Leonidas Meliniotis & Company Ltd κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αγωγή αρ.: 706/2013, 28/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A542 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 706/2013 Μεταξύ:
- Leonidas Meliniotis & Company Ltd
- XXXXXXX Μελινιώτης
- XXXXXXX Στυλιανού Ενάγοντες και Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενη -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 23.10.2018 Ημερομηνία: 28 Δεκεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους ενάγοντες-αιτητές: κα Ασσιώτου για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για την εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση: κ. Μαυρόγιαννης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
- Στις 13.7.2018 το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν. 9/1965τροποποιήθηκε με το Νόμο 87
(1)/2018. Μία από τις βασικές αλλαγές που επέφερε ο Τροποποιητικός Νόμος αφορά και τους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ. Η εκκρεμοδικία αγωγής για ειδοποίηση Τύπος Ι δεν αποτελεί πλέον λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ, αφού καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τον λόγο ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Η δε προθεσμία καταχώρισης έφεσης για τον παραμερισμό της σκοπούμενης πώλησης, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα του άρθρου 44(Γ)
(3)του πιο πάνω Νόμου είναι 30 μέρες από την ημερομηνία παραλαβής της αίτησης. Έτσι μετά την πιο πάνω τροποποίηση το Δικαστήριο κατακλείστηκε με αγωγές και σχετικές αιτήσεις για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. 2. H ενάγουσα αρ.1-αιτήτρια με την παρούσα αίτηση επιζητεί, μεταξύ άλλων, προσωρινό διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη-καθ' ης η αίτηση (από τώρα θα καλείται «η τράπεζα»), να προχωρήσει στην εκποίηση των υποθηκών με αριθμό Υ XXXXX/1988, Υ XXXXX/2001, Υ XXXX/2002, Υ XXXX/2008, Υ XXXX/2012 και Υ XXXX/1988 μέχρι την εκδίκασης της αγωγής ή και μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. Η τράπεζα τροχοδρόμησε την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με βάση το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου και επέδωσε σ' αυτούς την 11.6.2018 την ειδοποίηση Τύπος Ι και ακολούθως την 25.9.2018 την ειδοποίηση Τύπος ΙΑ. Στη συνέχεια την 23.10.2018 καταχωρίστηκε η παρούσα αίτηση με την οποία επιζητείται η έκδοση διατάγματος με το οποίο να απαγορεύεται στην εναγόμενη να προχωρήσει στην διαδικασία εκποίησης των πιο πάνω υποθηκών. Η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς, πλην όμως το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια έδωσε οδηγίες για αίτηση με κλήση και ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Η τράπεζα φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 3. Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Ν. 14/60)και στη Δ.48 Θ.1-4, 7 και 8 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. ΧXXX Μελινιώτη, διευθυντή της αιτήτριας, στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα που περιβάλλουν την αίτηση. Προβάλλεται ότι την 4.10.2007 η ενάγουσα αρ.1-αιτήτρια συνήψε με την τράπεζα συμφωνία δανείου για το ποσό των €1.293.000.-, το οποίο θα αποπληρωνόταν εφάπαξ μέχρι την 30.6.2010 ενώ από την 31.12.2008 και έπειτα κάθε εξαμηνία θα καταβάλλονταν δεδουλευμένοι τόκοι. Το δάνειο θα χρεωνόταν με κυμαινόμενο επιτόκιο που αποτελείτο από το βασικό επιτόκιο της τράπεζας το οποίο κατά την υπογραφή της συμφωνίας ανερχόταν σε 4% πλέον περιθώριο 2,25%, ήτοι σύνολο 6,25%. Επισημαίνει ότι το συνολικό ποσό που αποδεσμεύτηκε, όπως τους ενημέρωσε ο οικονομολόγος που διόρισαν, ήταν €1.276.393,42. Αναφέρει ότι το δάνειο θα πληρωνόταν από τις πωλήσεις των ακινήτων (βλ. Τεκ. 6). Εν όψει όμως του γεγονότος ότι δεν πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις συμφωνήθηκε η αναστολή της πληρωμής και διαγραφή των καθυστερημένων τόκων μέχρι και την 31.12.2008 (βλ. Τεκ. 7). Ισχυρίζεται ότι η τράπεζα με την τελευταία συμφωνία αύξησε τεχνηέντως το περιθώριο στο 6,5% και τους στέρησε την δυνατότητα να επωφεληθούν της μείωσης του βασικού επιτοκίου. Προβάλλει δε ότι η τράπεζα ήταν υποχρεωμένη, με βάση εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας, να ακολουθεί τις διακυμάνσεις του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Τεκ. 8). Σε διάφορες ημερομηνίες καταρτίστηκαν τροποποιητικές συμφωνίες για αναστολή πληρωμής των τόκων, διαγραφή των καθυστερήσεων και παράτασης αποπληρωμής του δανείου. Η καθ' ης η αίτηση, για την πιο πάνω συμφωνία δανείου, καταχώρισε την αγωγή XXX/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (βλ. Τεκ. 9). Αναφέρεται ότι στις αρχές του 2012, όταν άρχισε η οικονομική κρίση να επηρεάζει την Κύπρο, επηρεάστηκε και ο τομέας δραστηριοποίησης τους με αποτέλεσμα να αδυνατούν να πληρώσουν τις δόσεις τους. Τότε η τράπεζα εισηγήθηκε την παραχώρηση δανείου €965.000.-. Έτσι στις 27.4.2012 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της ενάγουσας αρ.1-αιτήριας και της τράπεζας, για το ποσό των €965.000.- (βλ. Τεκ. 11). Σκοπός του, ως αναφέρει, ήταν η εξόφληση άλλων υποχρεώσεων της αιτήτριας και η τελευταία δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό. Ισχυρίζεται ότι η τράπεζα τους επέβαλε να προβούν στον συγκεκριμένο δανεισμό για να καλυφθούν διάφορες πληρωμές και δόσεις και κάτω από τις απειλές ότι αν δεν λάβουν το δάνειο θα τερματιστεί η χρηματοδότηση, αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν τις εκβιαστικές απαιτήσεις της τράπεζας. Το πιο πάνω δάνειο χορηγήθηκε όταν η κρίση είχε αρχίσει να επηρεάζει όχι μόνο την δική τους επιχείρηση αλλά και γενικότερα την κυπριακή οικονομία. Η τράπεζα για το πιο πάνω δάνειο στις 16.1.2014 καταχώρισε την αγωγή με αρ. XXX/2014, στα πλαίσια της οποίας καταχώρισαν Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Πέραν των πιο πάνω δανείων, την 29.10.1991 υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και της τράπεζας συμφωνία για παραχώρηση ορίου σε τρεχούμενο λογαριασμό και στη συνέχεια έγιναν διάφορες εγκρίσεις του ορίου με ανάλογη αναπροσαρμογή του επιτοκίου. Στις 23.4.2012 συμφωνήθηκε η επανέγκριση του ορίου για το ποσό στις €100.000.- Η τράπεζα για την πιο πάνω πιστωτική διευκόλυνση καταχώρισε εναντίον της ενάγουσας και των εγγυητών την αγωγή με αρ. XXX/2014, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (βλ. Τεκ. 14). Η ενάγουσα αρ. 1-αιτήρια για περαιτέρω εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας τις υποθήκες με αρ. Υ XXXX/1988, Υ XXXX/2001, Υ XXXX/2002, Υ XXXX/2008, Υ XXXX/2012 και Υ XXXX/1988. Η επιχείρηση της αιτήτριας πλήγηκε λόγω της οικονομικής κρίσης και έτσι δεν ασχολείται με την χοντρική και λιανική πώληση ειδών δώρων και περιορίστηκε στην διαχείριση ακινήτων για τα οποία δόθηκε το δάνειο των €1.293.000.- πλην όμως δεν πώλησαν οποιαδήποτε ακίνητα. Έγιναν προσπάθειες από μέρους τους να εξευρεθεί λύση με την τράπεζα, χωρίς όμως οποιοδήποτε αποτέλεσμα. Οι ενάγοντες αμφισβητούν τα χρεωστικά υπόλοιπα τα οποία αξιώνει η τράπεζα και ανέθεσαν σε λογιστή να υπολογίσει τις πληρωμές και χρεώσεις των λογαριασμών της ενάγουσας εταιρείας. Με βάση τους υπολογισμούς του ειδικού αναλυτή, το σύνολο των υπερχρεώσεων από την τράπεζα λόγω της μη εφαρμογής των συμφωνηθέντων επιτοκίων, ανέρχεται στο ποσό των €1.669.060,06 και ειδικότερα υφίστανται οι ακόλουθες υπερχρεώσεις μέχρι και τον Ιούνιο, 2017: (
- i)€111.617,14 σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό (
- ii)€499.875,93 αναφορικά με το δάνειο που συνομολογήθηκε 27.4.2012 και (iii) €1.057.566,99 σε σχέση με το δάνειο που συνομολογήθηκε 4.10.2007 (βλ. Τεκ. 29). Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισημαίνεται ότι στην περίπτωση που τα ενυπόθηκα ακίνητα πωληθούν με την διαδικασία που επέλεξε η τράπεζα, η τιμή τους θα είναι πολύ χαμηλότερη από την πραγματική και έτσι θα απωλέσουν την περιουσία τους και θα επηρεαστεί η δυνατότητα τους να πληρώσουν το ποσό που οφείλουν. Αναφέρεται ότι η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα τα οποία αμφισβητούνται. Η αιτήτρια προβάλλει ότι λόγω των απρόβλεπτων γεγονότων του Μαρτίου 2013 οι επίδικες συμφωνίες έχουν ματαιωθεί και θα πρέπει να αναπροσαρμοστούν με βάση την υφιστάμενη οικονομική κατάσταση και οποιαδήποτε ενέργεια της τράπεζας, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τα πιο πάνω γεγονότα, θεωρείται κακόπιστη και καταχρηστική. Επισημαίνει ότι στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα τότε η τράπεζα θα προχωρήσει στην εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων ενώ εκκρεμεί η εκδίκαση της παρούσας αγωγής. Έτσι, ως ισχυρίζεται, θα παραβιαστεί το θεμελιώδες δικαίωμα τους να ακουστούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως επίσης και το δικαίωμα στην ιδιοκτησία και στην ιδιωτική ζωή. Αναφέρει δε ότι οι πρόνοιες του άρθρου 44 Γ του πιο πάνω Νόμου είναι αντισυνταγματικές καθώς παραβιάζουν τα άρθρα 23, 28 και 30 του Συντάγματος και επισημαίνει ότι στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά, αφού θα πωληθεί η ενυπόθηκη περιουσία ενώ αντιθέτως η τράπεζα δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. 4. Η τράπεζα φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας, δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ακόμη και στην περίπτωση που συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXX Χωραΐτη, υπαλλήλου της τράπεζας, στην οποία εκτίθενται τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η τράπεζα παραχώρησε στην ενάγουσα αρ.1-αιτήτρια τις πιστωτικές διευκολύνσεις που γίνεται αναφορά στην αίτηση και για περαιτέρω εξασφάλιση η αιτήτρια παραχώρησε, προς όφελος της τράπεζας, τις υποθήκες που περιγράφονται σε αυτήν (βλ. Τεκ. 15 της αίτησης και Τεκ. 1 της ένστασης). Ένεκα της μη αποπληρωμής των χρεωστικών υπολοίπων η τράπεζα τερμάτισε τις επίδικες συμφωνίες. Αρχικά καταχωρίστηκε η παρούσα αγωγή. Ακολούθως η τράπεζα την 6.1.2014 και 16.1.2014 καταχώρισε τις αγωγές με αρ. XXX/2014 και XXX/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού εναντίον των εναγόντων 1, 2 της παρούσας και άλλων προσώπων (βλ. Τεκ. 14 και 9 αντίστοιχα της αίτησης), και προώθησε την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων με βάση τις πρόνοιες του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση επισημαίνεται ότι οι ενάγοντες δεν αμφισβητούν την εγκυρότητα και νομιμότητα των επίδικων συμβάσεων υποθηκών και ούτε επιζητείται η ακύρωση τους. Ο βασικός ισχυρισμός της αιτήτριας εστιάζεται στις κατ' ισχυρισμόν παράνομες χρεώσεις των επίδικων λογαριασμών γεγονός το οποίο, εν πάση περιπτώσει, αμφισβητείται από την τράπεζα. Δεν αμφισβητείται το γεγονός ότι λήφθηκαν τα ποσά των δανειοδοτήσεων και η παρούσα, ως προβάλλει, πρόκειται για καθαρά χρηματικής φύσης περίπτωση. Ακόμη και αν διαφανεί ότι η αιτήτρια υπέστη οποιαδήποτε ζημιά αυτή θα συνιστά αποκλειστικά και μόνο οικονομική ζημιά η οποία μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, την οποία η τράπεζα είναι σε θέση να καταβάλει αφού διαθέτει επαρκή αποθέματα και καταθέσεις ύψους €3,5 δισεκατομμύρια. 5. Αγορεύοντας η ευπαίδευτος συνήγορος της αιτήτριας εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση της ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση η οποία ανέφερε ότι δεν πληρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου και ειδικότερα δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας και δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Περαιτέρω δε ανέφερε ότι και στην περίπτωση που πληρούνται οι πιο πάνω προϋποθέσεις, δεν είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. 6. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. 7.1 Στην προκείμενη περίπτωση με βάση τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του. ΄Ετσι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. 7.2 Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει ήδη επισημανθεί στις 29.10.91, κατόπιν σχετικής συμφωνίας, η τράπεζα παραχώρησε στην αιτήτρια πιστωτικές διευκολύνσεις και ειδικότερα της παραχωρήθηκε όριο σε τρεχούμενο λογαριασμό και έγιναν διάφορες εγκρίσεις του ορίου με ανάλογη αναπροσαρμογή του επιτοκίου. Η αιτήτρια προβάλλει ότι με βάση υπολογισμούς ειδικού αναλυτή στο πιο πάνω τρεχούμενο λογαριασμό μέχρι τον Ιούνιο του 2017, υφίστανται υπερχρεώσεις ύψους €111.617,14 (βλ. Τεκ.29(α)). Ακολούθως στις 4.10.2007 καταρτίστηκε συμφωνία, με την οποία η τράπεζα παραχώρησε στην αιτήτρια δάνειο για το ποσό των €1.293.
- Σε διάφορες ημερομηνίες καταρτίστηκαν τροποποιητικές συμφωνίες για αναστολή πληρωμής των τόκων, διαγραφή των καθυστερήσεων και παράταση αποπληρωμής του δανείου. Προβάλλεται ότι με την τροποποιητική συμφωνία ημερ. 31.12.2008 (βλ. Τεκ. 7) η τράπεζα αύξησε τεχνηέντως το περιθώριο στο 6,5% και στέρησε στην Αιτήτρια τη δυνατότητα να επωφεληθεί τη μείωση του βασικού επιτοκίου. Επισημαίνεται ότι με εγκύκλιο της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου, η τράπεζα όφειλε να ακολουθεί τις διακυμάνσεις του επιτοκίου της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (βλ. Τεκ.8). Περαιτέρω δε αναφέρεται ότι το δάνειο χορηγήθηκε για το ποσό των €1.293.000 πλην όμως το ποσό που αποδεσμεύθηκε ήταν €1.276.393,42 και με βάση υπολογισμούς ειδικού αναλυτή, στο πιο πάνω δάνειο, υφίστανται υπερχρεώσεις μέχρι και τον Ιούνιο του 2017 ύψους €1.057.566,99 (βλ. Τεκ.29(γ)). Ακολούθως στις 27.4.2012 καταρτίστηκε συμφωνία δανείου μεταξύ της αιτήτριας και της τράπεζας για το ποσό των €965.
- Προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η τράπεζα τους επέβαλε να προβούν στον συγκεκριμένο δανεισμό για να καλυφθούν συγκεκριμένες πληρωμές και δόσεις και κάτω από τις απειλές ότι αν δεν λάβουν το δάνειο θα τερματιστεί η χρηματοδότηση, αναγκάστηκαν να ακολουθήσουν τις εκβιαστικές απαιτήσεις της τράπεζας. Ισχυρίζεται δε ότι με βάση τους υπολογισμούς του ειδικού αναλυτή, στο πιο πάνω δάνειο υφίστανται υπερχρεώσεις μέχρι και τον Ιούνιο του 2017 ύψους €499.875,93 (βλ. Τεκ.29(β)). Η αιτήτρια για περαιτέρω εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων παραχώρησε προς όφελος της τράπεζα, τις υποθήκες με αρ. Υ XXXX/1988, Υ XXXX/2001, Υ XXXX/2002, Υ XXXX/2008, Υ XXXX/2012 και Υ XXXX/
- Όπως έχει νομολογηθεί, η σύμβαση υποθήκης δημιουργεί πρωτογενή υποχρέωση με αυτοτέλεια (βλ. Αγγελίδης ν. Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Παλλουριώτισσας
(1997)1Γ Α.Α.Δ. 1771). Με την Έκθεση Απαίτησης οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν ακύρωση των πιο πάνω υποθηκών, πλην όμως επιζητούν, μεταξύ άλλων, ακύρωση των συμφωνιών δανείου και πιστωτικών διευκολύνσεων σε τρεχούμενο λογαριασμό. Οι συμβάσεις υποθήκης διασυνδέονται με τις πιο πάνω πιστωτικές διευκολύνσεις, που παραχωρήθηκαν στην αιτήτρια και είναι άμεσα συνυφασμένες με αυτές. Έτσι, η περί αντιθέτου εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της τράπεζας δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και απορρίπτεται. Στη προκείμενη περίπτωση, προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα, όπως έχουν ήδη εκτεθεί, αλλά και γενικότερα από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει ήδη επισημανθεί εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Έτσι με βάση τα πιο πάνω, η αιτήτρια έχει ικανοποιήσει την συγκεκριμένη προϋπόθεση. 8. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψιν όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1235, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζιτικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του. Η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι στη περίπτωση που πωληθούν τα ενυπόθηκα ακίνητα με την διαδικασία που επέλεξε η τράπεζα, η τιμή τους θα είναι πολύ χαμηλότερη από την πραγματική και όχι μόνο θα απωλέσουν την περιουσία τους αλλά θα επηρεαστεί και η δυνατότητα αποπληρωμής του ποσού που πραγματικά οφείλεται. Περαιτέρω δε προβάλλεται ότι η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από τα ισχυριζόμενα υπόλοιπα τα οποία αμφισβητούνται. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι πρόκειται για γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Δεν καθορίζεται η αξία των ενυπόθηκων ακινήτων και περαιτέρω δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται στοιχεία που να δικαιολογούν τα πιο πάνω συμπεράσματα της αιτήτριας. Στην παρούσα, ακόμη και στην περίπτωση που επιτύχει η αγωγή, η αιτήτρια θα μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η εναγόμενη τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση των Εναγόντων και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Συνακόλουθα, δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση όπως καθορίζεται πιο πάνω. 9. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και έτσι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα, η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση και εναντίον της Ενάγουσας αρ.1-Αιτήτριας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα - εκποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο