← Κύπρος

Μαρκαντώνη ν. Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2180/2010, 21/12/2018

Μαρκαντώνη ν. Παναγιώτου κ.α., Αρ. Αγωγής: 2180/2010, 21/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A540 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2180/2010 Μεταξύ: . Μαρκαντώνη Ενάγουσας v.

  1. . Παναγιώτου
  2. . Τσιάτταλου
  3. . Ιωάννου
  4. Αχίλλειον Ιδιωτικό Νοσοκομείο Εναγομένων Όπως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημ. 20.12.10 Μεταξύ: . Μαρκαντώνη Ενάγουσας v.
  5. . Παναγιώτου
  6. . Τσιάτταλου
  7. . Ιωάννου
  8. Ιατρικό Κέντρο Λεμεσού Αχίλλειον Λτδ το οποίο τελεί εργασίες υπό την εμπορική επωνυμία Αχίλλειον Ιδιωτικό Νοσοκομείο Εναγομένων Αίτηση Ενάγουσας ημ. 7.9.18 για διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου Ημερομηνία: 21 Δεκεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα - Αιτήτρια: κ. Χ. Ιωαννίδης με κα Γ. Ζαχαρία για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου ΔΕΠΕ Για τον Εναγόμενο 1 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Χ. Ονουφρίου για Σκορδής & Στεφάνου ΔΕΠΕ και Ανδρέα Κυπρίζογλου Για τον Εναγόμενο 2 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Α. Γεωργίου για Μάριος Γεωργίου και Συνεργάτες Για τον Εναγόμενο 3 - Καθ΄ ου η Αίτηση: κ. Χ. Τιμοθέου για Χ. Τιμοθέου & Λ. Νεοφύτου Για Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ - Μεσεγγυούχους: κα Χ. Ππεκρή για Χρυσαφίνης και Πολυβίου ΔΕΠΕ Για Eurobank Cyprus Ltd - Μεσεγγυούχους: κα Μ. Κούνδουρου για Ηλίας Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ Για Ελληνική Τράπεζα (Hellenic Bank) - Μεσεγγυούχους: κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης ΔΕΠΕ Για Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα - Μεσεγγυούχους: ουδεμία εμφάνιση Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση η Ενάγουσα - Αιτήτρια ζητά την έκδοση διαταγμάτων κατάσχεσης εις χείρας τρίτου αναφορικά με τα ποσά τα οποία βρίσκονται κατατεθειμένα σε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς των Καθ΄ ων η Αίτηση στις Τράπεζες - Μεσεγγυούχους. Σημειώνεται πως η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε μονομερώς και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Αιτήτριας. Πριν την εξέταση της μονομερούς Αίτησης η Αιτήτρια καταχώρισε και συμπληρωματική ένορκη δήλωση ημ. 28.9.17 προς υποστήριξη αυτής. Την ίδια μέρα το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διατάγματα με τα οποία οι Τράπεζες διατάσσονταν όπως μη πληρώσουν τα εν λόγω ποσά σε οποιοδήποτε πρόσωπο μέχρι την εκδίκαση του υπόλοιπου μέρους της Αίτησης, το οποίο ορίστηκε για επίδοση, ήτοι για την έκδοση διαταγμάτων κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Κατόπιν επίδοσης, στα πλαίσια της Αίτησης, εμφανίστηκαν οι Καθ΄ ων οι οποίοι καταχώρισαν ένσταση. Εκ μέρους των Μεσεγγυούχων, καταχωρίστηκε ένσταση μόνο από την Τράπεζα Κύπρου. Αναφορικά με την Ελληνική και την Eurobank, δηλώθηκε πως θα ακολουθήσουν την απόφαση του Δικαστηρίου. Ο δικηγόρος της Ελληνικής κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού του Εναγομένου 1, Τεκμήριο 1, δηλώνοντας πως πριν την έκδοση των μονομερών διαταγμάτων ο Εναγόμενος 1 είχε προβεί σε δύο συναλλαγές με πληρωμή με πιστωτική κάρτα οι οποίες όμως, λόγω της έκδοσης των διαταγμάτων, δεν κατέστη δυνατόν να χρεωθούν στον λογαριασμό του και ζήτησε την αποδέσμευση του ποσού των €1.519,52 και πίστωση του προς όφελος της Τράπεζας ούτως ώστε η Τράπεζα να μην υποστεί αυτή τη ζημιά. Το αίτημα βρήκε συμφώνους τους δικηγόρους της Αιτήτριας. Εκ μέρους της Eurobank, καταχωρίστηκε ένορκη δήλωση με τα στοιχεία και το ποσό του λογαριασμού που διατηρεί ο Εναγόμενος
  9. Οι ενστάσεις περιέχουν κοινούς αλλά και ξεχωριστούς λόγους. Οι ενστάσεις των Καθ΄ ων συνοδεύονται από ένορκες δηλώσεις των ιδίων ενώ η ένσταση της Τράπεζας Κύπρου από ένορκη δήλωση του κ. ΜK, υπαλλήλου της Τράπεζας. Στα πλαίσια εξέτασης της Αίτησης, κρίνεται σκόπιμο να ασχοληθώ αρχικά με τους κοινούς λόγους ένστασης και κάποιους λόγους οι οποίοι προβάλλονται μόνο σε μια των ενστάσεων αλλά αφορούν γενικά την έκβαση της Αίτησης, με τη σειρά όπως θεωρώ ευχερέστερη. Ι. Λανθασμένος Τίτλος Αίτησης Ο Εναγόμενος 1 εγείρει ως λόγο ένστασης πως ο τίτλος της Αίτησης είναι λανθασμένος καθότι οι Μεσεγγυούχοι δεν έχουν περιληφθεί σε αυτόν και επομένως δεν αποτελούν διάδικο μέρος της διαδικασίας. Σύμφωνα με τις πρόνοιες των Δ.43 και 48 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και των άρθρων 73-81 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, τα οποία περιλαμβάνονται στη νομική βάση της Αίτησης και διέπουν το ζήτημα της έκδοσης διαταγμάτων κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, δεν υπάρχει ρητή υποχρέωση για την περίληψη των μεσεγγυούχων στον τίτλο της Αίτησης. Εκείνο το οποίο ρητώς απαιτείται είναι όπως το εκδοθέν ένταλμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου επιδοθεί στους μεσεγγυούχους καλώντας τους να εμφανιστούν ενώπιον του Δικαστηρίου για να εξεταστούν αναφορικά με την ιδιοκτησία (περιουσία, χρήματα κ.λπ.) που κατέχουν και αναφέρεται στο ένταλμα και με το οποίο διατάσσεται η δέσμευση της και η μη αποξένωση αυτής από τους μεσεγγυούχους. Όπως διαφαίνεται και μέσα από τη σχετική νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην οποία γίνεται αναφορά κατωτέρω στο κεφάλαιο της νομικής πτυχής, ο μεσεγγυούχος δεν περιλήφθηκε στον τίτλο της αίτησης σε όλες τις εν λόγω υποθέσεις χωρίς οποιαδήποτε επισήμανση από το Δικαστήριο περί τούτου το οποίο προχώρησε στην εξέταση της αίτησης επί της ουσίας - βλ. π.χ. Carna Plants Ltd. v. Masalcha and Others

(1990)1 Α.Α.Δ. 28. Η παρούσα Αίτηση φέρει τον τίτλο της Αγωγής, στα πλαίσια της οποίας καταχωρίστηκε, και μετά την έκδοση των διαταγμάτων, αυτά επιδόθηκαν σε όλα τα ενδιαφερόμενα και επηρεαζόμενα μέρη, ήτοι τους Καθ΄ ων και τους μεσεγγυούχους, προς πλήρη συμμόρφωση με τις σχετικές νομοθετικές και δικονομικές πρόνοιες. Ως εκ τούτου θεωρώ πως αυτός ο λόγος ένστασης είναι αβάσιμος. Ανεξάρτητα από την πιο πάνω διαπίστωση μου, ακόμα και σε περίπτωση που ήθελε θεωρηθεί πως οι μεσεγγυούχοι έπρεπε να περιλαμβάνονταν στον τίτλο, θεωρώ πως αυτή η παράλειψη αποτελεί απλή παρατυπία η οποία είναι θεραπεύσιμη με την έκδοση σχετικού διατάγματος άρσης της παρατυπίας, δυνάμει της Δ.64 και σύμφωνα με την υπόθεση Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου
(1999)1 Α.Α.Δ.
