Alpha Bank Cyprus Ltd ν. Μοδίτη κ.α., Αρ. Αγωγής: 2925/2016, 4/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A504 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: E. ΕΦΡΑΙΜ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2925/2016 Μεταξύ: Alpha Bank Cyprus Ltd Εναγόντων v. 1. . Μοδίτη 2. . Μοδίτη 3. . Μοδίτη Εναγομένων Αίτηση Εναγομένων ημ. 15.2.18 για τροποποίηση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης Ημερομηνία: 4 Δεκεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κα Μ. Βαρνάβα για κ. Μ. Αβραάμ Για τους Ενάγοντες - Καθ΄ ων η Αίτηση: κα Σ. Αχιλλέως για Λ. Πρωτοπαπά & Σια ΔΕΠΕ Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την παρούσα Αίτηση οι Εναγόμενοι - Αιτητές αιτούνται την τροποποίηση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους με την προσθήκη εννέα επιπρόσθετων παραγράφων στην Υπεράσπιση και δύο ακόμα αξιώσεων στην Ανταπαίτηση. Η Αίτηση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του Εναγομένου 1, εκ μέρους και των τριών Εναγομένων, στην οποία αναφέρεται στο ιστορικό της διαδικασίας της Αγωγής και στην ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δύο πλευρών την οποία και επισυνάπτει. Ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται πως λόγω της παράλειψης των Εναγόντων και των δικηγόρων τους να ανταποκριθούν στο αίτημα του (μέσω των επιστολών) για παροχή στοιχείων ούτως ώστε οι Εναγόμενοι να ήταν σε θέση να ετοιμάσουν την Υπεράσπιση τους, οι ίδιοι αναγκάστηκαν να προβούν σε έρευνες, οπότε και διαπίστωσαν την έλλειψη γνώσης και ή συγκατάθεσης εκ μέρους του συνιδιοκτήτη του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου, στοιχείο το οποίο επιθυμούν να προβάλουν στην Υπεράσπιση και την Ανταπαίτηση τους. Οι λόγοι ένστασης είναι βασικά οι ακόλουθοι: 1. H αιτούμενη τροποποίηση συνεπάγεται επαναπροσδιορισμό των επίδικων θεμάτων. 2. Η Αίτηση καταχωρίστηκε καθυστερημένα και δη μετά την καταχώριση Κλήσης για Οδηγίες. 3. Οι ισχυρισμοί οι οποίοι επιχειρούνται να προστεθούν αφορούν γεγονότα τα οποία βρίσκονταν εν γνώσει των Εναγόντων κατά την έγερση της Αγωγής και ή την καταχώριση της Υπεράσπισης τους. 4. Με την Αίτηση οι Εναγόμενοι επιχειρούν να διορθώσουν λάθη και ή παραλείψεις τους. 5. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αιτούμενης τροποποίησης. 6. Η αιτούμενη τροποποίηση θα προκαλέσει αδικία, δυσμενή επηρεασμό των δικαιωμάτων των Εναγόντων και παραβιάζει το δικαίωμα τους για εκδίκαση της επίδικης διαφοράς σε εύλογο χρόνο. 7. Η Αίτηση είναι καταχρηστική και κακόπιστη. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της κας ΧΘ, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο το οποίο εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Σε αυτή η ενόρκως δηλούσα βασικά επαναλαμβάνει και αναλύει τους λόγους ένστασης, επισημαίνοντας πως όλα τα έγγραφα τα οποία κατείχαν οι Ενάγοντες βρίσκονταν ή όφειλαν να βρίσκονται και στην κατοχή των Εναγομένων, πως η αδυναμία εντοπισμού αυτών δεν παρέχει στους Εναγόμενους δικαίωμα να αιτούνται τροποποίηση και πως εν πάση περιπτώσει αυτοί δεν έλαβαν τα απαραίτητα δικονομικά μέτρα για να λάβουν από τον αντίδικο τους την πληροφόρηση την οποία ενδεχομένως θεωρούσαν αναγκαία για σκοπούς ετοιμασίας του δικογράφου τους. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης και όπως αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των δύο πλευρών, το ιστορικό της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής έχει ως εξής: (
- i)Η έκθεση απαίτησης καταχωρίστηκε στις 13.10.16. (
- ii)Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν εμφάνιση στις 31.10.16 και Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση στις 5.9.17. (iii) Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 11.9.17. (
- iv)Οι Ενάγοντες καταχώρισαν Κλήση για Οδηγίες δυνάμει της νέας Δ.30 στις 15.9.17 και οι Εναγόμενοι αντίστοιχη Κλήση στις 7.12.17. (
- v)Στις 8.1.18, στα πλαίσια των Κλήσεων για Οδηγίες, το Δικαστήριο εξέδωσε διατάγματα ένορκης αποκάλυψης και ανταλλαγής εγγράφων εντός ενός μηνός και από τις δύο πλευρές και έδωσε οδηγίες για κατάθεση ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψης μαρτυρίας εντός δύο μηνών. Όρισε την Αγωγή για οδηγίες στις 12.3.18. (
- vi)Ακολούθησε η καταχώριση της παρούσας Αίτησης στις 15.2.18. Η παρούσα Αίτηση βασίζεται μεταξύ άλλων στη Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Ενόψει του ότι η Αγωγή καταχωρίστηκε στις 13.10.16 και σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη Δ.30, εφαρμόζεται η Δ.25 όπως αυτή ίσχυε κατά την έκδοση του Διαδικαστικού Κανονισμού 2/2015 (ΕΕΔ 4098) ημ. 13.5.15. Ειδικότερα, εφαρμόζεται η Δ.25 θ.1
(3)η οποία διέπει το θέμα της τροποποίησης μετά την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες, όπως συμβαίνει στην υπό κρίση περίπτωση. Σύμφωνα με τη Δ.25 θ.1
(3): «Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Το λεκτικό της εν λόγω δικονομικής διάταξης είναι σαφές και ξεκάθαρο, ήτοι πως μετά την Κλήση για Οδηγίες (βάσει της Δ.30) δεν επιτρέπεται τροποποίηση εκτός από τις καθοριζόμενες σε αυτή εξαιρέσεις. Αυτή η περιοριστική πρόνοια θα πρέπει να ιδωθεί μέσα στο πνεύμα του συνόλου της νέας Δ.25 η οποία παρέχει τη δυνατότητα τροποποίησης των δικογράφων χωρίς καν άδεια του Δικαστηρίου πριν την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.25 θ.1
(1)και
(2), ενώ θέτει ως ορόσημο την Κλήση για Οδηγίες ως το σημείο όπου ουσιαστικά σταματά τέτοια δυνατότητα τροποποίησης εκτός από τις προβλεπόμενες σε αυτή εξαιρέσεις. Λόγω ακριβώς αυτής της διαφοροποίησης στην ευχέρεια τροποποίησης πριν και μετά την Κλήση για Οδηγίες, σε αντιπαραβολή με την προγενέστερη Δ.25 η οποία παρείχε ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να εγκρίνει τροποποιήσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είναι εύλογη η διαπίστωση πως η νομολογία επί της προγενέστερης Δ.25 δεν προσφέρει πλέον διαφωτιστική καθοδήγηση αλλά ενδεχομένως μόνο περιορισμένη και επικουρική χρησιμότητα. Ως εκ τούτου, με βάση το λεκτικό της νέας Δ.25 θ.1
(3), καθίσταται σαφές πως στην προκειμένη περίπτωση, η τροποποίηση είναι επιτρεπτή μόνο αν συντρέχει μια εκ των δύο προϋποθέσεων που αναφέρονται ρητά στον εν λόγω θεσμό, ήτοι το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, ή όπου, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών σύνταξης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Για σκοπούς εξέτασης της Αίτησης επισημαίνεται αρχικά πως η απαίτηση των Εναγόντων βασίζεται σε δύο συμφωνίες παραχώρησης δανείου προς τον Εναγόμενο 1, η πρώτη (ακολουθούμενη από δύο τροποποιητικές συμφωνίες) με εξασφαλίσεις (οι οποίες κάλυπταν και τις τροποποιητικές συμφωνίες) την προσωπική εγγύηση και την παραχώρηση υποθήκης ακινήτου (του όλου μεριδίου) της Εναγομένης 2 και η δεύτερη με εξασφάλιση την προσωπική εγγύηση των Εναγομένων 2 και 3. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης του Εναγομένου 1 με τις συμβατικές του υποχρεώσεις δυνάμει των επίδικων συμφωνιών, οι Ενάγοντες, με επιστολές τους ημ. 17.7.15 τερμάτισαν τη λειτουργία των δύο λογαριασμών και ζήτησαν και από τους τρεις Εναγόμενους την αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών, καθώς επίσης και στις 28.8.15 απέστειλαν σε όλους τους Εναγόμενους επιστολές βάσει του άρθρου 44Β
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Ν.9/
- Στην Υπεράσπιση τους οι Εναγόμενοι βασικά αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και τους καλούν σε αυστηρή απόδειξη αυτών. Διαζευκτικά προβάλλουν ισχυρισμούς για παράνομη και εκβιαστική άσκηση δραστηριοτήτων εκ μέρους των Εναγόντων, εκμετάλλευση του συναλλακτικού κοινού και χρήση της δεσπόζουσας τους θέσης για την επιβολή υπέρμετρων και καταδολευτικών οικονομικών όρων με τη χρέωση δυσβάστακτων χρηματικών ποσών και τόκων. Περαιτέρω αρνούνται την παροχή εγγυήσεων ενώ σε περίπτωση που αυτές ήθελαν αποδειχθεί, επικαλούνται καταδολίευση και παγίδευση των Εναγομένων 2 και 3 από τους Ενάγοντες ως προς την παροχή των εξασφαλίσεων. Ως εκ τούτου με την Ανταπαίτηση τους αξιώνουν απόφαση πως όλες οι επίδικες συμφωνίες είναι παράνομες και ή άκυρες και ή καταχρηστικές και ή κακόβουλες και πως αυτές χαρακτηρίζονται από αδιαφάνεια και ή ανισομέρεια της διαπραγματευτικής δύναμης εξ ου και είναι άκυρες και ή ακυρώσιμες, καθώς επίσης και απόφαση πως οι χρεώσεις και τα επιτόκια είναι παράνομα και άκυρα. Με την αιτούμενη τροποποίηση οι Εναγόμενοι επιθυμούν να προβάλουν τους ακόλουθους ισχυρισμούς στην Υπεράσπιση τους: · Οι παράλληλες ενέργειες και διαδικασίες πώλησης και ή εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου ενόσω εκκρεμεί η παρούσα Αγωγή αντίκεινται στο Σύνταγμα και ή στα χρηστά ήθη και ή αποτελούν κατάχρηση της διαδικασίας (προτεινόμενες νέες παράγραφοι 14-17) · Ουδέποτε συνεστήθη η υποθήκη και ή έγκυρη υποθήκη (προτεινόμενη νέα παρ. 18) · Η υποθήκη είναι άκυρη και ή ακυρώσιμη καθότι αυτή καταρτίστηκε χωρίς τη συγκατάθεση του συνιδιοκτήτη της Εναγομένης 2 κατά το ½ του όλου εξ αδιαιρέτου αυτού (προτεινόμενη νέα παρ. 19) · Οι Ενάγοντες εμποδίζονται να πωλήσουν το ενυπόθηκο ακίνητο καθότι τέτοια πώληση καταστρατηγεί το δικαίωμα του συνιδιοκτήτη (προτεινόμενη νέα παρ. 20) · Οι Ενάγοντες προέβησαν σε λανθασμένη και ή ανεπαρκή εκτίμηση της αξίας του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου αφού διαίρεσαν την αξία του ενώ δεν μπορούσαν να πράξουν κάτι τέτοιο (προτεινόμενη νέα παρ. 21) · Σε περίπτωση που η συμφωνία υποθήκευσης ήθελε κριθεί έγκυρη, τότε αυτή δεν καλύπτει την όποια τροποποίηση της συμφωνίας δανείου (προτεινόμενη νέα παρ. 22) Όσον αφορά την Ανταπαίτηση, οι Εναγόμενοι επιθυμούν να προσθέσουν τις δύο εξής αξιώσεις: § Απόφαση πως η υποθήκη είναι παράνομη και ή άκυρη και η ακυρώσιμη και οδηγίες προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου για διαγραφή αυτής § Αποζημιώσεις υπέρ όλων ή οποιουδήποτε των Εναγομένων Όπως έχει ήδη αναφερθεί, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση ο Εναγόμενος 1 βασικά επικαλείται επανειλημμένα αιτήματα των Εναγομένων προς τους Ενάγοντες για παροχή στοιχείων προκειμένου να ετοιμάσουν την Υπεράσπιση τους, πλην όμως οι Ενάγοντες και οι δικηγόροι τους παρέλειψαν και ή αμέλησαν να ανταποκριθούν. Συγκεκριμένα ο Εναγόμενος ισχυρίζεται τα ακόλουθα: «
- . Λόγω της συνεχιζόμενης παράλειψης των Εναγόντων και των δικηγόρων τους να μας εφοδιάσουν με οποιοδήποτε στοιχείο αναγκαστήκαμε να προβούμε σε έρευνες, στην έκταση και στον βαθμό που μπορούσαμε να το πράξουμε τούτο και διαπιστώσαμε ότι ο συνιδιοκτήτης του ακινήτου ουδέποτε παρείχε οποιαδήποτε συγκατάθεση του (ως συνιδιοκτήτης του ½ εξ αδιαιρέτου του όλου), προκειμένου να συσταθεί έγκυρα υποθήκη προς εξασφάλιση οποιασδήποτε και/ή της επικαλούμενης εκ μέρους των Εναγόντων συμφωνίας δανείου..
- Εντός των πλαισίων της ως άνω εξέλιξης διαπιστώθηκε ότι η απουσία με τα σχετικά θέματα πληροφόρησης εκ μέρους μας αλλά και η διαπίστωση της ως άνω αναφερόμενης έλλειψης γνώσης και/ή συγκατάθεσης της επικαλούμενης υποθήκευσης του Ακινήτου εκ μέρους του συνιδιοκτήτη . ως και η μη δυνατότητα επίκλησης των ως άνω γεγονότων κατά την σύνταξη και καταχώρηση της Υπεράσπισης και Ανταξίωσης μας στην αγωγή των Εναγόντων, μας εμπόδιζε στην υποστήριξη της υπόθεσης και ανάδειξης τόσο πραγματικών όσο και νομικών ζητημάτων που την διέπουν.» Ο Εναγόμενος 1 επισυνάπτει και τη σχετική αλληλογραφία, Τεκμήρια Α-Στ. Αξίζει να σημειωθεί πως η πρώτη επιστολή ημ. 2.11.16 απευθύνεται από τον δικηγόρο των Εναγομένων προς τους δικηγόρους των Εναγόντων και σε αυτή ζητά όπως εφοδιαστεί με κάθε σχετικό έγγραφο που αφορά στην υπόθεση «και γενικά κάθε τι που θα μπορούσε να καταστεί απαραίτητο προς γνώση και υπεράσπιση των εναγομένων». Ακολουθεί δεύτερη επιστολή ημ. 20.6.17, αυτή τη φορά προς τους Ενάγοντες, στην οποία ο δικηγόρος αναφέρεται στην ειδοποίηση τύπου Θ και επαναλαμβάνει το αίτημα του, σημειώνοντας πως σε αυτό δεν υπήρξε ανταπόκριση των αντίδικων δικηγόρων παρά μόνο η αποστολή επιστολής από τους Ενάγοντες ημ. 31.5.17, με την οποία οι τελευταίοι ζητούν από τον Εναγόμενο 1 να τους προσκομίσει όλες τις απαραίτητες πληροφορίες. Ο δικηγόρος απέστειλε εκ νέου επιστολή ημ. 31.6.17 προς τους Ενάγοντες, στην οποία μεταξύ άλλων αναφέρεται στην ειδοποίηση τύπου ΙΑ και επισημαίνει την παράλειψη ανταπόκρισης στο αίτημα του. Οι δικηγόροι των Εναγόντων με επιστολή τους ημ. 8.8.17 απαντούν στις επιστολές ημ. 20.6.17 και 31.6.17, τονίζοντας την επίσκεψη του Εναγομένου 1 στο γραφείο τους με σκοπό την εξεύρεση λύσης όσον αφορά την οφειλή και σημειώνοντας πως ο λόγος για τον οποίο δεν τον εφοδίασαν με έγγραφα ήταν η πεποίθηση τους πως αυτός επιθυμούσε τη συμβιβαστική λύση. Ακολούθως αναφέρεται πως «Όλα τα έγγραφα που επιθυμεί να λάβει ο πελάτης σας είναι έγγραφα που σαφώς έλαβε κατά το χρόνο σύναψης του δανείου του με τους πελάτες μας αλλά καμία ένσταση δεν έχουν οι πελάτες μας στο να τους δοθούν εκ νέου.» Ο δικηγόρος των Εναγομένων στην απαντητική επιστολή του ημ. 8.8.17 προς τους δικηγόρους, απορρίπτει τα περί εξεύρεσης λύσης και αποδοχής οφειλής, επαναλαμβάνοντας πως σκοπός της επίσκεψης του Εναγομένου 1 ήταν να τύχει ενημέρωσης και εφοδιαστεί με τα έγγραφα για να προετοιμάσει την Υπεράσπιση του. Σε νέα επιστολή του ημ. 22.8.17 προς τους δικηγόρους των Εναγόντων ο δικηγόρος εκφράζει την αναμονή του για παραλαβή των εγγράφων. Οι ως άνω αναφορές του Εναγομένου 1 απολήγουν ουσιαστικά στην επίκληση αδυναμίας των Εναγομένων να γνωρίζουν και ή πληροφορηθούν για τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης κατά τον χρόνο καταχώρισης του δικογράφου τους, αποδίδοντας αυτή (την αδυναμία) στην άρνηση και ή παράλειψη των Εναγόντων και των δικηγόρων τους να εφοδιάσουν τον ίδιο ή τον δικηγόρο του με τα σχετικά έγγραφα. Αυτός ο λόγος προφανώς εντάσσεται στην επίκληση της δεύτερης προϋπόθεσης της Δ.25 θ.1
(3). Άλλωστε, οι Εναγόμενοι δεν επικαλούνται λάθος, όπως εξάλλου φαίνεται και από τη θέση την οποία ο δικηγόρος τους υιοθετεί απερίφραστα στην αγόρευση του, δηλαδή αποκλείοντας πως πρόκειται για λάθη, αμέλεια ή παράλειψη των Εναγομένων. Κατ΄ αρχάς, είναι θέμα κοινής λογικής πως το ζήτημα της έλλειψης γνώσης και ή συγκατάθεσης του συνιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου είναι ένα γεγονός το οποίο προέκυψε από τον χρόνο της ισχυριζόμενης σύναψης του εγγράφου της υποθήκης και υφίστατο τόσο κατά τον χρόνο έγερσης της Αγωγής όσο και κατά τον χρόνο καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων. Με άλλα λόγια δεν πρόκειται για μεταγενέστερο γεγονός αλλά για στοιχείο το οποίο συνέτρεχε ή όχι όταν υποθηκεύετο το μερίδιο της Εναγομένης
- Πέραν της γενικής θέσης του Εναγομένου 1 περί αδυναμίας τους να επικαλεστούν αυτούς τους ισχυρισμούς στο στάδιο καταχώρισης του δικογράφου τους, ουδεμία εξήγηση και ή δικαιολογία προβάλλεται ως προς αυτή την αδυναμία τους. Ειδικότερα, ο Εναγόμενος 1 δεν προβάλλει οποιονδήποτε λόγο και ή εξήγηση για το ότι οι Εναγόμενοι δεν γνώριζαν ή δεν μπορούσαν να γνωρίζουν αυτό το γεγονός σε οποιοδήποτε στάδιο πριν την καταχώριση του δικογράφου τους. Είναι δε άξιον απορίας το ότι οι Εναγόμενοι, οι οποίοι φέρονται ως άμεσα εμπλεκόμενοι στα επίδικα γεγονότα, δεν είχαν οποιαδήποτε γνώση τούτων, και κυρίως η Εναγομένη 2 η οποία είναι η συνιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου και εύλογα αναμένεται πως αυτή είχε ή όφειλε να είχε γνώση αναφορικά με το υπό κρίση ζήτημα. Το Δικαστήριο επισημαίνει επίσης πως ο ισχυρισμός της κας Θ στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ότι οι Εναγόμενοι έχουν ή όφειλαν να έχουν τα σχετικά έγγραφα ουδόλως αποτέλεσε αντικείμενο σχολιασμού και δεν αντικρούστηκε από την πλευρά των Εναγομένων ούτε και ζητήθηκε η αντεξέταση της κας Θ ως προς τούτο. Δεν διαφεύγει την προσοχή του Δικαστηρίου η γενική άρνηση των Εναγομένων ως προς τη σύναψη όλων των επίδικων συμφωνιών, πλην όμως επισημαίνεται η περίληψη και ισχυρισμών ως προς την ακυρότητα όλων σε περίπτωση που αυτές ήθελαν αποδειχθεί, συμπεριλαμβανομένου και ισχυρισμού περί παγίδευσης των Εναγομένων 2 και 3 από τους Ενάγοντες στη σύναψη των συμφωνιών εγγύησης και υποθήκευσης. Επομένως, οι ίδιοι οι Εναγόμενοι δεν περιορίζονται σε άρνηση σύναψης των επίδικων συμφωνιών (θέση για την οποία θα μπορούσε να λεχθεί ότι αντιφάσκει με την προτεινόμενη προσθήκη περί απουσίας συγκατάθεσης στην υποθήκευση) αλλά αντιθέτως προβάλλουν και διαζευκτικά ισχυρισμούς στην περίπτωση που αυτές ήθελαν αποδειχθεί ότι υπεγράφησαν από τους Εναγόμενους. Ουσιαστικά, ως νέο γεγονός παρουσιάζεται η μεταγενέστερη απόκτηση γνώσης περί απουσίας συγκατάθεσης, πλην όμως, ακόμα και αν γίνει δεκτό ότι δεν γνώριζαν τότε, οι Εναγόμενοι δεν προέβαλαν οποιαδήποτε εξήγηση και λόγο γιατί δεν προέβησαν οι ίδιοι ή ο δικηγόρος τους στις δικές τους ενέργειες και έρευνες σε οποιοδήποτε στάδιο μετά την έγερση της Αγωγής, και ειδικότερα μετά και την πρώτη επιστολή στην οποία δεν είχαν λάβει απάντηση, αλλά βασίστηκαν εξ ολοκλήρου στις ενέργειες των Εναγόντων και των δικηγόρων τους. Υπό το φως των πιο πάνω δεδομένων, θεωρώ πως ακόμα και σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι δεν γνώριζαν τα γεγονότα, αυτοί ή ο δικηγόρος τους όφειλαν να λάβουν μέτρα προς διακρίβωση αυτών το συντομότερο ούτως ώστε ο δικηγόρος τους να ήταν σε θέση να συντάξει την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους. Η δε ιδιότητα της Εναγομένης 2 ως συνιδιοκτήτριας του ακινήτου σαφώς της παρείχε κάθε δυνατότητα να προβεί σε έρευνα και λάβει πληροφόρηση αναφορικά με τον συνιδιοκτήτη και την ισχυριζόμενη υποθήκευση του ακινήτου τους. Ανεξήγητο παραμένει επίσης γιατί οι Εναγόμενοι παρέμειναν αδρανείς ακόμα και μετά τη στάση των δικηγόρων των Εναγόντων στην πρώτη τους επιστολή ημ. 2.11.16, και δεν προχώρησαν από τότε σε έρευνες για τη διακρίβωση των γεγονότων. Αντ΄ αυτού, μέσα από την αλληλογραφία την οποία οι ίδιοι παρουσίασαν, διαφαίνεται πως όχι μόνο δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε διαβήματα διακρίβωσης των γεγονότων αλλά πως η επόμενη τους κίνηση έλαβε χώρα επτά μήνες αργότερα με νέα επιστολή τους προς τους Ενάγοντες και αφού είχαν λάβει και ειδοποίηση τύπου Θ, στα πλαίσια συνέχισης της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου, και ακολούθως συνέχισαν με την ίδια τακτική αποστολής επιστολών και αναμονής απάντησης από τους Ενάγοντες, χωρίς οι ίδιοι να λαμβάνουν οποιαδήποτε άλλα μέτρα ως προς το ζητούμενο. Περαιτέρω, σημειώνω πως όλη η ανταλλαγείσα αλληλογραφία έλαβε χώρα πριν την καταχώριση της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης των Εναγομένων. Η τελευταία επιστολή του δικηγόρου των Εναγομένων φέρει ημ. 22.8.17 και το δικόγραφο τους καταχωρίστηκε στις 5.9.
- Με δεδομένο πως η αλληλογραφία ξεκίνησε από τις 2.11.16 και συνέχισε για περίοδο δύο ετών περίπου, και μάλιστα χωρίς να υπήρξε οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση από τους Ενάγοντες, είναι άξιον απορίας και παραμένει χωρίς εξήγηση από τους Εναγόμενους γιατί αυτοί περιορίστηκαν και βασίστηκαν μόνο σε αιτήματα μέσω επιστολών, τις οποίες οι αντίδικοι δικηγόροι κατ΄ ισχυρισμόν αγνοούσαν ή με τις οποίες δεν συμμορφώνονταν, και οι ίδιοι οι Εναγόμενοι δεν έλαβαν οποιαδήποτε δικονομικά μέτρα στα πλαίσια της Αγωγής προς εξασφάλιση των αναγκαίων εγγράφων, αν πράγματι αισθάνοντο πως δεν τα είχαν, δεν είχαν άλλο τρόπο εξασφάλισης και τους ήταν απαραίτητα για σκοπούς ετοιμασίας και καταχώρισης του δικογράφου τους. Με βάση όλα τα πιο πάνω, και ελλείψει οποιασδήποτε αιτιολόγησης και προβολής βάσιμης δικαιολογίας, είναι εύλογη η διαπίστωση του Δικαστηρίου πως τα υπό κρίση γεγονότα έλαβαν χώρα κατά την ισχυριζόμενη σύναψη των συμφωνιών και σαφώς ενωρίτερα της καταχώρισης της Αγωγής, επομένως αυτά ήταν ή όφειλαν να ήταν σε γνώση των Εναγομένων εφόσον αυτοί φέρονται ως άμεσα εμπλεκόμενοι. Οι Εναγόμενοι δεν προέβαλαν οποιαδήποτε εξήγηση γιατί οι ίδιοι δεν είχαν κάθε δυνατότητα και ευχέρεια να προβούν στις δέουσες έρευνες και ενέργειες προς εξασφάλιση των σχετικών εγγράφων και διαπίστωση των γεγονότων για σκοπούς ετοιμασίας του δικογράφου τους. Αντ΄ αυτού οι Εναγόμενοι δεν έκαναν απολύτως τίποτε και περιορίστηκαν σε αιτήματα προς τους Ενάγοντες και τους δικηγόρους του για παροχή των αναγκαίων στοιχείων, χωρίς αποτέλεσμα και χωρίς οι ίδιοι να λάβουν άλλα δικονομικά μέτρα για λήψη των απαραίτητων στοιχείων προς τον σκοπό καταχώρισης του δικογράφου τους. Αυτή η στάση τους αποκαλύπτει τη δική τους παράλειψη λήψης άμεσα μέτρων για εξασφάλιση όλων των στοιχείων και έγκαιρη ετοιμασία μιας πλήρους και ολοκληρωμένης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης. Χωρίς να παραγνωρίζω τους ισχυρισμούς για τη μη ανταπόκριση από πλευράς Εναγόντων, θεωρώ πως η όποια συμπεριφορά των τελευταίων δεν δύναται να αναιρέσει όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω και ειδικότερα να αποτελέσει βάσιμη δικαιολογία για τις παραλείψεις των ίδιων των Εναγομένων οι οποίοι είχαν την ευθύνη κατάλληλης και έγκαιρης προετοιμασίας με σκοπό την καταχώριση ολοκληρωμένου δικογράφου εκ μέρους τους. Εδώ κρίνω σκόπιμο να αναφέρω πως η εισήγηση του δικηγόρου των Εναγομένων πως αυτή η στάση των Εναγόντων κρίνεται ως παρελκυστική στη δυνατότητα των Εναγομένων να θέσουν τα ζητήματα τους έγκαιρα ενώπιον του Δικαστηρίου «σε βαθμό που όχι μόνο δεν αποτελεί παραδρομή λόγω καλόπιστου λάθους (Δ.30) εκ μέρους των Αιτητών αλλά στην ουσία παρεμπόδισης τους από τους Ενάγοντες.» δεν βρίσκει έρεισμα στα γεγονότα ούτε και κρίνεται βάσιμη και επαρκής δικαιολογία για να καλύψει τις παραλείψεις και την αδράνεια εκ μέρους των Εναγομένων. Με αυτά τα δεδομένα, το Δικαστήριο δεν ικανοποιείται πως αυτά τα γεγονότα είναι νέα δεδομένα τα οποία δεν ήταν υπαρκτά κατά τον χρόνο καταχώρισης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης ή πως αυτά δεν ήταν σε γνώση ή δεν θα μπορούσαν με εύλογες και επιμελείς προσπάθειες να περιέρχοντο εις γνώση τους πριν την καταχώριση του δικογράφου τους. Επομένως, οι Εναγόμενοι δεν κατάφεραν να καταδείξουν πως η υπό κρίση περίπτωση εμπίπτει εντός της δεύτερης προϋπόθεσης. Μέσα από την πιο πάνω ανάλυση, διαφαίνεται πως οι Εναγόμενοι περιορίζονται στην προβολή λόγων προς υποστήριξη της αιτούμενης τροποποίησης μόνο αναφορικά με το θέμα της γνώσης και ή συγκατάθεσης του συνιδιοκτήτη και όχι αναφορικά με το θέμα της διαδικασίας πώλησης του ακινήτου. Επομένως οι Εναγόμενοι δεν προβάλλουν ισχυρισμό πως δεν είχαν γνώση γι΄ αυτό το ζήτημα, κάτι το οποίο εν πάση περιπτώσει φαίνεται ότι περιήλθε εις γνώση τους τουλάχιστον από την καταχώριση της Αγωγής, εφόσον στην έκθεση απαίτησης υπάρχει ισχυρισμός για αποστολή επιστολών ημ. 28.8.15 για τη διαδικασία πώλησης και με την Αγωγή αξιώνουν διάταγμα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου. Μάλιστα, παρόλο που στην Υπεράσπιση υπάρχει γενική άρνηση της αποστολής των επιστολών, εντούτοις στα πλαίσια της παρούσας Αίτησης ουδεμία αναφορά γίνεται όσον αφορά τις συνθήκες κάτω από τις οποίες οι Εναγόμενοι πληροφορήθηκαν για την εν λόγω διαδικασία. Οι αναφορές στην προτεινόμενη παρ. 15 σε ειδοποίηση ημ. 30.1.18 για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό στις 14.3.18 δεν διαφοροποιούν τις πιο πάνω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου. Παρόλο που η εν λόγω ειδοποίηση είναι μεταγενέστερη της καταχώρισης του δικογράφου τους, εντούτοις οι Εναγόμενοι και ο δικηγόρος τους γνώριζαν για την έναρξη της διαδικασίας πώλησης δυνάμει του Ν.9/65, τουλάχιστον από τον χρόνο καταχώρισης της έκθεσης απαίτησης στην οποία γίνεται αναφορά στις επιστολές ημ. 28.8.15, επομένως αυτό το ζήτημα ήταν σε γνώση ή όφειλε να ήταν σε γνώση των Εναγομένων από τότε. Επιπρόσθετα οι ίδιοι οι Εναγόμενοι αναγνωρίζουν στην επιστολή του δικηγόρου τους ημ. 20.6.17 τη λήψη της ειδοποίησης Θ, στοιχείο το οποίο από μόνο του καταδεικνύει τη γνώση τους για την εν λόγω διαδικασία κάποιους μήνες πριν την καταχώριση του δικογράφου τους. Με άλλα λόγια ούτε και αυτό το γεγονός συνιστά νέο δεδομένο το οποίο δεν ήταν υπαρκτό και δεν ήταν σε γνώση των Εναγομένων κατά την σύνταξη και καταχώριση του δικογράφου τους. Όσον αφορά τους λοιπούς νομικούς ισχυρισμούς επί του θέματος, αυτοί στηρίζονται στη διαδικασία πώλησης του ακινήτου, γεγονός το οποίο ήταν εν γνώσει των Εναγόντων και επομένως δεν μπορεί να γίνεται λόγος για τη μη δυνατότητα επίκλησης και συμπερίληψης αυτού ως γεγονότος και των σχετικών νομικών ισχυρισμών στο αρχικό τους δικόγραφο. Τέλος, κρίνεται σκόπιμο να λεχθεί πως οι υπόλοιποι ισχυρισμοί του Εναγομένου 1 προς υποστήριξη της Αίτησης δεν εμπίπτουν εντός των δύο προϋποθέσεων που θέτει ρητά και αυστηρά η Δ.25 θ.1
(3). Αυτοί αφορούν την αναγκαιότητα περίληψης τέτοιων ισχυρισμών ως ιδιάζουσας πραγματικής και νομικής σημασίας, πως είναι ορθό και δίκαιο να περιληφθούν για διαφύλαξη του συνταγματικού δικαιώματος των Εναγομένων να προβάλουν την υπεράσπιση τους και πως οι Ενάγοντες δεν θα υποστούν ζημιά καθότι δύνανται να αποζημιωθούν με τα έξοδα. Όλοι οι λόγοι εντάσσονται στο πλαίσιο εφαρμογής της παλαιάς Δ.25, εξ ου και ο δικηγόρος των Εναγομένων παρέπεμψε στη σχετική νομολογία. Σαφώς όμως αυτοί οι λόγοι ξεφεύγουν του πλαισίου της Δ.25 θ.1
(3)και δεν αποτελούν πλέον αυτούσιους λόγους οι οποίοι θα μπορούσαν να στοιχειοθετήσουν έγκριση της Αίτησης. Εδώ είναι κατάλληλο το σημείο να αναφέρω πως ο σκοπός της νέας Δ.25, σε συνδυασμό με τη Δ.30, είναι να περιορίζει σταδιακά τη δυνατότητα τροποποίησης δικογράφων και ακριβώς να θέτει το βάρος επαρκούς και έγκαιρης μελέτης και προετοιμασίας των δικογράφων πριν την καταχώριση τους και ειδικότερα πριν την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες ούτως ώστε η προδικαστική διαδικασία να ολοκληρώνεται και η υπόθεση να οδηγείται σε ακρόαση το συντομότερο χωρίς την παρεμβολή άλλων ενδιάμεσων διαδικασιών τροποποίησης που προκαλούν περαιτέρω καθυστέρηση και έξοδα, εκτός βεβαίως όταν συντρέχουν οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις. Πριν την τελική κατάληξη, επιθυμώ να αναφέρω πως οι προτεινόμενες αξιώσεις στην Ανταπαίτηση δεν κρίνονται πρόσφορες και αναγκαίες ως προς την επίλυση όλων των ζητημάτων μεταξύ των δύο πλευρών στα πλαίσια της παρούσας Αγωγής, κριτήριο το οποίο θεωρώ πως ενυπάρχει στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσο τηρούνται οι δύο προϋποθέσεις της νέας Δ.25 θ.1
(3). Η πρώτη συνιστά επανάληψη της υφιστάμενης αξίωσης για αναγνωριστική απόφαση περί ακυρότητας της συμφωνίας υποθήκευσης με την προσθήκη αξίωσης για οδηγίες προς τον Διευθυντή του Κτηματολογίου όπως αφαιρέσει την υποθήκη. Τέτοιες οδηγίες είναι αχρείαστες και δεν εξυπηρετούν οποιοδήποτε σκοπό καθότι τυχόν απόφαση περί ακυρότητας της συμφωνίας συνεπάγεται τη λήψη μέτρων εκ μέρους του Διευθυντή προς συμμόρφωση με την απόφαση του Δικαστηρίου και τη διαγραφή της από τα μητρώα του Κτηματολογίου. Η αξίωση για αποζημιώσεις δεν υποστηρίζεται από οποιονδήποτε συναφή ισχυρισμό στην Υπεράσπιση περί ύπαρξης ζημιάς ή άλλως απώλειας των Εναγομένων για την οποία να δικαιούνται και απαιτούν αποζημιώσεις. Σύμφωνα με όλα όσα αναφέρονται ανωτέρω, καταλήγω πως οι Εναγόμενοι δεν κατέδειξαν πως συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης. Ως εκ τούτου η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται. Τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων - Καθ΄ ων και εναντίον των Εναγομένων - Αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας της παρούσας Αγωγής. (Υπ.) ........ Ε. Εφραίμ, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής Ε.Ε./Α.Λ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο