← Κύπρος

Χριστοδούλου κ.α. ν. Astrobank Ltd (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ), Αίτηση - Έφεση Αρ. : 208/2018, 12/11/2018

Χριστοδούλου κ.α. ν. Astrobank Ltd (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ), Αίτηση - Έφεση Αρ. : 208/2018, 12/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A455 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αίτηση - Έφεση Αρ. : 208/2018 Επί τοις αφορώσι τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι τον περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ. 224 ως και τις τροποποιήσεις τους Μεταξύ: 1. . Χριστοδούλου 2. HPC Properties Ltd Αιτητών - Εφεσειόντων v. Astrobank Ltd (πρώην Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ) Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων Ημερομηνία: 12 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εφεσείοντες: κ. A. Αργυρού για Α. Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητους: κ. Γ. Διογένους για Αρετή Χαριδήμου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Αιτητές - Εφεσείοντες ζητούν διατάγματα με τα οποία (α) να ακυρώνονται οι ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ σχετικά με τις υποθήκες . και ., (β) να ακυρώνεται η διαδικασία εκποίησης των ακινήτων υπ΄ αρ. εγγραφής ., . και ., (γ) να απαγορεύεται η αποστολή οποιασδήποτε περαιτέρω ειδοποίησης και (δ) να διακόπτεται η διαδικασία όπως προβλέπεται στο Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί. Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση συνοψίζονται ως ακολούθως: (
  2. i)Οι Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητοι (εφεξής «η Τράπεζα») καταχώρισαν τις Αγωγές 1315/14 και 4135/14 ΕΔ Λεμεσού εναντίον των Αιτητών - Εφεσειόντων και άλλων προσώπων, με τις οποίες απαιτούν υπόλοιπα λογαριασμών, τόκους και εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. (
  3. ii)Στις εν λόγω Αγωγές οι εκεί Εναγόμενοι καταχώρισαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση με την οποία ζητούν διατάγματα ότι οι συμφωνίες παραχώρησης πιστωτικών διευκολύνσεων είναι παράνομες και ή άκυρες και ή ότι κάποιοι όροι των συμφωνιών είναι παράνομοι και ή άκυροι καθώς επίσης και διατάγματα για διαγραφή και ή τροποποίηση και ή διόρθωση των όρων των συμφωνιών και ή των οφειλόμενων ποσών και για αφαίρεση τόκων υπερημερίας και ή παράνομων και ή αντισυμβατικών χρεώσεων. Επίσης ζητούν διατάγματα ότι οι συμφωνίες υποθήκης είναι παράνομες και ή άκυρες. (iii) Οι προσβαλλόμενες ειδοποιήσεις τύπου ΙΑ είναι άκυρες καθότι δεν έχουν επιδοθεί προσωπικά ούτε και σε καθένα από τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ξεχωριστά, όπως προνοείται στον Ν.9/65. (
  4. iv)Οι ειδοποιήσεις Ι είναι γενικές και αόριστες και δεν επεξηγούν πλήρως και με σαφήνεια τα ποσά τα οποία καταγράφονται σε αυτές ούτε και πώς η Τράπεζα κατέληξε σε αυτά. (
  5. v)Τα ποσά τα οποία καταγράφονται στις ειδοποιήσεις Ι και ΙΑ δεν είναι τα πραγματικά και ή είναι λανθασμένα και ή παράνομα και ή αντισυμβατικά και ή αυθαίρετα. (
  6. vi)Η καταχώριση των ανταπαιτήσεων συνιστά λόγο έφεσης για παραμερισμό των ειδοποιήσεων. (vii) Η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων οδηγεί αυτόματα στη μη εξέταση των ανταπαιτήσεων και στην άρνηση του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο και αποτελεσματικής θεραπείας. (viii) Οι ειδοποιήσεις Ι και ΙΑ παραβλάπτουν τα έννομα συμφέροντα των Αιτητών. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Αιτητή 1 στην οποία επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους στους οποίους στηρίζεται η Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι εξής: 1) Η Αίτηση - Έφεση είναι πραγματικά και νομικά αβάσιμη και δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 2) Οι Αιτητές ερμηνεύουν λανθασμένα τις διατάξεις του Ν.9/65. 3) Η παράλληλη προώθηση εκ μέρους της Τράπεζας των Αγωγών και της υπό κρίση διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του Ν.9/65 δεν συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας αλλά άσκηση των νόμιμων και συμβατικών της δικαιωμάτων. 4) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων παραβιάζει το νόμιμο δικαίωμα της Τράπεζας να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα προς εξασφάλιση του λαβείν της. 5) Οι ανταπαιτήσεις στις δύο Αγωγές δεν αποτελούν λόγο ακύρωσης και ή κώλυμα στην προώθηση της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων δυνάμει του Ν.9/65. 6) Η εκκρεμοδικία Αγωγής δεν αποτελεί πλέον προϋπόθεση για επιτυχία της παρούσας Αίτησης καθότι αυτή η προϋπόθεση έχει διαγραφεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/07ο οποίος έχει αναδρομική ισχύ. 7) Δεν έχουν παραβλαφθεί οποιαδήποτε έννομα συμφέροντα των Αιτητών. 8) Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις ούτως ώστε το Δικαστήριο να υπεισέλθει σε συνταγματικό έλεγχο των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/65 και οι οποίες εν πάση περιπτώσει συνάδουν πλήρως με το Σύνταγμα. 9) Οι Αιτητές δεν προσέβαλαν τις ειδοποιήσεις Θ και Ι με τον ορθό τρόπο και επομένως κωλύονται να εγείρουν οποιουσδήποτε ισχυρισμούς σε σχέση με αυτές και ή να αμφισβητούν την επίδοση αυτών. 10) Όλες οι ειδοποιήσεις έχουν δεόντως επιδοθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.9/65. 11) Ο ενόρκως δηλών παραλείπει να αναφέρει ουσιώδη γεγονότα με σκοπό να παραπλανήσει το Δικαστήριο. 12) Οι επίδικες συμβάσεις υποθήκης είναι νόμιμες, έγκυρες και δεσμευτικές. 13) Η διαδικασία πώλησης έγινε ορθά και νομότυπα. 14) Η Αίτηση είναι καταχρηστική με μοναδικό σκοπό να εμποδίσει την Τράπεζα από του να εφαρμόσει τον Νόμο και προχωρήσει στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ., Λειτουργού στην Τράπεζα. Η ενόρκως δηλούσα αναλύει τους λόγους ένστασης και ειδικότερα κάνει λεπτομερή αναφορά στις συνθήκες επίδοσης των ειδοποιήσεων ισχυριζόμενη πως οι Αιτητές έλαβαν πλήρη και έγκαιρη γνώση της διαδικασίας. Στα πλαίσια ακρόασης της Αίτησης, το πρώτο θέμα το οποίο πρέπει να απασχολήσει είναι το ποιες πρόνοιες του Ν.9/65 εφαρμόζονται στην υπό κρίση περίπτωση ενόψει της τροποποίησης που επήλθε με τον Ν.87(Ι)/18 μετά την καταχώριση και εκκρεμούσης της Αίτησης. Όπως προκύπτει από τον φάκελο της Αίτησης και αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, η Αίτηση - Έφεση καταχωρίστηκε στις 2.7.18 και εκκρεμούσης αυτής επήλθε η τροποποίηση του Ν.9/65 με τον Ν.87(Ι)/18 ο οποίος τέθηκε σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσης του στην Επίσημη Εφημερίδα, ήτοι στις 13.7.18 (βλ. άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1). Σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του άρθρου 44Α

(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18: «Νοείται περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που έχει αρχίσει οποιαδήποτε διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, οι διατάξεις του εν λόγω Νόμου θα εφαρμόζονται, ανεξαρτήτως εάν στάλθηκαν οποιεσδήποτε ειδοποιήσεις σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεων και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018.» Στο άρθρο 10 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, αναφέρεται ρητώς πως: «10.-
(1)Όταν Νόμος ακυρώνει και επαναθεσπίζει, με ή χωρίς τροποποίηση, οποιαδήποτε πρόνοια του προηγούμενου Νόμου, αναφορές σε οποιοδήποτε άλλο Νόμο στην ακυρωθείσα πρόνοια, θα ερμηνεύονται, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, ως αναφορές στην πρόνοια που επαναθεσπίσθηκε με τον τρόπο αυτό.
(2)Όταν Νόμος ακυρώνει οποιοδήποτε άλλο νομοθέτημα, τότε, εκτός αν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, η ακύρωση δεν θα- (α) επαναφέρει οτιδήποτε που δεν ισχύει ή δεν υπάρχει κατά το χρόνο κατά τον οποίο αρχίζει να ισχύει η ακύρωση . (γ) επηρεάζει δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ή ευθύνη που εξασφαλίζεται, προέρχεται ή προκύπτει, βάσει νομοθετήματος που ακυρώθηκε με τον τρόπο αυτό ή . (ε) επηρεάζει έρευνα, νομική διαδικασία ή θεραπεία σχετικά με οποιοδήποτε δικαίωμα, προνόμιο, υποχρέωση, ευθύνη, ποινή, κατάσχεση ή τιμωρία όπως αναφέρθηκε πιο πάνω.» Οι πιο πάνω πρόνοιες σαφώς ορίζουν πως οποιοσδήποτε τροποποιητικός Νόμος δεν ακυρώνει ούτε επηρεάζει δικαίωμα ή θεραπεία που πηγάζει από δικαίωμα και τα οποία (δικαίωμα ή θεραπεία) προκύπτουν από τον καταργηθέντα Νόμο νοουμένου ότι στον τροποποιητικό Νόμο δεν φαίνεται αντίθετη πρόθεση, δηλαδή αναδρομικής ισχύος του τροποποιητικού Νόμου. Όπως έχει λεχθεί στις υποθέσεις ΣΠΕ Κοντέας v. Ξιαρή, Πολ. Έφ. 218/12, ημ. 24.6.14, Lion Auto Parts Ltd v. Γεωργίου, Πολ. Έφ. 207/12, ημ. 24.6.14 και Σάντης v. Interfund Investments Ltd
(2001)1(B) Α.Α.Δ. 1670, είναι νομολογιακά καθιερωμένο ότι ένας νόμος δεν έχει αναδρομική ισχύ εκτός και εάν ρητά προβλέπεται στις διατάξεις του ίδιου του νόμου ή αφορά μόνο σε θέματα διαδικασίας. Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην υπόθεση Σάντης v. Interfund Investments Ltd (ανωτέρω) «Υπάρχει δηλαδή γενικό τεκμήριο εναντίον της αναδρομικότητας των νόμων εκτός εάν ο νομοθέτης ανατρέψει το τεκμήριο αυτό με ρητή πρόνοια .». Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και η υπόθεση Ξιούρουππας κ.ά. v. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας, Πολ. Έφ. αρ. 386/10, ημ. 15.11.16, στην οποία αναφέρθηκε πως «Σύμφωνα με τις αποφάσεις Datamedia AE v. KSN (Business Aids) Ltd
(1990)1 C.L.R. 13 και Ιδιωτική Τριτοβάθμια Σχολή INTERCOLLEGE ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω Υπουργού Παιδείας,
(2002)3 Α.Α.Δ. 296, αναδρομικότητα στις πρόνοιες νομοθετήματος δεν εξυπακούεται ούτε υφίσταται εκτός εάν καθορίζεται ρητά τούτο. Το ίδιο προνοεί και ο περί Ερμηνείας Νόμος, Κεφ. 1.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, προκύπτει ξεκάθαρα πως η πρόθεση του Νομοθέτη εκφράστηκε ρητά και σαφώς με την πιο πάνω επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, δίδοντας αναδρομική ισχύ σε αυτόν. Στο άρθρο αναφέρεται πως οι διατάξεις του τροποποιητικού Νόμου εφαρμόζονται σε όλες τις διαδικασίες που εκκρεμούσαν κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του, ήτοι της δημοσίευσης του, και ανεξαρτήτως του εάν στάληκαν ειδοποιήσεις πριν από την εν λόγω ημερομηνία. Το λεκτικό του εν λόγω άρθρου, στη συνήθη ερμηνεία και χρήση του, δεν αφήνει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Νομοθέτης δηλώνει ρητά την πρόθεση του για αναδρομική ισχύ του τροποποιητικού Νόμου η οποία καλύπτει «οποιαδήποτε διαδικασία», χωρίς εξαίρεση ή διαχωρισμό, η οποία εκκρεμούσε κατά την έναρξη ισχύος αυτού. Σαφώς σε αυτές τις διαδικασίες περιλαμβάνονται και οποιεσδήποτε Αιτήσεις - Εφέσεις καταχωρίστηκαν πριν την έναρξη ισχύος αυτού και οι οποίες αφορούν στις ειδοποιήσεις οι οποίες είχαν σταλεί επίσης πριν την έναρξη ισχύος του τροποποιητικού Νόμου, όπως και η παρούσα. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα και στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. Aίτηση αρ. 101/18, ημ. 14.8.18, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» (Η υπογράμμιση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θεωρεί πως η εισήγηση του δικηγόρου των Αιτητών ότι το άρθρο προσδίδει μεν κάποια αναδρομικότητα η οποία όμως δεν τυγχάνει εφαρμογής σε δικαστικές διαδικασίες δεν βρίσκει έρεισμα στο ίδιο το λεκτικό του Νόμου. Από τη στιγμή που η πρόθεση του Νομοθέτη προκύπτει και αποτυπώνεται ξεκάθαρα στο λεκτικό του Νόμου, δεν τίθεται ζήτημα διαφορετικής ερμηνείας λόγω του ότι αυτή, κατ΄ ισχυρισμό των Αιτητών, πιθανόν να οδηγεί σε άδικο αποτέλεσμα. Τέτοια ερμηνεία θα καταστρατηγούσε την εκφρασθείσα πρόθεση του Νομοθέτη. Άλλωστε η ερμηνεία δεν αποτελεί εμπόδιο προσβολής της σχετικής νομοθετικής πρόνοιας πάνω σε άλλες βάσεις, όπως π.χ. αντισυνταγματικότητα. Πράγματι στην προκειμένη περίπτωση, ο δικηγόρος των Αιτητών στην αγόρευση του ήγειρε ζήτημα αντισυνταγματικότητας της σχετικής νομοθετικής πρόνοιας. Ο δικηγόρος της Τράπεζας εισηγήθηκε πως τέτοιος ισχυρισμός δεν δύναται να εξεταστεί από το Δικαστήριο από τη στιγμή που αυτός δεν περιλαμβάνεται στη δικογραφία. Το ζήτημα της αντισυνταγματικότητας της προαναφερόμενης επιφύλαξης του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18ως προς την αναδρομική ισχύ του εν λόγω Νόμου δεν εγείρεται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης, είτε στους λόγους της Αίτησης είτε στην ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή πως ζήτημα αντισυνταγματικότητας συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει να περιλαμβάνεται στη δικογραφία και μάλιστα να εγείρεται εξειδικευμένα και με λεπτομέρεια. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Τσολάκη v. Στυλιανού κ.ά.
(2005)3 Α.Α.Δ. 528, Μαυρομμάτης v. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Δημοκρατία v. Πογιατζή
(1992)3 Α.Α.Δ. 196. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η νομολογία επιτάσσει ότι η εξέταση της συνταγματικότητας των νόμων δεν γίνεται αυτεπαγγέλτως ούτε ελέγχεται περιστασιακά ή συμπτωματικά. Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου. Βλ. Κούρτης κ.ά. ν. Δημοκρατίας κ.ά.
(1999)3 Α.Α.Δ. 408, Μαυρομάτης ν. Δημοκρατίας
(1998)3 Α.Α.Δ. 910 και Κυπριανού κ.ά. ν. Δημοκρατίας
(2003)3 Α.Α.Δ. 8.» Από τη στιγμή που ισχυρισμός για αντισυνταγματικότητα δεν εγείρεται ούτε και περιλαμβάνεται στην Αίτηση, τότε αυτός δεν δύναται να τύχει εξέτασης από το Δικαστήριο. Σημειώνω πως τέτοιος ισχυρισμός θα μπορούσε να περιληφθεί στην Αίτηση κατόπιν αίτησης τροποποίησης εφόσον το όλο ζήτημα της θέσπισης και εφαρμογής του Ν.87(Ι)/17 επήλθε λίγες μέρες μετά την καταχώριση της (Αίτησης) και μάλιστα δύο περίπου μήνες πριν την καταχώριση της ένστασης. Ως εκ τούτου το Δικαστήριο θα προχωρήσει να εξετάσει την Αίτηση υπό το φως των προνοιών του Ν.9/65, όπως αυτός έχει τροποποιηθεί με τον Ν.87(Ι)/18, οι οποίες τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση. Το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18, παρέχει δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης τύπου ΙΑ, εντός 30 ημερών από την παραλαβή αυτής, μόνο για κάποιον ή κάποιους από τους έξι αναφερόμενους σε αυτό λόγους. Ενυπόθηκος οφειλέτης στην . είναι ο Αιτητής 1 και στην . η Αιτήτρια 2. Σε αυτούς τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται η εκκρεμοδικία Αγωγής, λόγος ο οποίος προβάλλεται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης. Σημειώνεται πως τέτοιος λόγος περιλαμβάνετο στο παλαιό άρθρο 44Γ
(3)(δ) και έχει απαλειφθεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/17και αντικατασταθεί με την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60- νέο άρθρο 44Γ
(3)(δ), κάτι το οποίο δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση εφόσον δεν έχει εκδοθεί τέτοιο διάταγμα αλλά ούτε και προβάλλεται τέτοιος λόγος. Οι άλλοι δύο λόγοι του άρθρου 44Γ
(3)στους οποίους βασίζεται η Αίτηση αφορούν το περιεχόμενο της ειδοποίησης και το νομότυπο επίδοσης αυτής, παρ. (α) και (β). Εδώ σημειώνεται πως αυτοί οι λόγοι οι οποίοι προβάλλονται στην Αίτηση αφορούν όχι μόνο την ειδοποίηση ΙΑ αλλά επεκτείνονται και στις προγενέστερες ειδοποιήσεις Θ και Ι. Είναι γεγονός πως ο παλαιότερος Νόμος, στο άρθρο 44ΙΓ, παρείχε την ευχέρεια καταχώρισης έφεσης αναφορικά με τις ειδοποιήσεις Θ και Ι, νοουμένου πως τα έννομα συμφέροντα του ενυπόθηκου οφειλέτη η οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου παραβλάπτοντο από οποιαδήποτε τέτοια ειδοποίηση και εντός προθεσμίας 30 ημερών από την ημερομηνία που το πρόσωπο γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει για τέτοια ειδοποίηση. Με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων τόσο του Αιτητή 1 όσο και της κας ., προκύπτει πως οι ειδοποιήσεις τύπου Θ και Ι αναφορικά με την . επιδόθηκαν ή περιήλθαν σε γνώση των Αιτητών στις 15.11.16 και αναφορικά με την . στις 21.9.17, χωρίς όμως οι Αιτητές να είχαν καταχωρίσει έφεση αναφορικά με οποιαδήποτε εξ αυτών εντός της προβλεπόμενης από τον Νόμο προθεσμίας. Αυτό αποβαίνει καταλυτικό ως προς την όποια εξουσία του Δικαστηρίου να ασχοληθεί με αυτές καθότι το παλαιό άρθρο 44ΙΓ έχει διαγραφεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/07και επομένως ούτε αυτό υφίσταται αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε άλλη πρόνοια η οποία να δίδει δικαίωμα έφεσης αναφορικά με αυτές τις ειδοποιήσεις. Όπως ήδη αναφέρεται ανωτέρω, το νυν άρθρο 44Γ
(3)παρέχει τέτοια δυνατότητα μόνο αναφορικά με την ειδοποίηση ΙΑ. Επομένως, στα πλαίσια εξέτασης της παρούσας Αίτησης δεν παρέχεται πλέον εξουσία και δυνατότητα στο Δικαστήριο να εξετάσει τους προβαλλόμενους λόγους ως προς το ορθό του περιεχομένου και το νομότυπο της επίδοσης των ειδοποιήσεων Θ και Ι, και θα περιοριστεί στην εξέταση αυτών μόνο αναφορικά με τις ειδοποιήσεις ΙΑ, καθότι μόνο εν σχέσει με αυτές η παρούσα έφεση καταχωρίστηκε εντός της προβλεπόμενης στον ισχύοντα Νόμο προθεσμίας. Ο τύπος και το περιεχόμενο των ειδοποιήσεων ΙΑ αναφορικά και με τις δύο επίδικες υποθήκες αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών οι οποίες επισυνάπτουν αυτές στις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις τους, Τεκμήρια 22 και 23 και Τεκμήρια 2-9 αντίστοιχα. Προκύπτει ξεκάθαρα πως όλες οι ειδοποιήσεις βρίσκονται σε πλήρη συμμόρφωση με το Παράρτημα ΙΙ τόσο ως προς τον τύπο όσο και ως προς το περιεχόμενο και λεκτικό τους, όπως απαιτείται από το άρθρο 44Γ
(2). Οι συνθήκες παράδοσης των ειδοποιήσεων ΙΑ αποτελούν αντικείμενο λεπτομερούς αναφοράς και από τις δύο πλευρές. Ειδικότερα, ο Αιτητής 1 στη δική του ένορκη δήλωση αναφέρει πως, όπως τον πληροφόρησε η σύζυγος του, στις 4.6.18 και περί τις 11 το πρωί η ίδια έλαβε τηλεφώνημα από ένα επιδότη ονόματι «Α» ο οποίος της ζήτησε να μιλήσει με τον σύζυγο της. Όταν αυτή του είπε πως ο σύζυγος της απουσιάζει στο εξωτερικό, ο επιδότης ζήτησε το τηλέφωνο του. Αμέσως η σύζυγος του ενημέρωσε τον Αιτητή 1 ο οποίος επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον επιδότη. Ο τελευταίος του ανέφερε ότι είναι επιδότης και θα έφερνε κάτι γράμματα από την Τράπεζα για να «πάει κοντά» για διακανονισμό. Ο Αιτητής 1 του ανέφερε πως βρισκόταν στο Λονδίνο και ο επιδότης του είπε πως θα άφηνε τα γράμματα στο γραμματοκιβώτιο της οικίας του. Στη συνέχεια η σύζυγος του παρέλαβε τα γράμματα από το γραμματοκιβώτιο και όταν ο Αιτητής 1 επέστρεψε στην Κύπρο αποτάθηκε με τα γράμματα στον δικηγόρο του. Η κα . με τη σειρά της ισχυρίζεται πως οι επιδόσεις έγιναν στην οικία διαμονής του Αιτητή 1 και στην τελευταία γνωστή του διεύθυνση, ήτοι στη ., η οποία είναι η τελευταία γνωστή διεύθυνση του όπως αυτή φαίνεται στη σύμβαση παραχώρησης δανείου, αντικείμενο της Αγωγής 1315/14, Τεκμήριο
  1. Η κα . παραπέμπει στην παρ. 14 του Τεκμηρίου 1 δυνάμει του οποίου οποιαδήποτε ειδοποίηση δυνάμει της συμφωνίας θα πρέπει να παραδίδεται στη δοθείσα διεύθυνση ή σε όποια νέα διεύθυνση γνωστοποιείται από τον οφειλέτη ή στην τελευταία γνωστή διεύθυνση, αναφέροντας πως από την υπογραφή της συμφωνίας η Τράπεζα ουδέποτε έλαβε ενημέρωση για αλλαγή της διεύθυνσης. Άλλωστε, είναι παραδεκτό από τους Αιτητές πως αυτή είναι η διεύθυνση κατοικίας του Αιτητή 1 και της οικογένειας του και ούτε αμφισβητήθηκε η εκεί διαμονή του, ανεξαρτήτως του ότι ο Αιτητής 1 κατά τον ουσιώδη χρόνο στις 4.6.18 βρισκόταν στο εξωτερικό. Η κα . επιβεβαιώνει πως στις 4.6.18 ο επιδότης, ΑΤ, μίλησε με τον Αιτητή 1 ο οποίος είναι και διευθυντής της Αιτήτριας 2 και τον ενημέρωσε για την πρόθεση του να εκτελέσει επίδοση των ειδοποιήσεων ΙΑ και ο Αιτητής 1 τον πληροφόρησε ότι απουσίαζε στο εξωτερικό. Ακολούθως, ο επιδότης μετέβη στη διεύθυνση της οικίας του Αιτητή 1, όπου μίλησε με τη σύζυγο και συγκάτοικο του η οποία αρνήθηκε να παραλάβει τις ειδοποιήσεις αναφορικά με την .. Έτσι, ο επιδότης άφησε τις επιδόσεις στην οικία του Αιτητή 1 αφού η σύζυγος του τελευταίου αρνήθηκε να τις υπογράψει. Στις σχετικές ένορκες δηλώσεις του επιδότη ημ. 6.6.18 καταγράφεται πως αυτός επέδωσε τις ειδοποιήσεις στην κα . Χριστοδούλου προσωπικά, εκ μέρους της Αιτήτριας 2 ως μέτοχος και υπεύθυνη παραλαβής εγγράφων της εταιρείας και ως σύζυγος και συγκάτοικος του Αιτητή 1, η οποία αρνήθηκε να τις παραλάβει και υπογράψει και πως αυτές (οι ειδοποιήσεις) αφέθηκαν στην είσοδο της οικίας της - Τεκμήρια 2-
  2. Η ίδια διαδικασία ακολουθήθηκε και για την επίδοση των ειδοποιήσεων αναφορικά με την ., η οποία έγινε και πάλι στην κα Χριστοδούλου αναφορικά και με άλλα πρόσωπα, ήτοι των δύο θυγατέρων τους, όπως καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις επίδοσης ημ. 6.6.18, Τεκμήρια 5-8, καθώς επίσης και στον κ. ΒΧ, ως εξουσιοδοτημένο πρόσωπο για παραλαβή εγγράφων, εκ μέρους του ενδιαφερόμενου προσώπου ΜΚ, Τεκμήριο
  3. Σημειώνεται πως η τελευταία επίδοση δεν αποτέλεσε αντικείμενο αναφοράς ούτε και αμφισβήτησης στα πλαίσια της Αίτησης. Το ερμηνευτικό άρθρο 44ΙΕ του Ν.9/65, όπως τροποποιήθηκε, δίδει τον ορισμό του όρου «επίδοση» ως εξής: «επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο: Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης:.» Σύμφωνα με τη Δ.5 θ.2
(1)(i) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η επίδοση θεωρείται καλή και κανονική, εάν το πρόσωπο στο οποίο θα γίνει η επίδοση δεν βρεθεί στο σπίτι του, νοουμένου ότι αντίγραφο του κλητηρίου εντάλματος αφεθεί σε μέλος της οικογένειας του που να φαίνεται ότι είναι άνω των 16 ετών και να είναι στην πόλη ή το χωριό του ή εντός της περιοχής του. Σχετική είναι η υπόθεση Θεοδώρου κ.ά. v. ΣΠΕ Μακράσυκας
(2003)1(Β) Α.Α.Δ.
  1. Εδώ κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως ο δικηγόρος των Αιτητών περιόρισε τους τρόπους επίδοσης στα όσα αναφέρονται στην πρώτη παράγραφο του ερμηνευτικού όρου χωρίς οποιαδήποτε αναφορά στη δεύτερη παράγραφο και παραπομπή στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Σαφώς στην προκειμένη περίπτωση η επίδοση έγινε στη διεύθυνση της οικίας και διαμονής του Αιτητή 1 και στην κα . Χριστοδούλου, σύζυγο και συγκάτοικο του Αιτητή 1 και μητέρα και συγκάτοικο των δύο θυγατέρων τους. Επίσης και η επίδοση στην Αιτήτρια 2 εταιρεία έγινε νομότυπα και κανονικά σε αυτή ως μετόχου και υπεύθυνης παραλαβής εγγράφων, ιδιότητες οι οποίες ουδόλως αμφισβητήθηκαν από την πλευρά των Αιτητών, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5 θ.
  2. Το γεγονός πως η ίδια αρνήθηκε να παραλάβει και υπογράψει τις ειδοποιήσεις δεν επηρεάζει το νομότυπο των επιδόσεων από τη στιγμή που αυτή γνώριζε ότι τα έγγραφα αφέθηκαν στην είσοδο της οικίας της, τα οποία παρέλαβε και ενημερώθηκε για το περιεχόμενο τους. Εν πάση περιπτώσει και λαμβάνοντας υπόψιν την αναφορά στην απόφαση Θεοδώρου κ.ά. v. ΣΠΕ Μακράσυκας (ανωτέρω), ήτοι πως «σκοπός του νομοθέτη ήταν να διευκολύνει την επίδοση όπου αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει προσωπικά στον διάδικο», το Δικαστήριο επισημαίνει πως ο Αιτητής 1 παραδέχεται πως έλαβε γνώση των ειδοποιήσεων τόσο για τον ίδιο όσο και για την Αιτήτρια 2 εταιρεία μέσω της εν λόγω επίδοσης. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, το Δικαστήριο ικανοποιείται πως οι ειδοποιήσεις έχουν δεόντως επιδοθεί στους ενυπόθηκους οφειλέτες και στα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Επομένως δεν συντρέχει κανείς των προβαλλόμενων λόγων του άρθρου 44Γ
(3)που να δικαιολογεί τον παραμερισμό των ειδοποιήσεων ΙΑ. Τέλος, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως η διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων ενώ ταυτόχρονα εκκρεμεί η Αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44Α
(4)του Ν.9/65, επιτρέπεται η συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και ουδεμία διάταξη υπάρχει στον Νόμο η οποία να υποστηρίζει πως η ύπαρξη αγωγής εμποδίζει την άσκηση από τον ενυπόθηκο δανειστή των δικαιωμάτων σε σχέση με τη διαδικασία πώλησης δυνάμει του Νόμου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση - Εφεσίβλητων και εναντίον των Αιτητών - Εφεσειόντων, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.