Βασιλείου ν. Ταμείο Δια Πλεονάζον Προσωπικόν, Αρ. Αίτησης: 258/17, 20/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:DEDLEF:2018:63 ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΡΓΑΤΙΚΩΝ ΔΙΑΦΟΡΩΝ - ΛΕΜΕΣΟΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστή Θ. Ανθούση) Ι. Τσουρή ) Μελών Αρ. Αίτησης: 258/17 Μεταξύ: XXXXXXX Βασιλείου Αιτητής και Ταμείο Δια Πλεονάζον Προσωπικόν Καθ' ων η Αίτηση Ημερομηνία: 20/12/18 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Αιτητή: κα Χρ. Χατζηκωστή Για το Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού: κ. Γ. Αθανασιάδης Α Π Ο Φ Α Σ Η Ο Αιτητής προσλήφθηκε στην υπηρεσία της εταιρείας K.V. Imperial Constructions Ltd («η Εργοδότρια Εταιρεία) την 1/10/
- Την 1/7/2015 το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέδωσε, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, διάταγμα εκκαθάρισης της Εργοδότριας Εταιρείας και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως εκκαθαριστής της περιουσίας της Εργοδότριας Εταιρείας. Η απασχόληση του Αιτητή στην Εργοδότρια Εταιρεία τερματίστηκε στις 9/7/2015 όταν επιδόθηκε στην Εργοδότρια Εταιρεία το διάταγμα εκκαθάρισής της (Βλ. Τεκμήρια 2 και 3 και παράγραφος 3 του Τεκμηρίου 1). Σε αυτό το σημείο ανοίγουμε μια παρένθεση και σημειώνουμε ότι η έκδοση ενός διατάγματος εκκαθάρισης μιας εταιρείας συνιστά επίσημη προειδοποίηση τερματισμού της εργοδότησης όλων των εργοδοτουμένων της και ότι είναι ανοικτό στον εκκαθαριστή της αν επιθυμεί να συνεχίσει την επιχείρηση της υπό εκκαθάριση εργοδότριας εταιρείας να συνεχίσει να απασχολεί τους εργοδοτούμενους της υπό εκκαθάριση εταιρείας και σε μια τέτοια περίπτωση η απασχόληση των εργοδοτουμένων από τον εκκαθαριστή θεωρείται ως συνέχεια της προηγούμενης απασχόλησης των εργοδοτουμένων από την υπό εκκαθάριση εταιρεία[1]. Ο Αιτητής στις 24/9/2015 καταχώρησε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών («το Δ.Ε.Δ.») την αίτηση εργατικής διαφοράς με αρ. 437/
- Στις 14/9/2016 το Δ.Ε.Δ. εξέδωσε απόφαση στην αίτηση εργατικής διαφοράς με αρ. 437/15 υπέρ του Αιτητή και εναντίον του Επίσημου Παραλήπτη, ως διαχειριστή της περιουσίας της Εργοδότριας Εταιρείας[2], για το ποσό των €3.345,00 πλέον νόμιμο τόκο το οποίο αφορούσε την πληρωμή αντί προειδοποίησης που δικαιούτο ο Αιτητής από την Εργοδότρια Εταιρεία για τον τερματισμό της απασχόλησής του στις 9/7/2015 δυνάμει του Περί Τερματισμού Απασχολήσεως Νόμου, Ν.24/67 («ο Νόμος»)[3]. Με επιστολή του ημερομηνίας 23/9/2016 ο δικηγόρος του Αιτητή απέστειλε στο Ταμείο Πλεονασμού («το Ταμείο») την απόφαση του Δ.Ε.Δ. ημερομηνίας 14/9/2016 στην αίτηση με αρ. 437/15 και κάλεσε το Ταμείο όπως καταβάλει στον Αιτητή πληρωμή για το επιδικασθέν ποσό της πληρωμής αντί προειδοποίησης στη βάση των προνοιών του άρθρου 31 του Νόμου. Το Ταμείο με επιστολή του ημερομηνίας 31/1/2017 πληροφόρησε τον δικηγόρο του Αιτητή ότι το πιο πάνω αίτημα του Αιτητή δεν μπορεί να ικανοποιηθεί από το Ταμείο καθ' ότι η περίπτωση του Αιτητή δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου αφού η αίτηση εργατικής διαφοράς του Αιτητή με αρ. 437/15 καταχωρήθηκε στο Δ.Ε.Δ. μετά την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης της Εργοδότριας Εταιρείας. Ο Αιτητής στις 10/7/2017 καταχώρησε την παρούσα αίτηση εργατικής διαφοράς με την οποία αξιώνει εναντίον του Ταμείου το ποσό των €3.345,00 ως ποσό οφειλόμενο δυνάμει του άρθρου 31
(3)του Νόμου, νόμιμους τόκους, έξοδα πλέον Φ.Π.Α πλέον έξοδα επίδοσης. Είναι η θέση του ότι η περίπτωσή του εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου. Το Ταμείο απορρίπτει την εναντίον του αξίωση ισχυριζόμενο ότι ο Αιτητής δεν δικαιούται πληρωμή από το Ταμείο με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 31
(3)του Νόμου καθότι «προσέφυγε» στο Δ.Ε.Δ. μετά την ημερομηνία που η Εργοδότρια Εταιρεία τέθηκε σε εκκαθάριση και ότι στην περίπτωση του Αιτητή τυγχάνουν εφαρμογής οι πρόνοιες του άρθρου 31
(2)του Νόμου. Ως εκ τούτου ζητά απόρριψη της αίτησης εναντίον του με έξοδα υπέρ του. Ο δικηγόρος του Αιτητή αγορεύοντας εισηγήθηκε ότι η γραμματική διατύπωση του άρθρου 31
(3)του Νόμου αποκλείει μόνο την πληρωμή από το Ταμείο σε όσους εργοδοτούμενους επιδικάστηκε ποσό υπέρ τους από το Δ.Ε.Δ. και κατά την ημερομηνία της έκδοσης της απόφασης του Δ.Ε.Δ. υπέρ των εργοδοτουμένων δεν είχε αρχίσει διαδικασία εκκαθάρισης του εργοδότη τους. Υποστήριξε ότι η θέση του Ταμείου ότι πληρωμή με βάση το άρθρο 31
(3)του Νόμου δικαιούνται μόνο όσοι εργοδοτούμενοι εξασφάλισαν απόφαση του Δ.Ε.Δ. υπέρ τους και εναντίον του εργοδότη τους κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της έναρξης της διαδικασίας εκκαθάρισης και της έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης είναι έξω από τη λεκτική διατύπωση και το πνεύμα του εν λόγω άρθρου αφού (α) πουθενά στο εν λόγω άρθρο δεν γίνεται αναφορά στον χρόνο που λαμβάνει δικαστικά μέτρα ο εργοδοτούμενος σε σχέση με την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης του εργοδότη και (β) η μόνη αναφορά που υπάρχει στο εν λόγω άρθρο σε σχέση με την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης του εργοδότη αφορά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης υπέρ του εργοδοτουμένου. Ενόψει των πιο πάνω υποστήριξε ότι εφόσον στο λεκτικό του εν λόγω άρθρου δεν υπάρχει ρητός αποκλεισμός των εργοδοτουμένων που καταχωρούν αιτήσεις στο Δ.Ε.Δ. μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης του εργοδότη τους η πρόνοια του άρθρου 31
(3)καλύπτει και την περίπτωση των εργοδοτουμένων που καταχώρησαν αίτηση στο Δ.Ε.Δ. μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης του εργοδότη τους. Ο δικηγόρος του Ταμείου με την αγόρευσή του επανέλαβε τις δικογραφημένες θέσεις του Ταμείου. Τα εδάφια
(2)και
(3)του άρθρου 31 του Νόμου προβλέπουν τα πιο κάτω: «
(2)Ποσόν επιδικασθέν υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών περιλαμβάνεται μεταξύ των χρεών τα οποία- (α) δυνάμει του άρθρου 30 του περί Πτωχεύσεως Νόμου, κατά την διανομήν της ιδιοκτησίας ή του ενεργητικού πτωχεύσαντος δέον να πληρωθώσι κατά προτεραιότητα έναντι πάντων των άλλων χρεών· και (β) δυνάμει του άρθρου 300 του περί Εταιρειών Νόμου, κατά την εκκαθάρισιν εταιρείας δέον να πληρωθώσι κατά προτεραιότητα έναντι πάντων των άλλων χρεών, ανεξάρτητα από το χρόνο υποβολής της αίτησης στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών.
(3)Όταν κατά τον χρόνον της επιδικάσεως υπό του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών, έχη αρχίσει διαδικασία αναφορικώς προς τον εργοδότην δυνάμει του περί Πτωχεύσεως Νόμου ή του Μέρους V του περί Εταιρειών Νόμου ο εργοδοτούμενος προς τον οποίον εγένετο η επιδίκασις εισπράττει ολόκληρον το επιδικασθέν ποσόν εκ του Ταμείου. Τα δικαιώματα του εργοδοτουμένου αναφορικώς προς πάσαν επιδικασθείσαν πληρωμήν καταβλητέαν απ' ευθείας υπό του εργοδότου μεταβιβάζονται εις το Ταμείον.» Στο σύγγραμμα Δρ. Ανδ. Ποιητή, Η Εκκαθάριση Εταιρειών, Β' έκδοση 2015, στις σελίδες 86 - 87 γίνεται αναφορά τις παραγράφους
(2)και
(3)του άρθρου 31 του Νόμου και σημειώνονται τα πιο κάτω: «Είναι, λοιπόν, φανερό ότι στην περίπτωση που έχει αρχίσει η εκκαθάριση - και ο χρόνος αυτός είναι ο χρόνος της καταχώρησης της αίτησης - ο εργοδοτούμενος έχει τα δικαιώματα που καθορίζουν οι πιο πάνω διατάξεις και μπορεί να αποζημιωθεί, είτε κατά προτεραιότητα των άλλων χρεών από την εταιρεία, είτε για ολόκληρο το επιδικασθέν ποσό από το ταμείο» Στην προκείμενη περίπτωση το διάταγμα εκκαθάρισης της Εργοδότριας Εταιρείας (το οποίο ήταν και ο λόγος που οδήγησε στον τερματισμό της απασχόλησης του Αιτητή) εκδόθηκε πριν την καταχώρηση στο Δ.Ε.Δ. της αίτησης με αρ. 437/15 (και την έκδοση της απόφασης του Δ.Ε.Δ.) και το ερώτημα που καλούμαστε να απαντήσουμε είναι κατά πόσον η παρούσα περίπτωση εμπίπτει στις πρόνοιες του εδαφίου
(3)του άρθρου 31 του Νόμου. Η απάντηση στο πιο πάνω ερώτημα εξαρτάται από την ερμηνεία του εν λόγω εδαφίου. Αποτελεί πάγια θέση της νομολογίας ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου το λεκτικό του νόμου είναι καθαρό και σαφές πρέπει να ερμηνευθεί σύμφωνα με τη φυσική, γραμματική και συνηθισμένη του έννοια γιατί αυτό το λεκτικό εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο την πρόθεση του Νομοθέτη. Εφόσον το νόημα ενός νόμου είναι απλό το δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να διερευνήσει την σοφία του. Δεν είναι επιτρεπτή η προσθήκη λέξεων στο κείμενο του νόμου και η παρεμβολή επεκτάσεων οι οποίες δεν βρίσκονται στον νόμο. Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων είναι μεν επιτρεπτή, πλην όμως δεν καθιστά εφικτή ούτε και δικαιολογεί την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου πρέπει να είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη. Αυτό είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Papaneophytou v. Republic
(1973)3 C.L.R. 191, Κ.Ο.Τ. v. Παπαδόπουλου
(1990)2 Α.Α.Δ. 96, Southfields Industries Ltd. v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ 59, Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1903 και Αντώνης Θεοδούλου ν. Δημοκρατία Ποινική Έφεση αρ.139/2017 ημερ. 21/12/2017). Oι πρόνοιες των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου 31 του Νόμου και η ερμηνεία τους απασχόλησαν το Ανώτατο Δικαστήριο σε δύο υποθέσεις. Στην υπόθεση Χριστόδουλος Κυριάκου κ.α ν. Ταμείου δια Πλεονάζον Προσωπικό
(1933)1 Α.Α.Δ. 1020 κρίθηκε ότι η φράση «επιδικασθέν ποσό» στο άρθρο 31
(3)του Νόμου εμφανώς ως εκ του σκοπού του Νόμου, αναφέρεται σε ποσά πληρωτέα δυνάμει των προνοιών του Νόμου τα οποία συναρτώνται με τον τερματισμό της απασχόλησης του εργοδοτουμένου (δηλαδή αφορούν την αποζημίωση για παράνομο τερματισμό της απασχόλησης και την πληρωμή αντί προειδοποίησης για τερματισμό της απασχόλησης) και όχι σε οποιαδήποτε άλλα ποσά πληρωτέα είτε δυνάμει των προνοιών άλλου νόμου είτε γενικά στο πλαίσιο της σχέσης εργοδότη εργοδοτουμένου. Περαιτέρω το Ανώτατο Δικαστήριο αφού σημείωσε ότι το άρθρο 31
(2)του Νόμου εντάσσει ρητά στα χρέη ως προς τα οποία αναγνωρίζεται προτεραιότητα από το άρθρο 300 του Κεφ. 113 και τα ποσά που επιδικάζονται υπό του Δ.Ε.Δ. και ότι σύμφωνα με το άρθρο 31
(3)του Νόμου "τα δικαιώματα του εργοδοτούμενου αναφορικά προς πάσαν επιδικασθείσαν πληρωμή καταβλητέα απ' ευθείας υπό του εργοδότου μεταβιβάζονται στο Ταμείο" το οποίο Ταμείο εννοείται ότι πλήρωσε το ποσό κατ' εφαρμογή του άρθρου 31
(3)του Νόμου, ανέφερε ότι ο Νόμος δεν προβλέπει μόνο υποχρέωση του Ταμείου αλλά προβλέπει και υποχρεώσεις του ίδιου του εργοδότη και γι΄ αυτόν τον λόγο κατ' εφαρμογή του Νόμου εκδίδεται απόφαση κατά του εργοδότη μόνο και ότι επομένως αναγνωρίζεται προτεραιότητα στην πληρωμή των επιδικασθέντων ποσών ανεξάρτητα από το αν η περίπτωση καλύπτεται από το άρθρο 31
(3)του Νόμου. Στην υπόθεση Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού ν. Κύπρου Γεωργίου
(2006)1 Α.Α.Δ. 115, η απόφαση του Δ.Ε.Δ. υπέρ του εργοδοτουμένου και εναντίον του εργοδότη εκδόθηκε στις 28/11/2001. Πριν από την έκδοση της εν λόγω απόφασης και εκκρεμούσης της διαδικασίας ενώπιον του Δ.Ε.Δ., ο Διευθυντής Κοινωνικών Ασφαλίσεων υπέβαλε αίτηση για εκκαθάριση της εργοδότριας εταιρείας. Μετά την απόφαση του Δ.Ε.Δ. και πιο συγκεκριμένα στις 5/4/2002 εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα. Το Δ.Ε.Δ. σε αίτηση του Αιτητή για πληρωμή των επιδικασθέντων ποσών δυνάμει του Νόμου υπέρ του από το Ταμείο αποφάσισε ότι ενεργοποιούντο οι προϋποθέσεις του άρθρου 31
(3)του Νόμου και εξέδωσε απόφαση κατά του Ταμείου. Κατά την εκδίκαση της έφεσης που καταχώρησε το Ταμείο, το Ταμείο προέβαλε την εισήγηση ότι το πρωτόδικο δικαστήριο παρερμήνευσε τον Νόμο. Υποστήριξε ότι για να δημιουργηθεί η ευθύνη του Ταμείου στη βάση του άρθρου 31
(3)του Νόμου, δεν ήταν αρκετή η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση της εργοδότριας εταιρείας, εκκρεμούσας της εναντίον της διαδικασίας για αποζημιώσεις όπως είχε συμβεί στην παρούσα υπόθεση και ότι θα έπρεπε και να είχε εκδοθεί το διάταγμα για την εκκαθάριση της εργοδότριας εταιρείας, πριν την έκδοση της εναντίον της απόφασης, εν προκειμένω, πριν από τις 28/11/2001. Ήταν εισήγηση του Ταμείου ότι αντίθετη ερμηνεία (α) θα άφηνε ανοικτή τη δυνατότητα καταστρατήγησης με την εικονική υποβολή αιτήσεων για εκκαθάριση εταιρειών και (β) παράλληλα, το άρθρο 31
(2)του Νόμου δεν θα είχε λόγο ύπαρξης αφού, στοχεύοντας στην κάλυψη της περίπτωσης εκκαθάρισης εργοδότριας εταιρείας, αναγνωρίζει υπέρ του εξ αποφάσεως δανειστή προτεραιότητα πληρωμής του, έναντι όλων των άλλων χρεών. Το Ανώτατο Δικαστήριο κρίνοντας ορθή την πρωτόδικη απόφαση ανέφερε μεταξύ άλλων: «Αν ο νομοθέτης ήθελε να παραπέμψει σε διάταγμα παραλαβής ή εκκαθάρισης ήδη εκδοθέν, θα αναμέναμε να το έκαμνε ρητά. Αναφέρεται σε διαδικασία που άρχισε και, προκειμένου περί εταιρείας, το πρωτόδικο δικαστήριο ορθά ανέτρεξε στον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113. Το οποίο, όπως και ο περί Πτωχεύσεως Νόμος, Κεφ. 5, αναφέρεται στο περιθώριο του άρθρου 31
(3). Εκεί, το άρθρο 218, ενταγμένο στο Μέρος V, κάτω από τον τίτλο «έναρξη εκκαθάρισης», ακριβώς καθορίζει πότε θεωρείται ότι αυτή άρχισε. Πρόσθετα προς άλλες περιπτώσεις, όπως προβλέπεται, αυτή θα θεωρείται ότι άρχισε κατά το χρόνο της υποβολής αίτησης για εκκαθάριση. Η αναφορά δε στην Αθανασίου v. Reana Manuf. & Trading Co Ltd, κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. σελ. 1635, την οποία επικαλέστηκε ο εφεσείων, σε ενεργοποίηση του άρθρου 31
(3)«μόνο όταν και εφόσον εκδοθεί είτε διάταγμα πτώχευσης ή διάταγμα εκκαθάρισης» ασφαλώς δεν τέμνει το επίδικο θέμα, το οποίο δεν τελούσε και υπό εξέταση όπως προκύπτει αφού εξυπακούεται πως σε κάθε περίπτωση είναι απαραίτητο για να δημιουργηθεί η ευθύνη του Ταμείου, να έχει, εν τέλει, εκδοθεί διάταγμα παραλαβής ή εκκαθάρισης. Μπορούμε να είμαστε σύντομοι και σε σχέση με τα υπόλοιπα επιχειρήματα των εφεσειόντων. Έχουν δεχτεί και οι ίδιοι κατά την ακρόαση, πως ο όποιος κίνδυνος για εικονικές καταστάσεις θα υπήρχε ούτως ή άλλως. Ορθά νομίζουμε αφού μόνο χρονικής σημασίας απολήγει να είναι η διάσταση που εκδηλώθηκε Όπως επίσης έχουν δεχτεί πως το άρθρο 31
(2)θα είχε λόγο ύπαρξης, εν πάση περιπτώσει. Συζητήθηκε συναφώς κατά την ακρόαση η περίπτωση έναρξης της διαδικασίας σύμφωνα με το Μέρος V του Κεφ. 113 και έκδοσης διατάγματος εκκαθάρισης μετά την έκδοση απόφασης από το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Και ορθώς, όπως κρίνουμε, συμφώνησαν και οι εφεσείοντες πως ενώ αυτή δεν θα καλυπτόταν από το άρθρο 31
(3), θα καλυπτόταν από το άρθρο 31
(2).» Από τις πιο πάνω αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου προκύπτει ότι έχει νομολογιακά ξεκαθαριστεί σε σχέση με την εφαρμογή των εδαφίων
(2)και
(3)του άρθρου 31 του Νόμου ότι: (α) η εφαρμογή των προνοιών του εδαφίου
(2)του άρθρου 31 σε μια περίπτωση δεν αποκλείει και δεν περιορίζει την εφαρμογή των προνοιών του εδαφίου
(3)του άρθρου 31 στην ίδια περίπτωση αν τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το εδάφιο
(3)του άρθρου 31 και ότι το εδάφιο
(3)του άρθρου 31 σ' αυτές τις περιπτώσεις δίνει στον εργοδοτούμενο ένα επιπρόσθετο δικαίωμα σε σχέση με την πληρωμή του επιδικασθέντος από το Δ.Ε.Δ. ποσού υπέρ του στην περίπτωση που ο εργοδότης τεθεί υπό εκκαθάριση, (β) στην περίπτωση που κατά τον χρόνο έκδοσης απόφασης από το Δ.Ε.Δ. υπέρ του εργοδοτουμένου έχει αρχίσει η εκκαθάριση του εργοδότη (δηλαδή έχει καταχωρηθεί αίτηση εκκαθάρισης εναντίον του εργοδότη) ο εργοδοτούμενος (όταν εκδοθεί το διάταγμα εκκαθάρισης) μπορεί να λάβει το επιδικασθέν ποσό είτε κατά προτεραιότητα των άλλων χρεών από την υπό εκκαθάριση εργοδότρια εταιρεία είτε από το Ταμείο (δηλαδή εφαρμόζονται και τα δυο εδάφια) και (γ) στην περίπτωση που η διαδικασία εκκαθάρισης του εργοδότη άρχισε μετά την έκδοση απόφασης από το Δ.Ε.Δ. υπέρ του εργοδοτουμένου τότε ο εργοδοτούμενος δεν μπορεί να λάβει το επιδικασθέν ποσό από το Ταμείο αλλά μόνο από την υπό εκκαθάριση εργοδότρια εταιρεία κατά προτεραιότητα των άλλων χρεών (δηλαδή δεν εφαρμόζεται το εδάφιο
(3)του άρθρου 31 αλλά εφαρμόζεται μόνο το εδάφιο
(2)). Το λεκτικό της πρόνοιας του εδαφίου
(3)του άρθρου 31 του Νόμου, κατά την άποψή μας, είναι ξεκάθαρο και σαφές. Σύμφωνα με αυτό το λεκτικό απαιτούμενη προϋπόθεση για την πληρωμή του επιδικασθέντος ποσού από το Δ.Ε.Δ. από το Ταμείο αποτελεί μόνο η έναρξη διαδικασίας εκκαθάρισης αναφορικά με τον εργοδότη κατά τον χρόνο της επιδικάσεως από το Δ.Ε.Δ[4]. Όπως έχει ερμηνευτεί νομολογιακά αυτό που απαιτείται είναι κατά τον χρόνο της επιδικάσεως από το Δ.Ε.Δ. είτε να εκκρεμεί αίτηση εκκαθάρισης είτε να έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης. Στην παρούσα περίπτωση τηρείται η εν λόγω προϋπόθεση. Τονίζουμε ότι στην εν λόγω πρόνοια δεν συναρτάται το δικαίωμα του εργοδουμένου για καταβολή σε αυτόν από το Ταμείο του επιδικασθέντος από το Δ.Ε.Δ ποσού με τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης εργατικής διαφοράς στο Δ.Ε.Δ. σε σχέση είτε με την έναρξη της διαδικασίας εκκαθάρισης αναφορικά με τον εργοδότη ή με την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης του εργοδότη. Βρίσκουμε ότι η θέση του Ταμείου ότι στην παρούσα περίπτωση δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες του εδαφίου
(3)του άρθρου 31 λόγω του ότι η αίτηση με αρ. 437/15 καταχωρήθηκε μετά την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης της Εργοδότριας Εταιρείας δεν υποστηρίζεται από το περιεχόμενο του λεκτικού του εν λόγω εδαφίου. Μια τέτοια ερμηνεία θα σήμαινε την προσθήκη λέξεων στο υφιστάμενο λεκτικό κάτι που δεν είναι επιτρεπτό. Παρενθετικά σημειώνουμε ότι η διαδικασία εκκαθάρισης μιας εταιρείας δεν ολοκληρώνεται με την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης ώστε να μπορεί να θεωρηθεί ότι με την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης της Εργοδότριας Εταιρείας δεν υφίστατο πλέον διαδικασία εκκαθάρισής της και συνακόλουθα να μην εφαρμόζεται η πρόνοια του εδαφίου
(3)του άρθρου 31 του Νόμου. Ως εκ τούτου η εν λόγω θέση του Ταμείου δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στην βάση των πιο πάνω κρίνουμε ότι στην προκείμενη περίπτωση εφαρμόζεται η πρόνοια του εδαφίου
(3)του άρθρου 31 του Νόμου και ότι ο Αιτητής δικαιούται να εισπράξει από το Ταμείο το ποσό που του επιδικάστηκε από το Δ.Ε.Δ. στην αίτηση με αρ. 437/15. Συνακόλουθα εκδίδουμε απόφαση υπέρ του Αιτητή και εις βάρος του Ταμείου για το ποσό των €3.345,00 με νόμιμο τόκο πλέον €600,00 ως δικηγορικά έξοδα συν Φ.Π.Α πλέον έξοδα επίδοσης (Υπ.) ............... Ε. Κωνσταντίνου, Δικαστής (Υπ.) ............. (Υπ.) ............... Θ. Ανθούσης, Μέλος Ι. Τσουρής, Μέλος Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Industrial/Final (Αναφορά: Πληρωμή σε εργοδοτούμενου από το Ταμείο Πλεονασμού βάσει του άρθρου 31
(3)του Ν.24/67 ). [1] Δρ. Ανδ. Ποιητή, Η Εκκαθάριση Εταιρειών, Β' έκδοση 2015, στις σελίδες 85 -86, Bailey & Groves, Corporate Insolvency Law & Practice, 5th edition, para.29.
- [2] Στον τίτλο της αίτησης εργατικής διαφοράς με αρ. 437/15 ο Επίσημος Παραλήπτης αναγράφεται ως διαχειριστής της περιουσίας της Εργοδότριας Εταιρείας ενώ με το διάταγμα εκκαθάρισης που εκδόθηκε την 1/7/2015 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού για την Εργοδότρια Εταιρεία ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε ως εκκαθαριστής της περιουσίας της Εργοδότριας Εταιρείας (Βλέπε Τεκμήριο 4). [3] Περαιτέρω το Δ.Ε.Δ. επιδίκασε υπέρ του Αιτητή €500,00 ως δικηγορικά έξοδα συν ΦΠΑ πλέον €33,00 έξοδα επίδοσης. [4] Βλέπε την απόφαση του Δ.Ε.Δ. στην Αίτηση Εργατικής Διαφοράς με αρ. 74/2012 Χαρίκλεια Χριστοδούλου v.
- Επίσημος Παραλήπτης, ως εκκαθαριστής της εταιρείας J.V.M. Designers Manufacturers & Interior Decoration Co Ltd,
- Ταμείο Πλεονάζοντος Προσωπικού, ημερ. 1/7/
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο