Tanberg Investments Limited κ.α. ν. UCF INVEST LIMITED κ.α., Αγωγή Αρ. 2263/2018, 20/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A467 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Αγωγή Αρ. 2263/2018 Μεταξύ: Tanberg Investments Limited, από τις Βρετανικές Παρθένους Νήσους
- ADEAL IMPORT LLC, από την Ρωσική Ομοσπονδία Εναγόντων -και-
- UCF INVEST LIMITED, από τη Λεμεσό
- UCF PARTNERS LIMITED, από τη Λεμεσό
- XXXX Istomin, από τη Μόσχα
- XXXX Stewart, από τη Μόσχα
- OMD Media Direction CJSC, από τη Μόσχα
- Media Capital LLC, από τη Μόσχα
- Brendiz LLC, από τη Μόσχα
- XXXX Στυλιανού, από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------------------- Αίτηση ημερ. 30.10.2018 Ημερ.: 20.11.2018 Για τους Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Π. N. Κούρτελος για Π. Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο την 19.10.
- Στρέφεται εναντίον 8 Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι 3 - 7 διαμένουν στη Ρωσία. Την 30.10.2018 καταχωρίστηκε η υπό κρίση Αίτηση για υποκατάστατη επίδοση ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος και πιστής μετάφρασης του στην αγγλική, στους διαμένοντες στη Ρωσία Εναγομένους σε διευθύνσεις στη Μόσχα. Ως τρόπος επίδοσης προτείνεται ο μηχανισμός που καθορίζεται στον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο του 1986 (Βi) και ο προβλεπόμενος στην Σύμβαση περί της εις την Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις, που συνομολογήθηκε στη Χάγη (Βii). Διαζευκτικά ή και επικουρικά με διεθνή μεταφορέα (Γ) και σε σχέση με τους Εναγόμενους 3 - 6 σε ηλεκτρονική διεύθυνση (Δ). Οι εξαιτούμενες θεραπείες Α, Ε. Στ, Ζ και Η αποσύρθηκαν. Η Αίτηση υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 30.10.2018 της XXXX XXXX Κουσταή, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων. Καταγράφονται τα στοιχεία της εμπλοκής των Εναγομένων 3 - 7 από τα οποία διαφαίνεται προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι είναι κατάλληλη περίπτωση για να επιτραπεί η επίδοση της αγωγής σε αυτούς εκτός δικαιοδοσίας. Σημειώνεται ότι σε χρόνο μεταγενέστερο της καταχώρισης της Αίτησης, η Εναγόμενη 4 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία την 8.11.
- Το ίδιο και ο Εναγόμενος 3 την 15.11.
- Αναφέρει η ομνύουσα ότι για να επιτευχθεί επίδοση στους Εναγόμενους 3 - 7 με την διαδικασία που προνοείται με την Σύμβαση της Χάγης χρειάζονται 6 μήνες, ενώ για να επιτευχθεί επίδοση με τη διαδικασία που προνοείται στην διμερή συμφωνία Κύπρου Ρωσίας 9 μήνες. Γι' αυτό και στα περιστατικά της αγωγής, όπου έχει εκδοθεί ενδιάμεσο αντιαγωγικό διάταγμα η επίδοση με ταχυμεταφορέα ή και με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο παρουσιάζεται προσφορότερη. Το Δικαστήριο δεν αμφισβητεί την πρακτικότητα των προτεινόμενων θέσεων. Αυτό που ζήτησε από τους δικηγόρους των Εναγομένων ήταν να παραθέσουν νομική επιχειρηματολογία ως προς το κατά πόσο είναι νομικά επιτρεπτό να διαταχθεί επίδοση με τον πιο πάνω τρόπο σε πρόσωπο που διαμένει στη Ρωσική Ομοσπονδία. Την 5.11.2018 οι δικηγόροι των Εναγόντων παρουσίασαν γραπτή αγόρευση. Είναι η θέση τους ότι ο τρόπος επίδοσης που προνοείται στον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο του 1986 δεν είναι αποκλειστικής μορφής και δεν εφαρμόζεται κατ' αποκλεισμό της σύμφυτης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Αναφέρονται οι Ενάγοντες σε αριθμό αποφάσεων πρωτόδικων Δικαστηρίων με αιχμή του δόρατος την Sergei Petrovich Poymanov v. Aletarro Limited κ.α, αρ. αγωγής 3463/2013 Ε.Δ. Λεμεσού, ημερ. 21.4.2014, όπου αναφέρθηκε ότι η συνθήκη μεταξύ Ρωσίας και Κύπρου δεν αναιρεί τις εξουσίες του Δικαστηρίου που πηγάζουν από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τις συμφυείς του εξουσίες να διατάξει άλλο τρόπο επίδοσης. Στην Poymanov αναφέρεται ότι ιδιαίτερα χρήσιμη καθοδήγηση για τα εγειρόμενα ζητήματα προσέφερε η απόφαση στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau κ.ά
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 1935, η οποία αν και αφορούσε επίδοση με βάση τον Κανονισμό 1393/2007 προέβαινε σε γενικότερα χρήσιμα σχόλια ως προς σειρά παρατυπιών που παρουσιάστηκαν. Η Δ.5, θ.9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας που επιτρέπει την υποκατάσταση επίδοση προνοεί ότι: «Σε κάθε περίπτωση που ήθελε φανεί στο Δικαστήριο ότι λόγω οποιασδήποτε αιτίας δεν είναι εφικτό να επιτευχθεί εγκαίρως επίδοση με τον τρόπο που προβλέπεται στο θεσμό 2 της παρούσας Διαταγής, το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει οποιοδήποτε διάταγμα για υποκατάστατη ή άλλη επίδοση ή για την υποκατάσταση της ειδοποίησης επίδοσης με οποιοδήποτε τρόπο ήθελε φανεί σ' αυτό δίκαιο και ορθό υπό τις περιστάσεις .» Οποτεδήποτε ο εναγόμενος διαμένει στο εξωτερικό, εξ αντικειμένου δεν είναι δυνατό να επιτευχθεί επίδοση του κλητηρίου όπως προνοείται στη Δ.5, θ.2, δηλαδή να διενεργηθεί με επιδότη όπως προνοείται στην Δ.5Β, θ.1. Στη Δικονομική Πρακτική του Ανωτάτου Δικαστηρίου της Αγγλίας του 1958 αναφέρεται στη σελ.131 πως όταν ο εναγόμενος ευρίσκεται στο εξωτερικό καθίσταται αδύνατο να πραγματοποιηθεί προσωπική επίδοση. Επομένως, εφόσον οι Εναγόμενοι 3 - 7 διαμένουν στη Ρωσία η Δ.5, θ.9 εφαρμόζεται και θα έπρεπε να αναζητηθεί τρόπος επίδοσης του Κλητηρίου διαφορετικός από αυτούς που περιγράφονται στη Δ.5, θ.2. Στην Φραγκέσκου ν. Γρηγορίου
(2000)1(Γ) Α.Α.Δ. 1765, 1773 αναφέρεται με παραπομπή στην Karim v. Κονιδάρη
(1994)1 Α.Α.Δ. 36, 40 ότι «το κύριο ερώτημα σε κάθε περίπτωση υποκατάστατης επίδοσης, όπως η λογική του πράγματος επιβάλλει, είναι κατά πόσο ο προσφερόμενος τρόπος θα θέσει, κατά λογική προοπτική, αν όχι βεβαιότητα, το κλητήριο υπόψη του εναγομένου». Όμως, το ζήτημα μπορεί να διαφοροποιείται και τυχόν πρόσφορος τρόπος επίδοσης να μην είναι νομικά διαθέσιμος όταν υφίσταται διεθνής σύμβαση που δεσμεύει τη Δημοκρατία, όπου καθορίζεται ο τρόπος που πρέπει να επιδίδονται δικαστικά έγγραφα σε εναγόμενο που βρίσκεται σε ξένη χώρα. Εάν η διεθνής σύμβαση επιβάλλει συγκεκριμένο τρόπο αυτός πρέπει να ακολουθείται. Εάν δεν επιβάλλει το συγκεκριμένο τρόπο, αλλά τον προνοεί προς διευκόλυνση των διαδικασιών, τότε εξαρτάται από τις περιστάσεις της υπόθεσης κατά πόσο ο τρόπος που προνοείται θα ακολουθηθεί ή κάποιος άλλος θα θεωρηθεί προσφορότερος. Εάν η διεθνής σύμβαση προνοεί τον τρόπο προς διευκόλυνση των διαδικασιών και δεν τον επιβάλλει, δεν εμποδίζεται ο ενάγοντας από του να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει υποκατάστατη επίδοση με διαφορετικό τρόπο, στη βάση ότι τα γεγονότα που τον καθιστούν προσφορότερο ή έχει διαφανεί ότι η επίδοση θα επιτευχθεί πιο εύκολα ή πιο γρήγορα με άλλο τρόπο. Σύμφωνα με το Άρθρο 169.3 του Συντάγματος, οι Διεθνείς Συνθήκες έχουν υπέρτερη ισχύ έναντι οποιουδήποτε Ημεδαπού Νόμου υπό τον όρο ότι εφαρμόζονται αντίστοιχα από τον αντισυμβαλλόμενο. Επίδοση που πραγματοποιείται κατά παράβαση Διεθνούς Σύμβασης είναι άκυρη και δεν μπορεί να διασωθεί (βλ. Heeren v. Scaper κ.ά
(1995)1 Α.Α.Δ. 1069). Οι Ενάγοντες εμπλέκουν και τις διατάξεις του Κανονισμού (ΕΚ) αριθμ. 1393/2017 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007 περί επιδόσεως και κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις. Το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει ζήτημα επίδοσης με αναφορά στον Κανονισμό 1393/2007 και των όσων αναφέρθηκαν στην Dau στην Sukys v. Grand Go Group Limited κ.ά, Αρ. Αγωγής 1318/2016 Ε.Δ. Λάρνακας, ημερ. 25.11.2016. Παρατίθεται το σκεπτικό της Απόφασης: «Το άρθρο 1 του Κανονισμού με τίτλο «Πεδίο εφαρμογής» αναφέρει ότι ο Κανονισμός εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις όταν μια δικαστική ή εξώδικη πράξη πρέπει να διαβιβασθεί από ένα Κράτος Μέλος σε άλλο για να επιδοθεί ή να κοινοποιηθεί. Το άρθρο 20 με τίτλο «Σχέσεις με άλλες συμφωνίες ή διακανονισμούς στις οποίες μετέχουν τα κράτη μέλη» προνοεί ότι για θέματα εμπίπτοντα στο πεδίο εφαρμογής του, ο Κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα Κράτη Μέλη. Τα Κράτη Μέλη μπορούν να διατηρούν ή να συνάπτουν επιμέρους συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάδουν με τον Κανονισμό, προκειμένου να επιτυγχάνεται ή να απλουστεύεται περαιτέρω η διαβίβαση των πράξεων, αλλά οφείλουν να κοινοποιούν στην Επιτροπή αντίγραφο των συμφωνιών ή διακανονισμών που έχουν συναφθεί μεταξύ τους καθώς και τα σχέδια συμφωνιών ή διακανονισμών που προτίθενται να συνάψουν. Ο Κανονισμός στοχεύει, μεταξύ άλλων, στην προστασία του πολίτη που διαμένει σε Κράτος Μέλος και μεριμνά ώστε η προς αυτόν επίδοση δικαστικής πράξης να γίνεται με τέτοιο τρόπο και να εμπεριέχει τέτοια έγγραφα που να εξασφαλίζουν σε αυτόν δίκαια ευκαιρία να αντιμετωπίσει την υπόθεση που καταχωρίστηκε εναντίον του σε άλλο Κράτος Μέλος. Προς διαφύλαξη του σκοπού αυτού ο Κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων που περιλαμβάνονται σε διμερείς ή πολυμερείς συμφωνίες ή διακανονισμούς που συνάπτονται από τα Κράτη Μέλη, ώστε αυτές να μην δύνανται να χρησιμοποιηθούν, παράλληλα ή διαζευκτικά, προς επίτευξη νόμιμης επίδοσης. Για τον πρόδηλο λόγο ότι μπορεί να μην διασφαλίζεται ο πιο πάνω σκοπός. Εκεί που επιτρέπεται η διατήρηση ή σύναψη επιμέρους συμφωνίας ή διακανονισμού είναι όπου οι πρόνοιες τους συνάδουν με τον Κανονισμό. Είναι δηλαδή τέτοιες που επίδοση στη βάση τους διασφαλίζει τον πιο πάνω σκοπό. Το λογικό είναι ότι της κοινοποίησης στην Επιτροπή ακολουθεί, στην κατάλληλη περίπτωση, ρητή ή σιωπηρή έγκριση για τη χρήση της συμφωνίας ή του διακανονισμού. Σε κάθε περίπτωση, εφόσον ο Κανονισμός δεν επιτρέπει συμφωνία ή διακανονισμό μεταξύ Κρατών Μελών ως προς τον τρόπο διαβίβασης δικαστικής πράξης προς επίδοση, παρά μόνο εφόσον τέτοιος τρόπος συνάδει με τον Κανονισμό, κατά μείζονα λόγο δεν είναι δυνατόν να επιτρέπεται η επίδοση σε πρόσωπο που βρίσκεται σε άλλο Κράτος Μέλος σύμφωνα με τη νομοθεσία του Κράτους Μέλους όπου εγείρεται η δικαστική διαδικασία. Για τον πρόδηλο λόγο ότι η νομοθεσία του Κράτους Μέλους όπου εγείρεται η δικαστική διαδικασία μπορεί να μην εμπεριέχει πρόνοιες που να διασφαλίζουν τον πιο πάνω σκοπό του Κανονισμού. Υπερισχύει σημαίνει ότι οι πρόνοιες του είναι που τυγχάνουν εφαρμογής. Δεν σημαίνει ότι δυνητικά εφαρμόζεται ή διαζευκτικά σε σχέση με διμερείς συμφωνίες ή τη νομοθεσία Κράτους Μέλους. Στην Αναφορικά με την Αίτηση της Alpha Bank Cyprus Ltd, Πολ. Αιτ. αρ. 193/2014, ημερ. 26.3.2015 επιβεβαιώνεται η πάγια νομολογιακή αρχή περί υπεροχής του κοινοτικού δικαίου και αναφέρεται ότι «στο άρθρο 23 του προοιμίου ορίζεται ότι ο Κανονισμός υπερισχύει των διατάξεων διμερών ή πολυμερών συμφωνιών ή διακανονισμών με το ίδιο αντικείμενο που συνάπτονται από τα κράτη μέλη, η σχετική ευχέρεια των οποίων περιορίζεται στη διατήρηση ή τη σύναψη συμφωνιών ή διακανονισμών, με σκοπό και πάλι την επιτάχυνση ή την απλούστευση της διαβίβασης των πράξεων, εφόσον, όμως, συνάδουν με τις διατάξεις του». Αναφέρεται, περαιτέρω, ότι «είναι φανερή από τον ίδιο τον Κανονισμό η βούληση να δοθεί τέτοια δραστικότητα και ισχύς στον Κανονισμό ώστε να εξυπηρετείται αποτελεσματικά και ουσιαστικά η ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς, τηρουμένων των ασφαλιστικών δικλείδων που προβλέπονται από το άρθρο 19 του Κανονισμού 1393/07, που προϋποθέτει, προκειμένου για λήψη απόφασης ερήμην του εναγομένου, επίδοση με τέτοιο τρόπο και σε τέτοιο έγκαιρο χρόνο, ώστε ο εναγόμενος να είναι πράγματι σε θέση να αμυνθεί». Οι δικηγόροι του Ενάγοντα έχουν παρερμηνεύσει αναφορές σε αποφάσεις του Εφετείου όπου αναφέρεται ότι ο Κανονισμός 1393/2007 δεν ακυρώνει ούτε αναστέλλει τις πρόνοιες των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, σε καμιά όμως από τις αποφάσεις του Εφετείου που επικαλέστηκαν δεν αναφέρεται ότι είναι εφικτό να επιδοθεί δικαστική πράξη σε πρόσωπο που βρίσκεται σε άλλο Κράτος Μέλος με τρόπο άλλο από αυτούς που προνοούνται στον Κανονισμό. Και στις δύο περιπτώσεις η επίδοση είχε γίνει δυνάμει του Κανονισμού και εγείρονταν παρεμφερή ζητήματα. Στην Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau κ.α.
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 1935, η σχετική αναφορά είχε γίνει σε συνάρτηση με τη Δ.48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και αναφέρθηκε ότι, εφόσον ο Κανονισμός δεν κατονομάζει τα έγγραφα που θα πρέπει να επιδίδονται, πρέπει να επιδίδονται αυτά που καθορίζονται στο διάταγμα του Δικαστηρίου και που προβλέπονται από την εκάστοτε εθνική νομοθεσία ή διαδικαστικούς κανονισμούς. Αναφέρεται στη Dau ότι για διασφάλιση της αποτελεσματικότητας του Κανονισμού πρέπει να παρέχεται τυποποιημένη ενημέρωση του παραλήπτη για το δικαίωμα του να αρνηθεί την επίδοση (σελ.1952), ότι ο Κανονισμός προσπαθεί να εξισορροπήσει τα δικαιώματα και των δύο μερών σε κάθε αντιδικία ώστε να διασφαλίζεται το δικαίωμα για δίκαιη δίκη (σελ.1954) και ότι για να διαφυλαχθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του ευρωπαϊκού δικαίου, οι εθνικοί διαδικαστικοί κανόνες δεν πρέπει να εφαρμόζονται με τρόπο ώστε να εξουδετερώνεται ο σκοπός του Κανονισμού (σελ.1958). Γίνεται ακόμα παραπομπή στην απόφαση της Ολομέλειας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στην Leffler v. Berlin Chemie AG C-443/03 [2005] ECR I-9611, που αφορά στον κανονισμό 1348/2000 που αντικαταστάθηκε με τον Κανονισμό 1393/2007 και αναφέρεται ότι: «η αρχή της αποτελεσματικότητας δεν πρέπει να συνεπάγεται την εκ μέρους του εθνικού δικαστή εφαρμογή των δικονομικών κανόνων που προβλέπει η εσωτερική έννομη τάξη του, παρά μόνο στο μέτρο που οι κανόνες αυτοί δεν θίγουν το λόγο υπάρξεως και το σκοπό του κανονισμού. . Συνεπώς, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο κανονισμός δεν προβλέπει τις συνέπειες ορισμένων πράξεων, στα εθνικά δικαστήρια απόκειται να εφαρμόζουν, καταρχήν, το εθνικό δίκαιο εξασφαλίζοντας την πλήρη αποτελεσματικότητα των διατάξεων του κοινοτικού δικαίου και να απορρίπτουν, αν παραστεί ανάγκη, μια εθνική ρύθμιση που αποτελεί εμπόδιο στην εφαρμογή αυτή .» (σελ.1959). Στην Consortia Europe Ltd v. Fregata Holdings Ltd, Πολ. Εφ .αρ.387/2011, ημερ. 17.10.2014, το ζήτημα αφορούσε στο κατά πόσο ορθά επιδόθηκε το κλητήριο ένταλμα αντί ειδοποίηση του σε επίδοση που έγινε δυνάμει του Κανονισμού 1393/
- Αναφέρεται ότι ο Κανονισμός δεν αναιρούσε τη δυνατότητα επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου αντί του ιδίου του κλητηρίου και οι διατάξεις του δεν ισοδυναμούσαν με κατάργηση της εσωτερικής ή εθνικής νομοθεσίας ή πολιτικής δικονομίας κάθε Κράτους Μέλους. Αναφέρθηκε ότι υπάρχει έδαφος για εφαρμογή εθνικών κανόνων και ρυθμίσεων. Ειδικά, ότι θα ήταν άδικο να μην μπορεί ο εναγόμενος να εκμεταλλευτεί τις δικονομικές πρόνοιες του κράτους στο οποίο καλείται να υπερασπιστεί με βάση το δικονομικό δίκαιο το οποίο χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον αντίδικο του για να υπαχθεί στη δική του δικαιοδοσία. Αναφέρεται ότι ο Κανονισμός δεν έχει καταργήσει την Δ.6 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και σημειώνεται ότι ο Κανονισμός έχει νομική ισχύ στη Δημοκρατία «αλλά δεν σημαίνει ότι αντικαθιστά την ημεδαπή δικονομία σ΄ όλες τις εκφάνσεις της». Αυτή είναι η πραγματική διάσταση του λόγου της απόφασης και όχι ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας μπορεί να χρησιμοποιηθούν ώστε να επιτευχθεί επίδοση σε πρόσωπο που βρίσκεται σε χώρα Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρόπο άλλο που δεν προνοείται στον Κανονισμό. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν υπάρχει δυνατότητα για επίδοση σε πρόσωπο που βρίσκεται σε χώρα Κράτος Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρόπο άλλο που δεν προνοείται στον Κανονισμό.» Το επόμενο ζήτημα είναι κατά πόσο οι Διεθνείς Συμφωνίες ή Συμβάσεις που ισχύουν και προνοούν για τον τρόπο επίδοσης δικαστικών εγγράφων στην Ρωσία όπου διαμένουν οι Εναγόμενοι 3 - 7 επιβάλλουν η επίδοση να γίνεται με τον τρόπο που προνοείται σε αυτές ή απλά προνοούν τρόπο που μπορεί να χρησιμοποιείται. Η Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου η οποία κυρώθηκε με τον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο του 1986 είχε υπογραφτεί μεταξύ της Κύπρου και της πρώην Σοβιετικής Ένωσης την οποία έχει αντικαταστήσει η Ρωσική Ομοσπονδία. Η Συνθήκη προνοεί για παραγγελία νομικής συνδρομής στην οποία περιλαμβάνεται και η παραγγελία για επίδοση εγγράφων. Το άρθρο 7 που τιτλοφορείται «Επίδοση Εγγράφων» προνοεί ότι: «
- Η παραγγελλόμενη αρχή θα ενεργεί την επίδοση εγγράφων σύμφωνα με τους κανόνες επίδοσης που ισχύουν στο Κράτος αυτής, εφόσο τα προς επίδοση έγγραφα είναι συντεταγμένα στη δική της γλώσσα ή συνοδεύονται από πιστοποιημένη μετάφραση στη γλώσσα αυτή. Σε περίπτωση που τα έγγραφα δεν είναι συντεταγμένα στη γλώσσα του παραγγελλόμενου Μέρους και δε συνοδεύονται από μετάφραση, αυτά θα επιδίδονται στον παραλήπτη μόνο αν αυτός προθυμοποιείται να τα αποδεχθεί.
- Η παραγγελία για επίδοση πρέπει να περιέχει την ακριβή διεύθυνση του παραλήπτη και τον τίτλο του προς επίδοση εγγράφου. Αν η διεύθυνση που δίδεται στην παραγγελία δεν είναι πλήρης ή ακριβής, η παραγγελλόμενη αρχή οφείλει, σύμφωνα με το δίκαιο της, να προβεί στις αναγκαίες ενέργειες για εξακρίβωση της ορθής διεύθυνσης.» Το άρθρο 9 που τιτλοφορείται «Επίδοση Εγγράφων σε Ημεδαπούς Πολίτες» προνοεί ότι: «
- Τα Συμβαλλόμενα Μέρη δικαιούνται να ενεργούν επίδοση εγγράφων στους ημεδαπούς τους πολίτες μέσω των διπλωματικών τους αποστολών ή των προξενικών τους γραφείων.
- Κανένας εξαναγκασμός δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί αναφορικά με την επίδοση αυτή.» Αναφορά πρώτα στο άρθρο 9 διευκολύνει στην καλύτερη κατανόηση της σημασίας των προνοιών του άρθρου
- Το άρθρο 9 παρέχει το δικαίωμα για επίδοση σε ημεδαπούς πολίτες με τρόπο διαφορετικό από αυτό που διενεργείται μέσω της παραγγελλόμενης αρχής. Δηλαδή εάν ένας κύπριος πολίτης κατοικεί στην Ρωσική Ομοσπονδία τότε επίδοση σε αυτόν μπορεί να γίνει μέσω των διπλωματικών αποστολών ή των προξενικών γραφείων της Κύπρου στη Ρωσία. Εάν δεν πρόκειται για κύπριο πολίτη αλλά για ρώσο ή πολίτη άλλης χώρας ο τρόπος αυτός δεν είναι επιτρεπτός. Αυτό σημαίνει ότι εάν η επίδοση θα γίνει σε ρώσο πολίτη ή πολίτη άλλης χώρας εκτός από κύπριο πολίτη τότε πρέπει να ακολουθηθεί ο τρόπος επίδοσης μέσω της παραγγελλόμενης αρχής. Εάν ήταν επιτρεπτό να γίνει επίδοση διαφορετικά τότε δεν θα είχε καμιά σημασία η συμπερίληψη του άρθρου 9 για να εξαιρέσει από τις πρόνοιες του άρθρου 7 τον ημεδαπό πολίτη. Είναι πρόδηλο ότι με τη Συνθήκη τα συμβαλλόμενα κράτη ήθελαν με το άρθρο 7 να εξασφαλίσουν ότι η επίδοση στην επικράτεια τους θα γινόταν με συγκεκριμένο τρόπο προς διασφάλιση των δικαιωμάτων των προσώπων προς τα οποία θα πραγματοποιείτο η επίδοση. Επέτρεψαν παρέκκλιση για τους πολίτες του άλλου συμβαλλόμενου κράτους για τους οποίους προστασία μπορεί να παράσχει το δικό τους Κράτος. Δηλαδή η Ρωσική Ομοσπονδία προστατεύει τους πολίτες που κατοικούν στην επικράτεια της και απαιτεί όπως η προς αυτούς επίδοση δικαστικών εγγράφων από την Κύπρο γίνεται μέσω της παραγγελλόμενης αρχής, σύμφωνα με τους κανόνες που ισχύουν στη Ρωσική Ομοσπονδία και στην περίπτωση που τα έγγραφα δεν είναι μεταφρασμένα στη ρωσική γλώσσα ή δεν συνοδεύονται από μετάφραση στη ρωσική γλώσσα τότε ο πολίτης που διαμένει στη Ρωσική Ομοσπονδία δεν είναι υπόχρεος να τα παραλάβει. Του επιδίδονται μόνο αν προθυμοποιηθεί να τα αποδεχτεί. Για την περίπτωση του κύπριου πολίτη που διαμένει στη Ρωσική Ομοσπονδία επιτρέπεται να γίνει επίδοση σύμφωνα με το άρθρο 9, πρόδηλα με το σκεπτικό ότι η Κύπρος, της οποίας είναι πολίτης, είναι σε θέση ή καλύτερη θέση να διαφυλάξει τα δικαιώματα του. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι η επίδοση σε πρόσωπο που διαμένει στη Ρωσική Ομοσπονδία δεν μπορεί να γίνει διαφορετικά από τους τρόπους που αναφέρονται στα άρθρα 7 και 9 της Σύμβασης και εφόσον το πρόσωπο προς το οποίο θα γίνει η επίδοση δεν είναι κύπριος πολίτης μόνο με τον τρόπο που αναφέρεται στο άρθρο
- Κατά συνέπεια η Αίτηση εγκρίνεται ως η παρ.Βi αυτής. Τα υπόλοιπα αιτητικά απορρίπτονται. Τα έξοδα στην πορεία της αγωγής. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil / Other Actions / Interim Αναφορά: Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο