← Κύπρος

Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Caterline Packaging Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 4157/2013, 19/12/2018

Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Caterline Packaging Ltd κ.α., Αγωγή αρ.: 4157/2013, 19/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A533 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αγωγή αρ.: 4157/2013 Μεταξύ: 1. Caterline Packaging Ltd 2. Horizon-Pac Ltd 3. XXXXXX Σαββίδης Εναγόντων Και Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόμενης Και δυνάμει Ανταπαίτησης Μεταξύ: Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγουσας Και 1. Caterline Packaging Ltd 2. Horizon-Pac Ltd 3. XXXXXXX Σαββίδης άλλως XXXXXXX Σαββίδης 4. XXXXXXX Κατελάρη άλλως XXXXXXX Κατελάρη Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενων -------------------------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 27/9/2018 Ημερομηνία: 19 Δεκεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την ενάγουσα αρ. 1 και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 - αιτητές: κ. Χρ. Θεοδότου για Π. Αγγελίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για την καθ' ης η αίτηση: κ. Σ. Κάσινος για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 1. Η ενάγουσα 1 και η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 - αιτητές επιζητούν, μεταξύ άλλων, διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στην εναγόμενη - εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα, να προβεί στην εκποίηση της υποθήκης Υ XXXXX/2005 μέχρι την εκδίκαση της πιο πάνω αγωγής ή και μέχρι νεότερων διαταγών του Δικαστηρίου. Η αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς πλην όμως το Δικαστήριο, ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια, έδωσε οδηγίες για αίτηση με κλήση και ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά. Η εναγόμενη-εξ ανταπαιτήσεως ενάγουσα (από τώρα θα καλείται «η τράπεζα»), φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Επισημαίνεται ότι η αίτηση σε σχέση με τον ενάγοντα 3-αιτητή αποσύρθηκε. 2.1 Η αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, στην Δ.48 Θ.1-9 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. ΧXXXX Σαββίδη, ενάγοντα και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενου 3. 2.2 Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι κατόπιν σχετικών συμφωνιών η τράπεζα παραχώρησε στην ενάγουσα 1 πιστωτικές διευκολύνσεις και ειδικότερα συνομολογήθηκε συμφωνία παροχής τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος και περαιτέρω παραχωρήθηκε και δάνειο στις 21.11.2012. Για περαιτέρω εξασφάλιση των πιο πάνω διευκολύνσεων παραχωρήθηκε, προς όφελος της τράπεζας, η υποθήκη με αρ. Υ XXXXX/2005 η οποία αποτελεί μία από τις επίδικες υποθήκες στην πιο πάνω αγωγή. Εντούτοις όμως η παρούσα αγωγή συνδέεται με όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και δάνεια που δόθηκαν στους ενάγοντες. Αναφέρεται ότι η τράπεζα έπεισε τόσο τον ενάγοντα 3, υπό την προσωπική του ιδιότητα, όσο και την ενάγουσα 1, να σταματήσουν να συνεργάζονται με την Cyprus Popular Bank Public Co Ltd και να συνεργαστούν μ' αυτήν, προβαίνοντας σε διάφορες διαβεβαιώσεις και παραστάσεις, όπως περιγράφονται στην αίτηση, πράγμα το οποίο τελικά έπραξαν. Κατά ή περί το 2006 η ενάγουσα 1, κατόπιν συμβουλών και παραστάσεων της τράπεζας, αποφάσισε να μεγαλώσει τον κύκλο εργασιών της και να προχωρήσει στην κατασκευή εργοστασίου χαρτικών πλην όμως η τράπεζα δεν ενέκρινε την απαραίτητη δανειοδότηση. H τελευταία συμβούλευσε τους ενάγοντες 1 και 3 ότι επρόκειτο για μια προσοδοφόρα επιχείρηση και υπήρχε τρόπος να υπερπηδηθεί το κώλυμα στη δανειοδότηση με την ίδρυση μιας νέας εταιρείας και έτσι εγγράφηκε η ενάγουσα αρ. 2. Ακολούθως κατά ή περί το έτος 2007, η ενάγουσα 2 αιτήθηκε δάνειο για το ποσό των €800.000.- με σκοπό να αρχίσει να δραστηριοποιείται στον πιο πάνω τομέα και η τράπεζα την διαβεβαίωσε ότι το ύψος της δανειοδότησης θα ξεπερνούσε τις €400.000.- και την προέτρεψε να προχωρήσει στην παραγγελία των αναγκαίων μηχανημάτων και να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες ώστε να ξεκινήσει τις εργασίες μόλις υπογραφούν τα απαραίτητα έγγραφα. Έτσι η ενάγουσα 2 με κεφάλαια τόσο της ίδιας όσο και της ενάγουσας 1 προχώρησε στην παραγγελία των μηχανημάτων. Παράλληλα με τα πιο πάνω και με βάση τις προτροπές, διαβεβαιώσεις, παραστάσεις και συμβουλές της τράπεζας, ο ενάγοντας αρ. 3 αιτήθηκε δάνειο για αγορά κτήματος στο οποίο θα στεγαζόταν η ενάγουσα 2. Έτσι κατά την 12.10.2006 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου για το ποσό των CHF185.000.- (Λ.Κ.65.000.-) με την τράπεζα. Το πιο πάνω δάνειο συνομολογήθηκε σε ξένο νόμισμα κατόπιν των δηλώσεων και διαβεβαιώσεων της τράπεζας, όπως αυτές περιγράφονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση. Ακολούθως με μεγάλη καθυστέρηση και κατά παράβαση των διαβεβαιώσεων της τράπεζας, η τελευταία κατά ή περί τον Οκτώβριο του 2009 παραχώρησε στην ενάγουσα 2 (
  2. i)δάνειο για το ποσό των €200.000.- και (
  3. ii)όριο παρατραβήγματος ύψους €100.000. Προβάλλεται ότι η τράπεζα παραχώρησε τις πιο πάνω πιστωτικές διευκολύνσεις ενώ ήταν εμφανές ότι δεν ήταν επαρκείς για τις ανάγκες της ενάγουσας 2 και δεν συμφωνούσε με τις οικονομικές προβλέψεις που ετοίμασε η τελευταία. Επισημαίνει, μεταξύ άλλων, ότι η τράπεζα εκμεταλλευόμενη τη θέση υπεροχής και το γεγονός ότι είναι ένας ισχυρός χρηματοπιστωτικός οργανισμός, εξανάγκασαν την ενάγουσα 2 να αλλάξει τις οικονομικές της προβλέψεις και τελικά υπέκυψαν στις πιέσεις και στους εκβιασμούς της τράπεζας υπογράφοντας τις συμφωνίες δανειοδότησης, αφού είχαν ήδη επενδυθεί κεφάλαια στην παραγγελία των μηχανημάτων και ανεγέρθηκαν υποστατικά, στα οποία θα λειτουργούσε το εργοστάσιο χαρτικών. Αναφέρει δε ότι το ποσό που παραχωρήθηκε από την τράπεζα αρκούσε μόνο για την κάλυψη των άμεσων αναγκών της ενάγουσας 2, όπως την αγορά πρώτων υλών και την ηλεκτρολογική εγκατάσταση. Ακολούθως κατά ή περί το 2011 η τράπεζα διέκοψε αυθαίρετα την στήριξη και χρηματοδότηση της ενάγουσας 2 και ζήτησε την άμεση εμπλοκή της ενάγουσας 1 προς εξασφάλιση της χρηματοδότησης. Έτσι η τράπεζα κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2011 μετέτρεψε το όριο παρατραβήγματος της ενάγουσας 2 σε δάνειο, με απώτερο σκοπό να ζητήσουν περισσότερες εξασφαλίσεις και εγγυήσεις από τους ενάγοντες. Ως αποτέλεσμα η ενάγουσα 2 σταμάτησε πλήρως τις εργασίες της. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση αναφέρεται ότι η τράπεζα αυθαίρετα και για αλλότριους σκοπούς, με σκοπό την μεγιστοποίηση των κερδών της, αδιαφορώντας για τα συμφέροντα των εναγόντων και τις υποχρεώσεις της προς αυτούς, αύξησε σταδιακά την δυνατότητα παρατραβήγματος της ενάγουσας 1 από €50.000.- σε €280.000.- ώστε να μπορεί να καλύπτει οριακά άλλες υποχρεώσεις προς την τράπεζα, με αποτέλεσμα οι υποχρεώσεις των εναγόντων προς την τελευταία να αυξάνονται, χωρίς καμία προοπτική ανάπτυξης και ανάκαμψης. Επισημαίνει ότι κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2012 κατόπιν εξαναγκασμού και ψευδών παραστάσεων η τράπεζα ανάγκασε τους ενάγοντες να αποδεχθούν συνένωση των υποχρεώσεων της ενάγουσας 1 σε νέο δάνειο με μοναδικό σκοπό να ζητήσουν επιπρόσθετες εξασφαλίσεις και εγγυήσεις, χωρίς οποιοδήποτε όφελος για αυτούς. Αναφέρεται ότι η τράπεζα παρείχε στους ενάγοντες επενδυτική συμβουλή και ήταν ρητός και ή εξυπακουόμενος όρος των μεταξύ τους συμφωνιών ότι όφειλε, μεταξύ άλλων, να ενεργεί καλόπιστα, έντιμα και δίκαια, να διαφωτίσει και να ενημερώσει τους εναγόμενους για τους κινδύνους που αναλάμβαναν με την υπογραφή των επίδικων εγγράφων, να παρέχουν κατάλληλη και πλήρη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή σε σχέση με τις υπηρεσίες τους και να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με την πείρα, γνώση, οικονομική κατάσταση των εναγόντων. Αναφέρεται δε ότι οι παραστάσεις των υπαλλήλων της τράπεζας κατά τον χρόνο συνομολόγησης των επίδικων συμφωνιών ήταν παραπλανητικές και ή ψευδείς. Ειδικότερα παρότρυναν τους ενάγοντες να προβούν στη σύναψη των δανείων με σκοπό την επέκταση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων χωρίς να διασφαλίσουν ότι αυτό θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα τους, τόνιζαν τα θετικά χαρακτηριστικά των προτεινόμενων δανείων ενώ υποβάθμιζαν τους κινδύνους που απέρρεαν από αυτά, παρουσίαζαν τα επίδικα επενδυτικά προϊόντα ως καταλληλότερα γι' αυτούς, δεν έλαβαν υπόψη τις εισοδηματικές τους δυνατότητες και περαιτέρω σε σχέση με το δάνειο σε ελβετικά φράγκα που παραχωρήθηκε στον ενάγοντα 3 δεν τον ενημέρωσαν για την χρηματοοικονομική αντιστάθμιση του συναλλαγματικού κινδύνου και τις ενδεχόμενες επιπτώσεις σε περίπτωση υποτίμησης του Ευρώ. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση επισημαίνεται ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί την πρώτη και μοναδική κατοικία της οικογένειας του ενάγοντα 3, της συζύγου του εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 4 και υποθηκεύθηκε στην βάση ψευδών παραστάσεων και διαβεβαιώσεων αφού του ανέφεραν ότι σε περίπτωση αποπληρωμής του ποσού των €60.000.- η υποθήκη θα διαγραφόταν ενώ εγγράφηκε για όλες τις υποχρεώσεις της τράπεζας μέχρι του ποσού των €112.000.-. Η καθ' ης η αίτηση τροχοδρόμησε την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με βάση το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου και την 31.8.2018 επέδωσε στους αιτητές την ειδοποίηση Τύπος ΙΑ. 3. Η τράπεζα φέρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και μεταξύ άλλων προβάλλει ότι η ενάγουσα αρ. 1 δεν έχει έννομο συμφέρον να επιζητεί την έκδοση απαγορευτικού διατάγματος πώλησης ακινήτου το οποίο δεν της ανήκει και περαιτέρω η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4-αιτήτρια κωλύεται να αξιώνει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων καθότι δεν είναι ενάγουσα στην παρούσα αγωγή αφού δεν έχει καταχωρίσει ανταπαίτηση και δεν έχει οποιεσδήποτε αξιώσεις εναντίον της τράπεζας. Περαιτέρω δε προβάλλει ότι δεν υφίσταται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, ορατή πιθανότητα επιτυχίας ως επίσης δεν θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο και ακόμη στην περίπτωση που συντρέχουν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το ισοζύγιο της ευχέρειας συνηγορεί υπέρ της απόρριψης του αιτήματος. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του κ. XXXXXX Κονκοττή στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι πράγματι η τράπεζα, κατόπιν συμφωνιών, παραχώρησε στην ενάγουσα 1 πιστωτικές διευκολύνσεις και ειδικότερα (
  4. i)την 21.11.2012 συνομολογήθηκε συμφωνία δανείου για το ποσό των €37.000.- (βλ. Τεκ. 8 και 9 που συνοδεύει την ένσταση) και (
  5. ii)την 8.2.2001 πιστωτικές διευκολύνσεις σε μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος (βλ. Τεκ. 2-7 που συνοδεύει την ένσταση). Η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 για περαιτέρω εξασφάλιση των πιο πάνω διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην ενάγουσα 1, ενέγραψε την 17.5.2005 προς όφελος της τράπεζας την επίδικη υποθήκη Υ XXXXX/2005 (βλ. Τεκ. 1 που συνοδεύει την ένσταση). Στο έγγραφο υποθήκης ρητά αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 καθιστά την τράπεζα ανέκκλητα πληρεξούσιο αντιπρόσωπο της και με το εν λόγω έγγραφο πληρεξουσιοδοτεί την τράπεζα να πωλεί και να ενοικιάζει τα κτήματα της (βλ. όρο 11, Τεκ. 1 που συνοδεύει την ένσταση). Επισημαίνει ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν σε άλλα πρόσωπα είναι άσχετες με την επίδικη σύμβαση υποθήκης και έτσι, ως προβάλλει, δεν μπορεί να επηρεάσει το αποτέλεσμα της παρούσας διαδικασίας. Περαιτέρω δε αναφέρει ότι οι αιτητές παρέλειψαν να προσκομίσουν μαρτυρία που να καταδεικνύει τις επιπτώσεις που αναφέρουν ότι θα έχουν στην περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ειδικότερα ότι δεν μπορούν να εξεύρουν άλλη κατάλληλη κατοικία. Ακόμη και στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση των εναγόντων και επιδικαστούν αποζημιώσεις εναντίον της τράπεζας, η τελευταία έχει την οικονομική δυνατότητα να τις ικανοποιήσει. 4. Αγορεύοντας ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών εισηγήθηκε ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της καθ' ης η αίτηση ο οποίος, μεταξύ άλλων, επισήμανε ότι η αίτηση δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα, ο ενάγοντας 1 - αιτητής δεν έχει δικαίωμα να επιζητεί τις αιτούμενες θεραπείες αφού το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης δεν ανήκει σε αυτόν και περαιτέρω η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4-αιτήτρια κωλύεται να ζητά τις αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες καθότι δεν έχει καταχωρίσει ανταπαίτηση. Περαιτέρω εισηγήθηκε ότι δεν πληρούνται σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων. 5. Κατ' αρχήν το Δικαστήριο θα εξετάσει την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της τράπεζας ότι η αίτηση δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα και ότι αντίκειται στις ρητές νομοθετικές διατάξεις του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου (Ν. 9/65), οι οποίες προνοούν ότι η ειδοποίηση της σκοπούμενης πώλησης μπορεί να παραμεριστεί με αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο. Το άρθρο 44(Γ)

(3), του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου προνοεί ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δύναται εντός 30 ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ να καταχωρήσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της ειδοποίησης πώλησης για τους τέσσερις λόγους που περιγράφονται σ' αυτό. Στις 13.7.2018 το Μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν. 9/1965τροποποιήθηκε με το Νόμο 87
(1)/2018. Μία από τις βασικές αλλαγές που επέφερε ο Τροποποιητικός Νόμος αφορά και τους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ. Η εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση Τύπος Ι δεν αποτελεί πλέον λόγο παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ, αφού καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τον λόγο ότι έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 44(Γ)
(3)του πιο πάνω Νόμου ότι η ειδοποίηση Τύπος ΙΑ μπορεί να παραμεριστεί για τους λόγους που περιγράφονται σ' αυτό και μεταξύ αυτών ότι «έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου». Με την παρούσα αίτηση δεν επιδιώκεται ο παραμερισμός της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ αλλά η έκδοση απαγορευτικού διατάγματος, σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το οποίο, ως έχει ήδη επισημανθεί, αποτελεί προαπαιτούμενο για τον παραμερισμό της ειδοποίησης Τύπος ΙΑ, αφού καταχωρηθεί σχετική αίτηση. Το δικονομικό διάβημα που έλαβαν οι αιτητές δεν αντίκειται στις πρόνοιες του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου και συνακόλουθα η σχετική εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της τράπεζας δεν βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο και απορρίπτεται.
  1. Στη συνέχεια το Δικαστήριο θα εξετάσει την εισήγηση του ευπαιδεύτου συνηγόρου της τράπεζας ότι η ενάγουσα 1 δεν έχει δικαίωμα να ζητά τις αιτούμενες ενδιάμεσες θεραπείες καθότι δεν της ανήκει το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης και περαιτέρω ότι η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 κωλύεται να ζητά τις αιτούμενες θεραπείες καθότι δεν θεωρείται ενάγουσα αφού δεν έχει καταχωρίσει ανταπαίτηση. Στην προκείμενη περίπτωση οι ενάγοντες 1, 2 και 3 στις 26.9.2013 καταχώρισαν κλητήριο γενικώς οπισθογραφημένο και στις 11.12.2013 καταχώρισαν έκθεση απαίτησης με την οποία επιζητούν, μεταξύ άλλων, ακύρωση των συμφωνιών που καταρτίστηκαν μεταξύ των εναγόμενων 1, 2 και 3 και της τράπεζας, αποζημιώσεις και διαζευκτικά απόφαση του Δικαστηρίου ότι οι ενάγοντες δικαιούνται εύλογο χρόνο για την εξόφληση των χρεωστικών υπολοίπων. Η εναγόμενη τράπεζα στις 7.7.2014 καταχώρισε έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης με την οποία αξιώνει από τους ενάγοντες αλλά και την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 χρηματικά ποσά ως επίσης και διατάγματα για εκποίηση των ενυπόθηκων ακινήτων, μεταξύ αυτών και της επίδικης υποθήκης με αρ. Υ XXXX/2005 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού που παραχώρησε η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη
  2. Ακολούθως στις 12.1.2016 καταχωρήθηκε απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση από μέρους των εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενων 1-
  3. Πριν την τροποποίηση που έγινε με τον Νόμο 17
(1)/2004 στον περί Δικαστηρίων Νόμο, δικαίωμα να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα είχε μόνο ο ενάγων. Με την πιο πάνω τροποποίηση δόθηκε αυτό το δικαίωμα και στους δύο διαδίκους και έτσι ο εναγόμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει τέτοιο διάταγμα. Όπως έχει επισημανθεί στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των I. Zhigachov κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 133: «. είναι θεμελιωμένο ότι, αν η θεραπεία που ζητείται από τον εναγόμενο δεν πηγάζει από την αγωγή του ενάγοντα ή δεν συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα (be incident to the plaintiff's cause of action), τότε ο εναγόμενος δεν δικαιούται να ζητήσει παρεμπίπτον διάταγμα, μέχρι να καταχωρήσει ανταπαίτηση, αλλιώτικα για να ζητήσει τέτοιο παρεμπίπτον διάταγμα θα πρέπει να καταχωρήσει ανταγωγή (cross action).» Στο Annual Practice του 1958, αναφέρονται τα ακόλουθα: "By Defendant. - A defendant may . make, after appearance, an interlocutory application for an injunction . The relief sought by the defendant must arise in respect of the plaintiff's action, or be incident to the plaintiff's cause of action. If the relief sought by the defendant is outside the plaintiff's action, the defendant cannot move for an injunction until he has delivered a counterclaim, but must institute a cross action." Όπως έχει νομολογηθεί, αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα υποβάλλεται στα πλαίσια ύπαρξης αγώγιμου δικαιώματος το οποίο δίνει δικαίωμα στον αιτητή σε ουσιαστική θεραπεία. Ένα παρεμπίπτον διάταγμα δεν παρέχει από μόνο του αγώγιμο δικαίωμα. Είναι επικουρικό σε ουσιαστική αξίωση που προβάλλεται στα πλαίσια αγωγής (βλ. Zhigachov ανωτέρω). Στην προκείμενη περίπτωση, όπως έχει ήδη επισημανθεί, οι ενάγοντες 1, 2 και 3 με την αγωγή τους αξιώνουν, μεταξύ άλλων, την ακύρωση των συμφωνιών. Σε μία από αυτές για περαιτέρω εξασφάλιση των πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στη ενάγουσα αρ. 1, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 παραχώρησε την επίδικη υποθήκη. Η τράπεζα με την ανταπαίτηση της αξιώνει από τους ενάγοντες 1, 2 και 3 και την εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 διάφορα ποσά ως επίσης και διάταγμα εκποίησης των υποθηκών που παραχωρήθηκαν, μεταξύ αυτών και της υποθήκης που παραχώρησε η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4, η οποία, όπως έχει ήδη τονιστεί, διασυνδέεται με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν στην ενάγουσα. Η τελευταία δεν καταχώρισε ανταπαίτηση πλην όμως με την έκθεση υπεράσπισής της αμφισβητούνται ουσιώδεις ισχυρισμοί της τράπεζας. Αναμφίβολα η θεραπεία η οποία επιζητείται πηγάζει από την ανταπαίτηση της τράπεζας και συνδέεται με το αγώγιμο δικαίωμα της τελευταίας το οποίο βασίζεται κυρίως σε συμφωνίες δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν, μεταξύ άλλων, στην ενάγουσα 1 και η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 για περαιτέρω εξασφάλιση της πιο πάνω συμφωνίας παραχώρησε την πιο πάνω υποθήκη. Συνεπώς, για όλους τους λόγους που εξηγούνται, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 νομιμοποιείται να αιτηθεί την έκδοση προσωρινού διατάγματος εναντίον της τράπεζας ως επίσης και η ενάγουσα 1, αφού όπως έχει ήδη επισημανθεί με την αγωγή της αξιώνει ακύρωση των συμφωνιών, το δε ενυπόθηκο ακίνητο διασυνδέεται με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν σε αυτήν και στην περίπτωση που το ακίνητο εκποιηθεί ο ενυπόθηκος οφειλέτης δύναται να κινηθεί εναντίον της πρωτοφειλέτη αξιώνοντας το σχετικό ποσό. 7. Η νομολογία, σε σχέση με την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 έχει αναλυθεί σε σωρεία αποφάσεων (βλ. Odysseos v. Pieris Estates & others
(1982)1 C.L.R. 557). Οι αρχές καθορίστηκαν ως ακολούθως: (α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Το ερώτημα τούτο απαντάται θετικά εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής. Δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του (T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 Α.Α.Δ. 1802). (β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας (visible chance of success), δηλαδή πιθανότητας οι ενάγοντες να δικαιούνται σε θεραπεία. Εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο της έκδοσης του προσωρινού διατάγματος είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση, αλλά κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Louis Vuitton v. Δερμοσάκ κ.α.
(1992)1 (Β) Α.Α.Δ. 1453). (γ) Ότι, εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στους ενάγοντες σε μεταγενέστερο στάδιο. Ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Και όπως έχει νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων των αιτούμενων τη θεραπεία. Επιπρόσθετα σε κάθε περίπτωση εξετάζεται από το Δικαστήριο κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ή να διατηρηθεί ένα διάταγμα (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 (Β) Α.Α.Δ. 1235. Κατ' αρχήν επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εξετάζει στο στάδιο αυτό την αίτηση με γνώμονα την κατάληξη τελικών συμπερασμάτων δεδομένου ότι αυτό αποτελεί έργο του εκδικάζοντος την ουσία της υπόθεσης Δικαστηρίου (βλ. Jonidexo v. Adidas
(1984)1 A.A.Δ. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Αναμφίβολα όμως κάποια αξιολόγηση της μαρτυρίας σε σχέση με την διαπίστωση της ικανοποίησης των κριτηρίων όπως έχουν καθοριστεί πιο πάνω είναι αναγκαία, χωρίς όμως να ισοδυναμεί αυτή η αξιολόγηση με τελεσίδικη κρίση. 8.1 Στην προκείμενη περίπτωση με βάση τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως έχει ήδη επισημανθεί δεν χρειάζεται η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις για την πιθανότητα ύπαρξης του. ΄Ετσι οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει την προϋπόθεση ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. 8.2 Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει ήδη επισημανθεί, κατόπιν συμφωνιών η τράπεζα παραχώρησε στην ενάγουσα 1 την 21.11.2012 δάνειο για το ποσό των €37.000.- και την 8.2.2001 πιστωτικές διευκολύνσεις σε μορφή τρεχούμενου λογαριασμού με όριο παρατραβήγματος. Η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 για εξασφάλιση των πιο πάνω διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν στην ενάγουσα αρ. 1, παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την επίδικη υποθήκη Υ XXXXX/
  1. Προβάλλεται ότι η τράπεζα παρείχε επενδυτική συμβουλή και περαιτέρω οι υπάλληλοι της παρότρυναν τους ενάγοντες, μεταξύ αυτών και την ενάγουσα αρ. 1, να προβούν στη σύναψη των συμφωνιών με σκοπό την επέκταση των επαγγελματικών τους δραστηριοτήτων, χωρίς να διασφαλίσουν ότι αυτό θα εξυπηρετούσαν τα συμφέροντα τους, τόνισαν τα θετικά χαρακτηριστικά των πιστωτικών διευκολύνσεων ενώ υποβάθμισαν τους κινδύνους που απέρρεαν από αυτά. Προβάλλεται ότι παρουσίαζαν τα επίδικα προϊόντα ως καταλληλότερα γι' αυτούς και δεν έλαβαν υπόψη τις εισοδηματικές τους δυνατότητες. Περαιτέρω αναφέρεται ότι η υποθήκη παραχωρήθηκε στη βάση ψευδών παραστάσεων και διαβεβαιώσεων, αφού ανέφεραν στον ενάγοντα αρ. 3 ότι σε περίπτωση αποπληρωμής του ποσού των €60.000.- η υποθήκη θα διαγραφόταν ενώ εγγράφηκε για όλες τις υποχρεώσεις των εναγόντων μέχρι του ποσού των €112.000.-. Προκύπτει από τα πιο πάνω γεγονότα αλλά και γενικότερα από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι υφίσταται ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Όπως έχει ήδη επισημανθεί εκείνο το οποίο απαιτείται να αποδειχθεί στο στάδιο αυτό είναι κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Έτσι με βάση τα πιο πάνω, οι αιτητές έχουν ικανοποιήσει την συγκεκριμένη προϋπόθεση.
  2. Στη συνέχεια θα εξεταστεί κατά πόσο ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, ότι εκτός αν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη τους ενάγοντες σε μεταγενέστερο χρόνο. Η πιο πάνω προϋπόθεση εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η επιδίκαση αποζημιώσεων θα είναι επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης τελικά όταν ληφθούν υπόψιν όλοι οι παράγοντες το Δικαστήριο θα αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο να εκδώσει ή να οριστικοποιήσει ένα τέτοιο διάταγμα. Ο χρηματικός παράγοντας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη (βλ. Παπαστρατής ν. Πιερίδης
(1979)1 Α.Α.Δ. 231 και Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245). Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου την θεραπεία (βλ. M & Ch. Mitsingas Trading Ltd κ.ά. ν. Timberland Co
(1997)1 Γ Α.Α.Δ. 1791). Η δε τρίτη προϋπόθεση θα πρέπει να εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του εξουσία για να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα. Στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1 Β Α.Α.Δ. 1235, το Ανώτατο Δικαστήριο επισήμανε ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη ότι οι εφεσείοντες σε εκείνη την υπόθεση είναι τραπεζιτικό ίδρυμα το οποίο είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν δικαστική απόφαση εναντίον του και έτσι έκρινε ότι η περίπτωση δεν ήταν η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του. Το γεγονός ότι το ακίνητο, αντικείμενο της επίδικης υποθήκης, αποτελεί την μοναδική κατοικία του ενάγοντα 3, της εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 4 και της οικογένειας τους, δεν είναι ικανά να ικανοποιήσουν καθ' οιονδήποτε τρόπο ότι είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο χρόνο. Δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να καταδεικνύει τις επιπτώσεις σε αυτούς στην περίπτωση που εκποιηθεί η επίδικη υποθήκη. Όπως έχει επισημανθεί, η εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη 4 παραχώρησε προς όφελος της τράπεζας την πιο πάνω υποθήκη και γνώριζε ότι υφίστατο ο κίνδυνος εκποίησης της στην περίπτωση που η πρωτοφειλέτης δεν εκπλήρωνε τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Στην παρούσα, οι αιτητές ακόμη και στην περίπτωση που επιτύχει η αγωγή τους θα μπορούν να αποζημιωθούν σε χρήμα. Δεν προβάλλεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η εναγόμενη τράπεζα είναι αφερέγγυα ή ότι θα αδυνατεί να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό, στην περίπτωση που επιτύχει η απαίτηση των αιτητών και δεν έχει αμφισβητηθεί η ικανότητα της τράπεζας να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις. Συνακόλουθα δεν συντρέχει η τρίτη προϋπόθεση όπως καθορίζεται πιο πάνω. 10. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, καθίσταται φανερό ότι η παρούσα περίπτωση δεν είναι η πρέπουσα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος και έτσι η αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη. Συνακόλουθα η αίτηση απορρίπτεται. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της εναγόμενης-καθ' ης η αίτηση και εναντίον του ενάγοντα 1 και εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενης 4-αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στο τέλος. Νοείται ότι ένα σετ έξοδα θα καταβληθεί. (Υπ.) .............................. Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο Πρωτοκολλητής ΗΓ/ΑΓ Subject: Civil / Other actions / Interim Αναφορά: Προσωρινό διάταγμα - εκποίηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.