← Κύπρος

Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ κ.α. ν. Περατικού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2928/2017, 27/11/2018

Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ κ.α. ν. Περατικού κ.α., Αρ. Αγωγής: 2928/2017, 27/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A486 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2928/2017 Μεταξύ:

  1. . Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λτδ
  2. Κ.Χ. Περατικός Λτδ, δια του Παραλήπτη και Διαχειριστή της . Λοϊζίδη Εναγόντων v.
  3. . Περατικού
  4. . Περατικού Εναγομένων Αίτηση των Εναγομένων ημ. 10.9.18 για ακύρωση και ή παραμερισμό και ή αναστολή εντάλματος παράδοσης κινητής περιουσίας της Ενάγουσας 2 Ημερομηνία: 27 Νοεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Α. Μελάς για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κ. Δ. Βάκης με κ. Ν. Χ΄΄Γεωργίου για Pyrgou Vakis LLC Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές ζητούν διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται και ή παραμερίζεται ή αναστέλλεται το εκδοθέν ένταλμα παράδοσης της κινητής περιουσίας της Ενάγουσας 2 ημ. 6.9.
  5. Η Αίτηση στηρίζεται στα άρθρα 9 και 14 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60, στις Δ.40 θ.7, 11, 16 και 17, Δ.41 θ.1-3, Δ.43Β θ.1

(1)-
(3)και Δ.48 θ.2, 3, 4, 6 και 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην πρακτική και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγομένης 2. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα προβάλλει τους εξής λόγους για τους οποίους ζητά την ακύρωση του ως άνω εκδοθέντος εντάλματος: (
  1. i)Απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων τα οποία εάν είχαν τεθεί υπόψιν του Δικαστηρίου θα επιδρούσαν στην κρίση του. (
  2. ii)Ο Ενάγων 1 δεν θα έπρεπε να ενεργεί πλέον ως Παραλήπτης Διαχειριστής καθότι τα Ομόλογα δυνάμει των οποίων έχει διοριστεί έχουν εξοφληθεί. (iii) Μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος θα επιφέρει το τέλος όλων των δικαστικών διαδικασιών που εκκρεμούν. Ακολούθως η ενόρκως δηλούσα παραθέτει αναλυτικά γεγονότα προς υποστήριξη των προβαλλόμενων λόγων. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1) Η Αίτηση είναι νομικά αστήρικτη και ανεδαφική. 2) Η Αίτηση έπρεπε να είχε καταχωριστεί δια κλήσεως και όχι να καταχωριστεί και τύχει χειρισμού ως μονομερής. 3) Οι προβαλλόμενοι λόγοι δεν συνιστούν λόγους ακύρωσης του εντάλματος. 4) Το εκδοθέν ένταλμα εκδόθηκε ορθά και δικαιολογημένα. 5) Τα γεγονότα που αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Αίτησης είναι άσχετα και δεν υποστηρίζουν την Αίτηση. 6) Η Αίτηση γίνεται με κακή πίστη και για αλλότριους σκοπούς, όπως την εξουδετέρωση των εξουσιών του Ενάγοντος 1 ως Παραλήπτη Διαχειριστή και τη νομιμοποίηση δολίων και παρανόμων ενεργειών και ή παραλείψεων των Εναγομένων. 7) Τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος οδηγεί σε καταστρατήγηση και εξουδετέρωση των διαταγμάτων ημ. 13.11.17 και 6.9.18. 8) Η νομική βάση της Αίτησης είναι ελλιπής και δεν δικαιολογεί την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. 9) Οι Εναγόμενοι έχουν αποκρύψει πληροφορίες ουσιώδεις για την άσκηση των εξουσιών του Δικαστηρίου. 10) Οι Εναγόμενοι δεν θα πρέπει να ακουστούν λόγω κατάχρησης της διαδικασίας και της ηθελημένης και επίμονης παρακοής τους προς τα εκδοθέντα διατάγματα του Δικαστηρίου. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 89, 300, 337-340 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στις Δ.43Β θ.1-4 και Δ.48 θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 32, 42 και 44 του Ν.14/60, στα άρθρα 9 και 14
(3)και
(4)του Κεφ. 6, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου και στις γενικές αρχές του Νόμου και της νομολογίας. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντος 1, στην οποία επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης καθώς επίσης αρνείται τους ισχυρισμούς της Εναγομένης 2 και προβάλλει τις δικές του θέσεις εις αντίκρουση αυτών των ισχυρισμών. Μετά την καταχώριση της ένστασης και με τη σύμφωνη τους γνώμη και οι δύο πλευρές καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση από τα ίδια πρόσωπα τα οποία προέβησαν στις αρχικές ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση και ένσταση αντίστοιχα. Η ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση γραπτών αγορεύσεων και κάποιων επιπρόσθετων θέσεων τις οποίες οι δικηγόροι ανέπτυξαν προφορικά. Για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης κρίνεται σκόπιμη μια σύντομη παράθεση του ιστορικού που οδήγησε στην καταχώριση της παρούσας. Σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης, προκύπτουν τα ακόλουθα τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών:
  1. Στις 16.10.17 οι Ενάγοντες καταχώρισαν γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο με το οποίο ζητούν δήλωση πως ο διορισμός του Ενάγοντος 1 ως Παραλήπτη Διαχειριστή σχετικά με ολόκληρη την περιουσία της Ενάγουσας 2 είναι νόμιμος και διάταγμα με το οποίο οι Εναγόμενοι να διατάσσονται να παραδώσουν στον Ενάγοντα 1 όλη την επιχείρηση, τα περιουσιακά στοιχεία, λογιστικά και άλλα βιβλία και μητρώα της Ενάγουσας
  2. Την ίδια ημερομηνία οι Ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή αίτηση δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε αυθημερόν μονομερώς προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορευόταν στους Εναγόμενους να ιδιοποιούνται, εμπορεύονται, αποξενώσουν και επιβαρύνουν οποιοδήποτε περιουσιακό στοιχείο της Ενάγουσας 2, καθώς επίσης και να επεμβαίνουν ή αποκρύβουν οποιαδήποτε πληροφορία επί των λογιστικών και άλλων βιβλίων και μητρώων της Ενάγουσας
  3. Οι υπόλοιπες αιτούμενες θεραπείες για παράδοση στον Ενάγοντα 1 των υποστατικών και όλων των στοιχείων ενεργητικού, των βιβλίων και των αρχείων της Ενάγουσας 2 παρέμειναν για επίδοση.
  4. Πριν την ημερομηνία της επίδοσης, οι Ενάγοντες επανήλθαν με νέα μονομερή αίτηση ημ. 23.10.17 δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς προσωρινά διατάγματα με τα οποία οι Εναγόμενοι διατάσσονταν να επιτρέψουν στον Ενάγοντα 1 πρόσβαση σε όλα τα αρχεία και μητρώα της Ενάγουσας 2 και την είσοδο του σε οποιοδήποτε κατάστημα ή υποστατικό της εταιρείας για να λάβει αντίγραφα των αρχείων και μητρώων που αφορούν τις δραστηριότητες της.
  5. Μετά την επίδοση των προσωρινών διαταγμάτων και των δύο αιτήσεων, οι Εναγόμενοι καταχώρισαν δύο ξεχωριστές ενστάσεις.
  6. Οι δύο αιτήσεις συνεκδικάστηκαν και το Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση ημ. 13.11.17 με την οποία: «
  7. Τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στην αίτηση ημ. 16.10.2017, καθίστανται οριστικά μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής.
  8. Εκδίδονται προσωρινά διατάγματα ως οι παράγραφοι Α, Β & Ζ της αίτησης ημ. 16.10.2017, τα οποία καθίστανται οριστικά μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής.
  9. Τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στην αίτηση ημ. 23.10.2017, καθίστανται οριστικά μέχρι πλήρους εκδίκασης της παρούσας αγωγής.»
  10. Ακολούθησαν διάφορες άλλες διαδικασίες, συμπεριλαμβανομένων και της καταχώρισης τριών αιτήσεων παρακοής, δύο εναντίον του Ενάγοντος 1 και μια εναντίον των Εναγομένων, οι οποίες εκκρεμούν προς εκδίκαση.
  11. Στις 5.9.18 οι Ενάγοντες καταχώρισαν δύο μονομερείς αιτήσεις με τις οποίες ζητούσαν άδεια για έκδοση εντάλματος ανάκτησης κατοχής ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας της Ενάγουσας 2, ως περιγράφεται στο διάταγμα ημ. 13.11.17, και εντάλματος παράδοσης όλης της κινητής περιουσίας της Ενάγουσας 2, της επιχείρησης και όλων των στοιχείων του ενεργητικού της, αντίστοιχα.
  12. Στις 6.9.18 το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) με δύο ξεχωριστές αποφάσεις του χορήγησε άδεια ως οι δύο αιτήσεις.
  13. Στις 10.9.18 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν δύο μονομερείς αιτήσεις με τις οποίες ζητούν την ακύρωση και ή τον παραμερισμό και ή την αναστολή των εκδοθέντων ενταλμάτων ημ. 6.9.18 ανάκτησης κατοχής της ακίνητης και παράδοσης της κινητής περιουσίας της Ενάγουσας
  14. Η αίτηση αναφορικά με το ένταλμα παράδοσης της κινητής περιουσίας είναι το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας.
  15. Το Δικαστήριο (υπό την παρούσα σύνθεση) εξέδωσε αυθημερόν μονομερώς προσωρινά διατάγματα αναστολής εκτέλεσης των ενταλμάτων μέχρι την εκδίκαση των αιτήσεων και διέταξε όπως το υπόλοιπο μέρος αυτών επιδοθεί στην άλλη πλευρά.
  16. Οι Ενάγοντες καταχώρισαν ένσταση και στις δύο αιτήσεις.
  17. Ακολούθησε η καταχώριση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και στις δύο αιτήσεις και από τις δύο πλευρές.
  18. Σημειώνεται επίσης πως στις 16.10.18 ακολούθησε αίτηση των Εναγομένων για τροποποίηση και ακύρωση των προηγούμενων εκδοθέντων διαταγμάτων. Λόγω διαφωνίας μεταξύ των δύο πλευρών και κατόπιν σχετικής ενδιάμεσης απόφασης, το Δικαστήριο καθορίζοντας τη σειρά εκδίκασης των αιτήσεων, διέταξε όπως εκδικαστούν πρώτες οι αιτήσεις για ακύρωση των ενταλμάτων ανάκτησης κατοχής και παράδοσης, ακολούθως οι αιτήσεις παρακοής αναλόγως χρονικής σειράς καταχώρισης και εν τέλει η αίτηση για τροποποίηση και ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων.
  19. Οι αιτήσεις για ακύρωση και ή παραμερισμό των ενταλμάτων ανάκτησης κατοχής και παράδοσης ορίστηκαν για ακρόαση την ίδια δικάσιμο και στα πλαίσια της ακρόασης οι δικηγόροι προέβησαν σε κοινή αγόρευση αναφορικά και με τις δύο αιτήσεις, παρόλο που αυτές εκδικάστηκαν ξεχωριστά και εκδίδονται δύο ξεχωριστές αποφάσεις από το Δικαστήριο. Υπενθυμίζεται πως η παρούσα απόφαση αφορά το ένταλμα παράδοσης κινητής περιουσίας. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, το πρώτιστο ζήτημα το οποίο χρήζει ενασχόλησης αφορά τη νομική βάση της Αίτησης. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός πως με την παρούσα Αίτηση επιδιώκεται ο παραμερισμός και ή η ακύρωση εντάλματος παράδοσης κινητής περιουσίας το οποίο εκδόθηκε κατόπιν μονομερούς αίτησης δυνάμει της Δ.43Β των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η Δ.48 θ.8
(4)των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας παρέχει την ευχέρεια στο Δικαστήριο να παραμερίσει προηγούμενο διάταγμα του το οποίο εκδόθηκε μονομερώς. Ειδικότερα, η εν λόγω δικονομική πρόνοια δίδει το δικαίωμα σε οποιοδήποτε πρόσωπο (εξαιρουμένου του αιτητή) το οποίο επηρεάστηκε από διάταγμα το οποίο εκδόθηκε μονομερώς να αιτηθεί δια κλήσεως τον παραμερισμό και ή την τροποποίηση του εν λόγω διατάγματος και το Δικαστήριο δύναται να το παραμερίσει ή τροποποιήσει υπό τέτοιους όρους ως ήθελε κρίνει δίκαιο. Καθοδηγητικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Hadjisoteriou
(1986)1 C.L.R. 429, Έλληνας v. Χριστοδούλου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 438, Αναφορικά με την Αίτηση του Αντώνη Βούρου
(2003)1(B) A.Α.Δ. 1176, Αναφορικά με την Αίτηση του Αδάμου Μανώλη κ.ά.
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1443 και Αναφορικά με την Αίτηση του Ανδρέα Πεδίου
(2004)1(Γ) Α.Α.Δ. 1995. Θεωρώ πως ισχύουν κατ΄ αναλογία και τα όσα αφορούν στο ένταλμα ανάκτησης κατοχής ακίνητης περιουσίας, το οποίο εκδίδεται κατόπιν μονομερούς αίτησης δυνάμει της Δ.43Α, για το οποίο η νομολογία ρητώς αναγνωρίζει τέτοια εξουσία. Σχετική είναι η υπόθεση Νικολαΐδου v. Αττιπά κ.ά.
(1999)1(Γ) Α.Α.Δ. 1620, στην οποία λέχθηκε πως «στόχος της Δ.48
(8)
(4)εμφανώς είναι η παροχή δυνατότητας επανεξέτασης θέματος που ρυθμίστηκε ex parte, όταν εκείνος που επηρεάζεται επιθυμεί να ασκήσει το θεμελιώδες δικαίωμα του να ακουστεί, με προοπτική την ακύρωση ή τη διαφοροποίηση του. Η έκδοση εντάλματος κατοχής μπορεί να γίνει ex parte, όπως ρητά ορίζει η Δ.43Α και οι εφεσίβλητοι, ως επηρεαζόμενοι, είχαν τη δυνατότητα να επιδιώξουν τον παραμερισμό της δυνάμει της Δ.48
(8)
(4).». Ο σκοπός της εξουσίας που παρέχεται από την εν λόγω δικονομική πρόνοια είναι η δυνατότητα του ενδιαφερόμενου μέρους να ακουστεί όσον αφορά την έκδοση του μονομερούς διατάγματος και προστατεύσει τα δικά του δικαιώματα, τα οποία εστιάζονται κυρίως στις συνέπειες ενδεχόμενης παρακοής του διατάγματος εκ μέρους του, όπως προκύπτει από την υπόθεση Papasian Ltd v. Xenophontos
(1987)1 C.L.R. 376. Η παρούσα Αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς. Αποτελεί λόγο ένστασης, προφανώς ενόψει των προνοιών της Δ.48 θ.8
(4), πως η Αίτηση έπρεπε να καταχωριστεί δια κλήσεως και πως δεν μπορούσε να καταχωριστεί και τύχει χειρισμού ως μονομερής αίτηση. Παρόλο που η Αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, εντούτοις το Δικαστήριο περιορίστηκε στην εξέταση της ως μονομερούς αίτησης εκδίδοντας προσωρινό διάταγμα αναστολής εκτέλεσης του εντάλματος παράδοσης μέχρι την εκδίκαση της αίτησης για ακύρωση και ή παραμερισμό του εντάλματος για την οποία έδωσε οδηγίες να επιδοθεί στην άλλη πλευρά, καθιστώντας την έτσι δια κλήσεως. Υπό το φως αυτών των δεδομένων, σαφώς το Δικαστήριο δεν χειρίστηκε την αίτηση ως μονομερή αίτηση αλλά την κατέστησε δια κλήσεως. Σχετική επί τούτου είναι η υπόθεση Hadjisoteriou (ανωτέρω). Επομένως, ο συγκεκριμένος λόγος ένστασης δεν βρίσκει έρεισμα στα υπό κρίση δεδομένα και κρίνεται αβάσιμος. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, αναμφίβολα στην προκειμένη περίπτωση η δικονομική πρόνοια η οποία παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει την παρούσα Αίτηση είναι η Δ.48 θ.8
(4). Άλλωστε και ο δικηγόρος των Αιτητών κατά την αγόρευση του επικαλέστηκε αυτή τη δικονομική πρόνοια προς επίκληση της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει τα αιτούμενα διατάγματα. Με δεδομένη τη μη συμπερίληψη της Δ.48 θ.8
(4)στη νομική βάση της Αίτησης, θα πρέπει να τύχουν εξέτασης οι συνέπειες αυτής της παράλειψης. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 θ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, κάθε αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται γραπτώς και να αναφέρει τη φύση του αιτήματος και το συγκεκριμένο άρθρο του νόμου ή τον συγκεκριμένο θεσμό στον οποίο αυτή βασίζεται. Η χρήση της λέξης «shall» στο αντίστοιχο Αγγλικό κείμενο αναμφίβολα καταδεικνύει ότι πρόκειται για επιτακτική πρόνοια η οποία επιβάλλει υποχρέωση, και όχι δικαίωμα επιλογής, συμμόρφωσης με αυτή. Σχετικές επί τούτου είναι οι υποθέσεις Φαλέκκος v. Χριστοφίδη
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ. 2534 και Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ. 366. Η προαναφερόμενη δικονομική διάταξη αποτέλεσε αντικείμενο αναφοράς στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδης κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965, στην οποία υιοθετήθηκε η υπόθεση Kouppas and another v. Vassiliades
(1981)1 J.S.C. 120 και η αρχή ότι σε ενδιάμεσες αιτήσεις «ο καθορισμός του νομικού υπόβαθρου, με αναφορά στο άρθρο ή άρθρα της νομοθεσίας και των θεσμών που το στοιχειοθετούν, αποτελεί, σύμφωνα με τις διατάξεις της Δ.48 Θ.1 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όρο απαράβατο για την εγκυρότητα του δικονομικού μέτρου». Πριν την τροποποίηση της Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, τα Δικαστήρια προέβαιναν στη διάκριση μεταξύ άκυρης και απλά παράτυπης διαδικασίας. Με την τροποποίηση της Δ.64 μέσω του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, επήλθε η κατάργηση αυτής της διάκρισης. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου (ανωτέρω), οποιαδήποτε μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς θεωρείται ως παρατυπία η οποία δύναται να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.64 η οποία παρέχει διακριτική ευχέρεια διάσωσης στην κατάλληλη περίπτωση δικονομικών μέτρων, τα οποία πριν την τροποποίηση θεωρούντο άκυρα. Στην εν λόγω υπόθεση οι εφεσείοντες παρέλειψαν να στηρίξουν την αίτηση παρακοής στο άρθρο 42 του Ν.14/60 ενώ περιέλαβαν στη νομική βάση αυτής τη Δ.42Α. Το Εφετείο επισήμανε ότι το άρθρο 42 περιέχει το ουσιαστικό δίκαιο για τη χορήγηση της επίδικης θεραπείας και η Δ.42Α το δικονομικό δίκαιο, και επικαλούμενο την υπόθεση Μαχλουζαρίδης και το επιτακτικό λεκτικό της Δ.48 θ.1, θεώρησε ότι η επίκληση του άρθρου 42 ήταν επιβεβλημένη για την έγκυρη στοιχειοθέτηση της επίδικης αίτησης. Το Εφετείο έθεσε τα κριτήρια με βάση τα οποία το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο θα θεραπεύσει τέτοια παρατυπία στο ακόλουθο χαρακτηριστικό απόσπασμα: «Στην κρινόμενη περίπτωση πρόκειται απλώς για μη συμμόρφωση με τους θεσμούς - την Δ.48 θ.
  1. Δεν πρόκειται για ουσιώδη ή θεμελιώδη παράλειψη ούτε για παραβίαση βασικών νομικών αρχών. Ακολουθεί πως η σημειωθείσα παράλειψη ισοδυναμεί με παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη. Πώς όμως επιτυγχάνεται η θεραπεία και μάλιστα σε περιπτώσεις, όπως η παρούσα, όπου η άλλη πλευρά δεν έχει εγείρει θέμα ακυρότητας ή παρατυπίας; Και ποιοί είναι οι παράγοντες που ασκούν επιρροή στην άσκηση της σχετικής διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου όταν εξετάζει τα ζητήματα παρατυπίας; Το θέμα έχει τύχει αντιμετώπισης από το Αγγλικό Εφετείο στην Metroinvest Ansalt and Others v. Commercial Union [1985] 1 W.L.R. 513, 520, 521,
  2. Στην υπόθεση εκείνη έχει ερμηνευθεί η νέα αγγλική Δ.2 - αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64 - και από τη μελέτη της απόφασης προκύπτουν τα εξής:
  3. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.
  4. Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.
  5. Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.
  6. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.
  7. Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή - διαζευκτικά - "να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον".» Τελικώς αποφασίστηκε ότι η εν λόγω παράλειψη ήταν παρατυπία η οποία μπορούσε να θεραπευθεί με τον τρόπο και τη διαδικασία που προβλέπεται από τη νέα Δ.
  8. Το Εφετείο έλαβε υπόψιν το γεγονός ότι η άλλη πλευρά δεν υπέστη δυσμενή επηρεασμό καθότι έλαβε μέρος στη διαδικασία χωρίς να είχε εγείρει θέμα παρατυπίας. Η υπόθεση Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2)
(2009)1(Α) Α.Α.Δ 35, η οποία αφορούσε παράλειψη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες της Δ.2 θ.10, περιέχει επίσης χρήσιμη ανάλυση για τον σκοπό και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.64 στο ακόλουθο απόσπασμα: «Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου .. Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. ..» Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα.» Με βάση τις ανωτέρω νομικές αρχές, στην προκειμένη περίπτωση η παράλειψη αναφοράς στη Δ.48 θ.8
(4)αποτελεί παρατυπία σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.64. Το ουσιώδες όμως ερώτημα είναι κατά πόσον αυτή δύναται να θεραπευθεί. Επί τούτου χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρουν οι αποφάσεις στις οποίες απασχόλησε ειδικά το θέμα παράλειψης στοιχειοθέτησης του ορθού νομικού υπόβαθρου αιτήσεων. Η υπόθεση Κουλέρμος v. Κουμπαρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 493 αφορούσε αίτηση για απόρριψη αγωγής λόγω μη προώθησης της. Η αίτηση βασιζόταν στις Δ.20 θ.1, Δ.25 θ.2, Δ.26 θ.1 και Δ.48 θ.1-4. Το Εφετείο έκρινε ότι καμιά από τις εν λόγω θεσμικές διατάξεις δεν έδιδε έρεισμα στο αίτημα και ότι η πρωτόδικος Δικαστής αναφέρθηκε σε αυτές όπως και σε άλλες τις οποίες η εφεσίβλητη δεν επικαλέστηκε, παραλείποντας να διαπιστώσει ότι σε καμιά από αυτές (τις διατάξεις) δεν έβρισκε έρεισμα το αίτημα. Υπό το φως αυτών των δεδομένων το Εφετείο, στηριζόμενο στην υπόθεση Μαχλουζαρίδης (ανωτέρω), κατέληξε ότι η έκβαση της αίτησης συναρτάτο προς θεσμικές διατάξεις οι οποίες δεν έδιναν έρεισμα στο αίτημα της εφεσίβλητης και έτσι η αίτηση έπρεπε να είχε απορριφθεί και η αγωγή να επαναορίζετο για ακρόαση. Στην υπόθεση Χριστοφόρου v. Οικοδομικές Επιχειρήσεις Λοΐζος Ιορδάνους Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 743, η αίτηση για τροποποίηση των λόγων έφεσης στηριζόταν στη Δ.25 θ.1 και στη Δ.48 θ.1-
  1. Το Εφετείο δέχθηκε τη θέση της εφεσίβλητης ότι η αίτηση βασιζόταν σε λανθασμένους Κανονισμούς και ότι η σχετική Διάταξη ήταν η Δ.35 θ.
  2. Υιοθετώντας τις υποθέσεις Kouppa και Μαχλουζαρίδης (ανωτέρω) το Εφετείο επανέλαβε ότι «απαράβατοι όροι της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου μίας ενδιάμεσης αίτησης είναι η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης» και κατέληξε ότι στην περίπτωση εκείνη δεν χωρούσε διορθωτική επέμβαση με την καταφυγή στις πρόνοιες της Δ.
  3. Η πιο πρόσφατη υπόθεση Egiazaryan κ.ά. v. Denoro Investments Ltd
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 409 αφορούσε αίτηση για προσαγωγή πρόσθετης μαρτυρίας στα πλαίσια της έφεσης. Η αίτηση στηριζόταν μόνο στη Δ.35 θ.8, ενώ έγινε εισήγηση από τους εφεσίβλητους ότι η αίτηση έπρεπε να στηρίζεται στο άρθρο 25
(3)του Ν.14/60. Το Εφετείο συμφώνησε «ότι κατά την επιταγή της Δ.48 θ.1, η αίτηση θα έπρεπε να στηριζόταν και στο άρθρο 25
(3), ως το κατ΄ εξοχήν εργαλείο με βάση το οποίο καθίσταται δυνατή η προσαγωγή νέας μαρτυρίας κατ΄ έφεση» και επομένως κατέληξε ότι δεν υπήρχε το δικαιοδοτικό υπόβαθρο για εξέταση αυτής. Τέλος, η υπόθεση Φαλέκκος v. Χριστοφίδη (ανωτέρω) αφορούσε καταχώριση ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος σύμφωνα με τη Δ.2 θ.6 (Τύπος 2) αντί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου σύμφωνα με τη Δ.2 θ.1 (Τύπος 1). Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι αυτό αποτελούσε απλή παρατυπία και εξέδωσε διάταγμα απαλλαγής από αυτή δυνάμει της Δ.64 θ.2. Ο εφεσείων εισηγήθηκε ότι το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ήταν εσφαλμένο. Το Εφετείο θεώρησε ότι «η μη συμμόρφωση με τη Δ.2 θ.6
(4)ήταν μια από τις περιπτώσεις που προσπάθησε ρητά να καλύψει η Δ.64 θ.1
(3), ώστε η λανθασμένη χρήση εναρκτήριου μέσου να μην οδηγεί σε ακύρωση» και με γνώμονα τη μη πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση για άρση της παρατυπίας. Παρόλο που στην εν λόγω απόφαση κρίθηκε ότι ο εφεσίβλητος είχε υποχρέωση να καταχωρίσει γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο, εντούτοις προκύπτει ξεκάθαρα από το προαναφερόμενο απόσπασμα ότι καθοριστικό κριτήριο για την κατάληξη του Εφετείου ήταν η πρακτική σημασία και η χρησιμότητα αυτού του τρόπου δικογράφησης και η μη πρόκληση αδικίας στην άλλη πλευρά. Το Εφετείο βασίστηκε στις πρόνοιες του εδαφίου
(3)του θ.1 της Δ.64 που ρυθμίζει ειδικά το εξετασθέν στην εν λόγω υπόθεση θέμα. Επίσης στην εν λόγω απόφαση επιβεβαιώνεται η παλαιότερη νομολογία πως το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια ως προς το κατά πόσο θα άρει την παρατυπία ή όχι. Ειδικότερα το Εφετείο αναφέρθηκε στην υπόθεση Πετρίχου ν. Χ΄΄Ιωσήφ
(1998)1 Α.Α.Δ. 81, λέγοντας τα εξής: «Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία.» Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές, αρχικά επισημαίνω ότι η επίκληση της Δ.48 θ.8
(4)ήταν απαραίτητη για να προσδώσει εξουσία στο Δικαστήριο να επιληφθεί της παρούσας Αίτησης. Με έχει προβληματίσει το κατά πόσον η επίκληση της Δ.48 η οποία περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης, με την παραπομπή σε λανθασμένους θεσμούς, είναι ικανή να θεραπεύσει την παράλειψη αναφοράς στον θ.8
(4). Υπενθυμίζω εδώ ότι οι θ.1 και 2 της Δ.48 δεν αρκούνται σε γενική αναφορά στη Διαταγή στην οποία στηρίζεται μια αίτηση αλλά επιβάλλουν την καταγραφή του συγκεκριμένου θεσμού στον οποίο στηρίζεται η αίτηση. Κατά συνέπεια, με δεδομένη αφενός την επιτακτική αναγκαιότητα αναφοράς του συγκεκριμένου θεσμού ο οποίος στοιχειοθετεί το νομικό υπόβαθρο και δίνει έρεισμα στην Αίτηση και αφετέρου την κατάληξη ότι οι θεσμοί στους οποίους γίνεται επίκληση, και ειδικότερα οι θ.2, 3, 4, 6 και 7, ουδόλως αφορούν την υπό κρίση περίπτωση εν όψει ακριβώς της φύσης του αιτητικού, θεωρώ ότι ούτε η Δ.48 από μόνη της αλλά ούτε και οι θεσμοί αυτοί δεν παρέχουν με οποιονδήποτε τρόπο δικαιοδοσία στο Δικαστήριο να επιληφθεί της παρούσας Αίτησης. Επισημαίνεται πως στα πλαίσια της αγόρευσης του δικηγόρου των Αιτητών και ενώ αυτός αναφέρθηκε στη δικαιοδοτική βάση του Δικαστηρίου να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα επικαλούμενος τη Δ.48 θ.8
(4), με παραπομπή στην υπόθεση Mainland and Global Investments Ltd (ανωτέρω), το Δικαστήριο επισήμανε την παράλειψη συμπερίληψης αυτής της πρόνοιας στη νομική βάση της Αίτησης και ζήτησε από τον δικηγόρο να τοποθετηθεί επί τούτου. Κατόπιν μικρής διακοπής, αυτός εισηγήθηκε πως πρόκειται για αβλεψία και ή τυπογραφικό λάθος και υπέβαλε σε εκείνο το στάδιο αίτημα για διόρθωση της παρατυπίας με την προσθήκη αυτής στη νομική βάση της Αίτησης. Ο δικηγόρος των Καθ΄ ων έφερε ένσταση και το Δικαστήριο αποφάσισε πως υπό το σύνολο των περιστάσεων και ειδικότερα τη φύση των λόγων ένστασης και το στάδιο στο οποίο υποβλήθηκε το αίτημα, αυτό δεν μπορούσε να γίνει δεκτό. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Dasaki Entertainment Co Ltd v. Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2) (ανωτέρω), Λοΐζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 167, Κυπριακή Δημοκρατία v. Lion Insurance Agency Ltd
(1993)3 Α.Α.Δ. 338, Θαλασσινός v. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 255 και ειδικότερα η Γιάννη v. Δημοκρατίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 334. Ο δικηγόρος τότε επικαλέστηκε την αυτεπάγγελτη ή τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να θεραπεύσει αυτή την παρατυπία, και οι δύο πλευρές προχώρησαν με την ολοκλήρωση των αγορεύσεων τους επί των Αιτήσεων. Χρήσιμη καθοδήγηση επί του ζητήματος προσφέρει η υπόθεση Φαλέκκος v. Χριστοφίδη (ανωτέρω), στην οποία επαναλήφθηκαν οι αρχές οι οποίες καθιερώθηκαν στην Wunderlich (ανωτέρω) και, με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική Ο.2 r.1
(1)λέχθηκαν τα εξής: «Σε ελληνική μετάφραση: " Όπου στη διάρκεια της διαδικασίας, το δικαστήριο διαπιστώνει ότι έχει επισυμβεί παράλειψη της φύσης που αναφέρεται στην Δ.2 θ.1
(1)από την οποία το άλλο μέρος δεν έχει παραιτηθεί με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, η Δ.2 θ. 1
(2)παρέχει στο Δικαστήριο επιλογή της πορείας που θα ακολουθήσει με δική του διακριτική ευχέρεια, είτε υπάρχει ενώπιον του ή όχι αίτηση δυνάμει της Δ.2 θ.2. Σε τέτοια περίπτωση στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει του θ. 1
(2), μπορεί είτε να υιοθετήσει την πλέον δρακόντεια πορεία πλήρους παραμερισμού ή μερικώς της διαδικασίας στην οποία έχει επισυμβεί η παράλειψη ... Διαζευκτικά μπορεί «να εκδώσει τέτοιο διάταγμα . αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον». Οι τελευταίες λέξεις είναι, κατά την άποψη μου, έκδηλα τόσο ευρείες που του δίνουν εξουσία να εκδώσει διάταγμα παραίτησης από το δικαίωμα που παρέχεται λόγω της παρατυπίας: βλ. π.χ., Leal ν. Dunlop Bio-Processes International Ltd [1984] 1 W.L.R. 874, 880F, απόφαση του Δικαστή Stephenson." (Βλ. και Panayiotis Georghiou (πιο πάνω) και Αθανασιάδης ν. Αλεξάνδρου
(1991)1 Α.Α.Δ. 945). Υιοθετούμε την πιο πάνω θέση της Αγγλικής Νομολογίας γιατί αντανακλά την ορθή ερμηνεία της νέας Αγγλικής Δ.2 η οποία αντιστοιχεί με τη δική μας νέα Δ.64.» Στην πιο πάνω υπόθεση το Εφετείο έκρινε ότι «το πρωτόδικο δικαστήριο έπρεπε να θεραπεύσει την παρατυπία με το να εκδώσει διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία» (βλ. σελ. 381 της απόφασης). Τα όσα αναφέρθηκαν μετέπειτα στις υποθέσεις M.I. Holdings Public Ltd v. Παναγή, ανωτέρω και Αρέστη ν. Ερμογένους, ανωτέρω, ότι η Δ.64 δεν «παρέχει στο Δικαστήριο εξουσία να προβαίνει αυτεπαγγέλτως σε διορθωτικές κινήσεις», ουδόλως επηρεάζουν το δικαστικό λόγο της Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου. Τα όσα αναφέρθηκαν στις πιο πάνω δύο υποθέσεις που επικαλέστηκε ο συνήγορος του Εφεσείοντος, έγιναν με αναφορά στην υπόθεση Πέτριχου ν. Χ"Ιωσήφ, ανωτέρω. Όμως εκείνο που τονίστηκε στην Πέτριχου, ήταν ότι η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, τους οποίους δεν έχει σκοπό να καταργήσει. Τονίστηκε ότι η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο το οποίο ο διάδικος μπορεί να χρησιμοποιήσει για να θεραπεύσει παρατυπίες. Όμως το Δικαστήριο με κανένα τρόπο δεν περιόρισε τη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου, όταν με κάποιο τρόπο εγείρεται ενώπιον του θέμα μη συμμόρφωσης με τους Κανονισμούς, να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 θ.1
(3)και είτε να παραμερίσει το μη θεραπεύσιμο εναρκτήριο μέσο, είτε να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία.» Ιδιαίτερα διαφωτιστική είναι και η μεταγένεστερη υπόθεση Περικλέους v. Ellinas Finance Ltd κ.ά., Πολ. Έφ. 283/10, ημ. 3.7.14, την οποία ας σημειωθεί επικαλέστηκε ο κ. Μελάς προς υποστήριξη του προφορικού αιτήματος για διόρθωση της παρατυπίας, τονίζοντας πως από τη στιγμή που οι Αιτητές υποβάλλουν αίτημα για διόρθωση της παρατυπίας, αυτό δίχως άλλο πρέπει να γίνει δεκτό. Ανεξαρτήτως της προγενέστερης ενδιάμεσης απόφασης του επί του προφορικού αιτήματος, το Δικαστήριο θεωρεί πως πράγματι η νομολογία δίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στη λήψη διορθωτικών μέτρων από τον ίδιο τον αιτητή παρότι αυτό δεν συνεπάγεται την εξουδετέρωση της εξουσίας την οποία διατηρεί το Δικαστήριο να θεραπεύσει αυτεπάγγελτα την παρατυπία. Συγκεκριμένα, το Εφετείο ανέφερε τα εξής: «. Όμως καμία αίτηση δεν υποβλήθηκε από την Αιτήτρια ζητώντας να θεραπευθεί η παράλειψη, ώστε να αποκτήσει η αίτηση το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο. Υπάρχουν περιπτώσεις που το δικαστήριο κατ' εξαίρεση μπορεί αυτεπάγγελτα να θεωρήσει ότι η παράλειψη έχει ήδη θεραπευθεί, αλλά η παρούσα δεν είναι μια τέτοια περίπτωση. Στην υπόθεση Φαλέκκου ν. Χριστοφίδη, Πολιτική Έφεση Αρ. 63/10, ημερ. 17.12.2013, τονίσαμε ότι οι παρατηρήσεις μας ως προς την ευχέρεια που πάντοτε έχει το δικαστήριο να θεραπεύει παρατυπία «δεν πρέπει να τύχουν παρανόησης ως προς το καθήκον του κάθε δικηγόρου ή διαδίκου που διαπιστώνει την παρατυπία να λαμβάνει έγκαιρα στην κατάλληλη περίπτωση τα αναγκαία μέτρα για θεραπεία της και όχι να αφήνει τα πράγματα να τύχουν διόρθωσης από το δικαστήριο».» Επομένως, στην υπό κρίση περίπτωση, πέραν της απόρριψης του αιτήματος του δικηγόρου των Αιτητών, το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει κατά πόσο η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για να ασκήσει το ίδιο την αυτεπάγγελτη του εξουσία να θεραπεύσει την παρατυπία. Στο σημείο αυτό επισημαίνω πως τέτοια εξουσία του Δικαστηρίου πηγάζει από την ίδια τη Δ.64 και τη νομολογία και η επίκληση της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου δεν βοηθά με οποιονδήποτε τρόπο τους Αιτητές στην προώθηση της εισήγησης για διόρθωση από το Δικαστήριο της παρατυπίας. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Re Evand Promotions Ltd κ.ά.
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 736, η απλή επίκληση της Δ.48 δεν παρέχει αφ΄ εαυτής δικαίωμα καταχώρισης οποιασδήποτε αίτησης αλλά διαγράφει μόνο το δικονομικό πλαίσιο στο οποίο μπορεί να υποβληθεί μια ενδιάμεση αίτηση εφόσον αυτή έχει ως νομικό υπόβαθρο ειδικό άρθρο του νόμου ή ειδικό θεσμό. Όσον αφορά την εγγενή ή σύμφυτη δικαιοδοσία, στην ίδια υπόθεση λέχθηκε ότι αυτή δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου που προσδιορίζεται από την αναγκαιότητα της ίδιας της ύπαρξης της, ούτε κατά κανόνα αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς, και ότι κατ΄ εξαίρεση η επίκληση της σύμφυτης εξουσίας είναι επιτρεπτή μόνο στην περίπτωση που η τυχόν άρνηση εξουσίας ή δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου. Επομένως, το Δικαστήριο δεν μπορεί, επικαλούμενο τη σύμφυτη εξουσία του, να ασκήσει οποιαδήποτε εξουσία η οποία υπάρχει και προνοείται από τους θεσμούς αλλά δεν του παρέχεται στην προκειμένη περίπτωση από το αναγκαίο νομικό υπόβαθρο. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω και καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω νομικές αρχές ως προς τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψιν, επισημαίνω αρχικά πως αποτελεί λόγο ένστασης η ελλιπής νομική βάση της Αίτησης. Επομένως, αυτό το ζήτημα εντοπίστηκε και ηγέρθη από τους Καθ΄ ων στα πλαίσια της ένστασης τους. Είναι δε αξιοσημείωτο πως μετά την καταχώριση της ένστασης, οι Αιτητές προέβησαν σε περαιτέρω διάβημα στη διαδικασία της παρούσας Αίτησης, ήτοι την καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, χωρίς να ασχοληθούν με το συγκεκριμένο ζήτημα και χωρίς να υποβάλουν οποιαδήποτε αίτηση ως προς τούτο. Αντιθέτως, το θέμα ηγέρθη μόνο στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης, και δη κατά τις προφορικές αγορεύσεις, και μάλιστα αφού είχε ήδη προηγηθεί η κατάθεση της γραπτής αγόρευσης του δικηγόρου των Αιτητών με κοινή δήλωση των δικηγόρων πως είχαν ήδη ανταλλάξει αντίγραφα των γραπτών τους αγορεύσεων. Τούτο έχει τη δική του σημασία καθότι και στη γραπτή αγόρευση του δικηγόρου των Καθ΄ ων γίνεται αναφορά και ανάλυση σε αυτό το ζήτημα, στοιχείο το οποίο προφανώς είχε περιέλθει σε γνώση του δικηγόρου των Αιτητών. Με δεδομένη τη μη παραίτηση της πλευράς των Καθ΄ ων με οποιονδήποτε τρόπο από την παρατυπία αλλά αντιθέτως την έγερση του ζητήματος ως λόγου ένστασης και τη μετέπειτα συμπεριφορά των Αιτητών οι οποίοι ενώ καταχώρισαν συμπληρωματική ένορκη δήλωση και έλαβαν αντίγραφο της γραπτής αγόρευσης των Καθ΄ ων πριν την ακρόαση της Αίτησης, δεν έθεσαν οποιοδήποτε αίτημα για διόρθωση της παρατυπίας πριν την ακρόαση της Αίτησης, θεωρώ πως η υπό κρίση περίπτωση δεν είναι κατάλληλη ούτως ώστε το Δικαστήριο να προχωρήσει από μόνο του στη θεραπεία της παρατυπίας και να προσδώσει στην Αίτηση τη νομική βάση που απαιτείται προς εξέταση της. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Περικλέους (ανωτέρω), τέτοια εξουσία ασκείται νοουμένου ότι δεν προκαλείται αδικία στην άλλη πλευρά. Σαφώς στην προκειμένη περίπτωση τυχόν θεραπεία της παρατυπίας δημιουργεί δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Καθ΄ ων ως αποτέλεσμα της εισαγωγής της ορθής νομικής βάσης και κατ΄ επέκταση παροχής της δυνατότητας και ευκαιρίας των Αιτητών προώθησης της Αίτησης τους. Οι πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου βρίσκουν έρεισμα στην υπόθεση David κ.ά. v. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Έφ. 208/12, ημ. 24.11.17, στην οποία η παράλειψη αναγραφής της Δ.6 θ.9 στη νομική βάση της υπό κρίση αίτησης για παραμερισμό του κλητηρίου εντάλματος και της επίδοσης της ειδοποίησης αυτού κρίθηκε ως παρατυπία. Η απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου πως από τη στιγμή που δεν υπεβλήθη αίτημα για διόρθωση της παρατυπίας δεν τίθετο θέμα αυτεπάγγελτης θεραπείας, κρίθηκε εσφαλμένη για λόγους οι οποίοι δεν εντοπίζονται στην παρούσα, ως εξηγείται κατωτέρω. Το ακόλουθο απόσπασμα αποδίδει με σαφήνεια την ορθή προσέγγιση του θέματος: «.Η αναφορά στα άρθρα και στους θεσμούς που στοιχειοθετούν το νομικό υπόβαθρο της αίτησης με βάση το οποίο η αίτηση θα αποφασιστεί, όπως έχει επανειλημμένα τονιστεί από τη νομολογία, αποτελεί απαράβατο όρο της εγκυρότητας του δικονομικού πλαισίου της αίτησης, (βλ. Μαχλουζαρίδης ν. Ιωαννίδη κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 965 και Kozinskaya River Limited κ.ά (ανωτέρω)). Επομένως, ορθά κρίθηκε από το πρωτόδικο Δικαστήριο ότι η διαταγή αυτή θα έπρεπε να καταγράφεται στο σώμα της αίτησης και ότι η παράλειψη αναγραφής της ισοδυναμούσε με παρατυπία. . Βέβαια, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έκρινε την ουσία του θέματος, περιοριζόμενο στη θεώρηση ότι δεν ετίθετο ζήτημα «αυτεπάγγελτης θεραπείας», αφού απαιτείτο, ως προϋπόθεση για την παροχή της, η υποβολή σχετικού αιτήματος από το διάδικο που ευθυνόταν για την παρατυπία. Η νομολογία μας, όμως, δεν υποστηρίζει τέτοια απαρέγκλιτη προσέγγιση. Το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική ευχέρεια, στην κατάλληλη περίπτωση, να προβεί το ίδιο, αυτεπαγγέλτως, στη θεραπεία της παρατυπίας. Καθοδηγητική, επί του προκειμένου, είναι η υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν. Παναγιώτου
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 366 όπου το Εφετείο, υιοθετώντας τα νομολογηθέντα στην αγγλική απόφαση Metroinvest Ansalt et al v Commercial Union [1985] 1 WLR 513 . Οι παραπάνω παρατηρήσεις του ευπαίδευτου συνηγόρου των εφεσειόντων ως προς τη συμμετοχή των εφεσιβλήτων στην πρωτόδικη διαδικασία χωρίς να εγείρουν θέμα παρατυπίας είναι ορθή. Μπορεί δε να λεχθεί, χωρίς δυσκολία, ότι η συμμετοχή αυτή με την καταχώριση ένστασης στη διαδικασία της αίτησης των εφεσειόντων, χωρίς οι εφεσίβλητοι να εγείρουν θέμα παρατυπίας, ισοδυναμεί με παραίτηση από το δικαίωμα που αυτή τους παρείχε. Εξάλλου, οι εφεσίβλητοι, δεν φαίνεται να έχουν υποστεί οποιοδήποτε δυσμενή επηρεασμό λόγω της παρατυπίας. Η αίτηση των εφεσειόντων ήταν σαφής τόσο ως προς τις επιδιωκόμενες θεραπείες όσο και το πραγματικό τους βάθρο. Συμμετέχοντας δε στη διαδικασία, οι εφεσίβλητοι υποστήριξαν τις αντίθετες στην αίτηση θέσεις τους. Ούτε επρόκειτο για μείζονα παρατυπία. Δεν μπορεί, επίσης, να παραγνωριστεί ότι το θέμα της παρατυπίας εγέρθηκε για πρώτη φορά και εξετάστηκε από το Δικαστήριο στο στάδιο της απόφασης του, και όχι σε αρχικό στάδιο, με συνέπεια την ταλαιπωρία των διαδίκων και την αύξηση των εξόδων (βλ Wunderlich (ανωτέρω)). Υπό τις περιστάσεις αυτές, θεωρούμε ότι απορρίπτοντας την αίτηση των εφεσειοντων λόγω παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο άσκησε εσφαλμένα τη διακριτική του ευχέρεια προκαλώντας αδικία στους εφεσείοντες. Έχοντας διαπιστώσει το ίδιο την ύπαρξη της παρατυπίας, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να προχωρήσει έγκαιρα στη θεραπεία της εκδίδοντας διάταγμα απαλλαγής από την παρατυπία.» Η παρούσα περίπτωση διαχωρίζεται από τα δεδομένα της προαναφερόμενης υπόθεσης στην οποία οι εφεσίβλητοι δεν ήγειραν θέμα παρατυπίας και δεν διεφάνη να είχαν υποστεί οποιονδήποτε δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων τους για τους λόγους που εξηγούνται ανωτέρω. Στην παρούσα οι Καθ΄ ων ήγειραν με επιμονή και σταθερότητα το ζήτημα στην ένσταση τους και στη γραπτή τους αγόρευση και διατήρησαν αυτή τους τη θέση μέχρι τέλους εφόσον έφεραν και ένσταση στο προφορικό αίτημα του δικηγόρου των Αιτητών. Με βάση όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω ότι στην προκειμένη περίπτωση η φύση της παρατυπίας η οποία ισοδυναμεί με απουσία δικαιοδοτικού όρου είναι τέτοια που υπό τις πιο πάνω περιστάσεις δεν δικαιολογεί την άσκηση της εξουσίας του Δικαστηρίου να τη θεραπεύσει αυτεπάγγελτα. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι η έλλειψη της ορθής νομικής βάσης στερεί από το Δικαστήριο την εξουσία να επιληφθεί της Αίτησης. Αυτή η διαπίστωση αναπόφευκτα οδηγεί στην απόρριψη της, χωρίς να κρίνεται αναγκαία η εξέταση των υπόλοιπων θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια αυτής. Ως εκ τούτου η παρούσα Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.