← Κύπρος

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ, Αρ. Αγωγής: 3211/15, 12/12/2018

ΑΝΤΩΝΙΟΥ ν. ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ, Αρ. Αγωγής: 3211/15, 12/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A520 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Μ. Αγιομαμίτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3211/15 Μεταξύ: ΧΧΧΧ ΑΝΤΩΝΙΟΥ, εκ Λεμεσού Ενάγοντα και ΧΧΧΧ ΜΑΥΡΟΜΜΑΤΗ, εκ Λεμεσού Εναγόμενου -------------------- Ημερομηνία: 12 Δεκεμβρίου, 2018 Για τον Ενάγοντα: κ. Ζαχαρίου Για τον Εναγόμενο: κα Γεωργίου Α Π Ο Φ Α Σ Η Αφορμή για την καταχώριση της παρούσας αγωγής αποτέλεσε ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος ψευδώς και κακόβουλα και/ή με πρόθεση να τον δυσφημήσει και να τον βλάψει και/ή να πλήξει την ηθική και κοινωνική του υπόσταση τον εξύβρισε με τη φράση «ρε γιε της πουτάνας εγώ γαμώ τη μάνα σου». Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Ενάγοντα η προαναφερόμενη φράση ειπώθηκε από τον Εναγόμενο κατά ή περί τις 23.02.2015 στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη στη Λεμεσό ενώπιον άλλων προσώπων γνωστών και φίλων του Ενάγοντα και/ή της οικογένειας του και/ή ενώπιον αστυνομικών. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η δυσφημιστική δήλωση περιήλθε σε γνώση προσώπων γνωστών σε αυτόν τα οποία αντιλήφθηκαν ευθέως και έμμεσα ότι αυτή απευθυνόταν στο πρόσωπο του κατά τρόπο που πλήττει την εντιμότητα, αξιοπρέπεια και ακεραιότητα του χαρακτήρα του και/ή της οικογένειας του. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά του Εναγόμενου ήταν δυσφημιστική προς το πρόσωπο του και αξιώνει αποζημιώσεις για συκοφαντική δυσφήμηση και/ή επιζήμια ψευδολογία, ως επίσης παραδειγματικές και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και την έκδοση προστακτικού διατάγματος που να απαγορεύει στον Εναγόμενο να προβεί στο μέλλον σε οποιεσδήποτε δυσφημιστικές δηλώσεις εις βάρος του Ενάγοντα. Στην αντίπερα όχθη ο Εναγόμενος στην Υπεράσπιση του αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα και ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή είναι καταχρηστική καθώς αυτή έγινε λόγω του ότι η θυγατέρα του Εναγόμενου διέκοψε τον δεσμό που διατηρούσε με τον Ενάγοντα. Σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου, ο Ενάγοντας δεν αποδέχθηκε τον χωρισμό του με αποτέλεσμα να δημιουργεί διαρκώς προβλήματα τόσο στον Εναγόμενο όσο και στην οικογένεια του. Περαιτέρω, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε κατηγόρησε και/ή προέβη σε δυσφημιστικές δηλώσεις εναντίον του Ενάγοντα και αξιώνει την απόρριψη της παρούσας αγωγής. Η αγωγή εκδικάσθηκε με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως αυτή τροποποιήθηκε. Ακολουθήθηκε η διαδικασία ταχείας εκδίκασης εφόσον η κλίμακα της αγωγής δεν υπερβαίνει τις €3.000. Συνεπώς, η ακρόαση της αγωγής διεξάχθηκε στη βάση έγγραφης μαρτυρίας. Προς απόδειξη της απαίτησης καταχωρήθηκε έγγραφη μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης από τον Ενάγοντα και για την υπεράσπιση καταχωρήθηκε επίσης έγγραφη μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης από τον Εναγόμενο. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων στις τελικές τους αγορεύσεις επιχειρηματολόγησαν προς υποστήριξη των θέσεων τους. Οι αγορεύσεις έχουν μελετηθεί και λαμβάνονται υπόψη στο σύνολό τους και αναφορά σε αυτές θα γίνει εκεί και όπου κρίνεται σκόπιμο. Μαρτυρία - Αξιολόγηση Είχα την ευκαιρία να μελετήσω ενδελεχώς τη γραπτή μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον μου. Θα προχωρήσω στη συνέχεια στην παράθεση και αξιολόγηση της μαρτυρίας με κριτήρια, μεταξύ άλλων, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος στην υπόθεση, την ευκαιρία που είχαν οι μάρτυρες να παρακολουθήσουν τα επίδικα γεγονότα, καθώς επίσης τη λογικότητα και τη συνοχή της μαρτυρίας τους. Είναι καλά γνωστό ότι η μαρτυρία που παρουσιάζεται δεν κρίνεται μικροσκοπικά, υπό την έννοια πως δεν απομονώνονται τα λεγόμενα του κάθε μάρτυρα από το συνολικό πλαίσιο της μαρτυρίας στη δίκη. Η αξιολόγηση δεν έχει περιοριστεί στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα αλλά συσχετίστηκε, τέθηκε σε αντιπαράθεση και διερευνήθηκε με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων [Στυλιανίδης v. Χατζηπιέρα

(1992)1 Α.Α.Δ. 1056 και Mustafa v. Κακουρή κ.α
(2002)1Α Α.Α.Δ. 165]. Δεν θα προβώ σε εκτενή και λεπτομερή παράθεση της μαρτυρίας, αλλά θα περιοριστώ στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα [Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 35]. Ο Ενάγοντας στη γραπτή μαρτυρία του αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι πρόσωπο ακέραιου χαρακτήρα με ανεπτυγμένο το αίσθημα τιμιότητας, ηθικής και αξιοπρέπειας και χαίρει άκρας εκτίμησης τόσο από το οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον όσο και από το ευρύ κοινό της πόλης και επαρχίας Λεμεσού που τον γνωρίζει. Στις 23.02.2015 στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη Λεμεσού ο Εναγόμενος, με σκοπό και πρόθεση να τον δυσφημίσει καταφέρθηκε εναντίον του και τον εξύβρισε δημόσια στην παρουσία προσώπων γνωστών και φίλων του, της οικογένειας του και ενώπιον αστυνομικών με τη φράση «ρε γιε της πουτάνας εγώ γαμώ τη μάνα σου». Η προαναφερόμενη δήλωση δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα και σκοπό είχε να εκθέσει τον Ενάγοντα σε γενικό μίσος, περιφρόνηση, χλεύη ενώ ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή του από άλλους. Επίσης ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά του Εναγόμενου έθιξε σοβαρά την κοινωνική φήμη και υπόληψη του και είχε ως αποτέλεσμα τον δυσμενή επηρεασμό της θέσης του στην κοινωνία. Περαιτέρω, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η εν λόγω δυσφημιστική δήλωση περιήλθε σε γνώση προσώπων γνωστών στον ίδιο και φίλων του, καθώς και σε άλλα πρόσωπα τα οποία αντιλήφθηκαν ευθέως και έμμεσα ότι η ισχυριζόμενη δήλωση απευθυνόταν κατά του προσώπου του και ότι αυτή επηρεάζει την εντιμότητα, αξιοπρέπεια, το ήθος του ιδίου αλλά και της οικογένειας του και της ανατροφής του. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς τον Εναγόμενο προκειμένου να του απολογηθεί, ο τελευταίος αρνείται να συμμορφωθεί. Τέλος, ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι η συμπεριφορά που επέδειξε έναντι του ο Εναγόμενος δικαιολογεί την επιδίκαση παραδειγματικών και/ή τιμωρητικών αποζημιώσεων. Η ουσία της μαρτυρίας του Ενάγοντα έγκειται σε όσα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, διαδραματίστηκαν στις 23.02.15 στον αστυνομικό σταθμό Αγίου Ιωάννη. Παρατηρώ ότι η μαρτυρία του Ενάγοντα σε σχέση με τα πιο πάνω παρουσιάζει κενά και ασάφειες. Συγκεκριμένα, πέραν του ισχυρισμού του Ενάγοντα ότι ο Εναγόμενος προέβη στην ισχυριζόμενη δυσφημιστική δήλωση, δεν παρατίθεται οτιδήποτε χειροπιαστό το οποίο να τεκμηριώνει τον εν λόγω ισχυρισμό. Για να είμαι πιο συγκεκριμένος ο Ενάγοντας, ενώ ισχυρίζεται ότι η επίδικη δυσφημιστική δήλωση έγινε ενώπιον άλλων προσώπων καθώς και ενώπιον αστυνομικών εντούτοις δεν κατονομάζει οποιοδήποτε από τα εν λόγω πρόσωπα. Σημειώνω ότι σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του τα πρόσωπα τα οποία παρευρίσκονταν κατά τον ουσιώδη χρόνο στον αστυνομικό σταθμό ήταν πρόσωπα γνωστά στον ίδιο αφού, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, ήταν φίλοι και μέλη της οικογένειας του. Συνεπώς ήταν εύκολο για τον Ενάγοντα να κατονομάσει τα συγκεκριμένα πρόσωπα, τα οποία όμως ούτε κατονόμασε ούτε και πρόσφερε τη μαρτυρία τους. Αυτή η παράλειψη, πέραν του ότι αποδυναμώνει τη θέση του ότι ο Εναγόμενος είπε την επίδικη φράση, αφήνει μετέωρο και επομένως έκθετο σε απόρριψη τον ισχυρισμό του ότι τα εν λόγω πρόσωπα άκουσαν την ισχυριζόμενη δυσφήμηση. Σχετικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Gatley on Libel and Slander 11th edition. Συγκεκριμένα στις σελ. 1167 και 1168 στο κεφάλαιο "Proof of Publication" αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με αγωγές προφορικής δυσφήμησης (slander): «Where there is no admission by the defendant that he spoke the words complained of or words to like effect, the claimant must call evidence of what the defendant said and of who heard him. The witnesses will usually be those who were present, but evidence is admissible of what the witness was told the defendant said by someone who was present. Evidence of the claimant as to what was said, and as to the presence of other people, may be insufficient, as the fact that there were other people around does not of itself entitle anyone to draw the conclusion that those people must have heard what was said. A tape recording of the slander would be admissible. The actual words alleged to have been published must be proved; it is not sufficient for witnesses to state what they conceive to be the substance or effect of the words, or their impression of what was said". Στη βάση επομένως των πιο πάνω δεν τεκμηριώνεται η θέση του Ενάγοντα περί δημοσίευσης της ισχυριζόμενης δυσφήμησης. Από την άλλη, επίσης εύλογα δημιουργείται η απορία για ποιο λόγο ο Ενάγοντας δεν κατάγγειλε τον Εναγόμενο όταν ο τελευταίος προέβη στην ισχυριζόμενη δυσφημιστική δήλωση. Το λογικά αναμενόμενο θα ήταν ο Ενάγοντας να καταγγείλει άμεσα το εν λόγω συμβάν, καθώς η φράση που φέρεται ότι εκστόμισε εις βάρος του ο Εναγόμενος έγινε σε αστυνομικό σταθμό και μάλιστα ενώπιον αστυνομικών. Η δε ισχυριζόμενη δυσφημιστική δήλωση στοιχειοθετεί και το ποινικό αδίκημα της δημόσιας εξύβρισης. Παρά ταύτα ο Ενάγοντας δεν ισχυρίστηκε ότι κατάγγειλε το εν λόγω περιστατικό, ούτε και ανέφερε ποιες ήταν οι αντιδράσεις των αστυνομικών ενώπιον των οποίων ειπώθηκε η συγκεκριμένη φράση από τον Εναγόμενο. Επιπρόσθετα, η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από γενικότητα και σε σχέση με τους ισχυρισμούς του ότι μεταγενέστερα η δυσφημιστική δήλωση περιήλθε σε γνώση και άλλων προσώπων γνωστών του και μη. Η συγκεκριμένη αναφορά αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία στην οποία, στην προκείμενη περίπτωση, δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Σύμφωνα με το άρθρο 27
(2)(α) και (γ) του Κεφ.9 το Δικαστήριο στα πλαίσια αξιολόγησης της αποδεικτικής αξίας εξ ακοής μαρτυρίας λαμβάνει, μεταξύ άλλων, υπόψη του το κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό να κληθεί ως μάρτυρας το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση, ως επίσης και τον βαθμό της εξ ακοής μαρτυρίας. Στο άρθρο 27
(3)του Κεφ.9 τονίζεται μάλιστα ότι θα πρέπει να λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψη το κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Εν προκειμένω ο Ενάγοντας δεν κατονομάζει τα πρόσωπα στα οποία, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, κοινοποιήθηκε ή γνωστοποιήθηκε με οποιοδήποτε τρόπο η ισχυριζόμενη δυσφημιστική δήλωση, ούτε και έδωσε οποιαδήποτε εξήγηση ως προς τη μη κλήση ως μαρτύρων των προσώπων που άκουσαν την ισχυριζόμενη δυσφήμηση και επομένως προέβηκαν στην αρχική δήλωση. Συνεπώς δεν μπορεί να αξιολογηθεί κατά πόσο ήταν εύλογο να κληθούν ως μάρτυρες τα πρόσωπα που προέβηκαν στην αρχική δήλωση, ούτε και είναι γνωστός ο βαθμός εξ ακοής μαρτυρίας εφόσον δεν υπάρχει μαρτυρία ως προς το πως περιήλθε σε γνώση του η ισχυριζόμενη διάδοση της δυσφημιστικής δήλωσης. Ως εκ των ανωτέρω θεωρώ ότι δεν μπορεί να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα στη μαρτυρία του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος τώρα στη δική του γραπτή μαρτυρία ισχυρίζεται, ανάμεσα σε άλλα, ότι ο Ενάγοντας διατηρούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα δεσμό με τη θυγατέρα του. Η τελευταία αποφάσισε να διακόψει τον δεσμό της με τον Ενάγοντα για διάφορους λόγους μεταξύ των οποίων και διότι ο Ενάγοντας άσκησε σωματική βία εναντίον της, γεγονός το οποίο καταγγέλθηκε τόσο στο γραφείο ευημερίας όσο και στην αστυνομία. Ο Ενάγοντας αρνήθηκε να δεχθεί την πιο πάνω εξέλιξη με αποτέλεσμα να δημιουργεί συνεχώς προβλήματα τόσο στον ίδιο όσο και στην οικογένεια του. Συγκεκριμένα καταχωρεί διαρκώς αβάσιμες αγωγές και προβαίνει σε καταγγελίες στην αστυνομία τόσο εναντίον του ιδίου όσο και εναντίον συγγενικών του προσώπων παρουσιάζοντας ψευδή γεγονότα με απώτερο σκοπό την ταλαιπωρία του ιδίου και της οικογένειας του. Επιπρόσθετα, ο Ενάγοντας χρησιμοποιώντας διαφορετικούς τηλεφωνικούς αριθμούς τον παρενόχλησε επανειλημμένα με αποτέλεσμα να προχωρήσει σε καταγγελία των εν λόγω περιστατικών στην αστυνομία. Ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι ουδέποτε, είτε δημόσια, είτε ενώπιον άλλων προσώπων, προέβη σε δυσφημιστικές δηλώσεις ή εκφράσεις που αφορούν τον Ενάγοντα. Καταληκτικά ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η παρούσα αγωγή είναι αβάσιμη και αιτείται την απόρριψη της. Η μαρτυρία του Εναγόμενου επίσης, κατά την κρίση μου, χαρακτηρίζεται από γενικότητα και ασάφεια με αποτέλεσμα να μην μπορεί να της δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα. Ο Εναγόμενος με τη μαρτυρία του απέδωσε ιδιοτελή κίνητρα στον Ενάγοντα επικαλούμενος ουσιαστικά εκδικητική συμπεριφορά του Ενάγοντα λόγω της διακοπής του δεσμού που ο τελευταίος διατηρούσε με τη θυγατέρα του Εναγόμενου. Προς ενίσχυση αυτής της βασικής θέσης της υπεράσπισης, ο Εναγόμενος αναφέρθηκε σε καταγγελίες που έγιναν εις βάρος του Ενάγοντα για άσκηση σωματικής βίας εναντίον της θυγατέρας του Εναγόμενου στο γραφείο ευημερίας και στην αστυνομία. Επίσης ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας τον παρενόχλησε τηλεφωνικά, πράγμα το οποίο κατάγγειλε στην αστυνομία. Τέλος, αναφέρθηκε σε αριθμό άλλων αγωγών που ο Ενάγοντας καταχώρησε εναντίον του ιδίου και συγγενικών του προσώπων. Όλοι οι προαναφερόμενοι ισχυρισμοί του Εναγόμενου παρέμειναν ατεκμηρίωτοι, προκαλώντας έτσι ρήγμα στην ουσιαστική θέση που επικαλείται με την υπεράσπιση του αφού δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία προς επιβεβαίωση. Περαιτέρω δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες σε σχέση με τις ισχυριζόμενες καταγγελίες, όπως για παράδειγμα ο χρόνος στον οποίο έλαβαν χώρα τα ισχυριζόμενα περιστατικά. Εάν αυτά επισυνέβηκαν προ μεγάλου χρονικού διαστήματος σε σχέση με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, είναι στοιχείο που θα έπρεπε να συνεκτιμηθεί σε σχέση με τη γνησιότητα και λογικότητα της θέσης του Εναγόμενου. Επίσης δεν διευκρινίστηκε αν οι ισχυριζόμενες καταγγελίες ήταν γραπτές ή προφορικές και ποια ήταν η κατάληξη τους. Ακόμη και αν οι εν λόγω καταγγελίες έγιναν προφορικά ή για οποιοδήποτε λόγο οι αρμόδιες υπηρεσίες δεν μπορούσαν να εφοδιάσουν τον Εναγόμενο με αντίγραφα των γραπτών καταγγελιών, ο Εναγόμενος θα μπορούσε να προσφέρει μαρτυρία αρμόδιων λειτουργών προς επιβεβαίωση των ισχυρισμών του, πράγμα όμως το οποίο δεν έπραξε. Ομοίως περιορίστηκε και στον γενικό ισχυρισμό περί καταχώρησης και άλλων αγωγών εναντίον του ιδίου και συγγενών του, χωρίς όμως και πάλι να δίδονται οποιεσδήποτε λεπτομέρειες όπως π.χ. οι αριθμοί των αγωγών. Ενόψει των πιο πάνω θεωρώ ότι ουδεμία βαρύτητα μπορεί να δοθεί στη μαρτυρία του Εναγόμενου. Νομική πτυχή Ο ορισμός του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης δίδεται στο άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ.148 (στο εξής «Κεφ. 148») και έχει ως ακολούθως: «17.-
(1)Η δυσφήμηση συvίσταται στη δημoσίευση από oπoιoδήπoτε πρόσωπo με έvτυπo, γραπτό, ζωγραφιά, oμoίωμα, χειρovoμίες, λόγια ή άλλoυς ήχoυς, ή με κάθε άλλo μέσo oπoιασδήπoτε φύσης, περιλαμβαvόμεvης και της εκπoμπής με ασύρματη τηλεγραφία, δημoσιεύματoς τo oπoίo- (α) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo έγκλημα͘ ή (β) απoδίδει σε άλλo πρόσωπo αvάρμoστη συμπεριφoρά σε δημόσια θέση͘ ή (γ) εκ φύσεως τείvει στo vα βλάψει ή vα επηρεάσει με δυσμέvεια τηv υπόληψη άλλoυ πρoσώπoυ στo επάγγελμα, επιτήδευμα, τηv εργασία, απασχόληση, ή τη θέση τoυ͘ ή (δ) εvδέχεται vα εκθέσει άλλo πρόσωπo σε γεvικό μίσoς, περιφρόvηση ή χλεύη͘ ή (ε) εvδέχεται vα πρoκαλέσει τηv απoστρoφή ή απoφυγή oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ από άλλoυς. Για τoυς σκoπoύς τoυ εδαφίoυ αυτoύ "έγκλημα" σημαίvει πoιvικό αδίκημα ή άλλη αξιόπoιvη πράξη βάσει oπoιoυδήπoτε voμoθετήματoς πoυ ισχύει στη Δημoκρατία, καθώς και πράξη πoυ τελέστηκε oπoυδήπoτε η oπoία, αv τελείτo στη Δημoκρατία, θα ήταv αξιόπoιvη σε αυτή.
(2)Η ευθύvη τηv oπoία υπέχει τo πρόσωπo για δυσφημιστική δήλωση δεv είvαι μικρότερη για μόvo τo λόγo ότι- (α) πρoβαίvει σε αυτή υπό μoρφή επαvάληψης ή φημoλoγίας (hearsay)͘ ή (β) αvαφέρει έγκαιρα ή μεταγεvέστερα τηv πηγή στηv oπoία στηρίζεται η δήλωση πoυ έγιvε͘ ή (γ) τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τωv άρθρωv 19, 20 και 21, πιστεύει τη δήλωση ως αληθιvή͘ ή (δ) δεv σκόπευε στηv πραγματικότητα vα πρoβεί σε αυτή ή vα δημoσιεύσει αυτή για τov εvάγovτα και ότι αφoρoύσε αυτόv͘ ή (ε)τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 22, αγvooύσε τηv ύπαρξη τoυ εvάγovτα. Νoείται ότι τo Δικαστήριo δύvαται vα λάβει υπόψη αυτές ή παρόμoιες περιστάσεις κατά τηv επιδίκαση απoζημίωσης.
(3)Χωρίς απόδειξη ειδικής ζημιάς δεv είvαι δυvατή η έγερση αγωγής για δυσφήμηση η oπoία εvεργήθηκε με χειρovoμίες, με λόγια ή άλλoυς ήχoυς, με εξαίρεση τηv εκπoμπή με ασύρματη τηλεγραφία, εκτός όταv oι χειρovoμίες, τα λόγια ή άλλoι ήχoι- (α) Απoδίδoυv έγκλημα πoυ δύvαται vα επισύρει στov εvάγovτα σωματική πoιvή ή φυλάκιση σε πρώτη καταδίκη͘ (β) σκoπεύoυv στo vα βλάψoυv ή vα επηρεάσoυv με δυσμέvεια τηv υπόληψη τoυ εvάγovτα στo επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (γ) απoδίδoυv στov εvάγovτα μεταδoτική ή μoλυσματική vόσo͘ (δ) απoδίδoυv σε γυvαίκα ή κoρασίδα μoιχεία ή ασέλγεια.
(4)Δυσφήμηση διαπράττεται και αv ακόμη τo δυσφημιστικό της vόημα δεv εκφράζεται ευθέως ή πλήρως͘ αρκεί αv τo vόημα αυτό, και η αvαφoρά τoυ σε αυτό πoυ φέρεται ότι είvαι δυσφημoύμεvo δύvαvται vα συvαχθoύv είτε από αυτή τηv ίδια τηv δυσφημιστική δήλωση είτε από εξωτερικές περιστάσεις, είτε μερικά από τo έvα και μερικά από τo άλλo.» Από τη διατύπωση του άρθρου 17 του Κεφ.148 προκύπτει ότι για να πετύχει ο Ενάγοντας σε αγωγή για δυσφήμηση, θα πρέπει να αποδείξει (α) ότι το δημοσίευμα ήταν δυσφημιστικό, (β) ότι το δημοσίευμα αναφερόταν σε αυτόν και (γ) ότι δημοσιεύτηκε. Περαιτέρω, το εν λόγω άρθρο δημιουργεί δύο κατηγορίες δυσφήμησης. Συγκεκριμένα τον λίβελο, που συνίσταται σε δημοσίευμα που γίνεται με μόνιμη μορφή και την προφορική δυσφήμηση (slander) η οποία έχει παροδική μορφή. Η παροδική μορφή περιλαμβάνει μόνο χειρονομίες, λόγια, ή άλλους ήχους, εκτός εκπομπές με ασύρματη τηλεγραφία. Η διάκριση έχει ουσιαστική σημασία, διότι στην περίπτωση προφορικής δυσφήμησης πρέπει να αποδεικνύεται ειδική ζημιά για να πετύχει ο Ενάγοντας, εκτός όπου το δημοσίευμα, ανάμεσα σε άλλα, σκοπεύει στο να βλάψει ή να επηρεάσει με δυσμένεια την υπόληψη του Ενάγοντα στο επάγγελμα, επιτήδευμα, εργασία, απασχόληση ή τη θέση τoυ͘ (βλ. άρθρο 17
(3)(β) του Κεφ.148 και σύγγραμμα «Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις», Τόμος 1 των κ.κ. Αρτέμη και Ερωτοκρίτου σελ. 61-62). Ευρήματα - Συμπεράσματα Ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας τόσο του Ενάγοντα όσο και του Εναγόμενου, το Δικαστήριο δεν μπορεί να καταλήξει στη διατύπωση οποιωνδήποτε ευρημάτων. Η απόρριψη δε της μαρτυρίας του Ενάγοντα σηματοδοτεί και την απόρριψη της αγωγής, εφόσον ο τελευταίος δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης παρουσιάζοντας μαρτυρία η οποία να στοιχειοθετεί τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος της δυσφήμησης όπως αυτό ορίζεται στο άρθρο 17 του Κεφ. 148. Θα πρέπει να σημειώσω ότι ακόμα και αν γινόταν αποδεκτή η μαρτυρία του Ενάγοντα η έκβαση της παρούσας αγωγής θα ήταν και πάλι η ίδια. Η αξίωση του Ενάγοντα εδράζεται επί ισχυρισμού για προφορική δυσφήμηση του από τον Εναγόμενο. Όπως αναφέρθηκε πιο πάνω κατά την ανάπτυξη της νομικής πτυχής η διάκριση μεταξύ λίβελλου και προφορικής δυσφήμησης ενέχει ουσιαστική σημασία αφού στη δεύτερη περίπτωση, πλην των καθορισμένων εξαιρέσεων του εδαφίου 3 του άρθρου 17 του Κεφ. 148, πρέπει να αποδεικνύεται ειδική ζημιά για να μπορέσει ο Ενάγοντας να επιτύχει στην αγωγή του. Στην προκείμενη περίπτωση είναι ξεκάθαρο ότι ο Ενάγοντας δεν απαιτεί οποιαδήποτε ειδική ζημιά. Τόσο στην Έκθεση Απαίτησης όσο και στην έγγραφη μαρτυρία του δεν περιλαμβάνεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός για πρόκληση ειδικής ζημιάς. Ο ευπαίδευτος συνήγορος του Ενάγοντα, αν και δεν αναφέρεται ευθέως στην αγόρευση του στο εν λόγω ζήτημα εντούτοις συνάγεται από αυτή ότι θεωρεί πως η παρούσα υπόθεση εμπίπτει στη δεύτερη εξαίρεση που καθιερώνει το εδάφιο 3 του άρθρου 17 του Κεφ. 148 (βλ. σελ. 2 και 5 της γραπτής αγόρευσης του συνηγόρου του Ενάγοντα). Με κάθε σεβασμό, η εν λόγω προσέγγιση δεν με βρίσκει σύμφωνο. Η εξαίρεση του άρθρου 17
(3)(β) του Κεφ. 148 είναι φανερό ότι αφορά αποκλειστικά και μόνο την «επαγγελματική δυσφήμηση» και όχι γενικότερα την υπόληψη και αξιοπρέπεια του Ενάγοντα ή τη θέση του στην κοινωνία. Τα όσα διαλαμβάνονται στο άρθρο 17
(3)(β) του Κεφ. 148 αντιστοιχούν με όσα καταγράφονται στο άρθρο 17
(1)(γ) του Κεφ. 148. Στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου «Το σύγχρονο δίκαιο της δυσφήμησης» σελ. 142 αναφέρονται τα ακόλουθα σε σχέση με την «επαγγελματική και προσωπική δυσφήμηση»: «Στην Κύπρο, σύμφωνα με το άρθρο 17 του Νόμου, το αδίκημα της δυσφήμησης διαπράττεται όταν κάποιο πρόσωπο προχωρεί "στη δημοσίευση", με οποιονδήποτε τρόπο, "στη δημοσίευση", "δημοσιεύματος το οποίο: (α) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο έγκλημα· ή (β) αποδίδει σε άλλο πρόσωπο ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση· ή (γ) εκ φύσεως τείνει στο να βλάψει ή να επηρεάσει δυσμενώς την υπόληψη άλλου προσώπου στο επάγγελμα, το επιτήδευμα, την εργασία, την απασχόληση, ή τη θέση του· ή (δ) ενδέχεται να εκθέσει άλλο πρόσωπο σε γενικό μίσος, περιφρόνηση ή χλεύη· ή (ε) ενδέχεται να προκαλέσει την αποστροφή ή αποφυγή οποιουδήποτε προσώπου από άλλους". Εάν αγνοηθούν οι υποπαράγραφοι (α) και (β), που έχουν σαν αντικείμενο απόδοση εγκλήματος και ανάρμοστη συμπεριφορά σε δημόσια θέση, τότε παραμένουν μόνο τρεις περιπτώσεις ή έννοιες δυσφήμησης, εκ των οποίων, μάλιστα, η μία (η τρίτη) αφορά σε αυτό που έχουμε αποκαλέσει σε άλλο μέρος αυτής της Μελέτης «επαγγελματική δυσφήμηση», καθότι το αντικείμενο της υποπαραγράφου αυτής φαίνεται να είναι η επαγγελματική ή εμπορική φήμη κάποιου προσώπου, φυσικού ή νομικού. Επομένως, το θέμα της προσωπικής δυσφήμησης, όπως την έχουμε αποκαλέσει, δηλαδή της δυσφήμησης που αφορά στον χαρακτήρα και την υπόληψη φυσικών προσώπων, το πραγματεύονται μόνο οι υποπαράγραφοι (δ) και (ε)». Όσα αναφέρονται στο εν λόγω σύγγραμμα σε σχέση με το άρθρο 17
(1)(γ) του Κεφ. 148, θεωρώ ότι ισχύουν κατ' αναλογία και σε σχέση με τη δεύτερη εξαίρεση του εδαφίου 3 του εν λόγω άρθρου. Στο σημείο αυτό θεωρώ σκόπιμο να αναφέρω ότι για τους πιο πάνω λόγους δεν μπορεί να γίνει επίκληση ούτε του αστικού αδικήματος της επιζήμιας ψευδολογίας (άρθρο 25 του Κεφ. 148). Όπως αναφέρεται στη σελ. 90 του συγγράμματος «Αστικά Αδικήματα» (ανωτέρω) το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας αφορά ζημιά σε εμπορικά συμφέροντα. Η πιο πάνω αναφορά κρίθηκε αναγκαία διότι στο παρακλητικό της Έκθεσης Απαίτησης η αξίωση του Ενάγοντα στηρίζεται διαζευκτικά και στο αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας, αν και στην αγόρευση του ο ευπαίδευτος συνήγορος του αναφέρεται μόνο στο αδίκημα της δυσφήμησης. Αναφορικά με το ότι το άρθρο 17
(3)(β) του Κεφ. 148 αφορά αποκλειστικά την επαγγελματική ιδιότητα του Ενάγοντα, μπορεί αντληθεί καθοδήγηση και από την απόφαση του αγγλικού εφετείου στην υπόθεση Hopwood v. Muirson
(1945)K.B. 313. Στην εν λόγω υπόθεση ο προτιθέμενος ενοικιαστής μία κατοικίας ζήτησε από τον εφεσείοντα, ο οποίος ήταν δικηγόρος και φίλος του, να του δώσει συστατική επιστολή για να την παρουσιάσει στον ιδιοκτήτη της κατοικίας - εφεσίβλητο. O εφεσίβλητος όταν έλαβε την επιστολή χαρακτήρισε ως ρουφιάνο τον εφεσείοντα λέγοντας, ανάμεσα σε άλλα, ότι η συστατική επιστολή δεν έχει οποιαδήποτε αξία καθώς το επάγγελμα του ως δικηγόρος τον κάνει να γράφει ό,τι βολεύει τα συμφέροντα του πελάτη του. Το αγγλικό εφετείο απορρίπτοντας την έφεση αποφάνθηκε ότι οι περιστάσεις υπό τις οποίες έγινε η προφορική δυσφήμηση αφορούσαν προσωπικά τον εφεσείοντα και όχι την επαγγελματική του ιδιότητα ως δικηγόρου. Ως εκ τούτου, στην απουσία ειδικών ζημιών, δεν υπήρχε αγώγιμο δικαίωμα στη βάση της προφορικής δυσφήμησης. Εν προκειμένω η ισχυριζόμενη δυσφημιστική δήλωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι πλήττει με οποιοδήποτε τρόπο την επαγγελματική ιδιότητα του Ενάγοντα. Επί τούτου σημειώνω ότι ουδεμία μαρτυρία έχει προσκομιστεί σε σχέση με το επάγγελμα ή την εργασία ή απασχόληση ή θέση του Ενάγοντα. Επομένως, δεν μπορεί να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα περί βλάβης ή δυσμενούς επηρεασμού του. Κατά συνέπεια η αγωγή του Ενάγοντα είναι σε κάθε περίπτωση καταδικασμένη σε αποτυχία, εφόσον ο τελευταίος δεν έχει επικαλεστεί και δεν έχει αποδείξει την ύπαρξη ειδικής ζημιάς. Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του Εναγόμενου και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Μ. Αγιομαμίτης, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟΝ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ Subject: Civil/Other Actions/Final Αναφορά: Δυσφήμηση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.