← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Chr Karaolis Developments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3299/2015, 7/11/2018

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Chr Karaolis Developments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 3299/2015, 7/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A452 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3299/2015 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Ενάγουσας v. 1. Chr Karaolis Developments Ltd 2. Chr Karaolis Contractors - Developers Ltd 3. . Καραολή 4. . Καραολή Εναγομένων Αίτηση της Εναγομένης 1 ημ. 10.10.18 για Προσωρινό Διάταγμα Ημερομηνία: 7 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Εναγομένη 1 - Αιτήτρια: κα Λ. Χ΄΄Ξενοφώντος για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για την Ενάγουσα - Καθ΄ ης η Αίτηση: κ. Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Εναγομένη 1 - Αιτήτρια ζητά προσωρινά διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στην Ενάγουσα (
  2. i)να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης και ή πλειστηριασμού των ακινήτων με αρ. εγγραφής . και . τα οποία επιβαρύνονται με τις υποθήκες . και ., (
  3. ii)να πωλήσει τα ως άνω ενυπόθηκα ακίνητα και (iii) να συνεχίσει την εκποίηση των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 44Β και 44Γ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί. Η Αίτηση στηρίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 44Γ του Ν.9/65, όπως έχει τροποποιηθεί, στην Οδηγία της Κεντρικής Τράπεζας περί Διαχείρισης Καθυστερήσεων του 2013, στη Δ.48 θ.1-4, 7 και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στη νομολογία, στο δίκαιο της επιείκειας, στο Κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3, διευθυντή της Εναγομένης 1. Σε αυτή ο ενόρκως δηλών αναφέρει πως μόνο με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα δύναται να καταχωρίσει εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας Αίτηση-Έφεση για παραμερισμό της ειδοποίησης ΙΑ για την πώληση των ως άνω ενυπόθηκων ακινήτων και κατ΄ επέκταση του πλειστηριασμού ο οποίος έχει οριστεί στις 19.1.19. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται στην παρούσα Αγωγή και ειδικότερα στην ανταπαίτηση που ήγειραν οι Εναγόμενοι, στους ισχυρισμούς που περιέχονται σε αυτή και στις αξιώσεις για ακύρωση των επίδικων συμφωνιών πιστωτικής διευκόλυνσης και των επίδικων υποθηκών. Ο Εναγόμενος 3 επικαλείται τον υπολογισμό ελεγκτή πως το νόμιμο οφειλόμενο ποσό είναι περίπου 25% χαμηλότερο από το ισχυριζόμενο κατά την Τράπεζα οφειλόμενο ποσό. Ακολούθως κάνει ειδική αναφορά στον αυθαίρετο τρόπο υπολογισμού του τόκου και σε όρους των συμφωνιών, ήτοι για τερματισμό των λογαριασμών χωρίς προειδοποίηση, για μονομερή αύξηση επιτοκίου και για μονομερή μεταβολή των όρων, οι οποίοι δεν αποτελούσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ως τέτοιοι καθιστούν τις συμφωνίες δανείων και τις συμφωνίες υποθήκης άκυρες. Τέλος, αναφέρεται σε διαβουλεύσεις των μερών και σε ένα προσχέδιο συμφωνίας προς διευθέτηση όλων των υποχρεώσεων του Ομίλου των εταιρειών Καραολή και των διευθυντών αυτών, πλην όμως η Τράπεζα υπαναχώρησε προβάλλοντας γενικούς ισχυρισμούς περί δόλιων ενεργειών και ψευδών παραστάσεων εκ μέρους των Εναγομένων και προχώρησε αμέσως σε τερματισμό των διευκολύνσεων, σε διορισμό Διαχειριστή βάσει κυμαινόμενων ομολόγων, για τον οποίο (διορισμό) εκκρεμούν Αγωγές, και στην καταχώριση Αγωγών για τα οφειλόμενα ποσά και την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων. Τέλος, ο ενόρκως δηλών αναφέρει πως στα ως άνω ακίνητα περιλαμβάνεται η κύρια κατοικία του ιδίου, πως όλα τα ακίνητα έχουν συναισθηματική αξία, πως η αξία αυτών ξεπερνά κατά πολύ το οφειλόμενο ποσό και πως έχει κάθε πρόθεση να πληρώσει τις πραγματικές του οφειλές και να κρατήσει την περιουσία του. Σημειώνεται πως η Αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, πλην όμως το Δικαστήριο έκρινε πως δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος για την έγκριση αυτής μονομερώς και έτσι έδωσε οδηγίες για την επίδοση της. Η Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση, οι λόγοι της οποίας είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) H Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη και καταχρηστική. 2) Η συμπεριφορά των Εναγομένων είναι κακόπιστη και παραπλανητική ούτως ώστε αυτοί να μην δύνανται να αξιώνουν θεραπείες του δικαίου της επιείκειας. 3) Οι Εναγόμενοι κωλύονται από του να αμφισβητούν τη νομιμότητα και ή εγκυρότητα των επίδικων συμφωνιών διευκολύνσεων και υποθηκών καθότι με τις πράξεις τους έδωσαν στην Τράπεζα την εντύπωση πως αποδέχοντο αυτές και η Τράπεζα, στηριζόμενη σε αυτή τη συμπεριφορά, προέβη σε ενέργειες επιζήμιες προς αυτή. 4) Οι Εναγόμενοι κωλύονται από του να ενίστανται στην πώληση των ακινήτων εφόσον οι ίδιοι είχαν δηλώσει και ή προωθήσει την πώληση αυτών με συγκεκριμένη τιμή. 5) Η Αιτήτρια, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, βασικά παραδέχεται την οφειλή στο τουλάχιστον 75% του ισχυριζόμενου κατά την Τράπεζα οφειλόμενου ποσού, χωρίς ποτέ να έχει προσφέρει αυτό προς την Τράπεζα, και επομένως ουσιαστικά έχει αποσύρει όλους τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της και κωλύεται από του να αμφισβητεί τη διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού. 6) Οι αξιώσεις της Αιτήτριας είναι χρηματικής φύσης και δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία πως σε περίπτωση επιτυχίας της ανταπαίτησης η Τράπεζα δεν είναι φερέγγυα και δεν θα είναι σε θέση να την αποζημιώσει. 7) Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Τράπεζας και της απόρριψης της Αίτησης. Η νομική βάση της ένστασης είναι ως της Αίτησης με την προσθήκη των άρθρων 5, 27, 44Α-44ΙΑΑ και 44ΚΣT του Ν.9/65, των περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμών ΚΔΠ 185/15, των άρθρων 21, 29 και 31 του Ν.14/60, των άρθρων 7 και 8 του Κεφ. 6, των Δ.32, 38, 39 και 64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, των γενικών κανόνων επιείκειας και της πρακτικής του Δικαστηρίου. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ .., Δικαστηριακού Λειτουργού στη Μονάδα Αναδιαρθρώσεων και Ανάκτησης Χρεών της Τράπεζας. Ο κ. . αρνείται τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 3 και αρχικά αναφέρεται αναλυτικά στο όλο ιστορικό της συνεργασίας μεταξύ των μερών, στις ανεπιτυχείς προσπάθειες ομαλοποίησης των λογαριασμών των εταιρειών του Ομίλου με αποτέλεσμα τη μη εξόφληση των υποχρεώσεων και έτσι τον τερματισμό αυτών από την Τράπεζα και την καταχώριση Αγωγών. Αναφέρεται επίσης στην πρόταση η οποία υπεβλήθη από τον Όμιλο και προνοούσε την πώληση ακινήτων σε καθορισμένη τιμή και τη διαγραφή ενός σημαντικού ποσού, η οποία όμως απεσύρθη από την Τράπεζα όταν η τελευταία ανακάλυψε πως οι Αιτητές προέβαιναν σε ψευδείς παραστάσεις προς αυτή. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τον κ. . , η Τράπεζα προχώρησε στον διορισμό του Παραλήπτη-Διαχειριστή, με τον οποίο αρχικά ο Όμιλος και ο Εναγόμενος 3 συνεργάζοντο ενώ αργότερα η Εναγομένη 2 καταχώρισε Αγωγή αμφισβητώντας τον διορισμό του. Επισυνάπτει επίσης ένορκη δήλωση, στα πλαίσια της ένστασης της Τράπεζας σε αίτηση για αναστολή του διορισμού του Παραλήπτη-Διαχειριστή, στην οποία καταγράφονται όλο το ιστορικό των διαπραγματεύσεων και οι παραπλανητικές και ψευδείς παραστάσεις του Ομίλου. Ισχυρίζεται πως οι συμφωνίες είναι καθόλα νόμιμες, οι χρεώσεις νομότυπες και πως εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια αναγνωρίζει πως οφείλει ποσό της τάξης των €2.500.000, ενώ η Τράπεζα αξιώνει το ποσό των €3.340.016, επομένως η ανταπαίτηση της δεν μπορεί να πετύχει και η Αιτήτρια δεν δύναται να ενίσταται στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Τέλος, αναφέρει πως ο ισχυρισμός για «πρώτη κατοικία» δεν ευσταθεί καθότι το ακίνητο είναι εγγεγραμμένο σε νομικό πρόσωπο και εν πάση περιπτώσει ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει προνομιακό καθεστώς έναντι του επιτυχόντος προσφοροδότη. Στα πλαίσια ακρόασης της Αίτησης οι δικηγόροι όλων των πλευρών παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις και προέβαλαν κάποιες επιπρόσθετες θέσεις κατά τις προφορικές τους αγορεύσεις. Όπως είναι νομολογιακά καθιερωμένο, το άρθρο 32 του Ν.14/60 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση συντηρητικών διαταγμάτων, κάτι το οποίο επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το εν λόγω άρθρο είναι: (α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, (β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα. Όπως υποδεικνύεται στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others

(1982)1 C.L.R. 557, πέραν των πιο πάνω το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα - βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄΄Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152. Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται και οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο πάνω στο οποίο το Δικαστήριο στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος. Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος. Σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολ. Έφ. αρ. 424/11, ημ. 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Others (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρούται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Σχετικές επί τούτου είναι επίσης οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης
(1979)1 C.L.R.
  1. Με βάση το περιεχόμενο της ανταπαίτησης, το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι αυτή αποκαλύπτει την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, εφόσον αυτή περιέχει ισχυρισμούς για κατάχρηση, παράβαση εμπιστευτικής σχέσης, ψυχική πίεση, ψευδείς παραστάσεις, απάτη, αθέμιτη επιρροή και δόλια, παράνομη και αυθαίρετη χρέωση τόκου, και περιέχει αξιώσεις για την ακυρότητα των συμφωνιών παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και υποθήκης. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, αρχικά το Δικαστήριο επισημαίνει πως στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ο Εναγόμενος 3 αναγνωρίζει ρητά την ύπαρξη νομίμως οφειλόμενου ποσού και ισχυρίζεται πως αυτό υπολογίζεται σε ποσό της τάξης των €2.500.
  2. Σύμφωνα με τον ίδιο ο υπολογισμός αυτός στηρίζεται στην άποψη ελεγκτή στον οποίο ανατέθηκε μελέτη ως προς τούτο, για την οποία (μελέτη) προβάλλεται πως δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί. Αυτή η θέση του ενόρκως δηλούντος εκφράστηκε και απερίφραστα από τη δικηγόρο της Αιτήτριας κατά την αγόρευση της, ήτοι πως είναι παραδεκτή η οφειλή της Αιτήτριας πλην όμως απομένει ο καθορισμός του ακριβούς οφειλόμενου ποσού. Τέτοιες όμως τοποθετήσεις αναιρούν ή τουλάχιστον αποδυναμώνουν τους λοιπούς ισχυρισμούς και τοποθετήσεις του ενόρκως δηλούντος στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης αλλά και της ανταπαίτησης περί ακυρότητας όλων των επίδικων συμφωνιών και κατ΄ επέκταση περί μη δυνατότητας απαίτησης και είσπραξης οποιουδήποτε ποσού δυνάμει αυτών. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, διαφαίνεται πως η ίδια η Αιτήτρια περιορίζει τις δικές της θέσεις και αξιώσεις αφενός στην αναγνώριση της οφειλής και αφετέρου στην αμφισβήτηση μόνο του ύψους αυτής, δίδοντας μάλιστα τον δικό της υπολογισμό για το ποσό αυτής. Σημειώνεται πως ενόψει αυτών των τοποθετήσεων της Αιτήτριας στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης, και η Τράπεζα, στην ένσταση της μέσω του κ.. , υιοθετεί την ίδια ακριβώς θέση, ήτοι πως τελικώς το μόνο επίδικο θέμα στην Αγωγή διαφαίνεται να είναι το ύψος του οφειλόμενου ποσού. Αυτό λοιπόν το οποίο δύναται να λεχθεί με βάση τα πιο πάνω είναι πως κατά το τελικό στάδιο το αμφισβητούμενο ζήτημα θα είναι κατά πόσον οφείλεται το ποσό που διεκδικείται ή αυτό το οποίο παραδέχεται η Αιτήτρια. Συνεπώς εκείνο το οποίο ειδικότερα θα απασχολήσει κατά την ακρόαση της ουσίας είναι οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί για κάποιες επιμέρους χρεώσεις, οπότε ανεξαρτήτως της πιο πάνω διαπίστωσης, το Δικαστήριο θεωρεί ορθό να ασχοληθεί και με τους υπόλοιπους ισχυρισμούς της Αιτήτριας. Στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος 3 προβάλλει ως βασικά επιχειρήματα την περίληψη όρων για τον μονομερή καθορισμό του τόκου και το αυθαίρετο του τρόπου υπολογισμού του τόκου και όχι στη βάση των συνθηκών της αγοράς όπως προνοούσαν οι όροι των συμφωνιών. Ειδικότερα ο Εναγόμενος 3 αναφέρει πως η Τράπεζα χρέωνε τους επίδικους λογαριασμούς με αυξημένα επιτόκια, πέραν από αυτά που αναφέροντο στις συμφωνίες, αυξάνοντας μονομερώς και αδικαιολόγητα το επιτόκιο και χρεώνοντας διάφορα έξοδα τα οποία η Αιτήτρια ουδέποτε συμφώνησε. Μάλιστα, στην παρ. 19 της ένορκης του δήλωσης ο Εναγόμενος 3 επικαλείται εκ νέου την αμφισβήτηση των αξιούμενων από την Τράπεζα οφειλόμενων ποσών και συγκεκριμένα της χρέωσης τόκου υπερημερίας 2%, όπως αναφέρεται στις επιστολές της Τράπεζας ημ. 2.4.14, με τις οποίες απαιτούσε τα οφειλόμενα ποσά και ημ. 10.7.14, με τις οποίες τερμάτισε τους λογαριασμούς, Τεκμήριο
  3. Όπως ισχυρίζεται ο Εναγόμενος 3, το θέμα της περίληψης τέτοιων όρων και ή της υπερχρέωσης τόκου καθιστά αυτούς τους όρους άκυρους και ή τον υπολογισμό του τόκου αυθαίρετο ούτως ώστε το οφειλόμενο ποσό να είναι χαμηλότερο από αυτό που αξιώνει η Τράπεζα με την παρούσα Αγωγή. Η Τράπεζα, μέσω της ένορκης δήλωσης του κ. . , αρνείται κατηγορηματικά αυτούς τους ισχυρισμούς της Αιτήτριας και αναφέρει πως οι χρεώσεις του τόκου είναι νόμιμες, νομότυπες και προβλέποντο ρητά στις συμφωνίες, όπως τροποποιούνταν από καιρό εις καιρό, τις οποίες οι Εναγόμενοι αποδέχοντο εγγράφως. Από τα πιο πάνω, καθίσταται πρόδηλο πως οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 3 επί αυτού του ζητήματος ουσιαστικά άπτονται της νομιμότητας των συγκεκριμένων όρων και της ορθότητας του υπολογισμού του οφειλόμενου ποσού, χωρίς όμως να συνδέονται και αφορούν στην ακυρότητα του συνόλου της όποιας συμφωνίας και στην παρεμπόδιση της Τράπεζας να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό και ή στην απάλειψη της όποιας οφειλής και απαίτησης της Τράπεζας δυνάμει των επίδικων συμφωνιών. Πέραν του γεγονότος πως οι όποιοι ισχυρισμοί του Εναγομένου 3 για το θέμα του τόκου απολήγουν τελικώς στον υπολογισμό του τελικού οφειλόμενου ποσού, σημειώνω πως δεν παρουσιάστηκε οποιαδήποτε εμπεριστατωμένη μελέτη από ειδικό, και δη τον ελεγκτή κ. . , από την οποία να καταδεικνύεται το ποσό που σύμφωνα με την Αιτήτρια είναι το οφειλόμενο δυνάμει των επίδικων συμφωνιών. Επομένως, στα πλαίσια και για σκοπούς της παρούσας, το Δικαστήριο περιορίζεται στην εκτίμηση του κ. . πως «το νόμιμα οφειλόμενο ποσό είναι 25% περίπου χαμηλότερο από το ποσό που ισχυρίζεται η Τράπεζα». Επιπλέον, στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος 3 παραπέμπει στην ανταπαίτηση των Εναγομένων και προβαίνει σε ειδική αναφορά στο θέμα της ύπαρξης όρων στις επίδικες συμφωνίες, οι οποίοι είναι άκυροι λόγω του ότι δεν αποτελούσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Ειδικότερα αναφέρεται στον όρο για τερματισμό άνευ προειδοποίησης και σε ρήτρα για μονομερή μεταβολή των όρων. Είναι γεγονός πως οι ισχυρισμοί του Εναγομένου 3 στην ένορκη του δήλωση είναι πολύ πιο περιορισμένοι σε σύγκριση με το περιεχόμενο της ανταπαίτησης, η οποία αναφέρεται σε κατάχρηση θέσης εμπιστοσύνης, απάτη, δόλο, αθέμιτη επιρροή και ψευδείς παραστάσεις. Τούτου λεχθέντος, το Δικαστήριο διαπιστώνει πως για τους πλείστους αυτούς βασικούς ισχυρισμούς οι οποίοι περιέχονται στην ανταπαίτηση ουδεμία αναφορά γίνεται στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης καθώς επίσης και πως οι όποιοι ισχυρισμοί του Εναγομένου 3 στην ένορκη του δήλωση δεν συνοδεύονται από οποιαδήποτε στοιχεία ή λεπτομέρειες προς υποστήριξη αυτών των ισχυρισμών. Χωρίς να παραγνωρίζω πως για σκοπούς της παρούσας Αίτησης το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, εντούτοις θεωρώ πως ελλείπει παντελώς το αναγκαίο υπόβαθρο γεγονότων αναφορικά με τις συνθήκες διαβούλευσης και επαφών μεταξύ των μερών, το τι διημείφθη μεταξύ τους, τη θέση στην οποία βρέθηκαν οι Εναγόμενοι και το πώς αυτοί κατέληξαν στην υπογραφή των εν λόγω συμφωνιών οι οποίες περιλαμβάνουν όλους τους προαναφερόμενους όρους καθώς επίσης και πρόνοια για αποδοχή των όρων αυτών, ούτως ώστε να μπορούσε να εκτιμηθεί και διαφανεί η ορατή πιθανότητα επιτυχίας η οποία απαιτείται για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας. Αντίστοιχες είναι οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου αναφορικά με τους ισχυρισμούς του Εναγομένου 3 για τις συμφωνίες υποθήκης. Ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται πως οι συμφωνίες υποθήκης είναι αόριστες και ασαφείς εφόσον σε αυτές δεν αναγράφεται ο τρόπος διακύμανσης του βασικού επιτοκίου της Τράπεζας. Όμως, στα έγγραφα των συμφωνιών υποθήκης, τα οποία ο ίδιος επισυνάπτει στην ένορκη του δήλωση, Τεκμήρια 13 και 14, αναφέρεται πως το επιτόκιο είναι κυμαινόμενο και αποτελείται από το κάθε φορά καθοριζόμενο από την Τράπεζα βασικό επιτόκιο της Τράπεζας, προσαυξημένο κατά 1,750%, και πως με βάση αυτά ο τόκος ανέρχεται σε βασικό επιτόκιο 4,250% τον χρόνο και προσαύξηση 1,750% τον χρόνο, δηλαδή σύνολο τόκου 6,000% τον χρόνο. Επιπλέον, ο ισχυρισμός του Εναγομένου 3 πως λόγω ασάφειας, αυτός ο όρος είναι παράνομος και άκυρος αφορά και πάλι την ακυρότητα του όρου αυτού ενώ ο ισχυρισμός του πως οι συμφωνίες υποθήκης είναι άκυρες λόγω του ότι όλοι οι όροι τους ήταν προδιατυπωμένοι χωρίς δυνατότητα διαπραγμάτευσης παραμένουν επίσης γενικοί και χωρίς την αναγκαία τεκμηρίωση για τις ανάγκες, έστω, του παρόντος ενδιάμεσου σταδίου. Ο Εναγόμενος 3 προβάλλει επίσης ισχυρισμό πως το 2013 δημοσιεύτηκε ο Κώδικας της Κεντρικής Τράπεζας σε σχέση με αναδιαρθρώσεις, έγιναν ανακοινώσεις πως οι Τράπεζες θα προχωρούσαν σε βιώσιμες αναδιαρθρώσεις αναλόγως των δυνατοτήτων των πελατών και αντ΄ αυτού η Τράπεζα στην προκειμένη περίπτωση προχώρησε με επιβολή τόκων και υπερδιόγκωση του χρέους. Επίσης ισχυρίζεται πως είναι εξυπακουόμενος όρος των συμφωνιών όπως η Τράπεζα ενεργεί σύμφωνα με τις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας και πως η Τράπεζα ενήργησε κατά παράβαση αυτών των Οδηγιών εφόσον δεν προσπάθησε να αναδιαρθρώσει τους λογαριασμούς, αλλά προέβη σε τερματισμό αυτών. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το θέμα του τόκου αφορά στον τελικό καθορισμό του οφειλόμενου ποσού ενώ η θέση για μη προσπάθεια αναδιάρθρωσης αντικρούεται επαρκώς από την πλευρά της Τράπεζας καθότι ο κ. . αναφέρει πως οι υποχρεώσεις των εταιρειών του Ομίλου δεν εξυπηρετούνταν κανονικά και κατόπιν απαίτησης των Εναγομένων, ανά τακτά χρονικά διαστήματα αναδιαρθρώνονταν οι συμφωνίες πιστωτικής διευκόλυνσης και οι όροι αποπληρωμής με τη σύμφωνη γνώμη όλων των μερών και χωρίς οποιαδήποτε διαμαρτυρία των Εναγομένων είτε για τις αναδιαρθρώσεις είτε για τις όποιες χρεώσεις και αυξήσεις περιθωρίου. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και για σκοπούς της παρούσας ενδιάμεσης διαδικασίας το Δικαστήριο θεωρεί πως η Αιτήτρια δεν κατάφερε να καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας της αναφορικά με τις αξιώσεις για ακυρότητα των συμφωνιών παροχής διευκολύνσεων και υποθήκης, παρά μόνο αναφορικά με το θέμα του υπολογισμού του τόκου και του ακριβούς ύψους της τελικής οφειλής η οποία όμως ακόμα και σύμφωνα με την ίδια την Αιτήτρια υπολογίζεται γύρω στα €2.500.
  4. Ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται πως η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων ξεπερνά κατά πολύ τα ισχυριζόμενα οφειλόμενα υπόλοιπα. Θεωρώ πως και πάλι αυτός ο ισχυρισμός περιβάλλεται από γενικότητα, καθότι δεν έχει προσαχθεί οποιαδήποτε εκτίμηση ή έστω κάποιο στοιχείο το οποίο να δείχνει την αξία των εν λόγω ακινήτων. Εκείνο το οποίο προκύπτει μέσα από την ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3 είναι πως σύμφωνα με τα έγγραφα υποθήκης, η . , Τεκμήριο 13, αφορά στο ποσό των ΛΚ700.000 πλέον τόκο και η . , Τεκμήριο 14, αφορά στο ποσό των ΛΚ1.000.000 πλέον τόκο. Επί τούτου είναι η θέση του κ. . πως στα πλαίσια της πρότασης για συνολική εξώδικη διευθέτηση, η οποία τελικώς απεσύρθη, αυτά τα ακίνητα θα πωλούνταν και μάλιστα για το ποσό των €2.500.000, ποσό το οποίο σημειώνω πως ισοδυναμεί περίπου με το υπολογιζόμενο από την ιδία την Αιτήτρια ποσό της οφειλής της προς την Τράπεζα δυνάμει των επίδικων συμφωνιών. Το σχετικό έγγραφο προς υποστήριξη αυτής της θέσης είναι μια επιστολή ημ. 6.1.17, υπογεγραμμένη και από τον Εναγόμενο 3 εκ μέρους του Ομίλου εταιρειών Καραολή, Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση του κ . . , ενώ η πρόταση η οποία τελικώς διαμορφώθηκε, διαβιβάστηκε από την Τράπεζα μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου στις 22.9.17, Τεκμήρια 17 και 18 στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου
  5. Στην εν λόγω πρόταση, καταγράφεται πως μέχρι την υλοποίηση των διαφόρων τριών φάσεων αυτής, πώλησης και μεταβίβασης ακινήτων στα οποία δεν περιλαμβάνονται τα επίδικα ενυπόθηκα ακίνητα, όλες οι υπόλοιπες εξασφαλίσεις, περιλαμβανομένων και των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων, εξακολουθούν να παραμένουν «εν ισχύ και πλήρως εκτελεστέες». Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να αναφερθεί πως η Αιτήτρια επιχειρεί να αποδώσει ευθύνη στην Τράπεζα για μη αποδοχή και απόσυρση της πρότασης προς διευθέτηση. Ο Εναγόμενος 3 επισυνάπτει και ηλεκτρονικό μήνυμα ημ. 3.10.17 προς την Τράπεζα, Τεκμήριο 18, στα πλαίσια της πρότασης προς πλήρη διευθέτηση. Στη σχετική επιστολή της Τράπεζας ημ. 4.10.17, Τεκμήριο 19 στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3, αυτή επικαλέστηκε δόλιες και ψευδείς παραστάσεις των Εναγομένων με σκοπό την εξαπάτηση της Τράπεζας ως λόγο για την απόσυρση της πρότασης. Παρόλο που στην επιστολή δεν δίδονται λεπτομέρειες ως προς αυτή τη θέση της Τράπεζας, εντούτοις για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, αυτός ο ισχυρισμός αντικρούεται επαρκώς από την ένορκη δήλωση του κ. . . Συγκεκριμένα, σχολιάζει και επεξηγεί αυτή την τοποθέτηση της Τράπεζας στην ένορκη δήλωση του κ. . προς υποστήριξη της ένστασης για την αναστολή του διορισμού του Παραλήπτη-Διαχειριστή, Τεκμήριο
  6. Παρά δε την εκφρασθείσα θέση του Εναγομένου 3 περί προθυμίας για αποπληρωμή, διαφαίνεται πως η πρόταση για πλήρη διευθέτηση δεν καρποφόρησε σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω και πως η Τράπεζα προχώρησε στη λήψη άλλων μέτρων, όπως π.χ. τον διορισμό Παραλήπτη-Διαχειριστή αναφορικά με άλλες οφειλές του Ομίλου και στον τερματισμό κάθε διαβούλευσης μεταξύ των μερών. Επιπλέον, ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται πως είναι σε θέση να αποπληρώσει τα νόμιμα οφειλόμενα και πως το μόνο που ζητά από το Δικαστήριο είναι τον καθορισμό των νόμιμων οφειλόμενων ποσών. Λαμβανομένων υπόψιν όσων αναφέρονται ανωτέρω αναφορικά με το υπολογιζόμενο από την Αιτήτρια ύψος της οφειλής και την αξία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων στα πλαίσια της διαμόρφωσης της πρότασης, και με δεδομένο πως ο Εναγόμενος 3 δεν προβάλλει οποιαδήποτε στοιχεία προς υποστήριξη της πιο πάνω θέσης του ούτε εισηγείται τρόπο αποπληρωμής, δεν διαφαίνεται είτε πως υπάρχει εναλλακτική πρόταση προς αποπληρωμή της οφειλής είτε πως ενδεχομένως η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων ξεπερνά την οφειλή. Προβλήθηκε ισχυρισμός από τον Εναγόμενο 3 πως η υποθηκευμένη ακίνητη περιουσία αφορά την κύρια κατοικία αυτού και της οικογένειας του και πως σε περίπτωση πώλησης αυτής, θα χάσει για πάντα το σπίτι του. Αυτός ο ισχυρισμός αντικρούεται επαρκώς από τον κ. . ο οποίος αναφέρει πως η ακίνητη περιουσία ανήκει σε νομικό πρόσωπο και όχι στον Εναγόμενο 3 προσωπικά, καθώς επίσης και πως δεν υπάρχει πρόνοια η οποία να απαγορεύει την πώληση της κατοικίας η οποία εν πάση περιπτώσει καλύπτεται από προνόμιο εφόσον στα πλαίσια ιδιωτικού πλειστηριασμού ο ενυπόθηκος οφειλέτης έχει προνομιακό καθεστώς έναντι του επιτυχόντος προσφοροδότη. Επί τούτου, είναι γεγονός πως το άρθρο 44ΙΑΑ του Ν.9/65 παρέχει προνομιακό καθεστώς στον ενυπόθηκο οφειλέτη σε περίπτωση πώλησης με πλειστηριασμό της κύριας κατοικίας. Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης πως ο ορισμός της κύριας κατοικίας δυνάμει του άρθρου 44ΙΕ του Ν.9/65 περιλαμβάνει κατοικία στην οποία διαμένει ο ιδιοκτήτης αυτής, η εκτιμημένη αξία της οποίας δεν υπερβαίνει τις €350.
  7. Στην προκειμένη περίπτωση ο ιδιοκτήτης είναι νομικό και όχι φυσικό πρόσωπο και με βάση την τεθείσα μαρτυρία, η αξία αυτής ξεπερνά κατά πολύ την προβλεπόμενη στον Νόμο αξία. Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως Αιτήτρια είναι η Εναγομένη 1, ως η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια αυτής, και όχι ο Εναγόμενος 3 ο οποίος φαίνεται να διαμένει στην κατοικία. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω προνοιών, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν πως η ενυπόθηκη περιουσία αφορά σε κατοικία του Εναγομένου 3 και της οικογένειας του, περιουσία βεβαίως η οποία αποτελεί αντικείμενο των συμφωνιών υποθήκης και μάλιστα, για ό,τι αξίζει περιλαμβάνετο σε αυτά τα οποία εξακολουθούσαν να παραμένουν ως έγκυρη και εκτελεστή εξασφάλιση μέχρι την υλοποίηση και των τριών φάσεων της πρότασης. Υπό το φως όλων των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως τυχόν πώληση της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας δεν θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά στην Εναγομένη
  8. Σε περίπτωση δε που η τιμή πώλησης ξεπερνά τα ποσά των υποθηκών, τότε αναμφίβολα η Τράπεζα θα καταβάλει το υπόλοιπο στην Εναγομένη 1, ενώ στην αντίθετη περίπτωση που ήθελε διαφανεί πως το οφειλόμενο υπόλοιπο είναι χαμηλότερο της αξίας των ενυπόθηκων και ή η Αιτήτρια έχει υποστεί ζημιά από τη μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, τότε η Τράπεζα δύναται να αποζημιώσει την Εναγομένη
  9. Δεν προβλήθηκε ισχυρισμός από την Αιτήτρια πως η Τράπεζα είναι αφερέγγυα, αλλά αντιθέτως η Τράπεζα προέβαλε ισχυρισμό πως είναι φερέγγυα και έχει κάθε δυνατότητα αποζημίωσης, κάτι το οποίο διαφαίνεται και μέσα από τις ενοποιημένες οικονομικές καταστάσεις για το έτος που έληξε στις 31.12.17, Τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του κ. .. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου πως η παρούσα διαδικασία αφορά σε ακίνητη περιουσία και δη σε κατοικία, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τον Εναγόμενο 3, έχει συναισθηματική αξία για τον ίδιο και την οικογένεια του. Αυτά τα στοιχεία δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου και κυρίως το ότι η όλη κατάσταση δυνατό να αποτιμηθεί σε χρήμα. Ως εκ τούτου, θεωρώ πως ούτε και η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται στην παρούσα περίπτωση. Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης, θεωρώ πως στην προκειμένη περίπτωση και για όλους τους λόγους που αναλύονται ανωτέρω, το ισοζύγιο της ευχέρειας στην προκειμένη περίπτωση κλίνει υπέρ της Τράπεζας. Αυτό προκύπτει κυρίως από την παραδοχή της οφειλής, την εκτίμηση που δίδει η ίδια η Αιτήτρια για το ύψος αυτής, το γεγονός ότι τα επίδικα ακίνητα αποτελούν αντικείμενο συμφωνιών υποθήκης και τη συνεχόμενη αύξηση του οφειλόμενου ποσού μέχρι εξοφλήσεως. Ο ισχυρισμός του Εναγομένου 3 πως σε περίπτωση μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, η Αίτητρια στερείται του συνταγματικού της δικαιώματος να ακουστεί στην Αγωγή η οποία καθίσταται πλέον άνευ αντικειμένου δεν βρίσκει έρεισμα από όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, ειδικότερα εφόσον τίθεται ζήτημα υπολογισμού του τόκου και καθορισμού του ύψους του οφειλόμενου ποσού, τα οποία διαφαίνεται πως είναι και τα ζητήματα που θα απασχολήσουν κατά την ακρόαση της ουσίας. Πριν την τελική κατάληξη του Δικαστηρίου, θεωρώ σκόπιμο να σημειώσω πως η θέση της Αιτήτριας ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι απαραίτητη για να της παρέχεται η δυνατότητα υποβολής Αίτησης-Έφεσης σε σχέση με τη διαδικασία πλειστηριασμού, δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για την έκδοση αυτών, αλλά σαφώς το Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις έκδοσης αυτών. Οι όποιοι ισχυρισμοί αναφορικά με το νομότυπο των Ειδοποιήσεων αποτελούν ξεχωριστούς και αυτοτελείς λόγους για καταχώριση Αίτησης-Έφεσης, ανεξάρτητους και ασύνδετους με την παρούσα διαδικασία και δη την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Τέλος, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί πως η διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων ενώ ταυτόχρονα εκκρεμεί η Αγωγή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 44Α
(4)του Ν.9/65, επιτρέπεται η συνύπαρξη αγωγής και της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και ουδεμία διάταξη υπάρχει στον Νόμο η οποία να υποστηρίζει πως η ύπαρξη αγωγής εμποδίζει την άσκηση από τον ενυπόθηκο δανειστή των δικαιωμάτων σε σχέση με τη διαδικασία πώλησης δυνάμει του Νόμου. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως η παρούσα Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει. Ως εκ τούτου η Αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Καθ΄ ης η Αίτηση και εναντίον της Εναγομένης 1 - Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.