ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΗ ΛΙΜΙΤΕΔ ν. ΠΑΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ (ΑΓΙΑΤΡΙΑΔΙΤΗΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ, Αρ. Αγωγής: 4358/15, 22/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A475 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4358/15 Μεταξύ: ΧΡΙΣΤΑΚΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΗ ΛΙΜΙΤΕΔ Ενάγουσα και ΠΑΝΙΚΟΣ ΖΑΧΑΡΙΟΥ (ΑΓΙΑΤΡΙΑΔΙΤΗΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ Εναγόμενη Ημερομηνία: 22 Νοεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Μ. Νικολάου. Μονομερής Αίτηση ημερ. 16.11.18 για έκδοση Προσωρινών Διαταγμάτων Α Π Ο Φ Α Σ Η (Δοθείσα Αυθημερόν) Η παρούσα Αγωγή καταχωρήθηκε την 4.11.15 με την οποία η ενάγουσα απαιτεί από την εναγόμενη ποσό €56.069,88σ δυνάμει κατάστασης λογαριασμού. Με την Αίτηση της η ενάγουσα αιτείται αριθμό προσωρινών διαταγμάτων για αποκάλυψη περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης, διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, διάταγμα μη αποξένωσης χρημάτων και άλλης κινητής και ακίνητης περιουσίας, επιβαρυντικό διάταγμα κλπ όπως λεπτομερώς αναφέρεται στην αίτηση της. Η Αίτηση στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 και στο άρθρο 9 του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.
- Η Αίτηση συνοδεύεται και υποστηρίζεται από την ένορκο δήλωση του XXXXX Αυγουστή διευθυντή της ενάγουσας, στην οποία επισυνάπτεται αριθμός Τεκμηρίων. Το περιεχόμενο της ενόρκου δηλώσεως και των συνημμένων Τεκμηρίων έχουν μελετηθεί από το Δικαστήριο και λαμβάνονται υπόψη στην ολότητα τους για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης και έκδοσης της παρούσας Απόφασης, χωρίς να καθίσταται αναγκαία η επανάληψη τους. Κατά την Ακρόαση της Αίτησης, έθεσα στην κα Νικολάου τον προβληματισμό περί του ότι εκ πρώτης όψεως, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι πληρείται η προϋπόθεση του κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων που θα δικαιολογούσαν την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων μονομερώς. Η συνήγορος της ενάγουσας επιλέγοντας να προωθήσει μονομερώς την Αίτηση, προχώρησε σε αγόρευση ενώπιον μου εμμένοντας στη θέση της ότι τα προσωρινά Διατάγματα,δικαιολογείται, να εκδοθούν μονομερώς. Τα όσα ανέφερε η κα Νικολάου κατά την αγόρευση της βρίσκονται κατεγραμμένα στα πρακτικά του Δικαστηρίου, τα οποία έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη. Ιδιαίτερη αναφορά θα γίνει κατωτέρω όπου κριθεί αναγκαίο. Για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση Αίτησης να αναφέρω ότι η μονομερής προώθηση της Αίτησης στηρίζετε στο γεγονός ότι σύμφωνα με τον ομνύον στις 14.11.18 συνάντησε τυχαία τον διευθυντή της εναγομένης ο οποίος του ανέφερε ότι λόγω των οικονομικών προβλημάτων της εναγομένης έχει πρόθεση να καταστήσει ανενεργή την εταιρεία και άρχισε να μεταφέρει τις εργασίες και πελατολόγιο της σε δεύτερη εταιρεία την οποία σύστησε και φέρει το όνομα Π.Ζ. Αγιατριαδίτης Λτδ η οποία ανέλαβε μεγάλα έργα. Κατά τον ομνύον η πρόθεση αυτή της εναγομένης θα αφήσει την ενάγουσα εκτεθειμένη και χωρίς να μπορεί να ικανοποιήσει μια τυχόν απόφαση υπέρ της. Το ζητούμενο στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο η ενάγουσα έχει καταδείξει με τα όσα έθεσε ενώπιον μου την ύπαρξη του στοιχείου του κατεπείγοντος ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς. Η εν λόγω προϋπόθεση αποτελεί το δικαιοδοτικό πλαίσιο εις το οποίο μπορεί να στηριχθεί το Δικαστήριο για την έκδοση Διαταγμάτων μονομερώς. Εάν και εφόσον ικανοποιείται η εν λόγω προϋπόθεση τότε το Δικαστήριο προχωρεί να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι υπόλοιπες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/
- Σύμφωνα με το άρθρο 9
(1)του Κεφ. 6, κάθε διάταγμα το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται, όταν καταδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση ενός εκ των διαδίκων χωρίς ειδοποίηση στον άλλο. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Vraets
(1999)1 A.A.Δ. 1475, η οποία παραπέμπει στην υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1179: «Το επείγον, όπως παρατηρείται στην υπόθεση Resola (ανωτέρω), αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από τον θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι του Δικαστηρίου). Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd. v. Muskita Aluminium Co. Ltd. κ.ά.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, το Δικαστήριο, με αναφορά στην υπόθεση Τσιαντή ν. Hellenic Bank (Investments) Ltd.
(2001)1(Γ) A.A.Δ. 2029, έθεσε τις αρχές που προκύπτουν από τη νομολογία ως ακολούθως: «
(1)Η καθυστέρηση, εκτός αν επεξηγηθεί, στην προώθηση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα, είναι γενικώς μοιραία.
(2)Το ζήτημα της καθυστέρησης πρέπει να σταθμίζεται με την πιθανότητα του ενάγοντα να επιτύχει τελικά την αγωγή του και να λαμβάνεται υπόψη κατά πόσο ο εναγόμενος έχει επηρεασθεί με οποιοδήποτε τρόπο λόγω της καθυστέρησης ή έχει καθησυχασθεί ότι όλα ήταν ασφαλή ή έχει πλανηθεί λόγω της απραξίας του ενάγοντα.
(3)Το κατεπείγον του θέματος μπορεί να προκύψει και μετά τη γένεση της βάσης της αγωγής.
(4)Η έκταση της καθυστέρησης η οποία είναι αναγκαία για να αποτρέψει τη χορήγηση θεραπείας, εξαρτάται από τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε υπόθεσης και δεν μπορεί να διατυπωθούν άκαμπτοι κανόνες.» Από την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση αλλά και από τα όσα ανέφερε η κα Νικολάου ενώπιον μου, προκύπτει ότι στηρίζει την εισήγηση της για την ύπαρξη του κατεπείγοντος στο ότι μόλις την 14.11.18 πληροφορήθηκε ο διευθυντής της ενάγουσας για την πρόθεση αποξένωσης των περιουσιακών στοιχείων της εναγόμενης σε άλλη εταιρεία την οποία σύστησε. Έχω μελετήσει επισταμένα τόσο την Αίτηση όσο και την ένορκο δήλωση η οποία την συνοδεύει, σε συνάρτηση με τα όσα ανέφερε η κα Νικολάου κατά την αγόρευση της. Έχω προβληματιστεί κατά πόσο η παρούσα Αίτηση μπορούσε να πετύχει μονομερώς ενόψει των συνθηκών της υπόθεσης. Αυτό το οποίο πρέπει να τονιστεί είναι ότι η ενάγουσα φέρει αυξημένο βάρος να καταδείξει όχι μόνο την ύπαρξη των προϋποθέσεων του άρθρου 32 αλλά και της ύπαρξης του κατεπείγοντος ή άλλων εξαιρετικών περιστάσεων, που το Δικαστήριο κατά παρέκκλιση του κανόνα φυσικής δικαιοσύνης που επιτάσσει να ακούονται και οι δυο πλευρές, μπορεί να πεισθεί να εκδώσει μονομερώς τα αιτούμενα Διατάγματα. Η θέση της κας Νικολάου ότι ενόψει του χρόνου που θα χρειαστεί για να εκδικαστεί η υπόθεση, η ενάγουσα κινδυνεύει να μην μπορεί να ικανοποιήσει μια ενδεχόμενη απόφαση υπέρ της, δεν μπορεί να στηρίξει το αίτημα της. Το ότι απαιτείται χρόνος για να εκδικαστεί μια υπόθεση στα Δικαστήρια του τόπου μας είναι δεδομένο γεγονός. Κάτι τέτοιο όμως δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως άλλοθι για να στερείται ένας διάδικος του δικαιώματος του να ακουστεί στο Δικαστήριο. Το Δικαστήριο έχοντας υπόψη τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης δεν μπορεί να συμφωνήσει με την προσέγγιση της ενάγουσας ως προς την ύπαρξη του κατεπείγοντος ή άλλων εξαιρετικών περιστάσεων. Η Αγωγή όπως προανάφερα καταχωρήθηκε το 2015 και πάντοτε υφίστατο ο κίνδυνος μια ενδεχόμενη απόφαση υπέρ της να μην μπορεί να ικανοποιηθεί. Ο χρόνος που επέλεξε η ενάγουσα να ζητήσει και μάλιστα μονομερώς τα προσωρινά διατάγματα και ενώ η Αγωγή είναι ορισμένη για Ακρόαση, από μόνος του αποδυναμώνει την ύπαρξη του κατεπείγοντος ή άλλων περιστάσεων που θα δικαιολογούσαν την μονομερή έκδοση των διαταγμάτων, ενόψει και του μεγάλου εύρους αυτών όπως καταγράφονται στην Αίτηση. Όπως διαπιστώνω από το Τεκμήριο Δ το οποίο συνοδεύει την ένορκο δήλωση η άλλη εταιρεία στην οποία αναφέρεται ο ομνύον φαίνεται να συστάθηκε από το
- Πέραν τούτου, διαπιστώνω επίσης ότι στο Τεκμήριο Ε, έρευνα ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης από το Κτηματολόγιο, φαίνεται ημερομηνία έκδοσης αυτού η 18.10.
- Δεν δόθηκε καμία εξήγηση για ποιο λόγο, ενώ όπως διατείνεται ο ομνύον μόλις την 14.11.18 πληροφορήθηκε από τον διευθυντή της εναγόμενης για την πρόθεση αποξένωσης της περιουσίας της εναγόμενης, το πιστοποιητικό ακίνητης περιουσίας φέρει ημερομηνία προγενέστερης αυτής όπου κατ' ισχυρισμό ο ομνύον συναντήθηκε με τον διευθυντή της εναγομένης. Ενόψει των διαπιστώσεων αυτών καταλήγω ότι η πληροφορία στην οποία αναφέρεται ο ομνύον στην παρ. 11 της ενόρκου δηλώσεως του παρέμεινε εντελώς απογυμνωμένη χωρίς να μπορεί υπό αυτές τις περιστάσεις να υποστηρίξει την μονομερή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όλα τα πιο πάνω, εκθεμελιώνουν την ύπαρξη του κατεπείγοντος αλλά θέτουν και υπό ουσιαστική αμφισβήτηση τη μαρτυρία του ομνύον για τα όσα αναφέρει και υποστηρίζει στην ένορκο του δήλωση ιδιαίτερα ως προς το χρόνο όπου έλαβε τις κατ' ισχυρισμό πληροφορίες. Δεν μπορώ επίσης να παραβλέψω και να μην σχολιάσω ότι κατά ανεπίτρεπτο τρόπο στην Αίτηση και ένορκο δήλωση γίνεται μια εκτενής αναφορά στα τραπεζικά δεδομένα της εναγόμενης σε αντίθεση με την ισχύουσα νομοθεσία περί προστασίας του τραπεζικού απορρήτου, αφήνοντας έτσι εκτεθειμένο τον ίδιο τον ομνύον. Με βάση λοιπόν τα όσα ανέφερε ο ομνύον στην ένορκο δήλωση του και η κα Νικολάου ενώπιον μου, δεν κρίνω ότι έχει καταδειχθεί το κατεπείγον ή η ύπαρξη άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων που να δικαιολογεί την μονομερή έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Συνεπώς για τους λόγους οι οποίοι έχουν αναφερθεί ανωτέρω, κρίνεται ότι η ενάγουσα δεν έχει καταδείξει το κατεπείγον ή την ύπαρξη άλλων ιδιαίτερων και εξαιρετικών περιστάσεων για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων μονομερώς. Κλείνοντας να αναφέρω ότι εις ότι αφορά τα αιτούμενα Διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Avila Management Services Limited και άλλος ν. Frantisek Stepanek και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366).» Ενόψει του ότι ήδη εκκρεμεί Αγωγή εναντίον της εναγόμενης, η Αίτηση ως προς τα αιτούμενα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal κρίνεται εντελώς αβάσιμη και ως προς το μέρος αυτό η Αίτηση απορρίπτεται και γι' αυτό το λόγο. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου και τις αρχές της Νομολογίας, παρέλκει η εξέταση οιουδήποτε άλλου ζητήματος αφορά την Αίτηση. Επομένως, η Αίτηση απορρίπτεται χωρίς έξοδα. (Υπ.) .......................................... Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο