Νικολάου ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ (όπως μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ), Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 781/2013, 27/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A485 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 781/2013 ΜΕΤΑΞΥ:- ΧΧΧΧ Νικολάου Αιτήτρια/Εφεσείουσα και ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΛΤΔ (όπως μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ). Καθ' ων η Αίτηση/Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτήτρια/ Εφεσείουσα: κα Κάλλια Σταύρου Για Καθ' ων η Αίτηση/ Εφεσίβλητους: κ. Ανδρέας Ιωάννου Κίτσιος για κ.κ. Α.Ι. Κίτσιος Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση Αίτηση/Έφεση, η αιτήτρια αιτείται την ακύρωση και/ή παραμερισμό της απόφασης και/ή ειδοποίησης του διαιτητή κου ΧΧΧΧ Νεοφύτου ημερ. 4.6.13 η οποία κοινοποιήθηκε στην ίδια περί την 19.07.2013 βάσει της οποίας καταδικάστηκε στην καταβολή του ποσού των €94.237.86σ με τόκο 9% από 4.6.2003 και έξοδα €150,00 επί του δανείου υπ' αρ. 7324151-
- Η αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 12, 28 και 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4, στους περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων (Νόμοι 1985 μέχρι 2011), ως μεταγενέστερα έχουν τροποποιηθεί, των περί Δικαστηρίων Νόμο, Ν. 14/60, στους περί Τόκων Νόμο 2/77 και 39(Ι)/01 και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.33, Δ.48 και Δ.
- Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση/Έφεση είναι οι ακόλουθοι: «A. Ο Διαιτητής με την πιο πάνω απόφαση και/ή ειδοποίηση του ημερ. 4/06/2013 έσφαλε νομικά και/ή επί των πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης ενώπιον του, καθότι μεταξύ άλλων, η εν λόγω απόφαση του είναι αναιτιολόγητη υπό τις περιστάσεις και/ή εκφεύγει και/ή συγκρούεται με την κείμενη Νομοθεσία και/ή Νομολογία και/ή των όρων εντολής και/ή Διαιτησίας του και/ή των Δικονομικών Κανόνων και/ή εκδόθηκε κατ'αντίθεση των Συνταγματικών Δικαιωμάτων του Αιτητή / Εφεσείοντα και/ή άλλως πως. Β. Η εν λόγω διαιτητική απόφαση ημερ. 4/6/2013 εξεδόθηκε λανθασμένα, εν' όψει του ότι μεταξύ άλλων δεν αποδείχθηκε η λήψη γνώσης της Αιτήτριας/Εφεσειουσας για την διαιτησία ούτως ώστε να δύναται να παρευρεθεί. Γ. Ο Αιτητής αποστερήθηκε του δικαιώματος του να ακουστεί και/ή υπερασπιστεί τη θέση του επί της ουσίας και συνεπώς αποστερήθηκε του συνταγματικού δικαιώματος δίκαιης δίκης, άνευ ουσιαστικής αιτιολογίας, ενώ ο Διαιτητής γνώριζε και/ή όφειλε να γνωρίζει, ότι ο Αιτητής δεν ειδοποιήθηκε για να ενστεί και/ή ακουστεί στην εν λόγω διαιτησία. Δ. Ο Διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος και/ή διορίστηκε μονομερώς από τους Καθ'ων η Αίτηση /Εφεσίβλητους με τους οποίους διατηρεί επανειλημμένως συνεργασία και αποκομίζει οφέλη και υπάρχει σχέση οικονομικής εξάρτησης και/ή συνεργασίας μεταξύ τους. Ε. Η επίδικη απόφαση και/ή ειδοποίηση Διαιτησίας δέον όπως απορριφθεί και/ή ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί από το Σεβαστό Δικαστήριο, βάση συσωρευτικά και/ή κεχωρισμένα των προαναφερθέντων λόγων και/ή μεταξύ άλλων εν όψει του ότι η κατ'ισχυρισμό διαιτητική απόφαση εκδόθηκε κατά παράβαση των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων 68/87 και 22/85, του περί Διαιτησίας Νόμου ΚΕΦ.4 ως έχει τροποποιηθεί και/ή της λοιπής νομικής βάσης της παρούσας αίτησης / έφεσης.» Ως προς τα γεγονότα η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας στην οποία αναφέρει ότι στις 19.7.13 της κοινοποιήθηκε έγγραφο σύμφωνα με το οποίο προς μεγάλη της έκπληξη είχε εκδοθεί απόφαση εναντίον της σε διαιτησία για το ποσό των €94.237,86 πλέον τόκο 9% από 4.6.13 (Τεκμήριο Α). Η ίδια της ουδέποτε έλαβε σχετική ειδοποίηση για να παρευρεθεί σε οιανδήποτε διαιτησία και πουθενά δεν προκύπτει κάτι τέτοιο με την απόφαση του διαιτητή. Αναφέρεται μόνο στην απόφαση μια ημερομηνία που προφανώς είναι της ειδοποίησης χωρίς να αναφέρεται η ημερομηνία που η ίδια της έλαβε γνώση. Αμφισβητεί επίσης το επιδικασθέν ποσό και ισχυρίζεται ότι ο διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος, διορίστηκε μονομερώς από τους Καθ΄ων η αίτηση με τους οποίους συνεργάστηκε στο παρελθόν και αποκομίζει οφέλη και έχει συμφέροντα από αυτούς. Προσθέτει δε ότι το ποσό είναι υπερβολικά και αδικαιολόγητα διογκωμένο και περιέχει παράνομες χρεώσεις και δεν δικαιολογείται ο εξάμηνος ανατοκισμός. Ενόψει των πιο πάνω πιστεύει ότι η επίδικη απόφαση είναι αδικαιολόγητη και ατεκμηρίωτη κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση στην οποία προβάλλονται ως προδικαστικές ενστάσεις ότι η αίτηση έφεση είναι αντικανονική, παράτυπη και άκυρη, εφόσον δεν έγινε σύμφωνα με το άρθρο 101
(2)των περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμών τύπο. Η εν λόγω αντικανονικότητα είναι μη θεραπεύσιμη και η έφεση υπόκειται σε απόρριψη προδικαστικά. Εγείρεται επίσης προδικαστικά ότι η αίτηση έφεση είναι αβάσιμη εφόσον ο κ. ΧΧΧΧ Νεοφύτου του οποίου την απόφαση η αιτήτρια ζητά ν' ακυρωθεί δεν ήταν ποτέ διαιτητής σε οποιαδήποτε διαιτησία για επίλυση διαφοράς μεταξύ της αιτήτριας και των καθ΄ ων η αίτηση, ούτε ο εν λόγω Διαιτητής εξέδωσε τη διαιτητική απόφαση ημερ. 4.6.
- Προβάλλεται επίσης προδικαστικά ότι στην παρούσα διαδικασία έπρεπε να είναι μέρος και ο διαιτητής αφού του καταλογίζεται κακή συμπεριφορά επιδίδοντας του και τη σχετική έφεση. Άνευ βλάβης των πιο πάνω με την ένσταση τους οι καθ ων η αίτηση προβάλλουν ότι δεν έγινε κανένα λάθος ή παράλειψη από τον Διαιτητή για να δικαιολογείται η ακύρωση της Διαιτητικής Απόφασης, η παραπομπή της διαφοράς σε Διαιτησία μεταξύ των δύο μερών, έγινε νομότυπα και σύμφωνα με την διαδικασία που προβλέπεται από τη σχετική Νομοθεσία και Κανονισμούς, ο δε διορισμός του Διαιτητή έγινε από τον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών και όχι από τους Καθ' ών η Αίτηση όπως ισχυρίζεται η Εφεσείουσα. Κατά την διεξαγωγή της Διαιτησίας την 4.6.2013, και την έκδοση απόφασης από τον Διαιτητή κ. Σωτηρίου τηρήθηκαν όλες οι προβλεπόμενες διαδικασίες, αφού προηγουμένως επιδόθηκε στην Αιτήτρια/Εφεσείουσα στις 14.5.2013 σχετική ειδοποίηση με την οποία καλούσε την Αιτήτρια/Εφεσείουσα να παρευρεθεί στην εν λόγω Διαιτησία και η ίδια της δεν παρέστη. Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ΧΧΧΧ Μιλτιάδους, υπαλλήλου στο τότε Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λτδ, στο Τμήμα ανάκτησης χρεών και μεταξύ των καθηκόντων της είναι η προώθηση νομικών διαδικασιών για την είσπραξη καθυστερημένων δανείων. Στις 4/6/2011, έλαβε μέρος μαζί με το συνάδελφο της κ. ΧΧΧΧ Τσαγγάρη στην διαδικασία Διαιτησίας η οποία αφορούσε την διαφορά μεταξύ του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και της αιτήτριας για το ποσό των € 94.237,86 σ, η οποία προερχόταν από τον λογαριασμό δανείου υπ' αρ. ΧΧΧΧ51-8 δυνάμει γραμματίου. Κατά την διεξαγωγή της διαδικασίας διαιτησίας ενώπιον του Διαιτητή κ. ΧΧΧΧ Σωτηρίου, η πρωτοφειλέτιδα, παρόλο που ειδοποιήθηκε νομότυπα με επίδοση σχετικής γραπτής ειδοποίησης, δεν παρουσιάστηκε και ως εκ τούτου, προχώρησε η διαδικασία και εξεδόθη απόφαση εναντίον της στην απουσία της. Η επίδοση της ειδοποίησης έγινε από τον επιδότη κ. ΧΧΧΧ X" Κωνσταντή, ο οποίος επιβεβαίωσε με ένορκη δήλωση ότι προέβη στην επίδοση της ειδοποίησης προς την αιτήτρια στις 14/5/
- Η σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης,τέθηκε ενώπιον του Διαιτητή κατά την έναρξη της εκδίκασης της υπόθεσης στις 4/06/
- Αναφέρει επίσης ότι ο Διαιτητής κ. Σωτηρίου, στα πλαίσια του άρθρου 52 του Περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου, νομότυπα διορίστηκε από τον Έφορο Εποπτείας & Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών για να διεξάγει την Διαιτησία για επίλυση της διαφοράς του Συνεργατικού Ταμιευτηρίου Λεμεσού Λτδ και της κας ΧΧΧΧ Νικολάου. Όπως πιστεύει η ίδια, ο Διαιτητής αφού είχε ενώπιον του την ένορκη δήλωση επίδοσης της ειδοποίησης, προς την αιτήτρια να παραστεί και δεν παρέστη και λαμβάνοντας υπόψη και τα αποδεικτικά στοιχεία που του παρουσιάσαμε για απόδειξη της απαιτήσεως μας, ενήργησε νομότυπα, δίκαια και νόμιμα εκδίδοντας την σχετική Διαιτητική απόφαση η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α. Η ένσταση επίσης στηρίζεται στην ένορκο δήλωση του ΧΧΧΧ Χ''Κωνσταντή ιδιώτη επιδότη στην οποία αναφέρει ότι επέδωσε στις 14.5.13 προσωπικά στην αιτήτρια την ειδοποίηση για να παρευρεθεί στη διαιτησία στις 4.6.
- αναφέρει επίσης ότι η αιτήτρια υπέγραψε κατά την παραλαβή της ειδοποίησης την οποία επισυνάπτει με την ένορκη δήλωση επίδοσης ως Τεκμήριο Α. Κατά την ακρόαση της αίτησης καταχωρήθηκαν γραπτές αγορεύσεις. Αν και αρχικά εκδοθήκαν εκ συμφώνου διατάγματα αντεξέτασης, με δηλώσεις αμφοτέρων πλευρών κατά το στάδιο της ακρόασης δεν αντεξετάστηκε οποιοσδήποτε ενόρκως δηλών. Οι γραπτές αγορεύσεις λήφθηκαν υπόψη στο σύνολο τους και όπου κριθεί αναγκαίο θα αναφερθώ σε αυτές. Αρχικά θα εξετάσω τις προδικαστικές ενστάσεις των καθ ων η αίτηση. Η πλευρά των καθ ων η αίτηση υποστηρίζει ότι η αιτήτρια χρησιμοποίησε λανθασμένο και άκυρο ένδικό μέσο ενώ θα έπρεπε να καταχωρηθεί με τον τύπο και τρόπο που προβλέπεται από τον Καν. 101
(2)των Περί Συνεργατικών Εταιρειών Κανονισμούς (Κεφ. 198), στον οποίο προβλέπεται ο τύπος Έφεσης στο σώμα της οποίας θα πρέπει να αναγράφονται οι λόγοι της Αίτησης και η αιτιολογία της. Νομολογία επί του προκειμένου ζητήματος δεν υπάρχει. Σχετική αναφορά στον Καν. 101
(2)γίνεται στην υπόθεση Κούλλουρου Ελένη ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αθηαίνου,
(2005)1 Α.Α.Δ. 987 στην οποία αν και έγινε εκτενής αναφορά στην πρωτόδικη απόφαση στην οποία αναφέρεται ότι ο εφεσείων δεν συμμορφώθηκε με τα αναφερόμενα στον κανονισμό 101
(2), το Ανώτατο Δικαστήριο ρητά ανέφερε «Αφήνουμε το θέμα της συμμόρφωσης με τον Κανονισμό 101
(2), αφού το πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε εκείνο που, όπως θα διαφανεί στη συνέχεια, είναι το μόνο το οποίο θα μπορούσε να είχε εξεταστεί ..». Συνεπώς το ζήτημα του τύπου έφεσης κατά διαιτητικής απόφασης παραμένει υπό συζήτηση. Ο Καν. 101
(2)περιλαμβάνεται στους παλαιούς Co-Operative Societies Rules, οι οποίοι θεσπίστηκαν κατά την ισχύ και επί τη βάση του Κεφ. 198 το οποίο καταργήθηκε από τον Περί Συνεργατικών Νόμο Ν. 22(Ι)/1985. Με το Νόμο αυτό θεσπίστηκαν νέοι περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμοί (Κ.Δ.Π. 142/87) οι οποίοι δεν προβλέπουν τύπο έφεσης. Στο άρθρο 59
(2)του Νόμου 22(Ι)/85 προβλέπονται τα ακόλουθα: «59.......
(2)Άπαντες οι Θεσμοί οίτινες εξεδόθησαν δυνάμει των υπό του παρόντος Νόμου καταργουμένων Νόμων και οι οποίοι ισχύουν κατά την ημερομηνίαν ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου λογίζονται, εφ' όσον δεν αντίκεινται προς τας διατάξεις του παρόντος Νόμου, ως εκδοθέντες δυνάμει του παρόντος Νόμου και εξακολουθούν να ισχύωσι μέχρις ότου τροποποιηθώσι, αντικατασταθώσι ή ακυρωθώσι υπό Θεσμών εκδιδομένων δυνάμει του παρόντος Νόμου.» (η υπογράμμιση και έμφαση είναι δική μου) Οι Κανονισμοί του 1987 ρυθμίζουν θέματα τα οποία περιλαμβάνονται και στους Κανονισμούς οι οποίοι ίσχυαν πριν την κατάργηση του Κεφ. 198. Αν και οι παλιοί κανονισμοί δεν καταργούνται ή αντικαθίστανται ρητά από τους Κανονισμούς του 1987, ως προβλέπεται στο άρθρο 59
(2)του Νόμου 22(Ι)/85, είμαι της άποψης ότι οι νέοι Κανονισμοί, έστω και σιωπηρά, αντικατέστησαν τους παλαιούς εφόσον και οι δυο στο ουσιαστικό και μεγαλύτερο μέρος τους ρυθμίζουν και προβλέπουν τα ίδια ζητήματα. Η σιωπηρή αντικατάσταση των παλαιών Κανονισμών συνάγεται επίσης από το γεγονός ότι μετά τη θέσπιση του καταργητικού και νέου νόμου το 1985, θεσπίστηκαν οι νέοι Κανονισμοί το 1987. Εάν πρόθεση του Υπουργικού Συμβουλίου ήταν η διατήρηση των παλαιών Κανονισμών τότε για ποιο λόγο να θεσπίσουν νέους οι οποίοι επαναλαμβάνω ρυθμίζουν κάθε πτυχή του Νόμου 22(Ι)/1985. Ενόψει των πιο πάνω καταλήγω ότι ο κανονισμός 101
(2)των παλαιών κανονισμών δεν είναι σε ισχύ εφόσον οι παλαιοί Κανονισμοί, ως αυτοί ίσχυαν μέχρι την θέσπιση των Κανονισμών του 1987, φαίνεται να έχουν αντικατασταθεί από τους τελευταίους. Έχοντας υπόψη ότι η παρούσα Έφεση καταχωρήθηκε με τον τύπο εναρκτήριας αίτησης προσαρμοσμένη στον τύπο ενδιάμεσης αίτησης, στην οποία περιλαμβάνεται το αίτημα της αιτήτριας, οι λόγοι έφεσης, η νομική βάση και συνοδεύεται από ένορκο δήλωση στην οποία επισυνάπτεται η γνωστοποίηση της επίδικης Διαιτητικής απόφασης, κρίνω ότι η Έφεση καταχωρήθηκε με τον ορθό τύπο έναρξης της διαδικασίας. Για τα πιο πάνω αντλώ καθοδήγηση από την υπόθεση Τράπεζα Κύπρου ν. Dynacon Limited
(1998)1Δ Α.Α.Δ. 1978. Συνεπώς η 1η προδικαστική ένσταση απορρίπτεται. Εις ότι αφορά τη μη συμπερίληψη του Διαιτητή ως διαδίκου ή επίδοση προς αυτόν της Έφεσης, σύμφωνα με τα όσα προανάφερα, ο Καν. 101
(2)στον οποίο στηρίζεται η πλευρά των καθ ων η αίτηση δεν τυγχάνει εφαρμογής. Ούτε όμως το ζήτημα αυτό θα μπορούσε από μόνο του να οδηγήσει στην απόρριψη της Έφεσης. Πέραν των πιο πάνω είμαι της άποψης ότι ενόψει του ότι η αιτήτρια δεν ήταν παρούσα στη διαιτησία με αποτέλεσμα πέραν της θέσης της ότι ο Διαιτητής προχώρησε στη διαδικασία και έκδοση της απόφασης ενώ δεν είχε ειδοποιηθεί να παρευρεθεί, γεγονός για το οποίο δόθηκε μαρτυρία από πλευράς καθ ων η αίτηση, το ζήτημα αυτό θα είχε μόνο ακαδημαϊκό ενδιαφέρον χωρίς να κρίνεται τέτοιο που θα μπορούσε να καθορίσει το αποτέλεσμα της παρούσας. Και αυτό γιατί θα μπορούσε η πλευρά των καθ ων η αίτηση να παραθέσει τη μαρτυρία του Διαιτητή ή ακόμα θα μπορούσε να δοθεί στον Διαιτητή το δικαίωμα να ακουστεί εάν αυτό κρινόταν αναγκαίο αναλόγως των περιστάσεων. Στρεφόμενη τώρα στην ουσία της Έφεσης, ουσιαστικά η αιτήτρια ζητά την ακύρωση της Διαιτητικής απόφασης ενόψει του ότι δεν κλήθηκε να παρευρεθεί στη Διαιτησία και κατά δεύτερο λόγω της διαφωνίας της με το περιεχόμενο της επίδικης απόφασης. Σημειώνω εδώ ότι προφανώς η αναφορά στο όνομα του Διαιτητή ως ΧΧΧΧ Νεοφύτου, είναι λανθασμένη, εφόσον προκύπτει από την συνημμένη γνωστοποίηση της Διαιτητικής απόφασης στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας το όνομα του Διαιτητή είναι ΧΧΧΧ Σωτηρίου. Σημασία έχει, ότι η Έφεση αφορά την επίδικη προσβαλλόμενη Απόφαση εφόσον όπως φαίνεται το ποσό και ο αριθμός δανείου που αναφέρεται στο παρακλητικό Α της αίτησης συνάδει με το περιεχόμενο της συνημμένης γνωστοποίησης της Διαιτητικής απόφασης αλλά και της Διαιτητικής Απόφασης την οποία παρουσίασαν οι καθ ων η αίτηση. Θα ξεκινήσω με τους λόγους Έφεσης Β και Γ με τους οποίους η αιτήτρια διατείνεται ότι κατά τη διαιτησία δεν αποδείχθηκε η λήψη της ειδοποίησης για τη διαιτησία από την αιτήτρια με αποτέλεσμα να αποστερηθεί του δικαιώματος της να ακουστεί. Όπως αναφέρει στην ένορκη της δήλωση ουδέποτε ενημερώθηκε για να παρευρεθεί σε οποιαδήποτε Διαιτησία. Οι πιο πάνω λόγοι Έφεσης δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτοί εφόσον σύμφωνα με την αναντίλεκτη μαρτυρία που παρουσίασε η πλευρά των καθ ων η αίτηση και κυρίως αυτήν του επιδότη ο οποίος επέδωσε προσωπικά στην αιτήτρια την ειδοποίηση για να παρευρεθεί στη Διαιτησία, τεκμηριώνεται η θέση των καθ ων η αίτηση ότι η αιτήτρια ειδοποιήθηκε δεόντως να παρευρεθεί στη Διαιτησία και δεν το έπραξε. Συνεπώς ο ισχυρισμός της επί του προκειμένου απορρίπτεται. Ως εκ των πιο πάνω οι λόγοι Έφεσης Β και Γ απορρίπτονται. Εις ότι αφορά τον λόγο Έφεσης Α. η αιτήτρια διατείνεται ότι η απόφαση του Διαιτητή είναι αναιτιολόγητη και νομικά εσφαλμένη. Εις ότι αφορά το πρώτο να σημειωθεί ότι δεν αναμένεται μια Διαιτητική απόφαση να φέρει τα χαρακτηριστικά και δομή μιας Δικαστικής απόφασης αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνει τέτοια στοιχεία τα οποία θα την καθιστούν έγκυρη. Παρατηρώ ότι τα στοιχεία της απόφασης τα οποία γνωστοποιηθήκαν στην αιτήτρια φέρει όλα τα απαραίτητα στοιχεία, όπως τα μέρη, τα στοιχεία του δανείου, το ποσό για το οποίο εκδόθηκε απόφαση, τον τόκο, έξοδα αλλά και το δικαίωμα της αιτήτριας να εφεσιβάλει την απόφαση εντός 21 ημερών από την επίδοση της γνωστοποίησης. Το ότι η απόφαση του Διαιτητή αντίκειται στο Νόμο και παραβιάζει τα Συνταγματικά Δικαιώματα της αιτήτριας και τα όσα προβάλλει με τον λόγο Έφεσης Α η αιτήτρια δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας εφόσον τίποτε απ' όλα αυτά δεν τέθηκε ενώπιον του Διαιτητή κατά τη Διαιτησία, εφόσον η αιτήτρια δεν παρευρέθηκε. Για τα πιο πάνω αντλώ καθοδήγηση από την υπόθεση Κούλλουρου Ελένη (βλ. ανωτέρω), στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα: «.σίγουρα οι όποιες θέσεις της Εφεσείουσας περί παράνομων τόκων και εικονικότητας θα έπρεπε να ετίθεντο ενώπιον του, πράγμα που δεν έγινε, και όχι ενώπιον του πρωτόδικου Δικαστηρίου ή ενώπιον μας ως εάν το πρωτόδικο Δικαστήριο ή το Εφετείο να εξέταζε πρωτογενώς το πράγμα. Εφ' όσον η Εφεσείουσα δεν παραπονείται ότι κακώς η διαιτησία διεξήχθη στην απουσία της (που δεν εκπλήττει αφού η ίδια αν και ειδοποιήθηκε δεν παρουσιάσθηκε), ο Διαιτητής δεν μπορούσε παρά να αποφασίσει με βάση τα στοιχεία που είχε ενώπιον του. Είναι ουσιαστικά ορθή λοιπόν η απόφαση του ευπαίδευτου πρωτόδικου Δικαστή ότι η Εφεσείουσα δεν μπορούσε να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου θέσεις τις οποίες δεν είχε θέσει ενώπιον του Διαιτητή. ... Τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του διαιτητή όχι μόνο δεν εδάνειζαν έρεισμα στις εισηγήσεις που κάνει η Εφεσείουσα για παράνομους τόκους και εικονικότητα αλλά και δικαιολογούσαν πλήρως την απόφαση του. Η παράλειψη της Εφεσείουσας να καθορίσει με στοιχεία το τι θεωρούσε επίδικο ενώπιον του Διαιτητή συνέχιζε λοιπόν να έχει καταλυτική επίδραση στο όλο θέμα. Ούτε ο ευπαίδευτος πρωτόδικος Δικαστής ούτε το Εφετείο θα μπορούσε να κρίνει εξ υπαρχής το θέμα εκτός αν, από τα στοιχεία που ετέθησαν ενώπιον του Διαιτητή, δεν δικαιολογείτο η απόφαση του. Εξετάσαμε το λογαριασμό που ή Εφεσίβλητη παρουσίασε το Διαιτητή και ιδιαίτερα τις καταχωρίσεις των τόκων και δεν μπορούμε να πούμε ότι υπήρχαν κεφαλαιοποιήσεις ή άλλες παράνομες ενέργειες ως προς τους τόκους και έτσι ότι ο Διαιτητής απεφάσισε λανθασμένα.» Τα πιο πάνω επαναληφθήκαν επίσης στην υπόθεση ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΚΛΕΟΒΟΥΛΟΥ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΥ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟΥ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΚΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΚΑΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΙΩΝ ΚΥΠΡΟΥ (ΣΤΕΛΜΕΚ) ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2015:A507, Πολιτική Εφεση Αρ. 304/2010, 10/7/2015. Συνεπώς ο λόγος Έφεσης Α απορρίπτεται. Με το λόγο Έφεσης Δ, διατείνεται η αιτήτρια ότι ο Διαιτητής δεν ήταν αμερόληπτος, στηριζόμενη κυρίως στο ότι διορίστηκε μονομερώς από τους καθ ων η αίτηση. Ούτε ο λόγος αυτός Έφεσης μπορεί να πετύχει. Κατ΄αρχάς ο Διαιτητής δεν διορίστηκε από τους καθ ων η αίτηση αλλά από τον Έφορο Εποπτείας και Ανάπτυξης Συνεργατικών Εταιρειών δυνάμει του άρθρου 52 του Νόμου 22(Ι)/1985. Πέραν τούτου, η αιτήτρια εφόσον είχε ειδοποιηθεί για να παρευρεθεί στη Διαιτησία και δεν το έπραξε δεν μπορεί εκ των υστέρων να αμφισβητεί το διορισμό του Διαιτητή. Συνεπώς και ο λόγος Έφεσης Δ απορρίπτεται. Εις ότι αφορά τον λόγο Έφεσης Ε δεν παρατίθενται γεγονότα ή λεπτομέρειες στην ένορκο δήλωση της αιτήτριας ούτε διασαφηνίζει ποιες πρόνοιες των περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμων 68/87 και 22/85 και Κεφ. 4 παραβιάζει η επίδικη απόφαση. Ως εκ τούτου και ο λόγος αυτός απορρίπτεται. Τέλος, εις ότι αφορά τη θέση της αιτήτριας ότι το επιδικασθέν ποσό περιλαμβάνει παράνομες χρεώσεις, σύμφωνα με την ως άνω νομολογία, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να εξεταστεί στην παρούσα εφόσον η αιτήτρια είχε την ευκαιρία να παρευρεθεί στη Διαιτησία και να θέσει υπό αμφισβήτηση το ποσό το οποίο διεκδικούσαν οι καθ ων η αίτηση. Ενόψει των πιο πάνω, καταλήγω ότι δεν έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που θα μπορούσε να εξεταστεί στο στάδιο αυτό και θα επέβαλλε την ακύρωση της Διαιτητικής απόφασης ημερ. 4.6.13. Η Αίτηση/Έφεση απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των καθ' ων η αίτηση/εφεσιβλήτων και εναντίον της αιτήτριας/εφεσείουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. ................................ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο