← Κύπρος

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2398/15, 9/11/2018

ALPHA BANK CYPRUS LTD ν. ΧΡΙΣΤΟΥ, Αρ. Αγωγής: 2398/15, 9/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A454 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2398/15 Μεταξύ: ALPHA BANK CYPRUS LTD, από τη Λευκωσία Ενάγουσας-Αιτήτριας και XXXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ Εναγόμενου-Καθ΄ ου η αίτηση ---------------------------- Αίτηση ημερ. 6.6.2018 για παροχή λεπτομερειών Ημερομηνία: 9 Νοεμβρίου 2018 Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κος Χρ. Ηρακλέους για ΠΑΤΡΙΚΙΟΣ ΠΑΥΛΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ. Για Εναγόμενο-Καθ΄ ου η αίτηση: κα Ν. Δημητρίου, για Δημόκριτο Αριστείδου & Συνεργάτες. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την υπό εξέταση Αίτηση οι Ενάγοντες αιτούνται την έκδοση Διατάγματος παροχής περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών της παρ. 12 της Υπεράσπισης αναφορικά με τον ισχυρισμό του Εναγομένου περί υπερχρέωση τόκων και αντισυμβατικών χρεώσεων εις τον επίδικο λογαριασμό καθώς και λεπτομέρειες των παρ. 13 και 14 της Υπεράσπισης εν σχέση με τον ισχυρισμό περί εξόφλησης των συμβατικών υποχρεώσεων του Εναγομένου. Περαιτέρω με την Αίτηση τους οι Ενάγοντες αιτούνται Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή (STRIKE OUT) της Υπεράσπισης και/ή του μέρους αυτής που σχετίζεται με τις αιτούμενες περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, εάν ο Εναγόμενος δεν συμμορφωθεί με το αιτούμενο πιο πάνω στο αιτητικό Α της παρούσας Αίτησης Διάταγμα. Διαζευκτικά προς το Διάταγμα που ζητείται με το αιτητικό Β της αίτησης, ζητείται Διάταγμα και/ή Δήλωση του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο ο Εναγόμενος θα εμποδίζεται και/ή δεν θα έχει τη δυνατότητα να προσκομίσει μαρτυρία κατά την ακροαματική διαδικασία για οποιαδήποτε κατ' ισχυρισμό γεγονότα και/ή οποιουσδήποτε ισχυρισμούς του που περιέχονται στην Υπεράσπιση και που σχετίζονται με τις αιτούμενες περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες, εάν ο Εναγόμενος δεν συμμορφωθεί με το αιτούμενο πιο πάνω στο αιτητικό Α της παρούσας Αίτησης Διάταγμα. Η Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.19 και Δ.27 Θ.3, Δ.48 Θ.Θ. 1 - 9, Δ.64, στο αρ. 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη διακριτική ευχέρεια, γενική πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Αναφέρεται περαιτέρω στην Αίτηση, ότι οι ζητούμενες λεπτομέρειες ζητήθηκαν και με επιστολή ημερ. 19.9.2017. Η Αίτηση συνοδεύεται από την Ένορκη Δήλωση της Υβόννης Λαμπριανού, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων στην οποία αναφέρει ότι πριν την καταχώριση της αίτησης είχε αποσταλεί επιστολή προς τους δικηγόρους του Εναγομένου, ημερ. 19.9.2017, δυνάμει της Δ.19 θ.7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, πλην όμως δεν ανταποκρίθηκαν. Η εν λόγω επιστολή στάληκε με τηλεομοιότυπο (Τεκμήριο 1) και επιδόθηκε μέσω δικαστικού επιδότη (Τεκμήριο 2). Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, οι αιτούμενες λεπτομέρειες είναι απαραίτητες για να ξέρουν οι Ενάγοντες τι θα αντιμετωπίσουν κατά την Ακρόαση, καθώς επίσης θα πρέπει να δοθούν λεπτομέρειες για να σχηματίσει πλήρη εικόνα η πλευρά των Εναγόντων αναφορικά με τη φύση και έκταση της υπόθεσης την οποία θα αντιμετωπίσει κατά την Ακρόαση. Ο Εναγόμενος έφερε Ένσταση στην Αίτηση προβάλλοντας μεταξύ άλλων ότι η αίτηση είναι νομικά αβάσιμη, δεν χρειάζεται να δοθούν λεπτομέρειες και τα γεγονότα τα οποία ζητούνται συνιστούν μαρτυρία αλλά και γεγονότα τα οποία οι Ενάγοντες ήδη γνωρίζουν. Εις ότι αφορά την αιτούμενη διαγραφή κάτι τέτοιο θα επηρεάσει ανεπανόρθωτα την πλευρά της υπεράσπισης και επηρεάζει τα Συνταγματικά δικαιώματα του Εναγομένου. Η Ένσταση συνοδεύεται από την ένορκο δήλωση του Εναγομένου, ο οποίος ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης προσθέτοντας ότι τα αιτούμενα διατάγματα συνιστούν αλίευση μαρτυρίας και ενδεχόμενη αναστροφή του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών των Εναγόντων το οποίο παραμένει στους ώμους τους. Πέραν τούτου προβάλλει επίσης ότι δεν εξηγείται στην ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση για ποιο λόγο ορκίζεται δικηγόρος η οποία μάλιστα δεν αποκάλυψε την πηγή της πληροφόρησης της για τα όσα ορκίζεται. Κατά το στάδιο της Ακρόασης, κατατέθηκαν γραπτές αγορεύσεις από αμφότερες πλευρές, το περιεχόμενο των οποίων έχει μελετηθεί και ληφθεί υπόψη κατά την έκδοση της παρούσας Απόφασης. Τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων βασίζεται είτε η απαίτηση είτε η υπεράσπιση, αλλά όχι και την μαρτυρία η οποία θα παρουσιαστεί προς απόδειξη τους. Στην υπόθεση Κρις (Χρίστος) Χριστοδούλου ν. Χρ. Μαρνέρος & Σία Λτδ

(1997)1 Α.Α.Δ.718 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Τα δικόγραφα είναι ουσιώδη στον καθορισμό των επιδίκων θεμάτων και στον καθορισμό της βάσης επί της οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης. Η σημασία τους τονίστηκε στην υπόθεση Christakis Loucaides ν. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Tα δικόγραφα δεν έχουν σκοπό μόνο τη διαφύλαξη της κανονικής διαδικασίας. Σκοπό έχουν να μην καταλαμβάνονται εξ απροόπτου οι διάδικοι στους οποίους θα πρέπει να παρέχεται η δέουσα ευκαιρία να ετοιμάσουν την υπόθεσή τους για ακρόαση. Εκτός αν τα επίδικα θέματα καθοριστούν δεόντως η ακρόαση παραμένει χωρίς οριοθέτηση και οι σκοποί της δικαιοσύνης μπορεί να παρακωλυθούν λόγω της αβεβαιότητας (G.I.P. Constructions Ltd v. Panayiota Neophytou and Others
(1983)1 C.L.R., 669, 680). Σύμφωνα με τη Δ.19 θ.6, μπορεί να διαταχθεί η παροχή περαιτέρω και καλύτερων λεπτομερειών οιουδήποτε θέματος που αναφέρεται σε οιοδήποτε δικόγραφο, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως θα θεωρηθεί δίκαιο». Βασική αρχή επί της οποίας στηρίζεται η διαδικασία είναι πως οι διάδικοι πρέπει και δικαιούται να γνωρίζουν την υπόθεση του αντιδίκου τους κατά την ακροαματική διαδικασία ώστε να μην βρεθούν προ εκπλήξεως. Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ ν. Credit Libanais S.A.L.
(1991)1 Α.Α.Δ. 649: «Ο γενικός κανόνας, όπως προκύπτει από τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας και τη νομολογία, είναι ότι τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή και πλήρη εικόνα για τη φύση και την έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει την δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων και τετελεσμένων γεγονότων. Έτσι, όταν ο θεμελιώδης αυτός κανόνας παραβιάζεται, η άλλη πλευρά δικαιούται πάντοτε να απευθύνεται στο Δικαστήριο και να επιτυγχάνει στην έκδοση διατάγματος που να διατάσσει τον αντίδικο να τον εφοδιάσει με τις απαιτούμενες κάτω από τις περιστάσεις λεπτομέρειες.» Αναφορικά με την παράλειψη διαδίκου να ζητήσει λεπτομέρειες, στην υπόθεση Αναστάση Ιωακείμ Κουρσουμά ν. Ευριπίδη Κώστα Κοσμά
(1991)1 Α.Α.Δ. 973, λεχθήκαν τα ακόλουθα: «Όμως είναι και ειδικά θεμελιωμένο ότι ο διάδικος που παραλείπει να υποβάλει αίτηση για λεπτομέρειες θεωρείται ότι έχει παραιτηθεί από αυτές έτσι που να μη μπορεί κατά τη δίκη να αποκλείσει την εισαγωγή μαρτυρίας προς υποστήριξη κάποιου γενικού ισχυρισμού..... » Λέχθηκε περαιτέρω στη Θεμιστοκλέους v. Χρ. Γεωργιάδης Λτδ
