← Κύπρος

CHRIGESA CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LIMITED (ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ) ν. Αναφορικά με την αίτηση του ΧΡΙΣΤΟΥ, Γενική Πρωτογενής Αίτηση αρ: 132/17, 14/12/

CHRIGESA CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LIMITED (ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ) ν. Αναφορικά με την αίτηση του ΧΡΙΣΤΟΥ, Γενική Πρωτογενής Αίτηση αρ: 132/17, 14/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A527 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Στ. Λουκίδου-Βασιλείου, Ε.Δ. Γενική Πρωτογενής Αίτηση αρ: 132/17 Αναφορικά με τον Περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο του 2011 (Ν.81(Ι)/2011) Και Αναφορικά με την αίτηση του XXXXX ΧΡΙΣΤΟΥ, από τη Λεμεσό Αιτητής ΑΙΤΗΣΗ ΔΙΑ ΚΛΗΣΕΩΣ ΑΠΟ: CHRIGESA CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LIMITED (ΥΠΟ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ) Αιτήτρια ----------------------- Αίτηση ημερομηνίας 16.4.2018 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 14.12.2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Αιτήτρια: κα Κακουρή για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη, Δ.ΕΠ.Ε. Για Καθ' ου η Αίτηση: κα Μ. Τσαγγαρίδου για PHC Tsangarides LLC Για Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού: Καμία εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση της η Αιτήτρια ζητά την ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε ερήμην της στις 13.6.17 δυνάμει του οποίου επιτράπηκε η κατάθεση στο κτηματολόγιο του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερ. 22.6.

  1. Κατ' επέκταση τούτου ζητά περαιτέρω την ακύρωση και ή την απόσυρση της κατάθεσης του εν λόγω αγοραπωλητηρίου εγγράφου που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού. Συγκεκριμένα με την αίτηση ζητούνται τα ακόλουθα διατάγματα: (Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός και/ή η διαγραφή του διατάγματος ημερομηνίας 13.06.2017 που εκδόθηκε στα πλαίσια της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Γενικής Αίτησης. (Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνεται και/ή να παραμερίζεται η κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 22.06.2012 που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με αριθμό φακέλου ή με διακριτικό αριθμό ΠΩΕ: 1XX5/
  2. (Γ) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Διευθυντής του Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος και/ή ο λειτουργός του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού και/ή οποιοσδήποτε λειτουργός και/ή υπάλληλος του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λεμεσού να ακυρώσει και/ή να διαγράψει και/ή να αποσύρει την κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 22.06.2012 που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού με αριθμό φακέλου ή με διακριτικό αριθμό ΠΩΕ: 1XX5/2017, εντός επτά

(7)ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος. Η αίτηση στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.17, θθ.2, 10, 11, 12, 13, Δ.26 θ.14, Δ.33 θθ.1-5, Δ.41, Δ.48 θθ.1-7, 8, 9, 11-13 και Δ.55, θθ.1-4, στον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο 81(Ι)/2011, άρθρα 2, 3, 12, 16 και 16 Α, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965), άρθρο 2, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρο 30
(3)(α) και (β), στους κανόνες της επιείκειας, στη διακριτική ευχέρεια και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η αίτηση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του XXXXXX Παπαπερικλέους ο οποίος δηλώνει ότι είναι συνεταίρος και διοικητικός σύμβουλος στην εταιρεία Deloitte Ltd. Μεταξύ και άλλων στην ένορκη δήλωση του ο XXXXXX Παπαπερικλέους αναφέρει τα ακόλουθα: -Η Deloitte Ltd είναι ένας από τους μεγαλύτερους οργανισμούς παροχής ελεγκτικών, φορολογικών, συμβουλευτικών και χρηματοοικονομικών υπηρεσιών στην Κύπρο με γραφεία σ' όλες τις μεγάλες πόλεις και με περισσότερους από 650 επαγγελματίες στην υπηρεσία της. -Κατά ή περί την 28/3/2014 ο ίδιος μαζί με τον κ. XXXXXX Κυριακίδη (επίσης συνέταιρος και διοικητικός σύμβουλος στην Deloitte Ltd) διορίσθηκαν ως παραλήπτες/διαχειριστές της Chrigesa Constructions & Developments Ltd (στο εξής η Αιτήτρια). Επισυνάπτει αντίγραφο της σχετικής γνωστοποίησης διορισμού (ΗΕ35) ημερομηνίας 28/03/14 (Τεκμήριο 2). -Ο ίδιος και ο XXXXXX Κυριακίδης έχουν διοριστεί στην θέση αυτή δυνάμει ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης που συνομολογήθηκε μεταξύ της Αιτήτριας και της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd για ολόκληρη την περιουσία της Αιτήτριας. Επισυνάπτει δέσμη των σχετικών ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης (Τεκμήριο 1). -Από την 29/3/2013 με βάσει το διάταγμα του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου το οποίο εκδόθηκε δυνάμει του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου του 2013, το οποίο αναφέρεται ως το περί Πώλησης Ορισμένων Εργασιών της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Διάταγμα του 2013, έχουν μεταβιβαστεί περιουσιακά στοιχεία, τίτλοι ιδιοκτησίας, δικαιώματα και υποχρεώσεις της Cyprus Popular Bank Public Co Ltd στην Bank of Cyprus Public Company Ltd (στο εξής καλούμενη ως «η Τράπεζα»). -Η Αιτήτρια είναι κατασκευαστική εταιρεία η οποία μεταξύ άλλων ασχολείτο με την ανάπτυξη γης και με αγοραπωλησίες ακινήτων και μοναδικός διοικητικός σύμβουλος από την ίδρυση της είναι ο κ. XXXXXX Χρίστου. -Περί το έτος 2011, η Αιτήτρια ξεκίνησε την ανάπτυξη ενός μεγάλου κατασκευαστικού έργου στην περιοχή του Ύψωνα στην Λεμεσό. Συγκεκριμένα ασχολείτο με την ανέγερση του συγκροτήματος με την επωνυμία «Chrigesa Ypsonas Gardens». -Στα πλαίσια αυτής της δραστηριότητας η Αιτήτρια πώλησε σε διάφορους αγοραστές, με τους οποίους υπογράφτηκαν σχετικά αγοραπωλητήρια έγγραφα, διάφορες υπό-ανέγερση κατοικίες που αποτελούσαν μέρος του εν λόγω συγκροτήματος. Κάποιοι από αυτούς τους αγοραστές προέβησαν στην κατάθεση των εν λόγω αγοραπωλητηρίων εγγράφων στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λεμεσού βάσει του δικαιώματος που τους παρέχεται από τον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο. -Ακολούθως της γενικότερης οικονομικής κρίσης και των σοβαρών οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπισε η Αιτήτρια καθώς και την μη συμμόρφωση της με τις υποχρεώσεις της ως αυτές απέρρεαν από δανειακές και πιστωτικές διευκολύνσεις και χορηγήσεις που παραχωρηθήκαν από την Τράπεζα προς την Αιτήτρια, στις 28/03/2014, ο ίδιος και ο κ. Κυριακίδης διοριστήκαν ως διαχειριστές/παραλήπτες ολόκληρης της περιουσίας της Αιτήτριας βάσει των ομολόγων κυμαινόμενης επιβάρυνσης (Τεκμήριο 1), με αποτέλεσμα οι εξουσίες του κ. XXXXXX Χρίστου, ως διοικητικού συμβούλου της Αιτήτριας, να ανασταλούν και οι ίδιοι ως διαχειριστές/παραλήπτες ανέλαβαν τον έλεγχο των περιουσιακών της στοιχείων καθώς και των υποθέσεων της. -Περαιτέρω λόγω των οικονομικών δυσκολιών που αντιμετώπισε η Αιτήτρια, η ανέγερση του συγκροτήματος με την επωνυμία «Chrigesa Ypsonas Gardens» αναστάλθηκε και εκτός από τις 7 υπό ανέγερση κατοικίες τα έργα κατασκευής των υπόλοιπων κατοικιών, των διαμερισμάτων καθώς και των ασφαλτόστρωτων δρόμων, των πεζοδρομιών και των λοιπών κοινόχρηστων χώρων και υποδομών δεν ξεκίνησαν ποτέ. - Η πιο πάνω κατάσταση δημιούργησε τεράστια προβλήματα τόσο στην Τράπεζα όσο και στους αγοραστές των κατοικιών πολλοί εκ των οποίων κατέβαλαν σημαντικό μέρος του τιμήματος πώλησης είτε μέσω ιδίων κεφαλαίων είτε μέσω δανεισμού, χωρίς να είναι σήμερα σε θέση να λάβουν κατοχή των κατοικιών τους ή να αποζημιωθούν. -Ενόψει των πιο πάνω και στα πλαίσια της άσκησης των καθηκόντων τους ως διαχειριστές/παραλήπτες της Αιτήτριας προσπάθησαν να εξεύρουν λύσεις στα εν λόγω προβλήματα. -Κατόπιν επίμονων προσπαθειών για εξεύρεση πιθανού αγοραστή, οι οποίες δεν τελεσφόρησαν, κατά ή περί τις αρχές Ιουνίου 2017 πέτυχαν να καταλήξουν σε συμφωνία με την Τράπεζα δυνάμει της οποίας η Αιτήτρια θα πωλούσε το Ακίνητο στην Τράπεζα στα πλαίσια αναδιάρθρωσης των δανειακών και πιστωτικών διευκολύνσεων και χορηγήσεων που παραχωρηθήκαν από την Τράπεζα προς την Αιτήτρια (στο εξής καλούμενη ως η «Συμφωνία Πώλησης του Ακινήτου»). Αντίγραφο προσχεδίου της Συμφωνίας Πώλησης του Ακίνητου επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  1. -Στα πλαίσια της εν λόγω διευθέτησης, κατέληξαν επίσης σε συμφωνία με τους αγοραστές που είχαν καταθέσει τα σχετικά αγοραπωλητήρια έγγραφα στο Κτηματολόγιο δυνάμει της οποίας συμφώνησαν όπως αποσύρουν τα σχετικά αγοραπωλητήρια από το Κτηματολόγιο έναντι μερικής αποζημίωσης τους. -Κατά ή περί την 19/06/2017, ήτοι λίγες μέρες προτού να προχωρήσουν με την μεταβίβαση του Ακινήτου προς την Τράπεζα δυνάμει της προαναφερόμενης συμφωνίας πώλησης, προς έκπληξη τους διαπιστώσαν, μετά από τυπική έρευνα που διεξήγαγε η Τράπεζα στο Κτηματολόγιο αναφορικά με την ακίνητη περιουσία της Αιτήτριας, ότι την 15/06/2017 κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο ένα αγοραπωλητήριο έγγραφο ημερομηνίας 22/06/2012 μεταξύ της Αιτήτριας και κάποιου κ. XXXXXX Χρίστου, αναφορικά με το Ακίνητο (στο εξής καλούμενο ως «το Αγοραπωλητήριο του 2012»). -Όπως διαπιστώθηκε μετά από περαιτέρω έρευνα διαπιστώθηκε ότι ο κ. XXXXXX Χρίστου είναι αδελφός του κ. XXXXXX Χρίστου του μοναδικού διοικητικού συμβούλου της Αιτήτριας. -Παρόλο που είχαν διοριστεί διαχειριστές/παραλήπτες ολόκληρης της περιουσίας της Αιτήτριας από το 2014, δεν γνώριζαν για την ύπαρξη του Αγοραπωλητηρίου του
  2. Αντιθέτως, γνώριζαν για την ύπαρξη ενός διαφορετικού αγοραπωλητηρίου εγγράφου μεταξύ της Αιτήτριας και του XXXXXX Χρίστου που σχετίζεται με το Ακίνητο ημερομηνίας 22/06/2011 (στο εξής καλούμενο ως «το Αγοραπωλητήριο του 2011»), το οποίο όμως ουδέποτε κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Το περιεχόμενο του Αγοραπωλητηρίου του 2011 φαίνεται να είναι παρόμοιο με το Αγοραπωλητήριο του 2012, με κύριες διαφορές, την ημερομηνία αυτού και των μαρτύρων των υπογραφών. Αντίγραφο του Αγοραπωλητηρίου του 2011 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο
  3. -Επίσης σύμφωνα με τα λογιστικά βιβλία της Αιτήτριας που εξασφάλισαν από τους λογιστές της Αιτήτριας, Grant Thornton, ουδεμία λογιστική εγγραφή φαίνεται να έχει γίνει που να καταδεικνύει την σύναψη του Αγοραπωλητηρίου του 2011, του Αγοραπωλητηρίου του 2012, της είσπραξης οποιουδήποτε μέρους του τιμήματος πώλησης ή της καταβολής Φόρου Προστιθέμενης Αξίας. -Κατά την 20.6.2017 κατόπιν έρευνας που έγινε εκ μέρους τους ως διαχειριστές και παραλήπτες διαπιστώθηκε ότι το αγοραπωλητήριο του 2012 κατατέθηκε εκπρόθεσμα, την 15/06/2017, από τον κ. XXXXXX Χρίστου μετά από άδεια του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού στην βάση του Διατάγματος. -Αμέσως μετά την έρευνα στο Κτηματολόγιο, οι διαχειριστές επικοινώνησαν με τους δικηγόρους τους οι οποίοι κατά ή περί την 23/06/2017, προέβησαν σε σχετική έρευνα του φακέλου της παρούσας υπόθεσης κατά την οποία διαπιστώθηκαν ότι η Γενική Αίτηση αντί να επιδοθεί σε ένα από τους διαχειριστές/παραλήπτες της Αιτήτριας, επιδόθηκε στον διοικητικό σύμβουλο της, κ.XXXXXX Χρίστου και την 13/06/2017, ημερομηνία κατά την οποία η Γενική Αίτηση ορίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, το Δικαστήριο σημείωσε την μη εμφάνιση της Αιτήτριας και εξέδωσε το επίδικο Διάταγμα στην απουσία της. -Ο κ. XXXXXX Χρίστου ουδέποτε τους ενημέρωσε ότι του επιδόθηκε οποιοδήποτε δικαστικό έγγραφο. Σε περίπτωση που λάμβαναν γνώση της πιο πάνω διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου, θα καταχωρούσαν σημείωμα εμφάνισης και θα προέβαιναν οπωσδήποτε σε καταχώρηση ένστασης στην Γενική Αίτηση. -Ως αποτέλεσμα της κατάθεσης του Αγοραπωλητηρίου του 2012 δυνάμει του Διατάγματος, παρεμποδίστηκε και συνεχίζεται να παρεμποδίζεται μέχρι σήμερα η υλοποίηση της Συμφωνίας Πώλησης του Ακινήτου. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών κ. XXXXXX Παπαπερικλέους με την πολυσέλιδη ένορκη του δήλωση ισχυρίζεται ότι δεν έγινε ορθή επίδοση της Γενικής Αίτησης και ότι το υπό κρίση διάταγμα εκδόθηκε παράτυπα και/ή αντικανονικά . Κατόπιν νομικής συμβουλής υποστηρίζει πως σε περιπτώσεις που διορίζεται διαχειριστής/παραλήπτης ολόκληρης της περιουσίας μιας εταιρείας, δυνάμει ομολόγου κυμαινόμενης επιβάρυνσης, ο διορισμένος διαχειριστής/παραλήπτης είναι πλέον ο αντιπρόσωπος της εταιρείας. Ταυτόχρονα, οι εξουσίες των διοικητικών συμβούλων της εταιρείας αναστέλλονται και ο διαχειριστής/παραλήπτης αναλαμβάνει τον έλεγχο των περιουσιακών στοιχείων καθώς και των υποθέσεων της εταιρείας. Συνεπώς ο XXXXXX Χρίστου, ως διοικητικός σύμβουλος της Αιτήτριας, δεν είχε και δεν έχει εξουσία να παραλάβει οποιοδήποτε δικαστικό έγγραφο που απευθυνόταν προς την Αιτήτρια, και τα μοναδικά πρόσωπα που θα μπορούσαν να ενστούν στην Γενική Αίτηση εκ μέρους της Αιτήτριας, ήτοι οι διαχειριστές/παραλήπτες της, δεν έλαβαν γνώση για την πιο πάνω διαδικασία, με αποτέλεσμα η Αιτήτρια να αποστερηθεί το δικαίωμα της να υπερασπιστεί τον εαυτό της. Σημειώνει επίσης και εξηγεί αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους ο κ. XXXXXX Χρίστου αλλά και οι δικηγόροι του φαίνεται να γνώριζαν ή θα έπρεπε να γνώριζαν ότι η Αιτήτρια ήταν υπό διαχείριση και υποστηρίζει ότι ο καθ΄ ου η αίτηση απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα και παραπλάνησε το Δικαστήριο. Τέλος προβάλλει και εξηγεί αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους η Αιτήτρια έχει εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση. Μεταξύ και άλλων υποστηρίζει ότι για συγκεκριμένους λόγους δεν θα ήταν δίκαιο και εύλογο να επιτραπεί η κατάθεση του Αγοραπωλητηρίου Εγγράφου του 2012 καθώς και ότι αυτό δεν φαίνεται να ισχύει. Σημειώνεται ότι ο Διευθυντής του Επαρχιακού Κτηματολογίου παρά την επίδοση σε αυτόν της υπό κρίση αίτησης παράλειψε να εμφανιστεί και να λάβει μέρος στη διαδικασία. Η αίτηση αντιμετώπισε μόνο την ένσταση του καθ΄ ου η αίτηση 1 XXXXXX Χρίστου (στο εξής ο καθ΄ ου η αίτηση). Η ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του ίδιου και με αυτή προβάλλονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης.
  4. Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομοθεσία και η Νομολογία επί του θέματος για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, και/ή το συμφέρον της δικαιοσύνης συνηγορεί υπέρ της απόρριψης της παρούσας Αίτησης αφού η παρούσα αίτηση είναι παράτυπη και/ή ανεπίτρεπτη και/ή αντίθετη των Διαδικαστικών Κανονισμών και της πρακτικής του Δικαστηρίου.
  5. Η παρούσα αίτηση παράτυπα και/ή λανθασμένα γίνεται από την υπό Διαχείριση εταιρεία και όχι εκ μέρους του Διαχειριστή/Παραλήπτη της εταιρείας υπό την ιδιότητα του και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθεί από το Δικαστήριο.
  6. Η Ένορκη Δήλωση του XXXXXX Παπαπερικλέους, ημερομηνίας 16/04/2018, που υποστηρίζει την Αίτηση των Αιτητών δεν συνιστά καλή και/ή αποδεκτή μαρτυρία και τα όσα προβάλει είναι αβάσιμα και ανεδαφικά αφού κανένας ισχυρισμός του δεν τεκμηριώνεται. Η μαρτυρία του Ενόρκως Δηλούντα στην Ένορκη Δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, είναι κατασκευασμένη και προσπαθεί με ψευδείς και/ή αβάσιμους λόγους να επιτύχει τον παραμερισμό της καθ' όλα νομότυπης εκδοθείσας απόφασης και/ή διατάγματος.
  7. Δεν δίδεται ικανοποιητική μαρτυρία για την παράλειψη των Αιτητών ή των δικηγόρων τους να εμφανιστούν κατά την προγραμματισμένη ημερομηνία της αγωγής ενώπιον του Δικαστηρίου στις 13/06/2017 και/ή η όλη στάση και συμπεριφορά των Αιτητών συνιστά αδιαφορία για την πορεία της υπόθεσης, έτσι που δεν δικαιολογείται ο παραμερισμός της εκδοθείσας Απόφασης.
  8. Οι Αιτητές δεν έχουν καλή και συζητήσιμη υπόθεση και το ισοζύγιο της ευχέρειας προστάζει όπως απορριφθεί η Αίτηση καθώς τυχόν έγκριση του αιτήματος για παραμερισμό της εκδοθείσας Απόφασης και/ή διατάγματος θα προκαλέσει περισσότερη βλάβη παρά η μη έγκριση του αιτήματος.
  9. Η υπό κρίση αίτηση έχει καταχωρηθεί κατόπιν τέτοιας καθυστέρησης που συνιστά καταφρόνηση και κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας λόγω του διαρρεύσαντος χρόνου υποβολής της.
  10. Οι Αιτητές δεν έχουν εγείρει κανένα ουσιαστικό και/ή οποιοδήποτε λόγο για την παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης και ένστασης εντός του χρονικού πλαισίου που προνοείται από τους Περί Πολιτικής Δικονομίας θεσμούς.
  11. Η παρούσα αίτηση αποτελεί προσπάθεια των Αιτητών να δικαιολογήσουν την έλλειψη ενδιαφέροντος των υποχρεώσεων τους προς τον Καθ' ης η αίτηση.
  12. Άνευ επηρεασμού των πιο πάνω λόγω ένστασης, το πραγματικό υπόβαθρο που στηρίζει την Αίτηση είναι γενικό και/ή ελλιπές και/ή ανεπαρκές και/ή δεν δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης. Ο καθ' ου η αίτηση με την ένορκη του δήλωση υποστηρίζει ότι η Γενική Αίτηση έχει επιδοθεί δεόντως και συνεπώς ήταν υποχρέωση της Αιτήτριας να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη και να ζητήσει χρόνο να καταχωρήσει ένσταση. Νομική Πτυχή Οι αρχές οι οποίες διέπουν τον παραμερισμό μιας απόφασης που κατ' αναλογία εφαρμόζονται και στην υπό κρίση υπόθεση έχουν καθορισθεί στην απόφαση Evans V. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646 αλλά και σε αρκετές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπως η Phylactou V. Michael
(1982)1 C.L.R. 204. Πέραν των συνήθων όμως περιπτώσεων μία απόφαση δυνατό να ακυρωθεί ex debito justitiae λόγω κακής επίδοσης (βλ. υπ. Γιωργαλλίδης V. Χρίστου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ.247και Ιεράς Μητρόπολης Λεμεσού V. Chr. Michaelides (Estates Limited)
(2002)1(A) ΑΑΔ 43). Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Ιεράς Μητρόπολης πιο (πάνω): ". το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρο 30.3(α) και (β) .. Του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερόμενου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο Δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα". Οι αρχές που διέπουν το θέμα παραμερισμού απόφασης εκδοθείσας μετά από παράλειψη καταχώρησης εμφάνισης, είναι πολύ καλά γνωστές. Όπως αναφέρεται στην απόφαση Κυριακή Τσεσμελόγλου v. Σοφοκλή Σοφοκλέους,
(2013)1A Α.A.Δ 64, διαχρονικά η νομολογία έχει καθορίσει σε ποιες περιπτώσεις είναι δυνατή η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς ακύρωση απόφασης ληφθείσας λόγω παράλειψης καταχώρισης εμφάνισης. Διακρίνονται δε δύο περιπτώσεις: (α) όπου η ερήμην απόφαση εκδόθηκε παράνομα, δηλαδή, κατά παράβαση ουσιώδους τύπου ή διαδικασίας, οπότε και η απόφαση παραμερίζεται ex debito justitiae και (β) όπου η απόφαση είναι μεν νομότυπη, αλλά ο αιτούμενος τον παραμερισμό της παρουσιάζει διά ενόρκου δηλώσεως εκ πρώτης όψεως καλή υπεράσπιση, ενώ επεξηγεί ταυτόχρονα το λόγο που η υπόθεση αφέθηκε να προχωρήσει σε έκδοση απόφασης, χωρίς τη συμμετοχή του. Σε σχέση με την πρώτη περίπτωση όπως προκύπτει από την απόφαση Γεώργιος Π. Γεωργίου Εμπορευόμενος υπό τη μη εγγεγραμμένη εμπορική επωνυμία GPG Electronics Ltd v. Minico House Ltd
(2006)1A A.A.Δ 550 όταν η απόφαση που εκδόθηκε είναι παράτυπη, τότε το Δικαστήριο την παραμερίζει exdebito justitiae, δηλαδή ως χρέος προς τη δικαιοσύνη και ανεξάρτητα από το γεγονός της καθυστέρησης ή οποιοδήποτε άλλο παράγοντα. (βλ. επίσης και Inter-Global (Financial Services) Ltd v. Χριστοφή Πέππη
(2005)1Α Α.Α.Δ 213, White v. Weston
(1968)2 ALL ER 842). Σε τέτοια μάλιστα περίπτωση το Δικαστήριο δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια, αλλά είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την εκδοθείσα απόφαση. Σχετική είναι η απόφαση στην υπόθεση Γιωργαλλίδης ν. Χρίστου (πιο πάνω) η οποία υιοθετήθηκε στην Κτηματικές Επιχειρήσεις Μάκης Αυξεντίου Λτδ v. 1. Ιωάννη Κυριακίδη 2. Σόλωνα Συμεού
(2000)1 A Α.Α.Δ. 601) όπου αναφέρθηκαν τα εξής στη σελίδα 250: "Από τη στιγμή που η επίδοση κρίθηκε κακή και η διαπίστωση αυτή ήταν ορθή κατά τη γνώμη μας, (βλ. Δ.5 θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας), το πρωτόδικο Δικαστήριο ήταν υποχρεωμένο ex debito justitiae να παραμερίσει την απόφαση και δεν ετίθετο θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Έκαστος έχει το βασικό ανθρώπινο δικαίωμα να πληροφορηθεί για τα δικαστικά μέτρα εναντίον του, τους λόγους για τους οποίους καλείται να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και να προβάλει τους ισχυρισμούς του (βλ. Άρθρο 3.3 (α) και (β) του Συντάγματος)." (βλ. επίσης και την απόφαση Global Education Counselling Ltd v. Ameer Khan
(2013)1Γ Α.Α.Δ 2203). Καθ' όσον αφορά τη δεύτερη περίπτωση όπως προκύπτει από τη σχετική νομολογία (βλ. Iason Travel & Tours v. L. Prashias Ltd,
(2013)1Α Α.Α.Δ 402, Σκάρος ν. Χριστοδούλου κ.α.
(1998)1 Α.Α.Δ. 291, Evans v. Bartlam
(1937)2 All E.R. 646, Kotsapas v. Titan Construction and Engineering Company
(1961)C.L.R. 371, Christoforou v. Kyriakoulli
(1963)2 C.L.R. 159, Phylactou v. Michael (πιο πάνω), Mine and Quarry Services Ltd v. A. Γεωργίου (Μαύρου)
(1993)1 Α.Α.Δ. 26, Βικ Πίκα Ντίσκο Λτδ. ν. Χάπυ Στρητς Ντίσκο Λτδ.
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 28 και Milouca Motor Trading Ltd. v. Κούρτης
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 941), το ζήτημα του παραμερισμού είναι ζήτημα που εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται δικαστικά και με γνώμονα την εξισορρόπηση από τη μια της ανάγκης διασφάλισης του δικαιώματος ενός διαδίκου να ακουστεί και από την άλλη την ταχεία διεκπεραίωση των δικαστικών διαδικασιών. Στα πλαίσια της εξάσκησης της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο εξετάζει κατά πόσον ο αιτών διάδικος αποκαλύπτει εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση που είναι και το πρώτιστο κριτήριο, πλην όμως ακόμα και αν αποκαλύπτεται εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση, η χωρίς ουσιαστικό λόγο παράλειψη του αιτητή να εμφανισθεί και η αδικαιολόγητη καθυστέρηση του να πάρει έγκαιρα μέτρα για την ακύρωση της πρωτόδικης απόφασης, μπορεί να αποτελέσει λόγο για την απόρριψη της αίτησης. Οι δύο πλευρές προχώρησαν σε γραπτές αγορεύσεις υποστηρίζοντας τις εκατέρωθεν θέσεις τους επικαλούμενοι και σχετική νομολογία. Η πλευρά του καθ' ου η αίτηση υποστήριξε ότι η επίδοση της Γενικής Αίτησης στον Διοικητικό Σύμβουλο της XXXXXX Χρίστου ήταν σωστή καθότι η επίδοση μιας αίτησης δεν εμπίπτει στις εμπορικές δραστηριότητες μιας εταιρείας τις οποίες ελέγχουν οι Παραλήπτες /Διαχειριστές. Εισηγείται επίσης ότι όταν μία εταιρεία τίθεται υπό διαχείριση δεν παύει να έχει νομική ύπαρξη και οι διευθυντές της δεν παύουν να έχουν εξουσίες και δυνάμεις. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν θέση της πλευράς της Αιτήτριας. Παραπέμποντας σε σχετική νομολογία υποστήριξε ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις η Γενική Αίτηση έπρεπε να είχε επιδοθεί και ή γνωστοποιηθεί στους Παραλήπτες και Διαχειριστές ως τα μόνα πρόσωπα που είχαν την εξουσία να τοποθετηθούν επί της Αιτήσεως και να ενστούν στην αιτούμενη θεραπεία. Με δεδομένο ότι η Γενική Αίτηση δεν επιδόθηκε και/ η γνωστοποιήθηκε στους Παραλήπτες/Διαχειριστές η Αιτήτρια εισηγείται ότι το υπό κρίση διάταγμα εκδόθηκε αντικανονικά και /ή παράτυπα. Κρίνω λοιπόν πως είναι ορθότερο να εξεταστεί αρχικά αυτή η εισήγηση αφού σε περίπτωση κατά την οποία ευσταθεί τότε θα παρέλκει η εξέταση οποιουδήποτε άλλου ζητήματος και το δικαστήριο θα είναι υποχρεωμένο να προβεί στην ακύρωση του διατάγματος χωρίς να τίθεται θέμα άσκησης διακριτικής ευχέρειας. Από την ένσταση του καθ' ου η αίτηση και την ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει διαπιστώνεται πως δεν αμφισβητείται ότι η επίδοση της Γενικής Αίτησης έγινε στον διοικητικό σύμβουλο της Αιτήτριας εταιρείας XXXXXX Χρίστου γεγονός άλλωστε που προκύπτει και από την ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης. Προκύπτει επίσης να είναι αποδεκτή η στενή συγγενική σχέση μεταξύ του καθ' ου η αίτηση και του διοικητικού συμβούλου της εταιρείας. Περαιτέρω δεν αμφισβητείται ότι η Γενική Αίτηση ουδέποτε επιδόθηκε και ή γνωστοποιήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο στους παραλήπτες/ διαχειριστές. Παράλληλα δεν αμφισβητείται ότι ήταν σε γνώση του καθ΄ ου η αίτηση αλλά και του διοικητικού συμβούλου της εταιρείας ότι αυτή τελεί υπό διαχείριση από τις 28.3.14 με διορισθέντες παραλήπτες και διαχειριστές τον ενόρκως δηλούντα στην αίτηση και τον XXXXXX Κυριακίδη. Επίσης ο καθ΄ ου η αίτηση κατά την εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο το γεγονός ότι η εταιρεία βρίσκεται υπό διαχείριση ούτε και ισχυρίσθηκε κάτι τέτοιο. Αντίθετα εκείνο που υποστηρίζει είναι ότι η Γενική Αίτηση ορθά επιδόθηκε στον διοικητικό σύμβουλο της εταιρείας παρά το γεγονός ότι υπήρχαν διορισμένοι παραλήπτες/διαχειριστές βάσει του ομολόγου επιβάρυνσης (τεκμ 1). Στο όρο 6 του ομολόγου επιβάρυνσης βάσει του οποίου διορίσθηκαν οι παραλήπτες/ διαχειριστές αναφέρεται ότι η Εταιρεία επιβαρύνει ολόκληρη την επιχείρηση (Undertaking) και περιουσία της οποιασδήποτε μορφής που βρίσκεται οπουδήποτε τωρινή και μελλοντική. Στον όρο 11 του ομολόγου επιβάρυνσης προβλέπονται τα ακόλουθα: Ο Παραλήπτης και Διαχειριστής, που διορίστηκε, όπως αναφέρεται πιο πάνω, θα είναι αντιπρόσωπος της Εταιρείας, η οποία θα είναι η μόνη υπεύθυνη για τις πράξεις και παραλείψεις του, όπως επίσης και για την αμοιβή του και αυτός θα έχει την εξουσία και το δικαίωμα να εξασκεί τις εξουσίες Παραλήπτη/Διαχειριστή και να κάμνει όλα όσα ο Παραλήπτης/Διαχειριστής νόμιμα δικαιούται και μπορεί να κάμνει και το οποίο θεωρείται αναγκαίο για τη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας ή θεωρείται σχετικό ή συντελεστικό για τη διεξαγωγή της εργασίας της Εταιρείας, συμπεριλαμβανομένων και των πιο κάτω: α. Να λαμβάνει κατοχή και να ρευστοποιεί και να εισπράττει ολόκληρο ή οποιοδήποτε μέρος του πιο πάνω ενεργητικού και για το σκοπό αυτό να προβαίνει σε οποιαδήποτε διαβήματα στο όνομα της Εταιρείας, όπως θα θεωρήσει αναγκαίο ή σκόπιμο. β. Να διεξάγει ή να συντελεί ώστε να διεξαγάγεται η εργασία της Εταιρείας και να συνάπτει δάνεια από την Τράπεζα ή από άλλους, εξασφαλίζοντας τα με ολόκληρο ή με οποιοδήποτε μέρος του πιο πάνω ενεργητικού. γ. Να πωλεί, ή να ενοικιάζει, ή να συντελεί ώστε να πωληθεί ή να ενοικιαστεί οποιοδήποτε μέρος του πιο πάνω ενεργητικού ή με άλλο τρόπο να το διαθέτει και με τέτοιους όρους, όπως θα θεωρήσει συμφέρον για την Τράπεζα. δ. Να προβαίνει σε πώληση είτε δια δημοσίου πλειστηριασμού είτε δια ιδιωτικής πώλησης της ενυπόθηκης ακίνητης περιουσίας έναντι οποιοσδήποτε τιμής και οποιωνδήποτε όρων κατά την κρίση του. ε. Να προβαίνει σε οποιεσδήποτε διευθετήσεις ή συμβιβασμούς, τους οποίους θα θεωρήσει ότι συμφέρουν. στ. Να προβαίνει σε οποιεσδήποτε επισκευές, βελτιώσεις και ασφαλίσεις του πιο πάνω ενεργητικού, ή οποιουδήποτε μέρους του, που θα θεωρήσει αναγκαίο ή σκόπιμο. ζ. Να προβαίνει σε κλήσεις είτε με όρους, είτε χωρίς όρους, προς τα μέλη της Εταιρείας, για την καταβολή μέρους ή ολόκληρου του κεφαλαίου που δεν έχει κληθεί, έχοντας τις ίδιες εξουσίες για το σκοπό αυτό, για την επιβολή της πληρωμής οποιοσδήποτε κλήσης που έγινε, τις οποίες οι κανονισμοί της Εταιρείας παραχωρούν στα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της, με τον αποκλεισμό της εξουσίας για το σκοπό αυτό των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας. Με βάση όλα τα πιο πάνω δεδομένα αλλά και τα μη αμφισβητούμενα γεγονότα είναι θεωρώ χρήσιμα και απαντούν στο εξεταζόμενο ζήτημα τα όσα εκτενώς αναφέρθηκαν στην απόφαση του Π.Ε.Δ Χ. Μαλαχτού στην αγωγή 4221/2013 Ε.Δ. Λάρνακας, όπου εκεί το ζήτημα που απασχόλησε ήταν ποιός νομιμοποιείται στο διορισμό δικηγόρου για να υπερασπιστεί αγωγή εναντίον εταιρείας σε παρόμοια περίπτωση όπου υπήρχαν διορισμένοι παραλήπτες /διαχειριστές βάσει ομολόγων επί ολόκληρης τη περιουσίας της εταιρείας. Ως εκ τούτου παρατίθενται αυτούσια τα ακόλουθα αποσπάσματα: «Στην περίπτωση διορισμού παραλήπτη η επιβάρυνση καθίσταται καθορισμένη και η εταιρεία δεν μπορεί στο εξής να διαχειρίζεται οιοδήποτε μέρος της περιουσίας που είναι επιβαρυμένη, εκτός όπως το ομόλογο μπορεί να επιτρέπει. Όταν η κυμαινόμενη επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας καταστεί καθορισμένη, συνιστά επιβάρυνση πάνω σε όλα τα περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν στην εταιρεία. (Βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδ., Τόμ.7, παράγρ.824, 827 και 830). Παρά το ότι ο διαχειριστής/παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, το πρωταρχικό του καθήκον είναι να ρευστοποιήσει τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας προς το συμφέρον του κατόχου του ομολόγου και οι εξουσίες του για διεύθυνση της εταιρείας είναι στην πραγματικότητα υποβοηθητικές για το σκοπό αυτό. (Βλ. Gomba Holdings U.K. Ltd v. Homan
(1986)3 All E.R. 94). Η εταιρεία δεν δικαιούται να του δίδει οδηγίες ως προς τον τρόπο που θα ασκήσει τα καθήκοντα του. Στο σύγγραμμα The Law of Administrators and Receivers of Companies, των Sir G.Lightman και G.Moss, 5η έκδ., αναφέρεται (σελ.26) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ένα ομόλογο στην συνήθη περίπτωση προνοεί για διορισμό από τον εξασφαλισμένο πιστωτή, σε περίπτωση οιασδήποτε παράλειψης από τον οφειλέτη ή εφόσον επισυμβεί κάποιο άλλο συγκεκριμένο γεγονός, παραλήπτη με εξουσία να συνεχίσει την επιχείρηση της εταιρείας. Ο διορισμός παίρνει τη διεύθυνση της περιουσίας της εταιρείας από τα χέρια των διευθυντών της και την εναποθέτει στα χέρια του παραλήπτη. Αυτή η εξουσία μπορεί να ασκηθεί είτε προς το σκοπό αναβίωσης της εταιρείας ή προς το σκοπό της πώλησης της επιχείρησης της ως τέτοιας. Η εξουσία να συνεχιστεί η επιχείρηση της εταιρείας μέσω διοικητικού παραλήπτη θεωρείται ότι παρέχεται με το ομόλογο εκτός στην έκταση που η ύπαρξη τέτοιας εξουσίας είναι ασυμβίβαστη με οιαδήποτε πρόνοια του ομολόγου.» και (σελ. 276-277) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ο σκοπός που διορίζεται ο παραλήπτης να είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας είναι απλά ώστε να απελευθερώνονται οι κάτοχοι του ομολόγου που τον διορίζουν από ευθύνη για τις πράξεις του. Οι εξουσίες διεύθυνσης των διευθυντών αναστέλλονται και ο παραλήπτης έχει ολοκληρωτικό έλεγχο των υποθέσεων της εταιρείας. Οι σχετικές θέσεις του παραλήπτη και των διευθυντών εμφανίζονται καθαρά στην απόφαση του Δικαστή Brightman στην Re Emmadart: `... Ο διορισμός παραλήπτη εκ μέρους κατόχων ομολόγου αναστέλλει τις εξουσίες των διευθυντών πάνω στα περιουσιακά στοιχεία για τα οποία ο παραλήπτης έχει διοριστεί στην έκταση που είναι αναγκαίο για να μπορεί ο παραλήπτης να διεκπεραιώνει τη λειτουργία του ... . Η εξουσία του παραλήπτη δεν είναι όμως ταυτόσημη με την εξουσία του διοικητικού συμβουλίου. Οι εξουσίες του παραλήπτη πηγάζουν από (
  1. i)τις εξουσίες που περιέχονται στο ιδρυτικό έγγραφο και καταστατικό της εταιρείας να δημιουργεί υποθήκες και επιβαρύνσεις, σε συγκερασμό με (
  2. ii)τις συγκεκριμένες εξουσίες που έχουν παραχωρηθεί σε ένα δεόντως διορισθέντα παραλήπτη δυνάμει της δέουσας άσκησης της εξουσίας της εταιρείας να δανειστεί'.» Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδ., αναφέρεται (σελ. 312) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Το αποτέλεσμα του διορισμού εκτός δικαστηρίου αφορά στην αποκρυστάλλωση της κυμαινόμενης επιβάρυνσης σε καθορισμένη επιβάρυνση και οι συνέπειες όσον αφορά τους εξ αποφάσεως πιστωτές είναι οι ίδιες όπως στην περίπτωση διορισμού από το δικαστήριο. Οι εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να διαχειρίζονται την περιουσία που περιλαμβάνεται στο διορισμό (τόσο περιουσία υποκείμενη σε κυμαινόμενη επιβάρυνση όσο και περιουσία υποκείμενη σε καθορισμένη επιβάρυνση) εκτός υπό τους όρους της επιβάρυνσης, παραλύουν. Γιατί, παρά το ότι κάτω από ομόλογο ή έγγραφο καταπιστεύματος στη συνήθη μορφή, ο παραλήπτης είναι αντιπρόσωπος της εταιρείας, οι εξουσίες της εταιρείας ανατίθενται στον παραλήπτη για τους σκοπούς της διεκπεραίωσης των εργασιών της ή της συγκέντρωσης των περιουσιακών της στοιχείων ...». Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 19η έκδ., αναφέρεται (σελ. 592- 593) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Ο διορισμός διοικητικού παραλήπτη από κατόχους ομολόγου δεν έχει οποιαδήποτε συνέπεια πάνω στη νομική θέση των κύριων αξιωματούχων της εταιρείας, δηλαδή των διευθυντών και του γραμματέα ... Το εταιρικό σχήμα της εταιρείας παραμένει ανεπηρέαστο, και παρά το ότι η διεύθυνση και ο έλεγχος των περιουσιακών στοιχείων που περιλαμβάνονται στο διορισμό αποσύρεται εντελώς από τα χέρια των αξιωματούχων της εταιρείας αυτοί παραμένουν στις θέσεις τους, έχοντας τα συνήθη από το νόμο καθήκοντα να διεκπεραιώσουν.» Στην Κύπρο ο διαχειριστής/παραλήπτης μπορεί να ασκεί και τις εξουσίες που στην Αγγλία ανατίθενται στον διοικητικό παραλήπτη (administrative receiver). Αναφέρεται, ακόμη, (σελ. 593) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας μπορεί επίσης, σε μερικές περιπτώσεις, ακόμη να έχει ενεργά καθήκοντα να διεκπεραιώσει, για παράδειγμα, όπου η εξασφάλιση κάτω από την οποία διορίστηκε ο παραλήπτης δεν εκτείνεται στην ολότητα των περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας, ή όπου περιουσία, που κρατείται από την εταιρεία ως καταπιστευματοδόχος ή ως ενέχυρο για τρίτα πρόσωπα, δεν καλύπτεται από τους όρους της εξασφάλισης.» Στο σύγγραμμα Charlesworth Company Law, 17η έκδ., 2005, αναφέρεται (σελ. 544) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Όταν παραλήπτης διορίζεται:
(1)Οι κυμαινόμενες επιβαρύνσεις αποκρυσταλλώνονται και καθίστανται καθορισμένες. Αυτό εμποδίζει την εταιρεία από του να διαχειρίζεται τα περιουσιακά στοιχεία που επιβαρύνονται, χωρίς τη συγκατάθεση του παραλήπτη.
(2)Όταν παραλήπτης της επιχείρησης της εταιρείας διορίζεται, οι εξουσίες των διευθυντών να ελέγχουν την εταιρεία αναστέλλονται αλλά αυτοί μπορεί να έχουν κατάλοιπο ρόλου να διαδραματίσουν. Έτσι, όταν ο παραλήπτης αποφασίζει να μην αναλάβει ή να ρευστοποιήσει ένα περιουσιακό στοιχείο, το οποίο θα ήταν προς το συμφέρον της εταιρείας και των άλλων πιστωτών να αναλάβει ή να ρευστοποιήσει, οι διευθυντές έχουν εξουσία να ενεργήσουν εκ μέρους της εταιρείας στην έκταση που τα συμφέροντα των κατόχων του ομολόγου, ως κατόχων ομολόγου, δεν απειλούνται.» Γίνεται αναφορά στην Newhart Developments v. Co-operative Commercial Bank [1978] 2 All E.R. 896, όπου τα περιουσιακά στοιχεία σε σχέση με τα οποία είχε διορισθεί ο παραλήπτης περιελάμβαναν αξίωση για αποζημιώσεις εναντίον των κατόχων του ομολόγου που τον διόρισε. Ο παραλήπτης είχε αρνηθεί να ενάξει τους κατόχους του ομολόγου και η αγωγή καταχωρίστηκε από τους διευθυντές για λογαριασμό της εταιρείας. Αποφασίστηκε πως η αγωγή μπορούσε να συνεχίσει. Επομένως, διαγράφεται η γενική εικόνα ότι τις υποθέσεις της εταιρείας χειρίζεται ο παραλήπτης, ενώ, πέραν της άσκησης κάποιων νομίμων καθηκόντων, το κατάλοιπο εξουσίας των διευθυντών ενεργοποιείται όταν ο παραλήπτης αρνείται να δραστηριοποιηθεί. Η προϋπόθεση της άρνησης του παραλήπτη στην Newhart, όπου η αγωγή θα στρεφόταν κατά των κατόχων του ομολόγου, δηλαδή αυτούς που τον διόρισαν, θεμελιώνει τη θέση πως ο παραλήπτης είναι κυρίαρχος της κατάστασης. Ακόμα και ο χειρισμός αγωγής κατά των κατόχων του ομολόγου δυνάμει του οποίου διορίστηκε, εναποτίθεται σε αυτόν και οι διευθυντές έχουν ρόλο μόνο εάν αυτός αρνηθεί να προωθήσει τη σχετική αξίωση. Στην M.Wheeler and Company Limited v. Warren [1928] Ch. 840, C.A., αναφέρεται πως ένας παραλήπτης μπορεί να ενάξει στο όνομα της εταιρείας για να ανακτήσει την επιβαρυμένη περιουσία, καθ΄ όσο το ομόλογο τον διορίζει αντιπρόσωπο της εταιρείας και του παρέχει ρητή εξουσία να επέμβει την επιβαρυμένη περιουσία. Στο σύγγραμμα Mayson, French & Ryan on Company Law, 1990 - 91 Edition, αναφέρεται (σελ. 569-70) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Από τη στιγμή του διορισμού του ως διοικητικού παραλήπτη της εταιρείας αυτός έχει τη μόνη εξουσία να διαχειρίζεται την επιβαρυμένη περιουσία. Οι σύμβουλοι της εταιρείας δεν έχουν πλέον εξουσία να διαχειρίζονται την επιβαρυμένη περιουσία. Όμως, συνεχίζουν να παραμένουν αξιωματούχοι και είναι ακόμα υπόλογοι, για παράδειγμα, να υποβάλλουν καταστάσεις και έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών.» Γίνεται και εδώ αναφορά στην Newhart και σημειώνεται πως ο διορισμός παραλήπτη δεν αποστερεί τους διευθυντές της εξουσίας τους να ξεκινήσουν διαδικασίες στο όνομα της εταιρείας νοουμένου ότι δεν επεμβαίνουν στο έργο του παραλήπτη να ρευστοποιήσει τα επιβαρυμένα περιουσιακά στοιχεία. Αναφέρεται ακόμα πως οι διευθυντές μπορεί να προωθήσουν διαδικασία για να αμφισβητήσουν την εγκυρότητα του διορισμού του παραλήπτη (Hawkesbury Development Co. Ltd. v. Landmark Finance Pty Ltd
(1969)92 WN (NSW) 199, New South Wales; Paramount Acceptance Co. Ltd v. Souster [1981] 2 NZLR 38, CA of New Zealand) και ακόμα να ενστούν σε αίτηση για διάλυση της εταιρείας (Re Reprographic Exports (Euromat) Ltd
(1978)122 SJ 400) ή να προκαλέσουν την εταιρεία να ενάξει τον παραλήπτη για παράβαση των καθηκόντων του (Watts v. Midland Bank plc [1986] BCLC 15. Η δυνατότητα αυτή στους διευθυντές κατοχυρώνει τα συμφέροντα της εταιρείας από τους διαχειριστές/παραλήπτες που δεν εκτελούν δεόντως τα καθήκοντα τους. Όμως, εφόσον οι διαχειριστές/παραλήπτες έχουν δεόντως διοριστεί και ο διορισμός τους δεν προσβάλλεται, αυτοί είναι οι ρυθμιστές της κατάστασης και η εταιρεία λειτουργεί και αποφασίζει μέσω τους. Στο σύγγραμμα Kerr and Hunter on Receivers and Administrators, 15η έκδ., αναφέρεται (σελ. 315) (σε δική μου μετάφραση) ότι: «Περαιτέρω, οι διευθυντές δικαιούνται να χρησιμοποιήσουν το όνομα της εταιρείας για να αμφισβητήσουν δικαστικά την εγκυρότητα του ομολόγου κάτω από το οποίο έλαβε χώρα ο διορισμός και προφανώς για να καταχωρήσουν αγωγές για αποζημιώσεις για σοβαρή αμέλεια η οποία στη συνήθη περίπτωση υποθήκης θα μπορούσε να καταχωριστεί από τον ενυπόθηκο οφειλέτη κατά του παραλήπτη». Στην Χατζηρούσου, υπό την ιδιότ. ως παραλήπτης της Υ. Liasides Dev. Ltd
(2011)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1703, 1712-13 (αφορούσε αίτηση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος) αναφέρθηκε ότι: «... με το διορισμό παραλήπτη αυτός λαμβάνει υπό τον έλεγχο του τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, οι δε εξουσίες της εταιρείας και των διευθυντών της να ενεργούν σε σχέση με το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο που καλύπτει το ομόλογο σταματούν, χωρίς όμως να επηρεάζεται η νομική ύπαρξη και οντότητα της εταιρείας (MossSteamship Co. v. Whinney [1912] A.C. 254). Βέβαια, εάν το ομόλογο καλύπτει στην ουσία ολόκληρη ή το πλείστο μέρος της περιουσίας της εταιρείας, τότε οι διευθυντές της εταιρείας ουσιαστικά δεν ελέγχουν την εμπορική δραστηριότητά της.» Με αναφορά στην Newhart αναφέρεται πως οι διευθυντές διατηρούν κατάλοιπο εξουσίας που περιλαμβάνει και τη δυνατότητα να εγείρουν αγωγή εναντίον των κατόχων ομολόγων που διόρισαν τον παραλήπτη/διαχειριστή. Στο σύγγραμμα The Law Relating to Receivers and Managers, του Hubert Picarda, 1984, σελ. 296, αναφέρεται πως (σε δική μου μετάφραση): «Η κλασσική διαταγή διορισμού παραλήπτη συνήθως του παρέχει την εξουσία να επέμβει να εισπράξει και λάβει την περιουσία που αποτελεί την εξασφάλιση του ενάγοντα. Αυτό το ρητό λεκτικό αναπόφευκτα και εξυπακουόμενα εξουσιοδοτεί κάθε παρεμπίπτουσα ή βοηθητική ενέργεια. Και στη σελ.64 (σε δική μου μετάφραση): «Όταν σε ένα πρόσωπο παραχωρείται ρητή εξουσία να προωθήσει συγκεκριμένες ενέργειες αυτός, κατά το συνήθη τρόπο, έχει εξυπακουόμενη εξουσία να κάμει ότι είναι αναγκαίο ή υποβοηθητικό ώστε να εκτελέσει αποτελεσματικά αυτό για το οποίο έχει ρητή εξουσία. Η παραχώρηση της εξουσίας μεταφέρει μαζί της την παραχώρηση όλων των κατάλληλων μέσων, που δεν αποκλείονται ρητά, για να καταστήσει εφικτή την άσκηση της ιδίας της εξουσίας.» Οι πρόνοιες στον όρο 10 των ομολόγων εμμέσως πλην σαφώς παρέχουν εξουσία στους διαχειριστές/παραλήπτες να διορίζουν δικηγόρους για να εκπροσωπούν την Εταιρεία σε δικαστικές διαδικασίες. Ο διορισμός δικηγόρου δεν εξαντλείται στην επιλογή του δικηγόρου αλλά στο δικαίωμα αυτού που κάνει την επιλογή να δίδει οδηγίες προς το δικηγόρο ως προς το χειρισμό της υπόθεσης. Εάν οι διαχειριστές/παραλήπτες δεν μπορούν να ενάξουν για λογαριασμό της εταιρείας, η δυνατότητα τους να λάβουν κατοχή και να ρευστοποιήσουν και να εισπράξουν οποιοδήποτε μέρος του ενεργητικού της εταιρείας εμποδίζεται. Αντίθετα όμως, ρητά προνοείται στην παράγραφο (α) των σχετικών όρων πως μπορούν να προβαίνουν σε οποιαδήποτε διαβήματα στο όνομα της εταιρείας όπως θα θεωρήσουν αναγκαίο ή σκόπιμο. Και εάν δεν μπορούν αυτοί να διορίσουν τους δικηγόρους σε αγωγές όπου η εταιρεία είναι ή θα είναι διάδικος, είτε σαν ενάγουσα είτε σαν εναγόμενη, πώς θα μπορούν να προβαίνουν στις διευθετήσεις και στους συμβιβασμούς τους οποίους θεωρούν ότι συμφέρουν, όπως προνοείται στην παράγραφο (δ); Στην Αγγλία υφίσταται νομοθετική ρύθμιση αναφορικά με τις εξουσίες του διαχειριστή/παραλήπτη. Αυτές καθορίζονται στο Παράρτημα Ι του Insolvency Act
  1. Ρητά μνημονεύεται η εξουσία διορισμού δικηγόρου και η καταχώρηση ή υπεράσπιση αγωγών ή άλλων δικαστικών διαδικασιών στο όνομα και για λογαριασμό της εταιρείας, όπως και η παρουσίαση ή η υπεράσπιση αίτησης για διάλυση της εταιρείας Το ίδιο και στη Σκωτία με το άρθρο 15 του Floating Charges and Receivers Act,
  2. (Βλ. The Law Relating to Receivers and Managers, του Hubert Picarda, 1984, σελ. 135 - 137 και 72-74 αντίστοιχα). Στην Κύπρο δεν υφίσταται νομοθετική ρύθμιση του ζητήματος, αυτό όμως που καλύπτεται νομοθετικά σε άλλες δικαιοδοσίες παρέχει άριστη καθοδήγηση για την νομολογιακή ρύθμιση του ζητήματος στην Κύπρο.» Από τις πιο πάνω νομικές αρχές που εκτενώς αναλύονται στην απόφαση του Π.Ε.Δ Χ. Μαλαχτού είναι σαφές ότι στην προκειμένη περίπτωση, όπου η επιβάρυνση επεκτείνεται επί ολόκληρης της περιουσίας της εταιρείας, ο διορισμός των παραληπτών/διαχειριστών είχε ως αποτέλεσμα αυτοί να εκπροσωπούν πλέον την εταιρεία έχοντας τον ολοκληρωτικό έλεγχο των υποθέσεων της και συνεπώς το δικαίωμα να υπερασπιστούν τη Γενική Αίτηση που εγέρθηκε κατά της εταιρείας. Στη βάση των πιο πάνω και με δεδομένο το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι η Γενική Αίτηση δεν επιδόθηκε στους παραλήπτες/διαχειριστές αλλά ούτε και γνωστοποιήθηκε σε αυτούς με οποιονδήποτε τρόπο θα έλεγα πως θα ήταν οξύμωρο να γινόταν αποδεκτή η θέση του καθ΄ ου η αίτηση ότι «η Αιτήτρια είχε υποχρέωση να εμφανιστεί κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη η Γενική Αίτηση και να ζητήσει χρόνο να καταχωρήσει ένσταση». Η Γενική Αίτηση το αντικείμενο της οποίας επηρεάζει άμεσα την επιβαρυμένη περιουσία της εταιρείας κρίνω πως θα έπρεπε να είχε επιδοθεί και/ή γνωστοποιηθεί στους παραλήπτες/διαχειριστές ως τα άμεσα ενδιαφερόμενα πρόσωπα που εκπροσωπούν την εταιρεία, έχουν τον ολοκληρωτικό έλεγχο των υποθέσεων αυτής και κατ' επέκταση το δικαίωμα να τοποθετηθούν στη αιτούμενη με τη Γενική Αίτηση θεραπεία και να καταχωρήσουν ένσταση. Κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις η επίδοση της Γενικής Αίτησης στον διοικητικό σύμβουλο της εταιρείας και η παρασιώπηση του γεγονότος ότι αυτή τελεί υπό διαχείριση, ουσιαστικά στέρησε από τους παραλήπτες/διαχειριστές αφενός τη δυνατότητα να εμφανιστούν στη διαδικασία εκ μέρους της Αιτήτριας Εταιρείας αλλά και αφετέρου το δικαίωμα καταχώρησης ένστασης με αποτέλεσμα το διάταγμα να έχει εκδοθεί παράτυπα και ή αντικανονικά. Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω συνεπώς ότι η Αιτήτρια δικαιούται στον παραμερισμό του διατάγματος ημερ. 13.6.17 ex debito justitiae. Τα όσα παρατίθενται πιο πάνω από την απόφαση του Π.Ε.Δ Μαλαχτού απαντούν θεωρώ και στη θέση του καθ΄ ου η αίτηση ότι η υπό εξέταση αίτηση είναι παράτυπη και ή λανθασμένη για το λόγο ότι αυτή γίνεται από την υπό διαχείριση εταιρεία και όχι εκ μέρους του διαχειριστή/παραλήπτη. Σημειώνεται πως βάσει των ίδιων των όρων του ομολόγου επιβάρυνσης (βλ. πιο πάνω) οι διαχειριστές /παραλήπτες έχουν δικαίωμα να προβαίνουν σε οποιαδήποτε διαβήματα στο όνομα της Εταιρείας. Παράλληλα από το σώμα της αίτησης αλλά και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει είναι πρόδηλο ότι η υπό εξέταση αίτηση καταχωρήθηκε και προωθείται βάσει οδηγιών των διαχειριστών της εταιρείας ένας εκ των οποίων μάλιστα υπογράφει το τύπο διορισμού των δικηγόρων που εκπροσωπούν την υπό διαχείριση εταιρεία στην παρούσα διαδικασία. Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης μου δεν προτίθεμαι να εξετάσω τα ζητήματα καθυστέρησης και εκ πρώτης όψεως υπεράσπισης δεδομένου του ότι το Δικαστήριο δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια για τον παραμερισμό, ούτε και δικαιούται να λάβει υπόψη οποιεσδήποτε άλλες παραμέτρους, αλλά υποχρεούται να παραμερίσει την απόφαση/διάταγμα ως χρέος προς τη δικαιοσύνη (exdebito justitiae). Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα παραμερισμού του διατάγματος ημερομηνίας 13.6.2017 και ως απόρροια τούτου εκδίδεται διάταγμα με το οποίο παραμερίζεται η κατάθεση του αγοραπωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 22.6.2012 που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λεμεσού με αρ. Φακέλου ΠΩΕ 1XX5/
  3. Λαμβανομένου υπόψη ότι η υπό κρίση αίτηση επιδόθηκε δεόντως στο Διευθυντή του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού και της παράλειψης του να εμφανιστεί εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα ως η παρ. Γ της αίτησης. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ της αιτήτριας και εναντίον του καθ' ου η αίτηση όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Στ. Λουκίδου Βασιλείου Ε.Δ Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/General Application /Interim Αναφορά: Ακύρωση/ παραμερισμός διατάγματος. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.