← Κύπρος

Ιακωβίδη, υπό την ιδιότητα του ως Προσωρινού Εκκαθαριστή των Εναγόντων Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ν. Abdallah κ.α., Αρ. Αγωγής: 5432/2010, 29/11/201

Ιακωβίδη, υπό την ιδιότητα του ως Προσωρινού Εκκαθαριστή των Εναγόντων Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd ν. Abdallah κ.α., Αρ. Αγωγής: 5432/2010, 29/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A491 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5432/2010 Μεταξύ: Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd Εναγόντων v. 1. . Abdallah 2. . Masalova 3. Tenlux Trading Ltd 4. Marfin Popular Bank Public Co Ltd Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διαταγμάτων Δικαστηρίου ημ. 30.10.13 και 2.12.13 Μεταξύ: Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd Εναγόντων v. 1. . Abdallah 2. . Masalova 3. Tenlux Trading Ltd 4. Marfin Popular Bank Public Co Ltd 5. Crownhill Investments Ltd Inc 6. Glencore Energy UK Ltd 7. . Barbir 8. Oakridge Consultancy Ltd Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 7.11.14 Μεταξύ: Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή των Εναγόντων Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd Εναγόντων v. 1. . Abdallah 2. . Masalova 3. Tenlux Trading Ltd 4. Marfin Popular Bank Public Co Ltd 5. Crownhill Investments Ltd Inc 6. Glencore Energy UK Ltd 7. . Barbir 8. Oakridge Consultancy Ltd Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 28.4.17 Μεταξύ: . Ιακωβίδη, υπό την ιδιότητα του ως Προσωρινού Εκκαθαριστή των Εναγόντων Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd Εναγόντων v. 1. . Abdallah 2. . Masalova 3. Tenlux Trading Ltd 4. Marfin Popular Bank Public Co Ltd 5. Crownhill Investments Ltd Inc 6. Glencore Energy UK Ltd 7. . Barbir 8. Oakridge Consultancy Ltd Εναγομένων Αίτηση της Εναγομένης 6 ημ. 9.3.18 για παραμερισμό της παράτασης χρόνου ανανέωσης του κλητηρίου, παραμερισμό της ανανέωσης του κλητηρίου, παραμερισμό της επίδοσης ειδοποίησης του κλητηρίου, αναστολή διαδικασίας και παραπομπή σε διαιτησία και παραμερισμό της ειδοποίησης του κλητηρίου Ημερομηνία: 29 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 6 - Αιτήτρια: κ. Ι. Οικονόμου για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Δ. Παπαθωμά για Chrysses Demetriades & Co. LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Εναγομένη 6 - Αιτήτρια ζητά: (
  2. i)Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται το διάταγμα ημ. 28.9.17 με το οποίο παρατάθηκε ο χρόνος καταχώρισης αίτησης για ανανέωση του κλητηρίου εντάλματος, ανανεώθηκε το κλητήριο και δόθηκε άδεια επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας, όσον αφορά την ίδια. (
  3. ii)Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου και ή του κλητηρίου ως άκυρη και ή παράνομη και ή αντικανονική και ή παράτυπη, όσον αφορά την ίδια. (iii) Διάταγμα με το οποίο να αναστέλλεται και ή απορρίπτεται η διαδικασία και ή παραπέμπεται η Αγωγή σε διαιτησία, όσον αφορά την ίδια, λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και ή αρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν την Αγωγή και ή λόγω του ότι η Αγωγή αφορά ζήτημα το οποίο αποτελεί αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας. (
  4. iv)Διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται η ειδοποίηση του κλητηρίου και ή το κλητήριο λόγω του ότι είναι αντικανονικό και ή παράτυπο. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΤX, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί την Εναγομένη 6 - Αιτήτρια. Η ενόρκως δηλούσα προβάλλει βασικά δύο λόγους προς υποστήριξη της Αίτησης: (α) Η ένορκη δήλωση του κ. AS που συνοδεύει τη μονομερή αίτηση ημ. 29.8.17 δεν παραθέτει και ή δεν δικαιολογεί επαρκώς · τους λόγους για τους οποίους η επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου δεν κατέστη δυνατή μέχρι την καταχώριση της εν λόγω μονομερούς αίτησης · τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν προς επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου · τον λόγο για τον οποίο οι Ενάγοντες επιδίωξαν την επίδοση της ειδοποίησης μόλις τις 29.8.17 · τον λόγο για τον οποίο η αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου καταχωρίστηκε μετά την εκπνοή της λήξης του κλητηρίου. (β) Η υπόθεση εναντίον των Εναγομένων 5 και 6 βασίζεται σε τρεις Συμφωνίες προώθησης αγαθών και διαμοιρασμού κέρδους (εφεξής «οι τρεις Συμφωνίες»), στις δύο εκ των οποίων η Εναγομένη 6 είναι συμβαλλόμενο μέρος και στις οποίες υπάρχει ρήτρα διαιτησίας, επομένως υπάρχει παραδοχή εκ μέρους των Εναγόντων πως η Αγωγή εναντίον της Εναγομένης 6 αφορά ζήτημα που είναι το αντικείμενο συμφωνίας περί διαιτησίας. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Δεν συντρέχει οποιοσδήποτε έγκυρος λόγος για την έγκριση του αιτητικού υπ΄ αρ. (i). 2) Η Αιτήτρια δεν εξειδικεύει, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, τους νομικούς ισχυρισμούς της για άκυρη και ή παράνομη και ή αντικανονική επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου και ή του κλητηρίου και δεν αποκαλύπτεται οποιαδήποτε και ή επαρκής μαρτυρία και ή γεγονότα που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 3) Η επίδοση έγινε καθόλα νόμιμα στην Αιτήτρια σύμφωνα με το διάταγμα ημ. 28.9.17 και τον ΕΚ1393/07. 4) Η Αίτηση είναι καταχρηστική και έχει σκοπό την περαιτέρω καθυστέρηση της διαδικασίας. 5) Τα αγώγιμα δικαιώματα των Εναγόντων, όπως εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης, δεν αποτελούν και ή δεν αποτελούν αποκλειστικά το αντικείμενο των ρητρών διαιτησίας στις εν λόγω Συμφωνίες με αποτέλεσμα το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Ν.101/87να μην τυγχάνει εφαρμογής. 6) Σε κάθε περίπτωση, ρήτρα διαιτησίας δεν καταργεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου, ενώ από τη στιγμή που η υπόθεση εναντίον της Εναγομένης 6 στηρίζεται και στα αγώγιμα δικαιώματα του δόλου, της συνωμοσίας με τη χρήση παράνομων μέσων και ή για την πρόκληση ζημιάς με τη χρήση παράνομων μέσων και για απάτη από τους Εναγόμενους 1-8, εκ των οποίων οι Εναγόμενοι 1-4 είναι κάτοικοι Κύπρου, δεν συντρέχουν καλοί λόγοι για αναστολή. 7) Τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγήσει αδικαιολόγητα σε κατακερματισμό της διαδικασίας και σε παραβίαση του συνταγματικού δικαιώματος των Εναγόντων να προσφύγουν στο Δικαστήριο με σκοπό την εξέταση του συνόλου των αλληλοσυνδεόμενων θεμάτων που εγείρονται εναντίον όλων των Εναγομένων. 8) Ο τίτλος της υποστηρικτικής ένορκης δήλωσης είναι εσφαλμένος καθότι η αρίθμηση των μερών είναι λανθασμένη. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. ΧΙ, Εκκαθαριστή της εταιρείας Soboh Petroleum (Cyprus) Ltd. Ο ενόρκως δηλών αρνείται τους ισχυρισμούς της κας Χ και παραθέτει λεπτομερώς το ιστορικό της παρούσας Αγωγής, ισχυριζόμενος πως αυτό παρατέθηκε και στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης ημ. 29.8.17. Ο κ. Ι ισχυρίζεται πως στην εν λόγω ένορκη δήλωση επεξηγήθηκαν προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου οι λόγοι για τους οποίους (
  5. i)η επίδοση δεν ήταν εφικτή μέχρι την καταχώριση της αίτησης, (
  6. ii)οι Ενάγοντες δεν επιδίωξαν επίδοση ενωρίτερα της 29.8.17 και (iii) η αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου καταχωρίστηκε μετά την εκπνοή της λήξης του κλητηρίου. Επαναλαμβάνει τις αλλαγές στην εκπροσώπηση των Εναγόντων και την ύπαρξη τριών αιτήσεων για ασφάλεια εξόδων, ως την αιτία για πρόκληση αφενός αυτής της καθυστέρησης στην ανανέωση του κλητηρίου και αφετέρου αβεβαιότητας ως προς την πορεία της Αγωγής, καθότι τυχόν διάταγμα καταβολής ποσού πέραν των €30.000 θα καθιστούσε αδύνατη την τήρηση του διατάγματος και συνακόλουθα τη συνέχιση της Αγωγής. Αυτή η εξάρτηση της προώθησης της Αγωγής από την έκβαση των αιτήσεων για ασφάλεια εξόδων προβάλλεται ως λόγος και για τη μη καταβολή προσπάθειας επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου και ή του κλητηρίου στην Εναγομένη 6 ενωρίτερα. Ο ενόρκως δηλών επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης και ισχυρίζεται ακόμα πως η Εναγομένη 6 επιδιώκει καταχρηστικά να εκμεταλλευτεί την ύπαρξη της ρήτρας διαιτησίας για να αποφύγει τις αδικοπρακτικές της ευθύνες οι οποίες απορρέουν από τη δόλια συμπεριφορά της και τη συνέργεια της με τους Εναγόμενους 1-3. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων τις οποίες οι δικηγόροι κατέθεσαν στο Δικαστήριο. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, στις 29.8.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διατάγματα, μεταξύ άλλων, για παράταση του χρόνου καταχώρισης αίτησης για ανανέωση του κλητηρίου, για ανανέωση του κλητηρίου για έξι μήνες και για επίδοση της ειδοποίησης του κλητηρίου και ή του κλητηρίου εκτός δικαιοδοσίας αναφορικά με τους Εναγόμενους 5-8. Όπως ορθώς επισημαίνει ο δικηγόρος της Αιτήτριας, η εξουσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει και ή παραμερίσει μονομερές διάταγμα του για παράταση του χρόνου καταχώρισης αίτησης για ανανέωση του κλητηρίου, διάταγμα για ανανέωση του κλητηρίου και διάταγμα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας παρέχεται από τη Δ.48 θ.8

(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική πρόνοια δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό και ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Καθοδηγητικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Hadjisoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Βούρου
(2003)1(B) A.Α.Δ. 1176, Αναφορικά με την Αίτηση του Αδάμου Μανώλη κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1443 και Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1995. Σύμφωνα με τη Δ.4 θ.1, κάθε κλητήριο ένταλμα ισχύει για 12 μήνες από την ημερομηνία έκδοσης του και, κατόπιν αίτησης του ενάγοντος πριν τη λήξη των 12 μηνών, το Δικαστήριο δύναται να το ανανεώσει για ακόμα έξι μήνες και ούτω καθεξής. Η ανανέωση του κλητηρίου διατάσσεται μόνο εάν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί πως έγιναν εύλογες προσπάθειες για την επίδοση στον συγκεκριμένο εναγόμενο, ή για άλλους καλούς λόγους. Το λεκτικό της Δ.4 θ.1 έχει ως εξής: «No writ of summons shall be in force for more than 12 months from the day of its issue including that day; but if any defendant named in it has not been served, the plaintiff may, before the 12 months expire, apply for an order to renew the writ; and the Court, if satisfied that reasonable efforts have been made to serve such defendant, or for other good reasons, may order that the writ be renewed for six months from the date of such renewal inclusive, and so from time to time during the currency of the renewed writ.» Με βάση τη Δ.57 θ.2, παρέχεται η δυνατότητα στον ενάγοντα να αιτηθεί ανανέωση του κλητηρίου και μετά τη λήξη των 12 μηνών και μάλιστα να υποβάλει τόσο το αίτημα για παράταση χρόνου καταχώρισης της αίτησης όσο και το αίτημα για ανανέωση του κλητηρίου στην ίδια αίτηση, όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Andreas Stylianides v. Ekaterini Charly Skot Trading κ.ά.
(1982)1 C.L.R. 786. Σύμφωνα με τη Δ.57 θ.2, το Δικαστήριο διατάσσει παράταση της προθεσμίας των Θεσμών υπό τέτοιους όρους όπως ήθελε κρίνει δίκαιο («upon such terms (if any) as the justice of the case may require»). Όπως προκύπτει από τις υποθέσεις Stylianides (ανωτέρω), The Owners Shippers κ.ά. v. Brave Nav. Ltd κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 421, Yiannoplast Ltd v. Του Πλοίου "Reda Allah"
(1991)1 C.L.R. 786 και Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Στυλιανού
(2005)1 Α.Α.Δ. 273, κατά την εξέταση αίτησης για ανανέωση του κλητηρίου το Δικαστήριο οφείλει να διερευνά τους λόγους μη επίδοσης της αγωγής και το κατά πόσο ο ενάγων κατέλαβε εύλογες προσπάθειες επίδοσης αυτής ή κατά πόσο συντρέχει άλλος ικανοποιητικός λόγος ως προς τη μη επίδοση, καθώς επίσης και κατά πόσο επηρεάζονται τα δικαιώματα του εναγομένου. Αυτή η υποχρέωση του ενάγοντος αυξάνεται αναλόγως της καθυστέρησης που παρατηρείται στην καταχώριση της αίτησης και, ειδικά στις περιπτώσεις όπου η αίτηση υποβάλλεται μετά τη λήξη των 12 μηνών, το Δικαστήριο οφείλει να διασφαλίσει πως μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις εγκρίνει τη χρονική επέκταση της έναρξης της διαδικασίας. Το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση The Owners Shippers (ανωτέρω) στην οποία γίνεται παραπομπή και στην Αγγλική υπόθεση Jones v. Jones
(1970)3 All E.R. 47 είναι διαφωτιστικό: «Μετά τη λήξη του κλητηρίου πρέπει να καταδειχθούν εξαιρετικές συνθήκες που να δικαιολογούν την αιτούμενη ανανέωση και επέκταση του χρόνου σύμφωνα με τη διαταγή Δ.64 θ.7. Αν και η εν λόγω διαταγή δίδει ευρεία διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο, η εξουσία αυτή ασκείται μόνο εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχουν καλοί λόγοι για την επέκταση του χρόνου και την ανανέωση του κλητηρίου παρά το ότι η αίτηση γίνεται μετά τη λήξη του. . Πιο πρόσφατα το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Jones v. Jones and Another [1970] 3 All E.R. 47 τόνισε και πάλι τις αρχές αυτές. Ο Salmon L.J. είπε τα ακόλουθα στις σελίδες 51, 52: "So, as a rule, the extension will not be granted. It is for the person asking for it to show, as Lord Denning, M.R. said, 'sufficient reason' or 'good cause', or as Lord Goddard said 'good reason' .... to excuse the delay. I ought perhaps finally to refer briefly to Heaven v. Road and Rail Wagons Ltd., the decision of Megaw J. which was quoted with approval by Lord Denning M.R. in the passage in his judgment which I have just read in Baker's case. The only part of Megaw J.'s judgment which I need read is as follows: 'The rules of Court provide twelve months - a not ungenerous time, it might be thought - within which the plaintiff can hold up proceedings by not serving his writ. Surely, beyond that period the same public policy requires that the Court should ensure that it is only in really exceptional cases that the effective start of litigation should be yet further delayed; especially where the twelve months allowed for service extends beyond the end of the limitation period; and, above all, where the application is not made until after the period of twelve months, and with it the validity of the writ, has expired.'» Το ζήτημα κατά πόσο οι Ενάγοντες παρέθεσαν ικανοποιητικούς λόγους προς υποστήριξη του αιτήματος τους για παράταση του χρόνου, ανανέωση του κλητηρίου και επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, θα εξεταστεί με βάση το υλικό που τέθηκε στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 29.8.17, στον βαθμό που αφορά στην Εναγομένη 6, όπως αποφασίστηκε στις υποθέσεις Amathus Navigation Co. Ltd v. Concord Express Liners κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030, Sons of Afif Yamout κ.ά. ν. Schiffahrts - Ges. Elbe M.B.H. & Co.
(1994)1 Α.Α.Δ. 191 και Her Brittanic Majesty's Secretary of State for Defence v. A. P. Lanitis Investments Ltd
(1999)1(B) Α.Α.Δ. 995. Πριν την εξέταση της ουσίας του ζητήματος, κρίνεται σκόπιμο να ασχοληθώ με δύο άλλα θέματα τα οποία αποτελούν λόγους ένστασης. Το πρώτο αφορά τη λανθασμένη αρίθμηση των Εναγομένων στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση. Πράγματι σε αυτή η αρίθμηση των Εναγομένων αρχίζει από το «5-8» και στη συνέχεια, από την πρώτη τροποποίηση και μετέπειτα, από το «9-16». Η δικηγόρος των Εναγόντων επικαλέστηκε τη Δ.63 θ.1 δυνάμει της οποίας κάθε αγωγή, όπως και οποιοδήποτε έγγραφο σε αυτή ακόμα και κατόπιν τροποποίησης του τίτλου, θα πρέπει να φέρει τα ονόματα των μερών, τον αριθμό της αγωγής και τον χρόνο καταχώρισης αυτής. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτή η πρόνοια έχει τηρηθεί και η λανθασμένη αρίθμηση σαφώς συνιστά καθαρά τυπικό και τυπογραφικό λάθος, το οποίο αποτελεί απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη με βάση τα όσα αναφέρονται στη Δ.64 και στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Και τούτο καθότι αυτό το ζήτημα ηγέρθη μεν από τους Ενάγοντες στην ένσταση τους, πλην όμως ουδόλως επηρεάζει τα δικαιώματα τους στα πλαίσια της Αίτησης, καθότι έλαβαν μέρος σε αυτή και προέβαλαν όλες τις θέσεις τους και ειδικότερα ήγειραν το συγκεκριμένο ζήτημα και στην αγόρευση τους υπό μορφή απλής επισήμανσης, χωρίς όμως να εισηγούνται πως αυτό επιφέρει οποιεσδήποτε συνέπειες και δη καταλυτικές ως προς την περαιτέρω πορεία και προώθηση της Αίτησης. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτή η παρατυπία είναι καθαρά τυπικής μορφής και πως είναι δίκαιο όπως ασκήσει την εξουσία που του παρέχεται από τη Δ.64 με την έκδοση διατάγματος για θεραπεία αυτής, το οποίο και εκδίδεται. Το δεύτερο θέμα αφορά τη γενικότητα με την οποία προβάλλονται οι συγκεκριμένοι λόγοι τόσο στην Αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Θεωρώ πως παρόλο που αυτοί δεν παρατίθενται με ιδιαίτερη λεπτομέρεια, υπό την έννοια πως δεν δίδονται εκ μέρους της Αιτήτριας λεπτομερείς επεξηγήσεις ως προς την παράλειψη και ή μη επαρκή αιτιολόγηση για σκοπούς της μονομερούς αίτησης, εντούτοις εξειδικεύονται με επαρκή σαφήνεια ούτως ώστε να γίνεται πλήρως αντιληπτή η θέση της Αιτήτριας και να παρέχεται η δυνατότητα στους Ενάγοντες απάντησης και αντίκρουσης αυτών των λόγων με την προβολή των δικών τους θέσεων, όπως παρατηρείται στην υπό κρίση περίπτωση. Ερχόμενη τώρα στην εξέταση των προβαλλόμενων αυτών λόγων, σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης, η μονομερής αίτηση ημ. 29.8.17 (εφεξής «η μονομερής αίτηση») συνοδεύετο από ένορκη δήλωση του κ. AS, διευθυντή και ιδιοκτήτη της εταιρείας Soboh Petroleum. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αρχικά ισχυρίζεται πως οι Ενάγοντες έχουν συζητήσιμη υπόθεση εναντίον της Εναγομένης 6 στη βάση της θέσης ότι αυτή με την Εναγομένη 5 συνωμότησε με τους Εναγόμενους 1-3 να πληρώσουν το ποσό των US$1.356.953 στην Εναγομένη 3, ιδιοκτησίας των Εναγομένων 1 και 2, χωρίς τη γνώση και συγκατάθεση των Εναγόντων ενώ αυτό το ποσό έπρεπε να είχε πληρωθεί στους Ενάγοντες δυνάμει των τριών Συμφωνιών. Ο ενόρκως δηλών επισυνάπτει αντίγραφα των τριών Συμφωνιών και παραθέτει (στις παρ. 5-65 της ένορκης του δήλωσης) τους ισχυρισμούς του ως προς τη συνωμοσία των Εναγομένων 5 και 6 με τους Εναγόμενους 1-3 με δόλια και παράνομα μέσα εναντίον των Εναγόντων, επισυνάπτοντας σχετικά έγγραφα προς υποστήριξη των ισχυρισμών του. Σημειώνεται πως αυτό το σκέλος, ήτοι η προβολή ισχυρισμών προς υποστήριξη της ύπαρξης συζητήσιμης υπόθεσης, δεν αποτελεί αντικείμενο ενασχόλησης και ή αμφισβήτησης από την Αιτήτρια στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης. Στις παρ. 70-74 ο ενόρκως δηλών παραθέτει τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται και ισχυρίζεται πως δικαιολογούν αφενός την καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για ανανέωση του κλητηρίου και αφετέρου τη μη λήψη μέτρων για επίδοση αυτού στους Εναγόμενους 5-
  2. Όπως φαίνεται στην ένορκη δήλωση, στην παρ. 70, η οποία καταλαμβάνει τρεις σελίδες (τέλος 26-29) παρατίθεται αναλυτικά όλο το ιστορικό της διαδικασίας από την αίτηση τροποποίησης του τίτλου της Αγωγής με την προσθήκη των Εναγομένων 5-8 μέχρι και την επίδοση του τροποποιημένου κλητηρίου και έκθεσης απαίτησης στους Εναγόμενους 1-4 στις 2.5.17, το οποίο επιβεβαιώνεται από τον φάκελο. Για σκοπούς της παρούσας απόφασης, το ιστορικό της διαδικασίας (το οποίο παρατίθεται στην εν λόγω ένορκη δήλωση αναλυτικά) έχει συνοπτικά ως εξής:
  3. Κατόπιν διαταγής του Δικαστηρίου ημ. 30.10.13 για προσθήκη των Εναγομένων 5-8, τροποποιημένο κλητήριο καταχωρίστηκε την 1.11.
  4. Στις 8.3.13, 11.3.13 και 10.4.13 καταχωρίστηκαν τρεις ξεχωριστές αιτήσεις από τους Εναγόμενους 3, 1 και 4 αντίστοιχα για ασφάλεια εξόδων και αναστολή ή απόρριψη της διαδικασίας.
  5. Στις 31.12.13 εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας Soboh Petroleum και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως προσωρινός Εκκαθαριστής στα πλαίσια της Αίτησης Εκκαθάρισης υπ΄ αρ. 36/12 Ε.Δ. Λεμεσού. Εδώ προβάλλεται επίσης ισχυρισμός πως λόγω αυτού, η διαδικασία δεν μπορούσε να προχωρήσει χωρίς άδεια του Δικαστηρίου με βάση το άρθρο 220 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  6. Στις 14.10.14, στα πλαίσια της Αίτησης 36/12, εκδόθηκε διάταγμα για συνέχιση της διαδικασίας στην παρούσα Αγωγή.
  7. Στις 10.11.14 εκδόθηκε διάταγμα τροποποίησης του τίτλου με την αλλαγή του ονόματος των Εναγόντων και την προσθήκη του Επίσημου Παραλήπτη ως προσωρινού Εκκαθαριστή.
  8. Στις 13.1.15 εκδόθηκε διάταγμα παράτασης του χρόνου και ανανέωσης του κλητηρίου για έξι μήνες.
  9. Κατόπιν αναβολών, κατά το 2016 αφού δόθηκε άδεια για καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων στα πλαίσια των αιτήσεων για ασφάλεια εξόδων και το Δικαστήριο επιφύλαξε απόφαση σε αυτές, στις 27.4.16 καταχωρίστηκε και άλλη αίτηση από τον Εναγόμενο 3 για απόρριψη της Αγωγής η οποία ορίστηκε στις 10.6.
  10. Στις 26.5.16 σε Γενική Συνέλευση των πιστωτών της Soboh Petroleum διορίστηκαν οι κκ. Ι και Κ ως Εκκαθαριστές.
  11. Στις 29.6.16 το Δικαστήριο ενέκρινε τον διορισμό τους. Μετά τον διορισμό τους προέκυψε θέμα πιθανής σύγκρουσης συμφερόντων του κ. Κ.
  12. Στις 11.11.16 ο κ. Κ παραιτήθηκε από Εκκαθαριστής.
  13. Στις 25.11.16 το Δικαστήριο εξέδωσε αποφάσεις στις αιτήσεις για ασφάλεια εξόδων, δυνάμει των οποίων διέταξε την καταβολή εντός 60 ημερών του ποσού των €10.000 για καθένα των τριών Εναγομένων, ήτοι συνολικά ποσού €30.000, και αναστολή της διαδικασίας μέχρι την καταβολή αυτού.
  14. Στις 13.12.16 η παραίτηση του κ. Κ έγινε αποδεκτή από τους πιστωτές της εταιρείας Soboh Petroleum.
  15. Στις 22.12.16 ο κ. Ι κατέβαλε το εν λόγω ποσό.
  16. Στις 9.1.17 καταχωρίστηκε αίτηση τροποποίησης του τίτλου με την προσθήκη του ονόματος του κ. Ι ως Εκκαθαριστή.
  17. Στις 2.2.17 καταχωρίστηκε έκθεση απαίτησης.
  18. Στις 24.3.17 εκδικάστηκε η αίτηση των Εναγομένων 3 και στις 28.4.17 το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση με την οποία απέρριψε την εν λόγω αίτηση και διέταξε την καταχώριση τροποποιημένου κλητηρίου και έκθεσης απαίτησης.
  19. Στις 2.5.17 το τροποποιημένο κλητήριο και έκθεση απαίτησης επιδόθηκε στους Εναγόμενους 1-
  20. Κατόπιν αυτής της αναλυτικής παράθεσης, ο κ. Ι ισχυρίζεται πως η καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για επίδοση της Αγωγής στους Εναγόμενους 5-8 οφείλεται στις αλλαγές στην εκπροσώπηση της εταιρείας και στη διαδικασία των τριών αιτήσεων για ασφάλεια εξόδων, καθότι αναμένετο η ολοκλήρωση των αιτήσεων για ασφάλεια εξόδων για να διαφανεί κατά πόσο αρχικώς ο Επίσημος Παραλήπτης και ακολούθως ο Εκκαθαριστής θα μπορούσε να ικανοποιήσει οποιαδήποτε διαταγή του Δικαστηρίου. Τα πιο πάνω δεδομένα καταδεικνύουν χωρίς δυσκολία πως στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 29.8.17 οι Ενάγοντες παραθέτουν και προβάλλουν τους λόγους για τους οποίους δεν προέβησαν σε αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου και επίδοση αυτού αναφορικά με την Εναγομένη 6 ενωρίτερα. Όσον αφορά την επίκληση του άρθρου 220 του Κεφ. 113, είναι μεν ορθή η θέση της Αιτήτριας πως αυτό αφορά σε διαδικασίες οι οποίες στρέφονται εναντίον υπό εκκαθάριση εταιρείας, πλην όμως επισημαίνω πως πράγματι εκδόθηκε διάταγμα Δικαστηρίου για τη συνέχιση της διαδικασίας στην παρούσα Αγωγή στα πλαίσια της Αίτησης Εκκαθάρισης 36/
  21. Επομένως, υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα των 9 περίπου μηνών από τον διορισμό του Επίσημου Παραλήπτη ως Προσωρινού Εκκαθαριστή μέχρι και την έκδοση του διατάγματος για συνέχιση της διαδικασίας, δεν είναι τέτοιο που να δεικνύει δίχως άλλο υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην περαιτέρω λήψη διαβημάτων ως προς την προώθηση της παρούσας Αγωγής. Εν πάση περιπτώσει και ανεξάρτητα από την πιο πάνω διαπίστωση, δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η τοποθέτηση των Εναγόντων αναφορικά με τις αιτήσεις για ασφάλεια εξόδων. Σαφώς αυτές αφορούσαν τις Εναγόμενες 1, 3 και 4, όπως ορθώς επισημαίνει η Αιτήτρια η οποία, όμως, συνάμα παραβλέπει τη θέση των Εναγόντων πως η τύχη αυτών των αιτήσεων καθόριζε και την περαιτέρω πορεία της Αγωγής εναντίον όλων των Εναγομένων, καθότι ενδεχόμενη διαταγή του Δικαστηρίου για καταβολή ποσού πέραν των €30.000 ως ασφάλεια εξόδων θα απέληγε στην αδυναμία του εκάστοτε Εκκαθαριστή συμμόρφωσης με αυτή και συνακόλουθα στην αδυναμία προώθησης της Αγωγής εναντίον όλων των Εναγομένων. Αυτή η θέση των Εναγόντων δεν αντικρούστηκε με οποιονδήποτε τρόπο από την άλλη πλευρά. Επομένως, ενόσω εκκρεμούσαν οι αιτήσεις για ασφάλεια εξόδων και με αβέβαιη την πορεία και βιωσιμότητα της Αγωγής, θα ήταν όντως αχρείαστη η συνέχιση της διαδικασίας εναντίον της Εναγομένης 6, προσθέτοντας έτσι περαιτέρω έξοδα στα πλαίσια της Αγωγής. Η Αιτήτρια απομονώνει τον διαρρεύσαντα χρόνο των 1691 ημερών από τη γένεση της Αγωγής και των 778 ημερών από τη δεύτερη λήξη του κλητηρίου για να καταδείξει παντελή έλλειψη τεκμηρίωσης της αδράνειας των Εναγόντων στη λήψη μέτρων για προώθηση της Αγωγής εναντίον της Αιτήτριας. Το Δικαστήριο θεωρεί πως ο χρόνος από μόνος του δεν αποτελεί το καθοριστικό στοιχείο καθότι αυτός θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και ιδωθεί στα πλαίσια του συνόλου των περιστάσεων της υπό κρίση περίπτωσης. Μόνο εάν αυτός ο χρόνος παραμένει αδικαιολόγητος η θέση της Αιτήτριας αποκτά έρεισμα, πράγμα που δεν ισχύει. Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως η υπόθεση The Cyprus Potato Marketing Board v. Pan Arab Shipping Co κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 622, στην οποία η Αιτήτρια παρέπεμψε, διακρίνεται ως προς τα γεγονότα. Στην εν λόγω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε αίτηση για ανανέωση του κλητηρίου καθότι οι αιτητές δεν κατέδειξαν πως κατέβαλαν εύλογες προσπάθειες επίδοσης του εντός των 12 μηνών ισχύος αυτού και παρέμειναν παντελώς αδρανείς για 8 μήνες μέχρι και λίγο πριν την εκπνοή των 12 μηνών όταν και έκαναν προσπάθειες επίδοσης. Το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση λέγοντας πως δεν ικανοποιήθηκε ότι οι αιτητές έκαναν εύλογες προσπάθειες για επίδοση ή ότι υπήρχε άλλος καλός λόγος ανανέωσης του κλητηρίου. Στην παρούσα όμως, ουδόλως παρατηρείται αδράνεια των Εναγόντων αλλά αντιθέτως μια συνεχής εξέλιξη γεγονότων και μια σειρά παραγόντων οι οποίοι επέβαλλαν την καθυστέρηση στην προώθηση της Αγωγής εναντίον της Εναγομένης 6, όπως επεξηγείται αμέσως κατωτέρω. Με βάση όλο το ιστορικό της διαδικασίας, όπως παρατίθεται αναλυτικά ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται κατ΄ αρχάς πως οι Ενάγοντες δεν κατέδειξαν αδράνεια και έλλειψη ενδιαφέροντος στην προώθηση της παρούσας Αγωγής. Αντιθέτως, διαφαίνεται η συνεχής λήψη μέτρων αναλόγως των διαφόρων εξελίξεων, ήτοι της διαδικασίας εκκαθάρισης της εταιρείας, του διορισμού Προσωρινού Εκκαθαριστή, του διορισμού των δύο Εκκαθαριστών και της παραίτησης του ενός, εξελίξεις οι οποίες απαιτούσαν κάποιο χρόνο όσον αφορά την πραγμάτωση τους, όπως π.χ. διαδικασία διορισμού, συνελεύσεις των πιστωτών, αλλά και τον επανακαθορισμό της θέσης των Εναγόντων στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής καθώς επίσης και αιτήσεις τροποποίησης του τίτλου. Αυτά τα δεδομένα, σε συνδυασμό με την εκκρεμότητα των αιτήσεων για ασφάλεια εξόδων το αποτέλεσμα των οποίων ήταν καθοριστικό ως προς την περαιτέρω πορεία της Αγωγής, κρίνονται πως αποκαλύπτουν και προσφέρουν βάσιμη και καλή εξήγηση για την παρατηρηθείσα καθυστέρηση στη λήψη διαβημάτων για προώθηση της Αγωγής εναντίον της Εναγομένης 6 και συνακόλουθα για μη προσπάθεια επίδοσης σε αυτή ενωρίτερα. Εδώ αξίζει να σημειωθεί η αναγνώριση του δικηγόρου της Αιτήτριας στην αγόρευση του πως τέτοια «διατυπωμένα διαδικαστικά διαβήματα συνιστούν σύνηθες απότοκο μιας διαδικασίας εκκρεμούσης εδώ και 8 έτη», θέση η οποία υποδηλοί πως η καθυστέρηση στην ολοκλήρωση αυτών των εξελίξεων και ενδιάμεσων διαδικασιών είναι υπό τις περιστάσεις δικαιολογημένη. Αυτή η ομολογουμένως «μαραθώνια διαδικασία» λόγω των πολλών εξελίξεων στην υπόθεση αποκαλύπτει επίσης και εξαιρετικούς λόγους για τους οποίους οι Ενάγοντες δεν προχώρησαν με ανανέωση του κλητηρίου πριν τη δεύτερη λήξη του και προσπάθεια επίδοσης της Αγωγής ενωρίτερα. Είναι σε αυτά τα πλαίσια που θα πρέπει να ιδωθεί η παράλειψη λήψης μέτρων για επίδοση, η οποία (παράλειψη) δικαιολογείται με βάση όσα αναφέρονται ανωτέρω. Επομένως, είναι ξεκάθαρο πως στην παρούσα περίπτωση ο καλός λόγος για αίτημα ανανέωσης δεν περιστρέφεται ούτε και κρίνεται με βάση τις ενέργειες για επίδοση αλλά με βάση άλλους καλούς λόγους, όπως ρητώς προνοεί η Δ.4 θ.1. Σε αυτό το πλαίσιο θεωρώ πως η παραδοχή των Εναγόντων για μη λήψη οποιωνδήποτε μέτρων προς επίδοση της Αγωγής στην Εναγομένη 6 μέχρι και την καταχώριση της μονομερούς τους αίτησης ημ. 29.8.17 δεν συνιστά λόγο μη ικανοποίησης των προνοιών της Δ.4 θ.1, όπως ισχυρίζεται η Αιτήτρια, αλλά θέση η οποία υποστηρίζεται από άλλους καλούς λόγους ως προς αυτή τη στάση της. Χρήσιμη παραπομπή γίνεται στην Αγγλική υπόθεση Buttersby v. Anglo-American Oil Co. Ltd
(1944)2 All E.R. 387 στην οποία γίνεται μια διαφωτιστική ανάλυση της σημασίας έγκαιρης ανανέωσης και επίδοσης του κλητηρίου και τι συνιστά καλό λόγο για υποβολή τέτοιου αιτήματος: «. In every case care should be taken to see that the renewal will not prejudice any right of defence then existing, and in any case it should only be granted where the court is satisfied that good reasons appear to excuse the delay in service, as, indeed, is laid down in the order. The best reason, of course, would be that the defendant has been avoiding service, or that his address is unknown, and there may well be others. But ordinarily it is not a good reason that the plaintiff desires to hold up the proceedings while some other case is tried, or to await some future development. It is for the Court and not for one of the litigants to decide whether there should be a stay, and it is not right that people should be left in ingorance that proceedings have been taken against them if they are here to be served. .» Με βάση το πιο πάνω απόσπασμα, διαφαίνεται πως η παρούσα Αγωγή διαχωρίζεται από την προαναφερόμενη υπόθεση η οποία αναγνωρίζει πως πέραν των περιπτώσεων που σχετίζονται με την επίδοση υπάρχουν και άλλοι λόγοι που δικαιολογούν την ανανέωση του κλητηρίου. Στην εν λόγω υπόθεση τονίστηκε πως τέτοιο λόγο δεν αποτελεί η αναμονή άλλης αγωγής ή κάποια άλλη μελλοντική εξέλιξη, στοιχεία τα οποία δεν παρουσιάζονται στην υπό κρίση περίπτωση, όπου δεν παρατηρείται αδράνεια ή αναμονή άλλων εξελίξεων άσχετων και ασύνδετων με την εξέλιξη και προώθηση της παρούσας Αγωγής. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, είναι σαφές πως στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης ημ. 28.9.17 οι Ενάγοντες κατάφεραν να καταδείξουν πως συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις για τη μη λήψη μέτρων ανανέωσης του κλητηρίου εναντίον της Εναγομένης 6 ενωρίτερα και ειδικότερα πριν την εκπνοή της λήξης της δεύτερης ανανέωσης του κλητηρίου, καθώς επίσης και καλοί και βάσιμοι λόγοι για την υποβολή αίτησης ανανέωσης και επίδοσης στις 28.9.17, κυρίως η ολοκλήρωση της διαδικασίας μέχρι και τον διορισμό Εκκαθαριστή της εταιρείας, η ολοκλήρωση της δικογραφίας αναφορικά με την τροποποίηση του τίτλου της Αγωγής και τελικώς την περίληψη του ονόματος του κ. Ι, και η ολοκλήρωση των αιτήσεων για ασφάλεια εξόδων και της αίτησης της Εναγομένης 3. Η καθυστέρηση στην προκειμένη περίπτωση κρίνεται δικαιολογημένη και ως εκ τούτου αυτή από μόνη της δεν αποτελεί παράγοντα ο οποίος να επηρεάζει δυσμενώς τα όποια δικαιώματα της Εναγομένης 6 η οποία σημειωτέον πως, εκτός από την καθυστέρηση, δεν προβάλλει οποιονδήποτε άλλο λόγο για τον οποίο επηρεάζονται δυσμενώς τα δικαιώματα της. Όπως διαφαίνεται μέσα από τη νομολογία, και ειδικότερα τις υποθέσεις Kleinwort Benson Ltd v. Barbrak Ltd
(1987)2 All E.R. 289 και Waddon v. Whitecroft-Scovill Ltd
(1988)1 All E.R. 996 οι οποίες υιοθετήθηκαν στην υπόθεση The Cyprus Potato Marketing Board v. Pan Arab Shipping Co κ.ά. (ανωτέρω), κάθε υπόθεση κρίνεται με τα δικά της δεδομένα. Η Αιτήτρια προβάλλει τον χρόνο που διέρρευσε ως λόγο για την ακύρωση και ή τον παραμερισμό της επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, επικαλούμενη τη Δ.16 θ.
  1. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα τις διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς το δικαιολογημένο του χρόνου και τη μη πρόκληση δυσμενούς επηρεασμού των δικαιωμάτων της Αιτήτριας, αυτό το αιτητικό δεν δύναται να εγκριθεί ούτε και σε αυτή τη βάση. Μόνο στα πλαίσια της αγόρευσης του ο δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε πως η μονομερής αίτηση ημ. 29.8.17 δεν περιείχε στη νομική της βάση τον ΕΚ44/2001 ο οποίος θα έδιδε δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια να επιληφθεί της υπόθεσης εναντίον της Εναγομένης 6, λόγος ο οποίος κατά την εισήγηση οδηγεί στον παραμερισμό των εκδοθέντων διαταγμάτων αναφορικά με την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας βάσει και πάλι της Δ.16 θ.
  2. Το Δικαστήριο υιοθετεί τη θέση των Εναγόντων πως από τη στιγμή που τέτοιος λόγος δεν εγείρεται ούτε και περιλαμβάνεται στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, τότε δεν δύναται να τύχει εξέτασης. Ο ισχυρισμός της Αιτήτριας πως νομικοί ισχυρισμοί δεν περιλαμβάνονται σε μια αίτηση νοουμένου ότι σε αυτή περιλαμβάνεται η ορθή νομική βάση προς υποστήριξη αυτών δεν με βρίσκει σύμφωνη. Σαφώς νομική επιχειρηματολογία δεν περιλαμβάνεται σε μια ένορκη δήλωση η οποία περιορίζεται σε γεγονότα, πλην όμως αυτό δεν εξουδετερώνει την ανάγκη εξειδίκευσης, υπό την έννοια της παράθεσης και αναφοράς, του λόγου στον οποίο στηρίζεται κάποιο αιτητικό, (π.χ με αναφορά στο ότι στη μονομερή αίτηση ημ. 29.8.17 ελλείπει η νομική βάση που δίδει δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να επιληφθεί της Αγωγής και της αίτησης αναφορικά με την Εναγομένη 6) χωρίς επιχειρηματολογία η οποία θα γίνει στα πλαίσια των αγορεύσεων, ούτως ώστε να γνωρίζει εγκαίρως και η άλλη πλευρά τη βάση του αιτήματος και να είναι σε θέση να τοποθετηθεί επί τούτου, είτε μέσω της ένορκης δήλωσης είτε στην αγόρευση της. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, για σκοπούς πληρότητας και μόνο, επισημαίνω πως η Δ.2 και η Δ.6 οι οποίες περιλαμβάνονται στη νομική βάση της μονομερούς αίτησης προσδίδουν δικαιοδοσία στα Κυπριακά Δικαστήρια αναφορικά με την Εναγομένη
  3. Σύμφωνα με την υπόθεση ANS Secretaries v. Orianda Management FZ LLC κ.ά., Πολ. Έφ. 362/00, ημ. 3.7.14, από τη στιγμή που υπάρχουν Εναγόμενοι οι οποίοι βρίσκονται και διαμένουν στην Κύπρο (οι Εναγόμενοι 1-4), τότε με την επίκληση και τήρηση των προνοιών της Δ.6 και ειδικότερα του θ.1(h) (ο οποίος αφορά σε αναγκαίο ή κατάλληλο διάδικο σε αγωγή εναντίον ημεδαπού εναγομένου) για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, οι αντίστοιχοι Εναγόμενοι (για σκοπούς της παρούσας η Εναγομένη 6) υποβάλλονται στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων η οποία επεκτείνεται για να καλύπτει και τους Εναγόμενους εκτός δικαιοδοσίας. Οι υποθέσεις στις οποίες η Αιτήτρια παρέπεμψε, ήτοι οι The Cyprus Fassouri Plantations Co Ltd v. Hapag-Lloyd AG, Αγωγή Ναυτοδικείου, 38/16, ημ. 21.6.18, Directo Capital Investments Ltd κ.ά. v. Global Finance κ.ά., Πολ. Έφ. 251/11, ημ. 18.7.16 και PowerTools Electro SRL v. Black & Decker (Ελλάς) Α.Ε.
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2182 δεν κρίνονται σχετικές καθότι σε εκείνες όλοι οι εναγόμενοι βρίσκονταν εκτός Κύπρου, ενώ η υπόθεση Alain Mangion κ.ά. v. Ιωάννη Αναστασιάδη, Πολ. Έφ. 61/11, ημ. 3.7.14, αφορούσε άλλο ζήτημα, ήτοι την έλλειψη δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και την ύπαρξη δικαιοδοσίας των Δικαστηρίων της Μάλτας. Σημειώνω επίσης πως πέραν της δικαιοδοσίας, ο τρόπος επίδοσης ρυθμίζεται από τον ΕΚ1393/07 ο οποίος επίσης περιλαμβάνεται στη νομική βάση της μονομερούς αίτησης. Το τελευταίο αιτητικό της υπό κρίση Αίτησης αφορά ακύρωση και ή παραμερισμό της ειδοποίησης του κλητηρίου και ή του κλητηρίου λόγω του ότι είναι αντικανονικό και ή παράτυπο. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ουδεμία αναφορά γίνεται σε αυτό το αιτητικό και κυρίως στον λόγο για τον οποίο η Αιτήτρια επικαλείται αντικανονικότητα και παρατυπία αυτού. Θεωρώ πως αυτή η παράλειψη αναφοράς και ή εξειδίκευσης του λόγου στον οποίο στηρίζεται το αιτητικό στερεί τη δυνατότητα εξέτασης του από το Δικαστήριο. Ο δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε στην αγόρευση του πως από τη στιγμή που τα γεγονότα στα οποία βασίζεται μια αίτηση φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, δεν είναι αναγκαίο αυτά να υποστηρίζονται από ένορκη δήλωση. Αυτό προκύπτει από το λεκτικό της Δ.48 θ.1, πλην όμως αυτό δεν αναιρεί την υποχρέωση απλής παράθεσης του λόγου στον οποίο βασίζεται το αιτητικό για να παρέχεται η δυνατότητα στην άλλη πλευρά να γνωρίζει τη βάση του αιτητικού, ενώ η επιχειρηματολογία και από τις δύο πλευρές σαφώς θα γίνει στα πλαίσια των αγορεύσεων. Εν πάση περιπτώσει και για σκοπούς πληρότητας, μέσα από την αγόρευση του δικηγόρου της Αιτήτριας προβάλλεται η θέση για λανθασμένο τύπο του ανανεωμένου κλητηρίου εντάλματος καθότι το κλητήριο ένταλμα και κάθε πιστό αντίγραφο αυτού δεν φέρει με κόκκινο μελάνι τη φράση «Ανανεωθέν δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. ..», σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.4 θ.1 και 2. Θεωρώ πως αυτό το θέμα αποτελεί παρατυπία η οποία είναι καθαρά τυπικής μορφής και η οποία θα τύγχανε θεραπείας σύμφωνα με τη Δ.64 και τη σχετική νομολογία η οποία παρατίθεται ανωτέρω, λόγω μη επηρεασμού οποιουδήποτε δικαιώματος της Αιτήτριας στα πλαίσια προώθησης της Αίτησης της. Οι εν λόγω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση ANS Secretaries v. Orianda Management FZ LLC κ.ά. (ανωτέρω). Ούτως ή άλλως αυτό το ζήτημα αφορά την υλοποίηση του διατάγματος ανανέωσης. Το δεύτερο βασικό ζήτημα το οποίο εγείρεται προς εξέταση στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης αφορά την αναστολή της διαδικασίας και παραπομπή σε διαιτησία λόγω της ρήτρας διαιτησίας στις συμφωνίες που αποτελούν τη βάση της απαίτησης των Εναγόντων εναντίον της Εναγομένης 6. Σύμφωνα με το άρθρο 8
(1)του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Ν.101/87: «Σε περίπτωση πoυ εγείρεται αγωγή για ζήτημα πoυ απoτελεί τo αvτικείμεvo συμφωvίας περί διαιτησίας, τo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ εγείρεται η αγωγή oφείλει, αv τo ζητήσει τo έvα τωv μερώv πριv από τηv υπoβoλή της πρώτης έκθεσης τoυ επί της oυσίας της διαφoράς, vα παραπέμψει τη διαφoρά σε διαιτησία, εκτός αv εύρει ότι η συμφωvία είvαι άκυρη, αvεvεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.» Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Balkancarimpex FTO v. Leasco Ltd
(1994)1 Α.Α.Δ. 815: «Συμφωνία για την παραπομπή διαφοράς σε διαιτησία, εφαρμόζεται εκτός αν καταδειχθούν ισχυροί λόγοι που δικαιολογούν τη μη εφαρμογή της. Η στοιχειοθέτηση και η απόδειξη των λόγων αυτών βαρύνει το διάδικο που επικαλείται τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου [βλ. HALSBURY'S LAWS OF ENGLAND, Third Edition, Vol. 2, pp. 24 - 28. Phassouri Plantations v. Adriatica
(1985)1 C.L.R. 290. The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641 και Amathus Navigation Co. Ltd. v. Concord Express Liners και Άλλων
(1993)1 Α.Α.Δ. 1030].» Η ίδια αρχή υιοθετήθηκε στην υπόθεση Medglobe Shipping Co Ltd v. Oleaginosas Espanolas S.A. (O.E.S.A.) κ.ά.
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 90, στην οποία λέχθηκε πως το Δικαστήριο δεν είναι δεσμευμένο να αναστείλει αγωγή και παραπέμψει σε διαιτησία αλλά διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια να πράξει κάτι τέτοιο. Το βάρος απόδειξης φέρει ο ενάγων να καταδείξει ειδικούς λόγους για τη μη αναστολή και στα πλαίσια της άσκησης της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψιν διάφορους παράγοντες, όπως το με ποια χώρα συνδέεται οποιοδήποτε των μερών, κατά πόσον οι ενάγοντες θα επηρεαστούν δυσμενώς από την εκδίκαση σε ξένη χώρα κλπ. Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν επίσης οι Αγγλικές υποθέσεις στις οποίες παρέπεμψε ο δικηγόρος της Αιτήτριας, δυνάμει των οποίων προκύπτει πως, στα πλαίσια εξέτασης αιτήματος για παραπομπή σε διαιτησία, το Δικαστήριο θα πρέπει να ασχοληθεί με τη φύση και ουσία της απαίτησης και των επίδικων θεμάτων και όχι να περιοριστεί στον τύπο και τρόπο διαμόρφωσης αυτών στο δικόγραφο. Ενδεικτικά παραθέτω το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Lombard North Central plc and another v. GATX Corpn
(2012)EWHC 1067 (Comm): «. The question depends upon the nature of the claim, or claims, made in the legal proceedings, but not, I think, only on the formulation of it (or them) in the claim form and any pleadings. That would allow a claimant to circumvent an arbitration agreement by formulating proceedings in terms that, perhaps, artificially, avoid reference to a referred matter, knowing that any application to stay them must be made before a defence is pleaded.» Επίσης στην υπόθεση Sodzawincy v. Ruhan
(2018)EWHC 1908 (Comm), λέχθηκαν τα εξής: «. in considering the claim, the Court should look at the nature and substance of the claim and the issues to which it gives rise, rather than simply to the form in which it is formulated in a pleading.» Είναι γεγονός πως η Εναγομένη 6 είναι συμβαλλόμενο μέρος με την εταιρεία Soboh Petroleum στις δύο εκ των τριών επίδικων Συμφωνιών, ήτοι ημ. 13.8.07 και 30.1.09, στις οποίες περιέχεται ρήτρα διαιτησίας. Η παρούσα Αγωγή δεν βασίζεται αποκλειστικά και μόνο στις εν λόγω Συμφωνίες και την παράβαση αυτών αλλά επεκτείνεται σε δόλια συμπεριφορά και συνωμοσία μεταξύ της και άλλων Εναγομένων εις βάρος των Εναγόντων. Το Δικαστήριο δεν υιοθετεί τη θέση της Αιτήτριας πως η ουσία της διαφοράς μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγομένης 6 αφορά βασικά στην παράβαση των επίδικων Συμφωνιών ούτως ώστε να χρήζει ενεργοποίησης η ρήτρα διαιτησίας. Αντιθέτως, διαφαίνεται πως η βάση της Αγωγής, σε ένα βαθμό μόνο σχετίζεται με τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 6 δυνάμει των εν λόγω Συμφωνιών αλλά σαφώς επεκτείνεται πολύ πέραν της παράβασης των Συμφωνιών με την προβολή ισχυρισμών για συνωμοσία και δόλια συμπεριφορά, απάτη και χρήση παράνομων μέσων, αγώγιμα δικαιώματα τα οποία δεν καλύπτονται από τη ρήτρα διαιτησίας. Δεν διαφεύγει την προσοχή μου η αρχή η οποία διατυπώθηκε στην υπόθεση Lombard North Central plc and another v. GATX Corpn (ανωτέρω) για την παραπομπή του ζητήματος που εμπίπτει εντός της ρήτρας διαιτησίας και τη συνέχιση της δικαστικής διαδικασίας όσον αφορά τα υπόλοιπα επίδικα θέματα. Όμως, το θέμα της παράβασης της Συμφωνίας είναι ένα μόνο σκέλος της απαίτησης των Εναγόντων η οποία συνδέεται και με την τρίτη Συμφωνία ημ. 26.7.06 η οποία συνήφθη μεταξύ της Εναγομένης 5 και των Εναγόντων και η οποία (απαίτηση) επεκτείνεται σε συνωμοσία μεταξύ των δύο αυτών Εναγομένων με τους Εναγόμενους 1-3, ενώ στη συνωμοσία εμπλέκονται επίσης ο Εναγόμενος 7, υπάλληλος των Εναγομένων 5 και 6, και η Εναγομένη 8 η οποία ανήκει και διευθύνεται από τον Εναγόμενο 7, καθώς επίσης εμπλέκεται και η Εναγομένη 4, στην οποία κατέληξαν πληρωμές ποσών από την Εναγομένη 8 σε λογαριασμό της Εναγομένης 3, υπό μορφή μυστικών προμηθειών ως αποτέλεσμα της κατ΄ ισχυρισμόν απάτης εις βάρος των Εναγόντων. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 2, σελ. 27-28, το Δικαστήριο θα πρέπει να αρνηθεί να διατάξει αναστολή όταν η απαίτηση περιλαμβάνει και ισχυρισμό για δόλο και απάτη ή όταν η ρήτρα διαιτησίας αφορά ένα μόνο μέρος των επίδικων θεμάτων της δικαστικής διαδικασίας. Θεωρώ πως, υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, αυτή η αρχή τυγχάνει εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση και πως η φύση των αξιώσεων της παρούσας Αγωγής η οποία συμπλέκει σωρεία ζητημάτων, συμπεριλαμβανομένων παράβασης Συμφωνιών με διαφορετικά συμβαλλόμενα μέρη, συνωμοσίας, δόλου και απάτης αναφορικά και με τους οκτώ Εναγόμενους, αποτελεί ισχυρό λόγο για μη παραπομπή και επιβάλλει όπως η Αγωγή εκδικαστεί συνολικά για όλους τους Εναγόμενους. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει αναφορικά με οποιοδήποτε από τα αιτητικά. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 6 - Αιτήτριας όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.