(2000)1 Α.Α.Δ. 157, την οποίαν αμφότεροι οι συνήγοροι επικαλούνται: «Από το συνδυασμένο αποτέλεσμα των πιο πάνω ακολουθεί και η αρχή, που εκφράζεται ως βασική αρχή στη νομολογία, ότι περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες μπορούν να δοθούν μόνο αναφορικά με τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται το δικόγραφο και όχι αναφορικά με τη μαρτυρία που θα προσκομισθεί προς απόδειξη τους. Δίδονται έτσι ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ποια υπόθεση μπορεί να αναμένει να παρουσιασθεί στη δίκη και να μην καταληφθεί εξ απίνης. Οι λεπτομέρειες έχουν σκοπό να διευκρινίσουν και εξειδικεύσουν τα ισχυριζόμενα ουσιαστικά γεγονότα, αλλά κατ΄ ουδένα λόγο να εκμαιεύσουν ή να αποκαλύψουν την ίδια τη μαρτυρία με την οποία αυτά θα αποδειχθούν.» Το κύριο νομικό υπόβαθρο για την υπό εξέταση αίτηση είναι η Διαταγή 19 Θ. 6, η οποία περιλαμβάνεται στην Αίτηση, προβλέπει τα ακόλουθα: «Περαιτέρω και καλύτερη έκθεση της φύσης της απαίτησης ή υπεράσπισης ή περισσότερες και καλύτερες λεπτομέρειες οιουδήποτε ζητήματος που αναφέρεται σε οιονδήποτε δικόγραφο, ειδοποίηση ή γραπτή διαδικασία που απαιτεί λεπτομέρειες, μπορεί σε όλες τις περιπτώσεις να διαταχθεί, με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα και οτιδήποτε άλλο που θα ήθελε φανεί δίκαιο.» Έχοντας σκιαγραφήσει το νομικό πλαίσιο επί του οποίου ασκείται η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου και έχοντας κατά νου τις θέσεις αμφοτέρων πλευρών, θα εξετάσω το Αίτημα των Εναγόντων. Αναφέρω αρχικά ότι η Αίτηση στηρίζεται στη Δ.19 θ.4, 5, 6, 7, 9, 13, 16 και 26, δηλαδή στο ορθό και απαραίτητο νομικό υπόβαθρο. Πέραν τούτου, πριν την καταχώρηση της Αίτησης στάληκε η επιστολή ημερ. 19.9.17 με την οποία εζητούντο οι εν λόγω λεπτομέρειες, σύμφωνα με τη Δ.19 θ.7, χωρίς ανταπόκριση. Συνεπώς οι σχετικοί λόγοι ένστασης περί νομικά αβάσιμης Αίτησης δεν ευσταθούν και απορρίπτονται. Εις ότι αφορά τις αιτούμενες λεπτομέρειες, προβάλλει η πλευρά του Εναγόμενου ότι συνιστούν μαρτυρία, δεν είναι αναγκαίες αλλά και αντιστρέφουν το βάρος απόδειξης, το οποίο φέρουν οι Ενάγοντες. Οι εν λόγω θέσεις δεν με βρίσκουν σύμφωνη για τους ακόλουθους λόγους: Η θέση του Εναγομένου ότι πρόκειται περί μαρτυρίας αποτελεί υπεραπλουστευμένη προσέγγιση του ζητήματος, έχοντας υπόψη ότι η κάθε υπόθεση εξετάζεται επί τη βάση των δικών της περιστάσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, αποτελεί ουσιαστικό ισχυρισμό της Υπεράσπισης ότι το αξιούμενο υπόλοιπο περιλαμβάνει υπερχρεώσεις τόκων και επιβολή αντισυμβατικών χρεώσεων. Προβάλλει επίσης ότι το ποσό έχει εξοφληθεί. Από τη στιγμή όπου οι ισχυρισμοί αυτοί του Εναγομένου αποτελούν την ουσία της Υπεράσπισης και τα γεγονότα και λεπτομέρειες βρίσκονται στην αποκλειστική γνώση του Εναγόμενου ο οποίος προβάλλει τους εν λόγω ισχυρισμούς, τότε οι Ενάγοντες θα πρέπει να γνωρίζουν τις λεπτομέρειες αυτές για να προετοιμαστούν κατάλληλα για την υπόθεση τους αλλά και να μην βρεθούν προ εκπλήξεως κατά την Ακρόαση. Η θέση του Εναγόμενου ότι οι Ενάγοντες γνωρίζουν τις αιτούμενες λεπτομέρειες δεν έχει τεκμηριωθεί. Από τη στιγμή όπου οι Ενάγοντες αξιώνουν ένα συγκεκριμένο υπόλοιπο το οποίο φέρουν το βάρος να αποδείξουν δεν μπορούν να γνωρίζουν τι έχει κατά νου ο Εναγόμενος προβάλλοντας ότι υπάρχουν παράνομες χρεώσεις τόκων και άλλων χρεώσεων ή πότε και με ποιο τρόπο ο Εναγόμενος εξόφλησε ή πλήρωσε έναντι του λογαριασμού. Όπως φαίνεται από τα έγγραφα τα οποία είναι κατατεθειμένα στο φάκελο, ο Εναγόμενος ήδη έλαβε αντίγραφα των καταστάσεων λογαριασμών και συνεπώς είναι σε καλύτερη θέση να γνωρίζει που βασίζει τους ισχυρισμούς του αυτούς. Από την άλλη οι Ενάγοντες βρίσκονται αντιμέτωποι με γενικούς ισχυρισμούς του Εναγομένου για τους οποίους δεν δίδεται κάποια λεπτομέρεια στο δικόγραφο της Υπεράσπισης οι οποίοι μάλιστα αποτελούν την ουσία της Υπεράσπισης του. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες δεν συνιστούν την ίδια την μαρτυρία την οποία ενδεχομένως ο Εναγόμενος να παρουσιάσει κατά τη δίκη, π.χ. πως κατέληξε στο συμπέρασμα του για παράνομες χρεώσεις. Οι αιτούμενες λεπτομέρειες αποτελούν τα γεγονότα τα οποία συνιστούν τους ισχυρισμούς του, για παράδειγμα και όχι εξαντλητικά, ποιο θα έπρεπε να ήταν το επιτόκιο ή ποια κατηγορία χρεώσεων δεν επιτρεπόταν στους Ενάγοντες να επιβάλουν. Προβάλλοντας ο Εναγόμενος τους ως άνω ισχυρισμούς έχει καθήκον να προσδιορίσει τις λεπτομέρειες για να γνωρίζουν οι Ενάγοντες τι θα αντιμετωπίσουν κατά τη δίκη χωρίς αυτό κατ' ανάγκη να επιβάλλει στον Εναγόμενο να αποκαλύψει τη μαρτυρία του προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του. Το βάρος απόδειξης, είναι δεδομένο, βρίσκεται στους ώμους των Εναγόντων και αυτό δεν αντιστρέφεται με την παροχή των αιτούμενων λεπτομερειών. Από την άλλη όμως ο Εναγόμενος με τους ισχυρισμούς του περί παράνομων χρεώσεων και εξόφλησης, επιβάλλει αυξημένο βάρος στους ώμους των Εναγόντων οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι με ουσιαστικούς ισχυρισμούς της Υπεράσπισης, τους οποίους ούτε γνωρίζουν ούτε όμως θα είναι σε θέση κατά τη δίκη να αντιμετωπίσουν. Προτού καταγράψω την κατάληξη μου, έχω επίσης εξετάσει τα όσα αναφέρει ο Εναγόμενος στην ένορκο του δήλωση εν σχέση με το ότι η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκο δήλωση Δικηγόρου, η οποία δεν αποκαλύπτει την πηγή πληροφόρησης της, θέση η οποία επίσης υποστηρίζεται με την γραπτή αγόρευση του Εναγομένου. Αρχικά να αναφέρω ότι τέτοιο ζήτημα δεν εξειδικεύεται με τους λόγους ένστασης. Παρά τούτο, η ενόρκως δηλούσα, αναφέρει στην παρ. 1 ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου και από πληροφορίες που έλαβε από αντιπροσώπους της Αιτήτριας και από τους δικηγόρους που χειρίζονται προσωπικά την υπόθεση και είναι εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκο δήλωση. Εξηγεί μάλιστα ότι ο λόγος για τον οποίο προβαίνει η ίδια της στην ένορκο δήλωση είναι επειδή η Αίτηση πραγματεύεται πρωτίστως ζητήματα νομικής φύσεως και αφορά γεγονότα τα οποία οι δικηγόροι της Αιτήτριας έχουν πλήρη εικόνα και πληροφόρηση. Τα πιο πάνω κρίνονται ικανοποιητικά τόσο για το λόγο τον οποίο ορκίζεται στην Αίτηση η κα Λαμπριανού όσο και εν σχέση με την προσωπική της γνώση για τα όσα ορκίζεται αποκαλύπτοντας μάλιστα την πηγή της πληροφόρησης της. Συνεπώς οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται και εκδίδεται Διάταγμα ως η παρ. Α
(1)και
(2)της Αίτησης, εντός 30 ημερών από σήμερα. Σε περίπτωση όπου ο Εναγόμενος παραλείψει να συμμορφωθεί με το ως άνω Διάταγμα εντός της ταχθείσας προθεσμίας, θα έχει ως συνέπεια τη μη δυνατότητα παρουσίασης μαρτυρίας προς υποστήριξη των σχετικών ισχυρισμών του ως οι παρ. 12,13 και 14 της Υπεράσπισης του ως το παρακλητικό Γ της Αίτησης (βλ. Annual Practice 1958 σελ. 460). Το παρακλητικό Β της Αίτησης απορρίπτεται. Τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα της Αίτησης, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγομένου, όπως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, τα οποία θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) .................................. Χρ. Χατζηγεωργίου,Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.