Charles Treanor κ.α. ν. Woodbrook Group Holdings Limited κ.α., Γενική Αίτηση Αρ. 299/2018, 20/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A534 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Μαλαχτού, Π.Ε.Δ. Γενική Αίτηση Αρ. 299/2018 Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (Ν.101/87) -και- Αναφορικά με τη διαιτησία που πρόκειται να καταχωρηθεί στο Κέντρο Διαιτησίας και Διαμεσολάβησης Κύπρου (Cyprus Arbitration and Mediation Centre) από τους
(1)XXXX Charles Treanor
(2)XXXX Christina Englezos
(3)Castlerock Trustees Limited
(4)Overseas Trust and Pensions Benefits Limited
(5)XXXX Brock εναντίον των
(1)Woodbrook Group Holdings Limited
(2)Woodbrook Group Limited -και- Αναφορικά με την παρούσα Αίτηση μεταξύ των:
- XXXX Charles Treanor
- XXXX Christina Englezos
- Castlerock Trustees Limited
- Overseas Trust and Pensions Benefits Limited
- XXXX Brock Αιτητών -και-
- Woodbrook Group Holdings Limited
- Woodbrook Group Limited
- Felicitas Management Holdings Limited
- XXXX Doherty Καθ' ων Αίτηση ------------------------------ Αίτηση ημερ. 16.10.2018 Ημερ.: 20.12.2018 Για τους Αιτητές: κα Χρ. Αχιλλέως για L.G. Zambartas LLC Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Καθ' ων η Αίτηση στην Γενική Αίτηση 1 - 3: κα Γ. Μιλτιάδου με κ. Γ. Γαβριηλίδη για Γιώτα Μιλτιάδου & Συνεργάτες ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Αντικείμενο της Γενικής Αίτησης είναι η έκδοση διαταγμάτων προς υποβοήθηση διεθνούς διαιτησίας που επρόκειτο να καταχωριστεί στο Κέντρο Διαιτησίας και Διαμεσολάβησης Κύπρου. Αυθημερόν με την καταχώριση της Γενικής Αίτησης την 16.10.2018 καταχωρίστηκε και η μονομερής υπό κρίση Αίτηση της οποίας επιλήφθηκε το Δικαστήριο την επομένη 17.10.2018, οπόταν και εκδόθηκε αριθμός ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η μονομερής Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση ημερ. 16.10.2018 του Αιτητή 1, ο οποίος αναφέρει ότι είναι εξουσιοδοτημένος και από τους υπόλοιπους Αιτητές για να προβεί σε αυτή. Την 29.10.2018 οι Αιτητές διέκοψαν την Γενική Αίτηση εναντίον του Καθ' ου η Αίτηση
- Κατά συνέπεια τα εκδοθέντα διατάγματα έπαψαν να ισχύουν εναντίον του. Οι Καθ' ων η Αίτηση καταχώρησαν Ειδοποίηση Πρόθεσης Ένστασης με εννέα λόγους ένστασης που υποστηρίζεται με Ένορκη Δήλωση ημερ. 16.11.2018 του XXXX McGonigle διευθυντή των επιχειρήσεων του ομίλου της Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρείας. Με Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 6.12.2018 επιτράπηκε η καταχώριση δύο συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη της Αίτησης και την 7.12.2018 καταχωρίστηκαν Συμπληρωματικές Ένορκες Δηλώσεις από τον Αιτητή 5 και τον XXXX Ζαμπάρτα, διευθυντή της δικηγορικής εταιρείας που εκπροσωπεί τους Αιτητές. Αυτές αφορούν στο ζήτημα της εκπροσώπησης των Αιτητών από τους δικηγόρους τους και δεν αγγίζουν την ουσία της αντιδικίας. Οι Καθ' ων η Αίτηση υποστήριξαν ότι η Γενική Αίτηση δεν μπορεί να προχωρήσει γιατί δεν συνοδεύεται από τα απαραίτητα διοριστήρια έγγραφα με τα οποία οι Αιτητές να διορίζουν τους δικηγόρους τους. Εφόσον, κατά τη θέση τους, η Γενική Αίτηση εκπίπτει, συμπαρασύρει και την υπό κρίση Αίτηση. Διαπιστώνεται πως κατά την καταχώριση της, η Γενική Αίτηση δεν συνοδευόταν από έντυπα διορισμού δικηγόρου «υπό Ενάγοντος». Τέτοια καταχωρίστηκαν με πρωτοβουλία των Αιτητών μεταγενέστερα, την 30.11.
- Η Δ.1, θ.2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας αναφέρει ότι αγωγή σημαίνει πολιτική διαδικασία που αρχίζει με κλητήριο ένταλμα ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο που καθορίζεται με οποιοδήποτε Νόμο ή Θεσμούς του Δικαστηρίου. Ακόμη ότι εναρκτήρια κλήση σημαίνει οιανδήποτε κλήση εκτός από κλήση σε αιτία ή ζήτημα που εκκρεμεί. Επομένως, η παρούσα διαδικασία είναι αγωγή που άρχισε με εναρκτήρια κλήση. Η Δ.2, θ.14 προνοεί ότι κανένα κλητήριο ένταλμα με απαίτηση πέραν των €9 μπορεί, όταν ο ενάγοντας διαμένει στην Κύπρο, να σφραγιστεί όταν παρουσιάζεται από δικηγόρο εκτός αν συνοδεύεται από γραπτό διοριστήριο σύμφωνα με τον Τύπο
- Η επιφύλαξη του θ.14 προνοεί ότι κατόπιν αδείας Δικαστού, όταν διαφαίνεται καλός λόγος που καταγράφεται στα πρακτικά, ένα κλητήριο μπορεί να σφραγιστεί από τον Πρωτοκολλητή χωρίς αυτό να συνοδεύεται από γραπτό διοριστήριο, αλλά τέτοιο διοριστήριο πρέπει να καταχωριστεί αργότερα εντός του χρόνου που ο Δικαστής θα θεωρήσει κατάλληλο να επιτρέψει. Η επιφύλαξη του θ.14 δεν εφαρμόζεται στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης όπου καμιά άδεια δεν δόθηκε από το Δικαστήριο για να σφραγιστεί η Γενική Αίτηση. Επισημαίνεται ωστόσο ότι ο θ.14 αναφέρεται σε κλητήριο ένταλμα και όχι οποιοδήποτε άλλο τρόπο με τον οποίο μπορεί να αρχίσει μια πολιτική διαδικασία και δεν αναφέρεται σε εναρκτήρια κλήση. Οι δικηγόροι των Καθ' ων η Αίτηση, όταν κλήθηκαν για διευκρινίσεις την 18.12.2018, δεν μπόρεσαν να υποδείξουν οιαδήποτε πρόνοια στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας ή αλλού που να καθορίζει ότι μια εναρκτήρια κλήση όπως η παρούσα Γενική Αίτηση θα πρέπει να συνοδεύεται κατά την καταχώριση της από «Τύπο Διορισμού Δικηγόρου υπό Ενάγοντος». Στην απουσία τέτοιας πρόνοιας ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται. Η αίτηση εδράζεται μεταξύ άλλων στον περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμο του 1987 (αρ.101 του 1987), άρθρο 9 το οποίο προνοεί ότι: «Το Δικαστήριο έχει εξουσία, κατ' αίτηση ενός των μερών, να διατάσσει τη λήψη συντηρητικών μέτρων, οποτεδήποτε πριν από την έναρξη ή κατά τη διάρκεια της διαιτητικής διαδικασίας.» Η Διαιτητική διαδικασία που αναφέρεται στο άρθρο 9 είναι αυτή στην οποία παραπέμφθηκε η ουσιαστική διαφορά των μερών. Οι Αιτητές έχουν καταφύγει στο Δικαστήριο τούτο για τον πρόδηλο λόγο ότι οι Καθ' ων η Αίτηση Εταιρείες έχουν περιουσιακά στοιχεία στην Κύπρο. Στην Helington Commodities Limited κ.ά.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 926 σχολιάζεται η προσφυγή στο δικαστήριο με γενική αίτηση για την επιδίωξη θεραπείας δυνάμει του άρθρου 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987. Σημειώνεται πως η μη ύπαρξη κανονισμών δεν καθιστά τις νομοθετικές πρόνοιες ανενεργές. Μνημονεύεται η Udruzena Beogradska Banka v. Westacre Investment Inc.
(1999)1 A.A.Δ. 124 στην οποία εξετάστηκε ζήτημα αναγνώρισης και εκτέλεσης απόφασης που είχε εκδοθεί από Διεθνές Διαιτητικό Δικαστήριο, όπου υιοθετήθηκε η αρχή ότι όπου δεν υπάρχουν ειδικοί διαδικαστικοί κανόνες επιτρέπεται η καταχώριση εναρκτήριας αίτησης. Η ακολουθητέα διαδικασία ήταν στην προκειμένη περίπτωση διαδικαστικά ορθή επιλογή και ενδεχομένως η μόνη δικονομική διέξοδος ώστε να δυνηθούν οι Αιτητές να προβάλουν τις διεκδικούμενες, δυνάμει του άρθρου 9, θεραπείες. Η καταχώριση της υπό κρίση μονομερούς δευτερογενούς Αίτησης στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης ήταν το ενδεικνυόμενο επόμενο διάβημα εφόσον οι Αιτητές επικαλούνταν ότι οι εξαιτούμενες θεραπείες ήταν επείγουσες. Το Δικαστήριο έχοντας αναλάβει δικαιοδοσία δυνάμει του άρθρου 9 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 ασκεί την διακριτική του ευχέρεια εφαρμόζοντας το ημεδαπό δίκαιο, δηλαδή το Κυπριακό, (βλ. Starport Nominees Ltd κ.α. (Αρ. 1)
(2010)1(Β) Α.Α.Δ. 1271)). Το άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο. Αυτό έχει αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557 επανατοποθετήθηκε η αρχή πως για την επιτυχή επίκληση του άρθρου 32 απαιτούνται τρεις προϋποθέσεις. Αυτές είναι, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας και να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Αναγνωρίζεται πως αφού ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο πως πληρούνται όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 152). Στην προσπάθειά του να απονέμει δικαιοσύνη στο προκαταρκτικό αυτό στάδιο της υπόθεσης, το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί της απαίτησης του ενάγοντα και επιμελώς θα πρέπει να αποφεύγει την κρίση της ουσίας της αγωγής. Περιορίζεται και προσεγγίζει το μαρτυρικό υλικό με μόνο σκοπό τη διακρίβωση της ύπαρξης ή όχι των πιο πάνω προϋποθέσεων και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (βλ. Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263). Οποιεσδήποτε διαπιστώσεις γίνονται για σκοπούς της εξέτασης της έκδοσης ή μη του προσωρινού διατάγματος και όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εκδικαστεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka D.D.
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 236) που, στην περίπτωση διαδικασιών όπως η παρούσα, θα γίνει από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Αναφορικά με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α.
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 204, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την υποστηρικτική της αίτησης ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγοντας έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Ο ενάγοντας δεν υπέχει υποχρέωση, όπως ήταν προηγουμένως η αντίληψη, να αποδείξει ότι έχει ισχυρή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή εκ πρώτης όψεως υπόθεση ή ακόμα πιθανότητα ότι θα επιτύχει στη δίκη. Το βάρος στον ενάγοντα είναι λιγότερο. Πρέπει να αποδείξει ότι έχει συζητήσιμη υπόθεση. Στην Πουργουρίδης κ.α. ν. Μέζου κ.α.
(1994)1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρεται ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, αναφέρεται ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Σημειώνεται, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας. Στην Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας της Κένυας ν. Bank Fur Arbeit Und Wirtschaft AG
(1999)1 (A) A.A.Δ. 585, 590 αναφέρεται πως η όλη δομή του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 και η φιλοσοφία που τον καλύπτει καταδεικνύουν ότι το Δικαστήριο παρεμβαίνει μόνο όπως ο Νόμος ορίζει και κυρίως προς υποστήριξη της διαιτητικής διαδικασίας με σκοπό πάντοτε να προχωρεί η διαιτησία το ταχύτερο δυνατό, ώστε να διασφαλίζεται η γρήγορη επίλυση της διεθνούς διαφοράς. Είναι ξεκάθαρο πως η όλη διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου γίνεται προς υποβοήθηση της διαιτησίας, επομένως κατά την εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, η διαπίστωση του κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων, γίνεται με αναφορά στο επίδικο θέμα της διαιτησίας και όχι στο επίδικο θέμα στην Γενική Αίτηση. Η Γενική Αίτηση είναι, στην απουσία ειδικών κανονισμών, το αναγκαίο δικονομικό υπόβαθρο ώστε να καταχωριστεί δευτερογενής αίτηση δια κλήσεως ή άνευ κλήσεως όπως η υπό κρίση. Η ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος ή η οριστικοποίηση του ή η έκδοση άλλου διατάγματος μέχρι έκδοσης απόφασης στην διαιτησία θα σηματοδοτήσει το ουσιαστικό τέλος της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας. Η Γενική Αίτηση δεν αναμένεται να εκδικαστεί. Σε σχέση με διατάγματα που αφορούν στη δέσμευση περιουσιακών στοιχείων και σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, αναφέρεται στην C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Σκυροποιία «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 785, 789-90, ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγόμενου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα δοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μην ικανοποιηθεί δικαστική απόφαση και στην προκειμένη περίπτωση η διαιτητική απόφαση, αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. Το εκδοθέν διάταγμα Α απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση 1 να αποξενώσει ή επιβαρύνει τα περιουσιακά της στοιχεία οπουδήποτε και αν βρίσκονται μέχρι ποσού Αγγλ. Στερλ. 1.033.428,75 μέχρι την αποπεράτωση της διαιτητικής διαδικασίας και τυχόν έφεσης σε αυτή. Σχεδόν ταυτόσημα διατάγματα, Β και Γ αντίστοιχα, εκδόθηκαν και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση 2 και 3 ξεχωριστά. Στο διάταγμα Α αναφέρεται «συμπεριλαμβανομένων των μετοχών που η Καθ' ης η Αίτηση 1 κατέχει στην Καθ' ης η Αίτηση 3», όμως αυτό πέραν από διευκρινιστικό δεν προσθέτει οτιδήποτε αφού η δέσμευση αφορά όλα τα περιουσιακά στοιχεία της Καθ' ης η Αίτηση 1 που περιλαμβάνουν και τις αναφερόμενες μετοχές. Κατά τον ίδιο τρόπο, ούτε το εκδοθέν διάταγμα Δ που αναφέρεται στις μετοχές που η Καθ' ης η Αίτηση 3 κατέχει στις θυγατρικές της Εταιρείες που κατονομάζονται προσθέτει οτιδήποτε στο εκδοθέν διάταγμα Γ. Το εκδοθέν διάταγμα Ε διατάσσει την Καθ' ης η Αίτηση 3 να απαγορεύσει στις θυγατρικές της Εταιρείες να αποξενωθούν ή επιβαρύνουν τα περιουσιακά τους στοιχεία μέχρι του ποσού των Αγγλ. Στερλ. 1.033.428,
- Το εκδοθέν διάταγμα Ζ αφορά τους οπουδήποτε τραπεζικούς λογαριασμούς των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 και απαγορεύει σε αυτές να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν τις καταθέσεις τους μέχρι το ίδιο ποσό. Προνοούνται επιφυλάξεις. Με το εκδοθέν διάταγμα Η δεσμεύονται οι πιο πάνω λογαριασμοί των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 μέχρι το ίδιο ποσό. Το εκδοθέν διάταγμα Θ επιτρέπει στους Αιτητές να πληροφορούνται για την δέσμευση των ποσών στις Τράπεζες, ενώ το εκδοθέν διάταγμα Ι διατάσσει τις Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 όπως εντός 7 ημερών δώσουν στους δικηγόρους των Αιτητών στοιχεία των τραπεζικών λογαριασμών τους και των θυγατρικών τους Εταιρειών. Τέλος το εκδοθέν διάταγμα ΙΑ παρέχει τη δυνατότητα στις Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 να καταβάλουν το ποσό στο λογαριασμό πελατών των δικηγόρων των Αιτητών για να κρατηθεί μέχρι την εκτέλεση τυχόν απόφασης στην διαιτητική διαδικασία υπέρ των Αιτητών. Η ουσία των εκδοθέντων διαταγμάτων είναι η δέσμευση ποσών σε τραπεζικούς λογαριασμούς ή περιουσιακών στοιχείων που η αξία τους δεν θα ξεπερνά τις Αγγλ. Στερλ. 1.033.428,75 από τραπεζικούς λογαριασμούς ή και περιουσιακά στοιχεία των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 ή οιασδήποτε ή οιονδήποτε από αυτές. Η υπόθεση των Αιτητών, όπως αναδύεται μέσα από την Ένορκη Δήλωση του Αιτητή 1 είναι ότι έχει παραβιαστεί η Συμφωνία Αγοράς Μετοχών ημερ. 21.3.2018 (MCT16) με αντικείμενο μετοχές της Καθ' ης η Αίτηση 3 Εταιρείας. Πωλητές των μετοχών ήταν οι Αιτητές 1 - 4 και αγοράστρια η Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρεία. Καταγράφονται ως μέρη στη Συμφωνία οι Αιτητές 1 - 4 πωλητές, ο Αιτητής 5 και ακόμη ένα φυσικό πρόσωπο, η Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρεία αγοράστρια και η Καθ' ης η Αίτηση 2 Εταιρεία ως η εγγυήτρια. Οι μετοχές, αναφέρει ο Αιτητής 1 αγοράστηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρεία για λογαριασμό του Καθ' ου η Αίτηση
- Η Καθ' ης η Αίτηση 2 Εταιρεία υπόγραψε Συμφωνία Εγγύησης ημερ. 21.3.2018 εγγυούμενη την εκπλήρωση των όρων της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρείας. Το τίμημα πώλησης ήταν Αγγλ. Στερλ. 1.400.
- Ποσό Αγγλ. Στερλ. 350.000 πληρώθηκε κανονικά την 25.6.2018, από τον Καθ' ου η Αίτηση 4 εκ μέρους της Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρείας. Το υπόλοιπο των Αγγλ. Στερλ. 1.050.000, αναβαλλόμενη αντιπαροχή (Deferred Consideration), ήταν πληρωτέο με δέκα δόσεις τριμηνιαίες των Αγγλ. Στερλ. 100.000 με την πρώτη πληρωτέα την 29.6.2018 και την τελευταία την 30.9.2020 και μια περαιτέρω πληρωμή Αγγλ. Στερ. 50.000 την 31.12.
- Η διαφορά προέκυψε από την μη καταβολή της πρώτης δόσης που, όπως αναφέρεται στην υποστηρικτική της Αίτησης Ένορκη Δήλωση, ήταν πληρωτέα την 25.9.
- Προφανώς για κάποιο λόγο είχε μετατεθεί η υποχρέωση καταβολής της πρώτης δόσης από 29.6.2018 σε 25.9.
- Η Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρεία με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 24.9.2018 (MCT21) προέβαλε κάποιες αξιώσεις που υπερέβαιναν το ποσό της δόσης αρνούμενη να προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή. Οι Αιτητές αποδέχτηκαν μόνο μικρό ποσό ως δικαιολογημένο και με επιστολές των δικηγόρων τους ημερ. 2.10.2018 προς την Καθ' ης η Αίτηση 1 και την Καθ' ης η Αίτηση 2, εγγυήτρια της, (MCT24 και 25 αντίστοιχα) απαίτησαν την άμεση πληρωμή ποσού Αγγλ. Στερλ. 98.421,
- Δόθηκε στη συνέχεια παράταση 5 ημερών όπως ζητήθηκε από τους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 για να απαντήσουν (MCT26 και 27). Η αλληλογραφία τελειώνει με επιστολή των δικηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 ημερ. 12.10.2018 (MCT28). Το ποσό δεν καταβλήθηκε. Ως αποτέλεσμα έχουν, κατά τους Αιτητές, παραβιαστεί τόσο η Συμφωνία Πώλησης Μετοχών, όσο και η Συμφωνία Εγγύησης και το συνολικό ποσό των Αγγλ. Στερλ. 1.033.428,75 έχει καταστεί απαιτητό και πληρωτέο. Προκύπτει ότι οι Αιτητές αποδέχονταν την πιο πάνω μείωση σε όλες τις δόσεις και κατ' αναλογία στην τελευταία. Έτσι προκύπτει το ποσό των Αγγλ. Στερλ. 1.033.428,
- Η διαφορά επρόκειτο, κατά τον χρόνο καταχώρησης της Αίτησης, να παραπεμφθεί σε διαιτησία αφού τόσο η Συμφωνία Πώλησης Μετοχών, όσο και η Συμφωνία Εγγύησης εμπεριέχουν ρήτρα διαιτησίας για παραπομπή οιασδήποτε διαφορές προς επίλυση ενώπιον του Κέντρου Διαιτησίας και Διαμεσολάβησης Κύπρου. Κατά την δικάσιμο της 12.12.2018 έγινε παραδεκτό από τους Καθ' ων η Αίτηση ότι η αίτηση για την διεθνή διαιτησία καταχωρίστηκε την 22.11.
- Είναι η θέση των Αιτητών ότι η μη καταβολή της πρώτης δόσης της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής συνιστούσε παράβαση ουσιώδους όρου της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών. Ωστόσο, δεν είναι η θέση τους πως έχουν τερματίσει την Συμφωνία. Ούτε καν ότι απαίτησαν ποτέ την πληρωμή ολόκληρου του υπόλοιπου της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής. Εντούτοις, στη γραπτή αγόρευση των δικηγόρων τους (σελ.27, παρ. (γ)) υποστηρίζεται ότι «Η καταβολή της 1ης δόσης της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών είναι ουσιώδης όρος, η παραβίαση του οποίου καθιστά τη Συμφωνία Πώλησης Μετοχών τερματισθείσα και δίνει το δικαίωμα στους Αιτητές να ζητήσουν την καταβολή ολόκληρου ποσού». Ότι ολόκληρο το ποσό της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής έχει καταστεί πληρωτέο είναι ο ακρογωνιαίος λίθος της υπόθεσης των Αιτητών ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου και τα εκδοθέντα διατάγματα χορηγήθηκαν στη βάση ότι οι Αιτητές δυνατόν να ανακτήσουν το ποσό της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής με την διαιτητική απόφαση που μπορεί να εκδοθεί υπέρ τους. Γι' αυτό και με τα εκδοθέντα διατάγματα δεσμεύτηκαν περιουσιακά στοιχεία και τραπεζικοί λογαριασμοί μέχρι του ποσού της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής ώστε, εάν εκδοθεί διαιτητική απόφαση για το ποσό που αφορά, να μπορεί να εκτελεστεί έναντι των δεσμευμένων περιουσιακών στοιχείων ή και τραπεζικών λογαριασμών και να απονεμηθεί δικαιοσύνη. Ολόκληρο το ποσό της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής θα καθίστατο πληρωτέο σε δύο περιπτώσεις. Η πρώτη περίπτωση θα ήταν με το νόμιμο τερματισμό της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών από τους Αιτητές, οπόταν το ποσό της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής θα μπορούσε να ανακτηθεί στη μορφή αποζημίωσης για διάρρηξη της Συμφωνίας. Η δεύτερη περίπτωση θα ήταν εάν υφίστατο όρος στη Συμφωνία Πώλησης Μετοχών που να προνοεί ότι σε περίπτωση μη καταβολής μιας δόσης της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής τότε ολόκληρη η Αναβαλλόμενη Αντιπαροχή θα καθίστατο πληρωτέα. Τέτοια ήταν η περίπτωση στα γεγονότα στην Commerzbank Auslandsbanken Holding AG κ.α ν. Adeona Holdings Limited, Π.Ε. Αρ. Ε6/2014, ημερ. 27.2.
- Στο ερμηνευτικό άρθρο 1 της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών αναφέρεται ότι «Deferred Consideration means the sum of £1,050,000 payable in accordance with clause 3.3 and Schedule 5». To Παράρτημα 5 αφορά μόνο στη διανομή των ποσών μεταξύ των πωλητών. Ο όρος 3 αναφέρεται στις δόσεις της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής, δεν εμπεριέχει όμως πρόνοια ότι η μη καταβολή οιασδήποτε δόσης θα καθιστούσε ολόκληρη την Αναβαλλόμενη Αντιπαροχή πληρωτέα. Οι δικηγόροι των Αιτητών, όταν κλήθηκαν για διευκρινίσεις την 18.12.2018, επιβεβαίωσαν τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι κανένας τέτοιος όρος δεν εμπεριέχεται στη Συμφωνία Πώλησης Μετοχών. Επιχειρηματολόγησαν ότι η Συμφωνία Πώλησης Μετοχών κατέστηκε τερματισθείσα αφού με το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 26.9.2018 του McGonigle, διευθυντή, υπενθυμίζεται, των επιχειρήσεων του ομίλου της Καθ' ης η Αίτηση 1 Εταιρείας, που αποστάληκε και προς τους Αιτητές 1 και 2 (MCT21) κατέστηκε, κατά τους Αιτητές, σαφές ότι η Καθ' ης η Αίτηση 1 δεν επρόκειτο να προβεί σε οποιαδήποτε πληρωμή κάτω από τους όρους της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών. Ουσιαστικά ότι δεν θα κατέβαλλε καμιά δόση της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής. Αναφέρθηκαν στην έννοια της προκαταβολικής παράβασης (anticipatory breach) σύμβασης υποστηρίζοντας ότι εφόσον εκδηλώθηκε η πρόθεση να μην καταβληθεί οιαδήποτε δόση, η Συμφωνία Πώλησης Μετοχών τερματίστηκε ή και ολόκληρο το ποσό της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής κατέστηκε έτσι πληρωτέο. Το Δικαστήριο δεν συμφωνεί με την προσέγγιση των Αιτητών. Η προκαταβολική παράβαση δεν έχει μεγαλύτερη δυναμική ή άλλες επιπτώσεις από την παράβαση της σύμβασης που έχει επισυμβεί. Εφόσον αποδειχθεί έχει τα ίδια αποτελέσματα και συνέπειες. Εφόσον στην προκειμένη περίπτωση επεσυνέβηκε, κατά την υπόθεση των Αιτητών, παράβαση ουσιώδους όρου με τη μη καταβολή της πρώτης δόσης είναι άσκοπο και εκ του περισσού να αναζητείται η διαπίστωση προκαταβολικής παράβασης. Είτε υπάρχει παράβαση ουσιώδους όρου που επεσυνέβηκε, είτε προκαταβολική παράβαση ουσιώδους όρου, γεγονός είναι ότι δεν ακολούθησε τερματισμός της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών και επομένως το μόνο ποσό που έχει καταστεί πληρωτέο είναι το ποσό της πρώτης δόσης. Στο σύγγραμμα του Π.Γ. Πολυβίου «Το Δίκαιο των Συμβάσεων» έκδ. Χρυσαφίνης και Πολυβίου, 2004, Τομ.Β, 661, αναφέρεται ότι: «Ο βασικός κανόνας του Κοινοδικαίου, που έχει υιοθετηθεί στην Κύπρο, είναι ότι σε περίπτωση που ο ένας συμβαλλόμενος δηλώνει την πρόθεση του να μην εκτελέσει μια μελλοντική του υποχρέωση, τότε ο άλλος συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση και να επιδιώξει την καταβολή αποζημιώσεων, χωρίς να περιμένει την έλευση της κανονικής ημερομηνίας εκτέλεσης της υπόσχεσης ή υποχρέωσης που ανέλαβε.» Περαιτέρω, στις σελ. 662-3, αναφέρεται ότι: «Συνήθως, σε τέτοιες περιπτώσεις διατυπώνεται η άποψη ότι το αθώο μέρος έχει δύο επιλογές, και μόνο δύο. Η πρώτη είναι να προχωρήσει με τον τερματισμό της σύμβασης και με αυτό τον τρόπο να προκαλέσει τη λήξη αυτής, η δεύτερη είναι να θεωρήσει ότι η σύμβαση συνεχίζεται και να μη προχωρήσει στον τερματισμό της αλλά να συνεχίσει να επιμένει στην εκπλήρωση των υποχρεώσεων των μερών. Η διατύπωση ότι δεν υπάρχει τρίτη επιλογή είναι ορθή, υπό την έννοια ότι δεν υπάρχει δυνατότητα στο αθώο μέρος να αποφασίσει να μη τερματίσει τη σύμβαση αλλά ταυτόχρονα ο ίδιος να εξαιρείται από την περαιτέρω εκπλήρωση των υποχρεώσεων του. Με άλλα λόγια, η βασική επιλογή που ανήκει στο αθώο μέρος είναι είτε η συνέχιση της σύμβασης, με όλα τα συνεπακόλουθα, ή ο τερματισμός της, με τις επιπτώσεις που προνοεί η νομολογία.» Σημειώνεται ακόμα ότι, σελ.663-4 «. εάν το αθώο μέρος παρά το ότι έχει το δικαίωμα να τερματίσει τη σύμβαση σαν αποτέλεσμα της προκαταβολικής παράβασης του υπαίτιου μέρους δεν πράξει τούτο σε προσπάθεια να σταθμίσει τα δεδομένα και να αποφασίσει τι πραγματικά τον συμφέρει, τότε η σύμβαση παραμένει σε ισχύ.» Προκύπτει στη βάση των γεγονότων που οι ίδιοι οι Αιτητές υποστηρίζουν ότι η Συμφωνία Πώλησης Μετοχών δεν έχει τερματιστεί, ότι αυτή παραμένει σε ισχύ και ότι το μόνο ποσό που έχει καταστεί πληρωτέο είναι το ποσό της πρώτης δόσης της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής που έχει καταστεί ληξηπρόθεσμη. Είναι συνεπώς η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας για την ανάκτηση μέσω της διαιτητικής διαδικασίας του ποσού της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής εκ Αγγλ. Στερλ. 1.033.428,
- Δεν ικανοποιείται η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων και συνεπώς τα εκδοθέντα διατάγματα θα πρέπει να ακυρωθούν. Θα μπορούσε να υποστηριχθεί πως έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας για την ανάκτηση μέσω της διαιτητικής διαδικασίας του ποσού των Αγγλ. Στερλ. 98.421,79, όμως, εφόσον η αίτηση παραπομπής σε διαιτησία δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να διαπιστωθεί κατά πόσο τα επίδικα ζητήματα όπως διαγράφονται στη διαιτησία καλύπτουν την περίσταση. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο θα απέκλινε από του να εκδώσει οιονδήποτε άλλο διάταγμα σε σχέση με οιονδήποτε ποσό, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Αιτητές επεδίωξαν και εξασφάλισαν διατάγματα με αναφορά στο πολύ μεγαλύτερο ποσό της Αναβαλλόμενης Αντιπαροχής των Αγγλ. Στερλ. 1.033.428,75 που παρέμειναν σε ισχύ για δύο μήνες. Ως εκ των ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται και τα εκδοθέντα διατάγματα ημερ. 17.10.2018 ακυρώνονται. Τυχόν στοιχεία που έχουν δοθεί από τις Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 Εταιρείες δυνάμει του διατάγματος Ι να επιστραφούν από τους δικηγόρους των Αιτητών στους δικηγόρους των Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 και τυχόν αντίγραφα που καταρτίστηκαν από τους πρώτους να καταστραφούν. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των Καθ' ων η Αίτηση, Καθ' ων η Αίτηση 1 - 3 στη Γενική Αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Χ. Μαλαχτός, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΞΠ Subject: Civil/General Application/Interim Αναφορά: Ενδιάμεσο Διάταγμα προς υποβοήθηση Διαιτησίας cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο