← Κύπρος

Αίτηση των Ηλία Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ MAGIA OLD PEOPLE'S HOME, Αίτηση Αρ.: 250/2016, 4/12/2018

Αίτηση των Ηλία Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ ν. ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ MAGIA OLD PEOPLE'S HOME, Αίτηση Αρ.: 250/2016, 4/12/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A506 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αίτηση Αρ.: 250/2016 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ MAGIA OLD PEOPLE'S HOME από τη Λεμεσό ΚΑΙ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΕΡΙ ΕΤΑΙΡΕΙΩΝ ΝΟΜΟ ΚΕΦ.113 Αίτηση των Ηλία Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ, από τη Λεμεσό --------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 29/06/18 για παραχώρηση άδειας για έναρξη ποινικής διαδικασίας) Ημερομηνία: 04 Δεκεμβρίου 2018 Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ Π. Μουντράκης Για Έφορο Εταιρειών και Επίσημο Παραλήπτη: Καμία Εμφάνιση ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση η οποία καταχωρήθηκε στο Δικαστήριο που εξέδωσε στις 20/03/18, στα πλαίσια της «κυρίως» αίτησης με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας MAGIA OLD PEOPLE'S HOME (εφ' εξής εταιρεία), οι αιτητές, δικηγορική εταιρεία από τη Λεμεσό, ζητούν όπως τους δοθεί άδεια για έναρξη ιδιωτικής ποινικής διαδικασίας εναντίον της εταιρείας στη βάση του αρ. 305Α του Ποινικού Κώδικα Κεφ.154 για το αδίκημα της έκδοσης ακάλυπτης επιταγής. Η αίτηση εδράζεται κυρίως επί των αρ. 215, 220 και 233

(1)(α) του Κεφ.113, του Καν.3 των περί Εταιρειών Κανονισμών και του Καν.92 των περί Εκκαθαρίσεων Εταιρειών Κανονισμών και υποστηρίζεται από Ε/Δ δικηγόρου που εργάζεται στους αιτητές. Εν συντομία, οι αιτητές ισχυρίζονται ότι κατά την περίοδο που εκκρεμούσε η προαναφερόμενη αίτηση εκκαθάρισης εναντίον της εταιρείας, αυτοί παρείχαν στην τελευταία νομικές υπηρεσίες για τις οποίες εξέδωσαν σχετικό τιμολόγιο στις 25/01/
  1. Για σκοπούς πληρωμής του εν λόγω τιμολογίου, η εταιρεία εξέδωσε προς όφελος τους στις 19/03/18, μεταχρονολογημένη επιταγή για το ποσό των €2.199,06, πληρωτέα στις 15/04/
  2. Στις 20/03/18 όμως, ήτοι πριν την ημερομηνία πληρωμής της επιταγής, το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας και σύμφωνα με την ομνύουσα, «.η Αιτήτρια έλαβε γνώση για το διάταγμα εκκαθάρισης της Εταιρείας, την ημέρα έκδοσης του». Όταν οι αιτητές επιχείρησαν να εξαργυρώσουν την επιταγή της εταιρείας λίγες μέρες μετά που αυτή κατέστη πληρωτέα, ήτοι στις 17/04/18, αυτή επιστράφηκε ατίμητη λόγω ανεπάρκειας υπολοίπων. Στη συνέχεια οι αιτητές αποφάσισαν να επιχειρήσουν εκ νέου την εξαργύρωση της επιταγής περί τα μέσα Μαίου
  3. Πληροφορήθηκαν όμως ότι με ενέργειες του Επίσημου Παραλήπτη, ο οποίος εν τω μεταξύ ανέλαβε τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων του, ο λογαριασμός της εταιρείας έκλεισε και καμία πληρωμή δεν μπορούσε να γίνει. Υπό τις πιο περιστάσεις, οι αιτητές θεωρούν ότι θα πρέπει να τους δοθεί η αιτούμενη άδεια, «καθότι ενδεχόμενη επιτυχία της παρούσας Αίτησης θα δώσει το δικαίωμα στην Αιτήτρια να αποκαταστήσει την αδικία που προκλήθηκε σε βάρος της.» ενώ σε αντίθετη περίπτωση θα προκληθεί αδικία στους αιτητές εφόσον «η Εταιρεία και οι αντιπρόσωποι της θα διαφύγουν των ευθυνών που τους βαραίνουν σχετικά με την έκδοση επιταγής χωρίς αντίκρισμα». Αν και η αίτηση επιδόθηκε στον Επίσημο Παραλήπτη, ο τελευταίος επέλεξε να μην εμφανιστεί, γεγονός που κατά τον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών συνηγορεί υπέρ της επιτυχίας της αίτησης. Παρά τη μη εμφάνιση του Επίσημου Παραλήπτη και την απουσία οποιασδήποτε ένστασης από οποιοδήποτε πρόσωπο, για τους λόγους που θα διαφανούν πιο κάτω, έθεσα στον ευπαίδευτο συνήγορο των αιτητών κάποιους προβληματισμούς μου αναφορικά με το κατά πόσο οι συγκεκριμένες περιστάσεις δικαιολογούν χορήγηση της αιτούμενης άδειας. Προτού όμως αναφερθώ στους εν λόγω προβληματισμούς και στην εμπεριστατωμένη αγόρευση του συνηγόρου των αιτητών, θεωρώ ορθό όπως παραθέσω το πραγματικό (factual) πλαίσιο που περιβάλλει την υπό κρίση αίτηση. Θα πρέπει εξ' αρχής να σημειώσω ότι η εικόνα των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση, ως η εν λόγω εικόνα προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης, δεν είναι τόσο «απλή» όσο την παρουσιάζει η ομνύουσα της αίτησης. Δηλαδή οι αιτητές δεν ήταν απλά κάποιοι δικηγόροι που έτυχε να παρέχουν νομικές υπηρεσίες στην εταιρεία κατά το χρόνο που αυτή αντιμετώπιζε διαδικασίες εκκαθάρισης και λόγω τούτου βρέθηκαν, και μάλιστα εξ' απροόπτου ως αφήνουν να νοηθεί, εκτεθειμένοι ως προς την αμοιβή τους όταν εκδόθηκε το διάταγμα εκκαθάρισης στις 20/03/
  4. Κατά πρώτο, οι αιτητές ήταν οι δικηγόροι που υπερασπίζονταν την εταιρεία στην αίτηση εκκαθάρισης από την πρώτη στιγμή που καταχωρήθηκε εμφάνιση για την εταιρεία μέχρι και που εκδόθηκε το σχετικό διάταγμα στις 20/03/18 κατόπιν μάλιστα πλήρους ακρόασης. Το όνομα των αιτητών αναφέρεται στο επίμαχο διάταγμα ως το όνομα των δικηγόρων της εταιρείας (βλ. Τεκ. 1), ενώ το τιμολόγιο στο οποίο αφορά η επιταγή που εκδόθηκε για πληρωμή της αμοιβής τους, αναφέρει ρητά ότι πρόκειται για «εξόφληση δικηγορικών εξόδων» αναφορικά με «Αίτηση διάλυσης αρ.250/16 Ε.Δ. Λεμεσού E.TOURIST DEVELOPMENTS LTD, CHRIMA DEVELOPMENTS LTD V. MAGIA OLD PEOPLE'S HOUSE LTD» (βλ. Τεκ.2 και 3). Κατά δεύτερο, η αίτηση εκκαθάρισης που είχε υποβληθεί εναντίον της εταιρείας στις 13/05/16 εδραζόταν ρητά επί του ισχυρισμού ότι «η Εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της κατά το χρόνο που αυτά καθίστανται πληρωτέα . (και) . η αξία των στοιχείων του ενεργητικού της Εταιρείας, είναι χαμηλότερη από το ποσό των υποχρεώσεων της.». Κατά τρίτο, στην ένσταση και υποστηρικτική Ε/Δ που καταχωρήθηκε εκ μέρους της εταιρείας στις 16/01/17 και την οποία οι εδώ αιτητές προώθησαν μέχρι τέλους ως δικηγόροι της εταιρείας, αναφέρεται ότι «Εξ όσων κάλλιον γνωρίζω, ειλικρινά πιστεύω και εξ όσων με πληροφορούν οι δικηγόροι που χειρίζονται την υπόθεση εκ μέρους της (εταιρείας), η τελευταία δεν είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και δεν στερείται κινητής ή άλλη περιουσίας και η Καθ' ης η αίτηση είναι απολύτως φερέγγυα». Την φερεγγυότητα της εταιρείας, οι εδώ αιτητές την προώθησαν ως γεγονός και στις 05/12/17, μέσω συμπληρωματικής Ε/Δ των πελατών τους που παρουσίασαν ρητά για το σκοπό αυτό, σύμφωνα με την οποία Ε/Δ, η εταιρεία «έχει σταθερό μηνιαίο εισόδημα.είναι ικανή να εξοφλεί τους πιστωτές και πράγματι αυτό κάνει». Στις 22/01/18 δε, όταν η αίτηση εκκαθάρισης είχε οριστεί για ακρόαση, οι εδώ αιτητές καταχώρησαν εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση εκ μέρους της εταιρείας, στην οποία και πάλι προέβαλαν και προώθησαν ως γεγονός τη φερεγγυότητα της τελευταίας ως λόγο απόρριψης της αίτησης. Το επίμαχο τιμολόγιο για την αμοιβή τους, εκδόθηκε μόλις τρεις μέρες μετά, στις 25/01/
  5. Κατά τέταρτο, η απόφαση στην αίτηση εκκαθάρισης εκδόθηκε στις 20/03/
  6. Κατά την απαγγελία της απόφασης, παρόντες ήταν και οι εδώ αιτητές ως δικηγόροι της εταιρείας, οι οποίοι προφανώς είχαν ενημερωθεί από πριν τις 20/03/18 ότι θα εκδίδετο απόφαση εκείνη την μέρα. Η επίμαχη επιταγή που αποδέχτηκαν προς εξόφληση της αμοιβής τους, «εκδόθηκε» μία μέρα πριν την απόφαση, ήτοι στις 19/03/
  7. Τέλος, κατά την ακρόαση της αίτησης, ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών ανέφερε στο Δικαστήριο ότι σε σχέση με το ποσό της επίμαχης επιταγής, οι αιτητές ήδη προέβησαν σε διαδικασίες επαλήθευσης μέσω του Επίσημου Παραλήπτη, οι οποίες και δεν απορρίφθηκαν. Παρά ταύτα, μέχρι σήμερα δεν έχουν πληρωθεί. Έχοντας σκιαγραφήσει το πραγματικό (factual) πλαίσιο που περιβάλλει την αίτηση, σημειώνω ότι οι προβληματισμοί που έθεσε το Δικαστήριο αφορούσαν το κατά πόσο το γεγονός της επαλήθευσης της επιταγής αφ' ενός, και οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης αφ' ετέρου, λαμβανομένης υπόψη της φύσης της διαδικασίας, δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ των αιτητών. Οι λόγοι για τους προβληματισμούς αυτούς ευνόητοι και άρρηκτα συνδεδεμένοι με τη νομική πτυχή που διέπει τις αιτήσεις αυτής της φύσης, ήτοι το αρ.220 Κεφ.113 και τη σχετική με το εν λόγω άρθρο νομολογία (εφόσον έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης το αρ. 215 Κεφ.113 δεν εφαρμόζεται). Σύμφωνα με τις πρόνοιες του αρ. 220 «Όταν έχει εκδοθεί διάταγμα εκκαθάρισης ή έχει διοριστεί προσωρινός εκκαθαριστής, καμμιά αγωγή ή διαδικασία συνεχίζεται ή αρχίζει εναντίον της εταιρείας εκτός μετά από άδεια του Δικαστηρίου και με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο δυνατό να επιβάλει». Ο όρος "διαδικασία" έχει νομολογηθεί ότι περιλαμβάνει και την ποινική διαδικασία (βλ. Ταμείο Προνοίας Προσωπικού Βιομηχανιών Συνομοσπονδίας Εργατοϋπαλλήλων Κύπρου (Σ.Ε.Κ.) ν. Samoa Clothing Ιndustry και Άλλου (Αρ. 1),
(2000)2 Α.Α.Δ. 289). Όπως λέχθηκε στη Samoa ανωτέρω, τα άρθρα 226 και 231 του αγγλικού Companies Act 1948 περιέχουν περίπου παρόμοιες με το αρ. 220 Κεφ.113 πρόνοιες. Η σχετική επομένως με τα εν λόγω άρθρα αγγλική νομολογία, όπως καταδεικνύει η Stefanos & Andreas Cold Stories Trading Limited v. Εταιρείας Αναψυτικών ΚΕΑΝ Λίμιτεδ (αρ. 1)
(1998)1Γ Α.Α.Δ. 1806 αλλά και η Samoa, είναι καθοδηγητική ως προς τις εφαρμοστέες αρχές (βλ. αναφορές που γίνονται στις εν λόγω αυθεντίες στις Re J. Barrows (Leeds) Ltd [1982] 2 All E.R. 882 και Langley Constructions (Brixham) Ltd v. Wells [1969] 2 All E.R. 46. Σημειώνω εδώ ότι στην Αγγλία, τα προαναφερόμενα άρθρα του Companies Act 1948 αντικαταστάθηκαν από το S.130
(2)Insolvency Act 1986, οι πρόνοιες του οποίου είναι πανομοιότυπες με το αρ. 220 Κεφ.113. Παρά τη νομοθετική τροποποίηση όμως, όπως καταδεικνύεται από την πρόσφατη αγγλική νομολογία, οι εφαρμοστέες αρχές παρέμειναν οι ίδιες και αυτές, όπως και ο σκοπός της νομοθετικής υποχρέωσης για λήψη άδειας μετά την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης, συνοψίζονται θεωρώ εύστοχα στο ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην Cook v Mortgage Debenture Ltd [2016] EWCA Civ 103 (25 February 2016): «In the case of liquidation and bankruptcy, the purpose of these provisions is essentially twofold. First, given that the property of the company or individual stands under the statute to be realised and distributed, subject to any existing interests, among the creditors on a pari passu basis, the moratorium prevents any creditor from obtaining priority and thereby undermining the pari passu basis of distribution. Second, given that both a liquidation and bankruptcy contain provisions for the adjudication of claims by persons claiming to be creditors, the moratorium protects those procedures and prevents unnecessary and potentially expensive litigation. In circumstances where the potential liability of the company or bankrupt is best determined in ordinary legal proceedings, as for example is often the case with a personal injuries claim, the court will give permission for proceedings to be commenced or continued, but usually on terms that no judgment against the company or individual can be enforced against the assets of the estate. In the case of an administration, this is not a sufficient description of the purposes of the moratorium in paragraph 43
(6). An administration may be a prelude to a liquidation or, once an administrator gives notice of an intention to make distributions to creditors, may become a substitute for a liquidation. In such circumstances, the purposes described above apply also to the moratorium in the case of an administration. But before that point is reached, the principal purpose of an administration is either to rescue the company itself as a going concern or to preserve its business or such parts of its business as may be viable. The purpose of the moratorium is to assist in the achievement of those purposes. The moratorium on legal process against the property of the company best preserves the opportunity to save the company or its business by preventing the dismemberment of its assets through execution or distress. The moratorium on legal proceedings serves the same purpose by preventing the company from being distracted by unnecessary claims. As Nicholls LJ put it in In re Atlantic Computer Systems plc [1992] Ch 505 at 528, the moratorium provides "a breathing space". Once again, however, the court will readily give permission for proceedings to be commenced or continued where it is appropriate to do so.» Σε ελεύθερη μετάφραση: Σε περίπτωση εκκαθάρισης και πτώχευσης, ο σκοπός των διατάξεων αυτών είναι ουσιαστικά διττός. Πρώτον, δεδομένου ότι η περιουσία της εταιρίας ή του ατόμου θα πρέπει, σύμφωνα με το Νόμο, να περισυλλεχθεί και να διανεμηθεί, υπό την επιφύλαξη οποιωνδήποτε υφιστάμενων συμφερόντων, μεταξύ των πιστωτών ισότιμα και χωρίς προτεραιότητα (pari passu), η απαγόρευση (μορατόριουμ) εμποδίζει κάθε πιστωτή από του να αποκτήσει προτεραιότητα και κατά συνέπεια να υπονομεύσει την ισότιμη βάση της διανομής. Δεύτερον, δεδομένου ότι τόσο η εκκαθάριση όσο και η πτώχευση περιέχουν διατάξεις για την επίλυση απαιτήσεων από πρόσωπα που ισχυρίζονται ότι είναι πιστωτές, η απαγόρευση (μορατόριουμ) προστατεύει τις διαδικασίες αυτές και αποτρέπει αχρείαστες και δυνητικά δαπανηρές δικαστικές διαδικασίες. Σε περιπτώσεις όπου η πιθανή ευθύνη της εταιρείας ή πτωχεύσαντα καθορίζεται καλύτερα σε τακτική δίκη, όπως για παράδειγμα συμβαίνει συχνά με απαιτήσεις για σωματικές βλάβες, το δικαστήριο θα δώσει άδεια για την έναρξη ή τη συνέχιση δικαστικής διαδικασίας, αλλά συνήθως με όρους όπως καμία απόφαση κατά της εταιρείας ή του ατόμου να μην μπορεί να εκτελεσθεί ενάντια στα περιουσιακά στοιχεία της περιουσίας. Στην περίπτωση διαχείρισης, αυτή δεν αποτελεί επαρκή περιγραφή των σκοπών της απαγόρευσης (μορατόριουμ) της παραγράφου 43
(6)(σ.σ. του Παραρτήματος Β1 του Insolvency Act 1986). Μια διαχείριση μπορεί να είναι προάγγελος μιας εκκαθάρισης ή μπορεί να υποκαταστήσει την εκκαθάριση όταν ένας διαχειριστής ειδοποιά για την πρόθεση του να προβεί σε διανομή στους πιστωτές. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι σκοποί που περιγράφονται παραπάνω ισχύουν και για την απαγόρευση (μορατόριουμ) στην περίπτωση διαχείρισης. Πριν το σημείο αυτό όμως, ο κύριος σκοπός μιας διαχείρισης είναι είτε η διάσωση της ίδιας της εταιρείας ως συνεχιζόμενης δραστηριότητας (going concern) είτε η διατήρηση της επιχείρησής της ή των τμημάτων της επιχείρησής της που μπορεί να είναι βιώσιμα. Σκοπός της απαγόρευσης (μορατόριουμ) είναι να βοηθήσει στην επίτευξη αυτών των σκοπών. Η απαγόρευση (μορατόριουμ) νομικών διαδικασιών κατά της περιουσίας της εταιρείας διατηρεί καλύτερα την ευκαιρία να σωθεί η εταιρεία ή η επιχείρηση της εμποδίζοντας την αποσυναρμολόγηση των περιουσιακών της στοιχείων μέσω εκτέλεσης ή εξαναγκασμού. Η απαγόρευση δικαστικών διαδικασιών εξυπηρετεί τον ίδιο σκοπό, εμποδίζοντας την απόσπαση της προσοχής της εταιρείας με αχρείαστες απαιτήσεις. Όπως το έθεσε ο Nicholls LJ στη Re Atlantic Computer Systems plc [1992] Ch 505 στο 528, η απαγόρευση παρέχει "χώρο για ανάσα" ("a breathing space"). Και πάλι, όμως, το δικαστήριο θα δώσει τη δυνατότητα έγερση ή συνέχιση διαδικασιών όπου κρίνεται σκόπιμο.» (έμφαση δική μου) Παρόμοια είναι και τα σχόλια που γίνονται στις σχετικές αναφορές του Company Law, 4th ed. του Robert R. Pennington (σελ. 701), του Palmer's Company Law 21st ed. (σελ.768), του Halsbury's Laws Of England 5η Έκδοση, Τόμος 17, παρ. 853 και του Ian F. Fletcher, The Law Of Insolvency, 4η Έκδοση (σελ.701), τα οποία με περισσή επάρκεια κατέγραψαν οι αδελφοί Επαρχιακοί Δικαστές Λ. Παντελή και Μιχ. Λοΐζου στις υποθέσεις Αίτηση 245/2001 του Ε.Δ. Λ/σιας, Αναφορικά με την εταιρεία Maxdata Holdings Ltd, ημερομηνίας 30/11/2011 και Αίτηση Εκκαθάρισης Αρ.: 36/2013 του Ε.Δ Λ/κας, Αναφορικά με την εταιρεία AE GAZILION CONSTRUCTIONS LTD, ημερ 15/12/2015 αντίστοιχα. Συνοψίζοντας τα πιο πάνω, ο σκοπός του αρ.220 είναι να διασφαλίσει ότι εκείνες οι αξιώσεις εναντίον της εταιρείας που μπορούν να αποφασιστούν στα πλαίσια της παρεχόμενης από το Νόμο, φτηνής και συνοπτικής διαδικασίας της επαλήθευσης, μην καταστούν αντικείμενο δαπανηρών ή αχρείαστων δικαστικών διαδικασιών που θα επενεργήσουν εις βάρος και της εταιρείας αλλά και των πιστωτών της. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δε, ασκείται σύμφωνα με το σωστό και δίκαιο της κάθε περίπτωσης και προς όφελος προσώπου που θεμελιώνει προς τούτο καλό και επιτακτικό λόγο. Όπως περαιτέρω καταδεικνύεται από αποφάσεις όπως οι Kerr v Preston Corpn
(1876)6 ChD 463, In re BRITON MEDICAL AND GENERAL LIFE ASSURANCE ASSOCIATION
(1886)32 Ch.D. 503 και SAULL v. BROWNE. [1872 S. 237.] -
(1874)L.R. 10 Ch.App. 64, η φύση, ομοιότητα και αναγκαιότητα της διαδικασίας που προτίθεται να εγερθεί εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας, συνιστούν σημαντικούς παράγοντες που λαμβάνει υπόψη του το Δικαστήριο έτσι ώστε να αποφευχθούν και οι αχρείαστες αλλά και οι καταχρηστικές διαδικασίες. Οι πρόνοιες του αρ. 220 Κεφ.113 όμως δεν είναι η μόνη ασφαλιστική δικλείδα που παρέχει ο Νόμος για να προστατεύσει τα συμφέροντα μιας υπό εκκαθάριση εταιρείας και των πιστωτών αυτής. Υπάρχουν, μεταξύ άλλων, και οι πρόνοιες του αρ. 301 Κεφ.113, οι οποίες να σημειωθεί ακολουθούν στο Νόμο και συμπληρώνουν τις πρόνοιες που αφορούν σε επαλήθευση χρεών και κατάταξη των απαιτήσεων σε μια υπό εκκαθάριση εταιρεία. Σύμφωνα με το αρ. 301, «Οποιαδήποτε ., πληρωμή, . που έγινε από . εταιρεία(ς) μέσα σε έξι μήνες πριν από την έναρξη της εκκαθάρισης της.λογίζεται δόλια προτίμηση των πιστωτών της και ακολούθως ακυρώνεται.». Ο σκοπός της εν λόγω πρόνοιας ευνόητος, ήτοι να διασφαλίσει την θεσμοθετημένη από το αρ.300 Κεφ.113 σειρά προτεραιότητας των πιστωτών της εταιρείας και να αποτρέψει την υπονόμευση της εκεί προβλεπόμενης διαδικασίας διανομής της περιουσίας της εταιρείας επί ισότιμης βάσης (pari passu). Υπάγοντας τις πιο πάνω αρχές στα γεγονότα της υπό κρίση αίτησης παρατηρώ τα εξής. Οι αιτητές γνώριζαν από την πρώτη στιγμή που ανέλαβαν να εκπροσωπήσουν την εταιρεία στην αίτηση εκκαθάρισης ότι αυτό που της αποδίδετο ήταν η αφερεγγυότητα και η αδυναμία πληρωμής χρεών. Σίγουρα δεν γνώριζαν ποιο θα ήταν το αποτέλεσμα της αίτησης εκκαθάρισης και ως ήταν και το δικηγορικό τους καθήκον, επέμειναν μέχρι τέλους στη θέση των πελατών τους ότι η εταιρεία ήταν φερέγγυα και ότι μπορούσε να ανταποκριθεί στις οικονομικές της υποχρεώσεις. Την εν λόγω φερεγγυότητα βέβαια την προωθούσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως γεγονός, σίγουρα διότι το θεωρούσαν αληθές. Αντίθετο συμπέρασμα άλλωστε θα σήμαινε παραβίαση του δεοντολογικού τους καθήκοντος απέναντι στο Δικαστήριο. Γνώριζαν όμως ή τουλάχιστο όφειλαν να γνωρίζουν ως έμπειροι δικηγόροι, ότι δεν θα μπορούσε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος εκκαθάρισης, όπως γνώριζαν και για τις συνέπειες που η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος συνεπάγεται για τους πιστωτές της εταιρείας ως ήταν και οι ίδιοι. Αν μη τι άλλο, αυτό ήταν και ένα από τα επιχειρήματα που προώθησαν μέσω της ένστασης τους. Ότι οι ίδιοι θα καθίσταντο μη εξασφαλισμένοι πιστωτές της εταιρείας αναφορικά με την αμοιβή τους σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος ήταν αυτονόητο, όπως αυτονόητο ήταν και το ότι η εκκαθάριση της εταιρείας θα συνεπάγετο τη «δέσμευση» της όποιας περιουσίας της προς όφελος όλων των πιστωτών της, άνευ εξαίρεσης, ώστε αυτή να διανεμηθεί επί ισότιμης βάσης και άνευ προτεραιότητας. Θεωρώ τέλος ότι, ως έμπειροι δικηγόροι γνώριζαν και για την ακυρότητα που ένα διάταγμα εκκαθάρισης επιφέρει, κατ' εφαρμογή του αρ.301, σε πληρωμές που έκανε ή που θα κάνει η ίδια η εταιρεία πριν και μετά την εκκαθάριση. Παρά τα πιο πάνω δεδομένα όμως, οι ίδιοι δεν διευθέτησαν να εισπράξουν την αμοιβή τους από τα φυσικά πρόσωπα που τους έδωσαν οδηγίες να υπερασπιστούν την εταιρεία και με πλήρη επίγνωση των συνεπειών που ένα διάταγμα εκκαθάρισης συνεπάγεται τόσο για την περιουσία της εταιρείας όσο και για το έγκυρο των πληρωμών της, συνειδητά αποφάσισαν να εκδώσουν το τιμολόγιο τους μετά την ακρόαση της αίτησης και συνειδητά αποδέχτηκαν, μία μέρα πριν την ημερομηνία που οι ίδιοι είχαν ειδοποιηθεί ότι θα εκδίδετο η απόφαση του Δικαστηρίου, να λάβουν επιταγή της ίδιας της εταιρείας και μάλιστα πληρωτέα σε ημερομηνία μεταγενέστερη της ημερομηνίας έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Το χρονικό σημείο δε που αποφάσισαν να δεχτούν την επιταγή της εταιρείας, ήτοι αμέσως πριν να εκδοθεί η απόφαση του Δικαστηρίου, σίγουρα ξενίζει. Παρά ταύτα, η μη πληρωμή της επιταγής και το κλείσιμο του λογαριασμού της εταιρείας από τον Επίσημο Παραλήπτη στη συνέχεια, δεν ήταν τίποτε άλλο παρά ένα λογικό και νομικό επακόλουθο της έκδοσης του διατάγματος εκκαθάρισης, επακόλουθο όμως το οποίο οι αιτητές είχαν σίγουρα αντιληφθεί από την αρχή. Προχώρησαν όμως στη συνέχεια οι αιτητές και όπως ο κάθε πιστωτής της εταιρείας, υπέβαλαν την αξίωση τους για επαλήθευση, εφόσον η εν λόγω αξίωση είναι επαληθεύσιμη. Ο Επίσημος Παραλήπτης, παρά την ενδεχόμενη ακυρότητα της επιταγής κατ' εφαρμογή του αρ. 301, ως πληρωμή που ενδέχεται να έγινε υπό συνθήκες δόλιας προτίμησης, δεν απέρριψε την αξίωση τους. Αντίθετα, αν και μέχρι σήμερα δεν τους έχει πληρώσει την απαίτηση τους, αυτοί, όπως και οι υπόλοιποι πιστωτές της εταιρείας, έχουν πάρει σειρά και βρίσκονται σε αναμονή της ολοκλήρωσης της διανομής της περιουσίας της εταιρείας προς ικανοποίηση τους. Επιθυμούν τώρα οι αιτητές να καταχωρήσουν και ιδιωτική ποινική υπόθεση εναντίον της εταιρείας έτσι ώστε να αποκαταστήσουν την αδικία που προκλήθηκε σε βάρος τους και να φέρουν προ των ποινικών ευθυνών τους, την Εταιρεία και τους αντιπροσώπους της. Κατ' αρχή, αυτό που συνάγεται αβίαστα απ' όλα τα πιο πάνω γεγονότα, είναι ότι οι αιτητές, έχοντας πλήρη επίγνωση των δεδομένων, νομικών και πραγματικών, έθεσαν συνειδητά τον εαυτό τους στην κατάσταση που βρίσκονται σήμερα. Το να προβάλλονται συνεπώς ως αδικημένα και «αθώα» θύματα της εταιρείας, σίγουρα δεν αντικατοπτρίζει πλήρως την πραγματική εικόνα της υπόθεσης και αυτό χωρίς βέβαια να αμφισβητείται επί του παρόντος η όποια διάπραξη ποινικού αδικήματος εις βάρος τους. Η αποκατάσταση της αδικίας και η τιμωρία του παραβάτη όμως, δεν είναι τα καθοριστικά κριτήρια για τη χορήγηση άδειας με βάση το αρ.220 Κεφ.113, αν και αυτά λαμβάνονται υπόψη, αλλά ο σκοπός και η αναγκαιότητα της προτιθέμενης διαδικασίας και αυτό με γνώμονα την προστασία των συμφερόντων των πιστωτών της εταιρείας και την αποφυγή δαπανηρών και αχρείαστων διαδικασιών για τη διεκδίκηση αξιώσεων που μπορούν κάλλιστα να αποφασιστούν στα πλαίσια της φτηνής και συνοπτικής διαδικασίας της επαλήθευσης. Σίγουρα, το κύριο μέλημα των αιτητών είναι να εισπράξουν το λαβείν τους από την εταιρεία με όποιο θεμιτό τρόπο είναι δυνατό. Για το σκοπό αυτό έχουν ήδη προβεί σε επαλήθευση της αξίωσης τους. Αν καταφέρουν να πληρωθούν μέσω της διαδικασίας της επαλήθευσης, είναι αμφίβολο αν θα διατηρούν οποιοδήποτε παράπονο εναντίον της εταιρείας. Η επί του προκειμένου αναφορά μου βέβαια, δεν γίνεται για να ψέξω τα κίνητρα των αιτητών, αφού άλλωστε, ως είναι και ο λόγος της Πλήρους Ολομέλειας στη Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου
(2002)2 Α.Α.Δ. 522 που με παρέπεμψε ο συνήγορος, «το ελατήριο ενός παραπονουμένου προσώπου είναι άσχετο καθότι η δίωξη αυτή καθ΄ αυτή δεν σκοπεί στην είσπραξη της απαίτησης» (βλ. RASHID ν. ΠΑΠΟΡΗ, ECLI:CY:AD:2018:A274, Πολιτική Έφεση Αρ. 198/2012, 6/6/2018 και την αναφορά που εκεί γίνεται στην Μ.Α.Ν.Ι. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ ΛΤΔ ν. PLYNTEX PUBLIC LIMITED κ.α., ΠΟΙΝΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 11/2015, 11/9/2017). Το αναφέρω απλά για να υποδείξω ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, μετά και την επαλήθευση της αξίωσης των αιτητών, καμία ανάγκη ή χρησιμότητα υπάρχει για να εγερθεί ποινική υπόθεση εναντίον της εταιρείας σε σχέση με την εν λόγω αξίωση, ιδιαίτερα λαμβανομένων υπόψη των δυσμενών οικονομικών συνεπειών που κάτι τέτοιο συνεπάγεται για μια εταιρεία υπό εκκαθάριση (βλ. Samoa ανωτέρω). Είναι με αυτήν ακριβώς την έννοια της δημιουργίας «διαδικαστικής ταλαιπωρίας», που μεταγενέστερες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχουν ερμηνεύσει το λόγο της Χαραλαμπίδης. Στην Μεταφορές Γερόλεμος Ν. Γερολέμου Λτδ ν. Αδελφοί Σ. Πεκρής (Γενικές Επιχειρήσεις) Λτδ και Άλλων
(2013)2 ΑΑΔ 591, η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην Plyntex ανωτέρω, η οποία υιοθετήθηκε πρόσφατα στην Παπόρη ανωτέρω, αναφέρθηκαν τα εξής: «Έχει ξεκαθαρίσει πλέον με την απόφαση Χαραλαμπίδης ν. Κωμοδρόμου, ανωτέρω, ότι η κατάχρηση της διαδικασίας δυνατόν να ενυπάρχει όταν επιδιώκεται ο ίδιος σκοπός με διαφορετικά ένδικα μέσα. Χωρεί μόνο εκεί όπου η διαδικασία απολήγει σε καταπίεση ή δυσμενή επηρεασμό του αντιδίκου. Η άσκηση τέτοιας δραστικής εξουσίας ασκείται φειδωλά. Ακολούθησε η Στυλιανού ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ., 646, 665. Δεν μας διαφεύγει το γεγονός ότι εδώ πρόκειται για ποινικές διώξεις ιδιωτικής φύσης. Σε κάθε περίπτωση όμως η τιμωρία των κατηγορουμένων για τη μη πληρωμή των επιταγών ενυπάρχει με τη νόμιμη επιδίωξη είσπραξης του λαβείν της παραπονουμένης εταιρείας. Στην υπόθεση N.C.P. Diamonds Co Ltd v. Ιωαννίδη κ.ά.
(2003)2 Α.Α.Δ. 162, όπου κρίθηκε πως η καταχώριση δύο υποθέσεων για δύο διαφορετικές επιταγές, δεν συνιστά εκ προοιμίου κατάχρηση διαδικασίας ή η ακυρότητα της δίκης, εισήχθη η καταλυτική κατά την κρίση μας παρατήρηση: «το Δικαστήριο διαθέτει επαρκή μέτρα θεραπείας εάν διαπιστώσει ότι δημιουργείται διαδικαστική ταλαιπωρία στον κατηγορούμενο»» Μπορεί συνεπώς να έχει διαπραχθεί το σοβαρό αδίκημα του αρ.305Α Κεφ.154 εις βάρος των αιτητών, όμως αυτό καθ' αυτό το γεγονός δεν συνεπάγεται αυτόματα και άδεια για έναρξη ποινικής διαδικασίας εναντίον της υπό εκκαθάριση εταιρείας. Αν οι αιτητές όντως επιθυμούν να τιμωρηθούν οι αδικοπραγούντες, είναι ελεύθεροι να προχωρήσουν με τη δίωξη των φυσικών προσώπων που οδήγησαν την εταιρεία στη διάπραξη του αδικήματος του αρ.305Α και έτσι να δικαιωθούν και σε σχέση με αυτή την πτυχή της αδικίας που ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν. Μια ποινική όμως διαδικασία εναντίον της εταιρείας ούτε θα εξυπηρετήσει οτιδήποτε και ούτε και κρίνεται πρέπουσα υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, ως αυτές εκτίθενται ανωτέρω. Τουναντίον, μια τέτοια διαδικασία θα υπονομεύσει τη διαδικασία επαλήθευσης και δη προς όφελος των αιτητών, λόγω και της «πίεσης» που ενέχει μια ποινική διαδικασία και θα προκαλέσει τέτοια αχρείαστη και «ασφυκτική» διαδικαστική ταλαιπωρία στην εταιρεία που δεν κρίνεται ορθό να αρθεί η απαγόρευση του αρ.220 ώστε αν εγκριθεί το υπό κρίση αίτημα. Ορθότερο υπό τις περιστάσεις είναι να δοθεί στην εταιρεία "χώρος για ανάσα" (breathing space) (βλ. Re Atlantic Computer ανωτέρω). Στη βάση όλων των πιο πάνω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι συντρέχουν τέτοιοι λόγοι που να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής μου εξουσίας υπέρ της χορήγησης της αιτούμενης άδειας και συνεπώς η αίτηση απορρίπτεται. Καμία διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Άδεια έναρξης διαδικασίας - Εκκαθάριση cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.