Διευθύντριας ν. Αγιομαμίτη, Αρ. Αγωγής: 4601/2011, 23/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A480 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4601/2011 Μεταξύ: Διευθύντριας Τμήματος Τελωνείων, Λευκωσία Εναγόντων και XXXXXX Αγιομαμίτη, Λεμεσός Εναγομένου -------------------- Ημερομηνία: 23 Νοεμβρίου, 2018 Για τον Εναγόμενο - Αιτητή: κα Π. Κτίστη Για τους Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση: κα M. Μιχαηλίδου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την υπό κρίση αίτηση ο Εναγόμενος - Αιτητής (στο εξής «ο Αιτητής») ζητά την τροποποίηση της τροποποιημένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του διά της προσθήκης προδικαστικής ένστασης περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας (στο εξής «Καθ' ης η Αίτηση»). Η υπό κρίση αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Π. Κτίστη η οποία αναφέρει, ανάμεσα σε άλλα, ότι με την αιτούμενη τροποποίηση η Καθ' ης η Αίτηση δεν θα επηρεαστεί δυσμενώς καθώς η νομοθεσία βάσει της οποίας επιχειρείται να εγερθεί η προτεινόμενη προδικαστική ένσταση είναι εν γνώση της αφού σε αυτήν στηρίζει το αγώγιμο δικαίωμά της. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι δεν θα είναι απαραίτητο για την Καθ' ης η Αίτηση να αναζητήσει νέα μαρτυρία ή να περισυλλέξει νέα στοιχεία αφού με την προτεινόμενη τροποποίηση, αν αυτή εγκριθεί, θα εισαχθεί νομικός ισχυρισμός. Επιπρόσθετα, η ενόρκως δηλούσα αναφέρει ότι όπως πληροφορείται από τη δικηγόρο που χειρίζεται την υπόθεση για λογαριασμό του Αιτητή, η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση προέκυψε κατά τον χρόνο προετοιμασίας της ακρόασης της υπόθεσης. Τέλος, ισχυρίζεται ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία διότι αφενός αν ο συγκεκριμένος ισχυρισμός δεν δικογραφηθεί τότε ο Αιτητής δεν θα μπορεί να τον επικαλεστεί και αφετέρου σε περίπτωση που διαπιστωθεί ότι όντως εγείρεται ζήτημα παραγραφής τότε θα εκθεμελιωθεί το αγώγιμο δικαίωμα. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρισε ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης με την οποία εγείρει 13 συνολικά λόγους ένστασης. Δεν θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιους τους λόγους ένστασης της Καθ' ης η Αίτηση οι οποίοι ασφαλώς έχουν μελετηθεί και ληφθεί υπόψη στο σύνολο τους. Συνοπτικά οι λόγοι ένστασης συνίστανται στο ότι η υπό κρίση αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα, στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για παραγραφή της απαίτησης της Καθ' ης η Αίτηση, στο ότι με την αιτούμενη τροποποίηση εισάγεται νέα γραμμή υπεράσπισης και τέλος στο ότι ο Αιτητής ενήργησε κακόπιστα και καταχρηστικά με απώτερο στόχο την αποφυγή πληρωμής των οφειλόμενων δασμών προς το κράτος. Η ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της Α. Μολυβά η οποία ουσιαστικά υιοθετεί τους λόγους που εκτίθενται στην ειδοποίηση περί πρόθεσης ένστασης. Συγκεκριμένα ισχυρίζεται ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση δεν έχει παραγραφεί εφόσον δεν έχουν παρέλθει 6 έτη από την ημερομηνία έκδοσης της τελεσίδικης απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προσφυγή που καταχώρισε ο Αιτητής μέχρι την ημερομηνία καταχώρισης της παρούσας αγωγής. Επιπρόσθετα, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην αιτούμενη τροποποίηση διότι η προδικαστική ένσταση που επιχειρεί να εισάξει στην ανταπαίτηση του έχει παραγραφεί. Περαιτέρω, η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι υπάρχει σημαντική καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης η οποία καταδεικνύει την κακή πίστη με την οποία ενήργησε ο Αιτητής. Τυχόν δε έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης θα επιφέρει σημαντική βλάβη στην Καθ' ης η Αίτηση η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί με την καταβολή των εξόδων, αφού η Καθ' ης η Αίτηση θα αναγκαστεί 7 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής να εξεύρει άλλη μαρτυρία προς απόδειξη των ισχυρισμών της. Τέλος, ισχυρίζεται ότι ο Αιτητής δεν δίδει οποιαδήποτε αιτιολόγηση σε σχέση με την καθυστέρηση στην προβολή του αιτήματος του. Η ακρόαση της υπό κρίση αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με τις αγορεύσεις τους προέβαλαν την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους. Τόσο η αίτηση και η ένσταση με τις αντίστοιχες ένορκες δηλώσεις, όσο και οι αγορεύσεις των συνηγόρων έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολο τους. Το ζήτημα της τροποποίησης των δικογράφων, ανάγεται στην άσκηση της διακριτικής εξουσίας των Δικαστηρίων και έτυχε εκτεταμένης και βαθιάς αναλύσεως σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων οι υποθέσεις Courtis v. Iasonides
(1970)1 C.L.R.180, Evripidou v. Kannaourou
(1985)1 C.L.R.24, Nicolaides v. Yerolemi
(1980)1 C.L.R.1, Tsiappas v. The Republic
(1974)1 C.L.R.167, Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 33, Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 κ.α. Στην υπόθεση Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 αναφέρεται πως: «Αναμφίβολα η σύγχρονη τάση, όπως βγαίνει από τη σχετική νομολογία, είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις, ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα.» Επίσης, στην υπόθεση Anna Latouf Agini v. Εθνικής Τράπεζας Ελλάδος
(1999)1 Α.Α.Δ. 11, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά: «Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής.» Η θεμελιακή αρχή που ξεπροβάλλει από τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι πως η τροποποίηση ενός δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών. Εξαίρεση ωστόσο αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του Αιτητή είναι εμφανής. Το πρώτιστο επομένως ερώτημα που εγείρεται για το Δικαστήριο σε αιτήσεις τροποποίησης δικογράφου συνίσταται στο κατά πόσο η τροποποίηση είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς των διαδίκων και για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Αυτή η προσέγγιση επιβεβαιώθηκε και στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου και Ιεροδιακόνου Π.Ε. αρ. Ε306/16 κα Ε307/16 ημερ. 6.7.2018. Με γνώμονα επομένως τις πιο πάνω πάγιες αρχές της νομολογίας θα εξετάσω κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση δικαιολογείται η αιτούμενη τροποποίηση. Όπως ήδη αναφέρθηκε αυτό το οποίο επιδιώκει ο Αιτητής είναι την εισαγωγή ισχυρισμού περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Καθ' ης η Αίτηση. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης το αγώγιμο δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση εδράζεται σε οφειλόμενους εισαγωγικούς δασμούς και φόρους οι οποίοι προκύπτουν από διασαφήσεις εισαγωγής. Όπως δε αναφέρεται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης η αγωγή εγείρεται δυνάμει του Περί Τελωνειακού Κώδικα Νόμου, Ν.94 (Ι)/2004, ως έχει μέχρι σήμερα τροποποιηθεί. Το άρθρο 113
(2)του Ν.94 (Ι)/2004, τη ρύθμιση του οποίου επιχειρεί να εισάξει ο Αιτητής με την υπό κρίση αίτηση, προνοεί για περίοδο παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του Διευθυντή του Τμήματος Τελωνείων αναφορικά με τη διεκδίκηση οποιουδήποτε ποσού το οποίο σύμφωνα με τις διατάξεις της τελωνειακής ή άλλης νομοθεσίας οφείλεται στη Δημοκρατία. Επομένως, η επιδιωκόμενη τροποποίηση συναρτάται άμεσα με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής εφόσον με αυτή επιδιώκεται η εισαγωγή ισχυρισμού περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της Καθ' ης η αίτηση δυνάμει νομικής διάταξης που περιλαμβάνεται στη νομοθεσία επί της οποίας η Καθ' ης η Αίτηση στηρίζει την αξίωση της. Τα πιο πάνω απαντούν στη θέση της Καθ' ης η Αίτηση ότι με την επιδιωκόμενη τροποποίηση επιχειρείται η εισαγωγή νέας υπεράσπισης η οποία θα αναγκάσει την Καθ' ης η Αίτηση να ανατρέξει σε αυτό το καθυστερημένο στάδιο της διαδικασίας στην αναζήτηση νέας μαρτυρίας και νέων στοιχείων. Όπως ήδη ανάφερα η αιτούμενη τροποποίηση είναι άμεσα συνυφασμένη με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής και δεν απαιτείται η αναζήτηση οποιασδήποτε νέας μαρτυρίας, αφού το κατά πόσο η αξίωση έχει παραγραφεί ή όχι θα εξεταστεί με αναφορά στον χρόνο γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος που επικαλείται η ίδια η Καθ' ης η Αίτηση. Επιπρόσθετα, από τα προαναφερόμενα καθίσταται σαφές ότι η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για την επίλυση της διαφοράς των διαδίκων. Αυτό διότι σε περίπτωση επιτυχίας της προδικαστικής ένστασης που ο Αιτητής επιχειρεί μέσω της αιτούμενης τροποποίησης να εισάξει, τότε το αγώγιμο δικαίωμα της Καθ' ης η Αίτηση θα κριθεί ως παραγεγραμμένο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προωθηθεί. Η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση τόνισε μέσω των αγορεύσεων της την καθυστέρηση η οποία παρατηρείται αφού η υπό κρίση αίτηση καταχωρήθηκε 7 έτη μετά την έγερση της αγωγής και εφόσον προηγήθηκε άλλη αίτηση τροποποίησης στις 05.04.2017. Αδιαμφισβήτητα υπήρξε σημαντική καθυστέρηση στην καταχώριση της υπό κρίση αίτησης και όπως η νομολογία μας υποδεικνύει ο παράγοντας χρόνος είναι ένας από τους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Ταυτόχρονα όμως η νομολογία υποδεικνύει ότι ο εν λόγω παράγοντας δεν αποτελεί το αποφασιστικό κριτήριο για την έγκριση ή όχι αίτησης τροποποίησης. Σχετική με το θέμα της καθυστέρησης είναι η απόφαση στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (S.A.L.) v. Νίκου Κ. Σιακόλα
(1999)1Α Α.Α.Δ. 44. Στην εν λόγω υπόθεση η αγωγή καταχωρήθηκε στις 23.01.1986 και η ακρόαση της ξεκίνησε δύο φορές αλλά δεν περατώθηκε διότι και στις δύο περιπτώσεις ο εκάστοτε Πρόεδρος του Πλήρους τότε Επαρχιακού Δικαστηρίου είχε διοριστεί στο Ανώτατο Δικαστήριο. Μετά τη δεύτερη ματαίωση της ακροαματικής διαδικασίας, οι εφεσείοντες καταχώρησαν στις 06.03.1998 αίτηση για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και της Απάντησης, η οποία αποτέλεσε το αντικείμενο της έφεσης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη απόφαση, επέτρεψε μερικά την τροποποίηση αναφέροντας τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση υπήρξε όντως μεγάλη καθυστέρηση στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση. Η έννοια της καθυστέρησης προϋποθέτει βέβαια τη δυνατότητα έγκαιρης ενέργειας. Αυτή τη δυνατότητα θα πρέπει εδώ, σε επίπεδο θεωρητικό, να την υποθέσουμε. Διότι θα έπρεπε εξ αρχής να ήταν γνωστή στο συνήγορο των εφεσειόντων η δικονομική ανάγκη για την παροχή λεπτομερειών του αλλοδαπού δικαίου. Που σημαίνει πως υπήρξε σφάλμα. Αυτό όμως δεν θα μπορούσε, καθώς μας φαίνεται, να οφειλόταν σε ο,τιδήποτε άλλο από εκείνο που ο συνήγορος των εφεσειόντων πρόσφερε ως εξήγηση στο Δικαστήριο, ήτοι, ότι τελούσε με την αντίληψη, βάσει της δικής του πείρας, πως δεν αναμενόταν και δεν χρειαζόταν η έκθεση λεπτομερειών των διατάξεων και κανόνων του αλλοδαπού δικαίου. Η πρωτόδικη άποψη ότι η εν λόγω εξήγηση δεν μπορούσε να θεωρηθεί ικανοποιητική νομίζουμε πως δεν εδικαιολογείτο. Καμιά απολύτως ένδειξη δεν υπήρχε ότι η καθυστέρηση δεν ήταν καλόπιστη.» Στην ίδια απόφαση γίνεται παραπομπή στην υπόθεση Cropper v. Smith
(1884)26 Ch. D. 700 στην οποία λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα: «..... I know of no kind of error or mistake which, if not fraudulent or intended to overreach, the Court ought not to correct, if it can be done without injustice to the other party. Courts do not exist for the sake of discipline, but for the sake of deciding matters in controversy, and I do not regard such amendment as a matter of favour or grace ...... It seems to me that as soon as it appears that the way in which a party has framed his case will not lead to a decision of the real matter in controversy, it is as much a matter of right on his part to have it corrected, if it can be done without injustice, as anything else in the case is a matter of right.» Σημειώνεται ακόμη πως: «Στην Ταξί Κυριάκος Λτδ ν. Παύλου
(1995)1 Α.Α.Δ. 560, όπου το Εφετείο θεώρησε πως η χρονική διάσταση αποτελούσε παράγοντα που δεν επέτρεπε αποδοχή του αιτήματος για τροποποίηση, κατ' ουσίαν τη συνάρτησε, όπως προκύπτει από το ιστορικό, με την έλλειψη καλής πίστης που εκ προοιμίου καθιστούσε αδικαιολόγητη την καθυστέρηση.» Επίσης σχετικό με την καθυστέρηση που οφείλεται σε αβλεψία ή σε σφάλμα του Αιτητή είναι το πιο κάτω αναφερόμενο απόσπασμα από τη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426: «Mένει το ερώτημα της δικαιολόγησης της καθυστέρησης. H σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή το βαθμό της χρησιμότητας της τροποποίησης. Στην παρούσα υπόθεση δεν έχει γίνει τέτοιος ή άλλος ανάλογος ισχυρισμός και δε συμφωνούμε πως καλόπιστη αίτηση για τροποποίηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης θα πρέπει να απορριφθεί επειδή, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση δικαιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή.» Από τη νομολογία επομένως προκύπτει ότι η καθυστέρηση εξετάζεται σε συνάρτηση με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης και με τους υπόλοιπους παράγοντες που το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη του κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας. Στην προκείμενη περίπτωση ο Αιτητής, στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση, αναφέρει ότι η ανάγκη για τροποποίηση προέκυψε κατά την προετοιμασία της υπόθεσης για ακρόαση. Ασφαλώς το εν λόγω ζήτημα μπορούσε να εντοπιστεί και ενωρίτερα από τους συνηγόρους του Αιτητή ιδιαιτέρως αν κάποιος αναλογιστεί ότι η παρούσα υπόθεση ορίστηκε για πρώτη φορά για ακρόαση στις 25.04.2013, δηλαδή πριν 5 ½ περίπου χρόνια. Ωστόσο η αβλεψία των συνηγόρων του Αιτητή να εντοπίσουν ενωρίτερα την ανάγκη για τροποποίηση δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις μπορεί να αποβεί μοιραία. Αυτό διότι πέραν της καθυστέρησης που όντως υπήρξε δεν έχει διαφανεί ότι ενήργησε κακόπιστα ο Αιτητής. Δεν παραβλέπω ότι προβάλλεται τέτοιος ισχυρισμός στην ένσταση της Καθ' ης η Αίτηση, παρατηρώ ωστόσο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός τίθεται με γενικότητα, χωρίς να παρατίθενται στοιχεία από τα οποία να προκύπτει κακή πίστη ή ότι η υπό κρίση αίτηση αποσκοπεί στην πρόκληση βλάβης στα δικαιώματα της Καθ' ης η Αίτηση. Εν πάση περιπτώσει το σύνολο των περιστάσεων που έχουν τεθεί ενώπιον μου δεν οδηγούν, κατά την άποψη μου, σε συμπέρασμα κακής πίστης. Ούτε άλλωστε ο παράγοντας χρόνος μπορεί από μόνος του να οδηγήσει σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ολοκληρώνοντας το ζήτημα της καθυστέρησης παραπέμπω στην υπόθεση Νικολάου ν. Μιλτιάδους κ.α.
(2007)1Β Α.Α.Δ 1005, τα γεγονότα της οποίας ομοιάζουν με αυτά της παρούσας. Συγκεκριμένα στην εν λόγω υπόθεση ο εφεσείων πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας καταχώρισε αίτηση τροποποίησης για να συμπεριλάβει ισχυρισμό περί παραγραφής της ανταπαίτησης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στη μη δικαιολόγηση της καθυστέρησης. Το Ανώτατο Δικαστήριο ανατρέποντας την πρωτόδικη κρίση σημείωσε τα ακόλουθα: «Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ο πρωτόδικος Δικαστής ότι δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς η καθυστέρηση για την υποβολή της αίτησης, δίδοντας υπερβολική βαρύτητα στον παράγοντα αυτό. Αυτό δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Εν όψει της νομολογίας, κρίνουμε πως όπου δεν προκαλείται ζημιά ακόμη και η μη πλήρως αιτιολογηθείσα καθυστέρηση δεν μπορεί να στερεί το διάδικο του δικαιώματος να αποφασίζονται όλα τα επίδικα θέματα που εγείρει. Το ουσιωδέστερο είναι, όπως τονίσαμε και πιο πάνω, να δοθεί η ευκαιρία στους διαδίκους να κριθούν όλες οι πραγματικές διαφορές μεταξύ τους. Επίσης, το θέμα που εγειρόταν εδώ, παρατηρούμε πως ήταν καθαρά νομικό και η περί γεγονότων μαρτυρία που περιεχόταν στις ενόρκους δηλώσεις μικρή επίδραση θα έπρεπε μόνο να είχε στην κρίση του Δικαστηρίου. Το γεγονός επίσης πως το αίτημα υποβλήθηκε σε στάδιο πριν την έναρξη της ακρόασης της υπόθεσης και το ότι δεν θα προκαλείτο μεγάλη καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής, καθώς επίσης και η δυνατότητα αποζημίωσης των αντιδίκων του εφεσείοντα με σχετική διαταγή για έξοδα, θα έπρεπε να είχαν επιμετρήσει υπέρ της παροχής άδειας για τροποποίηση». Η ευπαίδευτη συνήγορος της Καθ' ης η Αίτηση στη γραπτή αγόρευση της εγείρει το ζήτημα της αναδρομικής εφαρμογής των προνοιών του άρθρου 113
(2)του Ν.94 (Ι)/2004 ενόψει του ότι η εισαγωγή του εδαφίου 2 που προνοεί για την παραγραφή έγινε με τον τροποποιητικό Ν.9(Ι)/2011ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 25.02.2011. Η κα Μιχαηλίδου υποστηρίζει ότι η υπό αναφορά τροποποίηση δεν σχετίζεται με ζητήματα διαδικαστικά ή αποδείξεως και ως εκ τούτου ισχύει το γενικό τεκμήριο περί μη αναδρομικότητας. Συνεπώς, κατά την κα Μιχαηλίδου, η απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση δεν παραγράφηκε στις 29.9.2011 εφόσον το άρθρο 113
(2)του Ν.94 (Ι)/2004 δεν έχει αναδρομική ισχύ. Η εισήγηση της ευπαίδευτης συνηγόρου της Καθ' ης η Αίτηση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Στην απόφαση Χριστοδουλίδης ν. Global Capital Securities & Financial Services Ltd
(2012)1Α A.A.Δ 636 σημειώθηκε ότι το ζήτημα της παραγραφής αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου. Περαιτέρω στην Στυλιανού ν. Δημητρίου
(2012)1Α Α.Α.Δ 834 αναφέρθηκε επί του ζητήματος της παραγραφής ότι το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά τον χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος. Συνεπώς το κατά πόσο στην προκείμενη περίπτωση η απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση έχει παραγραφεί ή όχι θα εξεταστεί με βάση το δίκαιο που ίσχυε κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής της, ήτοι στις 29.09.2011. Επομένως, το άρθρο 113
(2)του Ν.94 (Ι)/2004, εφαρμόζεται στα πλαίσια της παρούσας διαφοράς, εφόσον ήταν σε ισχύ κατά τον χρόνο καταχώρισης της αγωγής. Τέλος όσον αφορά τον λόγο ένστασης, ο οποίος αναπτύσσεται και στην αγόρευση της κας Μιχαηλίδου, ότι ο Αιτητής δεν νομιμοποιείται στην αιτούμενη τροποποίηση διότι η ανταπαίτηση που επιχειρεί να εισάξει έχει παραγραφεί, παρατηρώ ότι με την υπό κρίση αίτηση δεν επιχειρείται η εισαγωγή ανταπαίτησης. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να επιτύχει. Η όποια δυσχέρεια προκληθεί εκ της τροποποίησης στην Καθ' ης η Αίτηση μπορεί να αποκατασταθεί με την καταβολή των εξόδων. Κατά συνέπεια εκδίδονται διατάγματα τροποποίησης ως οι παράγραφοι 1 Α και Β της υπό κρίση αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωρηθούν εντός 7 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Ο Αιτητής να ζητήσει σύνταξη του παρόντος διατάγματος το αργότερο μέχρι τις 26.11.18. Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση να καταχωρηθούν εντός 14 ημερών από την παράδοση τους. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Τα έξοδα της παρούσας αίτησης ως επίσης και τα έξοδα που θα σπαταληθούν λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και εναντίον του Αιτητή ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή, θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Αίτηση τροποποίησης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο