← Κύπρος

P.T.A. FOOD LAB & NUTRITIONAL SERVICES LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής : 220/2017, 2/11/2018

P.T.A. FOOD LAB & NUTRITIONAL SERVICES LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής : 220/2017, 2/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A442 ΣΤΟ EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής : 220/2017 ΜΕΤΑΞΥ: P.T.A. FOOD LAB & NUTRITIONAL SERVICES LTD Ενάγουσα και

  1. Γενικού Εισαγγελέα
  2. ..... Ηλία
  3. ......Θεοδοσίου
  4. ..... Κυριάκου Εναγoμένων Ημερομηνία: 2 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα Καθ' ης η Αίτηση: κα Ασσιώτου για κ.κ. Λ. Γ. Λουκαίδης & Σια ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει Απόφαση κα Αριστείδου) Για Εναγόμενο 1/Αιτητή: κα Τσιντίδου (για ν' ακούσει Απόφαση κα Μπαλτά) ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ Α Π Ο Φ Α Σ Η (Αίτηση για εκδίκαση προδικαστικών ενστάσεων Εναγομένου 1) Με το δικόγραφο της Υπεράσπισης του ο Εναγόμενος 1 προβάλλει τις ακόλουθες προδικαστικές ενστάσεις: «(α) Από την έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας δεν αποκαλύπτεται και/ή δεν προκύπτει καθόλου και/ή ξεκάθαρα η νομική βάση δυνάμει της οποίας εγείρεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή έναντι του Εναγομένου 1 και, επομένως, είναι κατά νόμο αβάσιμη. (β) Ως μη αποκαλύπτουσα σε σχέση με τα επίδικα γεγονότα καλή και/ή εύλογη και/ή βάσιμη αιτία αγωγής έναντι του Εναγομένου 1 και/ή ως ενοχλητική και/ή ως επιπόλαια και/ή ως καταχρηστική και/ή ως αχρείαστη. Ειδικότερα είναι η θέση του Εναγομένου 1 ότι δεν υπέχει οιανδήποτε νομική ευθύνη αστική και/ή εκ προστήσεως και/ή άλλη ευθύνη έναντι της Ενάγουσας και/ή οιονδήποτε καθήκον έναντι της Ενάγουσας με βάση τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση ώστε να ενεργήσει και/ή χρησιμοποιήσει τις δια του Συντάγματος και/ή δια του νόμου εξουσίες που του παρέχονται και/ή να επέμβει για την προάσπιση των συμφερόντων και/ή δικαιωμάτων της και/ή κατ'αποκλειστικότητα αυτών πέραν από την άσκηση ποινικών διώξεων, ως λεπτομερώς παρατίθεται κατωτέρω και θα αναφερθεί και κατά τη δικάσιμο. (γ) Εν πόση περιπτώσει είναι η θέση του Εναγομένου 1 ότι η Ενάγουσα ουδεμία απαίτηση και/ή αγώγιμο δικαίωμα μπορεί να έχει έναντι του καθότι η βάση της αγωγής της αφορά σε κατ'ισχυρισμόν αμέλεια ιδιώτη δικηγόρου και/ή σε ενέργειες και/ή πράξεις των λοιπών Εναγομένων και ειδικότερα της Εναγομένης 3, που δεν έλαβαν όμως χώρα στο πλαίσιο άσκησης των συνήθων καθηκόντων της και/ή κατ'επίκληση ασκήσεως των καθηκόντων της και τις οποίες δεν εξουσιοδότησε και/ή ενέκρινε και, οι οποίες, εν πάση περιπτώσει ανάγονται σε προσωπική ευθύνη του ατόμου που επέτρεψε να συμβεί η ζημιά που σε καμία περίπτωση μπορεί να είναι ο Εναγόμενος
  5. (δ) Η μεγάλη καθυστέρηση στην έγερση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής και/ή το μεγάλο χρονικό διάστημα που παρήλθε χωρίς η Ενάγουσα να προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για διεκδίκηση των οιωνδήαοτε απαιτήσεων και/ή θεραπειών της πρέπει να οδηγήσει στην απόρριψη της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Ως εκ τούτου η Ενάγουσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται [estopped] λόγω της ρητής και/ή εξυπακουόμενης και/ή δια της συμπεριφοράς και/ή παράστασης της ιδίας και/ή της ρητής και/ή σιωπηρής συγκατάθεσής της και/ή ανοχής της για τόσα χρόνια σύμφωνα με τους κανόνες του δικαίου της επιείκιας από το να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. (ε) Το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας εάν και εφόσον ήθελε φανεί ότι υπάρχει έναντι του Εναγομένου 1 και παρά την περί του αντιθέτου θέση του Εναγομένου 1 πιθανό να έχει με βάση τις πρόνοιες του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012,Ν.66(Ι)/2012, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα, παραγραφεί, αφού τα γεγονότα που επικαλείται η Ενάγουσα στην έκθεση απαίτησής της ανάγονται στο έτος 2012 και/ή σε άλλο χρόνο που παραλείπεται όμως να προσδιοριστεί και χωρίς να προσδιορίζεται επακριβώς πότε και/ή χωρίς να συγκεκριμενοποιείται η ακριβής ημερομηνία από την έγερση του τυχόν αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας μέχρι και την 31/01/2017, που καταχωρήθηκε η υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, πιθανό να έχει παρέλθει ο χρόνος εντός του οποίου θα μπορούσε η Ενάγουσα να εγείρει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. (στ) Οι αξιώσεις και/ή οι θεραπείες που η Ενάγουσα αξιώνει με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή δεν προβλέπονται δια νόμου και/ή είναι άγνωστες στο νόμο και/ή στο δίκαιο της επιείκιας και/ή άλλως πως και/ή το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να ικανοποιήσει τις αιτούμενες αξιώσεις και/ή θεραπείες.» Στις 27.3.18 καταχωρήθηκε από μέρους του Εναγόμενου 1 η υπό κρίση Αίτηση με την οποία αιτείται την προδικαστική εκδίκαση των πιο πάνω προδικαστικών ενστάσεων του. Η Αίτηση στηρίζεται στου Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 Θ. 1-3, Δ.48 Θ. 1-3 και 9, στο Άρθρο 172 του Συντάγματος, στις διατάξεις του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 ειδικότερα εις το άρθρο 51, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο ειδικότερά εις το άρθρο 57, στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012, στις συμφυείς εξουσίες και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκο Δήλωση της Μαρίας Ζαχαρίου, ασκούμενης δικηγόρου στο Επαρχιακό Γραφείο της Νομικής Υπηρεσίας στη Λεμεσό, στην οποία αναφέρει ότι από την έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας φαίνεται ότι αποδίδονται στους Εναγόμενους 2 και/ή 3 κατ' ισχυρισμό αμελείς και παράνομες πράξεις, για τις οποίες ο Εναγόμενος 1 δεν φέρει οποιαδήποτε ευθύνη εφόσον δεν έχει οποιαδήποτε σχέση με τον Εναγόμενο 2 και ουδέποτε εξουσιοδότησε και/ή επέτρεψε και/ή ανέχθηκε και/ή άλλως πως τις κατ' ισχυρισμό ενέργειες που αποδίδονται στους λοιπούς Εναγομένους. Στις 14.9.18 καταχωρήθηκε Ένσταση από πλευράς Ενάγουσας στην Αίτηση η οποία παρατίθεται αυτούσια: «Η υπεράσπιση του Εναγομένου 1 εγείρει υπό παραγράφους A, Β, Γ, Δ και Ε ενστάσεις εντελώς αβάσιμες και δεν χρειάζεται πολύ εξήγηση για αυτό. Φτάνει η δικηγόρος που ετοίμασε την υπεράσπιση, κ. Τσιντίδου, να διαβάσει την έκθεση απαιτήσεως μια φορά για να αντιληφθεί ότι αποδίδεται σε υπηρεσίες της Δημοκρατίας ευθύνη για το τι συνέβηκε οπόταν εφαρμόζεται το άρθρο 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου σύμφωνα με το οποίο «αγωγές εκ μέρους οιουδήποτε προσώπου κατά της Δημοκρατίας [που περιλαμβάνει τις υπηρεσίες της] θα εγείρονται εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ως Εναγομένου». Άρα η αχρείαστη πληθώρα των ενστάσεων «περί ενοχλητικής, και/ή επιπόλαιας και/ή ως καταχρηστική όπως και τα άλλα παρόμοια επιχειρήματα της κ. Τσιντίδου πρέπει να τα αναφέρει σε άλλη αγωγή. Η αμέλεια που αποδίδεται στην υπηρεσία του πρωτοκολλητείου και οι υπεύθυνοι για αυτή όπως αναφέρεται στην έκθεση απαιτήσεως δεν χρειάζεται να ενήργησαν κατ' επίκληση των καθηκόντων τους ή να εξουσιοδοτήθηκαν να είναι αμελείς για να τους αποδοθεί η ευθύνη. Επίσης ουδεμία αδικαιολόγητη καθυστέρηση υπήρξε για την εν λόγω αγωγή η οποία κινήθηκε εντός της προθεσμίας που δεν υπήρχε παραγραφή και μόλις διαπιστώθηκαν οριστικά τα σχετικά γεγονότα. Η αναφορά στο δίκαιο της επιείκειας ή στο stopper θα είναι χρήσιμα ίσως για άλλη υπόθεση. Μπαίνω στον πειρασμό να προσθέσω ότι δεν μπορεί να εγείρεις ενστάσεις διατυπώνοντας αυτές με τον όρο «πιθανόν» (βλέπε ένσταση (ε)). Το υπόλοιπο κείμενο της υπεράσπισης πέραν των ενστάσεων αποτελεί άσχετη φλυαρία αφού μάλιστα ο δικηγόρος της Υπεράσπισης παραδέχεται ότι υπήρξε και ποινική δίωξη εναντίον των κατηγορουμένων 2 και
  6. Όσο αφορά τις αρνήσεις των γεγονότων που προβάλλει η υπεράσπιση σε σχέση με τα γεγονότα που εκτίθενται στην έκθεση απαιτήσεως, αυτές απορρίπτονται ως αβάσιμες.» Η Ένσταση, δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση και στηρίζεται στα ακόλουθα: «Οι Καθ' ων η αίτηση ζητούν την απόρριψη της αιτήσεως ως έκδηλα αβάσιμης. Τα θέματα που εγείρει οφείλονται στο γεγονός ότι η δικηγόρος της Δημοκρατίας που ετοίμασε την αίτηση αγνοεί το άρθρο 56 του Περί Δικαστηρίων Νόμου και ο οποίος ρυθμίζει θέματα που αφορούν την υπηρεσία της. Για αυτό ζητούμε και έξοδα στο υψηλότερο επίπεδο λόγω και της αδικαιολόγητης καθυστέρησης που προκάλεσε η διαδικασία της αιτήτριας και των θεμάτων που εγείρει.» Κατά την Ακρόαση της Αίτησης καταχωρήθηκαν γραπτές αγορεύσεις από αμφότερες πλευρές, οι οποίες έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο κατά την έκδοση της παρούσας Απόφασης και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ στο περιεχόμενο τους. Δικονομικά η Αίτηση στηρίζεται στη Δ.27, σύμφωνα με την οποία το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί προδικαστικού νομικού σημείου που εγείρεται στα δικόγραφα πριν την έναρξη της Ακροαματικής διαδικασίας ή όποτε αυτό κριθεί ευχερές. Αίτημα για προδικαστική εξέταση νομικού σημείου εγκρίνεται όταν τα πραγματικά γεγονότα δεν αμφισβητούνται και το μόνο που παραμένει για το Δικαστήριο είναι να αποφανθεί επί συγκεκριμένου νομικού σημείου, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, κρίνεται όλη η υπόθεση ή ουσιαστικό μέρος της (Αγρόκτημα Λανίτη κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.

(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Το Δικαστήριο θα πρέπει να απορρίψει την αίτηση όταν τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας ή αμφισβήτησης των γεγονότων, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση (Χ''Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας
(1992)1 Α.Α.Δ. 949, σελ. 956). Έχοντας πάντοτε υπόψη ότι το ζητούμενο στην παρούσα αίτηση είναι κατά ποσό το Δικαστήριο θα εγκρίνει ή όχι την εκδίκαση νομικού σημείου, χωρίς να κρίνει την ουσία των ζητημάτων που εγείρονται, σημειώνονται τα ακόλουθα: Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα με την αγωγή της αξιώνει ειδικές και γενικές Αποζημιώσεις εναντίον όλων των Εναγομένων, λόγω του ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 κατέστρεψαν το φάκελο της Αγωγής της Ενάγουσας και αντικατέστησαν αυτήν με άλλη υπόθεση την οποία καταχώρησε ο Εναγόμενος 2. Αποδίδεται επίσης στις υπηρεσίες του Πρωτοκολλητείου αμέλεια για τα όσα έχουν συμβεί, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και λόγω του ότι δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια ούτε έλαβαν τα αναγκαία μέτρα για αποτροπή των εν λόγω παράνομων ενεργειών των Εναγομένων 2 και 3 ενόσω θεάθηκαν να σκίζουν την Αγωγή της Ενάγουσας. Εξετάζοντας αρχικά την προδικαστική ένσταση υπό στοιχείο (α), για το ζήτημα της αποκάλυψης βάσης Αγωγής, η δικανική κρίση στο στάδιο αυτό είναι το αποτέλεσμα νομικής ανάλυσης με βάση τους ισχυρισμούς που προβάλλει η ίδια η Ενάγουσα, όπως φαίνονται στο Κλητήριο Ένταλμα, χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Το κύριο ερώτημα είναι κατά πόσον οι ισχυρισμοί αυτοί θα μπορούσαν να αποτελέσουν, στην περίπτωση που θα αποδεικνύονταν, παραδεκτή νομική βάση των θεραπειών που επιδίωξε η Ενάγουσα ή κάποιες από αυτές. Η κρίση για ανυπαρξία εύλογης αιτίας αγωγής οδηγεί αναπόδραστα στον οριστικό τερματισμό της διαδικασίας. Δικαιολογείται αυτός ο τερματισμός μόνο όταν το δικόγραφο της Ενάγουσας ήτοι το ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα, είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο. Σύμφωνα με τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση In re Pelmako Development Ltd
(1991)1 C.L.R. 246, 258: «Η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου. Επομένως το Εφετείο είναι σε θέση ουσιαστικά, όπως και το Πρωτόδικο Δικαστήριο, να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με τη δικαιϊκή υπόσταση δικογράφου.» Η απόφαση στην In re Pelmako Development Ltd (πιο πάνω) υιοθετήθηκε στην Χατζηκυριάκος ν. Κυθρεώτη
(1992)1 Α.Α.Δ. 1119, όπου λέχθηκαν τα εξής: «Η δικανική κρίση στο στάδιο αυτό μπορεί να είναι μόνο το αποτέλεσμα νομικής ανάλυσης. Το έργο της διαπίστωσης της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας εύλογης αιτίας αγωγής δεν έχει να κάμει με την άσκηση διακριτικής ευχέρειας. Επομένως, το Ανώτατο Δικαστήριο, με όμοιο το υπόβαθρο των συλλογισμών που η περίπτωση δικαιολογεί, μπορεί, το ίδιο όπως και το Πρωτόδικο Δικαστήριο, να καταλήξει σε όσα προκύπτουν ως ορθά συμπεράσματα.» Η πλευρά της Ενάγουσας με την ένσταση της αλλά και την γραπτή αγόρευση της δεν προβάλλει οποιαδήποτε εισήγηση εν σχέση με το κατά πόσο οι προδικαστικές ενστάσεις δύνανται να εκδικαστούν προδικαστικά ή όχι. Τα όσα προβάλλονται από πλευράς Ενάγουσας περιορίζονται στην ουσία των προδικαστικών ενστάσεων και στο ότι αυτές είναι ανυπόστατες, ζητήματα τα οποία δεν εξετάζονται στο παρών στάδιο. Ούτε στο στάδιο αυτό εξετάζοντας το αίτημα του Εναγόμενου 1 κατά πόσο δηλαδή είναι πρόσφορο να εκδικαστούν οι προδικαστικές ενστάσεις, μπορώ να καταλήξω κατά πόσο ορθά ενάγεται ο Εναγόμενος 1 δυνάμει του άρθρου 57 του Νόμου περί Δικαστηρίων, ως εισηγείται η πλευρά της Ενάγουσας. Ενόψει της πιο πάνω νομολογίας στην οποία έχω αναφερθεί, κρίνεται πρόσφορο όπως το νομικό ζήτημα το οποίο εγείρεται με την προδικαστική ένσταση της παρ. 1 (α) της Υπεράσπισης ακουστεί και αποφασιστεί πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, ενόψει του ότι το ζήτημα αυτό άπτεται αμιγώς νομικό σημείο η έκβαση του οποίου θα καθορίσει την τύχη της Αγωγής για τον 1ο Εναγόμενο. Εις ότι αφορά την προδικαστική ένσταση υπό στοιχείο (β) σημειώνω ότι εις ότι αφορά το μέρος αυτής όπου προβάλλεται ότι ο Εναγόμενος δεν υπέχει νομική ευθύνη κλπ μέχρι το τέλος της εν λόγω παραγράφου, ενόψει και της άρνησης του Εναγόμενου 1 ως προς τα γεγονότα τα οποία επικαλείται η Ενάγουσα με την Έκθεση Απαίτησης της αλλά και τα γεγονότα τα οποία προβάλλει με την Υπεράσπιση του ο Εναγόμενος 1, δεν προσφέρουν τέτοιο κοινό υπόβαθρο γεγονότων κατά τρόπο που θα μπορούσε το Δικαστήριο προδικαστικά να αποφανθεί επί τούτων. Κατά τα λοιπά η προδικαστική ένσταση αυτή αποτελεί ουσιαστικά επανάληψη της παρ. 1(α) της Υπεράσπισης. Ως εκ τούτου δεν εγκρίνεται η προδικαστική εκδίκαση της παρ. 1(β) της Υπεράσπισης εφόσον δεν στηρίζεται σε κοινό υπόβαθρο γεγονότων ούτε όμως εις το βαθμό όπου αυτή συνδέεται με την παρ. 1(α) κρίνεται αναγκαία η εκδίκαση της ενόψει της ταύτισης των νομικών ζητημάτων τα οποία εγείρονται με αυτές. Εις ότι αφορά την προδικαστική ένσταση υπό στοιχείο (γ) διαπιστώνω ότι δεν έχει τεθεί τέτοιο κοινό υπόβαθρο γεγονότων κατά τρόπο που θα επέτρεπε την προδικαστική εξέταση αυτής. Η αναφορά σε «άσκηση συνήθων καθηκόντων των Εναγομένων και ειδικότερα της Εναγόμενης 3» και τα όσα άλλα προβάλλονται με την εν λόγω προδικαστική ένσταση απαιτούν την παρουσίαση τέτοιων αδιαμφισβήτητων γεγονότων ως προς τα καθήκοντα του κάθε Εναγομένου και το νομικό πλαίσιο άσκησης αυτών. Ελλείψει τέτοιου κοινού και αδιαμφισβήτητου υπόβαθρου γεγονότων στερεί από το Δικαστήριο την εξουσία στο προδικαστικό στάδιο και χωρίς πλήρη Ακρόαση και παράθεση μαρτυρίας να μπορέσει να καταλήξει στα όσα προβάλλονται με την προδικαστική ένσταση αυτή. Πέραν τούτο, τα όσα προβάλλονται με την προδικαστική ένσταση αυτή δεν έχει καταδειχθεί ότι το ζήτημα αυτό είναι αμιγώς νομικό. Συνεπώς, δεν μπορεί να εγκριθεί η προδικαστική εξέταση του ζητήματος υπό στοιχείο (γ). Εις ότι αφορά την προδικαστική ένσταση υπό στοιχείο (δ), και πάλι δεν μπορεί να εξεταστεί προδικαστικά εφόσον το ζήτημα της καθυστέρησης και κατά πόσο αυτή δημιούργησε οποιοδήποτε κώλυμα στην Ενάγουσα δεν αποφασίζεται αφηρημένα και σε απομόνωση από τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την υπόθεση. Για να έχει εφαρμογή το δόγμα του κωλύματος θα πρέπει να καταδειχθεί ένα σύνολο γεγονότων τα οποία θα επέτρεπαν τη δημιουργία του και κατ' επέκταση την εφαρμογή του. Συνεπώς, χωρίς την ύπαρξη αδιαμφισβήτητων γεγονότων ως προς την κατ' ισχυρισμό καθυστέρηση της Ενάγουσας στην έγερση της Αγωγής, δεν επιτρέπει την προδικαστική εκδίκαση του ζητήματος αυτού. Εις ότι αφορά την προδικαστική ένσταση υπό στοιχείο (ε), η οποία αφορά την κατ' ισχυρισμό παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας, στην απόφαση Αλέκκος Χατζηστυλλής ν. Maude C. Papadema κ.α.
(2000)1 Α.Α.Δ. 551, αναφέρθηκε ότι το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης. Ο χρόνος παραγραφής προσμετρά από την ημερομηνία που συμπληρώνεται η βάση της αγωγής, δηλαδή το σύνολο των γεγονότων που θεμελιώνουν το αγώγιμο δικαίωμα. Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα ισχυρίζεται στην Έκθεση Απαίτησης ότι την 2.7.12 καταχωρήθηκε από μέρους της Αγωγή η οποία επιδόθηκε στην εναγόμενη εταιρεία και ακολούθως τον Οκτώβριο 2015 μετά από έρευνα στην οποία προέβηκε διαπίστωσε τι είχε συμβεί και αρχές Νοεμβρίου 2015 έλαβε επιστολή από τον Εναγόμενο 4 για το αποτέλεσμα της έρευνάς του. Από την άλλη ο Εναγόμενος 1 αρνείται τα όσα αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης, προβάλλοντας τους δικούς του ισχυρισμούς χωρίς να διαφαίνεται από τα δικόγραφα οποιοδήποτε κοινό υπόβαθρο ως προς το χρόνο και δεν εντοπίζονται οποιαδήποτε άλλα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ακριβή ημερομηνία κατά την οποία συμπληρώθηκαν τα γεγονότα επί των οποίων εδράζονται οι αξιώσεις της Ενάγουσας, ώστε να αποτελέσει σημείο έναρξης για την προσμέτρηση του χρόνου παραγραφής. Η αμφισβήτηση των γεγονότων αυτών καθιστά μη πρόσφορη την εξέταση της προδικαστικής Ένστασης υπό στοιχείο (ε). Εις ότι αφορά την προδικαστική ένσταση υπό στοιχείο (στ), τα όσα προβάλλονται κρίνονται ασαφή και γενικά. Προσθέτω δε, ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας αφορούν την καταβολή αποζημιώσεων. Το κατά πόσο η Ενάγουσα δικαιούται στην απόδοση τέτοιας θεραπείας εναντίον του Εναγομένου 1 δεν μπορεί να κριθεί προδικαστικά. Εξέτασα επίσης τη θέση της Ενάγουσας η οποία αναφέρεται στην Ένσταση της προβάλλοντας ότι με την Αίτηση του ο Εναγόμενος 1 προκάλεσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση. Η πιο πάνω θέση δεν με βρίσκει σύμφωνη και αυτό γιατί σύμφωνα με τη νομολογία Αίτηση ως η παρούσα ενδείκνυται να καταχωρείται αμέσως μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων και ενώ ακόμα η Αγωγή βρίσκεται στο στάδιο των οδηγιών. Η Αίτηση καταχωρήθηκε την 27.3.18 ενώ μέχρι την 16.5.18 δίδονταν οδηγίες από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Κλήσης για οδηγίες και των παραρτημάτων τα οποία καταχωρήθηκαν από μέρους των Εναγομένων και η Απόφαση του Δικαστηρίου αναφορικά με την απόρριψη της Ανταπαίτησης δόθηκε την 16.5.18. Η υπό κρίση Αίτηση ήταν ορισμένη για πρώτη εμφάνιση στις 10.5.18 όπου η Ενάγουσα ζήτησε χρόνο για καταχώρηση ένστασης, η οποία θα έπρεπε να καταχωρηθεί μέχρι την 15.6.18 και μετά από νέο αίτημα της Ενάγουσας, αυτή καταχωρήθηκε εν τέλει στις 14.9.18. Στις 24.9.18 η Αίτηση ήταν ορισμένη για Ακρόαση και ζητήθηκε αναβολή από μέρους της Ενάγουσας. Από τα πιο πάνω, δεν διαπιστώνω ότι ο Εναγόμενος 1 προκάλεσε οποιαδήποτε καθυστέρηση με την παρούσα Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε στο κατάλληλο στάδιο όπου παράλληλα με την Αίτηση αυτή, εκκρεμούσε η συμμόρφωση με τις οδηγίες του Δικαστηρίου για άλλα ζητήματα. Συνεπώς η θέση της Ενάγουσας περί πρόκλησης καθυστέρησης από μέρους του Εναγομένου 1 απορρίπτεται. Για τους πιο πάνω λόγους, η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς. Ως εκ τούτου εκδίδεται Διάταγμα για την προδικαστική εκδίκαση των νομικών σημείων τα οποία περιλαμβάνονται στην Υπεράσπιση παρ. 1(α). Αναφορικά με το θέμα των εξόδων, ενόψει της μερικής επιτυχίας της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου 1 και εναντίον της Ενάγουσας το ½ των εξόδων της Αίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα στο αποτέλεσμα της Αγωγής (για τον Εναγόμενο 1). ............. Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.