← Κύπρος

ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ ν. Παντελή κ.α., Αρ. Αγωγής: 743/2017, 14/12/2018

ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ ν. Παντελή κ.α., Αρ. Αγωγής: 743/2017, 14/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A526 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 743/2017 Μεταξύ: ΧΧΧΧΧΧ ΣΤΑΥΡΙΝΟΥ, από τη Λεμεσό Ενάγουσας Και

  1. ΧΧΧΧΧΧ Παντελή, από την Λεμεσό
  2. ΧΧΧΧΧΧ Παντελή, από την Λεμεσό
  3. ORATIUS DEVELOPMENT & INVESTMENT CO LTD, από τη Λεμεσό
  4. STALLION FUND LTD, από Νησιά Κέυμαν
  5. CIRCUMFERENCE FS (CAYMAN) LTD, από Νησιά Κέυμαν Εναγομένων -------------------- Αίτηση ημερομηνίας 21.03.2017 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14.12.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα-Αιτήτρια: κ. Μ. Χρίστου για Χαραλάμπους & Χρίστου ΔΕΠΕ Για Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4: κα Δ. Νικολάου για Κιτρομηλίδης, Πέτσας ΔΕΠΕ Για Ενδιαφερόμενο Μέρος/Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ: κα Α. Δημητρίου για Χρυσαφίνη & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενδιαφερόμενο Μέρος/Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα: κα Α. Δημητρίου για Ντίνος Μαστορούδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η ενάγουσα στις 21.3.2017 με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα καταχώρησε την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή με την οποία αξιώνει από τους Εναγόμενους το ποσό των €53.896,72 ως αποζημιώσεις για απάτη, δόλο, συνομωσία, εξαπάτηση και ή καταδολίευση. Την ίδια ημερομηνία καταχώρησε μονομερή αίτηση με την οποία επιδιώκει την έκδοση εναντίον των εναγόμενων ενδιάμεσου απαγορευτικού Διατάγματος καθώς και την έκδοση αριθμού διαταγμάτων αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal. Το δικαστήριο εξετάζοντας την αίτηση έκρινε πως τα αιτούμενα διατάγματα δεν πρέπει να εκδοθούν μονομερώς και ως εκ τούτου ζητήθηκε από την Ενάγουσα χρόνος για την επίδοση της. Η ενάγουσα-αιτήτρια με την αίτηση της ζητά την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων: Α. Ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 και στον καθένα από αυτούς, όπως άμεσα ή έμμεσα, διαμέσου των εργαζομένων τους, υπηρετών τους, εκπροσώπων τους, αντιπροσώπων τους ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου νομικού ή φυσικού, με οποιονδήποτε τρόπο, μεταφέρουν, δωρίσουν, πωλήσουν, μεταβιβάσουν, επιβαρύνουν, υποθηκεύσουν, αποξενώσουν ή μειώσουν με οποιονδήποτε τρόπο την περιουσία τους στην Κύπρο και οπουδήποτε στον κόσμο μέχρι ποσού USD 57.186,70 διαζευκτικά EUR 53.896,72 ή ισόποσου σε οποιοδήποτε νόμισμα, είτε αυτή η περιουσία είναι στο όνομά τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκει αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών, μέχρι τελικής αποπεράτωσης της αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 και τον καθέναν απ' αυτούς όπως εντός δεκατεσσάρων

(14)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης σε αυτούς του διατάγματος αποκαλύψουν με ένορκη δήλωση όλα τα περιουσιακά τους στοιχεία στην Κύπρο και/ή οπουδήποτε στον κόσμο που έχουν αξία μεγαλύτερη των ευρώ €5.000, και την τοποθεσία τους, είτε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιριών και περαιτέρω όπως επισυνάψουν στην εν λόγω ένορκη δήλωση όλα τα σχετικά έγγραφα που τεκμηριώνουν την ύπαρξη και τοποθεσία των εν λόγω περιουσιακών στοιχείων. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάζει την Εναγόμενη 5, το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ, την ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, το λογιστικό και/ή ελεγκτικό γραφείο Η.Ν. ΝΕΟ - AUDIT SERVICES LTD η οποία μετονομάστηκε σε ΗΝ NEOPHYTOU & CO LTD και τον καθέναν απ' αυτούς, όπως εντός 14 ημερών από την ημερομηνία επίδοσης σε αυτούς του Διατάγματος, προβούν σε ένορκη δήλωση την οποία θα καταχωρήσουν στο Δικαστήριο Λεμεσού και επιδώσουν στους δικηγόρους της Ενάγουσας - Αιτήτριας, έκαστος ξεχωριστά ή από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό τους στην οποία ένορκη δήλωση να αποκαλύψουν και να επισυνάψουν αντίγραφα όλων των εγγράφων που έχουν στον έλεγχο, εξουσία ή κατοχή τους (περιλαμβανομένων, άνευ περιορισμού έγγραφων που είναι στην κατοχή ή έλεγχο ή εξουσία των υπαλλήλων τους) τα οποία: 1. Σχετίζονται με τους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 και/ή με οποιονδήποτε από αυτούς συμπεριλαμβανομένου άνευ περιορισμού: i. Όλων των εγγράφων, τα οποία αποτελούν μέρος συμφωνιών και/ή προτάσεων και/ή συνομιλιών και/ή αλληλογραφίας, τα οποία να αφορούν την σχέση μεταξύ των Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση 1, 2, 3 και 4 και/ή οποιαδήποτε στοιχεία αποδεικνύουν την μεταξύ τους συμφωνία αντιπροσώπευσης και/ή εκπροσώπησης σε σχέση με την παροχή τραπεζικών και/ή χρηματοοικονομικών υπηρεσιών. ii. Όλων των εγγράφων τα οποία σχετίζονται με οποιοδήποτε από τα πρόσωπα που ήταν ιδιοκτήτες και/ή τελικοί δικαιούχοι (ultimate beneficial owners) των Εναγομένων 3 και 4 κατά την περίοδο από τον Ιούλιο του 2013 συμπεριλαμβανομένου μέχρι σήμερα, άνευ περιορισμού, όλων των εγγράφων που αφορούν εταιρείες που ανήκουν ή ανήκαν στους εν λόγω ιδιοκτήτες και/ή τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) είτε αυτές οι εταιρείες είναι στο όνομα τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών. iii. Να αποκαλύπτουν τα λογιστικά αρχεία και/ή λογιστικά βιβλία και/ή ισολογισμούς και/ή ελεγμένους λογαριασμούς των Εναγομένων/Καθ' ων η αίτηση 1, 2, 3 και 4 όπως επίσης και όλα τα έντυπα τα οποία καταχωρήθηκαν και/ή πρόκειται να καταχωρηθούν στις φορολογικές αρχές όπως επίσης και όλα τα στοιχεία τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για την κατάρτιση και/ή σύνταξη των πιο πάνω αναφερόμενων εγγράφων από την ημερομηνία σύστασης τους και/ή από την ημερομηνία διορισμού τους μέχρι και σήμερα. iν. Να αναφέρουν την οποιαδήποτε αλληλογραφία και/ή επικοινωνία μεταξύ των Εναγομένων/ Καθ' ων η Αίτηση 1, 2 και 3 με τους Εναγόμενους/Καθ' ων η Αίτηση 4 και 5 σε σχέση με την επένδυση και/ή το πρόσωπο της Ενάγουσας - Αιτήτριας. ν. Να αποκαλύψουν και παρουσιάσουν όλα τα έγγραφα και συμφωνίες οι οποίες υπογράφηκαν και/ή συνομολογήθηκαν με τους Εναγόμενους 1 και/ή 2 και/ή 3 με τους Εναγόμενους - Καθ'ων η Αίτηση 4 και 5 από την ημερομηνία σύστασης τους και/ή από την ημερομηνία διορισμού τους μέχρι και σήμερα νi. Να αναφέρουν και/ή να αποκαλύπτουν το πρόσωπο και/ή πρόσωπα τα οποία διαχειρίζονται και/ή δίνουν εντολές και/ή λαμβάνουν αποφάσεις σε σχέση με την λειτουργία των τραπεζικών τους λογαριασμών. νii. Όλων των εγγράφων που δείχνουν το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς των Εναγόμενων 4 και/ή οποιουδήποτε από αυτούς, τους πραγματικούς ιδιοκτήτες και/ή τελικούς δικαιούχους (ultimate beneficial owners) αυτών, τα πλήρη στοιχεία ταυτότητας των εν λόγω τελικών δικαιούχων, τις διευθύνσεις τους και/ή τα στοιχεία επικοινωνίας τους όπως και σχετικά έγγραφα καταπιστεύματος (trust deeds). viii. Όλων των εγγράφων που αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς στην Κύπρο και/ή οπουδήποτε αλλού στον κόσμο που ανήκουν άμεσα ή έμμεσα, εξ' ολοκλήρου ή εν μέρει και ωφέλιμα ή άλλως πώς, στους Εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 και/ή σε οποιονδήποτε από αυτούς, συμπεριλαμβανομένων, άνευ περιορισμού, όλων των εγγράφων που κατατέθηκαν και/ή υποβλήθηκαν για το άνοιγμα τραπεζικών λογαριασμών στο όνομα ή προς όφελος ή για την χρήση των Εναγόμενων 1, 2, 3 και 4 και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς, σχετικών εταιρικών εγγράφων αναφορικά με το άνοιγμα ή τη διαχείριση των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, εγγράφων που δείχνουν τους διαχειριστές (signatories) των εν λόγω τραπεζικών λογαριασμών, και τα πλήρη στοιχεία αυτών, και τραπεζικών καταστάσεων και/ή άλλων εγγράφων όπως αποδείξεις εμβασμάτων και/ή πληρωμών που έχουν σχέση με την Ενάγουσα. ix. Όλων των οδηγιών που έλαβαν η Εναγόμενη 5, το ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ, η ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ, το λογιστικό και/ή ελεγκτικό γραφείο Η.Ν. ΝΕΟ - AUDIT SERVICES LTD η οποία μετονομάστηκε σε ΗΝ NEOPHYTOU & CO LTD ή οποιοσδήποτε από αυτούς από οποιοδήποτε πρόσωπο με οποιοδήποτε μέσο συμπεριλαμβανομένου e-mail, φαξ ή άλλου μέσου αναφορικά με την διαχείριση των Εναγομένων 3 και 4 και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς ξεχωριστά, συμπεριλαμβανομένου άνευ περιορισμού οδηγιών για συναλλαγές, καταθέσεις, αναλήψεις, μεταβιβάσεις, συμβάσεις ή οποιοδήποτε άλλο θέμα οποιοσδήποτε φύσης που έχουν σχέση με την Ενάγουσα. x. Όλων των εγγράφων που αφορούν, και/ή δείχνουν, τα περιουσιακά στοιχεία και τραπεζικούς λογαριασμούς που έχουν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς στην Κύπρο και/ή οπουδήποτε στον κόσμο, είτε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία είναι στο όνομά τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών. xi. Όλων των εγγράφων που δείχνουν τα πλήρη στοιχεία της εμπορικής έδρας και/ή των γραφείων εξάσκησης των δραστηριοτήτων των Εναγομένων 1, 2, 3 και 4 συμπεριλαμβανομένου και στοιχεία επικοινωνίας τους. Δ. Περαιτέρω ή άλλη θεραπεία. Η αίτηση αυτή βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.28 Θ.Θ. 1,4, 5, 6, 11, 12, Δ.48, Θ.Θ. 1, 2,3, 4, 5, 6, 7, 8, 9, 10, 11,12,13, και Δ.64, Θ.Θ. 1 και 2, στα άρθρα 31, 32 και 48 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στα άρθρα 4, 5 και 9 του Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στα άρθρα 1-10 του Περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου 31(I)/1992, στο άρθρο 29, 29
(1), 29
(2)(β)(ζ)(η) του Περί Εργασιών Τραπεζικών Ιδρυμάτων Νόμου 66
(1)/97, στο άρθρο 22 του Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, στο άρθρο 7 του Bankers Book Evidence Act 1879, στις αρχές του κοινού δικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal και Bankers Trust v. Shapira, και στη σύμφυτη εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου. H αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση της ενάγουσας-αιτήτριας. Σε αυτή η αιτήτρια διατείνεται ότι ο καθ΄ ου η αίτηση 1 με τη συνδρομή των καθ΄ ων η αίτηση 2,3,4 και 5 με διάφορες ενέργειες και ή παραστάσεις και υποσχέσεις τους της απέσπασαν δόλια το πιο πάνω αναφερόμενο ποσό. Συνοπτικά σημειώνονται τα ακόλουθα από την ένορκη της δήλωση: -Τον Ιούλιο του 2013 συναντήθηκε με τον ΧΧΧΧΧΧ Παντελή - Εναγόμενο 1, ο οποίος της συστήθηκε ως αδειούχος επενδυτής με διασυνδέσεις σε χρηματιστήρια, αλλά και διάφορους ξένους εμπορικούς και επενδυτικούς οίκους σε ολόκληρο τον κόσμο. - Την ενημέρωσε για ένα επενδυτικό σχέδιο («fund») με την ονομασία Stallion το οποίο ήταν κερδοφόρο όπως υποστήριζε, αφού λάμβανε ένα σταθερό ποσοστό αύξησης κάθε μήνα. Την ενημέρωσε επίσης ότι διαχειριστής αυτού του επενδυτικού ταμείου ήταν ο ίδιος. -Επειδή πείσθηκε από τα λεγόμενα του εναγόμενου 1 και η πρόταση του της φάνηκε οικονομικά συμφέρουσα αποφάσισε να προχωρήσει με τη συγκεκριμένη επένδυση, αφού όπως την διαβεβαίωνε ο Εναγόμενος 1 τα χρήματά της θα ήταν διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή και όποτε τα χρειαζόμουν. -Έτσι τον Ιούλιο του 2013 έδωσε στον Εναγόμενο 1 το συνολικό ποσό των Ευρώ 35.222,
  1. Το ισόποσο σε δολάρια Αμερικής 37.784,19 αναφέρεται στην πρώτη κατάσταση λογαριασμού του Αυγούστου του 2013 την οποία έλαβε από τον Εναγόμενο 1 με σχετικό e-mail από την ηλεκτρονική διεύθυνση XXXXX@stallionfund.com όσον αφορά την επένδυσή της τα οποία και επισυνάπτει ως τεκμήριο
  2. -Ο Εναγόμενος 1 της έδωσε να υπογράψει κάποια έγγραφα εις απόδειξη των χρημάτων που του έδωσε ή και προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Παραθέτει ως «τεκμήριο 2» έγγραφο με τον τίτλο «Appendices to the company's Offering Memorandum - Stallion Fund Limited - Form Α». -Σε τακτά χρονικά διαστήματα λάμβανε καταστάσεις λογαριασμού από τον Εναγόμενο 1 γραπτώς με mail στην ηλεκτρονική της διεύθυνση stavrinoualexia@hotmail.com σε σχέση με την επένδυσή της, η οποία όπως φαίνεται από την τελευταία κατάσταση που είχε λάβει τον Απρίλιο του 2016 τεκμήριο 3 ανερχόταν στο ποσό των USD 57.186,70 διαζευκτικά EUR 53.896,
  3. -Κατά ή περί τον Μάιο του 2016 επικοινώνησε με τον Εναγόμενο 1 με τον οποίο διευθέτησε ραντεβού στα γραφεία της Εναγόμενης 3 στη Λεμεσό μαζί με τον σύζυγό της και ζήτησε την ανάληψης του ποσού της επένδυσης της. -Κατά τη συνάντηση τους μεταξύ και άλλων ο εναγόμενος 1 της ανέφερε πως η εταιρεία Εναγόμενη 3 λειτουργούσε «εικονικά» για σκοπούς φορολογικούς, και ότι δεν είχε ούτε εργασίες, ούτε εισοδήματα. Προσπάθησε δε να την μεταπείσει από του να αποσύρει τα χρήματά της, αναφέροντας στην ίδια και το σύζυγο της ότι δήθεν πίσω από αυτό το fund, το επενδυτικό δηλαδή σχέδιο όπως το ονόμαζε - για το οποίο κατά την ομολογία του αυτός ήταν ο διαχειριστής του (administrator) - αλλά και πίσω και από τον ίδιο βρίσκεται μια ολόκληρη ομάδα ξένων συμβούλων και επενδυτών, οι οποίοι διαχειρίζονται επί καθημερινής βάσεως τα χρήματα των επενδυτών της stallion. -Μεταξύ και άλλων της ανέφερε ότι το επενδυτικό αυτό ταμείο ήταν ιδιωτικό ότι υπάρχει ιστοσελίδα, που είναι μόνο για τα μέλη (members) και ότι η ίδια και ο σύζυγος της δεν ήταν μέλη, αλλά θα μπορούσαν να γίνουν κάποια στιγμή, υπονοώντας ότι θα έπρεπε να του δώσουν περισσότερα χρήματα και να αυξηθεί το ύψος της επένδυσής τους. -Ο εναγόμενος 1 ανέφερε ακόμα ότι η εταιρεία του είναι η πιο παλιά εταιρεία της Κύπρου, ενώ όπως εκ των υστέρων φάνηκε από έρευνα των δικηγόρων της η Εναγόμενη 3 ORATIUS DEVELOPMENT & INVESTMENT CO LTD με έδρα την Λεμεσό συστάθηκε μόλις στις 03 Σεπτεμβρίου 2004 (τεκμήριο 4), ενώ η Εναγόμενη 4 STALLION FUND LTD με έδρα τα Νησιά Κέυμαν συστάθηκε πολλά χρόνια αργότερα, στις 02 Ιουλίου 2009 (τεκμήριο 5). -Ακολούθως διαπιστώθηκε πως Εναγόμενος 1 δεν ήταν καν μέτοχος αρχικά της Εναγόμενης 3 αλλά μέτοχος κατά τον επίδικο χρόνο, ήτοι από τον Ιούλιο του 2013 ήταν ο Εναγόμενος 2, ΧΧΧΧΧΧ Παντελή, πατέρας του Εναγομένου 1 ο οποίος φαίνεται να προήγαγε ή και να παρείχε συνδρομή στον γιο του προκειμένου αυτός να πραγματοποιήσει τα αθέμιτα σχέδιά του και να καταχραστεί χρήματα τα οποία του εμπιστεύθηκαν ανυποψίαστοι επενδυτές όπως και η ίδια. -Ο εναγόμενος 1 απέφυγε να δώσει ακριβείς λεπτομέρειες τί είναι αυτό το επενδυτικό ταμείο, πού βρίσκεται και ποιοι βρίσκονται πίσω από αυτό και ισχυριζόμενος ότι δεν πλήρωνε χρήματα στο φόρο διότι η εταιρεία του δεν είχε την υποχρέωση να δηλώνει τα εισοδήματά της στον έφορο φορολογίας αλλά ούτε και στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς της Κύπρου, με τη δικαιολογία ότι αφ' ενός μεν το fund είναι ιδιωτικό (και όχι δημόσιο) και αφ' εταίρου ότι αν το δήλωνε στο φόρο, οι επενδυτές αλλά και ο ίδιος θα είχαν σημαντικά μικρότερο κέρδος. -Αφού ενημέρωσε τον εναγόμενο ότι επέμενε στην ανάληψη των χρήματων της αυτός την ενημέρωσε ότι το καλύτερο που μπορούσε να κάνει ήταν να δώσει τα χρήματά το πολύ σε έξι μήνες, δηλαδή τον Νοέμβριο του
  4. Η ίδια μη έχοντας άλλη επιλογή συγκατατέθηκε στο χρονικό περιθώριο των 6 μηνών. -Στις 6 Ιουλίου 2016, δύο σχεδόν μήνες μετά την συμφωνία της με τον Εναγόμενο 1 για επιστροφή των χρημάτων έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα μέσω της ηλεκτρονικής διεύθυνσης XXXXX@stallionfund.com ότι εξ' αιτίας της «χρηματοπιστωτικής αναταραχής» και της «οικονομικής κρίσης» η περίοδος αποπληρωμής προεκτεινόταν αντί για 6 μήνες, σε 12 μήνες. Περαιτέρω διευκρινιζόταν ότι η εταιρεία, (χωρίς να διευκρινίζει ποια εταιρεία), παρακολουθεί στενά τις οικονομικές καταστάσεις και θα ενημέρωνε τους πελάτες της για την περίοδο αποπληρωμής, ανάλογα με την βελτίωση ή χειροτέρευση των οικονομικών καταστάσεων. Στο εν λόγω μήνυμα η εταιρεία διατείνεται ότι διατηρεί το δικαίωμα να προεκτείνει εκ νέου την περίοδο αποπληρωμής. Ακολούθως η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση περιγράφει τις ενέργειες που έκανε στη προσπάθεια της να διερευνήσει και να συλλέξει πληροφορίες σε σχέση με το επενδυτικό ταμείο ενόψει των ελλιπώς και αόριστων πληροφοριών που της έδωσε ο εναγόμενος
  5. Επίσης δεν είχε την παραμικρή ενημέρωση από τον Εναγόμενο 1 για το πού βρίσκονταν τα χρήματα της ή το ποιος και με ποιον τρόπο τα διαχειριζόταν. Σε σχέση με την ORATIUS DEVELOPMENT & INVESTMENT CO LTD - Εναγόμενη 3,το όνομα της οποίας αναγράφεται στη γραπτή ενημέρωση που είχε από τον εναγόμενο 1 πρόκειται για κυπριακή εταιρεία η οποία συστάθηκε στις 03.09.2005 στη Λεμεσό («Τεκμήριο 7»). Η διεύθυνση της έδρας του εγγεγραμμένου γραφείου της εταιρείας βρίσκεται στην οδό Πέτρου Τσίρου & Βελεστίνου αρ.1, MALEMA COURT, Διαμ/Γρ 1, 3085, Λεμεσός, αν και κατά διαστήματα η εταιρεία άλλαξε άλλες τρεις διευθύνσεις όπως φαίνεται από το πιο πάνω τεκμήριο. Περαιτέρω η εταιρεία είχε κατά διαστήματα διάφορους Διευθυντές, ωστόσο από τις 04.02.2014 διευθυντής και μέτοχος της πιο πάνω εταιρείας, ήταν και εξακολουθεί να είναι ο Εναγόμενος 1 ΧΧΧΧΧΧ Παντελή. Αντίγραφο από το ηλεκτρονικό σύστημα του εφόρου εταιρειών επισυνάπτεται ως «τεκμήριο 8». Η ιδιοκτησία της Εναγόμενης 3 πριν από τις 04.02.2014 ανήκε στον Εναγόμενο 2, ΧΧΧΧΧΧ Παντελή ο οποίος είναι πατέρας του Εναγόμενου
  6. Σύμφωνα με τις πληροφορίες τις οποίες έλαβε από τους νομικούς της συμβούλους αφού λήφθηκαν από τον έφορο εταιρειών Κύπρου οι οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 3 διαπιστώθηκαν κάποιες παρεκκλίσεις και προσπάθεια συγκάλυψης των εσόδων της Εναγόμενης 3.Επισυνάπτει ως Τεκμήριο 10 τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 3 οι οποίες ετοιμάστηκαν από την ελεγκτική εταιρεία Η.Ν. ΝΕΟ - AUDIT SERVICES LTD η οποία μετονομάστηκε σε ΗΝ NEOPHYTOU & CO LTD για το οικονομικό έτος
  7. Διαπιστώθηκε επίσης ότι ούτε ο Εναγόμενος 1, ούτε η Εναγόμενη 3 είναι αδειούχοι επενδυτές από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου ή και την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (τεκμήριο 12). Διαπιστώθηκε ακόμα ότι ο εναγόμενος 1 δημιούργησε ένα εικονικό κατάστημα πώλησης ξύλινων ή και προκατασκευασμένων σπιτιών που το χρησιμοποιεί ως όχημα για την μεταφορά των χρημάτων που του εμπιστεύονται τα αθώα θύματά του, μέσω των τραπεζικών λογαριασμών που διατηρεί η Εναγόμενη 3 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και στην Τράπεζα Κύπρου και πιθανόν σε άλλες τράπεζες της Κύπρου ή και του εξωτερικού προκειμένου να μεταφέρει τα εν λόγω χρήματα στην Εναγόμενη 4 η οποία εδρεύει στα νησιά Κέυμαν. Είναι επίσης η θέση της αιτήτριας ότι ο εναγόμενος 1 αποσπά χρήματα με ψευδείς παραστάσεις ότι δήθεν είναι αδειούχος επενδυτής και ότι υπάρχει το ως άνω αναφερόμενο επενδυτικό σχέδιο το οποίο εξασφαλίζει ασφάλεια των χρημάτων που κατατίθενται σε αυτό ενώ στην πραγματικότητα ούτε αδειούχος επενδυτής είναι ούτε επενδυτικό ταμείο υπάρχει. Σε σχέση με την εναγόμενη 4 STALLION FUND LTD,που φαίνεται στις καταστάσεις λογαριασμού (τεκμήριο 13) που της απέστελλε ο εναγόμενος 1 με mails από τον Αύγουστο του 2013 μέχρι τον Απρίλιο του 2016 φαίνεται να έχει διεύθυνση τα νησιά Κέυμαν και δεν είναι επενδυτικό ταμείο (fund) αλλά μία εταιρεία με την ονομασία επενδυτικό ταμείο (fund). Παρά τις προσπάθειες των νομικών συμβούλων της αιτήτρια δεν κατέστη δυνατόν να ενημερωθούν για το ιδιοκτησιακό καθεστώς της εναγόμενης 4 (τεκμ. 14). Από πληροφορίες που έλαβε εγγεγραμμένος πράκτορας της Stallion Fund εναγομένης 4 είναι η εταιρεία με την ονομασία Circumference FS (Cayman) Ltd Εναγόμενη 5 και όχι ο εναγόμενος 1 που συστήθηκε ως διαχειριστής (administrator) της. Παρόλα αυτά το σύνολο των γεγονότων οδηγεί στο συμπέρασμα ότι είναι ο μοναδικός ιδρυτής, ιδιοκτήτης και διαχειριστής της. Επίσης από τις πληροφορίες που περισυνέλλεξε η αιτήτρια η εταιρεία Circumference FS (Cayman) Ltd είναι μια εταιρεία παροχής διοικητικών, λογιστικών και νομικών συμβουλών σε άλλες εταιρείες με έδρα των εργασιών της τα νησιά Κέυμαν «Τεκμήριο 15». Διαθέτει επίσης γραφεία σε άλλες δικαιοδοσίες όπως η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο. Αντίγραφο από την ιστοσελίδα της εταιρείας με τις παρεχόμενες υπηρεσίες επισυνάπτεται σαν «τεκμήριο 16». Παρέχει μεταξύ και άλλων διοικητικές υπηρεσίες όπως σύστασης διεθνών εταιρικών σχημάτων σε διάφορες δικαιοδοσίες, παροχή υπηρεσιών Διευθυντών μετόχων και γραμματέων ονομαστικά (nominee services) ενώ η πραγματική διαχείριση και έδρα μπορεί να ανήκει σε άλλα πρόσωπα τα οποία μόνο οι ίδιοι γνωρίζουν. Η Εναγόμενη 5 αρνήθηκε ή και αμέλησε και μέχρι σήμερα εξακολουθεί να αρνείται ή και να αμελεί να αποκαλύψει ή να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία αναφορικά με την Εναγόμενη 4 σε ότι αφορά την παροχή πιστοποιητικών διευθυντών, μετόχων, έδρας εγγεγραμμένου γραφείου, ιδρυτικού και καταστατικού εγγράφου, ελεγμένων λογαριασμών των τελευταίων τριών χρόνων, όπως ζητήθηκε με επιστολή των δικηγόρων της αιτήτριας ημερομηνίας 13.02.2017 («τεκμήριο 17») η οποία απεστάλη την ίδια ημερομηνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου («τεκμήριο 18») και 20.03.2017 («τεκμήριο 19») η οποία αποστάληκε την ίδια ημερομηνία («τεκμήριο 20»). Η αιτήτρια ως αναφέρει ζήτησε επίσης εκ νέου με γραπτό μήνυμα από τον εναγόμενο 1 την επιστροφή των χρημάτων της αλλά δεν έλαβε καμία απάντηση. Σε νέο μήνυμα που απέστειλε την 1 Νοεμβρίου έλαβε ηλεκτρονικό μήνυμα από τον Εναγόμενο 1 συνταγμένο στην αγγλική γλώσσα από την ηλεκτρονική διεύθυνση XXXXX@stallionfund.com με το οποίο την ενημέρωνε ότι η περίοδος αποπληρωμής είχε αλλάξει εκ νέου και ότι η νέα περίοδος αποπληρωμής ήταν 12 μήνες από την αίτηση, δηλαδή η αποπληρωμή του ποσού θα γινόταν τον Μάιο του
  8. Είναι η θέση της αιτήτριας ότι οι Εναγόμενοι είχαν δημιουργήσει ένα μυστικό δίκτυο ανταλλαγής πληροφοριών και λήψης εντολών μεταξύ τους προκειμένου ξεγελώντας την να μην της επιστρέψουν πίσω τα χρήματά της. Στις επικοινωνίες της δε με τον εναγόμενο 1 που συνεχίσθηκαν κατά τις οποίες ζητούσε την επιστροφή των χρημάτων της αυτός προσπαθούσε να την μεταπείσει από του να μην συνεχίσει να ζητά πίσω τα χρήματά της, και ότι δήθεν ήταν υποχρεωμένη κατά την άποψή του, να δέχεται οτιδήποτε εκείνος αποφάσιζε, ειδικά σε ότι αφορά το θέμα της επέκτασης του χρόνου αποπληρωμής των χρημάτων της. Στις 22 Νοεμβρίου του 2016 απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα στον Εναγόμενο 1 γραμμένο και στην αγγλική γλώσσα και στην ελληνική γλώσσα λέγοντάς του και εγγράφως άλλη μια φορά ότι αρνείται την απόφασή του να προεκτείνει μονομερώς την περίοδο αποπληρωμής των χρημάτων της. Εις απάντηση την ίδια ημέρα ήτοι την 22 Νοεμβρίου 2016 έλαβε ένα μακροσκελέστατο μήνυμα γραμμένο στην αγγλική γλώσσα από τον Εναγόμενο 1 από την ηλεκτρονική διεύθυνση XXXXX@stallionfund.com εμπλουτισμένο με νομικούς και οικονομικούς όρους από το οποίο ήταν φανερό ότι ο Εναγόμενος 1 λάμβανε οδηγίες και αντάλλαζε πληροφορίες με τους Εναγόμενους 4 και 5 οι οποίοι δεν αντιλαμβάνονται την ελληνική γλώσσα και διαμένουν στο εξωτερικό. Στις 22 Νοεμβρίου του 2016 τον ενημέρωσε και εγγράφως άλλη μια φορά ότι δεν αποδέχεται την απόφασή του να προεκτείνει μονομερώς την περίοδο αποπληρωμής των χρημάτων της, από τη στιγμή που τον είχε ήδη ενημερώσει από τις 16 Μαΐου 2016 ότι επιθυμούσε την επιστροφή τους. Εις απάντηση την ίδια ημέρα ήτοι την 22 Νοεμβρίου 2016 έλαβε ένα μακροσκελέστατο μήνυμα γραμμένο στην αγγλική γλώσσα από τον Εναγόμενο 1 από την ηλεκτρονική διεύθυνση XXXXX@stallionfund.com εμπλουτισμένο με νομικούς και οικονομικούς όρους και στοιχεία προκειμένου να δικαιολογήσει απ' ό,τι φαίνεται την απόφασή του για προέκταση του χρόνου αποπληρωμής των χρημάτων της. Από το όλο μήνυμα ήταν εμφανές ότι οι Εναγόμενοι δεν ήταν διατεθειμένοι να της επιστρέφουν πίσω τα χρήματά της. Επισυνάπτει ολόκληρη η μεταξύ τους ηλεκτρονική επικοινωνία ως «τεκμήριο 6». Τέλος η αιτήτρια στην ένορκη της δήλωση υποστηρίζει ότι από τα προαναφερθέντα στοιχεία ξεκάθαρα αποδεικνύεται ότι οι όλοι οι Εναγόμενοι συμμετείχαν σε ένα σχέδιο με σκοπό να την εξαπατήσουν. Πολύ πιθανόν να έχουν μεταφέρει τα χρήματα που της χρωστούν από το λογαριασμό που διατηρεί η Εναγόμενη 3 στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού και στην Τράπεζα Κύπρου και σε περίπτωση που δεν εκδοθεί αμέσως το ζητούμενο διάταγμα παγοποίησης και ιχνηλάτησης, θα έχουν την ευκαιρία να αποξενώσουν και να διαμοιράσουν τα χρήματά της, έτσι ώστε να αποφύγουν τις νομικές και συμβατικές τους υποχρεώσεις. Περαιτέρω υποστηρίζει πως διάταγμα αποκάλυψης πληροφοριών πρέπει να εκδοθεί και εναντίον της λογιστικής και/ή ελεγκτικής εταιρείας Η.Ν. ΝΕΟ - AUDIT SERVICES LTD η οποία μετονομάστηκε σε ΗΝ NEOPHYTOU & CO LTD αφού προέβησαν στην ετοιμασία των οικονομικών καταστάσεων της Εναγόμενης
  9. Αναφέρει επίσης ότι είναι απαραίτητη η έκδοση των διαταγμάτων αποκάλυψης προκειμένου να αποκαλυφθούν έγγραφα που σχετίζονται με τους εναγόμενους 1, 2, 3 και 4 τα οποία δείχνουν το πραγματικό ιδιοκτησιακό καθεστώς της Εναγόμενης
  10. Μεταξύ και άλλων η αιτήτρια ισχυρίζεται πως προκειμένου να ιχνηλατήσει την περιουσία της πρέπει η Τράπεζα Κύπρου, το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λεμεσού στις οποίες η Εναγόμενη 3 διατηρεί τραπεζικούς λογαριασμούς με βάση τις οικονομικές καταστάσεις τεκμήριο 9 και το ελεγκτικό-λογιστικό γραφείο Νεοφύτου να αποκαλύψουν πληροφορίες και έγγραφα αναφορικά με τα περιουσιακά στοιχεία που έχουν οι Εναγόμενοι 1, 2, 3 και 4 και/ή οποιοσδήποτε από αυτούς στην Κύπρο και/ή οπουδήποτε στον κόσμο, είτε αυτά τα περιουσιακά στοιχεία είναι στο όνομα τους ή στο όνομα άλλων ατόμων, είτε τους ανήκουν αποκλειστικά ή από κοινού ή κεχωρισμένα, απόλυτα ή λόγω εμπιστεύματος ή άλλης μορφής ιδιοκτησίας και άμεσα ή έμμεσα μέσω άλλων προσώπων ή εταιρειών. Στην αίτηση καταχώρησαν ένσταση οι εναγόμενοι 1-
  11. Η καθ΄ ης η αίτηση 5 ενώ της επιδόθηκε δεόντως η αίτηση παρέλειψε να εμφανιστεί στη διαδικασία. Ένσταση καταχώρησαν επίσης η Τράπεζα Κύπρου και η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα ως ενδιαφερόμενα μέρη στα οποία και επιδόθηκε η αίτηση. Η αίτηση επιδόθηκε επίσης στην ελεγκτική εταιρεία ΗΝ NEOPHYTOU & CO LTD που επίσης παρέλειψε να εμφανιστεί στη διαδικασία. Οι εναγόμενοι 1-4 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Η ένσταση υποστηρίζεται από τις ένορκες δηλώσεις των κ. ΧΧΧΧΧΧ και ΧΧΧΧΧΧ Παντελή. Μεταξύ άλλων υποστηρίζουν ότι δεν συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σύμφωνα με το Άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/1960). Ισχυρίζονται ότι η εναγόμενη 4 είναι εταιρεία νόμιμα εγγεγραμμένη σύμφωνα με τον Περί Εταιρειών Νόμων των Νήσων Κέυμαν και ο διευθυντής της είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Είναι η θέση τους ότι βάσει των προνοιών του νόμου των Νήσων Κέυμαν η εν λόγω εταιρεία απαλλάσσεται της υποχρέωσης να υποβάλλει ετήσιους ελεγμένους λογαριασμούς. Αρνούνται τους ισχυρισμούς της αιτήτριας και ειδικότερα υποστηρίζουν πως η αίτηση της είναι καταχρηστική κακόπιστη, εκδικητική, εξυπηρετεί αλλότριους σκοπούς και επιδιώκει τον δυσμενή επηρεασμό της λειτουργίας και/ή δραστηριότητας της καθ' ης η αίτηση
  12. Απορρίπτουν τους ισχυρισμούς της αιτήτριας περί εξαπάτησης της ως ψευδείς και αβάσιμους επικαλούμενοι ότι η εναγόμενη 4 έχει συσταθεί και λειτουργεί στη βάση του περί Εταιρειών Νόμου των Νήσων Κέυμαν, ως εταιρεία η οποία δραστηριοποιείται νόμιμα ως μη εποπτευόμενο κοινό ταμείο σύμφωνα με το νόμο των νήσων Κέυμαν. Δεν αρνούνται την εκ μέρους της αιτήτριας κατάθεση χρημάτων και ότι αυτά καταβλήθηκαν στον καθ΄ου η αίτηση 1 για σκοπούς επένδυσης αλλά επικαλούμενοι το καθέτως της καθ΄ ης η αίτηση 4 βάσει του νόμου των Νήσων Κέυμαν προβάλλουν ότι λανθασμένα η αιτήτρια ισχυρίζεται ότι οι καθ' ων η αίτηση 1 και 3 όφειλαν να έχουν άδεια επενδυτή από τις αρμόδιές αρχές. Ισχυρίζονται ακόμα ότι η αιτήτρια απέκρυψε παρόμοιες επενδύσεις της ίδιας και στενών συγγενικών της προσώπων στην ίδια εταιρεία. Ισχυρίζονται ότι η καθ' ης η αίτηση 4 δεν απέκρυψε οτιδήποτε ως προς την δυνατότητα της να αλλάξει την περίοδο εξαγοράς των μετοχών ακόμα και να αναστείλει ή παγοποιήσει την εξαγορά μετοχών εάν κάτι τέτοιο θεωρήσει ως κατάλληλο. Προς τούτο επικαλούνται αναφορά σε έγγραφο που η ίδια η αιτήτρια επισυνάπτει στην αίτηση της καθώς και άλλα έγγραφα σε σχέση με προηγούμενη επένδυση της αιτήτριας μαζί με τον πρώην σύζυγο της. Ο καθ΄ου η αίτηση 1 δηλώνει ότι ήταν και ο ίδιος επενδυτής στην καθ΄ης η αίτηση 4 και ακολούθως ανέλαβε μέσω της εταιρείας του καθ΄ ης η αίτηση 3 το άνοιγμα λογαριασμών και την επικαιροποίηση των λογαριασμών των επενδυτών / μετόχων της καθ΄ης η αίτηση ., Αναφέρει ότι η καθ' ης η αίτηση 4 είναι καθόλα νόμιμο μη ελεγχόμενο επενδυτικό ταμείο δυνάμει της νομοθεσίας των Νήσων Κέϋμαν, με την δυνατότητα να δραστηριοποιείται εκτός των Νήσων Κέϋμαν. Οι ενόρκως δηλούντες αρνούνται ότι η Καθ΄ης η Αίτηση 4 ως επενδυτικό ταμείο 'εγγυάτο' κερδοφορία και αναφέρουν ότι η πραγματικότητα είναι ότι, η Καθ΄ης η Αίτηση 4 αποφάσισε την παγοποίηση της εξαγοράς των μετοχών της για λόγους καθαρά προστασίας των επενδύσεων της. Αναφέρονται επίσης στη σημασία του τεκμηρίου 2 (Subscription Agreement and Initial Subscription Form) στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας ημερομηνίας 21/03/2017, και του Τεκμηρίου 8 (offering memorandum) που επισυνάπτεται στην ένσταση. Ισχυρίζονται ότι η σημασία αυτών των εγγράφων είναι ότι ενημερώνουν τους μετόχους/επενδυτές για τους όρους λειτουργίας της Καθ΄ης η Αίτηση 4, τόσο για την ασφάλεια των επενδυτών στο σύνολο τους, όσο και στη διασφάλιση των επενδύσεων της Καθ΄ης η Αίτηση 4 και σύμφωνα με το περιεχόμενο τους η Καθ΄ης η Αίτηση 4 έχει το δικαίωμα να αναστείλει και/ή παγοποιήσει την εξαγορά μετοχών για το συμφέρον της Καθ΄ης η Αίτηση 4 και κατ΄επέκταση των επενδυτών της. Αναφέρουν συγκεκριμένα ότι η Καθ΄ης η Αίτηση 4 αρχικά ενημέρωσε την Αιτήτρια με ηλεκτρονικό μήνυμα την 02/11/2016 ότι, οι πληρωμές εξαγοράς των μετοχών που έχει στην κατοχή της αναστέλλονται για 12 μήνες. Ακολούθως η Καθ΄ης η Αίτηση 4 με ηλεκτρονικό μήνυμα την 22/11/2016 προς απάντηση της Αιτήτριας, της επισήμανε το δικαίωμα παγοποίησης εξαγοράς μετοχών καθότι εάν οι αιτήσεις εξαγοράς ξεπεράσουν το 10% (the 'Gate') της καθαρής αξίας της Καθ΄ης η Αίτηση 4, τυχόν πληρωμές θα έβαζαν σε κίνδυνο τις επενδύσεις της Καθ΄ης η Αίτηση 4 και κατ΄επέκταση όλους τους επενδυτές/μετόχους. Τέλος είναι η θέση των καθ΄ων η αίτηση 1-4 ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ τους καθότι η έκδοση των διαταγμάτων πιθανόν να παραλύσει τη λειτουργία της καθ΄ης η αίτηση 4 η οποία είναι μια περίπλοκη εταιρεία με λειτουργία και επενδυτική δράση ανά το παγκόσμιο. Εισηγούνται επίσης ότι δεν ικανοποιούνται οι αρχές και προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων αποκάλυψης. Από τη πλευρά τους οι τράπεζες με την ένσταση τους προβάλλουν ότι δεσμεύονται από το τραπεζικό απόρρητο. Προβάλλουν επίσης ότι το αιτούμενο διάταγμα Γ ουσιαστικά αποτελεί προσπάθεια "ψαρέματος μαρτυρίας" ("fishing expedition") από την ενάγουσα/ αιτήτρια και έχει καταχωρηθεί με ουσιαστικό σκοπό την υποβοήθηση της στην προώθηση της υπόθεσης της και δεν καταδεικνύεται γιατί είναι αναγκαία στο παρόν στάδιο. Υποστηρίζουν επίσης ότι η αίτηση είναι κατάφορη και πιεστική καθότι το αιτούμενο Διάταγμα Γ είναι γενικό, αόριστο και διατυπωμένο με τρόπο ούτως ώστε να καλύπτει ένα πολύ ευρύ φάσμα λογαριασμών, πράξεων και/ή οδηγιών και/ή κινήσεων αλλά και εγγράφων για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα καθιστώντας την συμμόρφωση τους σχεδόν αδύνατη. Προβάλλουν επίσης ότι αίτηση της ενάγουσας/αιτήτριας είναι πρόωρη αφού έχει καταχωρηθεί πριν από την καταχώρηση των δικογράφων και δεν προσδιορίζει επαρκείς λόγους για τους οποίους τα αιτούμενα διατάγματα θα πρέπει να εκδοθούν. Η ακροαματική διαδικασία της αίτησης περιορίστηκε στους εκατέρωθεν ισχυρισμούς όπως αυτοί προβάλλονται στις ένορκες δηλώσεις και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι με τις γραπτές αγορεύσεις τους παραπέμποντας και σε σχετική νομολογία υποστήριξαν τις θέσεις της πλευράς που έκαστος εκπροσωπεί. Τα όσα εισηγήθηκαν όλες οι πλευρές έχουν εξεταστεί προσεκτικά μέσα στα πλαίσια των συγκεκριμένων γεγονότων της υπό κρίση υπόθεσης. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Στη διαδικασία για έκδοση προσωρινού διατάγματος το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται στη διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60 όπως αυτές έχουν αποκρυσταλλωθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, Τσιαντή v. Hellenic Bank (Investments) Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2029). Με βάση τις νομολογημένες αρχές παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα εκδίδεται όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. H έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δικονομικά ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς( Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1 AΑΔ 2015.) Είναι νομολογημένο πως η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 από μόνη της δεν είναι αρκετή. Το Δικαστήριο θα πρέπει επιπρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί ένα προσωρινό διάταγμα. Είναι επίσης νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο που εξετάζει αίτημα για την έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν πρόκειται να διεξέλθει τη μαρτυρία με γνώμονα τη διαπίστωση γεγονότων ή την τελεσίδικη αξιοπιστία της (Σεβαστού v. Σεβαστού
(2002)1 Α.Α.Δ. 1980). Όπως είναι γνωστό, κατά την ακρόαση των αιτήσεων σύμφωνα με τη Δ.48 Θ4 δεν προσκομίζεται μαρτυρία, αλλά γίνεται μέσα από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων, η αμφισβήτηση των οποίων γίνεται με αντεξέταση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου είτε με συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (Πατούρης v. Hellenic Bank Ltd
(2001)1 Α.Α.Δ. 218). Το βάρος απόδειξης ανήκει στον αιτητή να ικανοποιήσει τις πιο πάνω αναφερόμενες προϋποθέσεις (Μαίρη Σεβαστού v. Εμμανουήλ Σεβαστού (πιο πάνω). Τα αμφισβητούμενα γεγονότα σε αιτήσεις επιβάλλεται να αποδεικνύονται από τον διάδικο που τα επικαλείται (Thinking Steel International v. V. Caramondani Bros Public Co Ltd
(2012)1Β Α.Α.Δ 1460). Σε σχέση με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, που τίθεται ως πρώτη προϋπόθεση, έχει εξηγηθεί ότι δεν απαιτείται τίποτε περισσότερο από του να καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση, ενώ το δεύτερο κριτήριο, αλληλένδετο σε κάποιο βαθμό με το πρώτο, ικανοποιείται με την απόδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Ότι απαιτείται να καταδειχθεί, είναι κάτι περισσότερο από απλή πιθανολόγηση αλλά και κάτι λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Στην απόφαση Κυρίλλου v. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528 έχει τονιστεί ότι στο στάδιο αυτό το δικαστήριο δεν εξετάζει σε βάθος την προσφερόμενη μαρτυρία ούτε καταλήγει σε ευρήματα γεγονότων εκτός μόνο εκείνων που κρίνονται αναγκαία για την εξακρίβωση στοιχείων που θεωρούνται απαραίτητα για την θεμελίωση των προϋποθέσεων που τάσσει η νομολογία. Το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas (πιο πάνω), αυτό ανάγεται κατ΄ εξοχή στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της ουσίας της ίδιας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 269,
  1. Στο στάδιο αυτό το Δικαστήριο καλείται μόνο να εξετάσει κατά πόσο πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Νόμου 14/
  2. Δεν αναμένεται να αξιολογήσει την μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του και πρέπει να αποφύγει την αναλυτική εξέταση των επίδικων θεμάτων τα οποία παραμένουν ζωντανά για να αποφασιστούν όταν θα εξεταστεί η ουσία της αγωγής, (Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beograbska Banka
(1999)1(A) A.A.Δ. 225, 235). Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση P.A. Micrologic Consultants Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1 A.A.Δ. 1802 σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του. Η νομολογία καθορίζει ότι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας δεν πρέπει το Δικαστήριο να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης διότι ελλοχεύει ο κίνδυνος να εξετάσει το πλήρες καθεστώς, πραγματικό και νομικό, της υπόθεσης που έχει ενώπιον του, κάτι που θα πρέπει να αφεθεί να γίνει κατά την εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. ΠΡΩΤΗ ΚΑΙ ΔΕΥΤΕΡΗ ΠΡOΥΠΟΘΕΣΗ Χωρίς να υπεισέρχομαι στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγω σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης , θα έλεγα ότι με βάση την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου στο βαθμό που απαιτείται στο στάδιο αυτό οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 ικανοποιούνται. Η αιτήτρια με τα γεγονότα που παραθέτει τεκμηριώνουν την πιθανότητα να δικαιούνται την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε και που θα έπρεπε να είναι διαθέσιμο όταν ζήτησε την επιστροφή του και το οποίο παρά τα επανειλημμένα αιτήματα της δεν της έχει επιστραφεί μέχρι σήμερα. Ως εκ τούτου καταδεικνύεται, ότι η απαίτηση της αποτελεί σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση με ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Όπως και πιο πάνω αναφέρεται είναι αρκετό για τον εκάστοτε αιτητή να καταδείξει ότι υπάρχει κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα επιτυχίας, χωρίς όμως να χρειάζεται να αποδείξει κάτι τέτοιο στο επίπεδο της στάθμισης των πιθανοτήτων (balance of probabilities) που χρειάζεται για την απόδειξη της αγωγής και γενικότερα για την απόδειξη της ουσίας μιας υπόθεσης. Όπως διαπιστώνεται ο καθ΄ου η αίτηση 1 προσέγγισε την αιτήτρια και την έπεισε να συμμετάσχει στο επενδυτικό σχέδιο της καθ΄ης η αίτηση 4 με διαβεβαίωση ότι τα χρήματά της θα ήταν διαθέσιμα ανά πάσα στιγμή και όποτε τα χρειαζόμουν. Όταν ζητήθηκε από την αιτήτρια η επιστροφή των χρημάτων της οι καθ΄ων η αίτηση 4 μέσω και του καθ΄ου η αίτηση 1 επικαλέστηκαν την εξάμηνη και στη συνέχεια τη δωδεκάμηνη παράταση για την πληρωμή τους ενώ ακολούθως επικαλέστηκαν την παγοποίηση εξαγοράς των μετοχών της καθ΄ης η αίτηση 4 προβάλλοντας ότι τυχόν πληρωμές θα έβαζαν σε κίνδυνο τις επενδύσεις της. Παράλληλα διαπιστώνεται πως μέσα από τις ένορκες δηλώσει που υποστηρίζουν την ένσταση των καθ΄ων η αίτηση δεν δόθηκε επαρκής εξήγηση για την μη επιστροφή των χρήματων της αιτήτριας μέχρι σήμερα. Οι θέσεις των καθ΄ ων η αίτηση για το καθεστώς και την υπόσταση της καθ΄ ης η αίτηση 4, τη μη υποχρέωση της να υποβάλλει ελεγμένους λογαριασμούς και ότι αυτή δραστηριοποιείται νόμιμα ως μη εποπτευόμενο κοινό ταμείο στηρίζονται σε πρόνοιες αλλοδαπού νόμου χωρίς όμως να τεκμηριώνεται με οποιανδήποτε προς τούτο σχετική μαρτυρία. Είναι γνωστό ότι το αλλοδαπό δίκαιο είναι θέμα πραγματικό και αποδεικνύεται με μαρτυρία (βλ. ROYAL BANK OF SCOTLAND P.L.C.,v. GEODRILL CO. LTD. ΚΑΙ ΑΛΛΩΝ,
(1993)1 Α.Α.Δ 753). Οι πιο πάνω ατεκμηρίωτοι ισχυρισμοί αλλά και η ίδια η δήλωση των καθ' ων η αίτηση ότι η καθ' ης η αίτηση 4 είναι μία «περίπλοκη εταιρεία» προκαλούν τουλάχιστον την εύλογη υποψία ότι οι ενέργειες της τις οποίες δεν θα ήταν σε θέση να υλοποιήσει χωρίς τη συνδρομή των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 δεν είναι νόμιμες και ή τουλάχιστον δεν μπορούν να διαπιστωθούν ως τέτοιες. Ο καθ' ου η αίτηση 1 μέσα από την ένορκη του δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση δεν αρνείται ότι έχει εισπράξει χρήματα από την αιτήτρια αλλά και από άλλα συγγενικά της πρόσωπα για επενδυτικούς σκοπούς ενώ όπως αποδέχεται ούτε ο ίδιος ούτε και η εταιρεία του καθ' ης η αίτηση 3 μέσω της οποίας εκπροσωπεί την καθ' ης η αίτηση 4 έχουν άδεια από τις αρμόδιες αρχές για τη διεξαγωγή χρηματοοικονομικών συναλλαγών. Από τα στοιχεία δε που παραθέτει στην ένορκη του δήλωση και τα επισυνημμένα τεκμήρια που δηλώνει ότι έχει στην κατοχή του προκύπτει η ανάμειξη του και η εκ μέρους του είσπραξη χρήματων για σκοπούς επένδυσης. Το γεγονός ότι εισέπραξε χρήματα από την αιτήτρια και τον πρώην σύζυγο της και στο παρελθόν για τον ίδιο σκοπό δηλαδή για επένδυση τους στην καθ' ης η αίτηση 4 δεν διαφοροποιεί τα γεγονότα σε τέτοιο βαθμό που να επηρεάζει την ύπαρξη των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32. ΤΡΙΤΗ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΗ Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εκεί όπου οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία ή εκεί που σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να εκτελεστεί η απόφαση. Η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εξαρτάται από τα γεγονότα που περιβάλλουν την κάθε υπόθεση. Περαιτέρω είναι αναγνωρισμένο από τη Νομολογία, ότι εκείνο που πραγματικά έχει σημασία στην εφαρμογή της τρίτης αυτής προϋπόθεσης δεν είναι η απουσία πρόθεσης για αποξένωση αλλά η ζημιά που θα προκληθεί αν προβούν οι καθ' ων η αίτηση σε αποξένωση και/ή επιβάρυνση της περιουσίας τους( C. Phasarias (Auto Centre) Ltd ν. Σκυρ. «Λεωνίκ» Λτδ
(2001)1 (Β) A.Α.Δ. 785). Σύμφωνα με τη νομολογία μας η αφερεγγυότητα (ή η δυσκολία εκτέλεσης), από μόνη της δεν θεμελιώνει την τρίτη προϋπόθεση. Είναι στοιχείο όμως το οποίο, ενόψει των δεδομένων κάθε υπόθεσης, λαμβάνεται υπόψη (βλ. Pastella Marin Co. Ltd v. National Iranian Tanker Co. Ltd,
(1987)1 A.A.Δ. 583,) εφόσον με τη μη έκδοση διατάγματος θα καθίστατο αναποτελεσματική η δικαστική διαδικασία (βλ. επίσης Barley Johnson v. Yuill,
(1980)1 A.E.E.R 190 και Poldava Petroleum Co v. Mexana Oil Ltd,
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. σελ. 1301). Η προϋπόθεση αυτή στην ουσία σχετίζεται με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων κάτω από το φως των γεγονότων της υπόθεσης. Είναι δε νομολογημένο ότι εάν η επιδίκαση αποζημιώσεων στους αιτητές στο τελικό στάδιο, ανάλογα βέβαια πάντοτε με τις περιστάσεις της κάθε υπόθεσης, είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων τους τότε η έκδοση προσωρινού διατάγματος δεν είναι απαραίτητη. Στη βάση των πιο πάνω σε συνάρτηση με τα γεγονότα της υπόθεσης κρίνω ότι υπάρχει πράγματι ανάγκη έκδοσης του διατάγματος Α σε σχέση με τους καθ' ων η αίτηση 4 καθότι υπάρχει ο κίνδυνος στη περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον τους να καταστεί αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τούτο όμως σε σχέση με το ποσό €35.222,37 σεντ που η αιτήτρια κατέβαλε στην πραγματικότητα και όχι για το ποσό των €53.896,72 στο οποίο προφανώς περιλαμβάνεται και το ποσό που ανέμενε ότι θα της αποδώσει η επίδικη επένδυση των χρημάτων της. Το νομικό καθεστώς υπό το οποίο σύμφωνα με τους ισχυρισμούς των καθ΄ων η αίτηση δραστηριοποιείται καθ' ης η αίτηση 4 που πρόκειται για αλλοδαπή εταιρεία με έδρα στις Νήσους Κέυμαν με διευθυντή άλλη εταιρεία εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους καθώς και ότι πρόκειται για «περίπλοκη εταιρεία με λειτουργία και επενδυτική δράση ανά το παγκόσμιο» υποδεικνύουν σοβαρό κίνδυνος αποξένωση με αποτέλεσμα η απονομή δικαιοσύνης να είναι αδύνατο να καταστεί δυνατή. Στο σημείο αυτό παρεμβάλλεται ότι όπως και πιο πάνω αναφέρεται οι ισχυρισμοί περί νομιμότητας της δραστηριοποίησης της καθ' ης η αίτηση 4 βασίζεται σε αλλοδαπό δίκαιο για το οποίο δεν προσκομίσθηκε οποιαδήποτε σχετική μαρτυρία. Η τρίτη προϋπόθεση της ύπαρξης δηλαδή κινδύνου μη απονομής δικαιοσύνης στο μέλλον δεν συντρέχει όμως σε σχέση με τους εναγόμενους 1, 2 και 3 που πρόκειται για φυσικά και νομικά πρόσωπα που διαμένουν ή έχουν την έδρα τους στη Κύπρο. Δεν εντοπίζεται οποιοδήποτε στοιχείο προς αυτή την κατεύθυνση αφού η αιτήτρια στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση της πλην του γενικού ισχυρισμού ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο κανένα άλλο στοιχείο και καμία πληροφορία δεν έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου που να δεικνύει ότι σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής θα είναι αδύνατο ή δύσκολο να εκτελέσει την απόφαση που τυχόν θα εκδοθεί εναντίον τους. Για τους λόγους επίσης που καθορίζονται πιο πάνω κρίνω ότι η αιτήτρια δικαιούται την έκδοση διατάγματος εναντίον της καθ΄ης η αίτηση 4 ως το αιτητικό Β σκοπός του οποίου είναι όπως λέχθηκε και στη πρόσφατη απόφαση SHISHKAREV.V LANURIA LIMITED, Πολ. Έφεση Ε385/2016 ημερ.7.6.18 η υποβοήθηση του διατάγματος μη αποξένωσης της περιουσίας της καθ΄ ης η αίτηση 4. Στην εν λόγω απόφαση αποφασίσθηκε πως το «μεταγενέστερο στάδιο», προφανώς, αναφέρεται στο χρόνο, κατά τον οποίο, ενδεχόμενα, θα χρειαστεί να ικανοποιηθεί απόφαση, η οποία τυχόν να εκδοθεί εναντίον του εφεσείοντος, για το αξιούμενο ποσό. Σε σχέση δε με την έκδοση διατάγματος Παγοποίησης Παγκόσμιας Εμβέλειας στην εν λόγω απόφαση λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Η εξουσία δικαστηρίου να εκδίδει, δυνάμει του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/1960, διάταγμα παγοποίησης εκτείνεται, ώστε αυτό να καλύπτει και περιουσιακά στοιχεία τα οποία βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας του, (βλ. Seamark Consult. Services Ltd κ.ά. ν. Joseph P. Lasala κ.ά., ανωτέρω). Με δεδομένη την εξουσία αυτή, ούτε το προαναφερθέν άρθρο αλλά ούτε και η νομολογία θέτουν, κατ' αρχήν, οποιοδήποτε περιορισμό ως προς την έδρα ή τον τόπο διαμονής του εναγομένου, εναντίον του οποίου στρέφεται ένα τέτοιο διάταγμα. Αυτό αναγνωρίστηκε σε πρωτόδικη νομολογία. Αναφέρεται, ενδεικτικά, η απόφαση στην αγωγή αρ. 3573/2012, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, ημερομηνίας 6.3.2013, της Δικαστού Κ. Σταματίου, Π.Ε.Δ., ως ήταν τότε. Σημειώνεται δε, συναφώς, πως τέτοιου είδους διάταγμα επηρεάζει τα δικαιώματα του εναγομένου in personam και όχι άλλως πως. Προκειμένου δε για φυσικό πρόσωπο, δεν είναι και λογικό να εκδίδεται διάταγμα παγοποίησης περιουσιακών στοιχείων του καθ' ον χρόνο αυτό βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου και, ακολούθως, το διάταγμα να πρέπει να ακυρώνεται, λόγω μετάβασής του εκτός της δικαιοδοσίας του. Επομένως, δε γίνεται δεκτή η εισήγηση εκ μέρους του εφεσείοντος ότι, όταν το εκδίδον δικαστήριο δεν μπορεί να επιβάλει την εφαρμογή τέτοιου διατάγματος μέσω διαδικασίας παρακοής, αυτό δεν εκδίδεται.» Ακολούθως θα πρέπει να εξεταστεί αν στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας είναι δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα ως άνω διατάγματα εναντίον της καθ΄ης η αίτηση 4. Όπως λέχθηκε στην απόφαση SHISHKAREV (πιο πάνω) : «Το δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32
(1)του Ν. 14/1960, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, δυνάμει του ιδίου άρθρου, πρέπει να αποφασίσει τι είναι δίκαιο ή πρόσφορο, ή και τα δύο μαζί, αν αυτό δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προς τούτο, απαιτείται η στάθμιση του κινδύνου πρόκλησης αδικίας, την οποία τυχόν να υποστεί η μία ή η άλλη πλευρά συνεπεία της ενδιάμεσης αυτής απόφασής του, και η επιλογή της ολιγότερο επιβλαβούς πορείας, κατά την εξέταση του αιτούμενου προς έκδοση προσωρινού διατάγματος, δεδομένης της φύσης και του περιεχομένου του, (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 Α.Α.Δ. 788, καθώς, επίσης, την απόφαση στην υπόθεση Films Rover v Cannon Film Sales [1986] 3 All ER 772, σελίδες 780 έως 781).» Όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Parico Aluminium (πιο πάνω), το ζήτημα παραμένει πάντοτε στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, το οποίο θα πρέπει να σταθμίσει όλους τους παράγοντες που βρίσκονται ενώπιον του και να εξετάσει το ισοζύγιο της ευχέρειας μεταξύ των διαδίκων. Στην υπό κρίση υπόθεση κρίνω πως το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της αιτήτριας. Το Δικαστήριο οφείλει να ακολουθήσει την πορεία η οποία εμπερικλείει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. Η απόφαση ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας γέρνει υπέρ των αιτήτριας πιστεύω ότι ενέχει τους λιγότερους κινδύνους για όλες τις πλευρές, αφού η καθ' ης η αίτηση 4 πλην της γενικής και αόριστης αναφοράς ότι η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων επιδιώκει τον δυσμενή επηρεασμό της λειτουργίας και/ή δραστηριότητας της και με την έκδοση τους «πιθανόν να «παραλύσει την λειτουργία της» δεν καταδεικνύει ότι της προκαλείται οποιαδήποτε ζημιά. Ακόμα ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ζήτημα του ισοζυγίου της ευχέρειας, είναι η διατήρηση του status quo, της κατάστασης, δηλαδή, πραγμάτων, η οποία υφίστατο αμέσως πριν από την πράξη που αποτελεί την αιτία της διαφοράς. Στην προκειμένη περίπτωση η αιτήτρια επιχειρεί την διατήρηση του status quo, αφού στην ουσία ζητά να διατηρηθεί η ίδια κατάσταση στα περιουσιακά στοιχεία της καθ' ης η αίτηση 4 στην έκταση του ποσού που δεν αμφισβητείται ότι κατέβαλε στην καθ΄ης η αίτηση 4 μέσω του καθ΄ου η αίτηση 1 για σκοπούς επένδυσης. Με το αιτητικό Γ της υπό κρίση αίτησης όπως καταγράφεται πιο πάνω ζητείται από την αιτήτρια η έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal που έλαβαν το όνομα τους από την αγγλική απόφαση Norwich Pharmacal Co and Others v. Customs and Excise Commissioners [1973] 2 All ER 943. Η νομική αρχή της Norwich Pharmacal τέθηκε από το Λόρδο Reid στην ομώνυμη απόφαση, ως ακολούθως: «The principle is that if a person through no fault of his own, gets mixed up in the tortious acts of others so as to facilitate their wrong-doing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers. I do not think that it matters whether he became so mixed up by voluntary action on his part or because it was his duty to do what he did.» Η νομική αρχή που τέθηκε στην υπόθεση Norwich Phramacal αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής, και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή αυτοτελώς και χωρίς να συνοδεύεται από οποιαδήποτε άλλη βάση αγωγής ή/και θεραπεία. Στην υπόθεση Avila Management Services κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α.
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1403, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε σε βάθος με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal. Στο απόσπασμα της απόφασης που παρατίθεται στη συνέχεια, φαίνεται η εξέλιξη της νομολογίας που σχετίζεται με τα εν λόγω διατάγματα: «Από το 1871, με την υπόθεση Upmann v. Elkan [1871] L.R. 12 Eq. 140, αναγνωρίσθηκε η ύπαρξη δικαιοδοσίας που επιβάλλει καθήκον σε άτομο που αναμείχθηκε με αδικοπραξίες άλλων ώστε να τις διευκολύνει, παρά το γεγονός ότι μπορεί να μην έχει το ίδιο προσωπική ευθύνη, να παραχωρήσει τη βοήθεια του δίδοντας πλήρεις πληροφορίες, αποκαλύπτοντας και τα ονόματα των αδικοπραγούντων. Η αρχή αυτή υιοθετήθηκε από τη Βουλή των Λόρδων στη Norwich Pharmacal - ανωτέρω -, η οποία στη συνέχεια εφαρμόστηκε και αναπτύχθηκε σε σειρά άλλων υποθέσεων, όπως την P v. T Ltd [1997] 1 WLR 1309. Σ' αυτήν, η Norwich Pharmacal επεκτάθηκε έτσι ώστε η αποκάλυψη εναντίον εναγομένου να είναι δυνατό να προσφέρει στον ενάγοντα τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει τους καρπούς της αποκάλυψης για να εγερθεί αγωγή εναντίον τρίτου προσώπου έστω και αν δεν θα ήταν δυνατό να διακριβωθεί χωρίς τις πληροφορίες, κατά πόσο το τρίτο αυτό πρόσωπο, διέπραξε αστικό αδίκημα εναντίον του ενάγοντα. Περαιτέρω, στην Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd [2002] UKHL 29, η Βουλή των Λόρδων αποφάσισε ότι ως θέμα αρχής δεν χρειάζεται η δικαιοδοσία αποκάλυψης να περιορίζεται στην αποκάλυψη της ταυτότητας του αδικοπραγούντος εναντίον τρίτου προσώπου που αναμείχθηκε στην αδικοπραξία μόνο σε υποθέσεις αστικών αδικημάτων, αλλά η δικαιοδοσία αυτή είναι γενικής φύσεως, στο δίκαιο της επιείκειας, εφαρμόσιμη οποτεδήποτε ένα πρόσωπο, εναντίον του οποίου διατάσσεται η αποκάλυψη, αναμείχθηκε («mixed up») σε παράνομες ενέργειες που επεμβαίνουν και παραβιάζουν τα νόμιμα δικαιώματα του ενάγοντα. Και ενώ αρχικά το διάταγμα εκδιδόταν με αναφορά στην αναγκαιότητα αποκάλυψης της ταυτότητας του αδικοπραγούντος, στην πορεία μετεξελίχθηκε ώστε να είναι δυνατή και η συλλογή διαφόρων σχετικών πληροφοριών, (Mercantile Group (Europe) AG v. Aiyela [1994] Q.B. 366). Στην Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc [2003] EWHC 616, η αρχή επεκτάθηκε ακόμη περαιτέρω ώστε να είναι δυνατή η εφαρμογή της σε προτιθέμενη αγωγή παραβίασης συμβατικών υποχρεώσεων. Η υπόθεση αφορούσε την αποκάλυψη πληροφοριών από τρίτο άτομο το οποίο κατασκεύαζε εμπορεύματα εκ μέρους του προτιθέμενου εναγόμενου στην αγωγή που θα εγειρόταν, ώστε ο προτιθέμενος ενάγων να μπορούσε να διαμορφώσει με ακρίβεια την αξίωση του.» Ακολούθως στις Πολ. Εφ. 182/12 και 183/12, Aldi Marine Ltd v. Rual Trade Ltd κ.α., ημερ. 18.1.2016, λέχθηκε ότι: «Στην Αγγλία υπάρχει το δικαίωμα αποκάλυψης πριν την έγερση της αγωγής. Στην Κύπρο όμως, λόγω των προνοιών του άρθρου 32 δεν έχουν εκδοθεί Κανονισμοί που να επιτρέπουν την έκδοση επικουρικών παρεμπιπτόντων διαταγμάτων για σκοπούς έγερσης αγωγής. Όμως, με βάση το δίκαιο της επιείκειας, δεν αποκλείεται η έγερση αγωγής εναντίον προσώπου που εμμέσως εμπλέκεται σε αδικοπραγία ή που κατέχει πληροφορίες οι οποίες θα μπορούσαν να βοηθήσουν τον ενάγοντα να εγείρει δεύτερη αγωγή εναντίον των προσώπων που παραβιάζουν τα δικαιώματά του (βλ. Norwich Pharmacal Co and others v. Commissioners and Custom Excise [1973] 2 All ER 943, Avila Management Services Ltd κ.α. ν. Stepanek κ.α.
(2012)1Β ΑΑΔ 1403, Penderhill Holdings Ltd κ.α. ν. Abramchyk κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A21, Πολιτική Έφεση Αρ. 319/11, ημερ. 13.1.2014, Melouskia Commercial Ltd κ.α. ν. Alisa Chumachenko κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε71/13, ημερ. 30.9.2014 και το Δίκαιο της Απόδειξης, Έκδοση 2014, Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, σελ. 976-978).» Οι προϋποθέσεις εξέτασης και έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal συνοψίζονται στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd v. Nexen Petroleum UK Ltd [2005] EWHC 625 (Ch), ως ακολούθως: (α) πρέπει να έχει λάβει χώραν ή κατ' ισχυρισμόν να έχει λάβει χώραν μια αδικοπραξία από ένα τελικό αδικοπραγούντα, (β) πρέπει να διαπιστώνεται ανάγκη για την έκδοση διατάγματος ώστε να είναι δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος, και (γ) το πρόσωπο εναντίον του οποίου επιδιώκεται η έκδοση πρέπει: (
  1. i)να έχει αναμειχθεί κατά τρόπο που να έχει διευκολύνει την αδικοπραξία και (
  2. ii)να είναι σε θέση ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες που θα καταστήσουν δυνατή την έγερση αγωγής εναντίον του τελικού αδικοπραγούντος. Όπως περαιτέρω διευκρινίστηκε στην υπόθεση Avila Management (πιο πάνω), η δυνατότητα έκδοσης διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου το οποίο δεν θα ικανοποιήσει το αίτημα εάν οι πληροφορίες μπορούν να ληφθούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο ή το Δικαστήριο δεν πεισθεί ότι υπάρχει πράγματι πρόθεση έγερσης αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντος. Περαιτέρω, το Δικαστήριο θα ζυγίσει παράγοντες όπως τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμόν αδικοπραγούντος (Interbrew SA v. Financial Times Ltd The Times 4.1.2002). Το ζητούμενο δεν είναι η ευκολία ή η επιθυμία λήψης των πληροφοριών, αλλά η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος. Εάν υπάρχουν γεγονότα τα οποία χρήζουν διερεύνησης κατά τη δίκη, δεν θεωρείται πρέπον να εκδοθεί διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal επί αιτήματος πριν την ίδια τη δίκη. Το διάταγμα δεν αποσκοπεί στην απλή ικανοποίηση της λήψης στοιχείων για σκοπούς περιέργειας. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΑ INJUNCTIOS των Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμη 2016 (σελ 260-263) το συγκεκριμένο Διάταγμα αποτελεί ακόμα ένα ισχυρό όπλο του δικαίου της επιείκειας στα χέρια του ενάγοντα και εντάσσεται στα επικουρικά διατάγματα που μπορούν να εκδοθούν από τα δικαστήρια για να διευκολύνουν το ενάγοντα να κινηθεί εναντίον του προσώπου που παραβιάζει τα δικαιώματα του π.χ για να εξακριβωθούν τα ονόματα των προμηθευτών του προσώπου εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις το πρόσωπο εναντίον του οποίου στρέφεται το διάταγμα συνήθως δεν είναι μέρος της κύριας διαφοράς μεταξύ του ενάγοντος και του αδικοπραγούντος, αλλά είναι τρίτο πρόσωπο που εμμέσως εμπλέκεται, πλην όμως κατέχει πληροφορίες οι οποίες κρίνονται απαραίτητες για να μπορέσει ο ενάγων να κινηθεί εναντίον του ορθού εναγόμενου. Στην Αγγλία υπάρχουν δικονομικές πρόνοιες οι οποίες καλύπτουν τη διαδικασία εξασφάλισης διατάγματος πριν την έγερση αγωγής. Στην Κύπρο δεν υπάρχουν τέτοιες πρόνοιες και τα διατάγματα έρευνας τύπου Norwich Pharmacal γενικά εξασφαλίζονται εναντίον του εμπλεκόμενου προσώπου με την έγερση της αγωγής στα πλαίσια της οποίας ζητούνται τα διατάγματα αποκάλυψης. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Avila πιο πάνω, η έκδοση του διατάγματος τελεί πάντοτε υπό την αίρεση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου. Στοιχεία όπως η αδυναμία εξασφάλισης των πληροφοριών από άλλη πηγή, η σοβαρότητα της παράνομης συμπεριφοράς του κατ' ισχυρισμό αδικοπραγούντος, η αναγκαιότητα του όλου εγχειρήματος, το πολύπλοκο των συναλλαγών, η χρήση μεθόδων και ενεργειών που παραπέμπουν σε δύσκολα ανιχνεύσιμους μηχανισμούς και ο αποκλεισμός άλλων κινήτρων από πλευράς ενάγοντος για εξασφάλιση των πληροφοριών, είναι παράγοντες που συχνά διαδραματίζουν ρόλο. Η δικαιοδοσία του δικαστηρίου για την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης (Norwich Pharmacal) δεν περιορίζεται μόνο σε υποθέσεις που σχετίζονται με αστικά αδικήματα, αλλά εκτείνονται και σε άλλης φύσεως υποθέσεις. Το τρίτο πρόσωπο δεν χρειάζεται να έχει άμεση, ουσιαστική ή προκαταρκτική ανάμειξη. Αρκεί να εμπλέκεται με κάποιο τρόπο ακόμη και εντελώς αθώα, στην αλυσίδα των γεγονότων που οδήγησαν στην παραβίαση του δικαιώματος του προτιθέμενου ενάγοντος. Όμως το διάταγμα συνήθως δεν εκδίδεται εναντίον τρίτων προσώπων που είναι εντελώς άσχετοι με την παραβίαση των δικαιωμάτων του ενάγοντος. Δεν αποτελεί, τέλος, ως θέμα αρχής, λόγος μη έκδοσης διατάγματος τύπου Norwich Pharmacal το γεγονός ότι οι πληροφορίες αναζητούνται με σκοπό την έγερση αγωγής εκτός δικαιοδοσίας. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές κρίνω ότι στην υπό κρίση αίτηση το αίτημα της αιτήτριας για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal ως το αιτητικό Γ που παρατίθεται αυτολεξεί πιο πάνω με το τρόπο που διατυπώνεται δεν μπορεί να εγκριθεί. Τούτο διότι δεν συγκεκριμενοποιείται ποιες πληροφορίες και έγγραφα ζητούνται από έκαστον ξεχωριστά των προσώπων εναντίον των οποίων στρέφονται τα αιτούμενα διατάγματα έτσι ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί αν είναι ή πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχουν τις αναγκαίες πληροφορίες. Δεν συγκεκριμενοποιείται επίσης ποια έγγραφα και ποιες πληροφορίες ζητούνται από τα εν λόγω πρόσωπα σε σχέση με ποιο ακριβώς ζήτημα έτσι ώστε να είναι δυνατό να κριθεί από το Δικαστήριο κατά πόσο πρόκειται για σχετικές πληροφορίες που κρίνονται αναγκαίες για να μπορέσει η αιτήτρια να κινηθεί εναντίον του ορθού εναγόμενου και ή να προωθήσει την αξίωση της και συνεπώς να κριθεί κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης των διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Κρίνεται επίσης και είναι σημαντικό ότι ως είναι διατυπωμένα τα αναφερόμενα διατάγματα δεν θα ήταν δυνατή η έκδοση τους ως επιβάλλουν οι αρχές διατύπωσης ειδικότερα στην περίπτωση προστακτικών Δικαστικών Διαταγμάτων έτσι ώστε αυτά να μπορούν να εφαρμοστούν αλλά και να ελεγχθεί η εφαρμογή τους. Το μόνο διάταγμα που κατά τον άποψη μου είναι συγκεκριμένο και πληροί τα πιο πάνω είναι το διάταγμα Γ (vii) που κρίνω ότι θα πρέπει να εκδοθεί εναντίον της καθ΄ης η αίτηση 5. Τούτο δεδομένου ότι η καθ΄ης η αίτηση 5 είναι ο εγγεγραμμένος πράκτορας της καθ΄ης η αίτηση 4 σε σχέση με την οποία έχει ήδη κριθεί ότι συντρέχουν σωρευτικά οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Σύμφωνα δε με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας η καθ΄ης η αίτηση 5 αρνήθηκε ή και αμέλησε να αποκαλύψει ή να δώσει οποιαδήποτε πληροφορία αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς της καθ΄ης η αίτηση 4. Σε σχέση με τον λόγο ένστασης ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας λόγω ύπαρξης δικαιοδοτικής ρήτρας των Νήσων Κέυμαν παρόλο που ο λόγος αυτός δεν προωθήθηκε, εντούτοις, για σκοπούς αποφυγής επανάληψης αναφέρω ότι το ζήτημα αυτό έχει ήδη αποφασισθεί στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.29.5.18 που εκδόθηκε στα πλαίσια αίτησης με την οποία ζητήθηκε από την καθ' ης η αίτηση 4 ο παραμερισμός του διατάγματος για άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και του κλητηρίου εντάλματος. Συνοψίζοντας όσα προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση επιτυγχάνει μερικώς και συνακόλουθα εκδίδονται τα ακόλουθα διατάγματα: Εναντίον της καθ΄ης η αίτηση 4: Εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Α της αίτησης με τη διαφοροποίηση ότι αυτό εκδίδεται για το ποσό των €35.222,37 σεντ. Εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Β της αίτησης. Εναντίον της καθ΄ης η αίτηση 5: Εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Γ (vii). Λαμβανομένου υπόψη ότι η καθ΄ης η αίτηση 5 δεν εμφανίσθηκε στην διαδικασία τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον της καθ' ης η αίτηση 4 όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στο τέλος της διαδικασίας της αγωγής οπότε και θα είναι πληρωτέα. Η αίτηση εναντίον των καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 απορρίπτεται. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι καθ΄ων η αίτηση 1, 2, 3 είχαν την ίδια εκπροσώπηση με την καθ΄ης η αίτηση 4 δεν εκδίδεται καμία διαταγή για έξοδα. Επιδικάζονται επίσης έξοδα σε βάρος της αιτήτριας και προς όφελος των ενδιαφερόμενων μερών Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα που εμφανίσθηκαν στη διαδικασία όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other Actions/Interim Αναφορά: Ενδιάμεση Απόφαση - Προσωρινά διατάγματα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.