Ευαγγέλου προσωπικά ή/και υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια ή/και κληρονόμος της περιουσίας του Κωνσταντή κ.α. ν. Χρυστοστόμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1881/14, 29/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A490 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1881/14 Mεταξύ:
- XXXXXX Ευαγγέλου από τη XXXXXX, προσωπικά ή/και υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια ή/και κληρονόμος της περιουσίας του XXXXXX Κωνσταντή.
- XXXXXX Ευαγγέλου από τη XXXXXX, προσωπικά ή/και υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής ή/και κληρονόμος της περιουσίας του XXXXXX Κωνσταντή.
- XXXXX Νικολάου από τη XXXXXX, προσωπικά ή/και υπό την ιδιότητα του ως διαχειριστής ή/και κληρονόμος της περιουσίας του XXXXX Κωνσταντή Εναγόντων και
- ΧΧΧΧΧΧ Χρυστοστόμου από τη Λεμεσό
- ΧΧΧΧΧΧ Βασιλείου από τη Λεμεσό Εναγόμενων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 17.05.2018 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 29.11.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτητές-Εναγόμενους: κ. Λαφαζάνης για Ανδρέας Ασσιώτης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Καθ' ων η Αίτηση-Ενάγοντες: κα Λουϊζάκη για Θεόδωρος Σ. Τριγκής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, οι ενάγοντες υπό την ιδιότητα τους ως διαχειριστές και κληρονόμοι του ΧΧΧΧΧΧ Κωνσταντή διεκδικούν την ιδιοκτησία του κτήματος με αρ. τεμαχίου 2Χ8 που βρίσκεται στην ενορία ΑΧΧΧΧΧ ΠΧΧΧΧΧΧ του Δήμου XXXXXX στην επαρχία Λεμεσού. Με την υπό εξέταση αίτηση οι εναγόμενοι ζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου για τη τροποποίηση της έκθεσης υπεράσπισης και την προσθήκη ανταπαίτησης ως περιγράφεται στην παράγραφο Α της Αίτησης. Με την αιτούμενη τροποποίηση οι εναγόμενοι ζητούν να συμπεριλάβουν στην έκθεση υπεράσπισης τους συγκεκριμένες λεπτομέρειες ως προς την υπεράσπιση τους και νέα γεγονότα σε σχέση με την υπόθεση και ειδικότερα σε σχέση με την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου. Συνακόλουθα ζητούν να συμπεριλάβουν στο δικόγραφο τους ανταπαίτηση με την οποία να αιτούνται από το Δικαστήριο μεταξύ και άλλων αναγνωριστική απόφαση ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί εξ΄ αδιαιρέτου ιδιοκτησία σε ίσα μερίδια όλων των διαδίκων στη παρούσα αγωγή. Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25 Κ.Κ. 1-6, Δ.39 Κ.Κ. 1-7, 15 και 16 και Δ.48 Θ.Θ. 1-3 6, 7 και 9, Δ.57 και Δ.64, καθώς και στην Εγγενή και/ή Σύμφυτη Εξουσία και τη Διακριτική Ευχέρεια του Δικαστηρίου. Συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του εναγόμενου 1 στη οποία μεταξύ άλλων στις παραγράφους 2 και 3 αναφέρονται τα ακόλουθα:
- Κατά την σύνταξη της υπερασπίσεως μας στη με τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, ως με συμβουλεύει και ο Δικηγόρος μου, εκ παραδρομής και/η καλόπιστου λάθους και/η αβλεψίας, λόγω των πολλών λεπτομερειών που αυτή επεριέκλειε, δεν κατέστη δυνατή η συμπερίληψη όλων των σημαντικών λεπτομερειών οι οποίες απεικονίζουν τις πραγματικές διαστάσεις της υπεράσπισης μας, ή και αυτές ετέθησαν κατά τρόπο συγκεχυμένο και ανακόλουθο, έτσι που να καθίσταται αναγκαία, απαραίτητη και επιβεβλημένη η διόρθωση της, ώστε να διακριβωθούν τα δικαιώματα μας επί των επιδίκων θεμάτων, να παρουσιαστεί κατά το δυνατόν και με τον καλύτερο δυνατό τρόπο η υπόθεση μας στο δικαστήριο και να αποδοθεί ορθά η δικαιοσύνη.
- Περαιτέρω, έχουμε πρόσφατα εξασφαλίσει έγγραφο από τον φάκελο του κτηματολογίου το οποίου την ύπαρξη αγνοούσαμε στο οποίο διαφαίνεται ότι καμία νόμιμη εγγραφή και/η μεταβίβαση και/η κατοχή και/η κανένα νόμιμο δικαίωμα κατείχε ο φερόμενος ως κάτοχος και/η δικαιούχος και/η εγγεγραμμένος στα μητρώα του Κτηματολογίου, του ακινήτου αποβιώσας ΧΧΧΧΧΧ Κωνσταντή του οποίου οι Ενάγοντες είναι κληρονόμοι. (ΤΕΚΜΗΡΙΟ 1). Στην αίτηση των εναγόμενων καταχώρισε ένσταση η ενάγουσα προβάλλοντας τους πιο κάτω λόγους ένστασης: Α) Οι αιτητές με την σχετική αίτηση των κατ' ουσία επιχειρούν την ολική αντικατάσταση της υπεράσπισης των χωρίς να καταδεικνύουν κανένα επαρκή προς τούτο λόγο αλλά και περαιτέρω πρόσθεση ή/και προσάρτηση ανταπαίτησης. Β) Η Αίτηση είναι σκανδαλώδης, προκλητική, απαράδεκτη και κακόπιστη αλλά και το δικονομικό διάβημα για δήθεν τροποποίηση που επικαλούνται οι αιτητές αποτελεί κατ' ουσία μανδύα απόκρυψης αλλότριων κινήτρων αφού επιδιώκεται υπό των αιτητών μετά την αποκάλυψη και επιθεώρηση εγγράφων από μέρους των Εναγόντων καταχώριση εκ νέου υπεράσπισης & ανταπαίτησης υπό των εναγόμενων η/και προβολή νέας υπεράσπισης και επιπρόσθετης ανταπαίτησης. Γ) Τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση τροποποίησης είναι αναληθή ή/και απορρέουν από εσφαλμένη ή/και ανακριβή πληροφόρηση. Δ) Η αίτηση είναι ουσία και νόμω αβάσιμη. Ε) Δε δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος ή/και διαζευκτικά δεν πληρούνται νομολογιακά οι απαιτούμενες προϋποθέσεις για ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Σεβαστού Δικαστηρίου προς έγκρισης του αιτήματος των αιτητών. Ζ) Τυχόν έγκριση του αιτήματος των αιτητών υπό το πρίσμα των δεδομένων που οι ειρημένοι προβάλλουν θα αποτελούσε κατάχρηση διαδικασίας ή/και θα παραβίαζε την ορθή ή/και ορθόδοξη διαδικασία απονομής της Δικαιοσύνης ή/και την αρχής της ισότητας των όπλων αφού θα έδιδε την δυνατότητα στους εναγόμενους αιτητές να προβάλουν εκ νέου υπεράσπιση και ανταπαίτηση απορρέουσα από την αποκάλυψη και επιθεώρηση των εγγράφων των Εναγόντων/Καθ' ων η αίτηση. Οι λόγοι ένστασης υποστηρίζονται από την ένορκη δήλωση της XXXXXX Λουϊζάκη ασκούμενη δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο του δικηγόρου των εναγόντων. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Η υπό εξέταση αίτηση στηρίζεται δικονομικά στην παλαιά Δ.25Θ.
- Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την τροποποίηση δικογράφων βάσει της Δ.25 έχουν εκτεθεί και αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην απόφαση της υπόθεσης Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation,
(1989)1E A.Α.Δ. 33, συνοψίστηκαν οι αρχές που διέπουν το θέμα ως ακολούθως: «
(1)Η τροποποίηση της δικογραφίας επιτρέπεται σε κάθε στάδιο της διαδικασίας δεδομένου ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις που την καθιστούν απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης.
(2)Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου.
(3)Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση . Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.
(4)Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη της τροποποίησης υπεράσπισης. Στο στάδιο αυτό όμως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται με φειδώ, λαμβάνοντας υπόψη τον εκτροχιασμό της δίκης από την προσδιορισθείσα πορεία και τις αναπόφευκτες επιπτώσεις στα δικαιώματα του αντιδίκου. Στην υπόθεση Hipgrave ν. Case, 28 Ch.D. 361 υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο αντιμετωπίζει με διστακτικότητα αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας κατά την δίκη.» Προκύπτει από την νομολογία ότι το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, θα πρέπει να λάβει υπόψη την θεμελιακή αρχή πως η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Περικτιόνη Χρίστου ν. Ανδρέα Στυλιανού Αζά,
(1992)1 Α.Α.Δ 704). Αναφορικά με τη φύση των ισχυρισμών που μπορούν να εισαχθούν με την αιτούμενη τροποποίηση δικογράφου σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση SΑΒΑ & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents,
(1994)1 A.Α.Δ. 426, στην οποία λέχθηκε ότι η διαπίστωση πως επιδιώκεται νέα βάση αγωγής δεν οδηγεί χωρίς άλλο σε απόρριψη της αίτησης τροποποίησης. Όπως επίσης προκύπτει από την νομολογία, κυρίαρχος παράγοντας κατά την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να επιτρέψει την τροποποίηση δικογράφου, είναι το συμφέρον της δικαιοσύνης. Πολλοί παράγοντες επενεργούν στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης. Ο πρώτος είναι ότι είναι επιθυμητό, όλες οι διαφορές μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες αναφέρονται στα επίδικα θέματα, να επιλύονται διεξοδικά στην ίδια διαδικασία. Ο βέβαιος προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, καθώς και η διατύπωση των εκατέρωθεν θέσεων και η απόδειξή τους μέσα σε σταθερό πλαίσιο, είναι άλλος σημαντικός παράγοντας ο οποίος υπεισέρχεται στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. (Βλέπε απόφαση της υπόθεσης Kallice Holding Co. Ltd v. TR Metals (Overseas) Ltd,
(1996)1A A.A.Δ. 162). Αναφορικά με το χρόνο υποβολής αίτησης για τροποποίηση δικογράφου, χρήσιμη είναι η αναφορά στην απόφαση της υπόθεσης Astor Manufacturing & Exporting Co. κ.α. ν. A.& G. Leventis κ.α.,
(1993)1 Α.Α.Δ.726, όπου λέχθηκε ότι ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός, δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Για το ίδιο θέμα, αυτό δηλαδή που αφορά το χρόνο υποβολής της αίτησης, σχετικές είναι και οι αποφάσεις στις υποθέσεις Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα,
(1999)1Α Α.Α.Δ 44 και SABA & Co. (T.M.P.) v. T.M.P. Agents, (ανωτέρω). Στην απόφαση της υπόθεσης Federal Bank of Lebanon(S.A.L.) v. Nίκου Κ. Σιακόλα, (ανωτέρω) το Εφετείο επιβεβαίωσε ότι η μακρά εκκρεμότητα μιας αγωγής δεν μπορεί να επενεργήσει απόλυτα σαν κώλυμα στην έγκριση αιτήματος τροποποίησης δικογράφου, αλλά αποτελεί παράγοντα, ο οποίος επαυξάνει την ανάγκη για ταχύτερη προώθηση της διαδικασίας και ότι η έννοια της καθυστέρησης στην υποβολή αιτήματος προϋποθέτει τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας και για να συνιστά κώλυμα θα πρέπει να μην είναι καλόπιστη. Στην απόφαση της υπόθεσης SΑΒΑ & Co. (Τ.Μ.P.), (ανωτέρω) το Εφετείο αναφέρθηκε στην ανάγκη παροχής εξήγησης όταν παρατηρείται καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης τροποποίησης. Όπως λέχθηκε, η σημασία του θέματος της δικαιολόγησης της καθυστέρησης ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Μια καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Σε σχέση με το θέμα της καθυστέρησης υποβολής αίτησης για τροποποίηση, σημειώνω ότι ο χρόνος αρχίζει να υπολογίζεται από το χρονικό σημείο που ο αιτητής διαπίστωσε την ανάγκη για τροποποίηση σε συνάρτηση με τον χρόνο που τελικά προώθησε την σχετική αίτηση για τον σκοπό αυτό.(Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (ανωτέρω)). Η σύγχρονη τάση σε αιτήσεις τροποποίησης παρατηρείται να είναι φιλελεύθερη. Σχετική απόφαση που δείχνει την τάση φιλελευθεροποίησης των τροποποιήσεων δικογράφων είναι η απόφαση στην υπόθεση Δόμνα Νικόλα Χριστοδούλου ν. Αθηναϊδος Ιωάννου Χριστοδούλου κ.α.,
(1991)1 Α.Α.Δ. 934, όπου χαρακτηριστικά λέχθηκε ότι αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. (Βλέπε απόφαση στην υπόθεση Ιωάννης Νικολάου ν. Ζωής Μιλτιάδους κ.α.,
(2007)1Β Α.Α.Δ. 1005). Η γενικότητα όμως, με την οποία είχε αποδοθεί η πιο πάνω αρχή, διευκρινίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην απόφαση της υπόθεσης Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Ανδρέα Παύλου,
(1995)1 Α.Α.Δ.560, ότι εξακολουθεί να υπόκειται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Γνώμονας για την άσκηση αυτής της διακρατικής εξουσίας του Δικαστηρίου, είναι το σύνολο των περιστατικών και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της τροποποίησης ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο. Με βάση τις πιο πάνω νομολογημένες αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω την αίτηση σε συνάρτηση με τους προβαλλόμενους λόγους ένστασης. Κατ' αρχή όμως θα πρέπει να σημειωθεί ότι με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση αποκαλύπτεται ότι ο ενάγοντας 2 έχει αποβιώσει στις 26.7.17 και προς τούτο επισυνάπτεται σχετικό διάταγμα διαχείρισης της περιουσίας του ημερ. 13.10.
- Παρόλα αυτά δεν φαίνεται να ελήφθησαν τα απαιτούμενα δικονομικά μέτρα για την αντικατάσταση του ενάγοντα 2 με τον διαχειριστή της περιουσίας του. Ως εκ τούτου στις 20.6.18 που ήταν για πρώτη φορά ορισμένη η υπό εξέταση αίτηση ο δικηγόρος των εναγόντων δεν είχε πλέον δικαίωμα (locus standi) να εμφανίζεται για τον ενάγοντα 2 και συνεπώς ούτε και εξουσιοδότηση να καταχωρήσει εκ μέρους του ένσταση στην υπό κρίση αίτηση. Τούτου δεδομένου η ένσταση θεωρείται ότι έχει καταχωρηθεί νομότυπα μόνο εκ μέρους των εναγόντων 1 και
- Ουσιαστικά με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση προβάλλεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι κακόπιστη και γίνεται με αλλότρια κίνητρα επειδή επιδιώκεται προβολή νέας υπεράσπισης μετά από την επιθεώρηση των εγγράφων που απεκάλυψαν οι ενάγοντες στα πλαίσια των οδηγιών της αγωγής. Αναφέρεται περαιτέρω στις 19.12.16 με οδηγίες του Δικαστηρίου (με άλλη σύνθεση) παραβρέθηκε στο Δικαστήριο μετά από κλήτευση των δικηγόρων των Εναγόντων η αρμόδια λειτουργός του Κτηματολογίου όπου έφερε μαζί της πιστά αντίγραφα των σχετικών εγγράφων που αφορούν την παρούσα υπόθεση. Στα πλαίσια αυτά οι δικηγόροι των εναγόντων παρέδωσαν όλα τα σχετικά αντίγραφα προς του Δικηγόρους των εναγόμενων για επιθεώρηση σε μία προσπάθεια να πείσουν αυτούς για το ανυπόστατο των προβαλλόμενων ισχυρισμών ή/και θέσεων των πελατών τους ώστε να κατέληγαν σε μία δυνητική εξώδικη διευθέτηση. Οι Καθ' ων η αίτηση προβάλλουν επίσης ότι το Τεκμήριο Α της παραγράφου 3 της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν αποτελεί νέο έγγραφο ή νέο δεδομένο καθώς, ως ισχυρίζονται, όπως εμφαίνεται στην ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων των εναγόμενων ημερομηνίας 13.4.16 αυτοί είχαν στην κατοχή τους προ πολλού πιστοποιητικό έρευνας του κτηματολογίου για το επίδικο τεμάχιο. Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα. Στην υπό εξέταση περίπτωση στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν εντοπίζονται στοιχεία που να υποστηρίζουν την ύπαρξη κακοπιστίας. Η θέση των εναγόντων ότι οι εναγόμενοι καταχώρησαν την παρούσα αίτηση σε μια προσπάθεια να διαφοροποιήσουν την έκθεση υπεράσπισης τους με την εισαγωγή νέων ισχυρισμών σε σχέση με την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου δεν κρίνεται στοιχείο ικανό να αποδείξει ότι η αιτούμενη τροποποίηση γίνεται κακόπιστα. Δεν έχω πεισθεί με τα όσα αναφέρουν οι ενάγοντες στην ένσταση τους ότι υπάρχει κακοπιστία εκ μέρους των εναγόμενων στην καταχώριση της αιτούμενης τροποποίησης, έτσι ώστε, το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια απορρίπτοντας την αίτηση. Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Κώστας Παφίτης &Υιοί ΛΤΔ v. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
(2012)1Α Α.Α.Δ 745 η αμέλεια ή το λάθος με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να εξισωθεί με κακοπιστία. Εξάλλου όπως προκύπτει και από την υπόθεση Mahattou v. Viceroy Ltd
(1979)1 C.L.R. 542 η βασική αποστολή των δικαστηρίων είναι να κρίνουν τα δικαιώματα των διαδίκων και όχι να τους τιμωρούν αποφασίζοντας εναντίον των δικαιωμάτων τους λόγω σφαλμάτων που διέπραξαν. Από τη στιγμή λοιπόν που διαπιστώνεται ότι η λανθασμένη δικογράφηση δεν θα οδηγήσει σε δικαστική κρίση των πραγματικών ζητημάτων και της πραγματικής διαφοράς των μερών, υπάρχει αντίστοιχο δικαίωμα διόρθωσης, νοουμένου πάντοτε ότι δεν προκαλείται αδικία ή βλάβη στην άλλη πλευρά. Στην παρούσα περίπτωση δεν έχει καταδειχθεί ότι θα προκληθεί αδικία ή βλάβη στους ενάγοντες με την αιτούμενη τροποποίηση. Ούτε θα προκληθεί ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευτεί με την έκδοση κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Προβάλλεται με την ένσταση ότι οι εναγόμενοι χρησιμοποίησαν τα έγγραφα που παραχωρήθηκαν από τους ενάγοντες για να στοιχειοθετήσουν εκ των υστέρων υπεράσπιση και ανταπαίτηση επιφέροντας καίριο πλήγμα με αυτό τον τρόπο στην διεξαγωγή δίκαιης δίκης και εις βάρος της αρχής της ισότητας των όπλων. Η θέση αυτή δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο αφού η αποκάλυψη των εγγράφων αποτελεί υποχρέωση του διαδίκου και ο πρωταρχικός της σκοπός είναι η παροχή της βάσης για την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής με το υποβοηθηθεί η δίκαιη επίλυση της υπόθεσης κατά ή πριν τη δίκη είτε μέσα από διευθέτηση ή συμβιβασμό είτε μέσα από την εκδίκαση της υπόθεσης και την ετυμηγορία του Δικαστηρίου. Η θέση των καθ' ων η αίτηση ότι το Τεκμήριο Α της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση δεν αποτελεί νέο έγγραφο ή νέο δεδομένο στηρίζεται στο ότι από την ένορκη δήλωση αποκάλυψης εγγράφων των αιτητών ημερομηνίας 13.4.16 προκύπτει ότι αυτοί είχαν στην κατοχή τους προ πολλού πιστοποιητικό έρευνας του κτηματολογίου για το επίδικο τεμάχιο. Η θέση αυτή των καθ' ων η αίτηση δεν υποστηρίζεται από συγκεκριμένα στοιχεία δεδομένου του ότι όπως διαπιστώνεται το πιστοποιητικό έρευνας που οι αιτητές αποκαλύπτουν στην ένορκη αποκάλυψης εγγράφων είναι ημερομηνίας 19.11.2010 ενώ το έγγραφο τεκμ Α βάσει του οποίου επικαλούνται ότι προέκυψαν τα νέα στοιχεία και δεδομένα είναι ημερομηνίας 28.11.2017. Σε ότι αφορά την καθυστέρηση στη καταχώρηση της αίτησης στην υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents (ανωτέρω) λέχθηκε σε σχέση με την καθυστέρηση ότι η δικαιολόγηση της και η σημασία της ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό με την γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Δεν μου διαφεύγει στην προκειμένη περίπτωση το γεγονός ότι αίτηση καταχωρίστηκε σχεδόν 3 1/2 χρόνια μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης και παράλληλα δεν παραβλέπω τη συνταγματικά καθιερωμένη αρχή για διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο. Παρόλα αυτά σημειώνεται ότι με την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση δόθηκε από τους αιτητές η εξήγηση όπως πιο πάνω περιγράφεται και ειδικότερα το γεγονός ότι περιήλθαν σε γνώση τους νέα στοιχεία και δεδομένα σε σχέση με την ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη το γεγονός ότι η αίτηση για τροποποίηση καταχωρήθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας και μόλις έγιναν αντιληπτές οι αναφερόμενες παραλείψεις και τα νέα στοιχεία καθώς και τη νομολογία, σε σχέση με την καθυστέρηση και ειδικότερα ότι δεν μπορεί να στερείται από διάδικο το δικαίωμα να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα που εγείρει, ακόμα και αν δεν αιτιολογηθεί πλήρως η καθυστέρηση, θεωρώ ότι στον υπό κρίση παράγοντα δεν πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα. Σχετική είναι η απόφαση Ιωάννης Νικολάου v. Ζωής Μιλτιάδους (ανωτέρω) όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Έχουμε εξετάσει με προσοχή την κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου και θεωρούμε πως, ενώ η νομολογία και η νομική θέση εκφράζονται ορθά, εντούτοις δεν εφαρμόζονται ανάλογα στα γεγονότα της υπόθεσης. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους.» Παρά το ότι η αιτούμενη τροποποίηση αφορά όλες τις παραγράφους της έκθεσης υπεράσπισης εντούτοις δεν θεωρώ ότι η ζητούμενη τροποποίηση διαφοροποιείται σε τέτοιο βαθμό από την ουσία της παρούσας υπόθεσης ώστε να επαναπροσδιορίζονται τα επίδικα θέματα αφού αντικείμενο της διαφοράς των διαδίκων ουσιαστικά παραμένει να είναι η ιδιοκτησία του επίδικου ακινήτου. Κυρίαρχο στοιχείο κατά την εξέταση ενός αιτήματος για τροποποίηση είναι πάντοτε το συμφέρον της δικαιοσύνης το οποίο θεωρώ ότι θα εξυπηρετηθεί με την αποδοχή του αιτήματος αντί με την απόρριψη του. Οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν περαιτέρω ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν πρέπει να επιτραπεί για το λόγο ότι οι ισχυρισμοί που οι αιτητές επιχειρούν να συμπεριλάβουν στην έκθεση υπεράσπισης τους δεν ευσταθούν. Χωρίς να υπεισέρχομαι στους αναφερόμενους ισχυρισμούς επισημαίνω ότι το καθήκον του Δικαστηρίου κατά την εξέταση αιτήσεων τροποποίησης δεν επεκτείνεται στη διερεύνηση και εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τις πιθανότητες ή προοπτικές επιτυχίας μιας επιπρόσθετης διεκδίκησης η οποία ζητείται να προστεθεί με την τροποποίηση, αυτό είναι θέμα ουσίας το οποίο κρίνεται κατά τη δίκη και τελική απόφαση του Δικαστηρίου. Εκείνο που το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει είναι αν οι αιτούμενες τροποποιήσεις είναι αναγκαίες, ώστε να αποδοθεί δικαιοσύνη μεταξύ των διαδίκων με τρόπο που θα αποφευχθεί η πολλαπλότητα των διαδικασιών. Περαιτέρω θεωρώ ότι στο στάδιο που ζητείται η τροποποίηση δεν επηρεάζονται τα δικαιώματα των εναγόντων, οι οποίοι διατηρούν το δικαίωμα να απαντήσουν στους ισχυρισμούς που οι εναγόμενοι επιχειρούν με την αιτούμενη τροποποίηση να εισάγουν στην υπεράσπιση του καθώς και να τους αντικρούσουν μέσα από την διαδικασία της ακροαματικής διαδικασίας που θα ακολουθήσει. Στην απόφαση Περικτιόνη Χρίστου v. Ανδρέας Αζά (ανωτέρω) τονίστηκε ότι η τροποποίηση δικογράφων είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για αποτροπή πολλαπλότητας νομικών διαδικασιών. Στην υπόθεση Geto v. M/V Vladimir Vaslyayev (αρ. 4)
(1993)1 Α.Α.Δ. 714 αποφασίσθηκε ότι το κυρίαρχο στοιχείο που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας είναι να παρασχεθεί στους διαδίκους η δυνατότητα να θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου τις πραγματικές τους διαφορές. Εν όψει όλων των πιο πάνω, εκδίδω διάταγμα τροποποίησης ως η αίτηση. Η τροποποιημένη υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 10 ημερών από την σύνταξη του παρόντος διατάγματος. Η τροποποιημένη απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από την παράδοση της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης. Τα έξοδα της αίτησης όσο και αυτά που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων-Καθ' ων η Αίτηση 1 και 3 και εναντίον των εναγόμενων-Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από το Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή παραμένει ως είναι ήδη ορισμένη για ακρόαση στις 22.01.2019 και ώρα 11:00 π.μ. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης Έκθεση Υπεράσπισης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο