Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην ονομασία Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λίμιτεδ) ν. ΤΣΕΚΟΥΡΑ κ.α., Γενική Αίτηση αρ. 807/14, 20/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A468 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση αρ. 807/14 ΜΕΤΑΞΥ: Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (πρώην ονομασία Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού Λίμιτεδ) Αιτητών και
- ΧΧΧΧ ΤΣΕΚΟΥΡΑ
- ΧΧΧΧ ΤΣΕΚΟΥΡΑ
- ΧΧΧΧ ΙΩΑΝΝΙΔΟΥ
- ΧΧΧΧ ΙΩΑΝΝΙΔΗ Καθ' ων η αίτηση ------------------ Hμερομηνία: 20 Νοεμβρίου 2018 Για Αιτητές: κα. Φ. Μιχαηλίδου για κ.κ. Σ. Ξ. Μιχαηλίδης & Σία (για ν' ακούσει απόφαση η κα Πινδάρου) Για Καθ' ων η αίτηση: κος. Α. Μελάς για κ.κ. Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (για ν' ακούσει απόφαση η κα Αριστοτέλους. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι αιτητές ζητούν άδεια και/ή Διάταγμα του Δικαστηρίου που να επιτρέπει την εγγραφή και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης ημερ. 6.6.13 εναντίον των καθ' ων η αίτηση ως εκτελείται η απόφαση του Δικαστηρίου. Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 άρθρο 21, στον περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμο 22(Ι)/85 άρθρα 3,4, 52
(1)(β) και 52
(2)(β), στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.47, Δ.48 θ.1-3, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14(Ι)/60 άρθρο 37
(1)
(2)και στη γενική πρακτική και εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Δημητρίου στην οποία αναφέρει ότι είναι στην υπηρεσία των αιτητών και γνωρίζει καλά όλα τα γεγονότα που έχουν σχέση με την αίτηση και είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Όπως αναφέρει, την 6.6.13 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση εναντίον των καθ ων η αίτηση για το ποσό των €8.515,36 πλέον τόκους και έξοδα ως το συνημμένο Τεκμήριο
- Η Διαιτητική απόφαση επιδόθηκε στους καθ' ων η αίτηση σύμφωνα με το Τεκμήριο 2, ένορκες δηλώσεις επίδοσης. Στους καθ ων η αίτηση 1 και 3 επιδόθηκε στις 19.7.13 και στους καθ ων η αίτηση 2 και 4 στις 29.6.13 και η απόφαση δεν εφεσιβλήθηκε. Προσθέτει δε ότι οι καθ ων η αίτηση δεν πλήρωσαν οποιοδήποτε ποσό εξού και καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση. Στην αίτηση καταχωρήθηκε ένσταση με την οποία οι καθ' ων η αίτηση προβάλλουν τους ακόλουθους λόγους ένστασης: «
- Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη, ελλιπής και/ή οι νόμοι και οι θεσμοί επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα αίτηση δεν νομιμοποιούν εις την αιτούμενη θεραπεία και/ή εν προσδίδουν εις το Δικαστήριο εξουσία να ασχοληθεί με την παρούσα αίτηση.
- Τα γεγονότα που περιγράφονται στην ένορκη δήλωση είναι ανεπαρκή και/ή δεν είναι ικανά ώστε να δικαιολογούν και/ή να στηρίζουν την αιτούμενη θεραπεία.
- Η Αίτηση δεν έχει συνταχθεί δικονομικά ορθά και/ή πάσχει τυπικά και/ή δεν έχει περιβληθεί με τον ορθό δικονομικό τύπο και/ή μορφή και ως εκ τούτου είναι ανυπόστατη και/ή άκυρη και/ή ανύπαρκτη.
- Η ρήτρα παραπομπής της υπόθεσης σε Διαιτησία είναι καταχρηστική κατά παράβαση των περί καταχρηστικών ρητρών Νόμο και ως εκ τούτου η εκδοθείσα διαιτητική απόφαση είναι άκυρη και/ή ο Διαιτητής δεν είχε δικαιοδοσία να προχωρήσει στην έκδοση της διαιτητικής απόφασης και/ή εγγραφή της διαιτητικής απόφασης αντίκειται στην δημόσια πολιτική.
- Η υπαγωγή των Καθ' ων η Αίτηση στην δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών Διαιτητή, παραβιάζει το και/ή στερεί το δικαίωμα τους για πρόσβαση σε ανεξάρτητο, αμερόληπτο και αρμόδιο Δικαστήριο αφού ο Διαιτητής διορίζεται μονομερώς από τους Αιτητές χωρίς δικαίωμα των Καθ' ων να ακουστούν και/ή να έχουν λόγο επί του θέματος.
- Η Διαιτησία αντίκειται και/ή διεξάχθηκε κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης.
- Η υπαγωγή των Καθ' ων η Αίτηση στην δικαιοδοσία και απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών Διαιτητή παραβιάζει, το Σύνταγμα, την Ε.Σ.Δ.Α, τον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον περί Διαιτησίας Νόμο. Το δικαίωμα τους για πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο, προς διάγνωση της ισχυριζόμενης αστικής υποχρέωσης τους παραβιάζεται κατάφορα.
- Η Διαιτητική απόφαση δεν φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και/ή ελλείπουν ουσιώδεις στοιχεία και/ή πληροφορίες οι οποίες θα έπρεπε να είχαν κοινοποιηθεί στους Καθ' ων η Αίτηση.
- Η Διαιτητική απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας συνεπώς είναι άκυρη και/ή ανυπόστατη.
- Ο Διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά και/ή χειρίστηκε κακώς την υπόθεση.
- Η Διαιτησία διεξάχθηκε παράτυπα και/ή διαιτητική απόφαση εκδόθηκε παράτυπα.
- Η Διαιτητική απόφαση και/ή δοθείσα θεραπεία αντίκειται στον Νόμο και/ή στην Δημόσια Πολιτική.
- Η υπαγωγή των Καθ' ων η Αίτηση στην δικαιοδοσία και/ή απόφαση του διορισθέντος υπό των Αιτητών Διαιτητή είναι παράνομη και/ή άκυρη και/ή ανυπόστατη καθώς δεν υπήρξε, ούτε εγέρθηκε οποιαδήποτε «διαφορά» ώστε να ενεργοποιηθεί η σχετική νομοθετική πρόνοια ήτοι το άρθρο 52 του περί Συνεργατικών εταιρειών Νόμου και του θεσμού 79 των περί Συνεργατικών Εταιρειών Θεσμών.
- Για όλους τους λόγους που αναφέρονται και/ή εξυπακούονται από την επισυνημμένη ένορκο δήλωση που στηρίζει την ένσταση.» Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της XXXXX Τσεκούρα - καθ' ης η αίτηση 2, στην οποία υιοθετεί τους λόγους ένστασης και αναφέρει περαιτέρω ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί χωρίς καν να εξεταστεί η ουσία της καθώς η νομική της βάση και ο τύπος που χρησιμοποιήθηκε αφορά ενδιάμεσες αιτήσεις και όχι πρωτογενείς ως η παρούσα. Αναφέρει περαιτέρω ότι θα έπρεπε να αποδειχθεί κατ' αρχάς ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία, ότι ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία βάση του Νόμου, ότι ο Διαιτητής είχε εξουσία να εκδώσει την επίδικη απόφαση και ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για εγγραφή της διαιτητικής απόφασης. Σύμφωνα με την καθ ης η αίτηση 2, οι αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν τα πιο πάνω. Ξεκαθαρίζει επίσης ότι το δάνειο ήταν καταναλωτικό και οι ίδιοι τους ήταν καταναλωτές και το δάνειο δεν εξασφαλιζόταν με υποθήκη. Ως εκ τούτου, ακόμα και να είχαν υπογράψει συνυποσχετικό παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία, ο εν λόγω όρος της συμφωνίας είναι καταχρηστικός, ετεροβαρής, ιδιαίτερα επαχθής, παράνομος και αντίκειται στους κανόνες επιείκειας και των συναλλακτικών ηθών και στους κανόνες που διέπουν της τραπεζικές σχέσεις των αιτητών με τους πελάτες τους και παραβαίνει κατάφωρα το Σύνταγμα, το δικαίωμα τους στην ισότητα, στη δίκαιη δίκη και τη δυνατότητα παραπομπής της υπόθεσης σε ανεξάρτητο και αμερόληπτο Δικαστήριο, θέτοντας τους έτσι σε δυσμενέστερη θέση από το αν η υπόθεση παραπεμπόταν σε αρμόδιο Δικαστήριο. Προσθέτει δε ότι σε καμία περίπτωση δεν θα ήταν εύλογα δυνατό εντός της δοθείσας προθεσμίας των 21 ημερών η οποία προβλέπεται για άσκηση έφεσης, να εξετάσουν σε νομικό επίπεδο εάν υπάρχουν λόγοι για άσκηση έφεσης. Αναφέρει επίσης ότι ο Διαιτητής είναι συνδεδεμένο πρόσωπο με τους αιτητές και διορίστηκε μονομερώς χωρίς να ακολουθηθεί η διαδικασία η οποία προβλέπεται από το Νόμο Περί Διαιτησίας. Υποστηρίζει επίσης ότι ο Διαιτητής επέδειξε κακή συμπεριφορά και χειρίστηκε κακώς την υπόθεση, αντιστρέφοντας το βάρος απόδειξης θεωρώντας ως δεδομένη την ύπαρξη οφειλής. Η ίδια της με τον καθ ου η αίτηση 4 παρουσιάστηκαν στη Διαιτησία και παραδέχθηκαν μόνο ότι υπέγραψαν την αρχική συμφωνία δανείου αλλά δεν αποδέχθηκαν το υπόλοιπο και ο Διαιτητής δεν ζήτησε από τους αιτητές να αποδείξουν το υπόλοιπο. Προσθέτει δε ότι ο τόκος ο οποίος επιβλήθηκε με τη διαιτητική απόφαση υπερβαίνει το συμφωνηθέν και η επιβολή αυτού επικυρώνει την εφαρμογή ποινικής ρήτρας. Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε από μέρους της καθ ης η αίτηση 2 συμπληρωματική ένορκος δήλωση, με την οποία προβάλλει ότι τώρα αντιλαμβάνεται ότι ο όρος 15 της συμφωνίας προνοούσε την παραπομπή τους σε διαιτησία και ο όρος αυτός ουδέποτε τέθηκε υπόψη τους ούτε τους είχαν εξηγηθεί οι συνέπειες του όπως δεν τους εξηγήθηκε κατά την υπογραφή της συμφωνίας θα γίνονταν μέλη του Συνεργατισμού και ποιες ήταν οι συνέπειες. Ως προς τις περιστάσεις της Διαιτησίας αναφέρει ότι ζήτησε με τον καθ ου η αίτηση 4 από το Διαιτητή αναβολή μέχρι τον Οκτώβριο για να λάβουν νομική συμβουλή αλλά και για να πωλήσουν περιουσία προς διευθέτηση της υπόθεσης. Παρά τις διαβεβαιώσεις του Διαιτητή για την παραχώρηση της αναβολής η διαδικασίας προχώρησε ερήμην τους. Την ίδια ημέρα, όπως αναφέρει, εκδοθήκαν ακόμα δυο αποφάσεις εναντίον τους τις οποίες έχουν εφεσιβάλει αλλά εκ παραδρομής δεν σταλήκαν στους δικηγόρους τους τα έγγραφα για την απόφαση την οποία αφορά η παρούσα Αίτηση αλλά στην ουσία προσβάλλουν όλες τις αποφάσεις οι οποίες εκδοθήκαν εκείνη την ημέρα. Ακολούθως καταχωρήθηκε από πλευράς αιτητών συμπληρωματική ένορκος δήλωση με την οποία κατατίθεται ως Τεκμήριο 1 η συμφωνία δανείου ημερ. 24.3.2009 υπογραμμένη από τους καθ ων η αίτηση 1 και 2 και ως Τεκμήριο 2 η συμφωνία εγγυήσεως και αποζημίωσης υπογεγραμμένη από τους καθ ων η αίτηση 3 και
- Κατατέθηκε επίσης ως Τεκμήριο 3 το πρακτικό της διαιτησίας ημερ. 6.6.13 που αφορούσε άλλο δάνειο και ως Τεκμήρια 4-9 έγγραφα τα οποία αφορούν άλλες υποθέσεις. Κατά την Ακρόαση της Αίτησης δηλώθηκε από αμφότερες πλευρές ότι ο Διαιτητής διορίστηκε από τον Έφορο Υπηρεσίας Εποπτείας Συνεργατικών Εταιρειών και κατατέθηκε εκ συμφώνου ως Τεκμήριο 1 ο έγγραφος διορισμός του Διαιτητή για την υπό εξέταση υπόθεση. Ακολούθως, οι συνήγοροι των διαδίκων ανέπτυξαν τις θέσεις τους μέσα από γραπτές αγορεύσεις, στο περιεχόμενο των οποίων θα αναφερθώ όπου κριθεί σκόπιμο. Η αίτηση στηρίζεται μεταξύ άλλων στο άρθρο 52
(1)(α) του περί Συνεργατικών Εταιρειών Νόμου 22/85 σύμφωνα με το οποίο όταν προκύπτει διαφορά μεταξύ συνεργατικής εταιρείας και μελών καταθετών, οφειλετών και/ή εγγυητών τους, η διαφορά αυτή θα παραπέμπεται από την εταιρεία ή από οποιονδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα στον Έφορο Συνεργατικών Εταιρειών. Το εδάφιο 2 του ιδίου άρθρου προνοεί ότι ο Έφορος μπορεί να επιχειρήσει συνδιαλλαγή της διαφοράς ή να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση σε διαιτησία. Ο Κανονισμός 78 της ΚΔΠ 142/87 ρυθμίζει το ζήτημα παραπομπής διαφοράς στον Έφορο ακολουθώντας τις πρόνοιες του άρθρου 52 του Νόμου και αναφέρει τα εξής: "78
(1)Οσάκις εγείρεται οιαδήποτε διαφορά, αυτή παραπέμπεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)του άρθρου 52 εις τον Έφορον.
(2)Η τοιαύτη παραπομπή θα γίνεται δι' εγγράφου εκθέσεως η οποία θα χρονολογείται και απευθύνεται προς τον Έφορον, θα υπογράφεται υπό του μέρους το οποίον συντάσσει ταύτη, θα ορίζη την διαφοράν και θα περιέχη πλήρεις λεπτομέρειες.
(3)Άμα τη λήψει της τοιαύτης παραπομπής ο Έφορος δύναται: (α) Να επιχειρήσει συνδιαλλαγή ή (β) να παραπέμψει τη διαφορά προς επίλυση εις ένα ή τρεις διαιτητάς.» Σύμφωνα επίσης με το εδάφιο 4 του άρθρου 52 οποιοσδήποτε θεωρεί τον εαυτό του αδικημένο από την απόφαση του διαιτητή μπορεί να την εφεσιβάλει στο Δικαστήριο εντός 21 ημερών από της γνωστοποίησης της σ' αυτόν και στην περίπτωση που η απόφαση δεν εφεσιβληθεί μέσα στην πιο πάνω αναφερόμενη προθεσμία τότε η διαιτητική απόφαση είναι τελική και εκτελείται κατά τον ίδιο τρόπο όπως να ήταν απόφαση Πολιτικού Δικαστηρίου. Το γεγονός ότι οι καθ ων η αίτηση είναι μέλη των αιτητών δεν αμφισβητείται, παρά μόνο η καθ ης η αίτηση 2 προς τούτο αναφέρει ότι δεν γνώριζε ότι με την υπογραφή της συμφωνίας θα γίνονταν μέλη και τις συνέπειες που θα είχε κάτι τέτοιο. Τέτοια θέση δεν μπορεί να επηρεάσει την έκβαση της υπόθεσης, κατά πρώτον γιατί οι καθ ων η αίτηση κατά τη διεξαγωγή της Διαιτησίας δεν αμφισβήτησαν τη διαδικασία την οποία ακολουθήθηκε ούτε όμως αμφισβήτησαν σε εκείνο το στάδιο την ιδιότητα τους ως μέλη των αιτητών. Εις ότι αφορά τον 1ο λόγο ένστασης περί λανθασμένης νομικής βάσης της Αίτησης, πιο πάνω κατέγραψα τη νομική βάση επί της οποίας στηρίζεται η Αίτηση. Περιλαμβάνονται σε αυτήν όλες οι σχετικές πρόνοιες του Νόμου τόσο για το πλαίσιο υπό του οποίου εκδόθηκε η Διαιτητική απόφαση όσο και του άρθρου 52
(5)το οποίο προβλέπει την εξουσία Δικαστηρίου για την εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης, νοουμένου ότι αυτή δεν έχει εφεσιβληθεί. Συνεπώς η περίληψη του πιο πάνω νομοθετικού πλαισίου στη νομική βάση της Αίτησης, οδηγεί σε απόρριψη του 1ου λόγου ένστασης. Το πλαίσιο επί του οποίου το Δικαστήριο ασκεί την κρίση του κατά την εξέταση Αίτησης ως η παρούσα, έχει τεθεί από τη νομολογία. Παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Ανδρέας Χατζηγεωργίου Νικολάου ν. Νέας Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Αγλαντζιάς
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 707, 711, όπου λεχθήκαν τα ακόλουθα: "Το επαρχιακό δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του στα πλαίσια διαδικασίας εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης δεν ελέγχει την ορθότητα της διαιτητικής απόφασης ούτε υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς. Από την άλλη όμως, η διαδικασία δεν είναι απλώς τυπική εφόσον δι' αυτής επιδιώκεται η πρόσδοση δικαστικής ισχύος στη διαιτητική απόφαση για σκοπούς εκτέλεσης μέσω του επαρχιακού δικαστηρίου διά της εφαρμογής των ανάλογων δικονομικών μέτρων που εφαρμόζονται για σκοπούς εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Γι' αυτό ακριβώς το λόγο κάθε αίτηση που υποβάλλεται στο επαρχιακό δικαστήριο για εγγραφή και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης πρέπει να επιδίδεται στο πρόσωπο προς το οποίο στρέφεται η διαιτητική απόφαση ώστε να έχει την ευκαιρία να προβάλει οτιδήποτε που ενδεχομένως έχει σχέση μόνο με το επίδικο θέμα της προώθησης της εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης χωρίς το δικαστήριο να υπεισέρχεται σε άλλα θέματα αναγόμενα στην ουσία κλπ της διαφοράς αναφορικά με την οποία εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Βασική προϋπόθεση για την εγγραφή της διαιτητικής απόφασης είναι η διαπίστωση ότι η εν λόγω απόφαση, φέρει τα απαραίτητα χαρακτηριστικά στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και ότι γνωστοποιήθηκε στο πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται." (υπογράμμιση και έμφαση είναι δική μου) Εις ότι αφορά τον 2ο λόγο ένστασης, σύμφωνα με τη νομολογία, οι προϋποθέσεις οι οποίες θα πρέπει να πληρούνται για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, είναι η ύπαρξη Απόφασης που να φέρει τα απαραίτητα στοιχεία έγκυρης διαιτητικής απόφασης και αυτή να έχει γνωστοποιηθεί στους καθ ων η αίτηση. Με την ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση γίνεται αναφορά σε γεγονότα που αφορούν τις εν λόγω προϋποθέσεις όπως επίσης επισυνάπτεται και ως Τεκμήριο 1 η Διαιτητική Απόφαση και ως Τεκμήριο 2 οι ένορκες δηλώσεις επίδοσης αυτής στους καθ ων η αίτηση. Τα γεγονότα αυτά κρίνονται επαρκή. Το κατά πόσο είναι ικανά για να στηρίξουν την Αίτηση των αιτητών αποτελεί ζήτημα το οποίο θα εξετάσω πιο κάτω. Συνεπώς απορρίπτεται ο 2ος λόγος ένστασης εις το βαθμό όπου προβάλλεται ότι η ένορκος δήλωση είναι ανεπαρκής. Εις ότι αφορά τον 3ο λόγο ένστασης, σύμφωνα με την καθ ης η αίτηση 2, λανθασμένα η διαδικασία καταχωρήθηκε με τον τύπο ενδιάμεσης αίτησης και ως εκ τούτου το Δικαστήριο δεν θα πρέπει καν να εξετάσει την ουσία της Αίτησης. Ο προβαλλόμενος λόγος ένστασης δεν μπορεί να πετύχει και η απάντηση βρίσκεται στην σχετικά πρόσφατη απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση ΖΑΜΠΑ κ.α. ν. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A277, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 96/12, 6/6/2018: «Δεν μπορεί, επίσης, να επιτύχει το παράπονο τους ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αντιμετώπισε λανθασμένα την "Γενική αίτηση ως ενδιάμεση αίτηση και λανθασμένα δεν απεφάσισε ότι η αίτηση ήταν παράτυπη και ότι θα έπρεπε να διεξαχθεί ακροαματική διαδικασία που προβλέπεται σε αγωγές και λανθασμένα έκδωσε απόφαση υπέρ των Εφεσιβλήτων χωρίς να ακουστεί οποιαδήποτε μαρτυρία". Όλα τα πιο πάνω παραγνωρίζουν την όλη φιλοσοφία της διαδικασίας Διαιτησίας που είναι η παροχή ενός γρήγορου μηχανισμού επίλυσης των διαφορών και απονομής δικαιοσύνης. Το ίδιο επίσης ισχύει αναφορικά με την διαδικασία εγγραφής και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης.» Συνεπώς ο 3ος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Οι καθ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι η υπαγωγή τους σε διαιτησία παραβιάζει και τους στερεί το δικαίωμα για πρόσβαση σε ανεξάρτητο και αρμόδιο Δικαστήριο και κατά συνέπεια τα Συνταγματικά και ανθρώπινα τους δικαιώματα. Στην υπόθεση Τhe Co-operative Grocery of Vasilia ν. Haralambos N. Spirou and others 4 RSCC 12, όπου εξετάστηκε η αντισυνταγματικότητα του άρθρου 53 του περί Συνεργατικών Νόμου, οι πρόνοιες του οποίου ήταν παρόμοιες με τις πρόνοιες του άρθρου 52, αναφέρθηκε ότι οικειοθελώς οι καθ' ων η αίτηση αποδέχθηκαν να ακολουθήσουν τη διαδικασία της διαιτησίας. Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε στην πιο πάνω απόφαση ότι το άρθρο 53 δεν ήταν αντισυνταγματικό τονίζοντας πως τα μέλη των συνεργατικών εταιρειών όπως η καθ' ης η αίτηση εκούσια υπάγονται σε διαιτησία. Πέραν των πιο πάνω στην υπόθεση Ζαμπά (βλ. ανωτέρω), λέχθηκε ότι: «Ούτε τίθεται θέμα παραβίασης του Άρθρου 30 του Συντάγματος, εφόσον το έργο του Διαιτητή είναι "οιονεί δικαστικό". "Δικαστική είναι και η αποστολή τους". (βλ. Τράπεζα Κύπρου Λτδ ν. Dynacon Ltd κ.α.
(1999)1(Β) Α.Α.Δ. 717, Κλεοβούλου ν. Συνεργατικό Ταμιευτήριο Επαγγελματικού Κλάδου Και Επιχειρηματιών Κύπρου (ΣΤΕΚΕΚ) ΛΤΔ ECLI:CY:AD:2015:A507, Π.Ε. 304/2010 ημερ. 10.7.2015). Συνεπώς το παράπονο των Εφεσειουσών προς αυτήν την κατεύθυνση δεν μπορεί να επιτύχει.» Ισχυρίζονται επίσης ότι η υπαγωγή της σε διαιτησία ήταν πρώιμη και δεν υπήρξε διαφορά με την έννοια του άρθρου 52. Η θέση αυτή δεν υποστηρίζεται από τα όσα αναφέρει η καθ ης η αίτηση 2 στην ένορκο δήλωση της, εφόσον προβάλλει ότι κατά την εμφάνιση της ενώπιον του Διαιτητή, ζήτησαν χρόνο για να πωλήσουν περιουσία και ακολούθως να διευθετήσουν την οφειλή τους. Συνεπώς διαφορά υπήρξε και εφ' όσον δεν υπήρξε διευθέτηση οι αιτητές είχαν το δικαίωμα να προχωρήσουν στη διαδικασία διαιτησίας. Σύμφωνα με την καθ ης η αίτηση 2, δεν υπήρχε μεταξύ τους και των αιτητών συνυποσχετικό παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησίας. Σύμφωνα με την υπόθεση Ζαμπά (βλ. ανωτέρω): «Είναι ξεκάθαρο από την ίδια την απόφαση και τους νόμους που παραπέμπει η ίδια η Διαιτητική απόφαση ότι η παρούσα περίπτωση αφορά Διαιτησία η οποία διεξήχθη με βάση τον Νόμο και Θεσμούς ως ανωτέρω. Όταν δε στο Άρθρο 52
(2)(β) αναφέρεται ότι η ".. διαιτησίαν ήτις διεξάγεται συμφώνως προς τας διατάξεις της εκάστοτε ισχυούσης νομοθεσίας περί διαιτησίας" εκείνο που προβλέπεται είναι η διεξαγωγή της διαιτησίας σύμφωνα με τις διατάξεις της Νομοθεσίας περί διαιτησίας που ισχύει κατά το χρόνο παραπομπής της διαφοράς σε διαιτησία και όχι πλήρωση των προϋποθέσεων για έναρξη Διαιτησίας όπως είναι η ύπαρξη συνυποσχετικού που προβλέπεται από τον Περί Διαιτησίας Νόμο ΚΕΦ.4, μεταξύ των μερών, όπως εισηγήθηκε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εφεσειουσών. Σε διαφορετική περίπτωση, όπως είναι η ερμηνεία που προβάλλεται υπό του ευπαίδευτου συνήγορου, θα είχε παράδοξα αποτελέσματα, ήτοι από την μια παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία διά Νόμου και από την άλλη ν' απαιτείται συνυποσχετικό. Η παραπομπή σε διαιτησία υπό του Εφόρου βάσει του άρθρου 52
(2)(β) επενεργεί ως να υπήρχε συνυποσχετικό. Η πιο πάνω ερμηνεία μας είναι και σε αρμονία με το Άρθρο 3 του ΚΕΦ.
- "Το συνυποσχετικό είναι ανέκκλητο και ισχύει ως διάταγμα Δικαστηρίου.
- Το συνυποσχετικό, εκτός αν εκφράζεται αντίθετη πρόθεση σε αυτό, είvαι αvέκκλητo, εκτός αv επιτραπεί από τo Δικαστήριo, και έχει τηv ίδια ισχύ από κάθε άπoψη ωσάv vα ήταv διάταγμα του Δικαστηρίoυ." Τα πιο πάνω απαντούν στους λόγους ένστασης 4, 5 και 12, οι οποίοι απορρίπτονται. Σύμφωνα με τη νομολογία και παραπέμπω ενδεικτικά στην υπόθεση Ζαμπά (βλ. ανωτέρω) στην οποία επαναλήφθηκαν οι πάγιες αρχές της νομολογίας επί του προκειμένου ζητήματος, στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν εξετάζει την ουσία της διαφοράς ή τη διαγωγή του Διαιτητή ούτε και οποιοδήποτε ζήτημα το οποίο θα μπορούσε να αποτελέσει επίδικο είτε κατά τη Διαιτησία είτε στα πλαίσια Έφεσης κατά της εν λόγω απόφασης. Οι καθ ων η αίτηση είχαν στη διάθεση τους το δικαίωμα να εφεσιβάλουν την εν λόγω απόφαση και δεν το έπραξαν. Είχαν επίσης την ευκαιρία εφόσον κλήθηκαν και παρευρέθηκαν στη Διαιτησία να εγείρουν σ' εκείνο το στάδιο οποιοδήποτε ζήτημα επιθυμούσαν. Συνεπώς, τα όσα προβάλλονται με τους λόγους ένστασης 7, 10, 11 και 13 εκφεύγουν του νομικού πλαισίου εξέτασης της παρούσας Αίτησης και ως εκ τούτου απορρίπτονται. Εις ότι αφορά το λόγο ένστασης υπ αριθμό 6 ότι η Διαιτησία διεξήχθηκε κατά παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης, εις το βαθμό όπου κάτι τέτοιο μπορεί να εξεταστεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, δεν διαπιστώνω κάτι τέτοιο. Οι καθ ων η αίτηση δεν αμφισβητούν ότι ειδοποιήθηκαν δεόντως για να παρευρεθούν στη Διαιτησία, έλαβαν γνώση της διαδικασίας και μάλιστα παρευρέθηκαν εκ μέρους όλων, οι καθ ων η αίτηση 2 και
- Όπως επίσης ανέφερε η καθ ης η αίτηση 2 στη συμπληρωματική της ένορκο δήλωση της η ίδια της ζήτησε χρόνο για να διευθετήσει το εν λόγω χρέος. Ακολούθως είχαν δικαίωμα προσβολής της Απόφασης. Συνεπώς οι καθ ων η αίτηση είχαν δικαίωμα ν' ακουστούν τόσο κατά τη Διαιτησία όσο και μετά την έκδοση τους εάν επέλεγαν να εφεσιβάλουν την Απόφαση, συνεπώς δεν έχει καταδειχθεί ότι παραβιάστηκαν οι κανόνες φυσικής δικαιοσύνης. Η όποια αναφορά των καθ ων η αίτηση στην κακή διαγωγή του Διαιτητή και περί του ότι ζητήθηκε αναβολή αλλά ο Διαιτητής προχώρησε στην έκδοση της απόφασης, δεν μπορούν να εξεταστούν στα πλαίσια της παρούσας. Οι καθ ων η αίτηση, είχαν εκ του Νόμου δικαίωμα να εφεσιβάλουν την εν λόγω απόφαση εντός 21 ημερών χωρίς να πράξουν κάτι τέτοιο. Προς τούτο, η καθ ης η αίτηση προβάλλει διιστάμενες και αντιφατικές εκδοχές. Από τη μια στην παρ. 9 της ενόρκου δηλώσεως της αναφέρει ότι δεν υπήρχε χρόνος για να ετοιμαστεί η έφεση ενώ από την άλλη αναφέρει στην παρ. 6 της συμπληρωματικής ενόρκου δηλώσεως ότι εκ παραδρομής δεν στάληκαν τα έγγραφα που αφορούν αυτή την υπόθεση στο δικηγόρο τους ενώ οι άλλες δυο αποφάσεις οι οποίες εκδοθήκαν εναντίον τους την ίδια ημέρα, έχουν εφεσιβληθεί. Οι καθ ων η αίτηση προβάλλουν με τον 9ο λόγο ένστασης ότι η απόφαση στερείται της δέουσας και επαρκούς αιτιολογίας και είναι άκυρη και ανυπόστατη. Προς τούτο αναφέρει η καθ ης η αίτηση 2 ότι ο Διαιτητής δεν αναφέρει στην απόφαση του ποια αποδεικτικά στοιχεία έλαβε υπόψη ως αναφέρει στην απόφαση του και τα οποία όμως δεν παρουσιάστηκαν στη Διαιτησία ούτε όμως τους δόθηκαν αντίγραφα. Η απόφαση του διαιτητή είναι το τεκμήριο 1 που επισυνάπτεται στην αίτηση. Η Απόφαση Τεκμήριο 1 στην ένορκο δήλωση η οποία συνοδεύει την Αίτηση, περιγράφει τη διαφορά και την απαίτηση των αιτητών, τα ονόματα των καθ ων η αίτηση, ότι λήφθηκαν υπόψη έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν από τους XXXXX Μιλτιάδους και XXXXX Τσαγγάρη και την κατάληξη του Διαιτητή εις ότι αφορά το οφειλόμενο ποσό, το χρόνο κατά τον οποίο θα επιβάλλεται ο τόκος και πότε θα κεφαλαιοποιείται ο τόκος καθώς και τα έξοδα. Δεν διαπιστώνω ότι ελλείπει οποιοδήποτε αναγκαίο στοιχείο από την απόφαση κατά τρόπο που θα μπορούσε να λεχθεί ότι το περιεχόμενο της δεν είναι κατανοητό ή σαφές. Η απουσία αναφοράς των συγκεκριμένων εγγράφων τα οποία λήφθηκαν υπόψη κατά τη Διαιτησία, ως διατείνεται η πλευρά των καθ ων η αίτηση, δεν μπορεί να μεταβάλει την εγκυρότητα και επάρκεια του περιεχομένου της απόφασης. Συνεπώς ο 9ος λόγος ένστασης απορρίπτεται. Εις ότι αφορά τη θέση του κου Μελά ότι με τον τρόπο όπου διεξήχθηκε η διαιτησία καθιστά ακυρωτέα τη διαιτητική απόφαση παραπέμποντας στην Έφεση 190/2012, σημειώνω και τονίζω ότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε έφεση κατά της έκδοσης διαιτητικής απόφασης, στα πλαίσια της οποίας πράγματι το Δικαστήριο δύναται, εάν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις, να εξετάσει τα όσα προβάλλει στην παρούσα διαδικασία η πλευρά των καθ ων η αίτηση. Πλέον στο στάδιο αυτό και παρελθούσης της προθεσμίας των 21 ημερών για προσβολή της απόφασης, η εξουσία του Δικαστηρίου είναι πολύ περιορισμένη όμως ουσιαστική εφόσον θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι πράγματι εκδόθηκε απόφαση με τα απαραίτητα στοιχεία μιας διαιτητικής απόφασης, χωρίς να απαιτείται η έκδοση αιτιολογημένης απόφασης ως σαν να ήταν σε Αγωγή αλλά και ότι αυτή γνωστοποιήθηκε στους καθ ων η αίτηση. Με την ικανή αγόρευση η οποία κατατέθηκε από πλευράς καθ ων η αίτηση και την παραπομπή σε Αγγλική νομολογία και του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου, την οποία έχω εξετάσει, καλείται ουσιαστικά το Δικαστήριο να αποστεί από τις αρχές της ισχύουσας νομολογίας στον τόπο μας και οι οποίες αφορούν διαδικασία εγγραφής διαιτητικής απόφασης. Συμφωνώ με τον κο Μελά ότι πράγματι η διαδικασία δεν είναι τυπική και το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί τέτοια άδεια εξού και οι καθ ων η αίτηση έχουν το δικαίωμα να ακουστούν. Δεδομένου όμως ότι εκ του Νόμου, οι καθ ων η αίτηση είχαν δικαίωμα να ακουστούν στη Διαιτησία αλλά και στη συνέχεια είχαν επίσης το δικαίωμα να εφεσιβάλουν την απόφαση χωρίς να το πράξουν, δεν μπορεί το Δικαστήριο υπό τις συνθήκες αυτές να επανανοίξει ουσιαστικά το ζήτημα της διαφοράς εξ υπαρχής εξετάζοντας τη θέση των καθ ων η αίτηση περί ύπαρξης καταχρηστικής ρήτρας η οποία μολύνει τόσο τη διαδικασία της Διαιτησίας αλλά και την ίδια την απόφαση. Έχουν το δικαίωμα όμως να ακουστούν επί συγκεκριμένων ζητημάτων που αφορούν αυστηρά τις προϋποθέσεις εγγραφής της Διαιτητικής απόφασης. Επί τούτου δεν μπορώ να δεχτώ τη θέση των καθ ων η αίτηση ότι απόρριψη της θέσης τους για εξέταση των ζητημάτων ουσίας που αφορούν την έκδοση της απόφασης αφήνει χωρίς νόημα την καταχώρηση αίτησης ως η υπό κρίση εφόσον η διαιτητική απόφαση καθίσταται απρόσβλητη (βλ. παρ. 9 αγόρευσης καθ ων η αίτηση). Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. Χατζηγεωργίου ανωτέρω), το Δικαστήριο ασκεί ουσιαστικό έργο εξετάζοντας το περιεχόμενο της απόφασης και προτού εκδώσει το σχετικό διάταγμα επιβεβαιώνεται ότι αυτή γνωστοποιήθηκε στους καθ ων η αίτηση προτού αυτή εκτελεστεί. Ενόψει των πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι το Τεκμήριο 1 φέρει όλα τα απαραίτητα χαρακτηριστικά Διαιτητικής απόφασης η οποία γνωστοποιήθηκε στους καθ ων η αίτηση σύμφωνα με το Τεκμήριο 2 στην Αίτηση η οποία δεν εφεσιβλήθηκε. Ως εκ τούτου η αίτηση επιτυγχάνει. Εκδίδεται διάταγμα εγγραφής της διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 6.6.13 ως η Αίτηση παρ. Α. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των αιτητών και εναντίον των καθ' ων η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................ Χρ. Χατζηγεωργίου, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο