Εφεσείων είχε εκχωρήσει απόλυτα τα ωφελήματα του ασφαλιστικού του συμβολαίου σε Τράπεζα που είχε παραχωρήσει σ' αυτόν στεγαστικό δάνειο. Μετά την έκδοση του ασφαλιστηρίου εγγράφου και εκκρεμούσας της οφειλής του Εφεσείοντα για αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου αυτός υπέστη ατύχημα ως αποτέλεσμα του οποίου έχασε το ένα του μάτι. Υπήρξε διαφωνία κατά πόσο η ανικανότητα που προέκυψε καλυπτόταν από το ασφαλιστικό συμβόλαιο και οι Εφεσίβλητοι/ Εναγόμενοι αρνήθηκαν την πληρωμή οποιουδήποτε ωφελήματος. Ο Εφεσείων εκχωρητής (assignor) ενήγαγε προσωπικά χωρίς να έχει συνενώσει και τον εκδοχέα (assignee) ως διάδικο. Το Ανώτατο Δικαστήριο εξετάζοντας το θέμα κατά πόσο ο εκχωρητής (assignor) είχε δικαίωμα από μόνος του να καταχωρήσει αγωγή προσωπικά, κατέληξε ότι τέτοιο δικαίωμα δεν είχε εκτός αν ο εκχωρητής (assignor) συνένωνε και τον εκδοχέα (assignee) ως διάδικο που, φυσιολογικά και νομικά είχε τον πρώτο λόγο στη διαδικασία λόγω της εκχώρησης ή αν ο εκχωρητής (assignor) ενεργούσε κατ' εντολή του εκδοχέα (assignee). Έχοντας δε διαπιστώσει το Ανώτατο Δικαστήριο ότι πουθενά δεν φαινόταν να είχε ο εκδοχέας (assignee) εξουσιοδοτήσει τον εκχωρητή (assignor) Ενάγοντα να τον εκπροσωπεί ως εμπιστευματοδόχος του απέρριψε την αγωγή γι' αυτό το λόγο. Στην πιο πάνω απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου έγινε αναφορά με επιδοκιμασία στην αγγλική υπόθεση Three Rivers District Council and others v. Bank of England
(1995)4 All E.R. 312 όπου εξετάστηκε το θέμα σε περίπτωση όπου ο εκχωρητής (assignor) ήγειρε αγωγή χωρίς συνένωση σε αυτή και χωρίς τη ρητή συγκατάθεση του εκδοχέα (assignee) και συγκεκριμένα στη σελίδα 5 της απόφασης λέχθηκαν τα εξής: «Where there was an agreement to assign a legal chose, in equity the assignee became the owner and controller of the legal chose and was entitled to sue for the recovery of the chose, although as a matter of practice he was normally required by the court to join the assignor either as plaintiff or, if he refused to give his consent, as defendant. However (Staughton L.J. dissenting), where the assignor wished to sue and it was known that there had been an assignment the court required the assignee to be joined and would not permit the assignor to maintain the action in the absence of the assignee. The assignor was entitled to sue as trustee for the assignee if the assignee so wished, but in that event he was required to reveal his representative capacity . . .». Σε ελεύθερη μετάφραση: «Όπου υπάρχει συμφωνία εκχώρησης νομικού δικαιώματος αγωγής, σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας ο εκδοχέας καθίσταται ο δικαιούχος και ελέγχων του δικαιώματος αγωγής και δικαιούται να ενάγει με βάση το δικαίωμα αυτό, παρόλο ότι, ως θέμα πρακτικής, κανονικά θα απαιτηθεί από το Δικαστήριο να συνενώσει τον εκχωρητή είτε ως ενάγοντα είτε, εάν αρνείται να δώσει την συγκατάθεσή του, ως εναγόμενο. Εντούτοις, όπου ο εκχωρητής επιθυμεί να καταχωρήσει αγωγή, όπου είναι γνωστό ότι υπήρξε εκχώρηση, το Δικαστήριο ζητά όπως ο εκδοχέας συνενωθεί και δεν επιτρέπει στον εκχωρητή να συντηρεί την αγωγή στην απουσία του εκδοχέα. Ο εκχωρητής δικαιούται να ενάγει ως εμπιστευματοδόχος του εκδοχέα εάν τούτο επιθυμεί ο εκδοχέας, αλλά σε τέτοια περίπτωση πρέπει να αποκαλύπτει την αντιπροσωπευτική του ιδιότητα ...». Έχοντας ως καθοδήγηση την πιο πάνω νομολογία οι δικηγόροι του ενάγοντος με επιστολή τους ημερομηνίας 10.06.2010 (έγγραφο με αριθμό 5 στον κατάλογο παραδεκτών εγγράφων ημερομηνίας 14.11.2018), προς την Νομική Υπηρεσία της εναγομένης 1, ζήτησαν τη συγκατάθεση της όπως προστεθεί σαν ενάγουσα στις πιο πάνω συνενωμένες αγωγές υπό την ιδιότητα της ως Εκδοχέας των ωφελημάτων που δικαιούταν ο ενάγων από τις πιο πάνω ασφάλειες. Η εναγόμενη 1 με επιστολή της ημερομηνίας 11.10.2010 (έγγραφο με αριθμό 6 στον κατάλογο παραδεκτών εγγράφων ημερομηνίας 14.11.2018), πληροφόρησε τους δικηγόρους του ενάγοντος ότι «δεν επιθυμούσε να δώσει συγκατάθεση για προσθήκη της ως ενάγουσας μαζί με τον πελάτη τους εναντίον της Laiki Cyprialife μέλους του Ομίλου τους». Η πιο πάνω άρνηση της εναγόμενης 1- Τράπεζας να δώσει τη συγκατάθεση της για να προστεθεί ως ενάγουσα στις πιο πάνω αγωγές, υπό την ιδιότητα της ως εκδοχέας των πιο πάνω ασφαλιστηρίων εγγράφων ανάγκασε τον ενάγοντα να αποσύρει τις αγωγές εναντίον της εναγόμενης 2 - ασφάλειας και ταυτόχρονα αποτέλεσε τη βάση για την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Το ερώτημα που εγείρεται εδώ υπό το φως όλων των ανωτέρω δεν είναι κατά πόσο ο ενάγων ως εκχωρητής (assignor) των ασφαλειών Ζωής είχε δικαίωμα αγωγής προσωπικά εναντίον της εναγομένης 2 εταιρείας και αν νομιμοποιείτο στην έγερσή της. Το θέμα αυτό έληξε με την απόσυρση των Αγωγών 4554/2006 και 4555/2006 του Ε.Δ. Λεμεσού. Το ερώτημα, όπως πολύ ορθά το θέτει η ευπαίδευτη συνήγορος του ενάγοντος στην αγόρευση της, είναι κατά πόσο είχε οποιαδήποτε ρητή ή εξυπακουόμενη, συμβατική ή ως εκ της σχέσεως εμπιστοσύνης υποχρέωση η εναγομένη 1 εταιρεία να αποδεχτεί όπως προστεθεί ως ενάγουσα στις πιο πάνω αγωγές ή να δώσει τη συγκατάθεση της για συνέχιση των Αγωγών αυτών από τον ενάγοντα. Θα με απασχολήσει εν πρώτοις το ζήτημα της εκχώρησης της ασφάλειας ζωής και οι εφαρμοστέες αρχές που προκύπτουν εξ αυτού του γεγονότος. Είναι παραδεκτό γεγονός ότι με τα έγγραφα εκχώρησης ασφάλειας Ζωής με ημερομηνία 8.03.1999 και 20.08.1999, ο ενάγων προχώρησε στην εκχώρηση, προς όφελος της εναγομένης 1, όλων των δικαιωμάτων του στις ασφάλειες Ζωής με αριθμό 00019346 ημερ. 25.2.1999 και με αριθμό 00018506 ημερ. 8.3.1999 και όλα επίσης τα ποσά που θα καθίσταντο πληρωτέα με βάση αυτές. Είναι σημαντικός ο όρος 2 των εγγράφων εκχώρησης γι' αυτό και τον παραθέτω αυτούσιο: «Ο Εκχωρητής ως απόλυτος δικαιούχος με το έγγραφο αυτό εκχωρεί στην Τράπεζα ως συνεχή και παράλληλη εξασφάλιση των υποχρεώσεων του Χρεώστη όπως αναφέρονται πιο πάνω, όλα τα δικαιώματα του στην/στις Ασφάλεια/Ασφάλειες και στα ποσά που θα καταστούν πληρωτέα με βάση αυτή/αυτές καθώς και άλλα δικαιώματα/ή ωφελήματα που του έχουν δοθεί ή θα του δοθούν με βάση την Ασφάλεια και/ή τις Ασφάλειες καθώς και τα δικαιώματα τους σε οποιεσδήποτε άλλες ασφάλειες εκδοθούν σε αντικατάσταση τους μέχρις ότου όλες οι υποχρεώσεις του χρεώστη προς την Τράπεζα εξοφληθούν πλήρως.» Πράγματι δεν χρήζουν ιδιαίτερης ερμηνείας οι όροι της σύμβασης εκχώρησης. Προκύπτει αβίαστα από αυτή ότι ο ενάγων κατέστησε Εκδοχέα όλων των δικαιωμάτων του, που προκύπτουν από το ως άνω συμβόλαιο ασφάλειας ζωής την εναγομένη 1. Σύμφωνα με τη νομολογία μας η ερμηνεία της Συμφωνίας Εκχώρησης αποτελεί αποκλειστικό έργο του Δικαστηρίου, το οποίο θα κινηθεί αποκλειστικά εντός των παραμέτρων του γραπτού κειμένου. Αποτελεί επίσης καλά θεμελιωμένη νομολογιακή αρχή ότι το κείμενο μιας σύμβασης ερμηνεύεται με βάση τη φυσική ερμηνεία των λέξεων και φράσεων που χρησιμοποιούνται σε αυτό και η πρόσβαση σε άλλες πηγές πληροφόρησης πρέπει να είναι περιορισμένη και να εξασκείται με φειδώ. Στην παλαιά Αγγλική αυθεντία Lloyd v. Lloyd
(1837)2My.8Cr.192 αναφέρονται τα εξής: "If the provisions are clearly expressed and there is nothing to enable the court to put upon them a construction different from what the words import, no doubt the words must prevail.." Σε μετάφραση: «Αν οι πρόνοιες είναι σαφώς διατυπωμένες και δεν υπάρχει οτιδήποτε που να επιτρέπει στο Δικαστήριο να τους προσδώσει νόημα διαφορετικό από εκείνο που οι λέξεις ενέχουν, αναμφιβόλως οι λέξεις πρέπει να επικρατήσουν.» Στην υπόθεση Ανόρθωσις v. Απόλλων
(2002)1Α Α.Α.Δ. 518 λέχθηκαν τα ακόλουθα προς τούτο σχετικά: «Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενο της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών.» Είναι η θέση της εναγόμενης 1 ότι το λεκτικό της Συμφωνίας Εκχώρησης προνοεί κατά τρόπο σαφή και ρητό τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των Συμβαλλομένων ήτοι του ενάγοντος και της εναγομένης 1 και δεν επιδέχεται οιασδήποτε άλλης ερμηνείας, η οποία εκφεύγει και/ή παρεκκλίνει των όσων ρητά προνοούνται στη σύμβαση αυτή. Εξ' άλλου δεν προβάλλεται οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία ή εκδοχή από τον ενάγοντα. Στην παρούσα υπόθεση, το ερώτημα που εγείρεται με τα προδικαστικά σημεία είναι κατά πόσο ο ενάγων, εν' όψει της πιο πάνω εκχώρησης, μπορεί να εγείρει οιανδήποτε αγωγή και δη την παρούσα εναντίον των εναγομένων 1 και 2 και κατ' επέκταση να αξιώνει οιαδήποτε ποσά από τα ασφαλιστήρια συμβόλαια ή ως αποζημίωση από αυτά. Είναι γεγονός ότι ο ενάγων, σύμφωνα και με τα παραδεκτά γεγονότα, προχώρησε σε εκχώρηση όλων των δικαιωμάτων του από τις εν λόγω ασφάλειες ζωής και όλα τα δικαιώματα που θα καθίσταντο πληρωτέα με βάση αυτές. Το ζήτημα είναι κατά πόσο εξακολουθεί να διατηρεί έννομο συμφέρον να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον των εναγομένων προς διεκδίκηση ωφελημάτων από αυτά και μάλιστα όταν έχει προηγηθεί η άρνηση της εναγομένης 1 να συγκατατεθεί ως ανωτέρω να συμπεριληφθεί ως ενάγουσα στις ως άνω αποσυρθείσες αγωγές. Παράλληλα θα πρέπει να εξεταστεί η υποχρέωση της εναγομένης 1 ως Εκδοχέα οποιουδήποτε δικαιώματος αγωγής αναφορικά με τις εν λόγω ασφάλειες Ζωής να συγκατατεθεί όπως συμπεριληφθεί σε αγωγή που επιθυμεί ο ενάγων να εγείρει διεκδικώντας ωφελήματα από τις ασφάλειες αυτές. Δεν μου διαφεύγουν όσα αναφέρθηκαν και στην υπόθεση Alpha Panareti Public Ltd v. Alexander Hamm Αρ. Αγ. 685/10, ημερ. 22.07.2016 σε σχέση με το ζήτημα αυτό. Ότι δηλαδή: «Το εν λόγω ποσό αφορά σε «νομικό αντικείμενο αγωγής» (legal chose in action), ένεκα δε της εκχώρησης δικαιούχος νομικού δικαιώματος αγωγής είναι στην υπό εξέταση περίπτωση η Τράπεζα και όχι ο Εναγόμενος. Η Τράπεζα είναι, επίσης, το πρόσωπο που δύναται να ελέγχει το δικαίωμα αγωγής ή ανταπαίτησης, αναλόγως της περίπτωσης, αναφορικά με το πιο πάνω ποσό και να ενάγει ή να ανταπαιτεί αναφορικά με αυτό.» Δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της εναγομένης 1/ αιτήτριας ότι δεν είχε δυνάμει των εκχωρήσεων ασφάλειας ζωής οιαδήποτε συμβατική ή άλλη υποχρέωση προς τον ενάγοντα να αποδεχθεί οποιαδήποτε παράκληση ή αίτημα του να συνενωθεί ως ενάγων σε οιανδήποτε αγωγή εναντίον της εναγομένης 2 ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Ο ενάγων εγείρει ζήτημα στην Έκθεση Απαιτήσεως του για την άρνηση της εναγομένης 1 να συνενωθεί ως ενάγων στις αγωγές 4555/2006 και 4554/2006 καθώς αυτό το γεγονός τον υποχρέωσε να τις αποσύρει. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι η απόσυρση τους είχε γίνει άνευ βλάβης και με δικαίωμα καταχώρησης νέας αγωγής νοουμένου ότι θα καταβάλλονταν τα δικηγορικά έξοδα όπως αυτά θα υπολογίζονταν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκρίνονταν από το Δικαστήριο και όχι ανεπιφύλακτα ως ο ισχυρισμός της εναγομένης 1 μέσω του δικηγόρου της στη σελίδα 6 της αγόρευσης του. Ο ενάγων πράγματι επανήλθε καταχωρώντας την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Δεν βρίσκω ότι υπάρχει οτιδήποτε μεμπτό από δικονομικής ή ουσιαστικής άποψης στην ως άνω επιλογή του ενάγοντος να αποσύρει, κατά τον πιο πάνω τρόπο, τις προαναφερθείσες αγωγές του, αναλαμβάνοντας μάλιστα να καταβάλει και τα έξοδα τους αν επανερχόταν και δεν ήταν επιβεβλημένο σε εκείνο το στάδιο, όπως εισηγείται η πλευρά της εναγομένης 1, να ζητούσε την προσθήκη της ως εναγομένης στις ως άνω αγωγές, με δεομένη την άρνηση της να προστεθεί ως ενάγουσα. Και αν ακόμα είχε αυτή την ευχέρεια εντούτοις δεν βρίσκω ότι επειδή δεν το έπραξε αυτό πρέπει να επενεργήσει σε βάρος των συμφερόντων του όπως ο ίδιος ασφαλώς τα προώθησε που προέρχονταν από τα ασφαλιστήρια έγγραφα. Επομένως δεν με βρίσκει σύμφωνο η θέση της εναγομένης 1 ότι ο ενάγων ενήργησε εσφαλμένα με τον τρόπο που απέσυρε τις ως άνω αγωγές και επανήλθε με την παρούσα. Δεν τελούσε υπό καθεστώς νομικής πλάνης ούτε και παρερμήνευσε τα αγώγιμα δικαιώματα του που διατηρούσε επί των ασφαλιστηρίων εγγράφων έστω και αν είχε εκχωρήσει τα δικαιώματα του που απέρρεαν από αυτά και τα οποία παρεμποδίστηκε με τη στάση των εναγομένων να διεκδικήσει. Ο ενάγων όφειλε δια των δικογράφων του να αποδείξει σαφές αγώγιμο δικαίωμα. Ως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bank of Cyprus Ltd v Ambrosia Oils and Margarine Industry Ltd a. o.
(1986)1 C.L.R. 190 (με αναφορά στην απόφαση του Λ. Δ. Diplock στην υπόθεση Letang v Cooper [1964] 2 All E.R. 929), «αγώγιμο δικαίωμα» είναι μία πραγματική κατάσταση, η ύπαρξη της οποίας, δίδει το δικαίωμα σε ένα πρόσωπο να εξασφαλίσει από το Δικαστήριο θεραπεία, από ένα άλλο πρόσωπο. Κρίνω ότι απέδειξε ότι έχει ένα τέτοιο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης 2 το οποίο και διεκδικεί πλέον με την παρούσα αγωγή του. Η εναγομένη 1 στη βάση των ως άνω παραδεκτών γεγονότων της υπόθεσης, δικαιωματικά συμπεριλήφθηκε σ΄αυτή την αγωγή εφόσον δεν συγκατατέθηκε ως Εκδοχέας των ασφαλιστηρίων εγγράφων να είχε συμπεριληφθεί ως ενάγουσα στις αγωγές που προαναφέρθηκαν και αποσύρθηκαν σύμφωνα με τα πιο πάνω. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται το γεγονός ότι η σχέση του ενάγοντος με την εναγομένη 1 είναι διπλή. Εκτός από τη σχέση Εκχωρητή -Εκδοχέα συνυπήρχε και η σχέση Τραπεζίτη - Πελάτη που είναι σχέση εμπιστοσύνης. Και συγκεκριμένα όταν δημιουργήθηκε το αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της εναγομένης 2, ο ενάγων ήταν ταυτόχρονα πελάτης/χρεώστης της Τράπεζας και εκχωρητής των δικαιωμάτων του στις πιο πάνω ασφάλειες προς όφελος της εναγομένης 1 - Τράπεζας. Η εναγομένη 1 σαν Πιστώτρια Τράπεζα, που του είχε χορηγήσει δάνειο και συνέχιζε να ενεργεί ως Τραπεζίτης του, διατηρώντας τους Τραπεζικούς του λογαριασμούς, είχε υποχρεώσεις απέναντι στον ενάγοντα, ως πελάτη της, σύμφωνα με την αρχές της καλής πίστης, της επιείκειας, των χρηστών και συναλλακτικών ηθών και της Δικαιοσύνης. Επίσης η εναγομένη 1 ως εκδοχέας, όφειλε να είχε συναινέσει στη συνένωση της ως ενάγουσας και ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια για συνένωση της ως ενάγουσας στις αγωγές του ενάγοντος εναντίον της εναγομένης 2, καλή τη πίστει και όχι αυθαίρετα ή ως αποτέλεσμα ιδιότροπης συμπεριφοράς, για τους ακόλουθους λόγους τους οποίους απαριθμεί η ευπάιδευτη συνήγορος του ενάγοντος με τους οποίους και συμφωνώ: (α) Ότι μεταξύ της εναγομένης 1 και του ενάγοντος υπήρχε η συμβατική σχέση Πιστώτριας Τράπεζας - Πελάτη/ Χρεώστη και ως εκ τούτου η εξυπακουόμενη υποχρέωση της Τράπεζας να ενεργεί καλόπιστα και να διευκολύνει τον ενάγοντα/ πελάτη και χρεώστη της να διεκδικήσει για λογαριασμό της τα ωφελήματα που προέκυπταν από τα ασφαλιστικά συμβόλαια, αφού το όφελος ήταν κοινό (εφόσον όποια τυχόν αποζημίωση-επίδομα εισέπραττε ο ενάγων θα καταβαλλόταν έναντι του ασφαλιζόμενου χρέους δυνάμει των εκχωρητηρίων εγγράφων που υπέγραψε). Η εναγομένη 1 όμως ενήργησε κατά παράβαση αυτής της σχέσης εμπιστοσύνης. Ουσιαστικά τον εμπόδισε με τη στάση της να διεκδικήσει τα ωφελήματα που κατ' ισχυρισμό του απορρέουν από τα ασφαλιστήρια έγγραφα και τα οποία θα χρησιμοποιούνταν αν εξασφάλιζε αποζημιώσεις για σκοπούς μείωσης του χρέους του προς την εναγομένη
  1. (β) Η εναγομένη 1 επέλεξε να ενεργήσει εις βάρος των όποιων συμφερόντων του πελάτη της τα οποία ενδεχομένως να διασφάλιζε με τις αγωγές του, για να απαλλάξει τη Laiki Cyprialife/ εναγόμενη 2, που ήταν μέλος του Ομίλου εταιρειών στον οποίο ανήκε και η ίδια, από την οποιαδήποτε υποχρέωση δυνάμει των ασφαλιστηρίων εγγράφων. (γ) Με την ως άνω ενέργεια της η εναγόμενη 1 - Τράπεζα κρίνω ότι ενήργησε αντισυμβατικά και κατά παράβαση του γενικού καθήκοντος επιμέλειας και/ή προνοίας που είχε και/ή όφειλε να έχει και να επιδεικνύει προς τον ενάγοντα, τόσο ως πελάτη και αντισυμβαλλόμενο της, όσο και ως τον εκχωρητή των ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Η εναγομένη 1 όφειλε έντιμα αλλά και στα πλαίσια της λογικής να δώσει στον ενάγοντα την ευκαιρία να μειώσει το υπόλοιπο του δανείου του που διατηρούσε σε αυτήν με την είσπραξη του επιδόματος ανικανότητας, εφόσον ο ενάγων ισχυριζόμενος ανικανότητα, και ότι δεν θα μπορούσε πλέον να εργαστεί διεκδικούσε το επίδομα που σύμφωνα με το ασφαλιστήριο έγγραφο του δικαίως ή όχι (και δεν κρίνεται αυτό στα πλαίσια της παρούσας) δικαιούτο. Σε κάθε περίπτωση, κρίνω ότι η εναγομένη 1 είχε εξυπακουόμενη υποχρέωση προερχόμενη από τα δύο ασφαλιστικά συμβόλαια στα οποία είχε καταστεί Εκδοχέας να το πράξει αυτό, εφόσον ήταν μια πράξη που με βάση την κοινή λογική θα ήταν αναμενόμενο να γίνει, ως ο νόμιμος δικαιούχος των ασφαλιστηρίων που εκχωρήθηκαν σε αυτήν και υποκατέστησε τον ενάγοντα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απορρέουν από αυτά τα ασφαλιστήρια. Ο ενάγων διεκδικεί με την αγωγή του ό,τι ενδεχομένως να είχε αποζημιωθεί και θα είχε πιστωθεί στο δάνειο του συνεπεία των εγγράφων εκχωρήσεως των ασφαλειών του που διατηρούσε με την εναγομένη
  2. Επιπλέον διεκδικεί ζημιές και/ή απώλειες που η εναγομένη 1 προκάλεσε στον ενάγοντα, γιατί περιορίσθηκε απόλυτα η ελευθερία του να συνεχίσει τις πιο πάνω αγωγές εναντίον της εναγομένης
  3. Με την άρνηση της, η εναγομένη 1 απάλλαξε την εναγομένη 2 από τις υποχρεώσεις που είχε έναντι του ενάγοντα αναφορικά με τα πιο πάνω ασφαλιστήρια έγγραφα για τα οποία ο ενάγων πλήρωνε κανονικά τα συμφωνηθέντα ασφάλιστρα. Πέραν τούτου με την αυθαίρετη και αδικαιολόγητη, κατά την άποψη μου, άρνηση της εναγομένης 1, ως Εκδοχέα, να χορηγήσει τη συγκατάθεση της για συνέχιση των πιο πάνω αγωγών εναντίον της εναγομένης 2, κατέστησε ανέφικτη η είσπραξη των ωφελημάτων, που προκύπτουν από τα ασφαλιστήρια έγγραφα. Τα δικαιώματα του ενάγοντος από τα ως άνω ασφαλιστικά συμβόλαια που είχαν συναφθεί από αυτόν και την εναγομένη 2/ Ασφάλεια με την άρνηση της εναγομένης 1 ως Εκδοχέα να καταστεί και αυτή ενάγουσα είχαν εξουδετερωθεί. Εύλογα θα μπορούσε κάποιος να υποθέσει με αυτή την ενέργεια της εναγομένης 1 ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια που συνάπτονταν με πελάτες της με την ασφαλιστική εταιρεία που ανήκε στον Όμιλο της, όπως η ίδια δηλώνει στην επιστολή της με ημερομηνία 11.10.2010 προς τους δικηγόρους του ενάγοντος σύμφωνα και με το παραδεκτό γεγονός υπ' αριθμό 6 του καταλόγου παραδεκτών γεγονότων της 14.11.2018, συνάπτονταν απλά για να εισπράττονται ασφάλιστρα. Συμφωνώ με την ευπαίδευτη συνήγορο του ενάγοντος ότι ήταν επιπλέον εξυπακουόμενος όρος στα εκχωρητήρια των ασφαλειών Ζωής, τον οποίο παραβίασε η εναγομένη 1, ότι ο Εκδοχέας δεν θα αποστερεί αδικαιολόγητα την συναίνεση του για διεκδίκηση ωφελημάτων. Η εναγομένη 1 σημειώνεται ότι δεν έδωσε καμία εξήγηση για την άρνηση της να δώσει συγκατάθεση παρά μόνον ότι η ίδια «ανήκει στον ίδιο Όμιλο με την εναγομένη 2». Η ως άνω άρνηση της εναγομένης 1 δεν μπορεί παρά να χαρακτηριστεί ως καταχρηστική. Πέραν τούτου η εναγομένη 1 ως Εκδοχέας κατά παράβαση ρητού και/ή εξυπακουόμενου όρου στην συμφωνία εκχώρησης, παρέλειψε να λάβει τα δέοντα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει τα πιο πάνω δικαιώματα του ενάγοντος - χρεώστου της εναγομένης 1, καταπατώντας τον ίδιο τον σκοπό (commercial sense) για τον οποίο έγιναν οι εκχωρήσεις, ήτοι την εξασφάλιση του χρέους, δεδομένου του ότι εάν ήταν επιτυχής η αγωγή του ενάγοντος εναντίον της εναγομένης 2, τα όποια ωφελήματα κερδίζονταν θα πιστώνονταν έναντι του χρέους. Σχετική είναι η υπόθεση Abu Dhabi National Tanker Company v. Product Star Shipping Limited (No. 2)
(1993)1 Lloyds Law Reports 397, η οποία ακολουθήθηκε σταθερά από μεταγενέστερες υποθέσεις, στην προσπάθεια των δικαστηρίων να αποδώσουν δικαιοσύνη και στα δύο συμβαλλόμενα μέρη μιας συμφωνίας, ελέγχοντας δικαστικά τον τρόπο άσκησης της διακριτικής ευχέρειας - δικαιώματος που ρητά παρέχεται σε έναν συμβαλλόμενο από την συμφωνία. Στην απόφαση αυτή έγινε αναφορά στην ερμηνεία εγγράφου στο οποίο περιλαμβανόταν η συμφωνία των διαδίκων με έμφαση στην ερμηνεία του όρου ¨discretion¨ να δω στο συμβόλαιο εκχώρησης αν παρέχεται διακριτική ευχέρεια και λέχθηκαν τα εξής: "The essential question is always whether the relevant power has been abused. Where A and B contract with each other to confer a discretion on A, that does not render B subject to A's uninhibited whim. In my judgment, the authorities show that not only must the discretion be exercised honestly and in good faith, but, having regard to the provisions of the contract by which it is conferred, it must not be exercised arbitrarily, capriciously or unreasonable. That entails a proper consideration of the matter after making any necessary inquiries. To these principles, little is added by the concept of fairness: it does no more than describe the result achieved by their application." Η υπόθεση Abu Dhabi National Tanker Co - πιο πάνω - η οποία ακολουθήθηκε σε σειρά μεταγενέστερων αποφάσεων με πιο πρόσφατη την British Telecommunications Plc v. Telefonica O2 UK Ltd
(2014)UKSC 42, έθεσε το γενικό κανόνα ότι όπου μια συμφωνία εναποθέτει διακριτική ευχέρεια σε συμβαλλόμενο μέρος, αυτή, στην απουσία πολύ σαφούς λεκτικού προς το αντίθετο, πρέπει να ασκείται καλή τη πίστη και όχι αυθαίρετα ή ως αποτέλεσμα ιδιότροπης συμπεριφοράς. Η αρχή αυτή τυγχάνει βεβαίως εφαρμογής ανάλογα με τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, αναμφίβολα η απόφαση της εναγόμενης 1 η οποία στην ουσία συνιστούσε τη μη συνέχιση των αγωγών εναντίον της εναγομένης 2 λήφθηκε με αυθαίρετο και /ή δόλιο τρόπο και αυτό καθώς η εναγομένη 1 γνώριζε, όταν απαίτησε την εκχώρηση προς όφελος της των ωφελημάτων που προέρχονταν από τα ασφαλιστικά συμβόλαια του ενάγοντος στην εναγομένη 2 - Ασφάλεια, ότι η Ασφάλεια αυτή ανήκε στον ίδιο Όμιλο εταιρειών, που ανήκε και η ίδια. Γνώριζε επίσης ότι το γεγονός αυτό θα την εμπόδιζε στο μέλλον να στραφεί εναντίον της εναγομένης
  1. Εν τούτοις η εναγομένη 1 ζήτησε την εκχώρηση προς όφελος της των ασφαλιστηρίων εγγράφων της εναγομένης
  2. Η αποδοχή εκ μέρους της εναγομένης 1 ασφαλιστηρίων εγγράφων ασφαλιστικής εταιρείας που ανήκε στον Όμιλο εταιρειών της ισοδυναμούσε με εξυπηρέτηση αλλότριου σκοπού και ως τέτοιος είναι η διά των εκχωρήσεων απόκτηση από την εναγομένη 1 του ελέγχου επί των απαιτήσεων του ενάγοντος ως ασφαλισμένου δικαιούχου εναντίον της εναγομένης 2 - Ασφάλειας. Αποκτούσε δηλαδή τη δυνατότητα τερματισμού κατά το δοκούν των απαιτήσεων του. Οι εναγόμενες 1 και 2, εταιρείες που ανήκαν στον ίδιο Όμιλο κατά την παραδοχή τους, χρησιμοποιώντας ως όχημα τα εκχωρητήρια έγγραφα, κατάφεραν καταχρηστικά να εμποδίσουν τον ενάγοντα από το να διεκδικήσει από την εναγομένη 2 ωφελήματα που προκύπτουν από τα ασφαλιστήρια έγγραφα και τα οποία κατ' ισχυρισμό του εδικαιούτο. Οι ενέργειες των εναγομένων 1 και 2 θα μπορούσαν να αναχθούν στο αστικό αδίκημα της συνομωσίας και/ή δόλιου σχεδιασμού προκειμένου η εναγόμενη 2 να αποφύγει το ενδεχόμενο να καταβάλει οποιαδήποτε ωφελήματα στον ενάγοντα τα οποία διεκδικούσε. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να εμποδιστεί ο ενάγων να συνεχίσει τις αγωγές του εναντίον της εναγομένης
  3. Εν όψει των ανωτέρω τα προδικαστικά σημεία που ήγειρε η εναγομένη 1 δεν κρίνει όλη την αγωγή, γιατί η εναγομένη 1, δεν είχε μόνο δικαιώματα ως Εκδοχέας, είχε ταυτόχρονα και εξυπακουόμενη υποχρέωση να ασκεί τα δικαιώματα της καλή τη πίστη και όχι αυθαίρετα ή ως αποτέλεσμα ιδιότροπης συμπεριφοράς. Η εναγομένη 1 παρέβη την πιο πάνω υποχρέωση της ερχόμενη σε συμφωνία/σύμπραξη με την εναγομένη 2, με σκοπό την πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα. Αφού αυτός εμποδίστηκε να συνεχίσει τις αγωγές του εναντίον της εναγομένης 2, με τις οποίες διεκδικούσε τα ωφελήματα που προκύπτουν από τα πιο πάνω ασφαλιστήρια. Η διεκδίκηση του ενάγοντος ήταν εύλογη και ενέπιπτε στον σκοπό για τον οποίο έγιναν τα ασφαλιστήρια. Σύμφωνα με την νομολογία, όταν κάποιος εμποδίσει κάποιον άλλο να προσφύγει στην δικαιοσύνη και να καρπωθεί τους καρπούς της ενδεχόμενης επιτυχίας του, δικαιούται σε αποζημιώσεις από το άτομο που τον εμπόδισε. Σε τέτοιες περιπτώσεις, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της ουσίας αν θα επιτύγχανε η αγωγή ή όχι. Απλώς, όταν στοιχειοθετηθεί ότι υπήρχε έστω μια πιθανότητα επιτυχίας, το Δικαστήριο αξιολογεί την πιθανότητα επιτυχίας και υπολογίζει πάνω σ' αυτή την βάση αποζημιώσεις. Σχετική επί του θέματος είναι η υπόθεση Χριστοφόρου κ.ά. v. Barclays Bank Plc,
(2009)1 (A) Α.Α.Δ. σελ. 25 αναφέρθηκαν τα εξής: «Ακολούθως, το Δικαστήριο, αφού με αναφορά στην Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50 απέρριψε την εισήγηση της υπεράσπισης ότι το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας, όπως αυτό αναγνωρίζεται από το κοινοδίκαιο*, δεν ισχύει στην Κύπρο και αφού, επίσης, απέρριψε την εισήγηση της υπεράσπισης ότι οι διεκδικήσεις των εφεσειόντων καλύπτονταν από το δεδικασμένο στην αίτηση που είχαν υποβάλει στην Αγωγή 6103/1989 με σκοπό την τιμωρία της εφεσίβλητης για μη συμμόρφωση προς το προσωρινό διάταγμα της 20.7.1989, προχώρησε, αφού πρώτα παρέθεσε τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της συνωμοσίας κατά το κοινοδίκαιο, στην εξέταση του κατά πόσο, ενόψει των ευρημάτων του, αποδείχθηκε η αξίωση των εφεσειόντων. Για τους λόγους που εξήγησε, έκρινε ότι, περί τις 2.9.1989, συνήφθη συμφωνία μεταξύ της εφεσίβλητης και των Άκη Γρηγορίου και Δέσποινας Γρηγορίου, ενεργούντων για τη Stavros Holdings Ltd, να ενεχυριασθούν στην εφεσίβλητη 125.500 μετοχές τις οποίες κατείχε η Stavros Holdings Ltd στη The Cyprus Hotel Ltd, η δε συμφωνία είχε ως σκοπό τη βλάβη των εφεσειόντων, με παράνομα μέσα, ήτοι την παρακοή του προσωρινού διατάγματος της 20.7.1989. Όμως, οι εφεσείοντες δεν απέδειξαν ότι, ως εκ της συμφωνίας με σκοπό τη βλάβη τους, με παράνομα μέσα, υπέστησαν ζημία ώστε να ικανοποιείται και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνωμοσίας....». Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έχει, μέχρι σήμερα, πραγματευθεί το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας. Σύμφωνα με τον Halsbury´s Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Τόμος 45
(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα: "697. Essential ingredients of conspiracy. In order to make out a case of conspiracy the claimant must establish:
(1)an agreement between two or more persons;
(2)either, where the means are lawful, an agreement the real and predominant purpose of which is to injure the claimant or, where the means are unlawful, an agreement a purpose of which is to injure the claimant; and
(3)that acts done in execution of that agreement resulted in damage to the claimant." Σε μετάφραση: 697. Απαραίτητα στοιχεία του αδικήματος της συνωμοσίας. Για να αποδείξει το αδίκημα της συνωμοσίας ο απαιτών πρέπει να αποδείξει:
(1)συμφωνία μεταξύ δύο ή περισσότερων προσώπων·
(2)είτε, όπου τα μέσα είναι νόμιμα, συμφωνία της οποίας ο πραγματικός και κυρίαρχος σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα είτε, όπου τα μέσα είναι παράνομα, συμφωνία της οποίας ο σκοπός είναι η πρόκληση βλάβης στον ενάγοντα· και
(3)πράξεις που τελέστηκαν εις εκτέλεση της συμφωνίας είχαν ως αποτέλεσμα την πρόκληση ζημίας στον ενάγοντα." Η πιο πάνω Έφεση απορρίφθηκε γιατί οι Εφεσείοντες δεν απέδειξαν ότι: «ως εκ της συμφωνίας με σκοπό τη βλάβη τους, υπέστησαν ζημία ώστε να ικανοποιείται και το τρίτο συστατικό στοιχείο του αδικήματος της συνωμοσίας». Στην προκειμένη περίπτωση όμως, η απώλεια ευκαιρίας του ενάγοντος να κερδίσει την αξίωση του εναντίον της εναγομένης 2 είναι αποτιμητέα σε χρήμα, αφού στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Απαιτήσεως του γίνεται ειδική αναφορά σε συγκεκριμένα χρηματικά ποσά, τα οποία απώλεσε ο ενάγων. Επομένως τίθεται το υπόβαθρο να εξεταστεί η απαίτηση του ενάγοντος αναφορικά με τη ζημιά που υπέστη, λόγω της απώλειας ευκαιρίας να προωθήσει τις αγωγές του εναντίον της εναγομένης 2. ΚΑΤΑΛΗΞΗ: Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι τα νομικά σημεία που εγείρει προδικαστικά η πλευρά της εναγομένης 1 δεν έχουν έρεισμα στα γεγονότα της υπόθεσης και επομένως η αίτηση απορρίπτεται. ΤΑ ΕΞΟΔΑ: Τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και αυτά θα είναι υπέρ του ενάγοντος/ καθ' ου η αίτηση και εναντίον της εναγομένης 1/αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. (Υπ.) ............ Χρ. Γ. Φιλίππου, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση για εκδίκαση προδικαστικών νομικών σημείων. [1] Οποιοσδήποτε διάδικος θα δικαιούται να εγείρει με τα δικόγραφα του οποιοδήποτε νομικό σημείο και οποιοδήποτε σημείο που εγείρεται έτσι θα αποφασίζεται από το Δικαστήριο σε οποιοδήποτε στάδιο που θα ήθελε φανεί στο Δικαστήριο βολικό. [2] Αν κατά τη γνώμη του Δικαστηρίου η απόφαση σ' αυτό το νομικό σημείο ουσιαστικά κρίνει όλη την αγωγή ή οποιοδήποτε καλό αγώγιμο δικαίωμα, βάση υπεράσπισης, ανταπαίτησης, απάντησης σ' αυτή, το Δικαστήριο μπορεί τότε να απορρίψει την αγωγή ή να εκδώσει οποιοδήποτε άλλο διάταγμα στην Αγωγή που θα είναι δίκαιο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.