← Κύπρος

Ζήνωνος ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ.: 3091/10, 30/11/2018

Ζήνωνος ν. Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, Αγωγή Αρ.: 3091/10, 30/11/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A502 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Αγωγή Αρ.: 3091/10 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧ Ζήνωνος Ενάγοντας - και - Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγόμενος ---------------------------------- Ημερομηνία: 30 Νοεμβρίου, 2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κα Στ. Ευριπίδου για Ρ. Ερωτοκρίτου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο: κα Μ. Αναστασίου για Γενικό Εισαγγελέα Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Ενάγοντας αξιώνει αποζημιώσεις συνεπεία παράνομης επίθεσης και κακοποίησής του από δύο μέλη της Αστυνομίας, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης. Ο Εναγόμενος αρνείται τις αξιώσεις του. Προς απόδειξη της απαίτησης, έδωσαν μαρτυρία ο Ενάγοντας (ΜΕ1), η σύζυγός του, ΧΧΧΧΧ Ζήνωνος (ΜΕ2) και οι ψυχίατροι Δρ. ΧΧΧΧΧ Χατζηβασίλης (ΜΕ3) και Δρ. ΧΧΧΧΧ Καΐμη (ΜΕ4). Για τον Εναγόμενο έδωσαν μαρτυρία ο Λοχ. ΧΧΧΧΧ Γεωργίου (ΜΥ1) και οι αστυφ. ΧΧΧΧΧ Μιχαήλ (ΜΥ2) και ΧΧΧΧΧ Ανδριανός (ΜΥ3). Η προσαχθείσα μαρτυρία μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: Ο Ενάγοντας στις 3.9.09 και ώρα 19:30, βρισκόταν σε ξενοδοχείο στη Λεμεσό, όπου προέκυψε ένα ζήτημα σε σχέση με το λογαριασμό κάποιων ποτών. Ο υπεύθυνος του χώρου τηλεφώνησε στην αστυνομία. Μετά από λίγο, κατέφθασαν δύο αστυνομικοί. Μίλησαν με τον υπεύθυνο. Κατευθύνθηκαν με απειλητικές διαθέσεις προς τον ίδιο. Προέταξε τα χέρια του προς τα πάνω για μην τον συλλάβουν. Οι αστυνομικοί κατάφεραν να του περάσουν χειροπέδες τοποθετώντας τα χέρια του πίσω από το σώμα του, ασκώντας σωματική βία. Τον έβαλαν στο πίσω κάθισμα του αστυνομικού οχήματος. Όταν έφθασαν στον αστυνομικό σταθμό, οι δύο αστυνομικοί κατέβηκαν από το όχημα, άνοιξαν εξαγριωμένοι τις πίσω πόρτες και άρχισαν να τον κτυπούν ταυτόχρονα. Ο ίδιος φώναζε δυνατά «ληστεία». Είχαν πρόθεση να τον σκοτώσουν. Πέντε λεπτά μετά την επίθεση άλλοι αστυνομικοί προσήλθαν να τον βοηθήσουν. Μεταφέρθηκε μέσα στο σταθμό και του αφαίρεσαν τις χειροπέδες. Ζητούσε συνεχώς να τον μεταφέρουν στο Νοσοκομείο, όμως του απαντούσαν αρνητικά. Το πρωί της επόμενης ημέρας αφέθηκε ελεύθερος. Μετέβηκε στο Νοσοκομείο όπου εκδόθηκε το ιατρικό πιστοποιητικό, ημερ. 10.11.09 (Τεκμήριο 1). Στις 20.1.10 εξετάστηκε από ψυχίατρο (Τεκμήριο 2). Λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (Τεκμήριο 4). Για το επίδικο συμβάν κατηγορήθηκε στην ποινική υπόθεση 31000/10, Ε.Δ. Λεμεσού (Τεκμήριο 5), στην οποία βρέθηκε ένοχος μετά από ακρόαση (Τεκμήρια 6 και 7). Κατατέθηκε η Γραπτή Δήλωσή του στην εν λόγω υπόθεση (Τεκμήριο 8) και οι καταθέσεις του, ημερ. 5.9.09 και 4.9.09 (Τεκμήρια 9 και 10). Δεν έχει παράπονο για τα όσα συνέβησαν στο ξενοδοχείο, αλλά για ό,τι έγινε μετά τη σύλληψή του. Η ΜΕ2 είναι η σύζυγος του Ενάγοντα. Στις 3.9.09 και ώρα 23:00 της τηλεφώνησε αναφέροντάς της ότι τον συνέλαβε η αστυνομία και τον κτύπησαν. Ζήτησε από μια γειτόνισσά της να στείλει τον γιο της που είναι αστυνομικός να δει τον Ενάγοντα. Η γειτόνισσά της την ενημέρωσε ότι ο γιος της πήγε στο σταθμό, όμως δεν του επέτρεψαν να δει τον Ενάγοντα. Την επόμενη μέρα πήγε η ίδια. Ο Ενάγοντας ήταν κτυπημένος, ένας «ζωντανός-νεκρός». Το 2004 ο Ενάγοντας παρέδωσε στην αστυνομία αντικείμενα αξίας €34.074 και επαινέθηκε γι' αυτό (Τεκμήριο 11). Ο ΜΕ3 είναι ψυχίατρος. Το 2009 εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Εξέτασε τον Ενάγοντα για πρώτη φορά στις 4.9.09 και έκτοτε τον παρακολουθεί μηνιαίως. Κατά την εξέτασή του παρουσίαζε έντονο πονοκέφαλο, ζαλάδα, αϋπνία, μειωμένη διάθεση, θυμό και δυσκολία να αποδώσει στην επαγγελματική του εργασία. Του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Προοδευτικά παρουσίασε μικρή βελτίωση. Στις 26.5.10 ο Ενάγοντας παρουσίαζε περιστασιακά αναβίωση του επίδικου περιστατικού με αποτέλεσμα να βιώνει έντονο άγχος και φόβο, μείωση μνήμης και μικρή δυσκολία στην έλευση του ύπνου, κατάθλιψη και μετατραυματικό σύνδρομο. Η συνέχιση της φαρμακευτικής αγωγής υπό ψυχιατρική παρακολούθηση ήταν αναγκαία (Τεκμήριο 3). Στις 19.3.18 παρουσίαζε τα παλαιά συμπτώματα, με μικρότερη όμως ένταση. Συστήθηκε ενίσχυση της φαρμακευτικής αγωγής και τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση. Οι εκδηλώσεις κατάθλιψης και μετατραυματικού συνδρόμου προοιωνίζει πιθανή μακροχρόνια συντήρηση των συμπτωμάτων (Τεκμήριο 12). Τα όσα ανέφερε ο Ενάγοντας ως συμπτώματα είναι σε μεγάλο βαθμό υποκειμενικά. Δεν υπάρχουν τεστ για την αντικειμενική διακρίβωσή τους. Δεν απέκλεισε ο Ενάγοντας να είχε προϋπάρχοντα ψυχολογικά θέματα πριν την πρώτη του επίσκεψη. Η ΜΕ4 είναι ψυχίατρος. Παρακολουθεί τον Ενάγοντα από το 2012. Στις 24.6.16 εξέδωσε Ιατρική Έκθεση (Τεκμήριο 13). Ο Ενάγοντας παρουσιάζει σημαντική βελτίωση. Παρουσιάζει εύκολη κόπωση, ήπια υποθυμία, περιστατική αϋπνία και ακόμα πιο περιστατικά αναβίωση του επίδικου επεισοδίου. Φοβάται ότι θα πάθει κακό. Χρήζει φαρμακευτικής αγωγής και ψυχιατρικής παρακολούθησης. Ο ΜΥ1 υιοθέτησε ως μέρος της κυρίως εξέτασής του την κατάθεσή του, ημερ. 3.9.09 (Τεκμήριο 14). Στις 3.9.09 και ώρα 20:15, ενώ βρισκόταν σε περιπολία με συνάδελφό του, ιδιοκτήτης ξενοδοχείου τους ανέφερε ότι πρόσωπο το οποίο βρισκόταν στο χώρο προκαλούσε φασαρία και ενοχλούσε τους υπόλοιπους πελάτες. Πλησίασε τον Ενάγοντα και του ζήτησε τα στοιχεία του. Αυτός αντέδρασε φωνάζοντας και βρίζοντας, αρνούμενος να τα δώσει. Η αναπνοή του μύριζε οινόπνευμα και ήταν επιθετικός. Τον συνέλαβαν, χρησιμοποιώντας ανάλογη βία υπό τις περιστάσεις. Τον οδήγησαν στον αστυνομικό σταθμό. Όταν άνοιξαν την πόρτα του περιπολικού για να κατεβεί, κλώτσησε τον συνάδελφό του στο πρόσωπο. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι στο ξενοδοχείο ο Ενάγοντας τους έσπρωξε και τους κτύπησε με τα χέρια και τα πόδια του. Προσπάθησαν να περιορίσουν τα κτυπήματά του. Για να μπορέσουν να τον συλλάβουν, τον έπιασε από τα πόδια και ο συνάδελφός του από τα χέρια, με αποτέλεσμα να προκαλέσουν την πτώση του. Με δυσκολία τράβηξαν τα χέρια του Ενάγοντα πίσω και του πέρασαν χειροπέδες. Ο Ενάγοντας δεν ήταν σε θέση να συνεννοηθεί μαζί τους και η πρώτη του αντίδραση ήταν να τους βρίσει. Όταν έφτασαν στο σταθμό, ο Ενάγοντας αρνήθηκε να κατεβεί. Αναγκάστηκαν να τον τραβήξουν από τις μασχάλες για να μπορέσουν να τον βγάλουν από το όχημα. Όταν τον έβγαλαν έξω από το όχημα και προσπάθησαν να τον στήσουν στα πόδια του, ο Ενάγοντας λόγω του ότι ήταν υπέρβαρος και λόγω μέθης έγειρε μπροστά και έπεσε στο έδαφος. Τυχόν κακώσεις είχε ο Ενάγοντας μπορεί να είχαν προκληθεί από τις δύο πτώσεις στο έδαφος, δηλαδή μια στο ξενοδοχείο στην προσπάθειά τους να του περάσουν χειροπέδες και μια στο σταθμό. Ο ΜΥ2 στις 3.9.09 και ώρα 20:30 ήταν καθήκον εντός των κρατητηρίων στο σταθμό. Από το παράθυρο είδε ένα εύσωμο άντρα που φορούσε χειροπέδες και τα χέρια του ήταν πίσω στην πλάτη να φέρνει αντίσταση και να φωνάζει. Όταν δύο αστυφύλακες προσπάθησαν να τον τραβήξουν από τις μασχάλες, ο κρατούμενος, που ήταν εύσωμος, άφησε το βάρος του και κτύπησε με το κεφάλι του τον ένα από τους δύο. Στη συνέχεια έπεσε με το στομάχι στο πάτωμα μπρούμυτα. Οι δύο αστυφύλακες σήκωσαν τον κρατούμενο στα πόδια του και τον οδήγησαν στο Τμήμα Μικροπαραβάσεων. Στη συνέχεια έμαθε ότι πρόκειται για τον Ενάγοντα. Ήταν αντιδραστικός, φώναζε και μύριζε έντονα αλκοόλ. Ζήτησε να τον δει γιατρός. Ειδοποιήθηκε περιπολικό για να τον μεταφέρει. Όταν έφθασε το περιπολικό, ο Ενάγοντας αρνήθηκε να μεταβεί. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εξ όσων ο ίδιος είδε, ουδείς κτύπησε τον Ενάγοντα. Για το επίδικο συμβάν έδωσε κατάθεση στο πλαίσιο διοικητικής έρευνας (Τεκμήριο 15). Ο ΜΥ3 στις 3.9.09 ήταν ο υπεύθυνος βάρδιας στα κρατητήρια. Κατέθεσε το Ημερολόγιο Ενεργείας (Τεκμήριο 16). Στις 4:45 προσήλθε στο σταθμό περίπολο για να μεταφέρει τον Ενάγοντα στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού μετά που ο ίδιος ζήτησε ιατρική εξέταση λόγω πονοκέφαλου. Ο Ενάγοντας, όταν αφίχθηκε το περίπολο, αρνήθηκε τη μεταφορά του, χωρίς να αναφέρει το λόγο. Τα ακόλουθα δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα από τις δύο πλευρές: (α) για την εξέταση του παραπόνου που προέβηκε ο Ενάγοντας στην κατάθεσή του, ημερ. 5.9.09 (Τεκμήριο 9), σχηματίστηκε η διοικητική έρευνα με αρ. Λεμεσού 41/09 και δεν διαπιστώθηκε η διάπραξη ποινικού ή πειθαρχικού αδικήματος εναντίον οποιουδήποτε μέλους της Αστυνομίας, και (β) οι σωματικές βλάβες που αναφέρονται στο Ιατρικό Πιστοποιητικό, ημερ. 10.11.09 (Τεκμήριο 1) με τίτλο «Κατά την εξέταση» και μετέπειτα, είναι παραδεχτές, χωρίς να γίνεται αποδεκτό ότι η αιτία τους ήταν ο κατ' ισχυρισμό ξυλοδαρμός του Ενάγοντα. Σε αυτό αναγράφονται «Εξωτερικές κακώσεις: Μώλωπας στο αριστερό μάγουλο, εκδορά στη δεξιά νεφρική χώρα, μώλωπας αριστερό βραχιώνιο, δεξιό βραχιώνιο. υποδόριο αιμάτωμα δεξιά μεριά. Στον ασθενή εδόθησαν παυσίπονα και απελύθη από το Τμήμα». Παρακολούθησα με προσοχή τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου, έχοντας πάντοτε υπόψη τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας (Μάκης Αδαμίδης & Συνεργάτες ν. Δ. Κυθραιώτη & Συνεργάτες κ.α.

(2011)1 Α.Α.Δ. 2106). Έλαβα υπόψη την πειστικότητα, λογική και εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας και το βαθμό στον οποίο συνάδει με τη δικογραφία και το περιεχόμενο των εγγράφων που κατατέθηκαν ως τεκμήρια (Πατάτσου ν. Χιλμί κ.α., Πολιτική Έφεση 300/11, ημερ. 31.5.17, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρας
(1992)1 A.A.Δ. 1056, Παπανδρέου ν. Τύλληρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 157). Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα και να απορρίψει άλλο (Βασιλειάδης ν. Δημήτριος Γ. Σπύρου Λτδ, Πολιτική Έφεση 123/09, ημερ. 14.10.15). Οι αντιφάσεις στη μαρτυρία του Ενάγοντα, και η προβολή γενικόλογων και ατεκμηρίωτων ισχυρισμών, ήταν σε τέτοια έκταση και βαθμό που δεν μπορούν να αγνοηθούν. Ενδεικτικά αναφέρω κάποια παραδείγματα: Σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό επίθεση που δέχθηκε όταν έφθασαν στο σταθμό παρουσιάζεται αντίφαση στη μαρτυρία του. Στην κυρίως εξέτασή του ανέφερε ότι οι δύο αστυνομικοί «Αμέσως άνοιξαν εξαγριωμένοι τις πίσω πόρτες του εν λόγω αυτοκινήτου, ο ένας την δεξιά πόρτα του αυτοκινήτου και ο άλλος την αριστερά πόρτα του ιδίου αυτοκινήτου, και άρχισαν να με κτυπούν ταυτόχρονα.» (Έγγραφο Α, παρ. 8). Κατά την αντεξέτασή του, υποδείχθηκε στον Ενάγοντα ότι στο Τεκμήριο 8, δηλαδή τη Γραπτή Δήλωσή του την ποινική υπόθεση, ο ίδιος αναφέρει ότι «ο αστυνομικός και παραπονούμενος Χαραλάμπους άνοιξε την πόρτα και ενώ βρισκόμουν ακόμα στο αυτοκίνητο, ο κ. Χαραλάμπους μαζί με τον κ. Γεωργίου άρχισαν να με κτυπούν άνευ λόγου και αιτίας.» (παρ. 3). Σε απάντηση της υπόδειξης αυτής, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι ο ένας αστυνομικός άνοιξε πρώτα τη μια πόρτα και αφού άρχισε να τον κτυπά, στη συνέχεια ο δεύτερος αστυνομικός άνοιξε την άλλη πόρτα. Ερωτηθείς σε ποιο σημείο του Τεκμηρίου 8 αναφέρεται αυτή η εκδοχή του, ο Ενάγοντας απάντησε ότι ο ίδιος ζήτησε να το γράψουν, όμως δεν το έγραψαν. Στη συνέχεια της αντεξέτασης, όταν υποδείχθηκε στον Ενάγοντα ότι δεν αναφέρεται κάτι σχετικό στην κατάθεσή του, ημερ. 5.9.09 (Τεκμήριο 9), απάντησε και πάλι ότι ο ίδιος ζήτησε να το γράψουν, όμως «δεν δέχονταν να γράψω πολλά πράγματα». Θεωρώ ότι ο Ενάγοντας αισθάνθηκε την ανάγκη να παραθέσει τους ισχυρισμούς, και ειδικότερα για πρώτη φορά στο στάδιο της αντεξέτασης, περί άρνησης να συμπεριληφθούν, ως επιθυμούσε, οι ισχυρισμοί του στις καταθέσεις του, σε μια προσπάθεια να προωθήσει την εκδοχή του. Επιπρόσθετα, στην κατάθεσή του, ημερ. 5.9.09 (Τεκμήριο 9) ο Ενάγοντας ανέφερε ότι όταν βρισκόταν στο πίσω κάθισμα του αστυνομικού οχήματος κλωτσούσε τους δύο αστυνομικούς με τα πόδια του για να αμυνθεί. Αναφορά η οποία δεν έγινε κατά την κυρίως εξέτασή του. Όταν υποδείχθηκε στον Ενάγοντα η αναφορά του αυτή, αυτοαναιρέθηκε αρνούμενος ότι κλώτσησε τους αστυνομικούς και αναφέροντας ότι μπορεί απλά να τους άγγιξε με τα πόδια του. Πέραν αυτού, κατά την κυρίως εξέτασή του, ανέφερε ότι οι δύο αστυνομικοί είχαν πρόθεση να τον σκοτώσουν. Αντεξεταζόμενος, επανέλαβε την ίδια θέση. Ερωτηθείς για ποιο λόγο οι δύο αστυνομικοί να θέλουν να τον σκοτώσουν, απάντησε ότι έφθασαν στη σκηνή ήταν ήδη εκνευρισμένοι από κάπου αλλού, χωρίς να γνωρίζει από που. Πριν το επίδικο συμβάν, συμπλήρωσε, δεν γνώριζε τους δύο αστυνομικούς, ούτε αυτοί γνώριζαν εκείνον. Θεωρώ ότι ο σοβαρός αυτός ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι οι δύο αστυνομικοί είχαν πρόθεση να τον σκοτώσουν είναι ενδεικτικός της υπερβολής στη μαρτυρία του αφού παρέμεινε γενικόλογος και ατεκμηρίωτος. Τέλος, ο Ενάγοντας ανέφερε ότι επισκέφθηκε για πρώτη φορά τον Δρα ΧΧΧΧΧ Χατζηβασίλη στο Γενικό Νοσοκομείο στις 26.5.10 (Έγγραφο Α, παρ. 15). Αντίθετα, στο Ιατρικό πιστοποιητικό του Δρα ΧΧΧΧΧ Χατζηβασίλη (Τεκμήριο 3) αναγράφεται ότι ο Ενάγοντας «έχει εξετασθεί για πρώτη φορά στο Ιατρείο μου στις 4.9.09 και έκτοτε συνεχίζει τακτικά, ανά μήνα, παρακολούθηση του». Ερωτηθείς σχετικά ως προς την αντίφαση αυτή, ο Ενάγοντας απέφυγε να απαντήσει με σαφήνεια. Συνεπώς, κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του Ενάγοντα για την εξαγωγή συμπερασμάτων ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Η ΜΕ2 πληροφορήθηκε τα όσα ανέφερε σχετικά με τις συνθήκες σύλληψης του Ενάγοντα και τη μεταφορά του στο σταθμό από τον Ενάγοντα, ως η ίδια επανέλαβε πολλές φορές. Ήταν η θέση της κατά την αντεξέτασή της ότι ο Ενάγοντας της είπε ότι οι δύο αστυνομικοί του φόρεσαν χειροπέδες στο ξενοδοχείο χωρίς να του ζητήσουν ταυτότητα. Αντίθετη όμως ήταν η εκδοχή του ίδιου του Ενάγοντα, ο οποίος αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι οι δύο αστυνομικοί ζήτησαν την ταυτότητά του, όμως αρνήθηκε να τη δώσει. Πέραν αυτού, η ΜΕ2 αρνήθηκε ότι ο σύζυγός της το πρωί που αφέθηκε ελεύθερος είχε μόνο κάποιους μώλωπες στα χέρια και ένα μώλωπα στο αριστερό μάγουλο. Ήταν η θέση της ότι είχε πολλά κτυπήματα στο πρόσωπο και στο κεφάλι, αιμορραγούσε από το κεφάλι, και ήταν γεμάτος μώλωπες στο πρόσωπο, στο λαιμό και στο κορμί. Η εικόνα που προσπάθησε να παρουσιάσει ως προς τις εξωτερικές κακώσεις του Ενάγοντα δεν συνάδει με τις κακώσεις που αναγράφονται στο ιατρικό πιστοποιητικό, ημερ. 10.11.09 (Τεκμήριο 1) οι οποίες αποτελούν παραδεχτά γεγονότα. Συνεπώς, κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία της για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Οι ΜΕ3 και ΜΕ4 κλήθηκαν υπό την ιδιότητά τους ως ιατροί και η μαρτυρία τους θα πρέπει να εξεταστεί με βάση τις αρχές που προσεγγίζεται η ιατρική μαρτυρία (Σπύρου v. Παπαδόπουλου, Πολιτική Έφεση 29/12, ημερ. 2.4.18). Το καθήκον ενός εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το Δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες επιστημονικές πληροφορίες ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να εξαγάγει τα δικά του συμπεράσματα στα ενώπιον του υπό κρίση δεδομένα (Ξιούρουππας κ.α. v. Λαϊκής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Έφεση 386/10, ημερ. 15.11.16, Κ.Σ. Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1 Α.Α.Δ. 2298). Και οι δύο μάρτυρες επιχείρησαν να επεξηγήσουν στο Δικαστήριο τις θέσεις που εμπεριέχονται στις ιατρικές τους εκθέσεις. Τα όσα ανέφεραν ή επεξήγησαν προέρχονταν από την προσωπική τους γνώση ως ιατροί του Ενάγοντα και λόγω της εμπειρίας τους ως ιατροί. Η μαρτυρία τους γενικά ήταν θετική και εμπεριστατωμένη. Εκεί που θεωρώ ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία τους είναι ως προς τους ισχυρισμούς τους περί κακοποίησης του Ενάγοντα. Συγκεκριμένα, ήταν η θέση του ΜΕ3 ότι τα συμπτώματα του Ενάγοντα οφείλονται στην κακοποίησή του, και όχι στη χρήση εύλογης βίας για τη σύλληψή του. Βάσισε τη θέση αυτή στα όσα του ανέφερε ο Ενάγοντας, και όχι σε κάποια αντικειμενική ή επιστημονική εξέταση. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι η χρήση εύλογης βίας θα μπορούσε να προκαλέσει σε κάποια άτομα τα συμπτώματα που παρουσίασε ο Ενάγοντας. Όταν υποβλήθηκε στον ΜΕ3 ότι δεν έγινε ξυλοδαρμός στο όχημα, ως ήταν η θέση του, απάντησε ότι μπορεί και να μην έγινε. Συνεπώς, κρίνω ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να βασιστεί στη θέση του ΜΕ3 ότι τα συμπτώματα που παρουσιάζει ο Ενάγοντας οφείλονται στην κακοποίηση του. Η ΜΕ4 ανέφερε αντεξεταζόμενη ότι θα μπορούσε να προκληθεί μετατραυματικό σύνδρομο στον Ενάγοντα ακόμα και αν συνελήφθη μετά από χρήση εύλογης βίας, αν εκλήφθηκε από τον ίδιο ως υπέρμετρη. Συνεπώς, η μαρτυρία των ΜΕ3 και ΜΕ4, πλην των αναφορών κατά πόσον τα ιατρικά τους ευρήματα οφείλονται στην κακοποίηση του Ενάγοντα, γίνεται αποδεκτή. Παρακολούθησα τους ΜΥ1, ΜΥ2 και ΜΥ3 έχοντας υπόψη, πέραν των γενικών αρχών αξιολόγησης της αξιοπιστίας μαρτύρων, τον τρόπο αξιολόγησης μαρτυρίας μελών της αστυνομίας σε υποθέσεις αυτής της φύσης (Χαμπή v. Αστυνομίας
(2011)2 Α.Α.Δ. 70). Για τους λόγους που επεξηγούνται στη συνέχεια δημιούργησαν πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο, τόσο ο καθένας ξεχωριστά όσο και συνολικά και η μαρτυρία τους στα ουσιώδη της μέρη αλληλοεπιβεβαιώνεται. Ο ΜΥ1 μου άφησε θετική εντύπωση. Θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής. Ήταν ήρεμος και δεν φάνηκε να διακατέχεται από αμηχανία ή δισταγμό στις απαντήσεις του. Ούτε διαπιστώθηκε οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων. Απεναντίας, ο μάρτυρας ήταν σταθερός στις θέσεις του και επέμεινε σ' αυτές μέχρι τέλους. Επιπρόσθετα, δεν περιέπεσε σε οποιεσδήποτε αντιφάσεις. Περιέγραψε με πληρότητα και λογική συνοχή τα όσα διαδραματίστηκαν σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Θεωρώ ότι με ειλικρίνεια και γνήσιο αυθορμητισμό, ανέφερε ότι για τον ίδιο είναι άνανδρο να κτυπάς κάποιον ο οποίος φέρει χειροπέδες και είναι μεθυσμένος. Συνεπώς, κρίνεται αξιόπιστος. Ο ΜΥ2 μου έκανε καλή εντύπωση. Ανέφερε ξεκάθαρα και με παραστατικότητα τι είδε. Η μαρτυρία του ήταν σαφής. Τόσο κατά την κυρίως εξέταση όσο και κατά την αντεξέταση ήταν κατανοητός και πειστικός. Ουδεμία τάση υπεκφυγής διαπιστώθηκε. Ούτε έχει κλονιστεί η μαρτυρία του από την αντεξέταση σε οποιοδήποτε σημείο. Τα όσα ανέφερε σε σχέση με την επιθυμία του Ενάγοντα να εξεταστεί από γιατρό και την μετέπειτα άρνησή του επιβεβαιώνονται και από το Τεκμήριο 16. Συνεπώς, ο ΜΥ2 κρίνεται ως μάρτυρας της αλήθειας. Η μαρτυρία του ΜΥ3 περιορίστηκε κυρίως στο θέμα της επιθυμίας του Ενάγοντα αρχικά να μεταβεί στο Νοσοκομείο και τις ενέργειες που έγιναν προς τούτο. Τα όσα ανέφερε συνάδουν με το Τεκμήριο 16 και δεν έχουν αμφισβητηθεί κατά την αντεξέτασή του. Η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή. Από τις δικογραφημένες θέσεις, τη μαρτυρία και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα, τα ακόλουθα αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου: Στις 3.9.09 και ώρα 20:15 ο ΜΥ1 και ο ΤΕΑ ΧΧ10 βρίσκονταν σε μηχανοκίνητη περιπολία. Μετά από σχετικό μήνυμα που έλαβαν, μετέβηκαν στο ξενοδοχείο Continental. Ο ΜΥ1 πλησίασε τον Ενάγοντα και του ζήτησε τα στοιχεία του. Αυτός αρνήθηκε να τα δώσει και αντέδρασε φωνάζοντας και βρίζοντας. Η αναπνοή του Ενάγοντα μύριζε οινόπνευμα και ήταν επιθετικός. Ο ΜΥ1 τον πληροφόρησε ότι διέπραττε αδίκημα και ότι θα συλληφθεί. Ο Ενάγοντας απάντησε «Εν μπορείς να με πάρεις πούποτε». Του επιστήθηκε η προσοχή του στο Νόμο και αυτός απάντησε: «Εν πάω πούποτε ρε εγώ, αλόπως εν ξέρεις ποιος είμαι». Ο Ενάγοντας έσπρωξε και κτύπησε με τα χέρια του και τα πόδια του τους αστυνομικούς. Για να καταστεί δυνατή η σύλληψή του, ο ΜΥ1 έπιασε τα πόδια του και ο ΤΕΑ ΧΧ10 τα χέρια του, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να πέσει στο έδαφος. Τράβηξαν τα χέρια πίσω από την πλάτη του και του πέρασαν χειροπέδες. Ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό. Καθόταν πίσω από τη θέση του συνοδηγού με χειροπέδες. Εκεί οι δύο αστυνομικοί άνοιξαν την αριστερή πόρτα του περιπολικού για να κατεβεί. Ο Ενάγοντας σήκωσε το πόδι του και κλώτσησε τον ΤΕΑ ΧΧ10 στο πρόσωπο. Αρνήθηκε να κατέβει από το περιπολικό και βρισκόταν ημιξαπλωμένος στα πίσω καθίσματα. Οι δύο αστυνομικοί άνοιξαν την πίσω δεξιά πόρτα, για να αποφύγουν τον κίνδυνο να τους κτυπήσει με τα πόδια, και τον τράβηξαν από τις μασχάλες για να βγει από το όχημα. Ο Ενάγοντας φώναζε. Οι αστυνομικοί προσπάθησαν να τον βοηθήσουν να σταθεί στα πόδια του. Αυτός, έγειρε προς τα μπροστά κτυπώντας τον έναν από τους δύο αστυνομικούς με το κεφάλι του. Στη συνέχεια έπεσε μπρούμητα στο έδαφος. Μεταφέρθηκε εντός του Σταθμού. Εξέφρασε την επιθυμία να εξεταστεί από γιατρό λόγω πονοκέφαλου. Ειδοποιήθηκε περίπολο, το οποίο προσήλθε στο σταθμό για να τον μεταφέρει στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού για εξέταση. Τότε αρνήθηκε να μεταβεί στο Νοσοκομείο. Την επόμενη μέρα ο Ενάγοντας αφέθηκε ελεύθερος. Εξετάστηκε από τον Δρα ΧΧΧΧΧ Αχιλλέως στο Γενικό Νοσοκομείο Λεμεσού. Διαπιστώθηκε μώλωπας στο αριστερό μάγουλο, εκδορά στη δεξιά νεφρική χώρα, μώλωπας στο αριστερό και δεξιό βραχιώνιο και υποδόριο αιμάτωμα στη δεξιά μεριά. Δεν διαπιστώθηκε εμφανής οστική κάκωση. Του χορηγήθηκαν παυσίπονα και απολύθηκε. Διαγνώστηκε με μεταδιασειστικό σύνδρομο και μετατραυματικό σύνδρομο. Κατά την εξέτασή του στις 4.9.09 παρουσίαζε έντονο πονοκέφαλο, ζαλάδα, αϋπνία, μειωμένη διάθεση, θυμό και δυσκολία να αποδώσει στην επαγγελματική του εργασία. Του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή. Παρουσίασε βελτίωση σταδιακά. Στις 24.6.16 η κατάστασή του ήταν σημαντικά βελτιωμένη. Παρουσίαζε εύκολη κόπωση, ήπια υποθυμία, περιστασιακή αϋπνία και αραιά αναβίωση του επίδικου περιστατικού με έντονη ανησυχία και φόβο. Συνεχίζει να παρακολουθείται από τις Υπηρεσίες Ψυχικής Υγείας Λεμεσού και χρήζει φαρμακευτικής αγωγής και ψυχιατρικής παρακολούθησης. Ο Ενάγοντας προέβη σε παράπονο για το επίδικο περιστατικό. Έγινε διοικητική έρευνα και δεν διαπιστώθηκε η διάπραξη ποινικού ή πειθαρχικού παραπτώματος εναντίον μέλους της Αστυνομίας. Σύμφωνα με πάγια νομολογία, η οποία ερμηνεύει το γενικό βάρος απόδειξης που έχει στους ώμους του ο εκάστοτε Ενάγοντας, αυτός πρέπει να αποδείξει την εκδοχή του με επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Χρύσανθου ν. Φραντζή
(2010)1Β Α.Α.Δ.1295, Μαρσέλ κ.ά ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858). Αν αποτύχει να αποδείξει την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη της άλλης πλευράς (Σοφοκλέους ν. Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Το αστικό αδίκημα της επίθεσης και οι υπερασπίσεις τους προνοούνται στα άρθρα 26 και 27 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Η ευπαίδευτη συνήγορος του Ενάγοντα στη γραπτή αγόρευσή της αναφέρθηκε στο αδίκημα και σε σχετική νομολογία. Ήταν η θέση της ότι «ο Ενάγοντας χτυπήθηκε από δύο μέλη της αστυνομικής δύναμης, χωρίς τη συναίνεση του. Από την περιγραφή που έδωσε ο Ενάγοντας, αλλά και από τα συμπτώματα του Ενάγοντα.αποδεικνύεται ότι τα δύο μέλη της αστυνομίας χρησιμοποίησαν βία με πρόθεση». Αντίθετα, η ευπαίδευτη συνήγορος του Εναγόμενου παράπεμψε, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 9
(2)του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.155 όπου αναφέρεται: «Αν το πρόσωπο που θα συλληφθεί βίαια αντιστέκεται στην προσπάθεια σύλληψης του ή αποπειράται να διαφύγει αυτήν, ο αστυνομικός ή άλλο πρόσωπο που προβαίνει στη σύλληψη δύναται να χρησιμοποιήσει όλα τα αναγκαία μέσα προς επίτευξη αυτής. Νοείται ότι καμιά διάταξη που περιέχεται στο άρθρο αυτό δεν θεωρείται ότι δικαιολογεί τη χρήση βίας μεγαλύτερης από αυτή που απαιτείται εύλογα υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες χρησιμοποιήθηκε ή από αυτή που ήταν αναγκαία για τη σύλληψη του υπαίτιου». Η υποχρέωση του Ενάγοντα να αποσείσει την ευθύνη που αφορά στο βάρος απόδειξης γεννιέται εφόσον το Δικαστήριο διαπιστώσει κατ' αρχήν ότι η μαρτυρία που προσκόμισε ο διάδικος που φέρει το βάρος έχει τα στοιχεία της αξιοπιστίας και μπορεί να αποτελέσει το έρεισμα για τα ευρήματα του Δικαστηρίου. Και αυτό διότι µόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει στην πλάστιγγα των πιθανοτήτων (Kades v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R. 212). Η μαρτυρία του Ενάγοντα και της ΜΕ2 έχουν απορριφθεί για τους λόγους που έχουν επεξηγηθεί. Ο Ενάγοντας δεν έχει προσκομίσει αξιόπιστη μαρτυρία προς υποστήριξη της εκδοχής του ως προς τα αμφισβητούμενα γεγονότα ή που να αποδεικνύει στον απαιτούμενο βαθμό το αστικό αδίκημα της επίθεσης εναντίον του. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, ο Ενάγοντας αρνήθηκε να δώσει τα στοιχεία του στους δύο αστυνομικούς. Όταν τον πληροφόρησαν ότι θα συλληφθεί έσπρωξε και κτύπησε με τα χέρια του και τα πόδια του τους αστυνομικούς. Για να καταστεί δυνατή η σύλληψή του και να του περάσουν χειροπέδες, οι αστυνομικοί αναγκάστηκαν να τον ρίξουν στο έδαφος. Όταν μεταφέρθηκε στον αστυνομικό σταθμό, ο Ενάγοντας αρνήθηκε να κατέβει από το περιπολικό. Οι αστυνομικοί αναγκάστηκαν να τον τραβήξουν από τις μασχάλες για να τον βγάλουν από το όχημα. Στην προσπάθειά τους να τον στήσουν στα πόδια του, αυτός έγειρε μπροστά κτυπώντας τον έναν από τους δύο αστυνομικούς με το κεφάλι του. Στη συνέχεια έπεσε μπρούμητα στο έδαφος λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν. Σε σχέση με τη μαρτυρία των ΜΕ3 και ΜΕ4, είναι νομολογημένο ότι η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, από όπου και αν προέρχεται, δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των ιδίων των πρωταγωνιστών μιας διαφοράς. Αντίθετα, η μαρτυρία τους θεμελιώνει επιστημονικώς τη μια ή την άλλη εκδοχή των διάδικων, συμπληρωματικώς και προς επίρρωση ή αναίρεση, αναλόγως, της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των ιδίων των μερών (Δημήτρης Ευσταθίου v. Alpha Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 1682). Για τους λόγους που επεξηγούνται πιο πάνω, δεν έχει γίνει αποδεκτή η θέση τους ότι τα ιατρικά ευρήματά τους οφείλονται στην κακοποίηση του Ενάγοντα. Συνεπώς, ο Ενάγοντας δεν κατάφερε να αποσείσει το βάρος απόδειξης της υπόθεσής του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Παρά την πιο πάνω κατάληξη, θα εξετάσω για σκοπούς πληρότητας το θέμα των αποζημιώσεων. Οι γενικές αποζημιώσεις σκοπεύουν στην απόδοση δικαιοσύνης στην απώλεια και στη ζημιά (Κελεσίδου v. Σταυρινού, Πολιτική Έφεση 221/12, ημερ. 6.12.17). Ενώ αναγνωρίζεται από τη νομολογία η αυξητική τάση στις αποζημιώσεις, η τάση αυτή δε δικαιολογεί παροχή αυξανόμενων ποσών σε κάθε περίπτωση Λαγοποδίδης v. Αναστασίου, Πολιτική Έφεση 250/11, ημερ. 18.5.17, Προεστός v. Προδρόμου κ.α., Πολιτική Έφεση 326/11, ημερ. 12.4.17). Κάθε υπόθεση έχει τις ιδιαιτερότητές της (Ερωτοκρίτου κ.α. ν. Καραολή
(1998)1 Α.Α.Δ. 445, Σπύρου ν. Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 298). Στην υπόθεση Κελεσίδου (ανωτέρω) ο Ενάγοντας υπέστη εκτεταμένες εκδορές και θλάσεις στα γόνατα, μώλωπες και εκδορές στους αγκώνες και εκτεταμένη αποσπαστική εκδορά στην αριστερή ωμοπλάτη. Του χορηγήθηκε φαρμακευτική αγωγή και εξήλθε της κλινικής αυθημερόν. Κατ' έφεση το ποσό των €3.500 μειώθηκε στο ποσό των €2.500. Στην υπόθεση Χαραλάμπους v. Αβραάμ κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1441 ο Ενάγοντας υπέστη διάστρεμμα αυχένα, τραύμα στη κεφαλή, εγκεφαλική διάσειση και ανάπτυξη μετατραυματικού συνδρόμου. Υπήρξε παροδική απώλεια συνειδήσεως. Το ποσό των ΛΚ2.500 (€4.271,50) υπό μορφή γενικών αποζημιώσεων επικυρώθηκε κατ' έφεση ως δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, περιέχοντας ένα στοιχείο γενναιοδωρίας. Στην υπόθεση Harmsworth κ.ά. ν. Salamis Glory κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1617 η Ενάγουσα διαγνώστηκε διάστρεμμα αυχένα και οσφύος, αιμάτωμα αριστερού μηρού και θλάση κοιλιακού τοιχώματος. Κρατήθηκε σε ιδιωτική κλινική για δύο μέρες και τοποθετήθηκε αυχενικό κολάρο. Ανέπτυξε μετατραυματικό άγχος και έχρηζε φυσιοθεραπείας. Επιδικάστηκε το ποσό των £2.500 (€4.271). Οι τραυματισμοί στην υπόθεση Κελεσίδου (ανωτέρω) είναι πιο ελαφράς μορφής από την παρούσα. Οι τραυματισμοί στις υποθέσεις Χαραλάμπους και Harmsworth (ανωτέρω) προσομοιάζουν περισσότερο με τους τραυματισμούς της παρούσας υπόθεσης, είναι όμως σοβαρότερης μορφής. Υπό τις περιστάσεις, θεωρώ ότι το ποσό των €4.500 θα αποτελούσε δίκαιη και εύλογη αποζημίωση, με νόμιμο τόκο από 3.9.09, ημερομηνία γέννησης του αγώγιμου δικαιώματος, αφού δεν διαπιστώνεται καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής (Φοινικαρίδης v. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 475). Αναφορικά με τις αιτούμενες τιμωρητικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις, δεν παραγνωρίζεται ότι αν αποδεικνυόταν το αστικό αδίκημα της επίθεσης, αυτό θα προέκυπτε από πράξεις εν ενεργεία αστυνομικών. Τέτοιες αποζημιώσεις θα μπορούσαν να επιδικαστούν εναντίον των αδικοπραγούντων, δηλαδή των αστυνομικών, αν ήταν εναγόμενοι στην παρούσα αγωγή, όχι όμως εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ενδεχομένως να δικαιολογείτο η επιδίκασή τους εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, ως εργοδότη των αδικοπραγούντων, σε περίπτωση που παρότρυνε την αδικοπραξία (Georghiou v. Attorney-General of the Republic
(1982)1 C.L.R. 938). Στην προκειμένη περίπτωση, δεν προκύπτει τέτοιο συμπέρασμα από τα ευρήματα του Δικαστηρίου. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Συνεπώς, η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται εναντίον του Ενάγοντα και υπέρ του Εναγόμενου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .......... Χρ. Ε. Χατζηευτυχίου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Παράνομη επίθεση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.