Αυγουστίνου κ.α. ν. Λουκά, Αγωγή αρ.: 1975/12, 23/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A481 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 1975/12 Μεταξύ:
- XXXXXXXXX Αυγουστίνου, εκ Λεμεσού
- XXXXXXXXX Αυγουστίνου, εκ Λεμεσού Εναγόντων -και- XXXXXXXX Λουκά, εκ Λεμεσού Εναγόμενου -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 2.8.2017 για τιμωρία του εναγομένου λόγω μη συμμόρφωσης του στο εκδοθέν Διάταγμα ημερομηνίας 20.6.
- Ημερομηνία: 23 Νοεμβρίου,
- Εμφανίσεις: Για ενάγοντες-αιτητές: κ. Ηλίας Ηλία. Για εναγόμενο-καθ'ου η Αίτηση: κ. Χρίστος Π. Αδάμου. Εναγόμενος 1: Παρών. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Στα πλαίσια της απόφασης ημερομηνίας 20.6.2017 που εκδόθηκε στην αγωγή με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, εκδόθηκε και Διάταγμα με το οποία διετάχθη ο εναγόμενος όπως εντός ενός μηνός από της έκδοσης της απόφασης, ήτοι την 20.7.2017, μεταβιβάσει επ΄ονόματι του ενάγοντα αρ.2 XXXXXXX Αυγουστίνου, την οικία στην οδό XXXXXXX αρ.6 στην Λεμεσό, ευρισκόμενη εντός του οικοπέδου με αριθμό εγγραφής C XXXXX, Φ/Σχ. XXXXXX, τεμάχιο XXXXX, εκτάσεως 521 τ.μ., το όλο μερίδιον. Με την υπό κρίση Αίτηση οι ενάγοντες επιζητούν την τιμωρία του εναγομένου εξαιτίας, όπως οι ίδιοι διατείνονται, της εκ προθέσεως παρακοής του Διατάγματος. Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Αρ. 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 θ.1-3, 9 και 12, Δ.42Α, στην σύμφυτη εξουσία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, στην νομολογία και την πρακτική. Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του ενάγοντα αρ.1 XXXXXXX Αυγουστίνου, η οποία έχει ως ακολούθως: «
- Είμαι ο Ενάγοντας αρ. 1 εις την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος και από τον υιόν μου XXXXXX Αυγουστίνου Ενάγοντα αρ.2 επίσης από την Λεμεσό, να προβώ εις την παρούσα ένορκη δήλωση. Α. Την 20/6/2017 μέσα στα πλαίσια της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εξεδόθη απόφαση και/ή διάταγμα (Αντίγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1) υπό του Δικαστηρίου υπέρ μας και εναντίον του Εναγομένου όπου μεταξύ άλλων απεφασίσθει και/ή διατάσσετο όπως ο Εναγόμενος XXXXXXX Λουκά από την Λεμεσό: Β. Διατάσσετο όπως εντός ενός μηνός από 20/6/2017 ήτοι το αργότερο την 20.7.2017, μεταβιβάσει επ΄ονόματι του Ενάγοντα αρ.2 XXXXXX Αυγουστίνου την οικία στην οδό Νάξου στην Λεμεσό η οποία ευρίσκεται εντός του οικοπέδου με αριθμό εγγραφής C XXXXX Φ/Σχ. XXXXX, τεμάχιο XXXXX, το όλον μερίδιο. Περαιτέρω αποφασίσθει όπως ο Εναγόμενος καταβάλει στους ενάγοντες τα πιο κάτω ποσά: Γ. Το ποσό των €52,800.- αποζημιώσεις για τα απωλεσθέντα ενοίκια για την περίοδο 14.2.2010 μέχρι 14.6.2017, προς €600.- μηνιαίως) πλέον τόκο προς 5,5% ετησίως από 08/5/12 μέχρι 31/12/2014 και προς 4% ετησίως από 01/01/2015 μέχρι 31/12/2016 και τόκο προς 3,5% ετησίως από 01/01/2017 μέχρι εξοφλήσεως. Δ. €600.- μηνιαίως ως ενδιάμεσα οφέλη από 14/6/2017 μέχρι εκκένωσης και παράδοσης της κατοχής του ακινήτου στους ενάγοντες. Ε. Την πληρωμή των εξόδων ήτοι το ποσό των €59.- έξοδα εκδόσεως της απόφασης αυτής, πλέον τα έξοδα της αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, με τόκο επ΄αυτού προς 5,5% ετησίως από 08/05/2012 μέχρι 31/12/2014, και τόκο προς 4% ετησίως επ΄αυτού από 01/01/2015 μέχρι 31/12/2016 και τόκο προς 3,5% ετησίως από 01/01/2017 μέχρι εξοφλήσεως. ΣΤ. Οι Ενάγοντες μέσω του Δικηγόρου τους απέστειλαν επιστολή στον Εναγόμενο ημερομηνίας 17 Ιουλίου 2017 επισυνημμένης και της σχετικής απόφασης και/ή διατάγματος η οποία επιδόθηκε στις 19 Ιουλίου 2017 εις τον XXXXXXX Λουκά, προσωπικά (φωτοαντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται της παρούσης ως ΤΕΚΜ.2) με την οποία καλείτο ο εν λόγω XXXXXX Λουκά να συμμορφωθεί με το σχετικό διάταγμα και ειδικά καλείτο όπως στις 20 Ιουλίου 2017 και ημέρα Πέμπτη και ώρα 9:30π.μ. παρευρίσκεται εις το Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού για να μεταβιβάσει το εν λόγω ακίνητο εις το όνομα του XXXXXX Αυγουστίνου. Ζ. Στις 20 Ιουλίου 2017 και ώρα 9:00π.μ. ο Ενάγοντας αρ.2 XXXXXX Αυγουστίνου παρευρίσκετο μαζί με τον κύριο XXXXXX Κύπρου που εργάζεται έξω από το Κτηματολόγιο Λεμεσού αναμένοντας τον εν λόγω XXXXXXX Λουκά, για να παρουσιαστεί και/ή παρευρεθεί και αυτός στο Κτηματολόγιο Λεμεσού και προχωρήσουν εις την μεταβίβαση του αναφερόμενου ακινήτου, για σκοπούς συμμόρφωσης με το σχετικό διάταγμα, όμως χωρίς αποτέλεσμα. (Φωτοαντίγραφο σχετικής βεβαίωσης και/ή μαρτυρία του εν λόγω Κύπρου Κύπρου επισυνάπτεται ως ΤΕΚΜ.3).
- Ο εν λόγω XXXXXXX Λουκά μέχρι σήμερα αρνήθηκε και/ή εξακολουθεί να αρνείται να συμμορφωθεί με το εν λόγω πιο πάνω αναφερόμενο διάταγμα του Δικαστηρίου.
- Ως εκ των ως άνω είναι φανερό ότι ο εν λόγω XXXXXXX Λουκά ευρίσκεται σε παρακοή διατάγματος Δικαστηρίου και αιτούμαστε όπως διαταχθεί και/ή αναγκασθεί εις την συμμόρφωση του σχετικού διατάγματος.» Ο εναγόμενος καταχώρησε Ένσταση προβάλλοντας τους ακόλουθους Λόγους: «
- Υπάρχει αντικειμενική αδυναμία του Καθ΄ου η Αίτηση να συμμορφωθεί με την απόφαση/διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.20/6/17 αναφορικά με την οικία στην οδό XXXXXX αρ.6, στην Λεμεσόν, εντός του οικοπέδου μ΄αριθμόν εγγραφής C XXXXX, Φ/Σχ. XXXXXX, τεμάχιο XXXXX, εκτάσεως 521 τ.μ., μερίδιο ιδιοκτησίας ½, διά τους πιο κάτω λόγους: α) Λόγω του ότι ο Εναγόμενος/Καθ΄ου η Αίτηση κατά/ή περί την 8/8/2011 επώλησε το ανωτέρω αναφερόμενο ακίνητο, δυνάμει Πωλητηρίου Εγγράφου ημερ.8/8/2011 στον XXXXXX Χριστοφή, από την Λεμεσόν. β) Λόγω του ότι, έστω και εάν ο Καθ΄ου η Αίτηση δεν είχε πωλήσει το ρηθέν ακίνητο στον XXXXXX Χριστοφή, η απόφαση/Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.20/6/2017 που διατάσσει: "όπως ο Εναγόμενος μεταβιβάσει επ΄ονόματι του Ενάγοντα αρ.2 XXXXXX Αυγουστίνου την οικία στην οδό XXXXXX αρ.6 στη Λεμεσό, εντός του οικοπέδου με αριθμό εγγραφής C XXXXX Φ/Σχ. XXXXXX, τεμάχιο XXXXX, εκτάσεως 521τ.μ., το όλον μερίδιον" δεν μπορεί να εκτελεστεί αφού ο Εναγόμενος/Καθ΄ου η Αίτηση ήτο τότε ιδιοκτήτης της οικίας ευρισκόμενης επί οικοπέδου εμβαδού 521τ.μ. με μερίδιο ½ (ένα δεύτερον) και ουχί "το όλον" και επίσης ότι η διεύθυνση της επίδικης οικίας είναι η οδός XXXXXX αρ.12 και όχι η οδός XXXXXX αρ.
- Ο Καθ΄ου η Αίτηση δεν παραβαίνει ηθελημένα την απόφαση/διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.20/6/
- Δεν υπήρξε από πλευράς του Καθ΄ου η Αίτηση πρόθεση καταστρατήγησης της απόφασης/διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ.20/6/
- Δεν υφίστανται τα συστατικά στοιχεία του ισχυριζόμενου αδικήματος παρακοής.
- Η ρηθείσα απόφαση/διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.20/6/2017 δεν επιδόθηκε δεόντως και/ή νομότυπα στον Καθ΄ου η Αίτηση.
- Η Αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος και η νομολογία διά την έκδοση των αιτουμένων διαταγμάτων.
- Η Αίτηση ημερ.2/8/2017 υποστηρίζεται, παράτυπα, υπό αναρμόδιου προσώπου.
- Στις 24/7/17 έχει καταχωρηθεί ειδοποίηση Εφέσεως στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.20/6/17 και περαιτέρω στις 10/10/2017 κατεχωρήθη αίτηση αναστολής εκτέλεσης της απόφασης μέχρις ότου εκδικαστεί η Έφεση.» Η Ένσταση η οποία στηρίζεται στην ίδια με την Αίτηση νομική βάση υποστηρίζεται από τις Ένορκες Δηλώσεις του εναγομένου και κάποιου XXXXXX Χριστοφή. Ο εναγόμενος στην Ένορκη του Δήλωση αναφέρει τα εξής: «
- Είμαι ο Εναγόμενος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και Καθ΄ου η Αίτηση στην αίτηση διά κλήσεως ημερ.2/8/
- Γνωρίζω πολύ καλά και προσωπικά όλα τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα αίτηση και έχω στην κατοχή και φύλαξη μου όλα τα έγγραφα τα οποία είναι σχετικά με την παρούσα αίτηση.
- Υιοθετώ το περιεχόμενο της ένστασης μου και όλους τους λόγους ένστασης που αναφέρονται σ΄αυτή. Η εν λόγω ένσταση μου συνοδεύεται από την παρούσα ένορκη δήλωση μου.
- Έχω διαβάσει την ένορκο δήλωση του XXXXXX Αυγουστίνου ημερ.2/8/17 η οποία υποστηρίζει την αίτηση, διά κλήσεως, ημερ.2/8/2017 και αρνούμαι το περιεχόμενο της εκτός όσων ρητά παραδέχομαι πιο κάτω.
- Περαιτέρω αναφέρω ότι η οικία επί της οδού XXXXXX αρ.12 και ουχί επί της οδού XXXXXX αρ.6, στη Λεμεσόν, εντός του οικοπέδου με αριθμό εγγραφής C XXXXX Φ/Σχ. XXXXXX, τεμάχιο XXXXX, εκτάσεως 521τ.μ., με μερίδιο ιδιοκτησίας ½, το επώλησα, στις 8/8/2011, δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ.8/8/2011, στον XXXXX Χριστοφή, από την Λεμεσό. Επισυνάπτω επί της παρούσης μου το εν λόγω Πωλητήριο έγγραφον το οποίο σημειώνω ως Τεκ.
- Ως εκ τούτου αδυνατώ αντικειμενικά να συμμορφωθώ με την απόφαση/διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.20/6/
- Πέρα των πιο πάνω, έστω και εάν ακόμη δεν επωλούσα στις 8/8/2011 το ρηθέν ακίνητο, ισχυρίζομαι ότι η απόφαση/διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ.20/6/2017, η οποία αναφέρεται στην ένορκη δήλωση του XXXXXX Αυγουστίνου παρ.1(Α), δεν μπορούσεν να εφαρμοστεί λόγω αντικειμενικής αδυναμίας και/ή πραγματικού λόγου αφού το μερίδιον ιδιοκτησίας που κατείχα ήτο ½ (ένα δεύτερον) και όχι "το όλον" όπως διατάσσει το Δικαστήριο στην απόφαση/διάταγμα ημερ.20/6/
- Επίσης η οικία την οποία επώλησα, ως ανωτέρω αναφέρω, βρίσκεται επί της οδού XXXXXX αρ.
- Ουδέποτε εγώ είχα στην ιδιοκτησία μου κατοικία επί της οδού XXXXX αρ.6, στη Λεμεσόν. Επισυνάπτω επί της παρούσης ως Τεκ.2 τον τίτλο ιδιοκτησίας του επίδικου ακινήτου. Συνακόλουθα τούτου δεν μπορώ να μεταβιβάσω την οικία της οδού XXXXX αρ.6 που δεν μου ανήκει.
- Επιθυμώ επίσης να ξεκαθαρίσω στο Σεβαστό Δικαστήριο ότι από πλευράς μου δεν υπάρχει καμία απολύτως πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος και ούτε παραβαίνω ηθελημένα το εν λόγω διάταγμα. Η μεταβίβαση επ΄ονόματι του Ενάγοντα αρ.2 του ρηθέντος ακινήτου είναι αντικειμενικά αδύνατη για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω.
- Ακόμα αναφέρω ως με συμβουλεύει ο δικηγόρος μου ότι δεν υφίστανται τα στοιχεία του ισχυριζόμενου αδικήματος παρακοής κι΄ούτε μπορεί να εκδοθεί writ of attachment. Η αίτηση είναι παράτυπη και αντικανονική και δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που τάσσει ο νόμος και η νομολογία για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
- Αναφέρω περαιτέρω ότι η ρηθείσα απόφαση ημερ.20/6/17 δεν μου επεδόθηκε δεόντως και/ή νομότυπα και/ή καθόλου.
- Επίσης αναφέρω ότι η διά κλήσεως αίτηση ημερ.2/8/17 υποστηρίζεται υπό αναρμόδιου προσώπου και συνακόλουθα η αίτηση έχει θνησιγενή κατάληξη.
- Αναφέρω ακόμα ότι στις 24/7/17 έχω καταχωρήσει έφεση στην απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.20/6/17 και περαιτέρω στις 10/10/17 αίτηση διά αναστολή εκτέλεσης της απόφασης ημερ.20/6/17 μέχρι εκδίκασης της έφεσης. Επισυνάπτω ως Τεκ.3 την Ειδοποίηση Εφέσεως.
- Ως εκ των πιο πάνω ευσεβάστως λέγω ότι η αίτηση ημερ.2/8/17 θα πρέπει να απορριφθεί με έξοδα σε βάρος των Αιτητών.» Η Ένορκη Δήλωση του XXXXXX Χριστοφή έχει ως ακολούθως: «
- Διαμένω επί της οδού XXXXXXX αρ.15, περιοχή Χαλκούτσα, εις Λεμεσόν. Είμαι Ελληνοκύπριος και κάτοχος της υπ΄αριθμόν XXXXXX Κυπριακής Ταυτότητας.
- Γνωρίζω τους διαδίκους στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή καθ΄ότι είμαι αδελφός της συζύγου του Εναγομένου.
- Κατά/ή περί τα μέσα του μηνός Ιουλίου 2011 ο Εναγόμενος XXXXXX Λουκά με ενημέρωσε ότι εσκόπευεν να πωλήσει την οικία του η οποία ευρίσκετο επί της οδού XXXXXX αρ.12, εις Λεμεσόν και εάν ήθελα να την αγοράσω εγώ να το σκεφτώ και να του απαντούσα. Περαιτέρω ο Εναγόμενος με ενημέρωσε και διά το ποσόν που ήθελε να πάρει από την πώληση της εν λόγω οικίας.
- Εγώ αφού σκέφτηκα το όλο θέμα αποφάσισα τελικά να το αγοράσω.
- Ενημέρωσα μετά πάροδον 2-3 εβδομάδων τον XXXXXX Λουκά ότι θα ήθελα να αγοράσω την ρηθείσα οικία και στις 8/8/2011, αφού έγινε μεταξύ μας συνεννόηση, υπογράψαμεν μεταξύ μας το Πωλητήριο έγγραφο ημερ.8/8/
- Επισυνάπτω επί της παρούσης μου το εν λόγω έγγραφο το οποίο σημειώνω ως Τεκ.
- Δεν προχώρησα στην κατάθεση του Πωλητηρίου Εγγράφου στο Κτηματολόγιο λόγω της εμπιστοσύνης που είχαμεν μεταξύ μας.
- Εγώ κατά διάφορα χρονικά διαστήματα επλήρωσα στον Πωλητή XXXXXX Λουκά το συνολικό ποσόν των €150,000.- από το συμφωνηθέν ποσόν των €180,000.-. Το υπόλοιπο ποσόν €30,000.- συμφωνήθηκε να το πληρώσω ταυτόχρονα με την επ΄ονόματι μου μεταβίβαση της πιο πάνω οικίας η οποία θα γινόταν μέχρι και όχι αργότερα από την 30/3/
- Εγώ πληροφορήθηκα στις 30/3/2016 από το Κτηματολόγιο Λεμεσού ότι ο Εναγόμενος δεν μπορούσεν να μου μεταβιβάσει το πιο πάνω ακίνητο μου αφού υπήρχε εγγεγραμμένη επιβάρυνση στο Κτηματολόγιο. Ο Εναγόμενος με καθησύχασε ότι το όλο θέμα θα διευθετείτο σύντομα.
- Εγώ τελικά ενημερώθηκα από τον XXXXXX Λουκά διά την πιο πάνω αγωγή καθώς και διά την εκδοθείσα απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.20/6/2017 προ περίπου 15 ημερών. Έχω διαμαρτυρηθεί διά την όλη κατάσταση στον XXXXXXX Λουκά και η εν λόγω οικία μου ανήκει δικαιωματικά. Εάν η κατοικία μου μεταβιβαστεί στο όνομα του Ενάγοντα αρ.2 εγώ, ως καλόπιστος αγοραστής, θα ζημιωθώ ανεπανόρθωτα.
- Έχω αναζητήσει νομική συμβουλή διά την προστασία των συμφερόντων μου και έχω συμβουλευτεί ότι θα πρέπει να αποταθώ στο δικαστήριο διά να μπορέσω να εξασφαλίσω διάταγμα που να μου επιτρέπει να καταθέτω το Πωλητήριο Έγγραφο στο Κτηματολόγιο Λεμεσού διά σκοπούς Ειδικής Εκτέλεσης, ενέργειες τις οποίες θα προχωρήσω διά την προστασία των συμφερόντων μου.» Η διαδικασία εκδίκασης της Αίτησης διεξήχθη στην βάση των Ενόρκων Δηλώσεων. Και οι δύο πλευρές αντεξέτασαν τους Ενόρκως Δηλούντες, οι οποίοι υιοθέτησαν τις Ένορκες Δηλώσεις τους. Ο εναγόμενος αντεξεταζόμενος παραδέχθηκε πως έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 17 Ιουλίου 2017 η οποία του επεδόθη μέσω επιδότη (η Ένορκη Δήλωση Επίδοσης κατατέθηκε ως Τεκμήριο Α). Κατά τον ίδιο, η επιστολή «του έλεγε» να μεταβιβάσει το ακίνητο στην οδό XXXXXX 6 και όλο το μερίδιο. Ο ίδιος ουδέποτε είχε ακίνητο στην οδό XXXXXX 6 και «όλο το μερίδιο». Το ακίνητο του βρίσκεται στην XXXXXX 12 και έχει το «μισό μερίδιο». Παραδέχθηκε πως γνώριζε το περιεχόμενο της Απόφασης ημερομηνίας 17 Ιουνίου 2017, αφού «του την έδωσε» ο δικηγόρος του όταν «θα έκαμναν» την Έφεση. Του δόθηκε ένα μήνα μετά την έκδοση της. Επέμενε στη θέση πως δεν μπορούσε να μεταβιβάσει το ακίνητο για αντικειμενικούς λόγους, αφού το «πούλησε» στις 8.8.2011 στον XXXXXX Χριστοφή. Επίσης το ακίνητο του βρίσκεται στην οδό XXXXX 12, όχι στην XXXXXX
- Χαρακτηριστικά κατέθεσε «δεν μπορούσα να μεταβιβάσω ακίνητο του γείτονα μου.» Ερωτηθείς γιατί κατά την διάρκεια της εκδίκασης της υπόθεσης ποτέ δεν έκαμε αναφορά στο Αγοραπωλητήριο Έγγραφο, ανέφερε «γιατί δεν ήθελα κανένας να ξέρει τι κάμνω.» Ο XXXXXX Χριστοφή αντεξεταζόμενος κατέθεσε πως το Αγοραπωλητήριο Έγγραφο δεν το κατέθεσε στο Κτηματολόγιο επειδή είχε καλές σχέσεις με τον γαμπρό του (εναγόμενος) και εμπιστευόταν ο ένας τον άλλο. Το τίμημα δεν το εξόφλησε «όλο», πλήρωσε τις €150.000=. Πλήρωσε και με μετρητά και με χρήματα από καταθετικό λογαριασμό («δευτεράκι») που είχε στην Τράπεζα Κύπρου. Ο ενάγοντας 1 αντεξεταζόμενος επενέλαβε το περιεχόμενο της Ένορκης του Δήλωσης. Οι συνήγοροι και των δύο πλευρών κατέθεσαν γραπτές αγορεύσεις στις οποίες αναλύουν τις θέσεις των. Έχω μελετήσει πολύ προσεκτικά και έλαβα υπόψιν τις αντίστοιχες θέσεις και επιχειρήματα που έχουν τεθεί από αμφότερες τις πλευρές. Ειδική αναφορά στις αγορεύσεις θα γίνει εκεί και όπου χρειάζεται. [Βλ. Οδυσσέως ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ.] Προτού προχωρήσω στην εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω τη νομική βάση της Αίτησης, καθώς και τη νομολογία που την στηρίζει. Το ουσιαστικό Δίκαιο επί αιτήσεων παρακοής εκπηγάζει βέβαια από το άρθρο 42 του περί Δικαστηρίων Νόμου το οποίο έχει ως εξής: «Τηρουμένου οιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού έκαστον δικαστήριον θα έχη εξουσίαν να εξαναγκάζη εις υπακοήν προς οιονδήποτε διάταγμα εκδοθέν υπ΄ αυτού, διατάττον ή απαγορεύον την εκτέλεσιν οιοασδήποτε πράξεως, διά προστίμου ή φυλακίσεως ή μεσεγγυήσεως πραγμάτων. Και το δικαστήριον δύναται επιπροσθέτως να επιδικάση εις το πρόσωπον προς το συμφέρον του οποίου εξεδόθη το διάταγμα τοιούτον ποσόν υπό μορφή αποζημιώσεως ως το δικαστήριο δύναται να θεωρήση πρέπον. Νοείται ότι έκαστο δικαστήριο θα έχει εξουσία τιμωρίας για παρακοή ή και εξαναγκασμού σε υπακοή σ' οποιοδήποτε διάταγμα του στις περιπτώσεις που αφορούν διάδικο σε δικαστική διαδικασία αλλά και στις περιπτώσεις που αφορούν οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, νοουμένου ότι αυτό έλαβε γνώση του διατάγματος και εν γνώσει του και ηθελημένα παροτρύνει ή συνεργεί στη μη υπακοή διατάγματος.» Είναι αξιοσημείωτο της σημασίας που δίνει η Πολιτεία στη διαφύλαξη της έννομης τάξης μέσω των διαταγμάτων του Δικαστηρίου, το ότι υπάρχει συνταγματικό άρθρο για το αδίκημα αυτό. Συγκεκριμένα το άρθρο 162 του Συντάγματος προνοεί: «Tο Aνώτατον Δικαστήριον κέκτηται δικαιοδοσίαν να επιβάλλη ποινάς ένεκεν περιφρονήσεως του Δικαστηρίου τούτου και πάν έτερον δικαστήριον της Δημοκρατίας, περιλαμβανομένων και των κατά το άρθρον 160 ιδρυομένων υπό κοινοτικού νόμου τοιούτων, έχει εξουσίαν να διατάσση την φυλάκισιν οιουδήποτε προσώπου μη υπακούοντος εις απόφασιν ή διαταγήν αυτού μέχρι της συμμορφώσεως αυτού προς την απόφασιν ή διαταγήν ταύτην, εν πάση όμως περιπτώσει η φυλάκισις δεν δύναται να υπερβή τους δώδεκα μήνας. Παρά τας διατάξεις του άρθρου 90 νόμος ή κοινοτικός νόμος, αναλόγως της περιπτώσεως, δύναται να χορηγήση δικαιοδοσίαν επιβολής ποινής δια περιφρόνησιν του δικαστηρίου». Η δε Δικονομική Διάταξη που παρέχει την δυνατότητα να εφαρμοσθεί, είναι το άρθρο 42Α των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας το οποίο έχει ως εξής: «
- Όπου οιονδήποτε Διάταγμα εξεδόθη υπό οιουδήποτε Δικαστηρίου και δίδει οδηγίες να γίνει κάτι ή απαγορεύει να γίνει κάτι, θα πρέπει να οπισθογραφηθεί από τον Πρωτοκολλητή στο αντίγραφο που θα επιδοθεί στο πρόσωπο από το οποίο ζητείται να υπακούσει σε αυτό με μία σημείωση ως εξής: - Εάν εσείς ο κατονομαζόμενος Α.Β. παραλείψετε να υπακούσετε στο Διάταγμα αυτό εντός του χρόνου που καθορίζεται σε αυτό, θα υπόκεισθε σε σύλληψη (προσαγωγή ενώπιον του Δικαστηρίου) και η περιουσία σας σε κατάσχεση.
- Επίσημο αντίγραφο Διατάγματος θα πρέπει να επιδοθεί στο πρόσωπο που καθορίζει το Διάταγμα. Η επίδοση πρέπει, εκτός αν άλλες οδηγίες δίδονται από το Δικαστήριο ή Δικαστή, να είναι προσωπική. .............................
- Αν ο καθ' ου η αίτηση δεν αποδείξει ικανοποιητική δικαιολογία για την μη παρουσία του κατά την ορισθείσα ημερομηνία της κλήσεως ή αν παρουσιαστεί και δεν δείξει καλή βάση που να ικανοποιήσει το Δικαστήριο γιατί να μη τιμωρηθεί για ανυπακοή, το Δικαστήριο μπορεί να τον καταδικάσει σε τέτοιο πρόστιμο ή σε φυλάκιση για τέτοιο χρόνο που το Δικαστήριο θα διατάξει .» Προκύπτει από τα πιο πάνω και από την συναφή νομολογία ότι οι πιο κάτω προϋποθέσεις πρέπει να υφίστανται: (α) Ύπαρξη σαφούς διατάγματος, (β) Ύπαρξη αναγκαίας οπισθογράφησης, (γ) Προσωπική επίδοση του διατάγματος, (δ) Προσωπική επίδοση της αίτησης παρακοής. (ε) Αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης. Είναι χρήσιμο να εξετασθούν τα δυο πιο πάνω άρθρα υπό το πρίσμα της παλαιότερης και σύγχρονης νομολογίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου για να καταδειχθούν οι αρχές και τα πλαίσια εφαρμογής τους. Στην απόφαση Safarino v. Sun Shoes
(1984)1 C.L.R. 738 λέχθηκαν τα ακόλουθα (σε μετάφραση): «Ένα διάταγμα Δικαστηρίου ισοδυναμεί με διαταγή του ίδιου του Νόμου και είναι ακόμα περισσότερο ακριβές γιατί προσδιορίζει τι πρέπει ή τι δεν πρέπει να γίνει. Κατά κανόνα, η ανυπακοή προς τέτοιο Διάταγμα, υπονομεύει την αποτελεσματικότητα της δικαστικής διαδικασίας και αποτελεί μια περιφρόνηση με ευρύτερες κοινωνικές συνέπειες. Η υπακοή σε Διατάγματα Δικαστηρίου αποτελεί ένα από τα θεμέλια της πολιτισμένης ζωής.» Στην απόφαση Δρόσος Μιχαηλίδης v. Margita Μιχαηλίδου Poliakova
(2011)1 Α.Α.Δ. 356, λέχθηκαν τα εξής: «Για να καταδειχθεί παρακοή, όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Λάζαρος Μαύρος ν. Θεόδωρου Στυλιανού
(1998)1 Α.Α.Δ. 2389, πρέπει να ικανοποιείται και η αντικειμενική υπόσταση («actus reus»), αλλά και η υποκειμενική υπόσταση («mens rea»), του αδικήματος της αστικής καταφρόνησης όπως προδιαγράφεται στο άρθρο 42 του Νόμου αρ. 14/60. Στη δε υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Σιδερά
(1993)1 Α.Α.Δ. 309, λέχθηκε με αναφορά στη Μουζούρης ν. Xylophagou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287, ότι: ".. για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση πρέπει να αποδειχθεί η ηθελημένη ανυπακοή του καθ' ου η αίτηση προς την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή πρόθεση ανυπακοής προς το διάταγμα του δικαστηρίου. Το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του δικαστηρίου." Τυχόν παράβαση των όρων ενός διατάγματος χωρίς πρόθεση ή κατά τυχαίο τρόπο δεν επιφέρει βεβαίως την καταδίκη του καθ' ου, εφόσον η συμπεριφορά του δεν κατέδειξε είτε αδιαφορία προς το διάταγμα, είτε εκ προθέσεως καταστρατήγηση των όρων του. (δέστε Fairclough & Sons v. Manchester Ship Canal Co. (No. 2)
(1897)Sol Jo 225 και Borrie & Lowe 2η έκδ. σελ. 400-1).». Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Τάκη Μακρίδη
(1991)1 Α.Α.Δ. 401, 406 αναφέρεται πως: «. σε περιπτώσεις, όπως εδώ που αφορούν την ελευθερία του πολίτη οι δικονομικές διατάξεις που ρυθμίζουν τη διαδικασία, πρέπει να τηρούνται αυστηρά και κατά γράμμα.» Στην υπόθεση Videotron Ltee v. Industries Microlec Produits Electroniques Inc.
(1993)96 D.L.R. (4th) 376, 398 αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο του Καναδά ότι: ". the imposition of penalties for contempt of court, even when used to enforce a purely private order, still involves an element of "public law" because "respect for the role and authority of the courts, one of the foundations of the rule of law, is always at issue." Για να στοιχειοθετηθεί η καταφρόνηση σε διάταγμα του Δικαστηρίου απαιτείται να αποδειχθεί ηθελημένη ανυπακοή. Το ίδιο το αποτέλεσμα της ανυπακοής αφ' εαυτού δεν αρκεί. Θα πρέπει να συνοδεύεται από πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος του Δικαστηρίου. [Βλ. Antonis Mouzouris & Another v. Xylophaghou Plantations Ltd
(1977)1 C.L.R. 287]. Στην Yugos Finance BV κ.α. ν. Halebay Holdings Ltd
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 569, αφού γίνεται σαφής αναφορά ότι οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας εφαρμόζονται στην αίτηση παρακοής και ότι το Δικαστήριο δεν δύναται καν να εξετάσει κάτι που δεν περιέχεται στην ένσταση, προστίθενται τα ακόλουθα: «Το βάρος απόδειξης το φέρει ο αιτητής, ο οποίος και έχει την υποχρέωση να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία στηρίζεται η αίτηση του (Krashias Shoe Factory Ltd v. Adidas
(1989)1Ε Α.Α.Δ. 750). Όπως τονίστηκε ιδιαιτέρως στην πιο πάνω απόφαση, η έλλειψη μαρτυρίας που να αποδεικνύει τα αμφισβητούμενα γεγονότα, καθιστά την ετυμηγορία του Δικαστηρίου ακροσφαλή και την όποια απόφασή του υποκείμενη σε ακύρωση. Η διαδικασία της αστικής παρακοής προσομοιάζει με την ποινική διαδικασία, στην έννοια ότι όλα τα τυπικά και ουσιαστικά εχέγγυα του ποινικού δικαίου πρέπει να ικανοποιούνται (Δρόσος Μιχαηλίδης ν. Margita Μιχαηλίδου Poliakova, Π.Ε. 22/2009, ημερ. 24.2.2011 και In re Bramblevale Ltd
(1970)Ch. 18 και Savings and Investment Bank Ltd v. Gasco (No 2)
(1988)1 All E.R. 975). Το αποδεικτικό βάρος το φέρει ο αιτητής, ο οποίος πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, στον απαιτούμενο βαθμό και στη διαπίστωση της βεβαιότητας της ενοχής του καθ' ου, πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας (David Bean Injunctions, 8η έκδοση, παρ. 618 και 619). Για να είναι δυνατή, κατά συνέπεια, η τιμωρία του καθ' ου, τα διατάγματα θα πρέπει να διατυπώνονται με τη μεγαλύτερη δυνατή σαφήνεια, ώστε να μην εμφιλοχωρεί οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ποιές πράξεις απαγορεύονται και κάτω υπό ποια ιδιότητα. Το Δικαστήριο, για να προχωρήσει σε καταδίκη, θα πρέπει να έχει ενώπιον του ικανοποιητική μαρτυρία επί των ακολούθων σημείων: (α) ότι οι όροι του διατάγματος είναι ξεκάθαροι και αδιαμφισβήτητοι, (β) να έχει τεκμηριωθεί ότι ο καθ' ου η αίτηση έχει λάβει γνώση των όρων του διατάγματος, ζήτημα που άπτεται της νομότυπης γνωστοποίησης του διατάγματος και των όρων του στον καθ' ου και (γ) να υπάρχει ξεκάθαρη απόδειξη ότι ο καθ' ου έχει παραβιάσει τους όρους του διατάγματος (Borris & Lowe: The Law of Contempt, 2η έκδοση, σελ. 395).» Τούτων λεχθέντων, επανέρχομαι στην υπό κρίση υπόθεση. Δεν υπάρχει αμφιβολία πως οι τυπικές προϋποθέσεις της έκδοσης και επίδοσης δεόντως οπισθογραφημένου διατάγματος, έχουν τηρηθεί. Η θέση του εναγομένου πως η Απόφαση δεν του επεδόθη, καταρρίπτεται από τα ίδια τα λεγόμενα του. Ο ίδιος παραδέχθηκε αντεξεταζόμενος πως στις 19.7.2017 του επιδόθηκε η επιστολή του δικηγόρου των εναγόντων ημερομηνίας 17.7.
- Σύμφωνα με την Ένορκη Δήλωση Επίδοσης του επιδότη XXXXXX Ευλαβή, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται στην Αίτηση, η επιστολή επεδόθη προσωπικά στον εναγόμενο στις 19.7.2017 μαζί με «επίσημο αντίγραφο του διατάγματος ημερομηνίας 20.6.2017». Δεν έχω καμία αμφιβολία πως ο εναγόμενος υποστηρίζοντας την θέση πως του επιδόθηκε μόνο η επιστολή και όχι και η Απόφαση, ψεύδεται. Προεβλήθη επίσης από πλευράς του πως το Διάταγμα «ακόμα και εάν του επεδόθη» δεν ήταν πιστό αντίγραφο «εν τη εννοία των Δικαστικών Θεσμών». Η πιο πάνω θέση επιβεβαιώνει το γεγονός πως ο εναγόμενος ψεύδεται. Αφού, όπως ισχυρίζεται, δεν του επεδόθη το Διάταγμα, πώς μπορεί να γνωρίζει ότι αυτό δεν ήταν πιστό αντίγραφο; Εν πάση περιπτώσει και αυτή η θέση απορρίπτεται. Βάσει των προαναφερθέντων, κρίνω πως η Απόφαση είναι δεόντως οπισθογραφημένη και πως πιστό αντίγραφο της, επιδόθηκε προσωπικά στον εναγόμενο στις 19.7.
- Θεωρώ επίσης πως ο εναγόμενος είχε αντιληφθεί πλήρως και το νόημα και το περιεχόμενο του Διατάγματος. Τούτο φαίνεται από την υπερασπιστική γραμμή που κράτησε. Όπως κατέθεσε αντεξεταζόμενος, η «επιστολή, μου έλεγε να μεταβιβάσω το ακίνητο». Η θέση του πως «ουδέποτε είχα σπίτι στην XXXXX 6» καταρρίπτεται από το περιεχόμενο της αγωγής 56/2017 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, την οποία επικαλέστηκε ο ίδιος (η αγωγή καταχωρήθηκε από τον ίδιο εναντίον του Γενικού Εισαγγελέα, σε σχέση με επιβάρυνση που ενεγράφη επί του ακινήτου του), όπου αναφέρει στην Έκθεση Απαίτησης πως είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης κατά ½ μερίδιο του Τεμαχίου XXXXX, στον Δήμο Μέσα Γειτονιάς/Χλακούτσα, οδός XXXXX 6, επί του οποίου «υφίστατο και συνεχίζει να υφίσταται οικία». Δεν έχω καμία αμφιβολία επίσης πως η θέση ότι πώλησε την συγκεκριμένη οικία το 2011 στον κουνιάδο του XXXXXX Χριστοφή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Τόσο ο ίδιος όσο και ο XXXXX Χριστοφή ψεύδονται. Ουδέποτε η συγκεκριμένη θέση τέθηκε κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Θεωρώ πως το επιχείρημα αυτό είναι εκ των υστέρων κατασκεύασμα ώστε ο εναγόμενος να εκφύγει των υποχρεώσεων του. Εκ των υστέρων κατασκεύασμα θεωρώ πως είναι και το «Πωλητήριο Έγγραφο», αντίγραφο του οποίου παρουσίασαν ενώπιον του Δικαστηρίου τόσο ο ίδιος όσο και ο XXXXX Χριστοφή. Ασύμβατη με την κοινή λογική και η θέση του Χριστοφή πως πλήρωσε για την αγορά της συγκεκριμένης οικίας το ποσό των €150.000,= με δόσεις των €500,= και των €1.000,= όπως καταδεικνύεται στο Τεκμήριο 4 που κατέθεσε αντεξεταζόμενος. Ο ενάγοντας 1 εν αντιθέσει, υπήρξε θετικός και ειλικρινής μάρτυρας. Από τα όσα ο εναγόμενος κατέθεσε αντεξεταζόμενος, φανερώθηκε η προσωπική του αντιπάθεια, εμπάθεια και αντιπαράθεση και με τους δύο εναγόμενους, τον πρώην γαμπρό του (εναγόμενο 1) και τον εγγονό του (εναγόμενο 2). Φράσεις όπως «πώς είναι δυνατό από άνθρωπο που έφαγα ξύλο να έρτω να του μεταβιβάσω το σπίτι;» ή «εγύρισε χέρι πάνω στην γυναίκα μου και πάνω μου» καταδεικνύουν την εξ αρχής απροθυμία του να δεχθεί και να υπακούσει στο διάταγμα. Είναι η κρίση μου, πηγάζουσα από τα γεγονότα, πως ο εναγόμενος ουδέποτε είχε την πρόθεση να υπακούσει στο διάταγμα του Δικαστηρίου. Ο ισχυρισμός ότι πώλησε την οικία στον XXXXXX Χριστοφή χρησιμοποιήθηκε στο πλαίσιο της διαμόρφωσης πρόθεσης καταστρατήγησης του διατάγματος. Έχοντας ως υπόβαθρο τα προαναφερθέντα, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι πρόκειται εν προκειμένω για ηθελημένη παρακοή, με στοιχεία μάλιστα επιλήψιμης συμπεριφοράς, που συνιστούν πεισματική αντίσταση κατά του διατάγματος. Συνακόλουθα, βρίσκω ότι έχει αποδειχθεί, στον απαιτούμενο βαθμό, ότι ο εναγόμενος ενήργησε κατά παράβαση του διατάγματος ημερομηνίας 20.6.
- Στην βάση των προαναφερόμενων και με δεδομένη την πλήρωση των τυπικών προϋποθέσεων όπως ο Νόμος ορίζει, ο εναγόμενος-Καθ΄ου η Αίτηση κρίνεται ένοχος για παρακοή διατάγματος ως η Αίτηση. (Υπ.) .................................................. Στ. Τσιβιτανίδου-Κίζη, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο