← Κύπρος

ΡΟΜΠΕΡΤ ν. ΚΑΤΕΛΑΡΗ, Αρ. Αγωγής: 2621/12, 23/11/2018

ΡΟΜΠΕΡΤ ν. ΚΑΤΕΛΑΡΗ, Αρ. Αγωγής: 2621/12, 23/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A482 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2621/12 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ ΡΟΜΠΕΡΤ, εκ Λάρνακας Ενάγουσης Και ΧΧΧΧΧΧ ΚΑΤΕΛΑΡΗ, φ/δι Nicos Katelaris Pottery Εναγομένου ------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23.11.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κα Α. Ιωάννου για Δρ Ανδρέας Π. Ποιητής & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο: κ. Ντ. Σαβεριάδης για Κ.Κ. Σαβεριάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. (για ν' ακούσει απόφαση κα Ξιαρή) Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα αγωγή η ενάγουσα αξιώνει εναντίον του εναγόμενου γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για το αστικό αδίκημα της επίθεσης. Συγκεκριμένα η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι στις 12.6.2008 δέχθηκε επίθεση από τον εναγόμενο με αποτέλεσμα να υποστεί σωματικές βλάβες και έξοδα. Στην έκθεση υπεράσπισης του εναγόμενου εγείρεται ζήτημα παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος της εναγόμενης. Το Δικαστήριο θεώρησε ορθό να εξετάσει πρώτα το θέμα της παραγραφής. Όπως υποδείχθηκε στην απόφαση Α. Χ"Στυλλής ν. Moude C. Papadema κ.ά.

(2000)1 A.A.Δ. «εφόσον το ζήτημα της παραγραφής τίθεται στη δικογραφία, είναι καταλυτικό διότι άπτεται της ίδιας εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης και έτσι το Δικαστήριο θα πρέπει πρώτα να αποφασίσει επί τούτου. Στην ίδια υπόθεση αναφέρεται ότι από τη στιγμή που τίθεται θέμα παραγραφής δεν πρέπει να προωθείται οτιδήποτε άλλο εκτός αν πρώτα το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν ευσταθεί. Εφόσον όμως το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι πράγματι υπάρχει ζήτημα παραγραφής τότε υπάρχει απόλυτη αδυναμία να τεθεί οποιοδήποτε άλλο θέμα για εξέταση.» Στην περίπτωση που το Δικαστήριο καταλήξει ότι το δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί δεδομένου ότι, η ουσία της υπόθεσης δεν έχει αποφασισθεί, προχωρεί στην έκδοση διαταγής αναστολής της διαδικασίας της αγωγής αντί στην απόρριψη της. Συμφωνούντων με τα πιο πάνω οι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν σε αγορεύσεις κατά τις οποίες και υποστήριξαν τη θέση της πλευράς που έκαστος εκπροσωπεί. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του εναγόμενου παρέπεμψε στην εκτενή ανάλυση που γίνεται για το εξεταζόμενο ζήτημα στην απόφαση στην Αγωγή υπ' αριθ. 420/2012 του Ε.Δ. Αμμοχώστου και υποστήριξε ότι το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας που εδράζεται στο αστικό αδίκημα της επίθεσης που έλαβε χώρα στις 12.6.2008 έχει παραγραφεί πριν από την καταχώρηση της αγωγής η οποία καταχωρήθηκε στις 13.6.12. Αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου της ενάγουσας ο οποίος με την γραπτή αγόρευση του κάνοντας αναφορά στον Περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμο καθώς και στις τροποποιήσεις που ακολούθησαν, υποστήριξε ότι το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας δεν έχει παραγραφεί. Το δικαίωμα προσφυγής σε αρμόδιο Δικαστήριο για διεκδίκηση αστικής φύσεως δικαιωμάτων και απόδοση θεραπειών είναι δεδομένο, αναφαίρετο και κατοχυρωμένο συνταγματικά. Προς τον σκοπό, όμως, της πιο εύρυθμης και αποτελεσματικής απονομής της δικαιοσύνης, κρίνεται λογικό να επιβάλλονται περιορισμοί στο δικαίωμα προσφυγής στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας το δικαίωμα της ελεύθερης πρόσβασης στο Δικαστήριο, στην Φοινικαρίδου v. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1744, το Ανώτατο Δικαστήριο ανάφερε ότι׃ «Η γενική αρχή που αναδύεται από τις αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων είναι πως το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο υπόκειται σε θεμιτούς περιορισμούς, ακριβώς για την ορθολογική λειτουργία του προς όλους τους ενδιαφερόμενους στη δικαστική διαδικασία. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων κρίνει πως η περίοδος παραγραφής δικαιώματος εξυπηρετεί θεμελιώδεις σκοπούς άρρηκτα συνυφασμένους με τη βεβαιότητα για τα δικαιώματα των ατόμων και αποσκοπεί στην τελεσιδικία της διαφοράς». Στην Φεσσά κ.α. ν. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337, στη σελ. 343 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «. Ο Νομοθέτης έχει την ευχέρεια, ανάλογα με την περίπτωση που αφορά το νομοθέτημα, να ορίζει τις περιόδους παραγραφής που θεωρεί κατάλληλες .. Ας μη λησμονούμε πως είναι επιθυμητό το ζύγιασμα των δικαιωμάτων ενάγοντα και εναγομένου. Ο νομοθέτης μπορεί , μεταξύ άλλων, να διασφαλίσει πως το χρονικό διάστημα που πέρασε από τη δημιουργία του αγώγιμου δικαιώματος και της καταχώρισης της αγωγής δεν επενεργεί στην εξάλειψη μαρτυρικού υλικού » Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Γιωργαλλά v. Χατζηχριστοδούλου
(2000)1 Α Α.Α.Δ. 2060 «Ο καθορισμός προθεσμίας συναρτάται με τη λελογισμένη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και τις επιπτώσεις που ενέχει η χρονικά απεριόριστη δυνατότητα διεκδίκησης τους στα δικαιώματα και υποχρεώσεις τρίτων. Η απουσία προθεσμιών, εξ αντικειμένου, δημιουργεί κλίμα αβεβαιότητας στο τι ανήκει στο άτομο και ποιες είναι οι υποχρεώσεις του. Το επιβεβλημένο της επιβολής χρονικών περιορισμών στη διεκδίκηση δικαιωμάτων αναγνωρίστηκε από το δίκαιο της επιείκειας, προ πολλού χρόνου, με την καθιέρωση της αρχής ή του δόγματος «laches» (ολιγωρία), σύμφωνα με το οποίο ουσιαστική καθυστέρηση στην άσκηση δικαιωμάτων, συνοδευόμενη από συνθήκες που καθιστούν άδικη την προβολή τους, παρεμβάλλει εμπόδιο στη διεκδίκηση τους». Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης αλλά και όπως είναι αποδεκτό και από τις δύο πλευρές η ενάγουσα βασίζει το αγώγιμο δικαίωμα της στο αστικό αδίκημα της επίθεση το οποίο διαπράχθηκε στις 12.6.
  1. Το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 όπως τροποποιήθηκε προνοεί ότι : «
  2. Καµιά αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκηµα, εκτός αν αυτή εγερθεί— (α) εντός τριών ετών αµέσως µετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. (β) αν το αστικό αδίκηµα προκαλεί νέα ζηµιά κατά εξακολούθηση από µέρα σε µέρα, εντός τριών ετών από την κατάπαυση αυτής, (γ) αν η βάση της αγωγής δεν προκύπτει από την τέλεση οποιασδήποτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζηµιά που απορρέει από την πράξη αυτή ή παράλειψη εντός των τριών αµέσως επόµενων ετών µετά που ο ενάγοντας υπέστη τη ζηµιά, ή..» Σημειώνεται ότι η παράγραφος (α) του άρθρου 68, τροποποιήθηκε με τον περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικό) (Αρ. 2) Νόμο του 2006, (Ν.171(Ι)/2006), ο οποίος τέθηκε σε ισχύ στις 29/12/2006, πριν δηλαδή από την έγερση του αγώγιμου δικαιώματος στην παρούσα αγωγή. Με την τροποποίηση αυτή, η αναφορά στο άρθρο 68(α) σε «δύο» χρόνια αντικαταστάθηκε με αναφορά σε «τρία» χρόνια. Το συγκεκριμένο άρθρο θέτει τριετή περίοδο εντός της οποίας κάθε αγωγή πρέπει να εγερθεί. Συνάγεται, συνεπώς, ότι πριν την καταχώριση της αγωγής και μετά τη διάπραξη της επίθεσης, ο χρόνος παραγραφής του αστικού αδικήματος στο οποίο εδράζεται η αγωγή είναι, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο Κεφ. 148, τρία έτη από την ημερομηνία της διάπραξης του. Αναφορικά με το θέμα της παραγραφής ο Βασικός νόμος ήταν ο Περί Παραγραφής Νόμος Κεφ.
  3. Στον εν λόγω νόμο δεν υπάρχει ειδική αναφορά για αστικά αδικήματα, αλλά καθόριζε γενική παραγραφή 6 ετών για αιτίες αγωγής που δεν εξειδικεύονταν. Όμως στο άρθρο 10(d) υπήρχε η εξής πρόνοια: "
  4. Nothing in this law shall- (a) . . . . . (b) . . . . . (c) . . . . . (d) affect any provision in any other Law relating to the limitation of any action under such law." Μια τέτοια πρόνοια σε άλλο νόμο ήταν η διετής παραγραφή η οποία περιείχε το άρθρο 68 (α) του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 η οποία ως αναφέρεται πιο πάνω με τον τροποποιητικό Νόμο του 2006 έγινε τριετής. Με τον Περί Αναστολής της Παραγραφής Ν. 57/64θεσπίστηκε ως "περίοδος αναστολής" η περίοδος από 21-12-63 μέχρι ημερομηνία την οποία θα καθόριζε το Υπουργικό Συμβούλιο. Αυτή η περίοδος δεν υπολογίζετο πλέον εις τον χρόνο παραγραφής. «Χρόνος παραγραφής» σήμαινε οιανδήποτε χρονική περίοδο σε οποιαδήποτε διάταξη νομοθετικής φύσεως η οποία ίσχυε στις 30-10-64 που είχε αρχίσει η ισχύς του Ν.57/
  5. Με αυτό το Νόμο αδρανοποιήθηκε και η πρόνοια του άρθρου 68(α) δεδομένου ότι ήταν διάταξη νομοθετικής φύσεως η οποία ίσχυε στις 30-10-
  6. Σύμφωνα και με το σκεπτικό της απόφασης Μυλωνάς ν. Μυλωνά (Αρ. 2)
(2003)1 Α.Α.Δ. 688 η εμβέλεια της αναστολής, βάσει του Ν. 57/64, περιορίζεται, όπως ρητά προβλέπεται, σε δικαιώματα που προκύπτουν ή παρέχονται από τη νομοθεσία η οποία ίσχυε κατά τον χρόνο θέσπισης του εν λόγω νόμου, δηλαδή στις 30/10/
  1. Ο περί Αστικών Δικαιωμάτων Νόμος Κεφ.148 είναι μέρος αυτής της νομοθεσίας. Με τον τροποποιητικό Ν. 36/82 προστέθηκε η έννοια της "εκρύθμου καταστάσεως" ως η κατάσταση συνεπεία της Τουρκικής εισβολής και η "περίοδος αναστολής" σήμαινε πλέον την περίοδο από 21-12-63 η οποία θα έληγε τρεις μήνες μετά τη λήξη της εκρύθμου καταστάσεως βάσει γνωστοποίησης του Υπουργικού Συμβουλίου. Τέτοια γνωστοποίηση δεν δημοσιεύθηκε οποτεδήποτε και συνεπώς το άρθρο 68(α) του Κεφ. 148 παρέμενε αδρανές. Με τον Περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Ν. 217/90 προνοείτο η μη εφαρμογή του Ν. 57/64 (ως είχε τροποποιηθεί) για ορισμένες αγωγές. Έτσι δόθηκε χρόνος μέχρι τις 31-12-93 για καταχώριση όλων των αγωγών για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας αν η πράξη ή η παράλειψη είχε γίνει πριν την 31-10-84, με εξαίρεση τις περιπτώσεις για τις οποίες θα αποδεικνύετο ότι δεν μπορούσαν να προωθηθούν αποτελεσματικά με αγωγή λόγω της εκρύθμου καταστάσεως. Πρόθεση του Νομοθέτης με αυτό το νόμο ήταν να ξεκαθαρίσει η κατάσταση για όλα τα αγώγιμα δικαιώματα αυτής της φύσης που είχαν δημιουργηθεί πριν τις 31-10-
  2. Για μεταγενέστερα αδικήματα όμως εξακολουθούσε η κατάσταση όπως είχε καθοριστεί με το Ν.57/
  3. Με τον τροποποιητικό Ν.156/85 καταργήθηκε η παλαιότερη πρόνοια του άρθρου 58 του Κεφ. 148 σύμφωνα με την οποία αγωγή για αξίωση αποζημιώσεως συνεπεία θανάτου, έπρεπε να εγείρεται εντός ενός έτους από τον θάνατο και αντικαταστάθηκε με πρόνοια για καταχώριση τέτοιων αγωγών εντός 2 ετών. Στην υπόθεση Φεσσά κ.α v. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337 αποφασίστηκε πως με τη ρητή πρόνοια για έναρξη της ισχύος του Ν. 156/85 από 1-1-86 καθίστατο σαφής η πρόθεση του Νομοθέτη να εφαρμοσθεί η περίοδος παραγραφής για τις συγκεκριμένες αιτίες αγωγής παρά την ύπαρξη γενικής αναστολής της παραγραφής του Ν. 57/64, ο οποίος εξακολουθούσε να ισχύει για άλλες αιτίες αγωγής. Επιβεβαιώθηκε επίσης ότι από το κείμενο του Ν.57/64 προέκυπτε πως ο εν λόγω νόμος εφαρμοζόταν σχετικά με περιόδους παραγραφής που καθορίζονταν από νομοθεσίες οι οποίες ίσχυαν κατά την ημερομηνία έναρξης του. (βλ. Ν.S.K Leather Plast Ltd κ.α v. Τράπεζα Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ
(2007)1 (Α) Α.Α.Δ 145). Ο περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμος (Ν. 57/64)καταργήθηκε από τον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Ν. 110
(1)/02, ο οποίος τέθηκε σε ισχύ την 01/06/2005. Ο Ν. 110
(1)/02 Περιείχε τις ίδιες ερμηνείες όσον αφορά τους όρους «έκρυθμη κατάσταση», «περίοδος αναστολής», όπως και οι Νόμοι Ν. 36/82και Ν. 217/90που προηγήθηκαν, ενώ διατήρησε το ίδιο λεκτικό με τον αρχικό Ν. 57/64για τον όρο «χρόνος παραγραφής». Διατηρούσε επίσης την αναστολή του χρόνου παραγραφής για κινητή ή ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται στις κατεχόμενες περιοχές και άφηνε ανοικτό το ενδεχόμενο διατήρησης της αναστολής της παραγραφής και για άλλα αγώγιμα δικαιώματα εάν ο δικαιούχος απεδείκνυε ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο δικαίωμα του. Το άρθρο 4
(1)του Ν. 110
(1)/02 προνοεί τα εξής: «4
(1)Οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 καταργούνται: Νοείται ότι η κατάργηση των πιο πάνω Νόμων με κανένα τρόπο δεν μπορεί να καταστήσει παραγεγραμμένο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάμει των καταργημένων Νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα.» Με την ως άνω επιφύλαξη έπρεπε να συμπληρωθεί μετά την 1.6.05 «νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής». Σχετική αναφορά, γίνεται από τον τότε Πρόεδρο του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας, Κ. Κληρίδη, στη μελέτη του «Το Δίκαιο της Παραγραφής μια Αναδρομή και Πρόσφατες Εξελίξεις», Φεβρουάριος 2009, στην οποία κατέγραψε τα ακόλουθα σε σχέση με τις βασικές πρόνοιες του Ν.110(Ι)/02: «
  1. Η κατάργηση των νόμων του 1964 και 1982, δεν καθιστά παραγεγραμμένο ένα αγώγιμο δικαίωμα το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ δυνάμει των καταργουμένων νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη της ισχύος του νέου νόμου (1.6.05), νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα.
  2. Παρά ταύτα, παραμένει και συνεχίζει να ισχύει αναστολή των προβλεπομένων χρόνων παραγραφής βάσει οποιουδήποτε νόμου σε δυο περιπτώσεις: α. Αναφορικά με αξιώσεις σε σχέση με ακίνητη ή κινητή περιουσία η οποία βρίσκεται ή βρισκόταν οποτεδήποτε πριν από την Τουρκική εισβολή στις κατεχόμενες περιοχές της Δημοκρατίας και β. Αναφορικά με όλες τις άλλες αγωγές, θα συνεχίζει η αναστολή του χρόνου παραγραφής μόνο όμως εκεί όπου ο δικαιούχος αγώγιμου δικαιώματος αποδεικνύει προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο του δικαίωμα.» Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι: «Το αποτέλεσμα της θέσπισης της προαναφερθείσας νομοθεσίας του 2002 είναι ότι από την 1.6.2005 που τέθηκε σε ισχύ αυτός ο νόμος, επανέρχονται στο προσκήνιο και αρχίζουν να τρέχουν εκείνες οι προθεσμίες οι οποίες προβλέπονται σε οποιοδήποτε νόμο, εντός των οποίων θα πρέπει να ασκήσει κάποιος το αγώγιμο δικαίωμα του, άλλως αυτό παραγράφεται. Τερματίζεται δηλαδή έτσι κάθε περίοδος αναστολής εκτός από εκείνες που περισώζονται όπως προβλέπει ο νέος νόμος. Αυτό σημαίνει ότι επανέρχονται όλες οι περίοδοι παραγραφής οι οποίες αναστάληκαν με του προαναφερθέντες νόμους του 1964 και 1982, όπως επίσης και με τον προαναφερθέντα νόμο αρ. 217/
  3. Επανερχόμενα επομένως μεταξύ άλλων, στις πρόνοιες του περί Παραγραφής Νόμου Κεφ. 15 οι οποίες περιέπεσαν σε αδράνεια για δεκαετίες». Θα πρέπει επίσης να σημειωθεί ότι Παράλληλα με τον Ν.110
(1)/02 με τον τροποποιητικό, ήτοι ο Ν. 108
(1)/02, προστέθηκε στο Κεφ. 15 το άρθρο 8Α. Βάσει του άρθρου αυτού προβλέπετο η μη εφαρμογή της αναστολής σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως η αξίωση για αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης, κατά τη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου εφόσον συνεκτιμούσε τους λόγους, το χρόνο, την τυχόν ανικανότητα, τη συμπεριφορά και τις συνέπειες της καθυστέρησης. Παρά τη θέσπιση των πιο πάνω αναφερόμενων Νόμων, η εφαρμογή του το Κεφ. 15 αναστάληκε μέχρι την 31η Μαρτίου 2009( βλ. Ν. 60
(1)/07 Ν. 28
(1)/08) . Ακολούθησαν συνεχείς αναστολές εφαρμογής του που κάλυψαν την περίοδο μέχρι τις 30-6-12 (βλ. Ν. 16
(1)/09, Ν. 20
(1)/10, Ν. 11
(1)/10, Ν. 41
(1)/11 και Ν. 159
(1)/11). Είναι όμως θεωρώ ουσιαστικό για το ζήτημα που εξετάζομε στη προκειμένη περίπτωση ότι οι ως άνω Νόμοι δεν καλύπτουν το άρθρο 68 του Κεφ.148, αφού ρητώς προβλέπεται με αυτούς αναστολή εφαρμογής μόνο του Περί Παραγραφής Νόμου Κεφ.15 (και όχι του Ν.110
(1)/02). Όλες οι τροποποιήσεις για αναστολή εφαρμογής γίνονταν σε σχέση με το Κεφ. 15, με αποτέλεσμα να μην ξεκινήσουν οι περίοδοι παραγραφής του εν λόγω νόμου, αφήνοντας όμως ανεπηρέαστη την παραγραφή του άρθρου 68(α), η οποία ίσχυε ήδη από την 1-6-
  1. Τα όσα έχουν λεχθεί στην υπόθεση Φεσσά (πιο πάνω) πιστεύω επιβεβαιώνουν ότι η παραγραφή του άρθρου 68(α) είναι από αυτές που είχαν ανασταλεί με τον Ν. 57/64 και για αυτό ελλείψει άλλης αντίθετης πρόνοιας επανήλθε με την κατάργηση του. Το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας θεμελιώθηκε την 12.6.2008 ενώ η αγωγή της καταχωρήθηκε την 13/6/
  2. Τότε σε ισχύ, ήταν ο προαναφερόμενος Νόμος 110(Ι)/2002, ως είχε πριν την κατάργηση του από τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012, Ν. 66(I)/2012 που ετέθη σε ισχύ 01/07/2012 ήτοι μετά τον ουσιώδη για τη παρούσα αγωγή χρόνο. Παρά το ότι το άρθρο 29 του Ν.66(Ι)/2012 καταργεί το άρθρο 68 του Κεφ. 148, εντούτοις, η κατάργηση εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Ν.66(Ι)/2012, ήτοι κατά ή μετά την 01/07/2012 ( η υπογράμμιση δική μου). Με βάση όλα τα πιο πάνω είναι προφανές πως η τριετής περίοδος παραγραφής για το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας είχε συμπληρωθεί στις 12.6.2011 και συνεπώς η αγωγή θα πρέπει να ανασταλεί δεδομένου ότι καταχωρήθηκε στις 13.6.2012, δηλαδή μετά που είχε παραγραφεί το εν λόγω δικαίωμα. Για σκοπούς πληρότητας αναφέρω ότι δεν έχει συνδεθεί η υπόθεση της ενάγουσας και ειδικότερα η προώθησης του αγώγιμου δικαιώματος της εναντίον του εναγόμενου, με την έκρυθμη κατάσταση στην Δημοκρατία συνεπεία της Τουρκικής εισβολής και κατοχής, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει την οποιαδήποτε αναστολή των προνοιών του Άρθρου 68 του Κεφ. 148 περί παραγραφής του. Περαιτέρω ουδέν στοιχείο υπάρχει που να δικαιολογεί ότι είναι δίκαιο και ορθό να μην εφαρμοστούν οι πρόνοιες παραγραφής της αξίωσης της ενάγουσας. Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αγωγή αναστέλλεται. Τα έξοδα της αγωγής και τη παρούσας διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του εναγόμενου και εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final (Αναφορά: Παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος) cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.