  1. Θεωρώ πως αυτή η παράλειψη είναι τυπικής μορφής και δεν επηρεάζει με οποιονδήποτε τρόπο τα δικαιώματα του Εναγομένου 1 ή οποιουδήποτε άλλου των Καθ΄ ων ή των μεσεγγυούχων οι οποίοι έλαβαν γνώση του διατάγματος και της Αίτησης, εμφανίστηκαν στα πλαίσια της Αίτησης και είχαν τη δυνατότητα να προβάλουν τις θέσεις τους. Επιπλέον, παρά την έγερση του λόγου ένστασης, τελικώς θεωρώ πως αυτός έχει εγκαταλειφθεί από τον Εναγόμενο 1 εφόσον δεν αποτελεί αντικείμενο ενασχόλησης στην αγόρευση εκ μέρους του. ΙΙ. Λανθασμένη νομική βάση Και πάλι αυτός ο λόγος ένστασης εγείρεται από τον Εναγόμενο 1, ο οποίος (λόγος) όμως δεν βρίσκει έρεισμα στην ίδια τη νομική βάση της Αίτησης η οποία, όπως έχει ήδη αναφερθεί, περιέχει τις ορθές νομοθετικές και δικονομικές πρόνοιες. Εδώ σημειώνω πως σχετικά επίσης είναι και τα άρθρα 14 και 15 του Κεφ. 6, και το Κεφ. 6 περιλαμβάνεται στη νομική βάση της Αίτησης τόσο γενικά όσο και με ειδική αναφορά σε κάποια συγκεκριμένα άρθρα, περιλαμβανομένων των άρθρων 73-
  2. Επιπλέον, σημειώνω πως και αυτός ο λόγος δεν προωθήθηκε κατά την αγόρευση του δικηγόρου του και επομένως θεωρώ πως εν πάση περιπτώσει έχει εγκαταλειφθεί. IΙΙ. Νομική Πτυχή Η διαδικασία και η μέθοδος κατάσχεσης, όπως προνοείται από τα άρθρα 73-81 του Κεφ.6 περιγράφεται στην υπόθεση F. Hoffman - La Roche and Co. A.G. v. Inter-Continental Pharmaceuticals (Bletchley) Limited Curtis and Co. Ltd. and Zygmunt (Chemists) Limited and Chartered Bank of Famagusta
(1969)1 C.L.R. 106. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Heatron Co Ltd
(1999)1(A) A.A.Δ. 711: «. επρόκειτο περί εναρκτήριας διαδικασίας και όχι ενδιάμεσης παρόλον που άρχισε με μονομερή αίτηση: βλ. την ανάλογη περίπτωση στην Udruzena Beogradska Banka ν. Westacre Investment, Inc,
(1999)1 Α.Α.Δ. 124. Η αίτηση είχε ως αντικείμενο, όπως προβλέπεται στο άρθρο 73, την ίδια την έκδοση του εντάλματος κατάσχεσης και όχι παρεμπίπτοντος διατάγματος. Το ότι θα ακολουθούσε του εντάλματος δικαστική διεργασία πριν από την οριστικοποίηση, που σημαίνει ότι επρόκειτο για ένταλμα nisi, δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της διαδικασίας.» Στο σημείο αυτό κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως, ενόψει ακριβώς της φύσης της Αίτησης και της υπό κρίση διαδικασίας, οι νομικές αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων δυνάμει του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60στις οποίες παρέπεμψε ο δικηγόρος του Εναγομένου 1 δεν τυγχάνουν εφαρμογής και δεν διέπουν την παρούσα διαδικασία. Απαραίτητη προϋπόθεση για την έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι η ύπαρξη εκ δικαστικής απόφασης οφειλέτη χρέους. Επίσης, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί για το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη στο αντικείμενο της μεσεγγύησης. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Carna Plants Ltd. v. Masalcha and Others
(1990)1 Α.Α.Δ. 28, το συμφέρον του εξ αποφάσεως χρεώστη του οποίου η κατάσχεση στα χέρια τρίτου επιδιώκεται, πρέπει να είναι άμεσο και όχι έμμεσο και ούτε η άσκηση του να τελεί υπό όρους. Στην ίδια απόφαση αναφέρεται η διάκριση του Αγγλικού όρου «beneficially interested» που είναι ευρύτερη από τον αντίστοιχο Ελληνικό «δικαιούχος». Η έκδοση διατάγματος μεσεγγύησης επαφίεται, σε τελική ανάλυση, στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, γεγονός που συνάγεται αβίαστα από τις πρόνοιες του άρθρου 78 του Κεφ.
  1. Σχετική είναι η υπόθεση George Th. Rossides v. Emetullah Haji Tossoun (XII) C.L.R.
  2. ΙV. Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων Και οι τρείς Καθ΄ ων εγείρουν ως λόγο ένστασης πως η Αιτήτρια δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης δυνάμει της οποίας το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς διατάγματα. Τα γεγονότα τα οποία επικαλούνται είναι η καταχώριση έφεσης από τους Εναγόμενους εναντίον της ως άνω τελικής απόφασης του Δικαστηρίου, έφεσης από την Ενάγουσα εναντίον της απόφασης ημ. 7.8.18 ως προς το ύψος των μηνιαίων δόσεων βάσει διαταγμάτων από το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση), έφεσης από τον Εναγόμενο 1 εναντίον της απόφασης ημ. 7.8.18 και αίτησης από τον Εναγόμενο 1 για καταβολή των μηνιαίων δόσεων σε λογαριασμό μέχρι την εκδίκαση της έφεσης εναντίον της απόφασης και του διατάγματος των μηνιαίων δόσεων. Περαιτέρω, επικαλούνται τη μη αποκάλυψη της καταβολής μηνιαίων δόσεων στην Ενάγουσα και την καταχώριση memo επί της ακίνητης περιουσίας τους. Το γεγονός της καταχώρισης έφεσης εναντίον της απόφασης ημ. 27.7.16 και πως δεν έχει ανασταλεί η εκτέλεση αυτής, αναφέρεται στην αρχική ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Το γεγονός της έκδοσης των διαταγμάτων μηνιαίων δόσεων, της καταχώρισης έφεσης εκ μέρους της Ενάγουσας εναντίον αυτής της απόφασης όσον αφορά το ύψος των μηνιαίων δόσεων, και οι όποιες πληρωμές στην ίδια των δόσεων από τους Καθ΄ ων καταγράφονται στη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση. Αναφορικά με την έφεση και αίτηση του Εναγομένου 1, θεωρώ πως αυτό το ζήτημα δεν είναι ουσιώδους σημασίας για την υπό κρίση Αίτηση, καθότι αφορά στο ζήτημα του τρόπου καταβολής των δόσεων. Επιπλέον, ούτε και η καταχώριση memo συνιστά ουσιώδες ζήτημα το οποίο η Ενάγουσα όφειλε να αποκαλύψει, καθότι όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω, αυτό δεν συνιστά μέτρο εκτέλεσης και εν πάση περιπτώσει δεν αποτελεί από μόνο του εμπόδιο στην ταυτόχρονη λήψη παράλληλων διαφόρων μέτρων προς τον σκοπό εκτέλεσης της απόφασης μέχρις ότου καταστεί δυνατή η ικανοποίηση ολοκλήρου του ποσού της απόφασης. V. Στοιχείο του Επείγοντος Οι Εναγόμενοι 1 και 3 προβάλλουν ως λόγο ένστασης πως δεν συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος για την έκδοση μονομερώς διαταγμάτων και δέσμευσης των εν λόγω λογαριασμών. Αυτός ο λόγος δεν βρίσκει έρεισμα στο ίδιο το λεκτικό των άρθρων 73 και 74 του Κεφ. 6 τα οποία ρυθμίζουν τη διαδικασία. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, το πρώτο στάδιο στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι η εξασφάλιση από τον εξ αποφάσεως πιστωτή μονομερούς διατάγματος (garnishee order nisi) το οποίο απευθύνεται στον μεσεγγυούχο και τον καλεί να εμφανιστεί σε συγκεκριμένη ημερομηνία και ώρα για να εξεταστεί ενώ στο μεταξύ διατάζεται όπως μην αποξενώσει το υπό κρίση ποσό. Στο δεύτερο στάδιο εξετάζεται κατά πόσο η περίπτωση είναι τέτοια ώστε ο μεσεγγυούχος να διαταχθεί να πληρώσει το δεσμευμένο ποσό στον εξ αποφάσεως πιστωτή προς ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Αυτή η διαδικασία περιγράφεται αναλυτικά στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος, 17, σελ.
  3. Επομένως, η δέσμευση του ποσού αποτελεί μέρος της διαδικασίας χωρίς να τίθεται ζήτημα εξέτασης του κατά πόσο συντρέχει το στοιχείο του κατεπείγοντος. VI. Καθυστέρηση στην Καταχώριση της Αίτησης Αποτελεί λόγο ένστασης του Εναγομένου 1 πως υπάρχει τέτοια καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης η οποία από μόνη της οδηγεί στην απόρριψη της. Θεωρώ πως τέτοιος λόγος δεν ευσταθεί. Η ολοκλήρωση της διαδικασίας έρευνας έλαβε χώρα στις 7.8.18 με την απόφαση για την έκδοση των διαταγμάτων μηνιαίων δόσεων και ένα μήνα αργότερα, ήτοι στις 7.9.18 καταχωρίστηκε η παρούσα Αίτηση. Θεωρώ πως όχι μόνο δεν παρατηρείται καθυστέρηση αλλά αντιθέτως η Ενάγουσα ενήργησε άμεσα προς τον σκοπό καταχώρισης της παρούσας. VII. Νομική Ανάλυση Η πρώτη προϋπόθεση η οποία πρέπει να ικανοποιηθεί είναι πως η Αιτήτρια είναι εξ αποφάσεως πιστωτής. Σύμφωνα με την αρχική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας και το περιεχόμενο του φακέλου, και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ΄ ων, στις 27.7.16 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1-3 αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα για το ποσό των €1.300.000 με τόκο και έξοδα. Σύμφωνα με τον αναντίλεκτο ισχυρισμό της Ενάγουσας στην αρχική της ένορκη δήλωση, και όπως επιβεβαιώνεται από τον φάκελο, η εκτέλεση της εν λόγω απόφασης δεν έχει ανασταλεί. Ειδικότερα, στις 4.8.17 το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) διέταξε την αναστολή εκτέλεσης της εν λόγω απόφασης υπό τον όρο παροχής τραπεζικής εγγύησης ύψους €700.000 από έκαστο των Εναγομένων 1-3 προς όφελος της Ενάγουσας. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 άσκησαν έφεση εναντίον αυτής της απόφασης και το Εφετείο στην Πολ. Έφεση αρ. Ε151/17 και 152/17, ημ. 29.1.18, μείωσε το ύψος της εγγύησης σε €350.000, πλην όμως, προφανώς λόγω μη συμμόρφωσης των Εναγομένων, παραμένει αναντίλεκτος ισχυρισμός της Ενάγουσας περί μη αναστολής εκτέλεσης της απόφασης. Εν όψει των πιο πάνω δεδομένων, η Ενάγουσα είναι εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής, σε απόφαση η οποία υπόκειται σε άμεση εκτέλεση και επομένως έχει κάθε δικαίωμα να καταχωρίσει και προωθεί την παρούσα Αίτηση (βλ. άρθρο 73 του Κεφ. 6). Επομένως, ο λόγος ένστασης του Εναγομένου 1 πως η Ενάγουσα δεν έχει locus standi και ή δεν νομιμοποιείται να εγείρει την παρούσα Αίτηση, πέραν του ότι δεν προωθήθηκε στα πλαίσια της αγόρευσης του δικηγόρου του, θεωρώ πως είναι αβάσιμος. Η δεύτερη προϋπόθεση αφορά την ύπαρξη χρημάτων ή άλλης κινητής περιουσίας η οποία τελεί υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία ή όταν το τρίτο αυτό πρόσωπο είναι οφειλέτης του εξ αποφάσεως χρεώστη, δηλαδή η ύπαρξη σχέσης πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως χρεώστη και του μεσεγγυούχου. Η παρούσα Αίτηση και το εκδοθέν διάταγμα του Δικαστηρίου αφορά εξ ολοκλήρου διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς. Στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης η Αιτήτρια περιόρισε το αίτημα της και η αίτηση προωθήθηκε μόνο αναφορικά με κάποιους εξ αυτών, οι οποίοι έχουν πιστωτικό υπόλοιπο και είναι στο όνομα εκάστου των Εναγομένων 1-
  4. Σημειώνεται πως, σύμφωνα με τα συνημμένα Τεκμήρια στην ένορκη δήλωση της Αιτήτριας (τα οποία είναι οι ένορκες δηλώσεις των ίδιων των Καθ΄ ων στα πλαίσια της αίτησης έρευνας με τις οποίες παρουσιάζουν καταστάσεις των τραπεζικών λογαριασμών) και τις θέσεις τόσο των ίδιων όσο και των Τραπεζών, οι υπόλοιποι λογαριασμοί αφορούν χρεωστικό ή μηδενικό υπόλοιπο, κάποιοι είναι κοινοί λογαριασμοί, ήτοι στο όνομα του Εναγομένου μαζί με άλλο πρόσωπο, κάποιοι αφορούν δεσμευμένα ποσά ενώ κάποιοι έχουν ακυρωθεί. Εξ ου και προφανώς η Ενάγουσα δεν επιμένει πλέον στην έκδοση διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου αναφορικά με αυτούς. Σημειώνεται πως η ύπαρξη αυτών των υπό κρίση λογαριασμών και των πιστωτικών ποσών είναι παραδεκτή από έκαστο των Εναγομένων και των Τραπεζών οι οποίες εμφανίζονται στην παρούσα διαδικασία. Η Τράπεζα Κύπρου, στην οποία διατηρούν μέρος των υπό κρίση λογαριασμών οι Εναγόμενοι 2 και 3, εγείρει ως λόγο ένστασης πως αυτή δεν είναι πιστωτής των Εναγομένων ούτε και οφείλει σε αυτούς επαρκή ποσά προς εξόφληση του εξ αποφάσεως χρέους. Είναι γνωστή η αρχή ότι η τράπεζα υπέχει θέση πιστωτή έναντι των καταθετών της. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρθηκε στην υπόθεση Μυρτώ Χριστοδούλου κ.ά. v. Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου κ.ά.
(2013)3 Α.Α.Δ. 427, «η σχέση καταθέτη και Λαϊκής είναι εκείνη πιστωτή και οφειλέτη». Σαφώς η ύπαρξη των πιστωτικών υπολοίπων στους τραπεζικούς λογαριασμούς καθιστά την Τράπεζα Κύπρου όπως και οποιαδήποτε άλλη Τράπεζα, ως πρόσωπο το οποίο έχει στη φύλαξη ή υπό τον έλεγχο της χρήματα τα οποία ανήκουν και στα οποία ο εξ αποφάσεως χρεώστης έχει συμφέρον. Αυτό το ζήτημα απασχόλησε στα πλαίσια της υπόθεσης Κυριάκος και Νικόλας Τρικωμίτες Λτδ v. Τουμαζή κ.ά.
(2013)1(Α) Α.Α.Δ. 754, στην οποία το Εφετείο θεώρησε εσφαλμένη την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου στο να εξετάσει μόνο κατά πόσο υπήρχε σχέση πιστωτή και οφειλέτη μεταξύ του εξ αποφάσεως χρεώστη και του μεσεγγυούχου καθότι το άρθρο 73 του Κεφ. 6 δεν περιορίζεται μόνο στην πιο πάνω περίπτωση αλλά εφαρμόζεται και στην περίπτωση όπου «ο εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτης χρέους έχει συμφέρον (is beneficially interested) σε οποιοδήποτε ποσό χρημάτων (.) που τελούν υπό τη φύλαξη ή τον έλεγχο τρίτου προσώπου στη Δημοκρατία (.)». Το Εφετείο κατέληξε πως η εφεσίβλητη ως ένας από τους δικαιούχους του κοινού λογαριασμού που τηρείτο στους εφεσίβλητους-μεσεγγυούχους είχε συμφέρον στον λογαριασμό και διέταξε την επανεκδίκαση της Αίτησης από άλλο αρμόδιο Δικαστή. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 17, σελ. 329, ένας τρεχούμενος τραπεζικός λογαριασμός ήταν πάντοτε αντικείμενο κατάσχεσης εις χείρας τρίτου. Στο Annual Practice 1958, σελ. 813, αναφέρονται τα εξής: «Judgement Debtor's Bank Balance - Money standing to the credit of the judgement debtor at his bank is attachable.» Η τρίτη προϋπόθεση είναι η ύπαρξη χρέους το οποίο οφείλεται από τον μεσεγγυούχο στον εξ αποφάσεως χρεώστη κατά τη μέρα της κατάσχεσης. Σαφώς και αυτή η προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον υπάρχουν πιστωτικά υπόλοιπα σε όλους τους υπό κρίση λογαριασμούς. Ο λόγος ένστασης της Τράπεζας Κύπρου πως αυτά τα ποσά δεν είναι ικανά να ξοφλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος δεν αποτελεί αφ΄ εαυτού λόγο για τη μη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σύμφωνα με το λεκτικό των άρθρων 73-75, δεν απαιτείται ως προϋπόθεση για την έκδοση διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου όπως το ποσό είναι επαρκές προς πλήρη ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Ούτε και κάτι τέτοιο υποστηρίζεται από τη νομολογία, σύμφωνα με την οποία αναγνωρίζεται η δυνατότητα ταυτόχρονης λήψης διαφόρων μέτρων προς εκτέλεση και ικανοποίηση της εξ αποφάσεως οφειλής - βλ. Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες v. Βασιλαρά κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 830 και Hayter v. Beall
(1881)44 L.T. 131. Και οι τρεις Καθ΄ ων εγείρουν ως λόγο ένστασης πως τα ποσά τα οποία βρίσκονται στους υπό κρίση λογαριασμούς δεν δύνανται να αποτελέσουν αντικείμενο διαταγμάτων κατάσχεσης καθότι σε αυτούς τους λογαριασμούς εμβάζονται τα εισοδήματα τους, αυτοί οι λογαριασμοί χρησιμοποιούνται για την κάλυψη των υποχρεώσεων και εξόδων τους και αυτά τα ποσά είναι αναγκαία στους ίδιους για την κάλυψη διαφόρων υποχρεώσεων τους, όπως πληρωμή φόρων, κοινωνικών ασφαλίσεων, μισθών υπαλλήλων, σπουδών παιδιών και εξόδων διαβίωσης των ιδίων και των μελών των οικογενειών τους. Ως γενικό σχόλιο για όλους τους Εναγόμενους, οι ανάγκες του καθενός των Εναγομένων για τις συνήθεις υποχρεώσεις τους προς τις διάφορες κρατικές υπηρεσίες καθώς επίσης για τα έξοδα διαβίωσης και συντήρησης των ιδίων και της οικογένειας τους θεωρώ πως δεν αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας αλλά της ήδη προηγηθείσας διαδικασίας έρευνας, στα πλαίσια της οποίας το Δικαστήριο προφανώς εξέτασε και έλαβε υπόψιν όλες τις υποχρεώσεις και τα αναγκαία έξοδα των Εναγομένων, σε συνάρτηση με τα μηνιαία εισοδήματα τους, πριν καταλήξει στην απόφαση του περί έκδοσης διατάγματος μηνιαίας δόσης ύψους €2.000 αναφορικά με καθένα των Εναγομένων ξεχωριστά. Με άλλα λόγια, στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας το Δικαστήριο δεν δύναται να εξετάσει εκ νέου το ύψος αυτών των υποχρεώσεων και κατά πόσο αυτές δικαιολογούνται και ή έχουν προτεραιότητα αποπληρωμής από τα ποσά των λογαριασμών έναντι της έκδοσης διατάγματος κατάσχεσης τους προς όφελος της Ενάγουσας. Εκείνο που θεωρώ ότι το Δικαστήριο δύναται να εξετάσει είναι μόνο κατά πόσο αυτά τα ποσά είναι όντως διαθέσιμα ούτως ώστε να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος κατάσχεσης. Εδώ είναι το κατάλληλο στάδιο να ασχοληθώ με τον κάθε Εναγόμενο και τον κάθε λογαριασμό ξεχωριστά. (
  1. i)Εναγόμενος 1 · Τραπεζικός Λογαριασμός 979 στην Eurobank Cyprus Ltd Στο Τεκμήριο 2 στην αρχική ένορκη δήλωση της Αιτήτριας, το οποίο είναι η ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1 στα πλαίσια της αίτησης έρευνας, επισυνάπτεται κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού η οποία δείχνει την κίνηση αυτού μεταξύ 7.4.18 μέχρι και τις 16.4.18 όπου παρουσιάζεται πιστωτικό υπόλοιπο €28.655,66. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση ημ. 7.12.18 του κ. ΜΣ, υπαλλήλου της Eurobank, η οποία κατατέθηκε κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, το σημερινό πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού το οποίο είναι δεσμευμένο ανέρχεται στις €16.386,24. Όπως φαίνεται από την κατάσταση λογαριασμού του Τεκμηρίου 2, στις 7.4.18 ο λογαριασμός παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο €23.564,68 και παρά τις διάφορες πιστώσεις και χρεώσεις σε αυτόν, στις 16.4.18 παρουσίαζε μεγαλύτερο πιστωτικό υπόλοιπο, ενώ δεν παρουσιάστηκε η κατάσταση λογαριασμού στην οποία να φαίνεται η κίνηση αυτού από τις 16.4.18 μέχρι και την ημερομηνία δέσμευσης του. · Τραπεζικός Λογαριασμός -01 στην Ελληνική Τράπεζα Σύμφωνα με τη συνημμένη κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού στο Τεκμήριο 2, η οποία παρουσιάζει την κίνηση του λογαριασμού για μια περίοδο ενός έτους, μεταξύ 1.4.17 και 30.4.18, παρατηρείται και πάλι η συσσώρευση πιστωτικού υπολοίπου. Ενώ ο λογαριασμός ξεκίνησε την 1.4.17 με μηδέν υπόλοιπο εν τούτοις στη διάρκεια του έτους, παρατηρείται η κατάθεση μισθού (payroll) και η πληρωμή μεταξύ άλλων στην ΑΗΚ και στη CYTA με αποτέλεσμα στις 30.4.18 να υπάρχει πιστωτικό υπόλοιπο €25.315,13. Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού την οποία κατέθεσε στο Δικαστήριο ο δικηγόρος, Τεκμήριο 1, στην 1.11.18 ο λογαριασμός παρουσιάζει πιστωτικό υπόλοιπο €12.420,32. Εδώ αφαιρείται το ποσό των €1.519,52, ποσό που αντιπροσωπεύει τις δύο πληρωμές με πιστωτική κάρτα, για τις οποίες γίνεται αναφορά ανωτέρω, επομένως παραμένει υπόλοιπο εκ €10.900,80. Μέσα από την κίνηση και των δύο λογαριασμών, διαφαίνεται πως, σε περίοδο ενός έτους, μεταξύ Απριλίου του 2017 και Απριλίου του 2018 σαφώς ο Εναγόμενος 1 ήταν σε θέση να καλύψει τις υποχρεώσεις και τα έξοδα του, τα οποία στο σύνολο τους δεν υπερέβαιναν τα εισοδήματα του ή τουλάχιστον τα ποσά που βρίσκονται κατατεθειμένα στους δύο λογαριασμούς του. Ως εκ τούτου ο ισχυρισμός του Εναγομένου 1 πως αυτά τα πιστωτικά ποσά του είναι απαραίτητα για την κάλυψη των υποχρεώσεων του δεν βρίσκει έρεισμα στα πιο πάνω δεδομένα και δεν επιβεβαιώνεται από την ίδια την κίνηση των λογαριασμών. Είναι επίσης αξιοσημείωτο πως οι υποχρεώσεις στις οποίες αναφέρεται είναι οι συνήθεις μηνιαίες υποχρεώσεις του, και όχι υποχρεώσεις οι οποίες έχουν προκύψει έκτακτα και απρόβλεπτα και δη μετά την έκδοση του διατάγματος μηνιαίων δόσεων και της δέσμευσης των λογαριασμών, καθώς επίσης πως ενώ επικαλείται υποχρεώσεις παραλείπει κάθε αναφορά στα μηνιαία εισοδήματα του τα οποία αποτελούν την πηγή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων και εξόδων του. Με άλλα λόγια, δεν είναι δυνατό ούτε και λογικό ο Εναγόμενος 1 να ισχυρίζεται πως τα ποσά των εν λόγω λογαριασμών του είναι απαραίτητα για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων του, ενόσω ο ίδιος παραγνωρίζει και παραβλέπει παντελώς τα εισοδήματα του τα οποία, σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, ξεπερνούν τις υποχρεώσεις του και αφήνουν περίσσευμα με αυξητική τάση στα συνολικά πιστωτικά υπόλοιπα. Σύμφωνα με όσα αναφέρονται ανωτέρω, θεωρώ πως τα πιστωτικά υπόλοιπα τα δύο αυτών λογαριασμών αποτελούν ποσά και χρέη τα οποία είναι οφειλόμενα προς τον Εναγόμενο 1 και επομένως διαθέσιμα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος κατάσχεσης. (
  2. ii)Εναγόμενος 2 § Τραπεζικός Λογαριασμός 946 στην Τράπεζα Κύπρου Η ένορκη δήλωση του Εναγομένου 2 στα πλαίσια της αίτησης έρευνας με συνημμένες τις καταστάσεις των τραπεζικών λογαριασμών του αποτελεί το Τεκμήριο 3 στην αρχική ένορκη δήλωση της Ενάγουσας. Η κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού αφορά την περίοδο μεταξύ 12.6.17 μέχρι και τις 17.5.18. Σε αυτή φαίνεται κυρίως η κατάθεση επιταγών και πληρωμές προς ασφαλιστικές εταιρείες, το ταμείο συντάξεων των γιατρών, τη CYTA και την ΑΗΚ. Στις 12.6.17 ο λογαριασμός παρουσιάζει πιστωτικό υπόλοιπο €2.000 και στις 17.5.18 €1.695. σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. Κ που συνοδεύει την ένσταση της Τράπεζας Κύπρου, στις 27.11.18 ο εν λόγω λογαριασμός παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο €2.000. § Τραπεζικός Λογαριασμός 893 στην Τράπεζα Κύπρου Η σχετική κατάσταση του Τεκμηρίου 3 παρουσιάζει την κίνηση του λογαριασμού μεταξύ 9.11.17 και 26.1.18 και δείχνει μόνο καταθέσεις επιταγών και πίστωση τόκου με μόνη χρέωση €2,52 για άμυνα. Επομένως, αυτός ο λογαριασμός παρουσιάζει μόνο καταθέσεις και προφανώς δεν έχει χρησιμοποιηθεί ούτε κρίθηκε αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί για κάλυψη και πληρωμή εξόδων και υποχρεώσεων του Εναγομένου 2. Ως εκ τούτου ενώ αυτός στις 13.11.17 παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο €3.006,13 στις 30.1.18 παρουσίαζε αυξημένο πιστωτικό υπόλοιπο ύψους €8.172,28, ποσό το οποίο επιβεβαιώνει και ο κ. Κ ως το πιστωτικό υπόλοιπο στις 27.11.18. § Τραπεζικός Λογαριασμός 368 στην Τράπεζα Κύπρου Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού του Τεκμηρίου 3, για την περίοδο 19.5.17 μέχρι 16.5.18, αυτός ο λογαριασμός παρουσιάζει κυρίως καταθέσεις επιταγών και μεταφορές χρημάτων. Στις 19.5.17 παρουσιάζει πιστωτικό υπόλοιπο €29.537,91 και στις 16.5.18 €16.855,66. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του κ. Κ, στις 27.11.18 παρουσιάζει πιστωτικό υπόλοιπο €25.168,37. Επομένως και εδώ παρατηρείται μια σταθερή διατήρηση του πιστωτικού υπολοίπου σε διάστημα ενός έτους. § Τραπεζικός Λογαριασμός 413 στη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Στο Τεκμήριο 3 δεν επισυνάπτεται κατάσταση λογαριασμού, πλην όμως στην ένορκη του δήλωση ο Εναγόμενος 2 αναφέρει πως αυτός ο λογαριασμός παρουσιάζει στις 31.12.17 πιστωτικό υπόλοιπο €2.193,94 και πως κατά το 2018 δεν υπήρξε οποιαδήποτε κίνηση αυτού. Αυτή η αναφορά τόσο για την ύπαρξη του λογαριασμού όσο και του υπολοίπου αυτού παρέμεινε αναντίλεκτη τόσο στα πλαίσια της ένστασης του Εναγομένου 2 όσο και λόγω της μη εμφάνισης από τη Συνεργατική. Με βάση όλα τα πιο πάνω δεδομένα, διαφαίνεται και πάλι πως, παρά τη μείωση του πιστωτικού υπολοίπου ενός των λογαριασμών, ο Εναγόμενος 2 καλύπτει τις υποχρεώσεις και ανάγκες του ενώ ταυτόχρονα έχει επιπλέον πιστωτικά ποσά στη διάθεση του. Ενδεικτικό τούτου είναι ο λογαριασμός 413, τον οποίο φαίνεται να μην είχε ανάγκη να χρησιμοποιήσει αυτά τα χρήματα. Εάν τα εισοδήματα του Εναγομένου 2 δεν ήταν αρκετά για να ανταπεξέλθει στις υποχρεώσεις του, τότε είναι λογικό το συμπέρασμα του Δικαστηρίου πως σταδιακά όλοι οι λογαριασμοί θα παρουσίαζαν μείωση του πιστωτικού υπολοίπου και όχι κάποια αύξηση αυτού ή ακόμα ένας να μην χρειαστεί να χρησιμοποιηθεί καθόλου. Και στην περίπτωση του Εναγομένου 2, αυτός αναφέρεται στα συνήθη μηνιαία έξοδα του ενώ παραλείπει παντελώς οποιαδήποτε αναφορά στα εισοδήματα του τα οποία συνεχίζει να λαμβάνει και από τα οποία φαίνεται να είναι σε θέση να εκπληρώνει τις μηνιαίες του υποχρεώσεις. Αυτή η διαπίστωση του Δικαστηρίου καθιστά επίσης αβάσιμη τη θέση του περί αποδέσμευσης του λογαριασμού 946 ούτως ώστε να δύναται να διεξάγει τις εργασίες του και να εκπληρώνονται οι πάγιες τραπεζικές εντολές του. Επιπλέον παρέχεται κάθε ευχέρεια και δυνατότητα στον Εναγόμενο 2 για άνοιγμα νέου λογαριασμού στον οποίο να κατατίθενται τα μηνιαία εισοδήματα του και να εκτελούνται όλες οι πληρωμές. Ως εκ τούτου, ικανοποιούμαι πως τα πιστωτικά υπόλοιπα των τεσσάρων υπό κρίση λογαριασμών αποτελούν ποσά και χρέη τα οποία είναι οφειλόμενα προς τον Εναγόμενο 2 και επομένως διαθέσιμα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος κατάσχεσης. (iii) Εναγόμενος 3 Ø Τραπεζικός Λογαριασμός 737-0 στην Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου 3, στα πλαίσια της αίτησης έρευνας, Τεκμήριο 4 στην αρχική ένορκη δήλωση της Ενάγουσας, επισυνάπτεται κατάσταση του λογαριασμού η οποία απλώς δεικνύει πιστωτικό υπόλοιπο €170,01 στις 31.12.17. Ø Τραπεζικός Λογαριασμός 215 στην Τράπεζα Κύπρου Στο Τεκμήριο 4 επισυνάπτεται κατάσταση του εν λόγω λογαριασμού για την περίοδο μεταξύ 2.5.17 και 21.5.18. Ο εν λόγω λογαριασμός παρουσιάζει πληθώρα συναλλαγών, καταθέσεων και πληρωμών, και στις 2.5.17 παρουσιάζει πιστωτικό υπόλοιπο €5.287,50 και, παρά την παρουσίαση χρεωστικού υπολοίπου σε κάποιες ενδιάμεσες ημερομηνίες, εντούτοις καταλήγει στις 21.5.18 με πιστωτικό υπόλοιπο €15.461,29. Σύμφωνα δε με την ένορκη δήλωση του κ. Κ, στις 27.11.18 αυτός παρουσιάζει πιστωτικό υπόλοιπο €17.784,81. Ø Τραπεζικός Λογαριασμός 772 στην Τράπεζα Κύπρου Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού του Τεκμηρίου 4, για την περίοδο μεταξύ 2.5.17 και 21.5.18, παρουσιάζονται μεγάλος αριθμός καταθέσεων ποσών και κάποιες πληρωμές. Κατά τις 2.5.17 το πιστωτικό υπόλοιπο είναι €15.611,05 και στις 21.5.18 €16.586,59. Με βάση την ένορκη δήλωση του κ. Κ, το πιστωτικό υπόλοιπο στις 27.11.18 ανέρχεται στις €18.670,93. Και εδώ παρατηρείται σταδιακή αύξηση των πιστωτικών υπολοίπων των δύο λογαριασμών, επομένως δεν μπορεί να γίνεται λόγος για αδυναμία κάλυψης των αναγκών και υποχρεώσεων. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με την εικόνα και κίνηση των λογαριασμών. Τα πιο πάνω δεδομένα και ειδικότερα η σταδιακή αύξηση των πιστωτικών υπολοίπων καθιστά επίσης τρωτό και αβάσιμο τον ισχυρισμό του Εναγομένου 3 πως αδυναμία πληρωμής κάποιων κρατικών υποχρεώσεων, όπως φόρου και κοινωνικών ασφαλίσεων, θα τον εκθέσει σε ποινικές διαδικασίες και μισθών υπαλλήλων σε δικαστικές διαδικασίες και πως αδυναμία πληρωμής των επαγγελματικών του υποχρεώσεων και εξόδων θέτει σε άμεσο κίνδυνο την επαγγελματική του δραστηριότητα. Εδώ επισημαίνεται εκ νέου πως ενώ ο Εναγόμενος 3 αναφέρεται σε υποχρεώσεις ουδόλως αναφέρεται στα εισοδήματα του. Το Δικαστήριο θεωρεί πως δεν είναι λογικό για κανένα των Εναγομένων να μιλά για ανάγκη χρήσης των πιστωτικών ποσών ενόσω παραγνωρίζει το μηνιαίο του εισόδημα και την σταδιακή αύξηση του συνόλου των πιστωτικών υπολοίπων στους λογαριασμούς του για τη διάρκεια ενός έτους. Με άλλα λόγια δεν μπορεί τα έξοδα διαβίωσης ή τα λειτουργικά επαγγελματικά έξοδα τους να αποσυνδέονται και να ζητείται να λαμβάνονται υπόψιν ανεξάρτητα και χωρίς αντιπαραβολή με τα εισοδήματα τους όταν όλες οι ενδείξεις κατατείνουν προς το ότι αυτά υπερβαίνουν και υπερκαλύπτουν τα έξοδα. Θεωρώ επίσης βάσιμη την εισήγηση του δικηγόρου της Ενάγουσας πως σε περίπτωση που ήθελε προκύψει κάποια επιπλέον οικονομική επιβάρυνση και υποχρέωση σε οποιονδήποτε των Εναγομένων μετά την έκδοση των διαταγμάτων μηνιαίων δόσεων, η οποία να κρίνετο πως καθιστούσε απαραίτητη την τήρηση της, τότε ο ενδιαφερόμενος Εναγόμενος είχε κάθε δυνατότητα να καταχωρίσει αίτηση ζητώντας διαφοροποίηση και μείωση του ποσού της μηνιαίας δόσης, κάτι το οποίο δεν έχει γίνει από οποιονδήποτε των Εναγομένων. Ως εκ τούτου, ικανοποιούμαι πως τα πιστωτικά υπόλοιπα των ως άνω αναφερόμενων λογαριασμών αποτελούν ποσά και χρέη τα οποία είναι οφειλόμενα προς τον Εναγόμενο 3 και επομένως διαθέσιμα για να αποτελέσουν αντικείμενο διατάγματος κατάσχεσης. Ο Εναγόμενος 1 προβάλλει ως λόγο ένστασης την ύπαρξη δυνατότητας του για συμμόρφωση με την εκδοθείσα απόφαση. Αυτός ο λόγος έρχεται σε αντίφαση με τον ισχυρισμό περί αδυναμίας εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του λόγω της έκδοσης του διατάγματος μηνιαίων δόσεων. Περαιτέρω, η ακίνητη περιουσία την οποία κατέχει στο όνομα του, όπως φαίνεται από σχετική εκτίμηση και πιστοποιητικό έρευνας του Κτηματολογίου τα οποία επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, συνολικής αξίας €1.013.000 υπόκειται σε επιβαρύνσεις προς το Τμήμα Φορολογίας και την Ενάγουσα. Αποτελεί λόγο ένστασης εκ μέρους του Εναγομένου 2 πως η Ενάγουσα είναι εξασφαλισμένη πιστωτής καθότι αυτή έχει καταχωρίσει επιβάρυνση (memo) επί της ακίνητης περιουσίας αυτού ο οποίος έχει τρία ακίνητα η αξία των οποίων, σύμφωνα με εκτιμήσεις του Κτηματολογίου του 2013, ανέρχεται στο €1.100.000, ποσό που ξεπερνά το ποσό της απόφασης. Αυτός ο ισχυρισμός έχει παραμείνει αναντίλεκτος καθότι δεν έχει αντικρουστεί με οποιονδήποτε τρόπο ούτε και έχει ζητηθεί η αντεξέταση του Εναγομένου 2. Αναφορικά και με τους δύο Εναγομένους, επί τούτου έχει ήδη λεχθεί πως η εγγραφής της δικαστικής απόφασης είναι μια προκαταρκτική ενέργεια και δεν συνιστά άμεσο μέτρο εκτέλεσης. Εν πάση περιπτώσει τέτοια ενέργεια είναι μελλοντική και αβέβαιη ως προς τον χρόνο υλοποίηση της, ήτοι πώλησης της περιουσίας, και επομένως δεν δύναται να θεωρηθεί πως η ύπαρξη τέτοιας επιβάρυνσης εμποδίζει τη λήψη άλλων μέτρων εκτέλεσης με σκοπό την άμεση και πλήρη ικανοποίηση της απόφασης. Είναι προφανές πως σε περίπτωση που με την έκδοση διατάγματος κατάσχεσης εις χείρας τρίτου ικανοποιηθεί πλήρως η απόφαση, τότε η επιβάρυνση θα πρέπει να παύσει να υφίσταται, πλην όμως στην προκειμένη περίπτωση σαφώς το υπό κρίση ποσό του διατάγματος, ήτοι των λογαριασμών, δεν είναι ικανό να καλύψει πλήρως το εξ αποφάσεως χρέος. Και ο Εναγόμενος 3, στην ένορκη δήλωση του που συνοδεύει την ένσταση, προβάλλει ισχυρισμό πως η Ενάγουσα καταχώρισε επιβάρυνση (memo) επί πέντε συνολικά ακινήτων τα οποία κατονομάζει, η αξία των οποίων ανέρχεται σε €1.050,300 σύμφωνα με εκτιμήσεις του Κτηματολογίου. Στα πλαίσια της ακρόασης της Αίτησης, έγιναν κοινές δηλώσεις των δικηγόρων των δύο πλευρών πως αυτές οι επιβαρύνσεις δεν είναι οι πρώτες επί των εν λόγω ακινήτων και πως προηγούνται άλλοι πιστωτές. Ως εκ τούτου, πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, και ενόψει της αξίας των εν λόγω ακινήτων η οποία είναι χαμηλότερη από το συνολικό ποσό της απόφασης (συμπεριλαμβανομένων τόκων και εξόδων), θεωρώ πως η ύπαρξη αυτών των επιβαρύνσεων δεν καταδεικνύει αφ΄ εαυτής πως η Ενάγουσα είναι εξασφαλισμένη πιστωτής υπό την έννοια πως τυχόν πώληση των εν λόγω ακινήτων θα καταστήσει δυνατή την πλήρη ικανοποίηση του εξ αποφάσεως χρέους. Αποτελεί κοινό λόγο ένστασης και από τους τρεις Εναγόμενους πως η παρούσα Αίτηση είναι καταχρηστική καθότι υπάρχει διάταγμα μηνιαίων δόσεων. Τέτοιος λόγος κρίνεται αβάσιμος σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες v. Βασιλαρά κ.ά. (ανωτέρω). Στα ίδια πλαίσια θεωρώ πως ούτε και ο λόγος ένστασης του Εναγομένου 2 ότι η Αίτηση είναι καταπιεστική λόγω της ταυτόχρονης λήψης και άλλων μέτρων εκτέλεσης, ήτοι της καταχώρισης εντάλματος ανάκτησης κατοχής ακίνητης περιουσίας (από το οποίο εισπράχθηκε το ποσό των €2.000). Σημειώνεται πως η Ενάγουσα αποκάλυψε τέτοιο γεγονός στην αρχική της ένορκη δήλωση. Σαφώς όμως τέτοιο μέτρο εκτέλεσης απέφερε ένα πολύ μικρό ποσό και επομένως δεν υπάρχει οτιδήποτε που να απαγορεύει την Ενάγουσα να προωθεί και άλλα μέτρα εκτέλεσης την ικανοποίηση της απόφασης - βλ. Αδελφοί Θράσου και Συνεργάτες v. Βασιλαρά κ.ά. (ανωτέρω) και Hayter v. Beall (ανωτέρω). Το Δικαστήριο κρίνει πως οι λόγοι ένστασης του Εναγομένου 2 περί έγερσης αγωγής εναντίον των ασφαλιστικών εταιρειών για επαγγελματική κάλυψη και της πρότασης του (άνευ βλάβης) για πληρωμή στην Ενάγουσα του δικού του μεριδίου και απαλλαγής του, χωρίς θετική ανταπόκριση από την τελευταία, δεν κρίνονται σχετικοί ούτε επηρεάζουν το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης. Ο Εναγόμενος 3 ισχυρίζεται πως η Αίτηση είναι καταχρηστική και ή εκδικητική και ή κακόβουλη καθότι η Ενάγουσα έχει λάβει πολλά μέτρα εναντίον του για είσπραξη του εξ αποφάσεως χρέους. Πέραν των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ο Εναγόμενος 3 επικαλείται την καταχώριση αίτησης για διάταγμα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου αναφορικά με τις ασφαλιστικές εταιρείες δηλώνοντας πως η καταβολή ποσών από τις εν λόγω εταιρείες εκ μέρους των πελατών του Εναγομένου 3 αποτελεί την κυριότερη πηγή των εισοδημάτων του. Αυτό το ζήτημα δεν υφίσταται πλέον καθότι εκείνη η αίτηση έχει αποσυρθεί και απορριφθεί από το Δικαστήριο κατόπιν αιτήματος της Ενάγουσας. Ο Εναγόμενος επίσης επικαλείται την καταχώριση και εκκρεμότητα αίτησης της Ενάγουσας για κατάσχεση μετοχών τις οποίες ο Εναγόμενος 3 διατηρεί σε εταιρεία και ισχυρίζεται πως όλα αυτά τα μέτρα έχουν άμεσες και δυσμενείς συνέπειες στα οικονομικά του. Υπό το φως του συνόλου των δεδομένων που έχουν τεθεί μέχρι στιγμής ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας, και με κύριο γνώμονα τις διαπιστώσεις του αναφορικά με τα υπό κρίση ποσά, δεν ικανοποιούμαι πως η Αίτηση είναι καταχρηστική ή καταπιεστική. Σημειώνω πως η αίτηση για δέσμευση των μετοχών βρίσκεται σε εκκρεμότητα και αυτή θα αποφασιστεί στο κατάλληλο στάδιο από το Δικαστήριο. Πριν την τελική μου κατάληξη, σημειώνεται πως με έχει απασχολήσει το ζήτημα που ηγέρθη από τους Εναγόμενους 2 και 3 πως τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν διασφαλίζει με οποιονδήποτε τρόπο την επιστροφή των εν λόγω ποσών σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης. Εξ ου και εισηγήθηκαν όπως σε περίπτωση έγκρισης τους, το Δικαστήριο διατάξει την παροχή εγγύησης εκ μέρους της Ενάγουσας ως προς τούτο. Θεωρώ πως τέτοια δυνατότητα δεν παρέχεται από τις σχετικές δικονομικές και νομοθετικές πρόνοιες, και πως κάτι τέτοιο θα αντίκειτο και στον σκοπό έκδοσης τέτοιου διατάγματος το οποίο αποσκοπεί στην εκτέλεση της εκδοθείσας απόφασης η οποία δεδομένου ότι δεν έχει ανασταλεί υπόκειται προς εκτέλεση. Εν πάση περιπτώσει δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε στοιχείο ενώπιον του Δικαστηρίου αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας και την ενδεχόμενη αδυναμία επιστροφής οποιουδήποτε ποσού που αυτή ήθελε λάβει δυνάμει του διατάγματος κατάσχεσης σε περίπτωση επιτυχίας της έφεσης των Εναγομένων όσον αφορά την τελική απόφαση. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, κρίνω ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις έτσι ώστε να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Ως εκ τούτου, εκδίδονται διατάγματα κατάσχεσης εις χείρας τρίτου με τα οποία: 1) Οι μεσεγγυούχοι, Eurobank Cyprus Ltd, διατάσσονται να πληρώσουν στην Ενάγουσα - Αιτήτρια, το ποσό των €16.386,24 που βρίσκεται κατατεθειμένο στον λογαριασμό 979 στο όνομα του Εναγομένου 1. 2) Οι μεσεγγυούχοι, Ελληνική Τράπεζα, διατάσσονται να πληρώσουν στην Ενάγουσα - Αιτήτρια, το ποσό των €10.900,80 που βρίσκεται κατατεθειμένο στον λογαριασμό -01 στο όνομα του Εναγομένου 1. 3) Οι μεσεγγυούχοι, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, διατάσσονται να πληρώσουν στην Ενάγουσα - Αιτήτρια, το ποσό των €2.000 που βρίσκεται κατατεθειμένο στον λογαριασμό 946 στο όνομα του Εναγομένου 2. 4) Οι μεσεγγυούχοι, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, διατάσσονται να πληρώσουν στην Ενάγουσα - Αιτήτρια, το ποσό των €8.172,28 που βρίσκεται κατατεθειμένο στον λογαριασμό 893 στο όνομα του Εναγομένου 2. 5) Οι μεσεγγυούχοι, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, διατάσσονται να πληρώσουν στην Ενάγουσα - Αιτήτρια, το ποσό των €25.168,37 που βρίσκεται κατατεθειμένο στον λογαριασμό 368 στο όνομα του Εναγομένου 2. 6) Οι μεσεγγυούχοι, Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, διατάσσονται να πληρώσουν στην Ενάγουσα - Αιτήτρια, το ποσό των €2.193,94 που βρίσκεται κατατεθειμένο στον λογαριασμό 413 στο όνομα του Εναγομένου 2. 7) Οι μεσεγγυούχοι, Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, διατάσσονται να πληρώσουν στην Ενάγουσα - Αιτήτρια, το ποσό των €170,01 που βρίσκεται κατατεθειμένο στον λογαριασμό 737-0 στο όνομα του Εναγομένου 3. 8) Οι μεσεγγυούχοι, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, διατάσσονται να πληρώσουν στην Ενάγουσα - Αιτήτρια, το ποσό των €17.784,81 που βρίσκεται κατατεθειμένο στον λογαριασμό 215 στο όνομα του Εναγομένου 3. 9) Οι μεσεγγυούχοι, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, διατάσσονται να πληρώσουν στην Ενάγουσα - Αιτήτρια, το ποσό των €18.670,93 που βρίσκεται κατατεθειμένο στον λογαριασμό 772 στο όνομα του Εναγομένου 3. Ενόψει της επιτυχίας της Αίτησης, τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον των Εναγομένων 1-3 - Καθ΄ ων η Αίτηση ανά 1/3 κεχωρισμένα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Αναφορικά με τους μεσεγγυούχους Eurobank Cyprus Ltd, και σύμφωνα με την κοινή θέση των δικηγόρων των δύο πλευρών, η κάθε πλευρά τα έξοδα της. Κάθε προηγούμενη διαταγή για έξοδα ακυρώνεται. Αναφορικά με τους μεσεγγυούχους, Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα, λόγω της μη εμφάνισης εκ μέρους της στην παρούσα διαδικασία, κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως μην εκδοθεί οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. Αναφορικά με τους μεσεγγυούχους, Ελληνική Τράπεζα, θεωρώ αβάσιμη τη θέση του δικηγόρου τους πως τα έξοδα τους θα πρέπει να τα επωμιστεί ο Εναγόμενος 1 ο οποίος φέρει την ευθύνη αυτής της διαδικασίας με την έκδοση απόφασης εναντίον του, και επομένως δεν συμφωνώ ότι θα πρέπει να αφαιρεθούν από το πιστωτικό υπόλοιπο στον λογαριασμό του. Είναι γεγονός πως η παρούσα διαδικασία έχει ως έναυσμα την απόφαση πλην όμως αυτό το διάβημα έχει ληφθεί από την Ενάγουσα, στα πλαίσια προσπάθειας εκτέλεσης αυτής, ο Εναγόμενος 1 είχε ένσταση στην Αίτηση και επομένως θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα της Τράπεζας που έχουν συμφωνηθεί στο ποσό των €1.000 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ, επωμιστεί η Ενάγουσα, δεδομένης και της αποδοχής από τον δικηγόρο της Ενάγουσας σε περίπτωση που τέτοια διαταγή ήθελε εκδοθεί από το Δικαστήριο. Ως εκ τούτου επιδικάζονται έξοδα υπέρ των μεσεγγυούχων Ελληνικής Τράπεζας και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας στο συμφωνηθέν ποσό των €1.000 συμπεριλαμβανομένου του ΦΠΑ. Αναφορικά με τους μεσεγγυούχους, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, οι οποίοι καταχώρισαν ένσταση, θεωρώ ορθό και δίκαιο όπως τα έξοδα επωμιστεί η Ενάγουσα. Ως εκ τούτου τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των μεσεγγυούχων, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και εναντίον της Ενάγουσας - Αιτήτριας όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.