← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Στυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 1694/2017, 21/11/2018

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Στυλιανού κ.α., Αρ. Αγωγής: 1694/2017, 21/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A473 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1694/2017 Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγοντες -ν- 3. xxxxxx Στυλιανού Εναγόμενος -------------------------------------- (Αίτημα για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες ημερ. 21/06/18) Ημερομηνία: 21 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Α.Ζερβού για Πατρίκιο Παύλου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο 3 - Καθ' ου η αίτηση: κ. Λ. Λουκά ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι το αίτημα που υπέβαλε μέσω του Παραρτήματος της η πλευρά των εναγόντων κατά το στάδιο των οδηγιών της υπόθεσης, δυνάμει της νέας Δ.30, για να της δοθούν περαιτέρω και/ή καλύτερες λεπτομέρειες σε σχέση με τους ισχυρισμούς των παραγράφων 4(ii), 9 και 16 της Υπεράσπισης του εναγόμενου 3 (βλ. κατ' αναλογία Σάββα ν. Κυπριακών Αερογραμμών Λτδ (Αρ. 2)

(1992)1 ΑΑΔ 1146). Σημειώνω εδώ ότι η αγωγή των εναγόντων αφορά σε αξίωση ποσού €78.217,38 πλέον τόκο 11,1684% ετησίως, ως ποσό που κατά τον ισχυρισμό των τελευταίων συνιστά οφειλόμενο υπόλοιπο δανείου που χορηγήθηκε στον εναγόμενο 1 στις 15/02/11, υπό την εγγύηση των εναγομένων 2 - 4. Οι εναγόμενοι ενάγονται υπό τις ιδιότητες του πρωτοφειλέτη (εναγόμενος 1) και εγγυητή (εναγόμενοι 2 - 4) και πλην του εναγομένου 3, έχει ήδη εκδοθεί απόφαση εναντίον των άλλων εναγομένων. Με την υπεράσπιση που καταχώρησε ο εναγόμενος 3 εγείρονται σωρεία νομικών και πραγματικών ισχυρισμών, στη βάση των οποίων, ο τελευταίος θεωρεί ότι η αγωγή, στο βαθμό που στρέφεται εναντίον του ως φερόμενου εγγυητή του εναγομένου 1, θα πρέπει να απορριφθεί. Οι σχετικοί με το υπό κρίση αίτημα είναι οι ισχυρισμοί των παραγράφων 4(ii), 9 και 16 της υπεράσπισης, τους οποίους παραθέτω αυτούσιους: «4. Ο εναγόμενος 3 δεν παραδέχεται τους ισχυρισμούς των εναγόντων στις παραγράφους 7,8,9,10,11,12,13 και 14 της Έκθεσης Απαίτησης που αναφέρονται στους όρους της επίδικης συμφωνίας και καλεί τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των σχετικών ισχυρισμών τους. Άνευ βλάβης του ισχυρισμού του αυτού και σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί η ύπαρξη των εν λόγω όρων, ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται τα ακόλουθα:- .. (
  1. ii)Οι όροι που προβάλλονται στις παραγράφους 7 μέχρι και 14 της Έκθεσης Απαίτησης, είναι όροι καταχρηστικοί που παρά την απαίτηση καλής πίστης δημιουργούν ιδιαίτερη ανισορροπία ανάμεσα στα δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών και εν πάση περιπτώσει είναι αντίθετοι με τις πρόνοιες του Νόμου που εισάγει περιοριστικές διατάξεις αναφορικά με καταχρηστικές ρήτρες σε συμβάσεις που συνάπτονται με καταναλωτές (Νόμος 93(Ι)/1996) και εν πάση περιπτώσει είναι όροι αόριστοι και ανεφάρμοστοι και κατά συνέπεια παράνομοι και άκυροι. 9. Ο εναγόμενος δεν παραδέχεται τους ισχυρισμούς των εναγόντων στη παράγραφο 19 της Έκθεσης Απαίτησης και καλεί αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των σχετικών ισχυρισμών τους. Άνευ βλάβης της πιο πάνω άρνησης του εναγόμενου 3 και της υποχρέωσης των εναγόντων να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους, σε περίπτωση που ήθελε αποδειχθεί η ύπαρξη του εν λόγω εγγυητήριου εγγράφου ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη ή και ανεφάρμοστη ή/και παράνομη. Περαιτέρω ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες παρέλειψαν να τον προειδοποιήσουν αναφορικά με τις ενδεχόμενες συνέπειες της υπογραφής του. Περαιτέρω ο εναγόμενος 3 λέγει ότι η ισχυριζόμενη συμφωνία εγγύησης είναι αόριστη, καταπιεστική και επαχθής για τα δικαιώματα του. 16. Ο εναγόμενος 3 δεν παραδέχεται τους ισχυρισμούς των εναγόντων στην παράγραφο 27 της Έκθεσης Απαίτησης καλεί τους ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους και περαιτέρω λέγει ότι τα ισχυριζόμενα ποσά είναι διογκωμένα και/ή εσφαλμένα και/ή προϊόν παράνομων και/ή καταχρηστικών και/ή αυθαίρετων ενεργειών των εναγόντων και/η παράνομης χρέωσης τόκου και/ή εσφαλμένης και/ή παράνομης και/ή αντισυμβατικής χρεοπίστωσης και λέγει επιπλέον ότι εάν ο επίδικος λογαριασμός χρεοπιστωνόταν ορθά δεν θα παρουσίαζε το υπό των εναγόντων ισχυριζόμενο υπόλοιπο και/ή κανένα ποσό.» Στην υπεράσπιση του εναγόμενου 3 οι ενάγοντες καταχώρησαν απάντηση, με την οποία απορρίπτουν πλήρως όλους τους πιο πάνω ισχυρισμούς. Ειδικότερα, σε σχέση με την παρ. 4(
  2. ii)οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι όροι που αυτοί δικογραφούν στις παραγράφους 7-14 της Έκθεσης Απαίτησης τους και για τους οποίους παραπονείται ο εναγόμενος 3, είναι ουσιώδεις όροι των επίδικων συμφωνιών, οι οποίοι, μαζί με τους υπόλοιπους επιμέρους όρους των συμφωνιών, έτυχαν της αυτόβουλης και ελεύθερης αποδοχής του εναγόμενου 3 και ισχυρίζονται ότι «.κανένας όρος των επίδικων εγγράφων δεν είναι καταχρηστικός, ούτε διαταράσσει την ισορροπία δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.». Ως προς τους ισχυρισμούς της παραγράφου 9 της υπεράσπισης του εναγομένου 3, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι πριν την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας εγγύησης ακολουθήθηκε κάθε προβλεπόμενη διαδικασία, την οποία οι ενάγοντες καταγράφουν με λεπτομέρεια στην απάντηση τους και ότι τηρήθηκαν όλες οι πρόνοιες της εφαρμοστέας, κατά τους ενάγοντες, Νομοθεσίας, με αποτέλεσμα οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του εναγόμενου 3 να στερούνται ερείσματος. Τέλος, όσον αφορά την παράγραφο 16 της υπεράσπισης, οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι όλες οι χρεοπιστώσεις που έγιναν στον επίδικο λογαριασμό, περιλαμβανομένων και των χρεώσεων τόκων, έγιναν σύμφωνα με τους όρους των επίδικων συμφωνιών και τη νομοθεσία και ότι «τα ποσά που αξιώνονται στην παρούσα αγωγή είναι αυτά που οι ενάγοντες έχουν κάθε δικαίωμα να αξιώνουν με βάση τις πρόνοιες των επίδικων συμφωνιών και της νομοθεσίας». Στις 21/06/18 και μετά την συμπλήρωση της δικογραφίας, οι ενάγοντες εξέδωσαν την προβλεπόμενη κλήση για οδηγίες, στα πλαίσια της οποίας ζήτησαν, μεταξύ άλλων, όπως ο εναγόμενος 3 διαταχθεί να τους δώσει περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες για τις προαναφερόμενες παραγράφους της υπεράσπισης του. Σε σχέση με το εν λόγω αίτημα τους, οι ενάγοντες επεσύναψαν στην κλήση σχετική επιστολή τους της ίδιας ημερομηνίας, 21/06/18, ζητώντας τα εξής: Παράγραφο 4(
  3. ii)Υπεράσπισης «Ποιοι όροι είναι παράτυποι και σε τι συνίσταται η παρατυπία και ακυρότητα;» Παράγραφο 9 Υπεράσπισης «Σε ποια γεγονότα στηρίζετε τον ισχυρισμό σας ότι η εγγύηση είναι άκυρη και/ή ακυρώσιμη και/ή παράτυπη;» Παράγραφος 16 Υπεράσπισης «Ποια ποσά συνιστούν καταχρηστικές και/ή παράνομες και/ή αντισυμβατικές και/ή ασαφείς χρεώσεις και/ή παράνομη χρέωση τόκων και/ή τόκου υπερημερίας και/ή παράνομη αύξηση επιτοκίου και/ή διαφορετικά πέραν των νόμιμων και που δικαιούνταν οι ενάγοντες να χρεώνουν. Σε ποιο συνολικό ποσό συμποσούνται οι χρεώσεις αυτές, δηλαδή ποιο είναι το συνολικό ποσό το οποίο αμφισβητείται από τους Εναγόμενους; Ποια είναι κατά την άποψη του Εναγόμενου η ορθή χρεωπίστωση του λογαριασμού και ποιο είναι το συνολικό ποσό το οποίο οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι είναι το πραγματικά οφειλόμενο ποσό;». Στην επιστολή των εναγόντων ο εναγόμενος 3 απάντησε με δική του επιστολή στις 03/07/18, ισχυριζόμενος ότι δεν τίθεται θέμα παροχής λεπτομερειών, εφόσον αυτό που ουσιαστικά επιδιώκεται από πλευράς εναγόντων είναι η παρουσίαση μαρτυρίας από αυτό το στάδιο, η οποία όμως μαρτυρία, σύμφωνα με την επιστολή των δικηγόρων του εναγόμενου 3, μόνο κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης επιβάλλεται να παρουσιαστεί. Υπό αυτά τα δεδομένα, οι συνήγοροι των μερών εμφανίστηκαν ενώπιον μου στις 11/10/18 που είχε οριστεί η κλήση για πρώτη εμφάνιση και αφού οι ενάγοντες επέμειναν στο αίτημα τους, δόθηκε εκατέρωθεν χρόνος για αγορεύσεις. Αμφότεροι οι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, οι οποίες περιστρέφονται τόσο γύρω από τη νομική πτυχή που διέπει αιτήματα αυτής της φύσης όσο και γύρω από τα συγκεκριμένα δεδομένα της υπόθεσης. Αναφορά στο περιεχόμενο αμφότερων των αγορεύσεων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Οι νομικές αρχές που διέπουν αιτήματα παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών έχουν εύστοχα συνοψισθεί στην πρόσφατη απόφαση ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΜΕΣΩ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ν. ΦΩΤΟΠΟΥΛΟΥ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E229/2014, 10/7/2018: «Νομικό υπόβαθρο της αίτησης για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες είναι η Δ.19 θ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας: «A further and better statement of the nature of the claim or defence, or further and better particulars of any matter stated in any pleading, notice, or written proceeding requiring particulars, may in all cases be ordered, upon such terms, as to costs and otherwise, as may be just.» Σε μετάφραση: «Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή υπεράσπισης ή περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οιονδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες, δύναται σε όλες τις περιπτώσεις να διαταχθεί, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως πως, ως ήθελε φανεί δίκαιο.» Σχετική με το υπό εξέταση θέμα είναι και η Δ.19 θ.4 που προνοεί για το περιεχόμενο των εγγράφων προτάσεων. Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες ώστε η άλλη πλευρά να μπορεί να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεως και τετελεσμένων γεγονότων. Όταν ο κανόνας αυτός παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται σε αξίωση έκδοσης διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να την εφοδιάσει με τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες (Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ και Άλλοι ν. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649, 652). Περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες ισχυρισμών που αναφέρονται στα δικόγραφα και όχι μαρτυρία δίδονται για σκοπούς διασαφήνισης των γενόμενων ισχυρισμών. Μια τέτοια διασαφήνιση γεγονότων υπαγορεύεται από διάφορους λόγους, όπως για παράδειγμα, η πληρέστερη πληροφόρηση της άλλης πλευράς για τη φύση της υπόθεσης που θα έχει να αντιμετωπίσει, η αποφυγή της έκπληξης κατά την ακρόαση, ο περιορισμός των επιδίκων θεμάτων και ισχυρισμών και η ένδειξη ως προς τη μαρτυρία που θα χρειαστεί η άλλη πλευρά (Ηνωμένη Εκδοτική Εταιρεία Δίας Λτδ ν. Μηνά Χατζηκώστα
(1990)1 ΑΑΔ 244, Χριστοδούλου ν. Μαρνέρος & Σία Λτδ
(1997)1 ΑΑΔ 718). Όταν προβάλλεται από διάδικο στο δικόγραφο ισχυρισμός κάποιου νομικού αποτελέσματος, που εξαρτάται από την επενέργεια ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναγράφονται στο δικόγραφο. Η αρχή της νομολογίας, ότι νομικά σημεία δεν αναφέρονται στο δικόγραφο, εφαρμόζεται όταν γίνονται νομικές εισηγήσεις. Όπου όμως το ισχυριζόμενο νομικό αποτέλεσμα δημιουργήθηκε εκ της επενέργειας ορισμένων γεγονότων, αυτά πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο (βλ. Μέμνια Τζιακούρα ν. Ευστράτιου Οικονομίδη
(1997)1 ΑΑΔ 669). Λεπτομέρειες μπορεί να ζητηθούν από διάδικο μόνο σε σχέση με ισχυρισμούς, το βάρος απόδειξης των οποίων φέρει ο ίδιος (Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 ΑΑΔ 973).» Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω το υπό κρίση αίτημα. Α. Ισχυρισμοί παραγράφου 4(
  1. ii)της Υπεράσπισης Αυτό που ζητείται από τους ενάγοντες είναι να τους διευκρινιστεί ποιοι όροι, κατά τον εναγόμενο 3, είναι παράτυποι και σε τι συνίσταται η κατ' ισχυρισμό παρατυπία. Θεωρώ ότι η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα δίνεται ξεκάθαρα από την ίδια την παράγραφο 4 της υπεράσπισης - «.Οι όροι που προβάλλονται στις παραγράφους 7 μέχρι και 14 της Έκθεσης Απαίτησης.». Σύμφωνα με την Ε/Α στην οποία παραπέμπει η υπεράσπιση, οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του εναγόμενου 3 αφορούν στους Ειδικούς Όρους 2, 5, 5α, 6, 8, 10 και 11 και στους Γενικούς Όρους 8,9, 12 και 18 της επίδικης συμφωνίας. Η κατ' ισχυρισμό παρατυπία των εν λόγω όρων διευκρινίζεται από τον εναγόμενο 3 τόσο στην παρ. 4(
  2. ii)όσο και στις υπόλοιπες υποπαραγράφους της παραγράφου 4, οι οποίες, ως εύστοχα επισημαίνει ο συνήγορος του εναγόμενου 3, θα πρέπει να διαβαστούν ως ενιαίο σύνολο, να συνίσταται στην κατ' ισχυρισμό αδυναμία του εναγόμενου 3 να διαπραγματευτεί τους εν λόγω όρους, στην αοριστία που κατ' εκείνον τους διέπει και στις δυσμενείς συνέπειες που συνεπάγονται για τον ίδιο. Δεν τίθεται συνεπώς θέμα περαιτέρω διευκρίνισης των επί του προκειμένου ισχυρισμών του εναγόμενου, οι οποίοι άλλωστε, έτυχαν λεπτομερούς απάντησης στο σχετικό απαντητικό δικόγραφο των εναγόντων. Β. Ισχυρισμοί παραγράφου 9 της Υπεράσπισης Σε σχέση με την εν λόγω παράγραφο, οι ενάγοντες ζητούν να τους διευκρινιστούν τα γεγονότα επί των οποίων ο εναγόμενος 3 εδράζει τον ισχυρισμό του περί ακυρότητας της επίδικης συμφωνίας εγγύησης. Σύμφωνα με την αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου του εναγόμενου 3, «.όσα ο εναγόμενος 3 αναφέρει στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Υπεράσπισης ως προς τους λόγους για τους οποίους η επίδικη συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη ή ακυρώσιμη ή παράτυπη, εξειδικεύονται στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης του εις την οποία αναφέρει με επαρκεί λεπτομέρεια που στηρίζονται οι ισχυρισμοί του περί ακυρότητας της συμφωνίας εγγύησης.». Αδυνατώ να αντιληφθώ για ποιο λόγο η πλευρά του εναγόμενου 3 αρνήθηκε να δώσει αυτή τη διευκρίνιση όταν της το ζήτησαν οι ενάγοντες και χρειάστηκε το όλο θέμα να οδηγηθεί σε ακρόαση. Λόγω της εικόνας που παρουσιάζει το δικόγραφο του εναγόμενου 3 άλλωστε, ήταν πλήρως δικαιολογημένο να ζητείται διευκρίνιση, αφού η πρώτη εντύπωση που αποκομίζεται από ανάγνωση της παραγράφου 9 και του υπό κρίση ισχυρισμού του εναγόμενου 3, είναι ότι ο εν λόγω ισχυρισμός είναι χωριστός και ανεξάρτητος από τους υπόλοιπους νομικούς ισχυρισμούς, ο οποίος όμως δεν φαίνεται να περιβάλλεται από οποιουσδήποτε πραγματικούς (factual) ισχυρισμούς. Τούτο ενισχύεται από το γεγονός ότι οι υπόλοιποι ισχυρισμοί που περιέχονται στις παραγράφους 9 και 10 της Υπεράσπισης και οι οποίοι αφορούν σε κατ' ισχυρισμό γεγονότα που επίσης επιφέρουν, κατά τον εναγόμενο 3, ακυρότητα της επίδικης συμφωνίας εγγύησης, προβάλλονται να συνιστούν «άνευ βλάβης», «χωρίς επηρεασμό» και «περαιτέρω» ισχυρισμούς του εναγόμενου 3. Δικαιολογημένα επομένως ζητήθηκαν οι αιτούμενες διευκρινήσεις. Παρά όμως το ότι το θέμα φαίνεται να ξεκαθαρίζει με την διευκρίνιση που έδωσε στην αγόρευση του ο συνήγορος του εναγόμενου 3, αυτός δεν είναι ο ενδεδειγμένος τρόπος ενσωμάτωσης λεπτομερειών στη δικογραφία (βλ. Δ.19 και Annual Practice 1958 σελ. 460 - «Form of Particulars.—The particulars so delivered are a part of the pleadings and should be delivered as a formal document in the same way as a pleading, and not in the form of a letter.»). Θα πρέπει συνεπώς να εκδοθεί ανάλογη διαταγή ώστε να παρασχεθούν σωστά οι σχετικές διευκρινίσεις. Γ. Ισχυρισμοί παραγράφου 16 της Υπεράσπισης Οι ενάγοντες ζητούν να τους διευκρινιστεί από πλευράς εναγόμενου 3 τα ποσά που αυτός ισχυρίζεται ότι χρεώθηκαν παράνομα και/ή αυθαίρετα, το σύνολο τους, καθώς και το ποια ποσά είναι που ο εναγόμενος 3 δέχεται ως ορθά και ως συνιστούντα το πραγματικό κατ' εκείνον υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω ξανά, αυτούσιο τον σχετικό δικογραφημένο ισχυρισμό του εναγόμενου: «(ο εναγόμενος 3).λέγει ότι τα ισχυριζόμενα ποσά είναι διογκωμένα και/ή εσφαλμένα και/ή προϊόν παράνομων και/ή καταχρηστικών και/ή αυθαίρετων ενεργειών των εναγόντων και/η παράνομης χρέωσης τόκου και/ή εσφαλμένης και/ή παράνομης και/ή αντισυμβατικής χρεοπίστωσης και λέγει επιπλέον ότι εάν ο επίδικος λογαριασμός χρεοπιστωνόταν ορθά δεν θα παρουσίαζε το υπό των εναγόντων ισχυριζόμενο υπόλοιπο και/ή κανένα ποσό.» Αποφάσεις όπως η Sensus Gymnasium Ltd και Άλλοι ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2013)1 ΑΑΔ 1795 και πρόσφατα, η BRAINVIBES LTD κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A235, Πολιτική Έφεση Αρ. 504/2012, 17/5/2018, οι οποίες αφορούσαν σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης, καταδεικνύουν ότι ο διάδικος που προβάλλει τέτοιας φύσης θετικούς ισχυρισμούς στο δικόγραφο του, θα πρέπει να είναι έτοιμος να τους εξειδικεύσει, εάν και εφόσον χρειαστεί, αλλιώς υπάρχει ο κίνδυνος οι εν λόγω ισχυρισμοί να θεωρηθούν ως γενικοί και αόριστοι. Ταυτόχρονα όμως, η εξειδίκευση τέτοιων ισχυρισμών από το στάδιο της δικογραφίας, είναι ουσιώδους σημασίας, εφόσον τέτοια εξειδίκευση άπτεται άμεσα του επιβεβλημένου δικογραφικού καθορισμού της πραγματικής αξίας της επίδικης διαφοράς (βλ. αρ. 22
(5)Ν.14/60[1]) και επιτρέπει στην άλλη πλευρά να σχηματίσει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης που πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση. Με την εν λόγω εξειδίκευση δηλαδή, προσδίδεται βεβαιότητα και σαφήνεια στην «.καταγραφή των θέσεων του διαδίκου, εντοπίζοντας το πραγματικό πλαίσιο και αντικείμενο της διαφοράς.. (Κassapi v. Louca
(1981)1 C.L.R. 666, 668 και Odgers' Principles of Pleading and Practice 21η έκδ., σελ. 432). .» (βλ. μεταξύ άλλων Ιωακείμ Χρίστος Βασιλείου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2010)1 Α.Α.Δ. 1313). Ο υπό κρίση ισχυρισμός του εναγόμενου 3 στην παρούσα υπόθεση συνίσταται σαφέστατα σε ένα ξεκάθαρο θετικό ισχυρισμό γεγονότων, που δεν αφήνει καμία αμφιβολία ως προς το ότι ο εναγόμενος 3, έχει, ως πραγματικό γεγονός, εντοπίσει χρεώσεις στον επίδικο λογαριασμό που θεωρεί ότι έγιναν ενώ δεν έπρεπε να γίνουν, πιστώσεις που δεν έγιναν ενώ έπρεπε να γίνουν και ότι οι εν λόγω εσφαλμένες χρεοπιστώσεις, έχουν διογκώσει αυθαίρετα και αντισυμβατικά το υπόλοιπο του λογαριασμού, το οποίο, ως είναι ο ρητός ισχυρισμός του εναγόμενου 3, θα έπρεπε να ήταν είτε χαμηλότερο είτε μηδενικό. Παρά τη ρητή όμως αυτή δικογραφημένη θέση του εναγόμενου 3, έκπληξη προκαλεί η σχετική τοποθέτηση του συνηγόρου του: « Ο εναγόμενος 3 θα είναι σε θέση να απαντήσει στα ερωτήματα των εναγόντων, όταν θα λάβει τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού για να μπορεί να είναι σε θέση να της αξιολογήσει. Από τη στιγμή που ποτέ, οποιοδήποτε έγγραφο αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό δεν ήλθε στην κατοχή του εναγόμενου 3 μέχρι σήμερα, είναι η ταπεινή μας άποψη ότι ο εναγόμενος 3, δεν δύναται να απαντήσει στις ερωτήσεις των εναγόντων. Οι ισχυρισμοί (του).προβάλλονται με βάση τα δεδομένα που έχει ενώπιον του. Ως εκ των ανωτέρω.οι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες που επιζητούν οι ενάγοντες.δεν μπορούν να παρασχεθούν από τον εναγόμενο 3, αφού δεν έχει στην κατοχή οποιαδήποτε έγγραφα. Θα είναι σε θέση να το πράξει αφού λάβει τις σχετικές καταστάσεις λογαριασμού από τους ενάγοντες, οι οποίοι είναι οι μοναδικοί που τις κατέχουν και τις συντάσσουν.» (έμφαση δική μου). Με κάθε σεβασμό προς τον ευπαίδευτο συνήγορο του εναγόμενου 3, το δικόγραφο που καταχωρείται εκ μέρους ενός διαδίκου και το οποίο τον δεσμεύει, θα πρέπει να περιέχει μόνο εκείνα τα γεγονότα που κατά το διάδικο, όχι το δικηγόρο του, είναι τα ουσιώδη και αληθή γεγονότα της υπόθεσης και τα οποία ο διάδικος μπορεί να τεκμηριώσει με μαρτυρία. Εκεί όπου ο διάδικος τελεί υπό άγνοια σε σχέση με ένα γεγονός, ανάλογη πρέπει να είναι και η δικογραφημένη θέση του και όχι να προβάλλεται ρητά θετικός ισχυρισμός επί γεγονότων. Αν και είναι δε επιτρεπτή η δικογράφηση διαζευκτικών, ακόμη και αντιφατικών ισχυρισμών επί γεγονότων, αυτό δεν συνεπάγεται και απεριόριστο δικαίωμα προβολής οποιουδήποτε ισχυρισμού, ο οποίος, στερείται πραγματικού ερείσματος αλλά προβάλλει, υπό τις περιστάσεις, «νομικά βολικός» (βλ. Annual Practice 1958 σελ.449- «.A defence is not embarrassing merely because it contains inconsistent averments, provided they are not fictitious (Re Morgan, 35 Oh. D. p. 496)...» (η υπεράσπιση δεν προκαλεί δυσχέρεια απλά επειδή περιέχει αντιφατικούς ισχυρισμούς νοουμένου ότι αυτοί δεν είναι πλασματικοί). Αυτού του είδους η «πρακτική», ήτοι να δικογραφούνται ισχυρισμοί επί γεγονότων, αδιαφορώντας αν μπορούν να τεκμηριωθούν ή ακόμη γνωρίζοντας ότι στερούνται πραγματικού ερείσματος και ελπίζοντας ότι στο μέλλον ίσως βρεθεί μαρτυρία να τους υποστηρίξει, η οποία πρακτική δυστυχώς έχει καταστεί συνήθης πρακτική, δεν συνάδει ούτε με τους κανόνες ορθής δικογραφίας, ούτε με τους κανόνες δεοντολογίας και δεν είναι μόνο στους διαδίκους που επιφέρει δυσμενείς συνέπειες αλλά και στην ίδια τη διαδικασία, αφού την περιπλέκει, την καθυστερεί και την εκτροχιάζει, ακριβώς λόγω της αβεβαιότητας που δημιουργεί. Αδυνατώ συνεπώς ν' αντιληφθώ πώς γίνεται ο συνήγορος του εναγόμενου 3 να έκρινε ορθό να δεσμεύσει δικογραφικά τον πελάτη του, προβάλλοντας εκ μέρους του θέσεις και ισχυρισμούς επί γεγονότων, τους οποίους ο τελευταίος ούτε μπορεί να τεκμηριώσει και ούτε είναι σε θέση να γνωρίζει αν ευσταθούν ή όχι. Το ότι οι σχετικές χρεοπιστώσεις που επικαλείται ο εναγόμενος 3 στην υπεράσπιση προκύπτουν από έγγραφα που έχουν στην κατοχή τους οι ενάγοντες, είναι άνευ σημασίας, εφόσον, όπως αναφέρεται και στη σελ. 461 του Annual Practice - «It is sometimes urged as an objection to an application for particulars that the applicant must know the true facts of the case better than his opponent (Harbord v. Monk, 38 L. T. 411; Keogh v. Incorporated Dental Hospital of Ireland, [1910] 2 Ir. E. 166, C. Α.). But each party is entitled to know the outline of the case that his adversary is going to make against him, and to bind him down to a definite story. Particulars therefore will be ordered whenever the Master is satisfied that without them the applicant will not know what his opponent will try to prove against him at the trial.» Εφόσον στην παρούσα υπόθεση, η πλευρά του εναγόμενου 3 δεν έχει εκφράσει οποιαδήποτε πρόθεση να εγκαταλείψει, έστω προς το παρόν, τον επί του προκειμένου ισχυρισμό της, οι αιτούμενες λεπτομέρειες κρίνονται δικαιολογημένες και αναγκαίες. Το ότι ο εναγόμενος 3 ισχυρίζεται ότι δεν μπορεί να δώσει προς το παρόν τις αιτούμενες λεπτομέρειες, δεν μεταβάλλει την κατάσταση, η οποία δύναται θεωρώ, να «θεραπευτεί» με ανάλογη διαταγή όπως αναφέρεται και στο Annual Practice 1958 σελ. 461: «Inability to give.—The party from whom particulars are sought often declares that he cannot give any further information, or that he cannot do so without laborious research or exhaustive inquiry. Such objections, if genuine, are often met by an order that he shall deliver forthwith the best particulars which he can at present give, with liberty to supplement them not less than fourteen days before the trial (Marshall v. Inter-Oceanic, etc., Co., 1 T. L. R. 394; Williams v. Ramsdale, 36 W. R. 125; Harbord v. Monk, 38 L. T. 411). See Chitty's Forms, p. 268..». Ανάλογη συνεπώς διαταγή θα εκδώσω και στην παρούσα υπόθεση σε σχέση με τους ισχυρισμούς της παρ.16 της Υπεράσπισης λαμβανομένων όμως υπόψη των δεδομένων που περιβάλλουν μια κυπριακή δικαστική διαδικασία σήμερα, η οποία διαφέρει από αυτή που είχαν υπόψη τους οι Άγγλοι νομοθέτες το 1958. Στη βάση των πιο πάνω και λαμβανομένου υπόψη ότι αμφότερες οι πλευρές ζητούν με τα παραρτήματα τους όπως δοθούν οδηγίες για εκατέρωθεν ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων που έχουν στην κατοχή τους σε σχέση με την υπόθεση καθώς και ανταλλαγή των εν λόγω εγγράφων, διατάσσονται τα εξής: Α. Εντός 15 ημερών από σήμερα, η πλευρά του εναγόμενου 3 θα παράσχει στην πλευρά των εναγόντων λεπτομέρειες αναφορικά με την παράγραφο 9 της υπεράσπισης του, ως οι εν λόγω λεπτομέρειες έχουν ζητηθεί από τους ενάγοντες με την επιστολή τους ημερ. 21/06/18. Όσον αφορά την παράγραφο 16 της υπεράσπισης, αν ο εναγόμενος 3 επιθυμεί να επιμείνει στους εκεί δικογραφημένους ισχυρισμούς του, θα παράσχει τις καλύτερες λεπτομέρειες που μπορεί σε αυτό το στάδιο σε σχέση με την εν λόγω παράγραφο. Β. Εντός 45 ημερών στη συνέχεια, αμφότερες οι πλευρές θα προβούν σε εκατέρωθεν ένορκη αποκάλυψη των εγγράφων που έχουν στην κατοχή τους και θα ανταλλάξουν μεταξύ τους τα εν λόγω έγγραφα. Γ. Η πλευρά του εναγόμενου 3, εντός 30 ημερών από την ημερομηνία που θα παραλάβει τα έγγραφα των εναγόντων, αν εξακολουθεί να επιμένει στους δικογραφημένους ισχυρισμούς της παραγράφου 16 της υπεράσπισης, θα παράσχει συμπληρωματικές λεπτομέρειες αναφορικά με την εν λόγω παράγραφο της υπεράσπισης. Παράλειψη από πλευράς εναγόμενου 3 να παράσχει τις πιο πάνω περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και εντός των προαναφερόμενων προθεσμιών, θα συνεπάγεται τη διαγραφή των ισχυρισμών στους οποίους αφορούν (βλ. Annual Practice 1958 σελ. 460). Ως προς τη συμμόρφωση αμφότερων των διαδίκων με τις υπόλοιπες οδηγίες που έχουν δοθεί, να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Όσον αφορά τα έξοδα της παρούσας διαδικασίας, λαμβάνοντας υπόψη από τη μια το δικαιολογημένο του αιτήματος για λεπτομέρειες και από την άλλη ότι δεν έχει ακολουθηθεί το «πρωτόκολλο» σε σχέση με την εξασφάλιση περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών (Δ.19 Θ.7) που είθισται να ακολουθείται ώστε να αποφεύγεται όσο το δυνατό η εμπλοκή του Δικαστηρίου - η επιστολή/απαίτηση των λεπτομερειών, αντί να προηγηθεί του αιτήματος στο Δικαστήριο, στάληκε ταυτόχρονα με το αίτημα και μάλιστα ως μέρος του - θεωρώ ορθό όπως αυτά καταστούν έξοδα στην πορεία της αγωγής και εκδίδω ανάλογη διαταγή - (βλ. επίσης Annual Practice 1958 460 Costs.—The party in default may be ordered to pay the costs of the application (Kingston v. Corker, 29 L. R. Ir. 364), but they are usually made costs In the cause. The Master must under r. 7A take into consideration the fact that a letter asking for the particulars required had been written before the application for an order was made.). Η αγωγή ορίζεται για να ελεγχθεί η συμμόρφωση των διαδίκων με τα πιο πάνω καθώς και για περαιτέρω οδηγίες στις 25 Φεβρουαρίου 2019. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Περαιτέρω και καλύτερες Λεπτομέρειες [1]
(5)Τηρoυμέvoυ τoυ διαδικαστικoύ καvovισμoύ τo αμφισβητoύμεvov πoσόv ή η αξία της επιδίκoυ διαφoράς, ως αvωτέρω αvαφέρεται, θα είvαι τo πoσόv ή η αξία η πραγματικώς εv αμφισβητήσει μεταξύ τωv διαδίκωv ως απoκαλύπτεται αύτη εις τας εγγράφoυς πρoτάσεις, ή είvαι παραδεκτή υπό τωv διαδίκωv καθ' oιαvδήπoτε στάσιv της διαδικασίας, ή επί αιτήσει έχει απoφασισθή υπό τoυ δικαστηρίoυ, παρά τo ότι τo αξιoύμεvov πoσόv ή η εv τη αγωγή πρoβαλλoμέvη αξία της επιδίκoυ διαφoράς υπερβαίvει τo πoσόv τoύτo ή τηv αξίαv ταύτηv cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.