Bond ν. Carnmor Group Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3178/2017, 23/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A479 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3178/2017 Μεταξύ: . Bond Ενάγουσας v.
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 195 από την οποία παραθέτω το ακόλουθο διαφωτιστικό απόσπασμα: «Θεωρούμε ότι η διακριτική ευχέρεια που παρέχεται στο δικαστήριο από τις σχετικές δικονομικές πρόνοιες, είναι ορθό και δίκαιο να ασκηθεί, στην προκειμένη περίπτωση υπέρ των εναγόντων-αιτητών. Κατά την εκτίμηση μας τα στοιχεία που επιθυμούν να θέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, οι εφεσείοντες-αιτητές, με τις δύο ένορκες δηλώσεις για τις οποίες ζητούν την άδεια του δικαστηρίου να καταχωρήσουν, είναι στοιχεία που σχετίζονται με τους ισχυρισμούς και τις θέσεις που πρόβαλε ο εφεσίβλητος-καθ΄ου η αίτηση στην αρχική του ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης στην αίτηση επαναφοράς της έφεσης. Δεν πρόκειται, κατά την κρίση μας, για ανεπίτρεπτη μαρτυρία ούτε για επανάληψη των αρχικών ισχυρισμών των εφεσειόντων, αλλά για διευκρινίσεις και ισχυρισμούς που είναι επιθυμητό να επιτραπεί στους εφεσείοντες-αιτητές να προβάλουν, ώστε το δικαστήριο να έχει ενώπιον του ολοκληρωμένη και σφαιρική εικόνα των γεγονότων.» Το πρώτο ζήτημα το οποίο η Αιτήτρια επιθυμεί να περιλάβει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αφορά τη χειρόγραφη διόρθωση της ημερομηνίας ακρόασης επί της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Ειδικότερα, η Αιτήτρια επιθυμεί να περιλάβει ισχυρισμό ότι στην Αγγλική μετάφραση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα το οποίο επιδόθηκε στην ίδια δεν υπήρχε χειρόγραφη προσθήκη της ημερομηνίας ορισμού της, ήτοι της «18.12.17». Στα πλαίσια της αίτησης της Αιτήτριας ημ. 9.1.18 για ακύρωση του διατάγματος (εφεξής «η κυρίως αίτηση»), αποτελεί βασικό ισχυρισμό της πως στα έγγραφα τα οποία της επιδόθηκαν αναφορικά με την αίτηση και το προσωρινό διάταγμα αναγραφόταν η ημερομηνία επίδοσης «27.11.17», και πως μόνο στη συνοδευτική επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημ. 4.12.17 αναγραφόταν ότι η αίτηση για προσωρινό διάταγμα είχε οριστεί για οδηγίες στις 18.12.17. Επισυνάπτει, μεταξύ άλλων, αντίγραφο του πρακτικού του Δικαστηρίου ημ. 15.11.17 στην Ελληνική δυνάμει του οποίου εκδόθηκαν τα προσωρινά διατάγματα και στο οποίο αναγράφεται η ημερομηνία επίδοσης των διαταγμάτων «27.11.17», αντίγραφο της ένορκης δήλωσης εκ μέρους της Ενάγουσας ότι έγινε η επίδοση των εγγράφων στην Ελληνική και σε Αγγλική μετάφραση συμφώνως σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου και με βάση τη Σύμβαση της Χάγης και αντίγραφο της συνοδευτικής επιστολής στην Αγγλική. Η Αιτήτρια ισχυρίζεται πως η επίδοση των εγγράφων προς αυτή έλαβε χώρα στο Guernsey στις 12.12.17, πως δεν είχε αντιληφθεί τη σημασία της εν λόγω δικασίμου, ήτοι πως το προσωρινό διάταγμα ήταν επιστρεπτέο κατ΄ εκείνη την ημερομηνία, και πως εν πάση περιπτώσει είχε πολύ περιορισμένο χρόνο να βρει δικηγόρο. Αναφέρει επίσης πως υπήρξε μια κεκαλυμμένη προσπάθεια εκ μέρους της Ενάγουσας να υποβαθμίσει τη σημασία της δικασίμου της 18.12.17 και πως κατόπιν δικής της διαβούλευσης με τους Άγγλους δικηγόρους της και μέχρι να διορίσει δικηγόρο στην Κύπρο, ο τελευταίος επικοινώνησε με τους δικηγόρους της Ενάγουσας στις 19.12.17 οπότε και πληροφορήθηκε πως το προσωρινό διάταγμα είχε ήδη γίνει απόλυτο την προηγούμενη. Στην ένσταση της στην κυρίως αίτηση η Ενάγουσα απορρίπτει τις πιο πάνω θέσεις και ισχυρίζεται πως η Αιτήτρια έλαβε πλήρη πληροφόρηση για την ημερομηνία ακρόασης της αίτησης και πως είχε επαρκή χρόνο να διορίσει έγκαιρα δικηγόρο. Ανάμεσα στους ισχυρισμούς της, στην παρ. 8 της ένορκης δήλωσης του κ. ΧΙ που συνοδεύει την ένσταση, αναφέρεται πως η ημερομηνία της εμφάνισης είχε προστεθεί χειρόγραφα και στο αντίγραφο της ενδιάμεσης αίτησης με την αντίστοιχη διαγραφή της προηγούμενης ημερομηνίας, το οποίο επισυνάπτει ως Τεκμήριο, και πως η εν λόγω προσθήκη στη δέσμη εγγράφων που επιδόθηκαν στην Αιτήτρια δείχνει την πρόθεση της Ενάγουσας να ενημερώσει δεόντως την Αιτήτρια για την εν λόγω ημερομηνία. Ισχυρίζεται περαιτέρω πως αυτό το γεγονός σε συνδυασμό με τη συνοδευτική επιστολή «δεν αφήνει περιθώρια στην Εναγομένη 3 να υποστηρίζει ότι δεν γνώριζε ότι η Ενδιάμεση Αίτηση ήταν ορισμένη ενώπιον του Δικαστηρίου εκείνη την ημερομηνία.». Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, το Δικαστήριο θεωρεί βάσιμη τη θέση της κας Ι πως τέτοιος ισχυρισμός θα πρέπει να περιληφθεί στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση ούτως ώστε να απαντηθεί η πιο πάνω θέση της Ενάγουσας στην παρ. 8 της ένορκης δήλωσης της ένστασης της. Ο ισχυρισμός της κας Α στα πλαίσια της ένστασης στην παρούσα Αίτηση πως δεν αμφισβητεί τη μη περίληψη της νέας ημερομηνίας στην Αγγλική μετάφραση του διατάγματος το οποίο επιδόθηκε στην Αιτήτρια και επομένως αυτό αποτελεί αποδεκτό γεγονός από τις δύο πλευρές και δεν χρήζει περαιτέρω μαρτυρίας, δεν βρίσκει έρεισμα στο ίδιο το περιεχόμενο της παρ. 8. Με βάση τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, διαφαίνεται πως δεν υπάρχει σύγκλιση και ταύτιση θέσεων ως προς το ποια έγγραφα έχουν επιδοθεί με την τυχόν χειρόγραφη διόρθωση. Από τη μια, η Αιτήτρια επικαλείται επίδοση των εγγράφων στην Ελληνική και Αγγλική χωρίς αναφορά σε διόρθωση της ημερομηνίας σε οποιοδήποτε εξ αυτών, ενώ η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως το Ελληνικό κείμενο έφερε τη χειρόγραφη διόρθωση. Επομένως, το ζήτημα χρήζει σχολιασμού και διευκρίνισης από πλευράς Αιτήτριας ούτως ώστε να προβάλει τη θέση της και διασαφηνίσει την όλη εικόνα για το ότι η Αγγλική μετάφραση της αίτησης δεν περιείχε τέτοια διόρθωση, η οποία (θέση) θα αποτελέσει και τη βάση για επιχειρηματολογία πως τέτοια επίδοση δεν είναι σύμφωνη με τις πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης. Το κατά πόσον η Αιτήτρια γνώριζε ή όχι την ημερομηνία εκδίκασης δεν είναι βέβαια ζήτημα το οποίο θα επιλυθεί στα πλαίσια της παρούσας αλλά κατά την ακρόαση της κυρίως αίτησης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο ικανοποιείται πως τα όσα η Αιτήτρια επιθυμεί να προβάλει γι΄ αυτό το ζήτημα σχετίζονται άμεσα με τις θέσεις της Ενάγουσας στην ένσταση της στην κυρίως αίτηση και επομένως θα πρέπει να επιτραπεί στην Αιτήτρια να τα παραθέσει, ούτως ώστε να υπάρχει μια σαφής και ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων για σκοπούς εξέτασης της κυρίως αίτησης. Είναι γεγονός πως επί αυτού του ζητήματος στην παρ. 7 της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, εκτός από ισχυρισμούς επί γεγονότων αναφορικά με τη διαταγή του Δικαστηρίου για μετάφραση των εγγράφων στην Αγγλική και τη μη χειρόγραφη διόρθωση στην Αγγλική μετάφραση, περιέχεται και επιχειρηματολογία ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της Σύμβασης της Χάγης. Πρόκειται για τις υπογραμμισμένες προτάσεις της παραγράφου η οποία παρατίθεται αυτούσια: «Η επίδοση στην Αιτήτρια έγινε στη βάση της Σύμβασης της Χάγης περί της εν Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών Εγγράφων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις που κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με το Νόμο 40/1982. Η Σύμβαση της Χάγης επιβάλλει όπως τα δικαστικά έγγραφα που επιδίδονται στο Guernsey συνοδεύονται από Αγγλική μετάφραση. Η Αγγλική μετάφραση θα πρέπει να αντανακλά επακριβώς το νόημα και το περιεχόμενο των δικαστικών εγγράφων στην Ελληνική γλώσσα προκειμένου ο παραλήπτης αυτών να είναι σε θέση να αντιληφθεί το περιεχόμενο τους στην ολότητα του, το πώς επηρεάζονται τα νομικά του δικαιώματα και να είναι σε θέση να λάβει τα αναγκαία διαβήματα. Πρόκειται δηλαδή για νομική υποχρέωση που πηγάζει από διεθνή συνθήκη η οποία έχει κυρωθεί από την Κυπριακή Δημοκρατία. Εξ ου και το Σεβαστό Δικαστήριο διέταξε τη . Bond να επιδώσει τα δικαστικά έγγραφα στην Αγγλική γλώσσα. Ουδέποτε όμως έγινε τέτοια χειρόγραφη διόρθωση στην Αγγλική μετάφραση της δικογραφίας όπως παραπλανητικά αναφέρεται στην παρ. 8 της ΕΔ που υποστηρίζει την Ένσταση της . Bond.» Δεδομένου πως αυτή η επιχειρηματολογία καταλαμβάνει ένα πολύ περιορισμένο μέρος της εν λόγω παραγράφου και συνδέεται άρρηκτα με τη θέση της Αιτήτριας πως η Αγγλική μετάφραση αποσκοπεί στο να αντιληφθεί ο παραλήπτης το περιεχόμενο των εγγράφων και τη σημασία τους, θεωρώ ότι αυτή δεν είναι τέτοιας φύσης ή έκτασης η οποία να την καθιστά ανεπίτρεπτη και ως τέτοια να πρέπει να διαγραφεί. Το δεύτερο ζήτημα το οποίο η Αιτήτρια επιθυμεί να περιλάβει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση είναι οι αναφορές για τις μεταγενέστερες διαδικασίες στο Guernsey από την Ενάγουσα. Ειδικότερα, η Αιτήτρια επιθυμεί να αναφέρει πως, εκκρεμούσης της αίτησης της για ακύρωση του διατάγματος, στις 11.5.18 η Ενάγουσα καταχώρισε δικαστική διαδικασία στο Guernsey μέσω της οποίας επιδιώκει μεταβίβαση στο όνομα της των 38 μετοχών που κατέχει στην Εναγομένη 1 (μέσω της Εναγομένης 2) και οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο της παρούσας Αγωγής. Περαιτέρω η Αιτήτρια επιθυμεί να ισχυριστεί πως ενώ η Ενάγουσα αιτήθηκε και πέτυχε την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων στην Κύπρο για διαφύλαξη του status quo, η ίδια προβαίνει σε διαβήματα στην αλλοδαπή τα οποία, εάν πετύχουν, θα αλλοιώσουν το status quο, και μάλιστα χωρίς να ενημερωθεί το ημεδαπό Δικαστήριο. Η Αιτήτρια επιθυμεί ακόμα να ισχυριστεί πως αυτή η συμπεριφορά της Ενάγουσας καταδεικνύει την κακοπιστία της και πως δεν έχει προσέλθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια, καθότι με δικές της ενέργειες επιχειρεί να πετύχει τη μεταβίβαση των μετοχών στο όνομα της με κίνδυνο την αποξένωση αυτών ενώ αυτόματα κάτι τέτοιο θα θέσει το προσωρινό διάταγμα ημ. 15.11.17 και την Αγωγή άνευ αντικειμένου. Είναι γεγονός πως αυτά τα γεγονότα προέκυψαν μετά την καταχώριση της κυρίως αίτησης, επομένως δεν βρίσκονταν εν γνώσει της Αιτήτριας κατά το στάδιο καταχώρισης της και δεν θα μπορούσαν να είχαν περιληφθεί σε αυτή. Όπως φαίνεται από τον φάκελο της υπόθεσης, προς υποστήριξη της κυρίως αίτησης, πέραν των ισχυρισμών αναφορικά με την επίδοση, προβάλλονται και ισχυρισμοί ως προς την σοβαρή απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και τη μη δίκαιη και ή παραπλανητική παράθεση των γεγονότων στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση μονομερούς διατάγματος, ισχυρισμοί οι οποίοι σαφώς αποδίδουν και κακοπιστία στην Ενάγουσα. Στην ένσταση στην κυρίως αίτηση η Ενάγουσα αρνείται τους εν λόγω ισχυρισμούς και αναφέρει πως η ίδια συμμορφώθηκε με το καθήκον πλήρους αποκάλυψης και πως πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων. Πριν αναφερθώ στη θέση της Ενάγουσας στην ένσταση της στην παρούσα Αίτηση ως προς αυτό το ζήτημα, κρίνω σκόπιμο να αναφέρω πως με την παρούσα Αγωγή η Ενάγουσα αξιώνει δήλωση πως η Συμφωνία Ενεχυρίασης Μετοχών ημ. 26.4.16 (εφεξής «η Συμφωνία Ενεχυρίασης») είναι άκυρη. Αυτή αφορά σε 38 μετοχές του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγομένης 1 οι οποίες είναι εγγεγραμμένες στην Εναγομένη 2 ως ονομαστικός μέτοχος και ως καταπιστευματοδόχος της Ενάγουσας. Στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης, η Ενάγουσα εξασφάλισε διατάγματα με τα οποία (
- i)εμποδίζετο η Εναγομένη 3 να εξασκήσει το δικαίωμα ενεχυρίασης επί των επίδικων 38 μετοχών, (
- ii)εμποδίζετο η Εναγομένη 1 να προβεί σε ενέργεια μεταβίβασης των μετοχών στην Εναγομένη 3, (iii) εμποδίζετο η Εναγομένη 1 από του να προβεί σε ενέργειες στον Έφορο Εταιρειών αναφορικά με έγγραφα προς εκτέλεση του δικαιώματος ενεχυρίασης δυνάμει της Συμφωνίας Ενεχυρίασης και (
- iv)εμποδίζετο η Εναγομένη 3 να ασκήσει δικαίωμα ψήφου και ή να χρησιμοποιήσει και ή να επωφεληθεί των επίδικων μετοχών. Στην εν λόγω αίτηση επισυνάφθηκε αντίγραφο της Συμφωνίας Ενεχυρίασης η οποία προνοεί, μεταξύ άλλων, για την κατάθεση του πιστοποιητικού ιδιοκτησίας των 38 μετοχών, ανοικτών εγγράφων μεταβίβασης τους και ανέκκλητης εξουσιοδότησης στην Εναγομένη 1 για μεταβίβαση αυτών. Στην ένσταση στην παρούσα Αίτηση η κα Α κάνει εκτενή αναφορά στην εν λόγω δικαστική διαδικασία στο Guernsey ισχυριζόμενη πως αυτή ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα υπόθεση. Αναφέρει η κα Α πως η εν λόγω διαδικασία αποσκοπούσε στη διαφύλαξη και άσκηση των δικαιωμάτων ψήφου της Ενάγουσας στα πλαίσια Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης της Εναγομένης 1 για αύξηση κεφαλαίου και έκδοση επιπλέον μετοχών, για τον λόγο ότι οι υφιστάμενες μετοχές της κατά 50%, ήτοι 500, ήταν εγγεγραμμένες στο όνομα της Εναγομένης 2 με τελικό δικαιούχο την Ενάγουσα και οι υπόλοιπες 500 στο όνομα της Εναγομένης 2 με τελικό δικαιούχο την Εναγομένη 3. Σύμφωνα με την κα Α, η μεταβίβαση των 38 επίδικων μετοχών στο όνομα της Ενάγουσας ήταν αναγκαία για να λάβει έλεγχο του συνόλου των μετοχών της η οποία θα αντανακλάτο στις αποφάσεις της Εναγομένης 1, εξ ου και στις 4.6.18 η Ενάγουσα εξασφάλισε απόφαση από το Δικαστήριο του Guernsey με την οποία η Εναγομένη 2 διατάχθηκε όπως μεταβιβάσει τις 500 μετοχές στην Ενάγουσα ούτως ώστε η τελευταία να αποφύγει τον κίνδυνο μη αντιπροσώπευσης της και αδυναμία εξάσκησης των μετοχικών δικαιωμάτων της στη Γενική Συνέλευση που έγινε στις 6.6.18. Είναι επίσης ισχυρισμός της κας Α πως αυτή η μεταβίβαση δεν επηρεάζει την επίδικη Συμφωνία Ενεχυρίασης από τη στιγμή που οι 38 μετοχές θα είναι εγγεγραμμένες στο όνομα της τελικής δικαιούχου αυτών. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο θεωρεί πως αυτό το ζήτημα προέκυψε μετά την καταχώριση της κυρίως αίτησης και επομένως η Αιτήτρια δεν θα μπορούσε να το γνωρίζει ούτε καν να το προβλέψει για να το περιλάβει στην εν λόγω αίτηση της. Περαιτέρω, θεωρώ πως αυτό το ζήτημα αποτελεί λόγο τον οποίο η Αιτήτρια επιθυμεί να περιλάβει προς υποστήριξη της αίτησης της για ακύρωση του διατάγματος, ως ένδειξη της κακοπιστίας της Ενάγουσας κατά την καταχώριση της αίτησης για προσωρινό διάταγμα. Χωρίς το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στο βάσιμο ή μη των ισχυρισμών και των δύο πλευρών, θεωρεί πως αυτό το ζήτημα είναι σχετικό με την κυρίως αίτηση και θα πρέπει να παρασχεθεί η ευκαιρία στην Αιτήτρια να το προβάλει ως επιπρόσθετο λόγο, με γνώμονα πως αυτό αποσκοπεί στην παρουσίαση μιας ολοκληρωμένης εικόνας όλων των γεγονότων ενώπιον του Δικαστηρίου και κυρίως έχοντας υπόψιν πως ναι μεν αποτελούν μεταγενέστερα γεγονότα πλην όμως προβάλλονται με σκοπό τη στοιχειοθέτηση λόγου ακύρωσης ο οποίος είχε εξαρχής τεθεί στην κυρίως αίτηση, δηλαδή της κακοπιστίας. Επί αυτού του ζητήματος, στην αγόρευση του ο δικηγόρος της Αιτήτριας εισηγήθηκε πως ο ισχυρισμός της κας Α στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, ότι η δικαστική διαδικασία στο Guernsey είχε ως έναυσμα τη σύγκληση της Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης, δεν ευσταθεί καθότι η ειδοποίηση στάληκε πέντε μέρες μετά την καταχώριση της αίτησης στο Δικαστήριο του Guernsey. Προς υποστήριξη αυτής της θέσης του επισυνάπτει στην αγόρευση του τη σχετική ειδοποίηση. Θα πρέπει να επισημανθεί πως η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί μαρτυρία στα πλαίσια της Αίτησης και επομένως αυτή η θέση και το συνημμένο έγγραφο δεν λαμβάνονται υπόψιν. Το τελευταίο και τρίτο ζήτημα το οποίο η Αιτήτρια επιθυμεί να περιλάβει στη συμπληρωματική ένορκη δήλωση αφορά στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου σε σχέση με την εταιρεία Leman Management Nominees καθότι η εταιρεία αυτή και η Ενάγουσα εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο. Συγκεκριμένα η Αιτήτρια επιθυμεί να ισχυριστεί πως στις 2.4.18 η Εναγομένη 2 καταχώρισε την Αγωγή υπ΄ αρ. 708/18 ΕΔ Λεμεσού εναντίον της Εναγομένης 1 και της Leman Management Nominees ζητώντας τις ίδιες θεραπείες και εξασφαλίζοντας μονομερώς τα ίδια προσωρινά διατάγματα ως και στην παρούσα Αγωγή και πως η Leman εκπροσωπείται από το ίδιο δικηγορικό γραφείο. Αντικείμενο της Αγωγής είναι δύο Συμφωνίες Ενεχυρίασης των υπόλοιπων 462 μετοχών της Ενάγουσας και 50 μετοχών της Εναγομένης 3 προς όφελος της Leman δυνάμει Συμφωνίας Δανείου μεταξύ της Leman προς την Εναγομένη 1. Η Αιτήτρια θεωρεί πως αυτοί οι ισχυρισμοί καταδεικνύουν πως η Ενάγουσα εσκεμμένα παραπλάνησε το Δικαστήριο στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης για προσωρινό διάταγμα καθότι παρουσίαζε την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως απολύτως αναγκαία προς αποφυγή πράξης αθέτησης της Συμφωνίας Δανείου μεταξύ της Leman προς την Εναγομένη 1 και συνακόλουθα της ενεργοποίησης των Συμφωνιών Ενεχυρίασης, ενώ η ίδια (η Ενάγουσα) τελικά δεν έλαβε διάβημα για την αποφυγή πράξης αθέτησης και μάλιστα φαίνεται πως αυτή έχει σχέση με τη Leman λόγω του ότι και οι δύο εκπροσωπούνται από τους ίδιους δικηγόρους. Είναι γεγονός πως στα πλαίσια της αίτησης για έκδοση προσωρινού διατάγματος η Ενάγουσα παρουσιάζει τις προαναφερόμενες Συμφωνίες υπό τον τίτλο «Άλλες Σχετικές Συμφωνίες», ισχυριζόμενη πως αυτές είναι μεν ανεξάρτητες από την επίδικη Συμφωνία Ενεχυρίασης, πλην όμως τυχόν έγκριση της μεταβίβασης των 38 μετοχών στην Εναγομένη 3 θα οδηγήσει στη δημιουργία πράξης παράβασης της Συμφωνίας Δανείου της Leman και συνακόλουθα στην ενεργοποίηση των Συμφωνιών Ενεχυρίασης με αποτέλεσμα τη λήψη ελέγχου της Εναγομένης 1 από τη Leman. Επιπλέον η Ενάγουσα ισχυρίζεται πως αυτό θα επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα της και πως η ίδια κινδυνεύει να χάσει την κατοχή και ή τα δικαιώματα της επί των μετοχών από την Εναγομένη 3, καθώς επίσης και πως θα έχει περαιτέρω συνέπειες στην όλη μετοχική δομή της εταιρείας με την αυτόματη ενεργοποίηση των Συμφωνιών Ενεχυρίασης της Leman, και ως εκ τούτου συντρέχουν το στοιχείο του κατεπείγοντος και εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Η Ενάγουσα, στην ένσταση στην παρούσα Αίτηση, ισχυρίζεται πως οι δύο Αγωγές είναι εντελώς ανεξάρτητες και ασύνδετες μεταξύ τους και πως το γεγονός της εκπροσώπησης από τους ίδιους δικηγόρους και των δύο αυτών μερών, δεν συνεπάγεται ούτε την ταύτιση των συμφερόντων τους ούτε και πως η Ενάγουσα ενεργεί με κακή πίστη. Ισχυρίζεται επίσης πως η Ενάγουσα διατηρεί φιλικές σχέσεις συνεργασίας με τη Leman η οποία διεξάγει τις δικές της επιχειρηματικές δραστηριότητες ανεξάρτητες από αυτές της Ενάγουσας όμως αυτό δεν σημαίνει πως η Leman είναι διατεθειμένη να παραβλάψει τα δικά της οικονομικά και επιχειρηματικά συμφέροντα για να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της Ενάγουσας. Σύμφωνα πάντα με την Ενάγουσα, αυτή δεν έλαβε μέτρα για αποπληρωμή του δανείου προς τη Leman καθότι το δάνειο οφείλεται από την Εναγομένη 1 και όχι την ίδια και η Ενάγουσα δεν είχε οικονομικό συμφέρον να καλύψει τις υποχρεώσεις της Εναγομένης 1 ιδιαίτερα ενόψει όλων των συνθηκών που περιβάλλουν την κατοχή των 500 μετοχών που της ανήκουν. Χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση των προβαλλόμενων ισχυρισμών των δύο πλευρών, για σκοπούς της παρούσας Αίτησης αρχικά επισημαίνω ότι και το τρίτο ζήτημα αφορά γεγονότα τα οποία ακολούθησαν και περιήλθαν σε γνώση της Αιτήτριας μετά και την καταχώριση της κυρίως αίτησης για ακύρωση του διατάγματος. Επομένως ούτε και αυτά θα μπορούσαν να είχαν περιληφθεί στην αρχική ένορκη δήλωση που συνοδεύει την εν λόγω αίτηση. Επίσης θεωρώ πως και αυτό το ζήτημα άπτεται θεμάτων τα οποία η ίδια η Ενάγουσα θίγει και επικαλείται στην αίτηση της για προσωρινό διάταγμα και για τα οποία η Αιτήτρια θεωρεί πως από τη μετέπειτα συμπεριφορά της Ενάγουσας φαίνεται ότι αυτή παραπλάνησε το Δικαστήριο μη αποκαλύπτοντας τη σχέση της με την εταιρεία Leman. Επομένως, ικανοποιούμαι πως και αυτό το ζήτημα αφορά γεγονότα σχετικά με την κυρίως αίτηση τα οποία η Αιτήτρια επιθυμεί να αποτελούν λόγο προς υποστήριξη της εν λόγω αίτησης για ακύρωση του διατάγματος και γι΄ αυτό κρίνεται πως θα πρέπει να περιληφθούν σε αυτή (την αίτηση) για να έχει το Δικαστήριο την πλήρη εικόνα των γεγονότων για σκοπούς απόφασης επί της εν λόγω αίτησης. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως η περίληψη των δύο τελευταίων ζητημάτων σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση οδηγεί αναπόφευκτα στη διεύρυνση των προβαλλόμενων λόγων της κυρίως αίτησης. Επισημαίνεται όμως πως αυτά τα ζητήματα προέκυψαν μετά την υποβολή της αίτησης, κρίνονται σχετικά με τα επίδικα θέματα αυτής και ως εκ τούτου είναι επιθυμητό αλλά και δίκαιο να δοθεί η ευκαιρία στην Αιτήτρια να προβάλει όλες τις θέσεις της και το Δικαστήριο να έχει μια ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης. Ο ισχυρισμός της Ενάγουσας περί ελλιπούς και παραπλανητικής παρουσίασης αυτών των ζητημάτων από πλευράς Αιτήτριας αφορά τη δική της τοποθέτηση εις απάντηση και αντίκρουση των ισχυρισμών της τελευταίας, την οποία ενδεχομένως να προβάλει σε δική της συμπληρωματική ένορκη δήλωση εάν κριθεί αναγκαίο. Όπως ήδη επισημαίνεται ανωτέρω, για σκοπούς της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο ουδόλως υπεισέρχεται στην αξιολόγηση των εκατέρωθεν ισχυρισμών αλλά κάτι τέτοιο θα γίνει, στον βαθμό που αυτό είναι δυνατό και επιτρεπτό, στα πλαίσια εξέτασης της κυρίως αίτησης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται πιο πάνω, η Αίτηση επιτυγχάνει και εγκρίνεται. Δίνεται άδεια στην Εναγομένη 3 - Αιτήτρια για την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης της κας ΔI, ως το συνημμένο Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της ίδιας που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση. Η συμπληρωματική ένορκη δήλωση να καταχωριστεί εντός 7 ημερών από σήμερα και να παραδοθεί αντίγραφο στην άλλη πλευρά αυθημερόν. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης 3 - Αιτήτριας και εναντίον της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο