IKOS CIF LIMITED ν. Coward κ.α., Αρ. Αγωγής 5467/2009, 19/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A464 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ Αρ. Αγωγής 5467/2009 Μεταξύ: ΙΚOS CIF LIMITED, από τη Λεμεσό Ενάγουσας -και- XXXX Coward, από το Μονακό Εναγόμενου --------------------- (Και όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερ. 6.5.2011) Μεταξύ: IKOS CIF LIMITED Ενάγουσας -και-
- XXXX Coward
- XXXX Dowdye
- XXXX XXXX Francis Burns
- XXXX Westphal
- XXXX Drescher
- XXXX Pfister
- XXXX Gover
- XXXX Ho
- XXXX Jones
- XXXX Bower
- XXXX Pratico
- XXXX Efford
- Marmidons (Cyprus) Limited Εναγομένων --------------------------------- Ημερ.: 19.11.2018 Για την Ενάγουσα: κ. Α. Δημητρίου με κα Χ. Αλεξάνδρου και κα Ε. Μαζέρη για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 1: κ. Γ. Τριανταφυλλίδης με κ. Θ. Οικονόμου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ και Chrysses Demetriades & Co LLC Α Π Ο Φ Α Σ Η Α. Η Καθυστέρηση στην Εκδίκαση της Αγωγής Το γεγονός ότι σήμερα εκδίδεται απόφαση σε αγωγή που καταχωρίστηκε πριν από σχεδόν εννέα χρόνια (23.12.2009) επιβάλλει μια σύντομη αναδρομή στο διαδικαστικό ιστορικό της, ώστε να αποκαλυφθούν κάποιες από τις περιστάσεις που συνέβαλαν στη μεγάλη καθυστέρηση στη διεκπεραίωση της. Το Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα με το οποίο καταχωρίστηκε η αγωγή αφορούσε αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου 1 μόνο. Αυθημερόν με την καταχώριση της αγωγής εξασφαλίστηκαν με μονομερή αίτηση προσωρινά διατάγματα. Σε σχέση με τα εκδοθέντα διατάγματα καταχωρίστηκαν πάμπολλες αιτήσεις μεταξύ των οποίων και αιτήσεις για παρακοή των εκδοθέντων διαταγμάτων που εκδικάστηκαν. Έχουν κατά καιρούς εκδοθεί αρκετές Ενδιάμεσες Αποφάσεις. Η Έκθεση Απαίτησης καταχωρίστηκε την 8.7.
- Την 25.5.2011 καταχωρίστηκε Τροποποιημένο Κλητήριο Ένταλμα και προστέθηκαν ακόμα 12 Εναγόμενοι. Είναι ακατανόητο πως επιτράπηκε η προσθήκη εναγομένων χωρίς ταυτόχρονη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, ώστε να γίνεται αναφορά σε αυτούς και να αποκαλύπτεται η εναντίον τους βάση αγωγής. Για την τροποποίηση της Οπισθογράφησης του Κλητηρίου καταχωρίστηκε άλλη αίτηση ένα περίπου χρόνο μετά, την 6.7.2012 και ξεχωριστή αίτηση ημερ. 19.12.2012 για την τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης. Την 20.3.2014 το Εφετείο (ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολ. Εφ. Αρ. 137/2013 και 138/2013) επικύρωσε τις πρωτόδικες Ενδιάμεσες Αποφάσεις με τις οποίες αμφότερες οι αιτήσεις είχαν απορριφθεί. Μετά την εξέλιξη αυτή την 17.4.2014 η Ενάγουσα διέκοψε την αγωγή εναντίον των Εναγομένων 2 -
- Έκθεση Υπεράσπισης από τον Εναγόμενο 1, στη συνέχεια ο Εναγόμενος, καταχωρίστηκε την 18.9.2014, πέντε σχεδόν χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής και Απάντηση από την Ενάγουσα την 21.6.2016, επτά σχεδόν χρόνια μετά την καταχώρηση αγωγής. Η Αγωγή ορίστηκε για πρώτη φορά για Οδηγίες την 7.10.2016 και για πρώτη φορά για Ακρόαση την 20.3.
- Η εκδίκαση άρχισε κατά την ημερομηνία αυτή, εννέα μήνες μετά την συμπλήρωση της δικογραφίας και ολοκληρώθηκε την 22.2.
- Στο μεσοδιάστημα η εκδίκαση είχε εκτραπεί ώστε να εκδικαστεί αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω δεδικασμένου στην οποία εκδόθηκε Ενδιάμεση Απόφαση την 9.5.
- Οι δικηγόροι των διαδίκων παρουσίασαν τις τελικές τους αγορεύσεις γραπτώς και προέβησαν σε προφορικές διευκρινίσεις την 30.5.
- Β. Η Αξίωση Η Ενάγουσα ειδικεύεται στη διαχείριση κεφαλαίων και χαρτοφυλακίων. Για τη διεκπεραίωση των εργασιών της χρησιμοποιεί ένα μοναδικής φύσης λογισμικό, δικής της δημιουργίας. Με τη χρήση του επιτυγχάνεται καλή απόδοση κερδών με χαμηλό επενδυτικό ρίσκο, εξ ου και η μεγάλη επιχειρηματική επιτυχία της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος ήταν από τον Οκτώβριο του 2007 ο Πρόεδρος του Διοικητικού της Συμβουλίου και εργοδοτούμενος της ως Επικεφαλής Αξιωματούχος Επενδύσεων. Ως εκ των θέσεων του είχε πρόσβαση στην πνευματική ιδιοκτησία, το λογισμικό και εμπιστευτικές πληροφορίες, που ανήκαν στην Ενάγουσα και είχε άδεια να τις χρησιμοποιεί για σκοπούς της επιχείρησης της. Οι θέσεις του του επέβαλλαν καθήκοντα εμπιστευτικότητας, αφοσίωσης και επιμέλειας έναντι της Ενάγουσας. Σύμφωνα πάντα με την αξίωση, η υποχρέωση του για εμπιστευτικότητα έναντι της Ενάγουσας ήταν χρονικά απεριόριστη, ενώ δυνάμει της σύμβασης εργοδότησης του η υποχρέωση του να μην ανταγωνίζεται την Ενάγουσα επεκτείνετο για περίοδο 12 μηνών μετά την εκπνοή της εργοδότησης του. Του καταλογίζεται ότι, κατά παράβαση των καθηκόντων πίστης και των συμβατικών υποχρεώσεων του έναντι της Ενάγουσας, ενήργησε συγκαλυμμένα για να ανταγωνιστεί την Ενάγουσα. Ότι εξώθησε εργαζομένους και πρώην εργαζομένους στην Ενάγουσα να συνταχθούν μαζί του, ότι πλησίασε και προέβηκε σε δηλώσεις σε επενδυτές πελάτες της Ενάγουσας και ότι παράνομα ανέλαβε κατοχή δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας και εμπιστευτικών πληροφοριών της Ενάγουσας χρησιμοποιώντας τις για να εγκαθιδρύσει δική του επιχείρηση διαχείρισης κεφαλαίων με έδρα το Μονακό, στη συνέχεια «η συνωμοσία του Μονακό». Καταγράφονται ενέργειες που του καταλογίζονται ότι διέπραξε από το Δεκέμβριο του 2008 μέχρι και το Δεκέμβριο του
- Μεταξύ άλλων, ότι κατέβασε (downloaded), αντέγραψε και αναπαρήγαγε πνευματική ιδιοκτησία και εμπιστευτικές πληροφορίες της Ενάγουσας μεταξύ των οποίων τα συστήματα Wendy, Fox και Badger II. Την 11.12.2009 υπέβαλε την παραίτηση του από το διοικητικό συμβούλιο της Ενάγουσας και από εργοδοτούμενος της. Η παραίτηση του από διοικητικός σύμβουλος έγινε αποδεχτή με άμεση ισχύ, ενώ από εργοδοτούμενος με την επιφύλαξη της προβλεπόμενης περιόδου προειδοποίησης των 12 μηνών. Αυθημερόν ο Εναγόμενος εξέδωσε δελτίο τύπου ανακοινώνοντας την πρόθεση του να συστήσει ανταγωνιστική προς την Ενάγουσα επιχείρηση. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι έχει υποστεί ζημιές και απώλειες που υπερβαίνουν τα €2.000.000 χωρίς να μπορεί, όπως δικογραφεί, να παράσχει ακριβή μαρτυρία για την πιθανή απώλεια και ζημιά της, πριν ο Εναγόμενος προβεί σε πλήρη αποκάλυψη των αδικοπραξιών του. Είναι η περαιτέρω θέση της ότι αναζητεί λογαριασμό μυστικών κερδών που ο Εναγόμενος αποκόμισε ως αποτέλεσμα της συνομωσίας του Μονακό και ένα περαιτέρω λογαριασμό χρημάτων που καταβλήθηκαν προς τον Εναγόμενο. Με δήλωση των δικηγόρων της, η Ενάγουσα δεν προωθεί οιαδήποτε αξίωση ειδικών αποζημιώσεων. Έχει συνεπώς περιοριστεί σε αποζημιώσεις, γενικές, επαυξημένες, τιμωρητικές και παραδειγματικές, για παράβαση σύμβασης εργοδότησης και καθηκόντων εμπιστοσύνης επιβαλλόμενων από τον Νόμο και στη βάση συνωμοσίας, πρόκλησης παράβασης συμφωνίας, αθέμητου ανταγωνισμού και επιζήμιας ψευδολογίας. Δύο δηλώσεις που επίσης αξιώνονταν έχουν καταστεί, λόγω της παρέλευσης του χρόνου, άνευ αντικειμένου και δεν συζητούνται καθόλου στην αγόρευση των δικηγόρων της Ενάγουσας. Διατείνεται ακόμα η Ενάγουσα ότι ο Εναγόμενος αρνείται να επιβεβαιώσει ότι θα τηρήσει και θα συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του προς αυτή και προτίθεται να συνεχίσει την παράνομη κατοχή και χρήση της πνευματικής της ιδιοκτησίας και των εμπιστευτικών της πληροφοριών, εκτός αν αυτό του απαγορευθεί. Αξιώνει συνεπώς διατάγματα που να του απαγορεύουν να δημοσιοποιεί οποιανδήποτε εμπιστευτική πληροφορία που ανήκει στην Ενάγουσα (ΣΤ(α) του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης) και να προβαίνει σε επιβλαβείς, μειωτικές ή μη αληθείς δηλώσεις σχετικά με την Ενάγουσα (ΣΤ(β)). Περαιτέρω, διάταγμα που να του απαγορεύει να αποκαλύπτει τα ηλεκτρονικά προγράμματα που ανήκουν στην Ενάγουσα μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου (ΣΤ(γ)). Στην τελευταία ενότητα της γραπτής αγόρευσης των δικηγόρων της η Ενάγουσα περιορίζεται στην εισήγηση ότι τα αξιούμενα διατάγματα είναι αναγκαία. Σε σχέση με τις αποζημιώσεις αναφέρει ότι, ενώ πλήττονται ξεκάθαρα τα συμφέροντα της από τη συνεχιζόμενη παραβατική συμπεριφορά του Εναγομένου, οι ζημιές της χαρακτηρίζονται ως ανυπολόγιστες και που είναι αδύνατο να αποτιμηθούν. Ουδεμία εισήγηση γίνεται ως προς το ύψος ή τον τρόπο που θα πρέπει να υπολογιστούν οι γενικές αποζημιώσεις που αξιώνει. Με την Έκθεση Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος αρνείται τις αξιώσεις. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα ήταν η μετεξέλιξη συνεταιρισμού που συνήψε ο ίδιος με δύο άλλα πρόσωπα το 1992 και πως το επίδικο λογισμικό άρχισε ο ίδιος να γράφει από τότε. Παραδέχεται την αντιγραφή του λογισμικού της Ενάγουσας και προβάλλει τη θέση ότι το γεγονός καμιά σχέση δεν είχε με τη νέα του επιχείρηση, ούτε και το λογισμικό χρησιμοποιήθηκε σε αυτή. Αποδέχεται ότι ήταν ο Πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας και ότι ήταν ο επικεφαλής αξιωματούχος επενδύσεων της. Αρνείται ότι ήταν εργοδοτούμενος ή ότι υπήρξε ποτέ υπάλληλος της Ενάγουσας ή ότι δεσμευόταν από όρους και είχε τις υποχρεώσεις που είχαν οι εργοδοτούμενοι της. Σε σχέση με τους ισχυρισμούς ότι παρότρυνε υπαλλήλους της Ενάγουσας να του παρέχουν εμπιστευτικές πληροφορίες και πνευματική ιδιοκτησία αναφέρει ότι οι ίδιοι οι ισχυρισμοί ήταν αντικείμενο στην αγωγή με αρ. HC10 C02788, XXXXX Coward v.
(1)Phaestos Limited,
(2)Mindimaxnon LLP,
(3)IKOS CIF Limited,
(4)IKOS Asset Management Limited, που εκδικάστηκε στο High Court of Justice, Chancery Division του Ηνωμένου Βασιλείου και συνεπώς η Ενάγουσα κωλύεται να προωθεί τους ίδιους ισχυρισμούς στην παρούσα. Αναφέρει ακόμα ότι στην αγγλική αγωγή αποφασίστηκε ότι ο ίδιος δεν έχει πλέον το λογισμικό πρόγραμμα και ότι θα πλήρωνε το ονομαστικό ποσό των 1.000 στερλινών ως αποζημίωση για την αντιγραφή του. Προβάλλει τη θέση ότι εφόσον η Ενάγουσα εγκατέλειψε την ανταπαίτηση της στην αγγλική αγωγή με την οποία ισχυριζόταν ότι το λογισμικό που χρησιμοποιείτο στη νέα επιχείρηση του Εναγομένου παραβίαζε την πνευματική της ιδιοκτησία, τότε εμποδίζεται να προβάλλει και να προωθεί τους ίδιους ισχυρισμούς στην παρούσα αγωγή. Είναι η θέση του πως δεν είχε υποχρέωση να δώσει προειδοποίηση στην Ενάγουσα για την παραίτηση του και πως μετά την παραίτηση του είχε κάθε δικαίωμα να ιδρύσει νέα επιχείρηση και πως δεν είχε πρόθεση να δημιουργήσει επιχείρηση διαχείρισης κεφαλαίου ανταγωνιστική με αυτή της Ενάγουσας. Σε σχέση με το Δελτίο Τύπου είναι η θέση του ότι δεν ήταν δεσμευμένος να μη προβεί στην έκδοση του και αρνείται ότι με αυτή παράβηκε οποιαδήποτε υποχρέωση του. Γ. Οι Μάρτυρες Η Ενάγουσα κάλεσε τρεις μάρτυρες για να αποδείξει την υπόθεση της ενώ ουδείς κλήθηκε από πλευράς του Εναγομένου. Οι τρεις μάρτυρες της Ενάγουσας ήταν: Ο XXXXXX Πολυμενάκος (Μ.Ε.1) (γραπτή δήλωση - Τεκμ.1), διευθυντής προγραμματισμού στην Ενάγουσα κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ο XXXX Willcocks (Μ.Ε.2) (γραπτή δήλωση στην αγγλική - Τεκμ.37 και μετάφραση στην ελληνική - Τεκμ.38), διοικητικός σύμβουλος της Ενάγουσας την περίοδο 11.12.2009 - 1.7.2014 και έκτοτε εκτελεστικός διευθυντής μέχρι την 30.4.2015 και ο XXXX Kuehrer (Μ.Ε.3) (γραπτή δήλωση στην αγγλική - Τεκμ.76 (μέχρι παρ.21 περιλαμβανομένης) και συμπληρωματική δήλωση στην αγγλική - Τεκμ.82 και μετάφραση στην ελληνική - Τεκμ.83 (παρ.1 και 20 - 39)), διοικητικός σύμβουλος της Ενάγουσας, που την περίοδο 2009 - 2013 ήταν διευθυντής ερευνών στην εταιρεία Fin4cast GmbH & Co Kg και εργάστηκε για την Ενάγουσα στη βάση συμφωνίας παροχής υπηρεσιών. Δ. Η Σχέση του Εναγόμενου με την Ενάγουσα Επιχειρήθηκε, μέσα από την αντεξέταση των μαρτύρων της Ενάγουσας, να υποδειχθεί ότι η Ενάγουσα έχει ως τελικούς δικαιούχους τον Εναγόμενο και την πρώην σύζυγο του ή εμπιστεύματα που ανήκουν στην οικογένεια τους. Αυτή η παράμετρος ουδεμία σημασία μπορεί να έχει. Η Ενάγουσα αντιμετωπίζεται ως ξεχωριστή νομική οντότητα, με δικαιώματα και υποχρεώσεις ανεξάρτητα σε ποιούς ανήκει ή ανήκει τελικά το μετοχικό της κεφάλαιο. Εξάλλου τίποτα δεν εμποδίζει μέτοχο ή τελικό δικαιούχο των μετοχών εταιρείας να είναι αξιωματούχος ή και εργοδοτούμενος της και τα όποια δικαιώματα του ως μετόχου δεν διαγράφουν και δεν επηρεάζουν τις υποχρεώσεις του προς την εταιρεία ως αξιωματούχος και εργοδοτούμενος της. Ο Willcocks παρουσίασε μαρτυρία, όντως συντριπτική, που αποδεικνύει ότι ο Εναγόμενος ήταν εργοδοτούμενος της Ενάγουσας. Περιττεύει αναφορά σε οτιδήποτε άλλο πέραν από τις φορολογικές δηλώσεις του ιδίου του Εναγομένου για τα έτη 2006, 2007 και 2008 (Τεκμ.50, 51 και 52 αντίστοιχα) στις οποίες δηλώνει την Ενάγουσα ως την εργοδότρια του. Στη φορολογική δήλωση του 2008 το ύψος των απολαβών του συνάδει με το αναφερόμενο στο πιστοποιητικό αποδοχών που του εξέδωσε η Ενάγουσα (Τεκμ.53 μέρος). Παρουσιάστηκαν και πιστοποιητικά αποδοχών για τα έτη 2009 και 2010, για τα οποία δεν παρουσιάστηκαν φορολογικές δηλώσεις, που αφορούν στο ίδιο ποσό απολαβών (Τεκμ.53 υπόλοιπο μέρος). Είναι συνεπώς εύρημα του Δικαστηρίου ότι από το 2006 ο Εναγόμενος ήταν εργοδοτούμενος της Ενάγουσας και κατείχε τη θέση του Γενικού Διευθυντή Επενδύσεων, ως η αναντίλεκτη μαρτυρία που έχει παρουσιαστεί. Συνιστά κοινό έδαφος ότι δεν υφίσταται γραπτή σύμβαση εργοδότησης μεταξύ της Ενάγουσας και του Εναγομένου. Την 16.1.2009 ζητήθηκε εγγράφως (Τεκμ.55) από τον Εναγόμενο να προσυπογράψει σύμβαση εργοδότησης του, σχέδιο της οποίας είχε ετοιμαστεί και σχετική συμφωνία εμπιστευτικότητας. Ο Εναγόμενος ουδέποτε ανταποκρίθηκε. Η σύμβαση εργοδότησης του ήταν συνεπώς προφορική και οι όροι της εξυπακουόμενοι, εφόσον αυτοί ούτε και προφορικά δεν καθορίστηκαν ρητά,. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος δεσμευόταν από την Έκθεση Όρων και Προϋποθέσεων της Εργοδότησης, από το Εγχειρίδιο Συμμόρφωσης, από τον Κώδικα Συμπεριφοράς («Code of Ethics»), από το Εγχειρίδιο Εργοδοτουμένων, από την συμφωνία εμπιστευτικότητας της Εταιρείας («NDA») καθώς και τις ουσιώδεις ρήτρες που εμπεριέχονται στις συμβάσεις των υπαλλήλων - κλειδιά όπως ήταν ο ίδιος. Έχει καταδειχθεί από τη μαρτυρία που παρουσιάστηκε ότι ο Εναγόμενος, ως μέλος του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας υπόγραψε το ψήφισμα ημερ. 11.4.2008 (Τεκμ.54) με το οποίο εγκρίθηκαν οι Εσωτερικοί Κανονισμοί Λειτουργίας (Εγχειρίδιο Διαδικασιών) της Ενάγουσας. Με το ίδιο ψήφισμα αποφασίστηκε η γνωστοποίηση του Εγχειριδίου στους εργοδοτούμενους της Ενάγουσας έτσι ώστε να επιβεβαιώσουν ότι το διάβασαν και αντιλήφθηκαν τις διαδικασίες που εμπεριέχονται. Επιστήθηκε η προσοχή του Δικαστηρίου στις ρήτρες 5.2 «Καθήκον Εμπιστευτικότητας» και 5.3 «Γνωστοποίηση Εμπιστευτικών Πληροφοριών σε Τρίτα Μέρη». Είχε ακόμα ο Εναγόμενος υπογράψει εκ μέρους της Ενάγουσας τις συμβάσεις εργοδότησης άλλων εργοδοτουμένων (Τεκμ.56 - 58) και γνώριζε τους τυποποιημένους όρους εργοδότησης της Ενάγουσας. Αναφορικά με τη θέση ότι ήταν υποχρέωση του Εναγομένου να δώσει στην Ενάγουσα προειδοποίηση προτού τερματίσει την εργοδότηση του, έγινε επίκληση των προαναφερόμενων συμβάσεων εργοδότησης άλλων εργοδοτουμένων που ήταν και υφιστάμενοι του Εναγόμενου, όπου γινόταν αναφορά σε έγγραφη ειδοποίηση τουλάχιστον έξι μηνών και σε μια περίπτωση 12 μηνών, στην περίπτωση όμως που ο τερματισμός θα προερχόταν από την πλευρά της Ενάγουσας. Στην επιστολή ημερ. 11.12.2009 (Τεκμ.67) με την οποία η Ενάγουσα αποδέχτηκε την παραίτηση του Εναγόμενου από εργοδοτούμενου της αναφέρεται ότι δεδομένης της αρχαιότητας και του ρόλου του στην επιχείρηση η λογική περίοδος προειδοποίησης ήταν 12 μήνες και ότι παρέμενε εργοδοτούμενος της μέχρι την 10.12.2010. Σε σχέση με το καθήκον μη άσκησης ανταγωνισμού έναντι της Ενάγουσας γίνεται παραπομπή στο Εγχειρίδιο Εργοδοτουμένων της Ενάγουσας (Τεκμ.4), σελ.16 - 17, υπό τον τίτλο «Σύγκρουση Συμφερόντων». Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι εξυπακουόμενοι όροι της συμφωνίας εργοδότησης του Εναγόμενου στην Ενάγουσα εναπόθεταν στον Εναγόμενο τις συνήθεις υποχρεώσεις που έχει ένας εργοδοτούμενος που κατέχει τη θέση που κατείχε ο Εναγόμενος σε μια εργοδότρια που δραστηριοποιείται στους τομείς που δραστηριοποιείτο η Ενάγουσα. Ο Willcocks εξήγησε και γίνεται αποδεχτό ότι η Ενάγουσα δραστηριοποιείται σε ένα αυστηρά ρυθμιζόμενο περιβάλλον και εποπτεύεται από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κύπρου. Επιβάλλεται στην Ενάγουσα και τους εργοδοτούμενους της αυστηρή συμμόρφωση με τις κατευθυντήριες γραμμές που τίθενται. Περαιτέρω, δεν έχει αμφισβητηθεί η θέση του Πολυμενάκου ότι η πνευματική ιδιοκτησία της Ενάγουσας είναι κρίσιμης σημασίας γιατί σε αυτή βασίζονται οι επιχειρηματικές δραστηριότητες της, αλλά και γιατί επηρεάζει τις αποφάσεις και τις στρατηγικές της όσον αφορά τη διαχείριση κεφαλαίων των επενδυτών της. Ανάφερε ακόμα ο Πολυμενάκος και γίνεται αποδεχτό ότι στις εμπιστευτικές πληροφορίες που ανήκουν στην Ενάγουσα περιλαμβάνονται πέραν του λογισμικού διαχείρισης χαρτοφυλακίου και εκτέλεσης συναλλαγών και οι συναφείς βάσεις δεδομένων και άλλες πληροφορίες όπως τα εμπορικά της αρχεία και άλλα έγγραφα που έχουν κατά τη λειτουργία της αναπτυχθεί. Το Δικαστήριο δεν αποδέχεται ότι θα πρέπει να θεωρηθεί ότι ο Εναγόμενος δεσμεύεται κατά τον ίδιο τρόπο που θα ήταν δεσμευμένος εάν είχε υπογράψει τη σύμβαση εργοδότησης που είχε ετοιμαστεί γι' αυτόν και τη σχετική συμφωνία εμπιστευτικότητας. Αυτό θα ήταν το αποτέλεσμα εάν τις είχε υπογράψει. Το γεγονός ότι δεν τις υπόγραψε και εντούτοις η εργοδότηση του συνεχίστηκε δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Στο αποτέλεσμα, ενδεχομένως και να μην υφίσταται ουσιαστική, σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης, διαφορά. Κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του, ο εργοδοτούμενος έχει, μεταξύ άλλων, καθήκον αφοσίωσης προς τον εργοδότη του. Αυτό το καθήκον εμπεριέχει το καθήκον να μην τον ανταγωνίζεται. Όμως, δεν απαγορεύεται στον εργοδοτούμενο να προβαίνει σε προπαρασκευαστικές ενέργειες για τις μελλοντικές δραστηριότητες που σκοπεύει να αναλάβει όταν θα έχει τερματιστεί η εργοδότηση του. Ωστόσο, στην περίπτωση διοικητικών συμβούλων ή ανώτερων εργοδοτουμένων, τέτοιες προπαρασκευαστικές ενέργειες το πιθανότερο είναι να συνιστούν παράβαση καθηκόντων πίστεως και εμπιστοσύνης (fiduciary duties) (βλ. Shepherds Investment Ltd v. Walters [2006] EWHC 836 (Ch)). Έχει επίσης καθήκον να μην αποκαλύπτει εμπορικά μυστικά και εμπιστευτικές πληροφορίες του εργοδότη του. Σε σχέση με τους μετά την εκπνοή της εργοδότησης περιορισμούς, είναι η θέση του Δικαστηρίου ότι αναφορικά με την άσκηση εργασίας, έστω και ανταγωνιστικά προς την Ενάγουσα, ουδείς μπορεί να υφίσταται. Οιοσδήποτε τέτοιος περιορισμός δεν εξυπακούεται και μόνο εφόσον είχε ρητά συμφωνηθεί μπορούσε να ισχύει και να εφαρμοστεί. Μόνο σε σχέση με εμπορικά μυστικά συνεχίζεται η υποχρέωση έστω και αν δεν υφίσταται σχετική απαγορευτική πρόνοια. Η σύμβαση εργοδότησης του Εναγομένου δεν είχε συγκεκριμένη διάρκεια. Ήταν αορίστου χρόνου. Αναφέρεται στην Στυλιανίδης ν. British American Insurance Co Ltd
(1990)1 A.A.Δ. 517, 528 ότι «Σύμβαση εργοδότησης υπαλλήλου ακαθόριστης χρονικής διάρκειας υπόκειται σε εξυπακουόμενο όρο για εκατέρωθεν ευχέρεια των μερών να τερματίσουν τη σύμβαση κατόπιν λογικής προειδοποιήσεως. Τι συνιστά λογική προειδοποίηση εξαρτάται από τη φύση της εργασίας, τη ζήτηση των υπηρεσιών ανάλογες με εκείνες που μπορεί να προσφέρει (ο εργοδοτούμενος) στην ελεύθερη αγορά, καθώς και τη διάρκεια της εργοδότησης του». Στην προκειμένη περίπτωση η αναζήτηση της εύλογης προειδοποίησης έχει καταστεί ζήτημα ακαδημαϊκό ως εκ του γεγονότος της καταχώρισης της υπό εκδίκαση αγωγής 12 ημέρες μετά την ανακοίνωση του Εναγομένου ότι τερμάτιζε τις υπηρεσίες του. Αναμφίβολα ο Εναγόμενος ήταν μέχρι και την 23.12.2009 που καταχωρίστηκε η αγωγή εργοδοτούμενος της Ενάγουσας. Ε. Οι Παραβιάσεις εκ μέρους του Εναγομένου Υπενθυμίζεται ότι με την Έκθεση Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος παραδέχεται την αντιγραφή του λογισμικού της Ενάγουσας προβάλλοντας τη θέση ότι αυτή καμιά σχέση δεν είχε με τη νέα του επιχείρηση ούτε και χρησιμοποιήθηκε σε αυτή. Την αντιγραφή είχε αρχικά παραδεχτεί με επιστολή των άγγλων δικηγόρων του ημερ. 22.2.2013 (Τεκμ.27) πριν την έναρξη της δίκης στο αγγλικό Δικαστήριο. Στην εν λόγω επιστολή παρατίθενται λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο αντιγραφής και το υλικό που αντιγράφηκε. Γίνεται παραδοχή ότι ανάμεσα στο υλικό που αντιγράφηκε ήταν και ο κώδικας Python που περιλάμβανε και το Jackal (παρ.
(1)). Παρουσιάστηκε ακόμα δήλωση μάρτυρα από τον Εναγόμενο που κατατέθηκε στην αγγλική αγωγή (Τεκμ.7) όπου προβαίνει (παρ. 114) σε ρητή παραδοχή ότι περί τα μέσα Νοεμβρίου 2009 αντέγραψε το «The 2009 Software». Πέρα του ζητήματος του λογισμικού της Ενάγουσας που χρονικά τοποθετείται τον Νοέμβριο του 2009, ο Πολυμενάκος μαρτύρησε ότι ο Εναγόμενος, κατά παράβαση των υποχρεώσεων διαφάνειας και μη ανταγωνισμού που είχε προς την Ενάγουσα, τον Μάρτιο του 2008 ίδρυσε την Εταιρεία Castleblue Ltd με διευθύνοντα σύμβουλο κάποιο XXXXX Burns που ήταν εργοδοτούμενος της Ενάγουσας (Τεκμ.5). Η εργοδότηση του Burns στην Ενάγουσα τερματίστηκε την 4.6.2009 και αυτός ήταν με άδεια αντί προειδοποίησης μέχρι την 3.12.
- Μετά την αποχώρηση του Εναγόμενου από την Ενάγουσα, η Castleblue απέκτησε μεγάλο μέρος των μετοχών του Εναγόμενου στην Marmidons Ltd (Τεκμ.6) που ήταν η εταιρεία που ο Εναγόμενος μαζί με τον Burns ίδρυσαν για να ανταγωνιστούν την Ενάγουσα. Στη δήλωση μάρτυρα από τον Εναγόμενο που κατατέθηκε στην αγγλική αγωγή (Τεκμ.7) ο Εναγόμενος παραδέχεται (παρ.110) ότι εργοδότησε τον Burns για να τον βοηθήσει να σχεδιάσει οποιαδήποτε επιχείρηση που σκόπευε να καθιερώσει στο Μονακό. Τα όσα καταλογίζονται στον Εναγόμενο ότι διέπραξε κατά τη διάρκεια της εργοδότησης του συνιστούν προπαρασκευαστικές ενέργειες για τη δημιουργία δικής του επιχείρησης που θα λειτουργούσε μετά τον τερματισμό της εργοδότησης του στην Ενάγουσα. Και τούτο αφού δεν υπάρχει μαρτυρία ότι λειτούργησε την όποια επιχείρηση του μέχρι και την 23.12.
- Ωστόσο, κατέχοντας τη θέση του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της Ενάγουσας και ως εργοδοτούμενος στη θέση του Γενικού Διευθυντή Επενδύσεων οι ενέργειες του, συγκαλυμμένα να προετοιμάζει επιχειρηματικές δραστηριότητες, ανεξάρτητα εάν θα ήταν άμεσα ή έμμεσα ανταγωνιστικές προς την επιχείρηση της Ενάγουσας ή καθόλου, συνιστούσαν εκ μέρους του παραβίαση των καθηκόντων πίστεως και εμπιστοσύνης που όφειλε προς αυτή. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι πριν από την ημερομηνία παραίτησης του ο Εναγόμενος είχε προβεί σε δύο παραβιάσεις των καθηκόντων και υποχρεώσεων που είχε προς την Ενάγουσα ως διοικητικός σύμβουλος της, Πρόεδρος του διοικητικού της συμβουλίου και ως ανώτερος εργοδοτούμενος της, στη θέση του Γενικού Διευθυντή Επενδύσεων. Η πρώτη χρονικά αφορά τις προπαρασκευαστικές του ενέργειες για την προώθηση δικής του επιχειρηματικής δραστηριότητας και η δεύτερη την απόσπαση αντιγράφου του λογισμικού της Ενάγουσας. Στ. Ζήτημα Δεδικασμένου Σε σχέση με τις διαπιστωθείσες παραβάσεις, η Ενάγουσα ενδέχεται να δικαιούται σε θεραπείες, εκτός και εάν διαφανεί, όπως είναι η εισήγηση της Υπεράσπισης, ότι οι επιμέρους αξιώσεις δεν μπορούν να προωθούνται λόγω δεδικασμένου ή γιατί η Ενάγουσα εμποδίζεται να τις διεκδικεί. Το ζήτημα αφορά στην αγωγή αρ. HC10 C02788 που καταχωρίστηκε την 17.9.2010 από τον Εναγόμενο εναντίον, μεταξύ άλλων και της Ενάγουσας. Στη συνέχεια αυτή θα αναφέρεται ως η αγγλική αγωγή. Αυτή εκδικάστηκε στο High Court of Justice, Chancery Division του Ηνωμένου Βασιλείου. Την 17.5.2013 εκδόθηκε η Απόφαση του αγγλικού Δικαστηρίου (Τεκμ.19 που περιλαμβάνει ένορκη δήλωση μετάφρασης και μετάφραση της Απόφασης στην ελληνική). Από το κείμενο της Απόφασης προκύπτει ότι κάποια επιμέρους ζητήματα παρέμεναν σε εκκρεμότητα. Σημειώνεται ότι το Δικαστήριο θα επανερχόταν σε ζητήματα αφού υποβάλλονταν περαιτέρω προτάσεις. Προκύπτει πως για τα ζητήματα που παρέμεναν σε εκκρεμότητα υπήρξε συμβιβασμός που καταγράφηκε σε Διάταγμα ημερ. 30.7.2013 (Τεκμ.20). Υπήρξε συνεπώς τελεσιδικία. Έφεση που αποφασίστηκε από το αγγλικό Εφετείο την 2.10.2014 (Τεκμ.22) αφορούσε μόνο στο ζήτημα συναφούς αποφάσεως (Τεκμ.23) σε σχέση με τα έξοδα. Η Απόφαση ημερ. 17.5.2013 και το Διάταγμα ημερ. 30.7.2017 έχουν εγγραφεί και αναγνωριστεί στην Κύπρο την 6.6.2014 με την Αίτηση Αρ. 408/2014 Ε.Δ. Λευκωσίας (Τεκμ.21). Δεν έχει αμφισβητηθεί ότι η εγγραφή και αναγνώριση αλλοδαπής απόφασης στην Κύπρο παρέχει, αφενός, το δικαίωμα εκτέλεσης της ως εάν να ήταν απόφαση Κυπριακού Δικαστηρίου και, αφετέρου, επίκλησης της για σκοπούς έγερσης της υπεράσπισης του δεδικασμένου. Ο Εναγόμενος εγείρει ζήτημα δεδικασμένου σε σχέση με τα αξιούμενα διατάγματα μη αποκάλυψης εμπιστευτικών πληροφοριών και των ηλεκτρονικών προγραμμάτων της Ενάγουσας (παρ. ΣΤ (α) και (γ) της Έκθεσης Απαίτησης). Είναι η θέση του ότι αυτά τα θέματα ήταν επίδικα στην αγγλική αγωγή και διαζευκτικά και στην περίπτωση που δεν ήταν ακριβώς πανομοιότυπα, αυτά θα μπορούσαν και έπρεπε να είχαν εκεί εγερθεί και συνεπώς η Ενάγουσα εμποδίζεται να τα προωθεί στην παρούσα αγωγή. Για να τύχει εφαρμογής ο κανόνας του δεδικασμένου πρέπει η προηγούμενη απόφαση να είναι τελεσίδικη και να υπάρχει ταύτιση των διαδίκων, της ιδιότητας τους και των επίδικων θεμάτων. Όπως προειπώθηκε, η Απόφαση και το Διάταγμα στην αγγλική αγωγή είναι τελεσίδικα και ως τέτοια έχουν εγγραφεί και αναγνωριστεί στην Κύπρο. Ο Εναγόμενος ήταν ο ενάγοντας στην αγγλική αγωγή όπου η Ενάγουσα ήταν η εναγόμενη
- Δεν έχει καμιά σημασία ότι στην αγγλική αγωγή υπήρχαν και άλλα διάδικα μέρη. Ούτε έχει σημασία ότι η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε πριν την αγγλική αγωγή. Σημασία έχει ότι στην αγγλική αγωγή υπήρξε τελεσιδικία που αναγνωρίστηκε στην Κύπρο προτού το Δικαστήριο κληθεί να αποφασίσει στην παρούσα αγωγή. Ό,τι ενδιαφέρει είναι τα μεταξύ του Εναγόμενου και της Ενάγουσας επίδικα θέματα στην αγγλική αγωγή και τι άλλο μπορούσε και έπρεπε εκεί να εγερθεί. Στην Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Terzian κ.α. Π.Ε. 151/2010, ημερ. 7.3.2014, αναφέρεται ότι: «Τυγχάνει νομολογιακά αναγνωρισμένη αρχή που διέπει τα του κωλύματος λόγω δεδικασμένου (res judicata) ή του λεγόμενου 'issue estoppel' ότι το εμπόδιο στην έγερση μιας αγωγής εγείρεται όχι μόνο εκεί όπου ένα ή περισσότερα θέματα έχουν εγερθεί στην ίδια μορφή κατά την προηγηθείσα αγωγή, αλλά καλύπτει επίσης και τις διαδικασίες στο πλαίσιο των οποίων θα μπορούσαν να είχαν εγερθεί τέτοια θέματα ως επίδικα αλλά δεν ηγέρθησαν». Μνημονεύεται απόσπασμα από τη K.S.R. Commercio S.A. κ.α. ν. Bluecoral Navigation Ltd
(1995)1 Α.Α.Δ. 309, όπου σημειώνεται ότι: «Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου, η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα δικογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε, ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του, δεν δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ό,τι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι, η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα». Η αγγλική αγωγή είχε καταχωριστεί από τον Εναγόμενο ο οποίος αξίωνε αναγνώριση ότι ήταν ο ιδιοκτήτης ή σε μερικές περιπτώσεις ο συνιδιοκτήτης των πνευματικών δικαιωμάτων σε λογισμικά που χρησιμοποιούνταν από την Ενάγουσα και ο ιδιοκτήτης πνευματικών δικαιωμάτων βάσεων δεδομένων σε συναφείς βάσεις δεδομένων. Η Ενάγουσα προέβαλλε τη θέση ότι τα πνευματικά δικαιώματα στα λογισμικά και τις βάσεις δεδομένων ανήκαν σε αυτή. Ανταπαίτησε ότι μπορούσε νόμιμα να τα χρησιμοποιεί χωρίς τη συγκατάθεση του και ήγειρε ζήτημα ότι ήταν ο Εναγόμενος που παραβίαζε τα πνευματικά της δικαιώματα χρησιμοποιώντας λογισμικά και κατακρατώντας πολύτιμες εμπιστευτικές πληροφορίες και εμπορικά μυστικά που της ανήκαν. Επρόκειτο για το λογισμικό «the 2009 Software» που ο Εναγόμενος παραδέχτηκε ότι κατέβασε από τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές της Ενάγουσας σε δικούς του υπολογιστές τον Νοέμβριο του
- Η Ενάγουσα ανταξίωσε διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να παραβιάζει τα δικαιώματα της σε σχέση με αυτό, διάταγμα για να παραδώσει τα αντίγραφα που είχε αποσπάσει και λογαριασμούς για τα κέρδη που αποκόμισε από την παράβαση των δικαιωμάτων πνευματικής της ιδιοκτησίας. Επίδικο ήταν και το λογισμικό «Gardening Leave Code» που ο Εναγόμενος δημιούργησε στην περίοδο των 12 μηνών μετά την παραίτηση του από την Ενάγουσα, στη βάση ότι το δημιούργησε σε χρονική περίοδο που ήταν εργοδοτούμενος της Ενάγουσας και σε υποχρεωτική άδεια αντί προειδοποίησης. Περαιτέρω, επίδικα ήταν διάφορα έγγραφα που κατά την Ενάγουσα εμπεριείχαν εμπιστευτικές πληροφορίες και εμπορικά μυστικά που της ανήκαν. Τα λεγόμενα «the Burns material» και «the Steyning material». Στην ανταπαίτηση της η Ενάγουσα ισχυριζόταν ότι ο Εναγόμενος προέβαινε σε παράνομη χρήση τους και αξίωνε την παράδοση τους και λογαριασμούς σε σχέση με τα κέρδη που αποκομίστηκαν. Με την Απόφαση ημερ. 17.5.2013 η αξίωση του Εναγόμενου απορρίφθηκε με το αγγλικό Δικαστήριο να βρίσκει ότι το σχετικό λογισμικό είχε δημιουργήσει σε χρονική περίοδο που είχε συνεταιρισμό με άλλο και ήταν συνεπώς περιουσιακό στοιχείο του συνεταιρισμού και σε κάθε περίπτωση ότι το λογισμικό είχε καταστεί περιουσία του συνεταιρισμού που είχε μετεξελιχθεί στην Ενάγουσα. Η ανταπαίτηση της Ενάγουσας πέτυχε, με το αγγλικό Δικαστήριο να βρίσκει ότι ο Εναγόμενος είχε παραβιάσει τα πνευματικά της δικαιώματα σε σχέση με το λογισμικό «the 2009 Software» που κατέβασε από τους ηλεκτρονικούς της υπολογιστές. Διατάχθηκε ο Εναγόμενος να παραδώσει ή να καταστρέψει όλα τα αντίγραφα που είχε στην κατοχή ή το έλεγχο του και περαιτέρω να πληρώσει 1000 στερλίνες ως ονομαστικές αποζημιώσεις για παραβίαση πνευματικής ιδιοκτησίας και εμπιστευτικότητας. Όταν θα αποφασίζονταν οι όροι του τελικού διατάγματος και άλλα παρεμπίπτοντα θέματα ο Εναγόμενος πρότεινε την ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους του («undertaking») αντί για την έκδοση διατάγματος. Είναι αυτό που καταγράφηκε στο Παράρτημα F του Διατάγματος ημερ. 30.7.
- Ο Εναγόμενος ανάλαβε υποχρέωση να μην χρησιμοποιεί ή διαφορετικά παραβιάζει τα πνευματικά δικαιώματα στο λογισμικό «the 2009 Software» και οιοδήποτε υλικό που προέρχεται από αυτό ή μέρη του. Σε σχέση με τα έγγραφα «the Burns material» και «the Steyning material» επίσης επήλθε συμφωνία μεταξύ των μερών και η Ενάγουσα αποφάσισε να μην προωθήσει την ανταπαίτηση της σε σχέση με αυτά, διαγράφοντας τη σχετική παράγραφο από την ανταπαίτηση της. Καθίσταται πρόδηλο ότι το ζήτημα της απόσπασης αντιγράφου του λογισμικού προγράμματος της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο τον Νοέμβριο του 2009 ήταν επίδικο ζήτημα στην αγγλική αγωγή. Το ίδιο και της απόσπασης εγγράφων με εμπιστευτικές πληροφορίες και εμπορικά μυστικά. Το ζήτημα είναι κατά πόσο το λογισμικό που ήταν το αντικείμενο στην αγγλική αγωγή είναι το ίδιο λογισμικό που είναι αντικείμενο στην παρούσα αγωγή και οι εμπιστευτικές πληροφορίες οι ίδιες. Είναι η φύση του αντικειμένου τέτοια που η διαπίστωση δεν είναι πρόδηλη, όπως ενδεχομένως να ήταν σε άλλες περιπτώσεις. Το ζήτημα της απόσπασης αντιγράφου του λογισμικού προγράμματος της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο περιγράφεται στην Έκθεση Απαίτησης (παρ. 20). Του καταλογίζεται ότι περί τον Νοέμβριο του 2009 κατέβασε (downloaded), αντέγραψε και αναπαρήγαγε πνευματική ιδιοκτησία και εμπιστευτικές πληροφορίες μεταξύ των οποίων τα συστήματα Wendy, Fox και Badger II. Δεν γίνεται αναφορά σε λογισμικό «the 2009 Software» όπως αναφέρεται στην αγγλική υπόθεση. Το ζήτημα είναι τεχνικό. Τα συστήματα Wendy, Fox και Badger II που αναφέρονται στη δικογραφία ρητά περιγράφονται ως πνευματική ιδιοκτησία και εμπιστευτικές πληροφορίες στην παρ.
- Στο επίδικο λογισμικό δεν αποδίδεται κάποια ονομασία, οπόταν θα χρησιμεύσει η περιγραφική αναφορά σε αυτό. Αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι «Η Ενάγουσα είναι πρωτοπόρος στη δημιουργία του μοντέλου της για διαχείριση του χαρτοφυλακίου και τα μοντέλα συναλλαγών που βασίζονται στη χρήση αλγοριθμικών και ποσοτικών μεθόδων για να κατευθύνει το συστηματικό ηλεκτρονικό εμπόριο.» (παρ. 2). Επίσης ότι «. η Ενάγουσα έχει μεγάλο αριθμό μοντέλων και έχει δημιουργήσει ένα άκρως αποτελεσματικό συνδυασμό αλγορίθμων για να προσδιορίσει την αντισταθμιστική ακρίβεια μεταξύ των μοντέλων. Το πλεονέκτημα της Ενάγουσας είναι ότι είναι μια πολυστρατηγική διαχειρίστρια, ικανή να αποδώσει καλά κέρδη με χαμηλό επενδυτικό ρίσκο, βασιζόμενη στην ποιότητα, τoν αριθμό και τον συνδυασμό των μοντέλων που χρησιμοποιούνται . Η αξία των βασικών τεχνολογιών που χρησιμοποιεί η Ενάγουσα βασίζεται στη μοναδική φύση του λογισμικού της και γενικά στις εμπιστευτικές πληροφορίες που χρησιμοποιούνται από την Ενάγουσα». (παρ. 5). Προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης ότι το επίδικο λογισμικό πρόγραμμα είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της τεράστιας επιτυχίας της Ενάγουσας και όπως υποστηρίζεται η αντιγραφή και χρήση του θα οδηγούσε σε μείωση των εσόδων της. Στην αγγλική Απόφαση αναφέρεται ότι «Η εταιρεία [η Ενάγουσα] παρέχει υπηρεσίες κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου και διαχείρισης κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου σε επαγγελματίες επενδυτές. Οι επενδυτικές αποφάσεις λαμβάνονται μέσω ενός αυτοματοποιημένου συστήματος το οποίο βασίζεται σε μοναδικά μαθηματικά μοντέλα και αλγορίθμους που υλοποιούνται σε λογισμικό και σε βάσεις δεδομένων. Δεν αμφισβητήθηκε το γεγονός ότι η εταιρεία έχει σημειώσει τεράστια επιτυχία σε μεγάλο βαθμό ως επακόλουθο του λογισμικού». Εκ πρώτης και σε γενικές γραμμές φαίνεται πως οι δύο διαδικασίες αφορούν το ίδιο λογισμικό. Αυτό που η Ενάγουσα χρησιμοποιούσε για να διεκπεραιώνει τις εργασίες της. Ο Πολυμενάκος που ήταν μάρτυρας και στην αγγλική αγωγή, ανάφερε ότι είναι εξοικειωμένος με τα ηλεκτρονικά προγράμματα έρευνας, ανάλυσης και συναλλαγών που χρησιμοποιούσε η Ενάγουσα κατά τους επίδικους χρόνους γνωστά ως Wendy, Fox και Badger. Αντεξετάστηκε ώστε στη βάση των επιστημονικών του γνώσεων να διαφωτίσει κατά πόσο το λογισμικό που είναι αντικείμενο στην παρούσα αγωγή ήταν αυτό που ήταν αντικείμενο και στην αγγλική αγωγή. Ο Πολυμενάκος επέμενε ότι η παρούσα αγωγή αφορά περαιτέρω λογισμικά που δεν ήταν αντικείμενο στην αγγλική αγωγή. Εκείνο που προκύπτει από τη μαρτυρία του Πολυμενάκου είναι ότι το λογισμικό εμπλουτιζόταν κατά καιρούς με προσθήκες. Είπε πως το Wendy και το Fox ήταν τα δύο τελευταία του λογισμικού «the 2009 Software». Η αγγλική Απόφαση, υποστήριξε, δεν αναφερόταν στο Badger. Στο σημείο αυτό διακόπηκε από το Δικαστήριο. Αυτό που αναζητείτο από το μάρτυρα ήταν η επιστημονική του προσέγγιση και όχι να υποδείξει κατά πόσο ονομαστικά αναφερόταν ή δεν αναφερόταν οτιδήποτε στην αγγλική Απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, εάν το μέρος του λογισμικού που δεν υπάρχει συνταύτιση των διαδίκων ότι περιλαμβανόταν στην αγγλική αγωγή περιορίζεται στο Badger, διαπιστώνεται ότι ρητή αναφορά σε αυτό ως Badger και Badger II γίνεται στο Παράρτημα F, παρ.1(b) του Διατάγματος ημερ. 30.7.2013, απ' όπου προκύπτει ότι το επιμέρους ζήτημα επίσης επιλύθηκε, με τον Εναγόμενο να αναλαμβάνει υποχρέωση να μην χρησιμοποιήσει, συμβουλευτεί, αποκαλύψει, αντιγράψει ή δημοσιεύσει οιοδήποτε λογισμικό που αναπτύχθηκε από ή για λογαριασμό της Ενάγουσας περιλαμβανομένων και των Badger και Badger II. Είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι το λογισμικό της Ενάγουσας που είναι επίδικο στην παρούσα αγωγή είναι αυτό που ήταν αντικείμενο στην αγγλική αγωγή. Η εντύπωση που το Δικαστήριο αποκόμισε είναι πως η χρήση της ονομασίας "the 2009 Software" στην αγγλική αγωγή έγινε ώστε να νοείται ότι περιλαμβάνονταν όλες οι προσθήκες στο λογισμικό που είχαν γίνει μέχρι και το 2009 και, ενδεχομένως, ώστε να διακρίνεται από το «Gardening Leave Code» που δημιουργήθηκε από τον Εναγόμενο μετά την παραίτηση του την 11.12.2009 και που φυσικά ποτέ δεν ενσωματώθηκε στο λογισμικό της Ενάγουσας. Είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι αντικείμενο και των δύο αγωγών είναι το λογισμικό που η Ενάγουσα χρησιμοποιούσε στις εργασίες της και που ο Εναγόμενος απέσπασε τον Νοέμβριο του
- Αλλά ακόμα και αν λόγω της υψηλά τεχνικής φύσης του αντικειμένου, δεν έχει γίνει κατανοητό από το Δικαστήριο ότι υφίσταται κάποιο μέρος του λογισμικού που περιλαμβάνεται στην παρούσα αγωγή και που δεν ήταν αντικείμενο στην αγγλική αγωγή, που το Δικαστήριο θεωρεί απίθανο αφού η ανταπαίτηση στην αγγλική αγωγή καταχωρίστηκε μετά την έγερση της παρούσας, τα δεδομένα δεν αλλάζουν. Εφόσον η παρούσα αγωγή καταχωρίστηκε την 23.12.2009 δεν μπορεί παρά να αναφέρεται σε λογισμικό που ο Εναγόμενος απέσπασε πριν την ημερομηνία αυτή και που ήταν συνεπώς στη γνώση της Ενάγουσας όταν καταχωρούσε την ανταπαίτηση της στην αγγλική αγωγή και όφειλε να περιλάβει κάθε μέρος του σε αυτή. Η διάκριση μεταξύ του επιμέρους αντικειμένου της παρούσας αγωγής και του αντικειμένου στην αγγλική αγωγή που υποστήριξε η Ενάγουσα είναι τεχνητή και όχι ουσιώδης. Ότι η αγγλική αγωγή αφορούσε σε δικαιώματα πνευματικής ιδιοκτησίας και είναι γεγονός ότι εκδικάστηκε από το «Chancery Division - Intellectual Property» του High Court of Justice, ενώ η παρούσα εμπλέκει την απόσπαση και χρήση του λογισμικού και ως ζήτημα παράβασης καθηκόντων εμπιστοσύνης και συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγομένου προς την Ενάγουσα δεν διαφοροποιεί την ουσία, ότι δηλαδή το ζήτημα της παράνομης απόσπασης και χρήσης από τον Εναγόμενο του λογισμικού της Ενάγουσας έχει αποφασιστεί στην αγγλική αγωγή όπου και έγιναν ρυθμίσεις και για τον μελλοντικό χειρισμό και διαφύλαξη του. Επικαλούνται οι δικηγόροι της Ενάγουσας τις αναφορές του Πολυμενάκου ότι οι δικηγόροι της Ενάγουσας στην αγγλική αγωγή τροχιοδρόμησαν την εκεί διαδικασία ώστε να μην υπάρχει οποιοδήποτε κώλυμα λόγω δεδικασμένου και πως ο τρόπος που καταγράφηκαν οι δηλώσεις («undertakings») και τα διατάγματα («orders») ήταν τέτοιος, με σκοπό να επιφυλαχθούν τα δικαιώματα της Ενάγουσας. Ακόμη σημειώνουν την αμφισβήτηση από το μάρτυρα ότι το Παράρτημα F θα μπορούσε να αποτελεί μέρος των διαταγμάτων και ως εκ τούτου μέρος της απόφασης του αγγλικού Δικαστηρίου. Η αναφορά του Πολυμενάκου ότι η Ενάγουσα επέλεξε να μην προωθήσει πτυχή της Ανταπαίτησης της «επιφυλασσόμενη των δικαιωμάτων της», είναι δική του εκτίμηση. Ουδεμία αναφορά σε επιφύλαξη δικαιωμάτων μνημονεύεται στο Διάταγμα ημερ. 30.7.
- Ανάφερε ο Πολυμενάκος ότι η πρόταση του Εναγομένου για να χρησιμοποιηθεί η λέξη «discontinued» δεν ήταν αποδεχτή και συμφωνήθηκε να καταγραφεί ότι η Ενάγουσα επέλεξε, «chose», να μην προωθήσει τις συγκεκριμένες πτυχές. Ουδεμία σημασία μπορεί να αποδοθεί στις θέσεις ή την γνώμη του μάρτυρα. Πέραν όμως των θέσεων του Πολυμενάκου, η Ενάγουσα εγείρει ζήτημα αναφορικά με την υπόσταση των αναλήψεων υποχρέωσης που έγιναν και κατά πόσο έχουν την ίδια νομική ισχύ με τα εκδοθέντα διατάγματα. Επισημαίνεται ότι δεν έχει προσφερθεί μαρτυρία αναφορικά με το αγγλικό δίκαιο που διέπει το ζήτημα, δηλαδή τις πρόνοιες των αγγλικών δικονομικών θεσμών που προνοούν για αυτές τις αναλήψεις υποχρέωσης. Η επισήμανση δεν έχει ουσιαστική σημασία. Για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής δεν έχει σημασία η υπόσταση των αναλήψεων υποχρέωσης που έγιναν. Κατά πόσο η παράβαση τους συνιστά περιφρόνηση του Δικαστηρίου και συνεπάγεται άμεσες κυρώσεις ή δημιουργεί αγώγιμα δικαιώματα. Η σπουδαιότητα του γεγονότος των αναλήψεων υποχρέωσης έγκειται στο ότι με αυτή προέκυψε τελεσίδικη ρύθμιση των συναφών δικαιωμάτων της Ενάγουσας, ώστε αυτή να μην μπορεί να ανακινεί εκ νέου τα ζητήματα αυτά άλλως παρά για σκοπούς εφαρμογής της αγγλικής Απόφασης και όσων την περιβάλλουν, όπως και αν αυτό μπορεί να επιτευχθεί. Ούτε το γεγονός ότι στην αγγλική απόφαση δεν αναφέρεται ότι απαγορεύεται η χρήση ή αποκάλυψη του λογισμικού μπορεί να διαφοροποιήσει την ουσία του ζητήματος. Άλλωστε, εφόσον διατάχθηκε η παράδοση ή καταστροφή των αντιγράφων, η μελλοντική χρήση και αποκάλυψη τους ήταν αδύνατη. Απαγορεύτηκε και η μεταβίβαση του λογισμικού για ό,τι αξίζει. Σε κάθε όμως περίπτωση, δεν να έχουν καμιά σημασία οι ενέργειες που το αγγλικό Δικαστήριο απαγόρευσε. Εάν η Ενάγουσα δεν είχε ικανοποιηθεί θα μπορούσε ενδεχομένως να προσβάλει την Απόφαση, όχι όμως να διεκδικήσει σε άλλη διαδικασία αυτά που θεωρεί ότι δεν της αποδόθηκαν με την αγγλική Απόφαση. Καθ' όσον αφορά στις εμπιστευτικές πληροφορίες η ορθή προσέγγιση δεν μπορεί να διαφέρει από αυτή που έχει εξηγηθεί σε σχέση με το λογισμικό και τα διάφορα μέρη που μπορεί να το συνιστούν. Φαίνεται να υπάρχει μια αλληλοκάλυψη που μπορεί και να είναι πλήρης. Στην παρ.66Β της τροποποιημένης έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην αγγλική αγωγή (Τεκμ.35) αναφέρεται ότι το λογισμικό και οι βάσεις δεδομένων που χρησιμοποιούνταν από την Ενάγουσα συνιστούσαν πολύτιμες εμπιστευτικές πληροφορίες και εμπορικά μυστικά που της ανήκαν. Με την δε επανατροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης (Τεκμ.36) απαλείφθηκε η αναφορά σε λογισμικό και παρέμεινε η περιγραφή ως υλικό («materials») που συνίστατο σε ολοκληρωμένο λειτουργικό, ελεγχόμενο και αυτοματοποιημένο εμπορικό σύστημα. Εφόσον στην αγγλική αγωγή η απόσπαση εμπιστευτικών πληροφορικών ήταν επίδικο ζήτημα όφειλε η Ενάγουσα να είχε προβάλει το σύνολο των εμπιστευτικών πληροφορικών για τις οποίες είχε παράπονο ότι αποσπάστηκαν από τον Εναγόμενο. Γίνεται παραπομπή στις παρ.55B και C της επανατροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης στην αγγλική αγωγή (Τεκμ.36) και στο Παράτημα C του Διατάγματος ημερ. 30.7.2013 και αντιπαραβάλλεται το περιεχόμενο τους με την παρ.16 της Έκθεσης Απαίτησης στην προσπάθεια να επιδειχθεί ότι δεν ταυτίζονται. Στην παρ.66D εγείρεται το ζήτημα των καθηκόντων εμπιστοσύνης του Εναγομένου σε σχέση με τα υλικά («materials»). Στην παρ.67 αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος είχε ενεργήσει και απειλούσε να ενεργεί ως εάν να ήταν ο ιδιοκτήτης των πνευματικών δικαιωμάτων σε όλες τις εκδόσεις του λογισμικού περιλαμβανομένων των επικαιροποιημένων εκδόσεων («of copy right in all versions of the Software, including the up-to-date versions»). Στην παρ.68 περιγράφεται ότι τον Νοέμβριο του 2009 στην Κύπρο ο Εναγόμενος αγόρασε ένα φορητό υπολογιστή και ένα μεγάλο εξωτερικό σκληρό δίσκο και κατέβασε ολόκληρο ή στην ουσία ολόκληρο το επικαιροποιημένο εμπορικό λογισμικό και βάσεις δεδομένων που χρησιμοποιούνταν από την Ενάγουσα («downloaded the whole, or substantially the whole of the up-to-date trading Software and databases used by [την Ενάγουσα]»). Είναι οι ίδιες αδικοπραξίες που αποδίδονται στον Εναγόμενο με τις παρ.20(λ)(iii) και 20(ν) της Έκθεσης Απαίτησης στην παρούσα αγωγή. Είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι τα ζητήματα που αφορούν το λογισμικό της Ενάγουσας και τις εμπιστευτικές πληροφορίες που της ανήκουν και που αποσπάστηκαν από τον Εναγόμενο από τα αρχεία της, ήταν επίδικα θέματα στην αγγλική αγωγή η Απόφαση και το Διάταγμα στην οποία έχουν εγγραφεί και αναγνωριστεί στην Κύπρο. Ως εκ τούτου υπάρχει δεδικασμένο καθ' όσον αφορά την προώθηση οιασδήποτε αξίωσης σε σχέση με το λογισμικό και τις εμπιστευτικές πληροφορίες. Στην έκταση που μπορεί κάποιο μέρος του λογισμού ή κάποιες επιμέρους εμπιστευτικές πληροφορίες να μην αποτέλεσαν αντικείμενο της αγγλικής αγωγής, η Ενάγουσα εμποδίζεται από του να προωθεί οιαδήποτε σχετική αξίωση, γιατί όφειλε να είχε θέσει ολοκληρωμένη την αξίωση της για το σύνολο του λογισμικού και το σύνολο των εμπιστευτικών πληροφοριών που ο Εναγόμενος απέσπασε από τα αρχεία της. Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι καμιά αξίωση δεν μπορεί να επιτύχει αναφορικά και στη βάση της απόσπασης από τον Εναγόμενο του λογισμικού της Ενάγουσας και εμπιστευτικών πληροφοριών που ανήκουν σε αυτή. Επομένως, τα εξαιτούμενα διατάγματα ΣΤ(α) και (γ) δεν μπορούν να εκδοθούν. Τα σχετικά με την πρώτη χρονικά παράβαση εκ μέρους του Εναγομένου γεγονότα δεν ήταν αντικείμενο στην αγγλική αγωγή που περιορίστηκε στις παραβάσεις που είχαν να κάμουν με το λογισμικό και τις εμπιστευτικές πληροφορίες. Είναι σε αυτή την έκταση που ήταν αντικείμενο τα «the Burns material» όπως και τα «the Steyning material». Το ζήτημα της παράβασης των καθηκόντων και υποχρεώσεων του Εναγομένου ως διοικητικού συμβούλου και εργοδοτουμένου της Ενάγουσας δεν εγειρόταν και δεν εξετάστηκε. Αναφορές στη θέση του Εναγομένου στην Ενάγουσα έγιναν, δεν ήταν όμως επίδικο ζήτημα οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη θέση του διοικητικού συμβούλου ή του εργοδοτουμένου. Το επίδικο ζήτημα στην αγγλική αγωγή αφορούσε στην πνευματική ιδιοκτησία του λογισμικού και των εμπιστευτικών πληροφοριών. Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι το ζήτημα αυτής της παράβασης των καθηκόντων και υποχρεώσεων του Εναγομένου προς την Ενάγουσα δεν καλύπτεται από δεδικασμένο, ούτε και η Ενάγουσα εμποδίζεται από την προώθηση σχετικής θεραπείας (Α του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης) σε σχέση με αυτή την παράβαση με την παρούσα αγωγή. Παραμένει το ζήτημα των γενικών αποζημιώσεων. Έχει ήδη σχολιαστεί ότι ουδεμία εισήγηση έγινε προς το Δικαστήριο. Ούτε σε σχέση με το ποσό που ενδείκνυται να επιδικαστεί, ούτε σε σχέση με συγκεκριμένες παραμέτρους που μπορούν να ληφθούν υπόψη. Ούτε και ο Εναγόμενος προβαίνει σε οποιαδήποτε εισήγηση στην αγόρευση των δικηγόρων του. Το Δικαστήριο κατέχει στοιχεία αναφορικά με τη μισθοδοσία του Εναγόμενου. Κατά τα τελευταία χρόνια της εργοδότησης του οι καθαρές ετήσιες απολαβές του αφαιρουμένης της φορολογίας ήταν €154.078,
- Αποζημίωση που ισοδυναμεί με τις καθαρές απολαβές του για περίοδο τριών μηνών κρίνεται ως δίκαιο και εύλογο ποσό, δηλαδή το ποσό των €38.519,
- Ζ. Το Δελτίο Τύπου Κατ' ακολουθία της παραίτησης του ο Εναγόμενος εξέδωσε δελτίο τύπου ημερ. 14.12.2009 (Τεκμ.70). Σε αυτό αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος συνιδρυτής, διευθύνων σύμβουλος επενδύσεων και πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου της Ενάγουσας έχει υποβάλει την παραίτηση του. Αναφέρεται ότι ο Εναγόμενος ήταν το πρόσωπο που είχε δημιουργήσει και αναπτύξει τις στρατηγικές επένδυσης, την ομάδα έρευνας και την εμπορική τεχνολογία στην Ενάγουσα. Ακόμα πως είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την Ενάγουσα για να εκπληρώσει το όραμα του για μια ομάδα ταλαντούχων και έμπειρων επαγγελματιών επικεντρωμένη στην έρευνα. Περαιτέρω αναφερόταν ότι σχεδίαζε να εγκαθιδρύσει μια μικρότερη επενδυτική εταιρεία για να διαχειρίζεται οικογενειακά και άλλα κεφάλαια. Σημειωνόταν ακόμη ότι θα συνέχιζε να προσφέρει επενδυτικές υπηρεσίες στην Ενάγουσα από τη νέα του εταιρεία. Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι η έκδοση του δελτίου τύπου συνιστά άμεση παραβίαση των καθηκόντων του Εναγομένου ως εργοδοτούμενου και μέλους του διοικητικού της συμβουλίου. Σημειώνεται ότι κατά την 14.12.2009 ο Εναγόμενος δεν ήταν πλέον διοικητικός σύμβουλος της Ενάγουσας. Η θέση που εκφράστηκε από τον Willcocks είναι ότι η εργασία διαχείρισης κεφαλαίων αντιστάθμισης κινδύνου είναι ευαίσθητη, έτσι ώστε η δημοσιοποίηση πληροφοριών να μπορεί να καταστεί ιδιαίτερα ζημιογόνα για την επιχείρηση της διαχειρίστριας. Ο Εναγόμενος ήταν «άνθρωπος κλειδί» στην επιχείρηση της Ενάγουσας και η παραίτηση του από αυτή παρείχε συμβατικό δικαίωμα στους πελάτες να αποσύρουν την επένδυση τους. Την 16.12.2009 ένας τέτοιος πελάτης ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι απέσυρε την επένδυση του ειδικά λόγω της παραίτησης του Εναγομένου (Τεκμ.73). Η αγωγή δεν αφορά σε αξίωση για ζημιά που υπέστηκε η Ενάγουσα γιατί ο Εναγόμενος παραιτήθηκε παρέχοντας τη δυνατότητα σε πελάτες επενδυτές να τερματίσουν τις συμφωνίες τους με την Ενάγουσα βασιζόμενοι στον όρο που αφορούσε στον «άνθρωπο κλειδί». Η μαρτυρία για την έκδοση του δελτίου τύπου προσφέρθηκε προς τεκμηρίωση της θέσης ότι ο Εναγόμενος προέβηκε σε επιβλαβείς, μειωτικές ή αναληθείς δηλώσεις σχετικά με την Ενάγουσα και προς υποστήριξη της αξίωσης για έκδοση σχετικού απαγορευτικού διατάγματος (παρ. ΣΤ(β) του Παρακλητικού της Έκθεσης Απαίτησης). Το δελτίο τύπου δεν εμπεριείχε οιαδήποτε αναλήθεια. Η όλη επιχειρηματολογία της Ενάγουσας για να αποδώσει στο δελτίο αξιόμεπτο χαρακτήρα αφορά στην αναστάτωση που θα μπορούσε να προκαλέσει στους πελάτες επενδυτές της. Ουσιαστικά αυτό που η Ενάγουσα εισηγείται είναι ότι ο Εναγόμενος όφειλε προς αυτή καθήκον να αποκρύψει το γεγονός της παραίτησης του ώστε οι πελάτες της να συνεχίζουν να πιστεύουν ότι ο Εναγόμενος εξακολουθούσε να κατέχει τις θέσεις του στην Ενάγουσα, να βρίσκονται δηλαδή σε πλάνη ως προς τα αληθή γεγονότα και έτσι να μην γνωρίζουν ότι είχαν το συμβατικό δικαίωμα να τερματίσουν τις επενδύσεις τους. Όσο και αν το δελτίο τύπου θα μπορούσε να προκαλέσει αναστάτωση ανάμεσα στους πελάτες επενδυτές της Ενάγουσας, να δώσει το συμβατικό δικαίωμα τερματισμού επενδύσεων στις συμφωνίες επενδύσεων που εμπεριείχαν τον όρο για τον «άνθρωπο κλειδί» και να οδηγήσει στην πρόκληση οικονομικής ζημιάς στην Ενάγουσα, το περιεχόμενο του μετέδιδε στον αναγνώστη τα πραγματικά γεγονότα. Οι δηλώσεις του Εναγόμενου που εμπεριέχονταν σε αυτό δεν ήταν αναληθείς, ούτε μειωτικές για την Ενάγουσα. Σε σχέση με το χαρακτηρισμό «επιβλαβείς» το Δικαστήριο θα μπορούσε, υπό προϋποθέσεις, να εκδώσει απαγορευτικό διάταγμα μόνο για να διακόψει ή αποτρέψει επιζήμια ψευδολογία και όχι για να αποτρέψει τη διάδοση της αλήθειας, όσο επιζήμια και αν μπορεί πράγματι να είναι για κάποιο διάδικο. Η Ενάγουσα με επιστολή της προς τον Εναγόμενο ημερ. 14.12.2009 (Τεκμ.72) τον υπενθύμισε για τις, κατά τη θέση της, υποχρεώσεις που είχε απέναντι της. Στην ενότητα 3 γίνεται αναφορά στις παραβιάσεις που είχαν συντελεστεί. Αναφέρεται το Δελτίο Τύπου και σημειωνόταν ότι δεν εκπλήρωνε τα καθήκοντα του ως εργοδοτούμενος της Ενάγουσας. Περαιτέρω του καταλογιζόταν ότι είχε προβεί σε διευθετήσεις για να δημιουργήσει ανταγωνιστική εταιρεία. Του ζητείτο, μεταξύ άλλων, εγγράφως να αναλάβει υποχρέωση να απέχει από οποιαδήποτε συμπεριφορά που θα συνιστούσε παραβίαση των καθηκόντων του προς αυτή. Σε αντίθετη περίπτωση η Ενάγουσα θα ελάμβανε μέτρα για προστασία των συμφερόντων της περιλαμβανομένης της έγερσης αγωγής εναντίον του. Είναι η θέση του Πολυμενάκου ότι μετά την παραίτηση του ο Εναγόμενος ξεκίνησε μια εκστρατεία δυσφήμησης της Ενάγουσας. Η πρακτική του ήταν να καταχωρεί αγωγές, να ενημερώνει γι' αυτές τον τύπο και τρίτους με την αιτιολογία ότι ήταν δημόσια έγγραφα και στη συνέχεια να μη τις προωθεί. Όλες οι περιπτώσεις αφορούν γεγονότα που έπονται χρονικά του χρόνου καταχώρισης της παρούσας αγωγής. Ο Kuehrer αναφέρθηκε στην ύψιστη σημασία που έχει για την επιτυχία μιας επιχείρησης όπως η Ενάγουσα η ποιότητα, ικανότητα, ακεραιότητα και φήμη των διευθυντικών της στελεχών και πως εύκολα μπορεί να υποστεί καταστροφικές συνέπειες από αρνητική δημοσιότητα, ανεξαρτήτως περιεχομένου. Ο Kuehrer καταλόγισε στον Εναγόμενο ότι μετά την παραίτηση του δημιούργησε αρνητική δημοσιότητα ενάντια στην φήμη της Ενάγουσας με επιμέρους αναφορά στη δημοσιοποίηση της «Αίτησης του Μαίου», που αφορούσε σε δικαστική διαδικασία στη Θεσσαλονίκη τον Μάϊο του
- Υποστήριξε ακόμα πως μέχρι σήμερα ο Εναγόμενος δρα με τον ίδιο τρόπο με αμείωτη ένταση και επιτίθεται στην Ενάγουσα χρησιμοποιώντας τους ίδιους ισχυρισμούς και εμπιστευτικές πληροφορίες που χρονολογούνται από το
- Εάν αυτό συμβαίνει και γίνεται έτσι χρήση των εμπιστευτικών πληροφοριών, η Ενάγουσα θα έπρεπε να αναζητήσει τρόπους συμμόρφωσης με την αγγλική Απόφαση και Διάταγμα. Σε κάθε περίπτωση, διευκρινίστηκε με αναφορές σε ενδιάμεσες αποφάσεις σε σχέση με την αποδεχτότητα μαρτυρίας κατά την εκδίκαση της παρούσας αγωγής, ότι γεγονότα που επεσυνέβηκαν μετά την ημερομηνία καταχώρισης της αγωγής δεν μπορούν να θεμελιώσουν βάση αγωγής. Η όποια σημασία τους περιορίζεται στο να καταδειχθεί η τυχόν συνεχιζόμενη συμπεριφορά του διαδίκου, ώστε η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος να καθίσταται επιβεβλημένη. Όμως τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το αγώγιμο δικαίωμα πρέπει να προηγούνται του χρόνου καταχώρισης. Ότι η αγωγή καταχωρίστηκε με Κλητήριο Ένταλμα Γενικά Οπισθογραφημένο και η Έκθεση Απαίτησης 7 μήνες μετά, δεν παρέχει τη δυνατότητα δικογράφησης βάσεων αγωγής που δεν υφίσταντο κατά το χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Είναι γι' αυτό που δεν είναι επιτρεπτή τροποποίηση της αξίωσης ώστε να περιληφθεί αγώγιμο δικαίωμα που δεν υφίστατο κατά το χρόνο έγερσης της αγωγής (βλ. Eshelby v. Federated European Bank
(1932)1 K.B. 254). Ότι ο Εναγόμενος δεν απάντησε στην επιστολή της Ενάγουσας ημερ. 14.12.2009 δεν αποτελεί βάση για την έκδοση οιουδήποτε διατάγματος εναντίον του. Για να είχε σημασία η επιστολή θα έπρεπε να καταδεικνυόταν ότι τα αξιούμενα απαγορευτικά διατάγματα αφορούν σε κάτι αξιόμεμπτο που ο Εναγόμενος είχε διαπράξει και που η μη ανταπόκριση στην επιστολή επιμαρτυρούσε ενδεχομένως ότι είχε την πρόθεση να συνεχίσει να διαπράττει. Το αξιούμενο διάταγμα αφορά σε επιβλαβείς, μειωτικές ή αναληθείς δηλώσεις σχετικά με την Ενάγουσα. Έπρεπε συνεπώς να καταδειχθεί ότι ο Εναγόμενος προέβηκε σε τέτοιες. Το Δελτίο Τύπου που εξέδωσε την 11.12.2009 δεν ήταν τέτοιο. Συνεπώς, ακόμα και αν μετά την 23.12.2009 που καταχωρίστηκε η αγωγή ο Εναγόμενος πράγματι προέβηκε και συνέχιζε να προβαίνει σε επιβλαβείς, μειωτικές ή αναληθείς δηλώσεις σχετικά με την Ενάγουσα αυτές θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο σε νέα αγωγή που θα καταχωρείτο μετά την διάπραξη μερικών ή έστω μιας τέτοιας δήλωσης. Χωρίς να έχει ο Ενάγοντας προβεί σε μια τέτοια δήλωση, αφού το Δελτίο Τύπου που εξέδωσε δεν συνιστούσε τέτοια, δεν υπάρχει το υπόβαθρο ώστε να δικαιολογείται η έκδοση του αξιούμενου διατάγματος ΣΤ(β). Η. Κατάληξη Ως εκ των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €38.519,68 με νόμιμο τόκο και έξοδα, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο, Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil Jurisdiction / Other Actions / Final Αναφορά: Παραβίαση Καθηκόντων Εργαζομένου cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο