Best Oasis Ltd ν. Μανώλη κ.α., Αρ. Αγωγής: 3232/2017, 19/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A465 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3232/2017 Μεταξύ: Best Oasis Ltd Ενάγουσας v. 1. . Μανώλη 2. . Μανώλη Εναγομένων Αίτηση της Ενάγουσας ημ. 27.3.18 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 19 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κα K. Γιαπανά με κα M. Ευτυχίου για Σκορδής, Παπαπέτρου & Σια ΔΕΠΕ Για τους Εναγόμενους - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Π. Κτίστη για Ανδρέας Γιωρκάτζης ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα ως το αιτητικό της έκθεσης απαίτησης. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα αξιώνει (
- i)το ποσό των US$496.223 ή το ισόποσο σε ευρώ ως οφειλόμενο δυνάμει Γραπτής Συμφωνίας Διευθέτησης ημ. 7.3.13 όπως τροποποιήθηκε με Προσάρτημα ημ. 27.6.17, (
- ii)το ποσό των US$246.799,96 ή το ισόποσο σε ευρώ ως δεδουλευμένους τόκους δυνάμει της εν λόγω Γραπτής Συμφωνίας Διευθέτησης για την περίοδο 19.12.12-30.10.17, (iii) τόκους προς 8% ετησίως επί του αναφερόμενου ως άνω ποσού από την 1.11.17 μέχρι εξοφλήσεως και (
- iv)το ποσό των €6.000 ως επιπρόσθετο οφειλόμενο και πληρωτέο ποσό δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας με νόμιμο τόκο. Η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 20.11.17, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση στις 20.12.17 και ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας Αίτησης στις 27.3.18. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΑΓ, δικηγόρου και συνεταίρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρεται αναλυτικά στο ιστορικό των γεγονότων τα οποία οδήγησαν στην ισχυριζόμενη σύναψη των δύο προαναφερόμενων Συμφωνιών, στην παράβαση των όρων αυτών εκ μέρους των Εναγομένων, στις επικοινωνίες μεταξύ των μερών και στη μη ύπαρξη έγκυρης υπεράσπισης. Οι βασικοί λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι: 1. Η διαδικασία της Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας είναι αντίθετη με τις πρόνοιες του Συντάγματος και ή της φυσικής δικαιοσύνης. 2. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εκδώσει συνοπτική απόφαση και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης αυτής. 3. Η παρούσα Αίτηση είναι πρόωρη. 4. Ο ενόρκως δηλών δεν είναι πρόσωπο το οποίο δύναται να ορκιστεί θετικά για πλείστα των γεγονότων που αφορούν την παρούσα Αγωγή στην προσπάθεια του να επαληθεύσει την αιτία αγωγής και το απαιτητό ποσό. 5. Το έγγραφο ημ. 27.6.17 ουδέποτε υπεγράφη από την Ενάγουσα, κάτι το οποίο αποτελούσε προϋπόθεση για να τεθούν σε ισχύ τα όσα αναφέρονται σε αυτό. 6. Το γεγονός ότι το έγγραφο ημ. 27.6.17 ουδέποτε υπεγράφη από την Ενάγουσα καθιστούσε αδύνατη την πληρωμή των εν λόγω ποσών στους προκαθορισμένους χρόνους, καθότι ήταν αδύνατη η πραγματοποίηση τραπεζικών εμβασμάτων στον τραπεζικό λογαριασμό στον οποίο γινόταν αναφορά στο έγγραφο λόγω της πρακτικής και ή πολιτικής των Κυπριακών Τραπεζών όσον αφορά τέτοια εμβάσματα. 7. Οι Εναγόμενοι έχουν καλή υπεράσπιση και ή αποκαλύπτονται γεγονότα ικανά να τους επιτρέψουν να καταχωρίσουν υπεράσπιση. 8. Η Αίτηση είναι πρόδηλα καταχρηστική και κακόπιστη. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1, εκ μέρους και της συζύγου του Εναγομένης 2. Σε αυτή ο Εναγόμενος 1 βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης με ειδική αναφορά σε κάποια γεγονότα σχετικά με το έγγραφο ημ. 27.6.17. Στα πλαίσια ακρόασης της Αίτησης οι δικηγόροι και των δύο πλευρών παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις και προέβαλαν κάποιες επιπρόσθετες θέσεις κατά τις προφορικές τους αγορεύσεις. Η παρούσα Αίτηση βασίζεται κυρίως στη Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ο πρώτος λόγος ένστασης με τον οποίο εγείρεται ζήτημα αντισυνταγματικότητας της εν λόγω δικονομικής πρόνοιας επαναλαμβάνεται αυτούσιος και στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην προκειμένη περίπτωση αυτός ο ισχυρισμός προβάλλεται με γενικότητα, χωρίς να εξειδικεύονται αφενός η συνταγματική πρόνοια η οποία κατ΄ ισχυρισμόν παραβιάζεται και αφετέρου οι λόγοι της ισχυριζόμενης παραβίασης. Από τη στιγμή που ισχυρισμός για αντισυνταγματικότητα δεν εγείρεται με την απαιτούμενη σαφήνεια και λεπτομέρεια στα πλαίσια της ένστασης, τότε αυτός δεν δύναται να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Σημειώνω πως στην αγόρευση της η δικηγόρος των Εναγομένων δεν ασχολείται καν με τέτοιο θέμα, επομένως θεωρώ πως αυτό έχει εν πάση περιπτώσει εγκαταλειφθεί και δεν προωθείται από τους Εναγόμενους. Όπως διαφαίνεται από το ίδιο το κείμενο της Δ.18 θ.1(α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, για να δύναται το Δικαστήριο να επιληφθεί και εξετάσει την ουσία αίτησης για έκδοση συνοπτικής απόφασης πρέπει να ικανοποιούνται τρεις προϋποθέσεις: 1) Το κλητήριο ένταλμα πρέπει να είναι ειδικώς οπισθογραφημένο όπως προνοείται στη Δ.2 θ.6, 2) Ο εναγόμενος πρέπει να έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης, και 3) Η αίτηση πρέπει να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση προσώπου το οποίο μπορεί να ορκιστεί θετικά ως προς τα γεγονότα και να επαληθεύσει το αγώγιμο δικαίωμα και το ποσό που απαιτείται, καθώς επίσης να δηλώνει ότι δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Στην υπό κρίση περίπτωση είναι εμφανές ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις τηρούνται. Η Ενάγουσα καταχώρισε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι Εναγόμενοι καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Η συνδρομή της τρίτης προϋπόθεσης απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1997)1 Α.Α.Δ. 782, στην οποία τονίστηκε πως «το ζήτημα του κατά πόσο ένα πρόσωπο είναι σε θέση να ορκισθεί θετικά για τα γεγονότα, εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1 πρέπει να κρίνεται με βάση τα γεγονότα και περιστατικά της συγκεκριμένης υπόθεσης και σε συνάρτηση με το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Πολύ σημαντικό ρόλο διαδραματίζει και η φύση της αξίωσης.» Η εν λόγω υπόθεση υιοθετήθηκε στις υποθέσεις Μιχαηλίδης κ.ά. v. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. Αρ. 60/11, ημ. 12.7.16, Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818, Σπηταλιώτης κ.ά. v. Liberty Life Insurance Ltd
(2004)1(Β) Α.Α.Δ. 1113, Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 274 και Παύλου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1051. Η υπόθεση Ανδρονίκου κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 977 είναι επίσης διαφωτιστική. Ειδικότερα, όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση λέχθηκαν τα εξής: «Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ΄ ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. (Βλ. Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Banka S.A. πιο πάνω, σελ. 136-138 όπου γίνεται αναφορά και σε αγγλική νομολογία). Αυτές είναι βασικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιήσει ο ενάγων-αιτητής προτού το Δικαστήριο ασκήσει την εξουσία αν θα εκδώσει ή όχι συνοπτική απόφαση.» Έχει ήδη αναφερθεί πως ο ενόρκως δηλών προς υποστήριξη της παρούσας Αίτησης είναι δικηγόρος ο οποίος εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Ενάγουσα στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής. Όπως προκύπτει από τον τίτλο της Αγωγής και αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του κ. Γ, η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης δεόντως συσταθείσα βάσει της νομοθεσίας της Ειδικής Διοικητικής Περιοχής του Χονγκ Κονγκ. Ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιώνεται και από το περιεχόμενο της Συμφωνίας ημ. 14.12.12 και της Συμφωνίας Διευθέτησης ημ. 7.3.13, Τεκμήρια 1 και 2 στην ένορκη δήλωση του κ. Γ. Το Δικαστήριο επισημαίνει πως τόσο η υπογραφή όσο και το περιεχόμενο των δύο αυτών Συμφωνιών ουδόλως αποτέλεσαν αντικείμενο αναφοράς και ή σχολιασμού από τον Εναγόμενο 2 στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση. Θεωρώ πως η γενική άρνηση του ως προς την ένορκη δήλωση του κ. Γ, δεν είναι ικανή να αντικρούσει τους προαναφερόμενους ειδικούς ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί πως αποτελεί όρο της Συμφωνίας ημ. 7.3.13 ότι αυτή διέπεται αποκλειστικά από το Κυπριακό δίκαιο με αποκλειστική δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Όπως αναφέρεται και στην υπόθεση Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω) με παραπομπή στην παλαιότερη υπόθεση Stavrinides v. Cheskoslovenska
(1972)1 C.L.R. 130: «There is no doubt that, as our relevant rule stands, an affidavit may be made by another person, apart from the plaintiff, but the rule does not stop there; it must be a person that 'can swear positively to the facts, verifying the cause of action and the amount claimed'. The deponent must be clearly in a position to swear positively to the facts and the affidavit must show this. It cannot be an affidavit where the deponent can only depose upon information and belief.» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επομένως, στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση είναι επιτρεπτό όπως η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει προέρχεται από πρόσωπο άλλο από τον ενάγοντα. Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα είναι νομικό πρόσωπο και ο ενόρκως δηλών δεν είναι πρόσωπο το οποίο προέρχεται ή εργοδοτείται από την εταιρεία. Ο κ. Γ ισχυρίζεται πως είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τους Διοικητικούς Συμβούλους της Ενάγουσας να προβεί στην υπό κρίση ένορκη δήλωση, ισχυρισμός ο οποίος δεν αποτέλεσε αντικείμενο ειδικής αναφοράς, σχολιασμού και συνακόλουθα επαρκούς αντίκρουσης από τον Εναγόμενο
- Επίσης ο κ. Γ επικαλείται προσωπική γνώση των ουσιωδών γεγονότων της υπόθεσης λόγω της άμεσης εμπλοκής του στις διαπραγματεύσεις και συζητήσεις μεταξύ των διαδίκων και των δικηγόρων τους οι οποίες οδήγησαν στην αναγνώριση από τους Εναγόμενους 1 και 2 της οφειλής τους προς την Ενάγουσα και οδήγησαν στην υπογραφή από αυτούς του Προσαρτήματος ημ. 27.6.
- Σημειώνει επίσης πως τα κυριότερα γεγονότα στα οποία βασίζονται οι αξιώσεις της Ενάγουσας προκύπτουν ξεκάθαρα από έγγραφα τα οποία επισυνάπτει ως Τεκμήρια. Κατ΄ αρχάς, η ιδιότητα του κ. Γ ως δικηγόρου δεν αποτελεί αφ΄ εαυτής λόγο αποκλεισμού της ένορκης του δήλωσης, ειδικότερα από τη στιγμή που αυτός δεν είναι ο δικηγόρος ο οποίος εμφανίζεται και εκπροσωπεί την Ενάγουσα στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας. Σχετική είναι η υπόθεση Rybolovlev v. Rybolovleva
(2010)1(A) A.A.Δ.
- Με βάση το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση, ειδικότερα τις παραγράφους 2, 3 και 12-15, και τα συνημμένα έγγραφα, συνάγεται ότι ο κ. Γ είναι πρόσωπο ικανό εντός της έννοιας της Δ.18 θ.1(α) να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ενόψει της ιδιότητας και εμπλοκής του στα γεγονότα αυτής. Πέραν από την αναφορά και επισύναψη των δύο προαναφερόμενων Συμφωνιών, Τεκμήρια 1 και 2, οι οποίες αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, προκύπτει πως αυτός έχει προσωπική γνώση της εξέλιξης των γεγονότων την οποία αντλεί λόγω της ιδιότητας του και της άμεσης εμπλοκής του. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ένορκης του δήλωσης και όπως επιβεβαιώνεται από το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, αυτός ετοίμασε και απέστειλε, μέσω επιδότη, τις επιστολές ημ. 1.8.16, λόγω παράβασης των όρων της Συμφωνίας Διευθέτησης, προς την εταιρεία Ocean Development και τους Εναγόμενους 1 και 2 στην οποία ήταν και οι τρεις μέρη αυτής, Τεκμήρια 3-
- Επίσης, αυτός παρέλαβε υπογεγραμμένο αντίγραφο του Προσαρτήματος ημ. 27.6.17 από τη δικηγόρο των Εναγομένων και συνέχισε την επικοινωνία και επαφή του με την εν λόγω δικηγόρο με απώτερο σκοπό την υπογραφή του πρωτοτύπου του εν λόγω Προσαρτήματος, το οποίο είχε εξουσιοδότηση και έγινε δεκτό από πλευράς Εναγομένων όπως ο ίδιος υπογράψει εκ μέρους της Ενάγουσας. Επισυνάπτει όλα τα σχετικά έγγραφα, Τεκμήρια 6-
- Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως ο κ. Γ βρισκόταν σε επικοινωνία και λάμβανε και οδηγίες και ενημέρωση για την υπόθεση εκ μέρους της Ενάγουσας και από τους δικηγόρους της στην Αγγλία, πλην όμως η δική του εμπλοκή δεν περιορίστηκε μόνο σε αυτό αλλά σαφώς είχε προσωπική ανάμειξη, ρόλο και γνώση των γεγονότων, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να σημειωθεί επίσης πως ακόμα και η επικοινωνία μεταξύ των Άγγλων δικηγόρων και των δικηγόρων των Εναγομένων κοινοποιείτο και γνωστοποιείτο και στον κ. Γ, καθιστώντας τον άμεσα εμπλεκόμενο και γνώστη αυτής. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, θεωρώ πως τυγχάνει εφαρμογής η αντίστοιχη διαπίστωση του Εφετείου στην υπόθεση Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω), ήτοι πως «ο ενόρκως δηλών . διαλαλεί την προσωπική του γνώση στα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την εμπλοκή του ιδίου στην εξέλιξη των γεγονότων..». Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει επίσης το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Νεάρχου κ.ά. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (ανωτέρω): «Η υπόθεση The Chain Gulf Traders Ltd. κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ.
(1997)1 (Β) Α.Α.Δ. 1168 που επικαλέστηκαν οι εφεσείοντες διαφοροποιείται καθότι εκεί η υπάλληλος που είχε ορκιστεί περιορίστηκε να αναφέρει ότι γνώριζε τα γεγονότα από έγγραφα που κατέχει λόγω της θέσης της χωρίς να εξειδικεύει ή επισυνάπτει αυτά στην ένορκη δήλωση της. Εδώ ο ενόρκως δηλών, εκτός από τη διατύπωση της προσωπικής του γνώσης την οποία δικαιολογεί λόγω της όλης εμπλοκής του στις επίδικες συμβάσεις, επισυνάπτει ως τεκμήρια τα έγγραφα τα οποία επικαλείται στην ένορκη δήλωση του.» Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται πως ο κ. Γ είναι πρόσωπο δεόντως εξουσιοδοτημένο από την Ενάγουσα όπως προβεί στην παρούσα ένορκη δήλωση και ικανό να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, για τα οποία αντλεί γνώση από έγγραφα και κυρίως από προσωπική εμπλοκή και ανάμειξη. Στο σημείο αυτό επισημαίνεται επίσης πως ο ενόρκως δηλών δεν αντεξετάστηκε από τους δικηγόρους των Εναγομένων - βλ. Θεοδώρου κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(2006)1(Β) Α.Α.Δ. 915 και Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω). Επιπλέον ο ενόρκως δηλών επιβεβαιώνει την αιτία αγωγής και το ύψος της οφειλής παραθέτοντας τα σχετικά προαναφερόμενα έγγραφα καθώς επίσης και κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 10, και δηλώνει ότι οι Εναγόμενοι στερούνται υπεράσπισης παραθέτοντας τους λόγους γι΄ αυτή του την πεποίθηση. Συγκεκριμένα, ο κ. Γ αναφέρει τα ακόλουθα: (
- i)Στις 14.12.12 συνήφθη Συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της εταιρείας Ocean Development Ltd συσταθείσας στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους και η οποία ελεγχόταν και ανήκε στους Εναγόμενους 1 και 2, Τεκμήριο 1. Η εν λόγω Συμφωνία προνοούσε για την πώληση από την Ocean Development Ltd προς την Ενάγουσα ενός μηχανοκίνητου σκάφους επ΄ ονόματι «Venus» έναντι ποσού US$3.359.833,20. (
- ii)Η Ενάγουσα κατέβαλε το ποσό των US$1.007.903,50 ως προκαταβολή δυνάμει των όρων της εν λόγω Συμφωνίας, πλην όμως η Ocean Development Ltd δεν ήταν σε θέση να παραδώσει και δεν παρέδωσε το σκάφος. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα απαίτησε την επιστροφή του ποσού της προκαταβολής πλέον τόκους προς 12% ετησίως από την ημερομηνία της πληρωμής μέχρι την πλήρη εξόφληση του. (iii) Στις 7.3.13 υπεγράφη η Συμφωνία Διευθέτησης μεταξύ της Ενάγουσας από τη μια και των Ocean Development Ltd και Εναγομένων 1 και 2 από την άλλη, με την οποία οι τελευταίοι ανέλαβαν αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα την υποχρέωση να επιστρέψουν στην Ενάγουσα το ποσό των US$1.007.903,50 πλέον τόκους προς 8% ετησίως από τις 19.12.12 μέχρι εξοφλήσεως, Τεκμήριο 2. Η εν λόγω Συμφωνία προέβλεπε επίσης την εγγραφή από την εταιρεία Ocean και τον Εναγόμενο 2 δεύτερης υποθήκης για ποσό US$710.000 πλέον τόκους προς 8% ετησίως επί ακινήτου της εταιρείας Manolis & Socratous Marine Services Ltd, ως εξασφάλιση για την ορθή τήρηση των όρων της Συμφωνίας. (
- iv)Η Ocean και οι Εναγόμενοι 1 και 2 παρέλειψαν να συμμορφωθούν με τους όρους της εν λόγω Συμφωνίας. Έτσι, κατόπιν οδηγιών της Ενάγουσας μέσω των Άγγλων δικηγόρων της προς τον ίδιο, αυτός ετοίμασε και απέστειλε μέσω επιδότη επιστολές ημ. 1.8.16, απαιτώντας την αποπληρωμή του οφειλόμενου ποσού πλέον τόκους, Τεκμήρια 3-5. (
- v)Μετά την επίδοση των επιστολών και κατόπιν επικοινωνιών και συζητήσεων μεταξύ των Άγγλων δικηγόρων και του κ. Γ εκ μέρους της Ενάγουσας και των δικηγόρων των Εναγομένων, κ. ΑΓ και κας ΜΓ εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2, οι διάδικοι κατέληξαν σε συμφωνία ως προς τον τρόπο αποπληρωμής του οφειλόμενου υπόλοιπου των US$546.223 πλέον τόκους. (
- vi)Τα συμφωνηθέντα καταγράφηκαν σε γραπτό Προσάρτημα ημ. 27.6.17 το οποίο υπεγράφη από τους Εναγόμενους 1 και 2 και απεστάλη σαρωμένο (scanned) προς τον κ. Γ από την κα ΜΓ μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, Τεκμήρια 6 και 7. Σύμφωνα με τον όρο 10 αυτού, το Προσάρτημα διέπεται από το Κυπριακό δίκαιο και αποκλειστική δικαιοδοσία έχουν τα Κυπριακά Δικαστήρια. (vii) Σε ηλεκτρονικά μηνύματα που ανταλλάγησαν μεταξύ του κ. Γ και του Άγγλου δικηγόρου ξεχωριστά και της κας και κ. Γ, οι τελευταίοι ανέφεραν πως τα δύο πρωτότυπα του Προσαρτήματος υπογεγραμμένα από τους Εναγόμενους θα αποστέλλοντο στον κ. Γ, κάτι το οποίο ουδέποτε έλαβε χώρα. Ο κ. Γ επισήμανε αυτό το ζήτημα σε ηλεκτρονικά μηνύματα προς την κα και κ. Γ, Τεκμήρια 8 και 9. (viii) Μετά την υπογραφή του Προσαρτήματος, οι Εναγόμενοι κατέβαλαν μόνο το ποσό των US$13.000 στις 4.9.17. Λόγω της παράλειψης τους να συμμορφωθούν πλήρως με τις πρόνοιες του Προσαρτήματος, η Ενάγουσα απαιτεί το οφειλόμενο πλέον τόκους, όπως αυτό φαίνεται στην κατάσταση η οποία ετοιμάστηκε και φέρει την υπογραφή του διοικητικού συμβούλου της Ενάγουσας, κ. SM, Τεκμήριο 10. (
- ix)Ως εκ τούτου η Ενάγουσα προχώρησε στην καταχώριση της παρούσας Αγωγής. (
- x)Όλα τα προαναφερόμενα γεγονότα και τα συνημμένα έγγραφα καταδεικνύουν ξεκάθαρα πως οι Εναγόμενοι δεν έχουν έγκυρη υπεράσπιση και γι΄ αυτό ο κ. Γ ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως η έκθεση απαίτησης. Σε αυτό το στάδιο σημειώνω πως η επίδικη Συμφωνία Διευθέτησης ημ. 7.3.13 εμπίπτει εντός των προνοιών του άρθρου 4
(1)του περί Χαρτοσήμων Ν.19/63 και υπόκειται σε τέλος χαρτοσήμανσης. Και τούτο καθότι η Συμφωνία Διευθέτησης αφορά και σε περιουσιακό στοιχείο εντός της Δημοκρατίας, ήτοι την υποθήκευση ακινήτου. Η Συμφωνία Διευθέτησης εντάσσεται στο Πρώτο Παράρτημα και ειδικότερα στην κατηγορία της σύμβασης που συνομολογεί καθορισμένο ποσό, για τη σήμανση της οποίας δεν λαμβάνεται άλλη πρόνοια. Όπως αναφέρεται στο ίδιο το έγγραφο του Προσαρτήματος ημ. 27.6.17, αυτό είναι Προσάρτημα στη Συμφωνία Διευθέτησης ημ. 7.3.13, και επομένως συνιστά επιπλέον έγγραφο της εν λόγω Συμφωνίας Διευθέτησης η οποία θεωρείται το «κύριον έγγραφο» σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 5 το οποίο καθορίζει το τέλος χαρτοσήμανσης και των δύο αυτών εγγράφων. Το άρθρο 20 ρυθμίζει τη χαρτοσήμανση εγγράφου συνταχθέντος στη Δημοκρατία σε χρόνο μετά τη σύνταξη του. Επίσης το άρθρο 36 προβλέπει πως ουδέν έγγραφο υποκείμενο σε τέλος χαρτοσήμου γίνεται δεκτό ως αποδεικτικό στοιχείο, ή ισχύει για οποιονδήποτε σκοπό εκτός αν είναι δεόντως χαρτοσεσημασμένο, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.19/63. Είναι πρόδηλο από τις προαναφερόμενες νομοθετικές διατάξεις αλλά και από όλο το περιεχόμενο του Νόμου ότι παράλειψη χαρτοσήμανσης δεν επιφέρει μεν την ακυρότητα του εγγράφου αλλά καθιστά αδύνατη την παρουσίαση του ως αποδεικτικού στοιχείου. Εξ ου και παρέχεται η εξουσία στο Δικαστήριο όπως διατάξει τη χαρτοσήμανση του με βάση το άρθρο 35. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο καταλήγει πως η επίδικη Συμφωνία, ήτοι η Συμφωνία Διευθέτησης και το Προσάρτημα, θα έπρεπε να χαρτοσημανθούν προτού παρουσιαστούν ως αποδεικτικά στοιχεία στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και συντρέχουν οι προϋποθέσεις άσκησης της εξουσίας που παρέχει το άρθρο 35
(2)οπότε θα δοθούν οι ανάλογες οδηγίες κατωτέρω. Με δεδομένη τη διαπίστωση του Δικαστηρίου πως ικανοποιούνται και οι τρεις πιο πάνω προϋποθέσεις, έπεται ότι το βάρος μετατίθεται στους Εναγόμενους να καταδείξουν καλόπιστα την ύπαρξη δικάσιμου θέματος Ltd - βλ. Kyprianides v. Ioannou
(1966)1 C.L.R. 265. Στην υπόθεση Μεττή κ.ά. v. Τράπεζας Κυπρου Λτδ
(2002)1(Α) Α.Α.Δ. 417, διατυπώθηκε η γενική αρχή ότι συνοπτική απόφαση υπέρ του ενάγοντος εκδίδεται εκτός εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι διαθέτει καλή υπεράσπιση επί της ουσίας ή αποκαλύπτει γεγονότα που θεωρούνται ικανοποιητικά για να του επιτρέψουν να υπερασπιστεί. Όπως προκύπτει από τις υποθέσεις Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1968 και Εμπορική Εταιρεία Λούκος Λτδ (υπό εκκαθάριση) κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 418, αυτό που αναμένεται να δείξει ο εναγόμενος είναι ότι έχει υπεράσπιση σε βαθμό που ενδείκνυται να του επιτραπεί η προβολή της, και το κατά πόσο αυτή νομικά ευσταθεί θα αποτελέσει αντικείμενο της δίκης που θα ακολουθήσει. Χαρακτηριστικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Εμπορική Εταιρεία Λούκος (ανωτέρω): «Συνοπτική απόφαση δεν εκδίδεται όπου προβάλλονται σχετικοί με το θέμα ισχυρισμοί που θα μπορούσαν, όσο απομακρυσμένη και αν φαίνεται η πιθανότητα επιτυχίας, να δικαιολογήσουν τη διεξαγωγή κανονικής δίκης. Εφόσον προκύπτει μεταξύ των διαδίκων διαφορά που χρήζει επίλυσης, ο εναγόμενος δεν στερείται της δυνατότητας υπεράσπισης και προβολής σχετικής επί του θέματος ανταπαίτησης, με εκ των προτέρων υπολογισμούς αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας και με ευρήματα έξω από το πλαίσιο δίκης στην αγωγή. Συνοπτική απόφαση εκδίδεται μόνο όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει πως δεν υπάρχει στην πραγματικότητα διαφορά ώστε να δικαιολογείται η δίκη. Τέτοια διαπίστωση γίνεται όταν το πράγμα είναι προφανές και όχι ως εγχείρημα αξιολόγησης και στάθμισης. Αυτή είναι η φιλοσοφία της Δ.18.» Ιδιαίτερα διαφωτιστική επί του θέματος είναι η πολύ πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Χαράκης v. Βρυώνη, Πολ. Έφ. 28/17, ημ. 24.10.18, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Η διαδικασία με βάση τη Δ.18 για συνοπτική απόφαση αποτελεί εξαιρετικό μέτρο, αφού παρέχεται στον ενάγοντα η δυνατότητα να πετύχει την έκδοση απόφασης παρακάμπτοντας τη συνήθη διαδικασία διεξαγωγής δίκης. Γι' αυτό εφαρμόζεται μόνο, όπου η υπόθεση του ενάγοντα είναι ξεκάθαρη και είναι προφανές πέραν από λογική αμφιβολία ότι ο εναγόμενος δεν έχει καλή υπεράσπιση ή δεν υπάρχουν γεγονότα τέτοια που να παρέχουν στον εναγόμενο το δικαίωμα υπεράσπισης. Ό,τι απαιτείται από τον εναγόμενο είναι να δείξει πως υπάρχει δικάσιμο θέμα «ανεξάρτητα αν το δικαστήριο πιστεύει πως τελικά η προβαλλόμενη υπεράσπιση μπορεί να μην επιτύχει», κριτήριο το οποίο δεν ικανοποιείται χωρίς την παροχή λεπτομερειών σε λογική έκταση, (βλ. N. V. Caterchef Ltd v P.C.P. Electronics Ltd
(1999)1 ΑΑΔ 1912). Υπενθυμίζουμε συναφώς και την αναφορά στην υπόθεση Λαζάρου κ.ά ν Μακεδόνα
(1999)1 ΑΑΔ 817,822 ότι, «όπου η υπεράσπιση μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή, θα πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση».» Με την ένσταση τους οι Εναγόμενοι παραδέχονται πως συμφώνησαν να καταβάλουν τα ποσά που αναφέρονται στο Προσάρτημα, πλην όμως προβάλλουν ως υπεράσπιση ότι ουδέποτε παρέλαβαν το πρωτότυπο του Προσαρτήματος υπογεγραμμένο από την Ενάγουσα, κάτι το οποίο αποτελεί προϋπόθεση τόσο για την εφαρμογή των προνοιών αυτού όσο και για τη διενέργεια των εμβασμάτων για τα ποσά προς την Ενάγουσα. Όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, (πέραν της γενικής άρνησης) ο Εναγόμενος 2 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ουδόλως αναφέρεται ή ασχολείται με τις δύο πρώτες Συμφωνίες. Το περιεχόμενο των δύο αυτών Συμφωνιών οι οποίες επισυνάπτονται ως Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση του κ. Γ μιλά αφ΄ εαυτού και δεν έχει αντικρουστεί από την πλευρά των Εναγομένων. Όσον αφορά το Προσάρτημα ημ. 27.6.17, ο Εναγόμενος 2 δέχεται πως οι Εναγόμενοι συμφώνησαν όπως καταβάλουν τα ποσά που αναφέρονται σε αυτό και πως υπέγραψαν το σχετικό έγγραφο το οποίο απεστάλη από τους δικηγόρους κκ. ΑΓ ΔΕΠΕ στον δικηγόρο κ. ΑΓ (παρ. 7 της ένορκης του δήλωσης). Αυτοί οι ισχυρισμοί του αντικατοπτρίζονται στο ηλεκτρονικό μήνυμα της κας ΜΓ ημ. 28.6.17 και στο υπογεγραμμένο σαρωμένο αντίγραφο του Προσαρτήματος, Τεκμήρια 6 και
- Ακολούθως ο Εναγόμενος 2 αναφέρεται στο περιεχόμενο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ του κ. Γ και της κας Γ, όπως αποτυπώνεται στο Τεκμήριο
- Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 2 αναφέρεται αρχικά σε ηλεκτρονικό μήνυμα των δικηγόρων τους προς τον κ. Γ επισημαίνοντας ότι στον όρο 8 του Προσαρτήματος αναγραφόταν η ημερομηνία 10.7.16 αντί 10.7.
- Όπως φαίνεται από το περιεχόμενο της αλληλογραφίας, η οποία επισυνάπτεται αυτούσια στην ένορκη δήλωση του κ. Γ, μετά το μήνυμα της κας Γ ημ. 28.6.17, ακολούθησε ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Γ προς την κα Γ στις 30.6.17, στο οποίο επισημαίνει πως η συμφωνηθείσα ημερομηνία πληρωμής του ποσού των €6.000 έναντι των δικηγορικών εξόδων αναγράφεται λανθασμένα στον όρο 8 του Προσαρτήματος, ήτοι 10.7.16 αντί 10.7.
- Ο Εναγόμενος 2 δεν σχολίασε το ότι ακολούθως ο κ. Γ εισηγείται όπως με την επιβεβαίωση της ορθής ημερομηνίας, τότε η συμφωνηθείσα ημερομηνία θα θεωρείται ότι είναι η 10.7.17, χωρίς την ανάγκη εκ νέου εκτέλεσης του Προσαρτήματος. Στο επόμενο ηλεκτρονικό μήνυμα της ημ. 4.7.17 προς τον κ. Γ, (στο οποίο προφανώς αναφέρετο ο Εναγόμενος 2) η κα Γ επιβεβαιώνει την αλλαγή της ημερομηνίας, σημειώνοντας πως επρόκειτο για μια αβλεψία, χωρίς να έχει δοθεί συνέχεια από οποιαδήποτε πλευρά. Επίσης ο Εναγόμενος 2 αναφέρεται στην εισήγηση του κ. Γ, (η οποία αποτυπώνεται στο ηλεκτρονικό του μήνυμα ημ. 30.6.17) όπως ο ίδιος υπογράψει το Προσάρτημα εκ μέρους της Ενάγουσας, η οποία έγινε δεκτή από τους δικηγόρους των Εναγομένων, όπως φαίνεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα της κας Γ ημ. 4.7.
- Επιπλέον, ο κ. Γ δήλωσε πως είχε εξουσιοδότηση από την Ενάγουσα ως προς τούτο αλλά ρωτούσε κατά πόσο η πλευρά των Εναγομένων απαιτούσε ειδικό πληρεξούσιο, κάτι για το οποίο η κα Γ απάντησε στο δικό της μήνυμα πως δεν ήταν απαραίτητο. Ο Εναγόμενος 2 κάνει αναφορά και στο απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα του κ. Γ ημ. 19.7.17 στο οποίο σημειώνει πως δεν έλαβε τα δύο πρωτότυπα του Προσαρτήματος και ρωτούσε πληροφορίες ως προς τον τρόπο και ημερομηνία αποστολής τους. Αποτελεί ισχυρισμό του Εναγομένου 2 πως στη συνέχεια προέκυψε πρόβλημα ως προς τα δικηγορικά έξοδα τα οποία έπρεπε να καταβληθούν από τους Εναγόμενους και τελικώς επήλθε συμβιβαστική λύση για την καταβολή του ποσού των €6.000, το οποίο ο Εναγόμενος 2 ήταν πάντοτε έτοιμος να εμβάσει πλην όμως δεν του δόθηκε τραπεζικός λογαριασμός των δικηγόρων για να το πράξει. Ο πιο πάνω ισχυρισμός δεν ανταποκρίνεται στους όρους του Προσαρτήματος. Και τούτο καθότι, στο Προσάρτημα υπήρχαν όροι για πληρωμή των ποσών σε καθορισμένες ημερομηνίες και πρόνοια για πληρωμή τόκου και των εξόδων. Συγκεκριμένα, σε αυτούς περιλαμβάνονταν όροι για αναγνώριση πληρωμής του ποσού των US$47.000 και για καταβολή του ποσού των US$13.000 μέχρι τις 2.7.17 και US$15.000 μέχρι τις 30.7.17 καθώς επίσης και για καταβολή του συνολικού ποσού των €6.000 ως δικηγορικά έξοδα μέχρι τις 10.7.17 (κατόπιν διόρθωσης της ημερομηνίας). Όπως δε αναφέρεται στο ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 30.8.17 του Άγγλου δικηγόρου προς τους δικηγόρους κκ. Γ, (με κοινοποίηση προς τον κ. Γ), αυτός παραπέμπει σε τηλεφωνική τους επικοινωνία ημ. 17.8.17 στην οποία τους εξέφρασε την ανησυχία του για την παράλειψη πληρωμής αυτών των δύο δόσεων και των εξόδων συμφώνως του όρου 8 του Προσαρτήματος και ανέφερε πως παρά τις διαβεβαιώσεις των δικηγόρων πως θα επανέρχονταν επί του θέματος, οι τελευταίοι δεν έπραξαν κάτι τέτοιο. Στο ίδιο μήνυμα ο δικηγόρος ανέφερε πως προσπάθησε ανεπιτυχώς να επικοινωνήσει τηλεφωνικώς μαζί τους και εκφράζει την δυσαρέσκεια του ως προς την κατάσταση αυτή για τους πελάτες του, ήτοι την Ενάγουσα. Σε απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα από το γραφείο Γ ημ. 4.9.17, (με κοινοποίηση προς τον κ. Γ), αναφέρεται πως οι πελάτες τους επισημαίνουν ότι δεν έχουν ακόμα λάβει το πρωτότυπο του Προσαρτήματος υπογεγραμμένο από τον κ. Γ και πως οι ίδιοι (οι δικηγόροι) τους συμβούλευσαν να προβούν σε άμεση πληρωμή και να διευθετήσουν να παραλάβουν το πρωτότυπο υπογεγραμμένο από τον κ. Γ. Τέλος, αναφέρεται πως οι Εναγόμενοι έκαναν ένα έμβασμα προς την Ενάγουσα για ποσό US$13.000 και πως θα προχωρήσουν με την πληρωμή των εξόδων αμέσως με την παραλαβή του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου και την υπόδειξη του τραπεζικού λογαριασμού. Αυτά τα ηλεκτρονικά μηνύματα αποτελούν το Τεκμήριο 9 στην ένορκη δήλωση του κ. Γ. Όπως φαίνεται από το ίδιο το περιεχόμενο της επικοινωνίας, η οποία ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης από τους Εναγόμενους, δεν υπήρξε «πρόβλημα» ως προς τα έξοδα, εφόσον τόσο το ποσό όσο και η ημερομηνία πληρωμής προνοούντο ρητά στο Προσάρτημα. Ούτε και διαφαίνεται μέσα από την αλληλογραφία η όποια άμεση ετοιμότητα του Εναγομένου 2 για την πληρωμή του ποσού των εξόδων αλλά αντίθετα διαφαίνεται πως αυτός καθυστέρησε στις πληρωμές των ποσών και των εξόδων και τελικώς, αρχές Σεπτεμβρίου, επανήλθε με την απαίτηση λήψης του πρωτοτύπου (το οποίο ήταν καθαρά δικό τους θέμα) και των λεπτομερειών του τραπεζικού λογαριασμού για να προβεί στην πληρωμή των εξόδων η οποία έπρεπε να είχε γίνει μέχρι τις 10.7.
- Τελικώς, την ίδια κιόλας μέρα ο κ. Γ απαντά με ηλεκτρονικό μήνυμα (μέρος του Τεκμηρίου 9) στο οποίο ζητά για ακόμα μια φορά το πρωτότυπο και σημειώνει πως επειδή οι ίδιοι πληρώθηκαν τα έξοδα από τους πελάτες τους, οι Εναγόμενοι θα πρέπει να καταβάλουν αυτά απ΄ ευθείας στην Ενάγουσα. Σύμφωνα με τα λεγόμενα του κ. Γ, το ποσό των δικηγορικών εξόδων θα έπρεπε να καταβληθεί στον λογαριασμό της Ενάγουσας, ο οποίος προφανώς ήταν εν γνώσει του Εναγομένου 2, εφόσον αφενός είχαν ήδη προηγηθεί άλλες πληρωμές εκεί και αφετέρου στον όρο 3 του Προσαρτήματος παρατίθεντο τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού στο Χονγκ Κονγκ στον οποίο θα γίνονταν οι πληρωμές, όμως δεν υπάρχει ισχυρισμός ότι τέτοιο ποσό καταβλήθηκε μέχρι σήμερα. Ο Εναγόμενος 2 προβάλλει ισχυρισμούς πως στο μεταξύ, λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου, ήταν αναγκαία η τροποποίηση των ημερομηνιών καταβολής των συμφωνηθέντων ποσών προς την Ενάγουσα. Εδώ σημειώνω πως και πάλι ο Εναγόμενος 2 προβαίνει σε ρητή παραδοχή της οφειλής. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως ανέμενε να υπάρξει συνεννόηση μεταξύ των δικηγόρων των δύο πλευρών, να δοθούν νέες ημερομηνίες πληρωμής και αντίγραφο του Προσαρτήματος υπογεγραμμένο και από τις δύο πλευρές. Το δε πρωτότυπο θα αποστέλλετο αργότερα. Εξέφρασε μέσω των δικηγόρων του ετοιμότητα να τιμήσει το Προσάρτημα αφού γίνονταν οι αναγκαίες προσαρμογές σε αυτό. Τέτοιες θέσεις όμως δεν υποστηρίζονται από το σύνολο της αλληλογραφίας μεταξύ των μερών. Ούτε και έχει παρουσιαστεί οποιαδήποτε αλληλογραφία ή στοιχείο το οποίο να συνιστά υπόβαθρο για αυτές τις θέσεις των Εναγομένων οι οποίες παραμένουν παντελώς γενικές και αόριστες και ατεκμηρίωτες, πέραν του ότι αντικρούονται από την αλληλογραφία η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση του κ. Γ. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις N. V. Caterchef Ltd v. P. C. P. Electronics Ltd
(1999)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1912 και Hermes Insurance v. Theodorides
(1983)1 C.L.R. 333, δεν είναι αρκετό για τον εναγόμενο να προβάλει απλούς ισχυρισμούς αλλά θα πρέπει να παρουσιάσει τέτοια στοιχεία και λεπτομέρειες από τα οποία να διαφαίνεται η ύπαρξη υπεράσπισης. Αμέσως μετά ο Εναγόμενος 2 επανέρχεται προβάλλοντας πως προϋπόθεση για την εφαρμογή των προνοιών του Προσαρτήματος ήταν η λήψη από τον ίδιο ή τους δικηγόρους του, του υπογεγραμμένου από την Ενάγουσα πρωτοτύπου. Αυτός ο ισχυρισμός παραμένει παντελώς αβάσιμος και ατεκμηρίωτος, εφόσον το πρωτότυπο θα αποστέλλετο από την πλευρά των Εναγομένων στον κ. Γ προς υπογραφή, ο οποίος το ζήτησε επανειλημμένα, χωρίς θετική ανταπόκριση. Ως εκ τούτου δεν είναι δυνατό ο Εναγόμενος 2 να επικαλείται ως στοιχείο υπεράσπισης την παράλειψη υπογραφής του πρωτοτύπου από την Ενάγουσα από τη στιγμή που είναι η ίδια η πλευρά των Εναγομένων που κατείχε τα πρωτότυπα και όφειλε να τα στείλει στον δικηγόρο της Ενάγουσας, χωρίς να προβάλλει οποιονδήποτε λόγο για τη μη αποστολή τους. Η δε καταβολή του ποσού των US$13.000 σε ημερομηνία μεταγενέστερη του Προσαρτήματος δεν φαίνεται να συνάδει με τη θέση πως η υλοποίηση αυτού εξαρτάτο από την αποστολή του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου, εάν ληφθεί υπόψιν πως οι ίδιοι οι Εναγόμενοι προχώρησαν σε ενέργειες προς εκτέλεση όρου ο οποίος είχε συμφωνηθεί και καταγράφεται στο Προσάρτημα, χωρίς την παραλαβή του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου. Ενόψει των πιο πάνω διαπιστώσεων του Δικαστηρίου, ούτε και ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 πως προϋπόθεση για διενέργεια των εμβασμάτων για τα συμφωνηθέντα ποσά ήταν η παρουσίαση συμφωνίας υπογεγραμμένης από την Ενάγουσα, προς συμμόρφωση των οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, κρίνεται ικανός να αποτελέσει υπεράσπιση. Και τούτο καθότι η πλευρά των Εναγομένων όφειλε να στείλει τα πρωτότυπα για υπογραφή και δεν το έπραξε, χωρίς να προβάλει προς εξέταση οποιαδήποτε εξήγηση προς τούτο, και εν πάση περιπτώσει η τυχόν αδυναμία εκτέλεσης των εμβασμάτων αφορά την εκτέλεση και όχι την σύναψη και εγκυρότητα της όποιας συμφωνίας μεταξύ των μερών, την οποία βασικά οι Εναγόμενοι παραδέχονται και αναγνωρίζουν εφόσον και σε αυτό το σημείο ο Εναγόμενος 2 εξακολουθεί να κάνει λόγο για συμφωνηθέντα ποσά. Χωρίς σχολιασμό ή εξήγηση παραμένει επίσης το γεγονός πώς οι Εναγόμενοι ήταν σε θέση να προβούν σε πληρωμή του ποσού των US$13.000, παρά τη θέση του Εναγομένου 2 ότι η πραγμάτωση εμβασμάτων δεν ήταν εφικτή χωρίς την παρουσίαση προς την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου. Ως εκ τούτου αυτός ο ισχυρισμός καθίσταται τρωτός, δεν βρίσκει έρεισμα στα ίδια τα γεγονότα και δη στις ενέργειες των Εναγομένων και επίσης δεν συνιστά, ως τέτοιος, στοιχείο συζητήσιμης υπεράσπισης. Θα μπορούσε ενδεχομένως να θεωρηθεί πως με αυτές τις θέσεις του ο Εναγόμενος 2 αναφέρεται σε νέο Προσάρτημα με νέες χρονικές προθεσμίες πληρωμής, όμως είναι σαφέστατο πως αυτός αναφέρεται στο Προσάρτημα ημ. 27.6.17, εφόσον επανέρχεται ρητώς και σε κατόπινο στάδιο στην ένορκη του δήλωση (παρ. 17(ε) και (στ)), να επαναλάβει αυτούς τους ισχυρισμούς. Μάλιστα εκ νέου αναφέρεται σε συμφωνηθέν Προσάρτημα και σε παράλειψη υπογραφής αυτού από την Ενάγουσα. Τέλος, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται πως «με δεδομένη την πρόταση για πληρωμή με ανάλογη επικαιροποιημένη αλλαγή μόνο του χρόνου πληρωμής η πιο πάνω αγωγή προωθείται από την Ενάγουσα καταχρηστικά αφού η Ενάγουσα δεν θα πάθει οποιαδήποτε ζημιά αντίθετα θα λάβει τα ποσά που της οφείλονται στο ακέραιο». Σαφώς και πάλι ο Εναγόμενος 2 παραδέχεται την οφειλή ενώ ο ισχυρισμός για πρόταση πληρωμής παρέμεινε παντελώς μετέωρος, ατεκμηρίωτος και ενισχύει ούτως ή άλλως την ανυπαρξία υπεράσπισης. Με βάση την πιο πάνω εξέταση των ισχυρισμών του Εναγομένου 2, προκύπτει ξεκάθαρα πως οι Εναγόμενοι αποδέχονται και αναγνωρίζουν πως συμφώνησαν με την Ενάγουσα όλα όσα αποτυπώνονται στο Προσάρτημα ημ. 27.6.17, το οποίο μάλιστα οι ίδιοι υπέγραψαν και απέστειλαν προς την άλλη πλευρά. Μάλιστα, αυτοί προχώρησαν και στην υλοποίηση και εκτέλεση αυτής της συμφωνίας, με την καταβολή του ποσού των US$13.000 έστω και εκτός της προβλεπόμενης χρονικής προθεσμίας. Επομένως, ανεξαρτήτως της μη υπογραφής του Προσαρτήματος και από πλευράς Ενάγουσας, δεν χωρεί αμφιβολίας πως οι δύο πλευρές προέβησαν σε συμφωνία υπό τους προαναφερόμενους όρους, οι οποίοι διαφαίνονται και στο Προσάρτημα. Ο ισχυρισμός των Εναγομένων αναφορικά με την αποστολή του υπογεγραμμένου πρωτοτύπου ως προϋπόθεση για υλοποίηση της εν λόγω συμφωνίας μεταξύ των μερών παρέμεινε αβάσιμος και ατεκμηρίωτος. Επίσης ο ισχυρισμός για ενδεχόμενη νέα συμφωνία παρέμεινε επίσης στο κενό εφόσον είναι σαφές πως τέτοιο ζήτημα ουδέποτε τέθηκε μεταξύ των μερών και εν πάση περιπτώσει η υφισταμένη συμφωνία μεταξύ των μερών παραμένει σε ισχύ είτε μέχρι την ακύρωση και αναίρεση της είτε μέχρι την τροποποίηση αυτής με νέα συμφωνία, γεγονότα τα οποία ουδέποτε έλαβαν χώρα στην προκειμένη περίπτωση. Παρόλο που στα πλαίσια της ένστασης δεν ηγέρθη οποιοδήποτε ζήτημα αναφορικά με το θέμα των οφειλόμενων ποσών, συμπεριλαμβανομένων των τόκων, εντούτοις στην αγόρευση της η δικηγόρος των Εναγομένων εισηγήθηκε πως ουδεμία μαρτυρία προσάχθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας ως προς το ύψος και τον τρόπο υπολογισμού του τόκου. Τέτοιος ισχυρισμός όχι μόνο τέθηκε μόνο κατά το στάδιο της αγόρευσης αλλά και παρέμεινε παντελώς γενικός και ατεκμηρίωτος. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Γεωργίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (ανωτέρω): «Οι ισχυρισμοί δε του εφεσείοντα για υπερχρέωση τόκου παρέμειναν ατεκμηρίωτοι και γενικοί χωρίς την παράθεση οποιωνδήποτε γεγονότων. Τέτοιες γενικές αρνήσεις ή ισχυρισμοί που δεν καλύπτονται ή δεν συνοδεύονται από γεγονότα δεν αρκούν για να στοιχειοθετήσουν μια καλόπιστη υπεράσπιση ή να εγείρουν ζητήματα κατά της απαίτησης τα οποία πρέπει να δικαστούν. (Βλέπε: Ευαγγέλου Παύλου (ανωτέρω)).» Ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 10, παρουσιάζει με λεπτομέρεια τις πληρωμές, τα εκάστοτε οφειλόμενα ποσά και τις χρεώσεις του τόκου προς 8%, ποσοστό το οποίο προνοείτο ρητά στους όρους της συμφωνίας μεταξύ των μερών και καταγράφεται και στο Προσάρτημα. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει διαφανεί πως είτε η παρούσα Αγωγή είτε η Αίτηση γίνεται καταχρηστικά ή κακόπιστα. Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές και χωρίς να παραγνωρίζω πως η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει συνοπτική απόφαση πρέπει να ασκείται με φειδώ, θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι δεν κατάφεραν να καταδείξουν οποιαδήποτε συζητήσιμη και ή καλόπιστη υπεράσπιση ή να αποκαλύψουν τέτοια γεγονότα που μπορούν να κριθούν ως αρκετά για να τους δώσουν το δικαίωμα να προβάλουν υπεράσπιση, αλλά αντιθέτως βασικά παραδέχονται τόσο τη συμφωνία όσο και την οφειλή τους προς την Ενάγουσα. Ως εκ τούτου, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για τα ποσά που αναφέρονται στην παρ. 21 της ένορκης δήλωσης του κ. Γ ημ. 27.3.18 που συνοδεύει την Αίτηση, και συγκεκριμένα (i) το ποσό των US$496.223 ή το ισόποσο σε ευρώ, (ii) το ποσό των US$246.799,96 ή το ισόποσο σε ευρώ ως δεδουλευμένους τόκους για την περίοδο 19.12.12-30.10.17, (iii) τόκους προς 8% ετησίως επί του αναφερόμενου ως άνω ποσού από την 1.11.17 μέχρι εξοφλήσεως και (iv) το ποσό των €6.000 ως επιπρόσθετο ποσό πληρωτέο δυνάμει της εν λόγω Συμφωνίας με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον τα έξοδα της Αγωγής και της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Όσον αφορά το θέμα της χαρτοσήμανσης, ασκώντας την εξουσία που παρέχεται από το άρθρο 35
(2)του Ν.19/63, διατάσσεται όπως: α) Ο Πρωτοκολλητής διενεργήσει τα δέοντα για την επίδοση εγγράφου ειδοποιήσεως στην Ενάγουσα (ή στους δικηγόρους της) εντέλλουσαν αυτή όπως εντός 30 ημερών από σήμερα προβεί στην καταβολή του μη καταβληθέντος χαρτοσήμου και του τυχόν προστίμου. β) Η εκδοθείσα στην παρούσα Αγωγή απόφαση συνταχθεί μόνον εάν η Συμφωνία Διευθέτησης ημ. 7.3.13 και το Προσάρτημα σε αυτή ημ. 27.6.17 χαρτοσημανθούν ως ανωτέρω (βλ. Maximos Court Ltd v. Πιερή κ.ά.
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 875 και Αναφορικά με την ABP Holdings Ltd κ.ά (Αρ. 2)
(1996)1(A) Α.Α.Δ. 629). (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο