← Κύπρος

Αποστόλου κ.α. ν. ΔΑΣΜΑΤΗΡ ΛΤΔ, Αίτηση Έφεση: 422/2015, 9/7/2018

Αποστόλου κ.α. ν. ΔΑΣΜΑΤΗΡ ΛΤΔ, Αίτηση Έφεση: 422/2015, 9/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A303 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Αίτηση Έφεση: 422/2015 Αναφορικά με τον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ.224 και Τροποποιητικούς Νόμους αρ. 3/60 μέχρι 41(Ι)/2015 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. XXXXX XXXXX Αποστόλου
  2. XXXXX XXXXX Αποστόλου Εφεσείοντες /Αιτητές -V- ΔΑΣΜΑΤΗΡ ΛΤΔ Εφεσίβλητη/Καθ'ης η Αίτηση --------------------------------------------- Ημερομηνία: 09 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντες /Αιτητές: κα Σ. Τόκα Για Εφεσίβλητη/Καθ' ης η Αίτηση: κ. Α. Κίτσιος ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση/έφεση η οποία καταχωρήθηκε στις 19/06/2015, οι εφεσείοντες ζητούν, στη βάση κυρίως των αρ. 50, 58, 80 και 85 του Κεφ.224, ακύρωση της απόφασης του Διευθυντή του Κτηματολογίου (εφ' εξής Διευθυντής) ημερ. 25/05/2015, η οποία λήφθηκε στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό ΑΧ1189/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού και με την οποία απόφαση, ο Διευθυντής επίλυσε τη διαφορά και/ή καθόρισε και/ή αποφάσισε το εγγεγραμμένο σύνορο μεταξύ των κάτωθι ακινήτων: (α) του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 7XX0, τεμάχιο 1XX6 του Φ/Σχ. 47/45, της κοινότητας Λάνιας της Επαρχίας Λεμεσού στο οποίο οι εφεσείοντες είναι κατά ½ μερίδιο συνιδιοκτήτες, (εφ' εξής το 1XX6) και (β) του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9XX3 (προηγουμένως 7XX1), τεμάχιο 1XX6 (προηγουμένως 6X1) του Φ/Σχ. 47/45, της κοινότητας Λάνιας της Επαρχίας Λεμεσού, ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης (εφ' εξής το 6X1). Οι εφεσείοντες προβάλλουν δεκαπέντε

(15)συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρούν ότι θα πρέπει να ακυρωθεί η επίδικη απόφαση, οι οποίοι μπορούν να συνοψιστούν στις εξής ενότητες: Α) Η απόφαση του Διευθυντή δεν είναι δεόντως αιτιολογημένη και/ή είναι αποτέλεσμα πλημμελούς και/ή ελλιπούς και/ή εσφαλμένης έρευνας και/ή χωρομετρικής εργασίας και/ή αποτέλεσμα πλάνης περί τον νόμο και τα πράγματα. Β) Η επίμαχη απόφαση είναι παράνομη και/ή εσφαλμένη και/ή εκδόθηκε κατά παράβαση του νόμου και/ή των εφαρμοστέων κανονισμών και/ή της νενομισμένης διαδικασίας. Ειδική αναφορά στους συγκεκριμένους λόγους έφεσης που προβάλλουν οι εφεσείοντες, κάνω πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Η έφεση υποστηρίχθηκε αρχικά από την Ε/Δ του πατέρα των εφεσειόντων, Ν. Αποστόλου, ημερ. 19/06/15 (εφ' εξής Ε/Δ Αποστόλου) και στη συνέχεια, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, από τη συμπληρωματική Ε/Δ του εφεσείοντα 1, ημερ. 04/10/17 (εφ' εξής Ε/Δ εφεσείοντα 1). Στην ένσταση που καταχώρησε η εφεσίβλητη στις 29/02/16, προβάλλονται οχτώ
(8)λόγοι για τους οποίους η τελευταία θεωρεί ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή και ότι η έφεση θα πρέπει να απορριφθεί. Οι λόγοι που προβάλλονται από πλευράς εφεσίβλητης, συνίστανται ουσιαστικά σε απόρριψη των όσων η εφεσείουσα καταλογίζει εναντίον τόσο της νομιμότητας και ορθότητας της διαδικασίας που ακολουθήθηκε από τον Διευθυντή και τους εμπλεκόμενους λειτουργούς του Κτηματολογίου όσο και της σχετικής έρευνας που διεξήχθη από τους τελευταίους για σκοπούς έκδοσης της επίδικης απόφασης. Υποστηρίζεται ειδικότερα η ορθότητα της σχετικής έρευνας και χωρομετρικής εργασίας που διεξήγαγαν οι λειτουργοί του Κτηματολογίου και που αποτέλεσε τη βάση για την εκκαλούμενη απόφαση καθώς και η ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή να στηριχθεί στο εν χρήσει χωρομετρικό σχέδιο ως αυτό υφίστατο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Η ένσταση της εφεσίβλητης υποστηρίχθηκε αρχικά από Ε/Δ του διευθυντή της, Π. Βαρδάκη, ημερ. 29/02/16 (εφ' εξής Ε/Δ Βαρδάκη) και τις Ε/Δς των λειτουργών του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λ/σου, Θ. Φασουλίδη, Τεχνικού Μηχανικού Χωρομετρίας, Σ. Νικολαΐδη, Κτηματολόγου Επιτόπιων Ερευνών και Α.Στυλιανού, Κτηματολογικού Λειτουργού Χαρτογραφίας 2ης τάξης, επίσης ημερ. 29/02/16 (εφ' εξής Ε/Δ Φασουλίδη, Νικολαΐδη και Στυλιανού αντίστοιχα). Στη συνέχεια, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, οι Φασουλίδης και Νικολαΐδης προέβησαν σε συμπληρωματικές/απαντητικές Ε/Δς στις 31/10/17 και 02/11/17 αντίστοιχα (εφ' εξής 2η Ε/Δ Φασουλίδη και 2η Ε/Δ Νικολαΐδη αντίστοιχα). Σημειώνω εδώ ότι οι προαναφερόμενοι Λειτουργοί του Κτηματολογίου, ήταν οι αρμόδιοι λειτουργοί που ενεπλάκησαν προσωπικά στις εργασίες και έρευνες που έγιναν από πλευράς Κτηματολογίου, εργασίες και έρευνες στη βάση των οποίων και εκδόθηκε η υπό κρίση απόφαση του Διευθυντή. Επιπλέον, στα πλαίσια των Ε/Δ των εν λόγω λειτουργών, στην κατοχή των οποίων βρίσκεται ο σχετικός με τα επίδικα γεγονότα φάκελος του Κτηματολογίου με αρ. ΑΧ1189/2009, υιοθετήθηκε και κατατέθηκε ως μέρος της μαρτυρίας τους η «Αιτιολογημένη Απόφαση του Διευθυντή Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας» ημερ.16/07/15 (εφ' εξής η Αιτιολογημένη Απόφαση), η οποία καταχωρήθηκε στο φάκελο της υπόθεσης στις 20/07/15 και το περιεχόμενο της οποίας, οι εν λόγω ομνύοντες επαναλαμβάνουν στις δικές τους Ε/Δς. Πρόσθετα των Ε/Δς που καταχωρήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές, ο Θ. Φασουλίδης, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, αντεξετάστηκε ενόρκως από την ευπαίδευτη συνήγορο των εφεσειόντων αναφορικά με συγκεκριμένες πτυχές της μαρτυρίας του. Προτού προχωρήσω στη σύνοψη των εκατέρωθεν θέσεων, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω τα γεγονότα που προκύπτουν να συνιστούν κοινό και μη αμφισβητούμενο έδαφος μεταξύ των μερών: Οι Εφεσείοντες/ Αιτητές είναι οι εγγεγραμμένοι συνιδιοκτήτες ανά ½ μερίδιο του ακινήτου 1XX6, το οποίο ακίνητο, στο βόρειο τμήμα του εφάπτεται και συνορεύει με το ακίνητο 1XX4 και το ακίνητο 6X1, εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του οποίου είναι η Εφεσίβλητη. Το 6X1 και 1XX4 επίσης εφάπτονται και συνορεύουν μεταξύ τους (το 6X1 βρίσκεται στα δυτικά και το 1XX4 στα ανατολικά). Το κοινό σύνορο που αποτέλεσε το αντικείμενο της αίτησης ΑΧ1189/2009 για επίλυση συνοριακής διαφοράς που καταχώρησε η εφεσίβλητη, αρχίζει από το σημείο που συναντώνται το 6X1 με το 1XX6 - τα επίδικα ακίνητα - και τελειώνει εκεί που συναντώνται το 6X1, 1XX6 και 1XX4 (εφ' εξής το διαφιλονικούμενο μέρος - σημειωμένο με ΚΙΤΡΙΝΟ χρώμα επί της εκκαλούμενης απόφασης). Η πλήρης εικόνα της περιοχής φέρει στα δυτικά του 1XX6 και νότια του 6X1, να υπάρχει το εφαπτόμενο ακίνητο 6X2, ενώ στα ανατολικά του 1XX6 και νότια του 1XX4, να υπάρχει το εφαπτόμενο ακίνητο 9X
  1. Βόρεια των 6X1 και 1XX4, υπάρχουν, διαδοχικά από τα δυτικά προς τα ανατολικά, τα εφαπτόμενα ακίνητα 8X4, 7X7 και 1XX
  2. Με την εκκαλούμενη απόφαση, το διαφιλονικούμενο μέρος κρίθηκε να αποτελεί μέρος του 6X
  3. (Για τα πιο πάνω βλ. επίσημο σχέδιο περιοχής που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α στην Αίτηση και ως Παράρτημα Α στην Αιτιολογημένη Απόφαση). Η επιτόπια εξέταση της αίτησης έγινε στις 18/10/2013 από τους Νικολαΐδη και Φασουλίδη, στην παρουσία όμως μόνο του αντιπρόσωπου της εφεσίβλητης, εφόσον οι εφεσείοντες δεν εμφανίστηκαν, παρά το ότι οι σχετικές ειδοποιήσεις στάληκαν με συστημένο ταχυδρομείο στις 12/08/2013 στις δοθείσες διευθύνσεις όλων των επηρεαζόμενων ιδιοκτητών και δεν επιστράφηκαν. Πριν την επίδικη επιτόπια εξέταση, στην περιοχή είχαν λάβει χώρα στο παρελθόν και άλλες χωρομετρικές εργασίες για σκοπούς επίλυσης συνοριακών διαφορών που προέκυψαν σε σχέση με τα διάφορα ακίνητα της περιοχής. Συγκεκριμένα: «Βόρεια του τεμαχίου 1XX6 . (έγιναν) . χωρομετρικές εργασίες για τα τεμάχια 6X1, 1XX4, 7X7, 1XX5, 1XX4, 1XX5, 7X7, 1XX9, 1XX9, 1XX0, 1XX1, 1XX2, 7X5, 1XX7, 1XX8, 8X4, 7X9, 1XX1, 1XX
  4. Ανατολικά του τεμαχίου 1XX6 . (έγιναν) . χωρομετρικές εργασίες, για τα τεμάχια 9X1 και 1XX
  5. Νότια του τεμαχίου 1XX6 . (έγιναν) . χωρομετρικές εργασίες, για τα τεμάχια 5X7, 9X7, 9X6, 5X3, 5X9, 1XX6.. Το τεμάχιο 1XX6 αποτελεί γειτονικό και εφαπτόμενο τεμάχιο, των τεμαχίων 6X1 και 1XX4 τα οποία και κατά το παρελθόν με τον φάκελο Α 889/2000 επίλυσαν την μεταξύ τους συνοριακή διαφορά και από την οποία προέκυψαν χωρομετρικά δεδομένα ., για τα κοινά σύνορα του εφαπτόμενου τεμαχίου 1XX6, με τα τεμάχια 6X1 και 1XX4.. Από την υπόθεση ΑΧ 2596/2006, η οποία και αφορά επανατοποθέτηση ορόσημων της απόφασης Α889/2000, προέκυψαν χωρομετρικά δεδομένα σε ψηφιακή μορφή (προέρχονται από το χωρομετρικό βιβλίο ΜΙ 148 σελίδες 42-44, καθώς επίσης και το χωρομετρικό βιβλίο Μ20Ι7 σελίδα 7, .. και τα οποία παραχωρήθηκαν από τον Τομέα Ετοιμασίας Υποθέσεων του τμήματος και τα οποία εμπεριέχουν . τα πλήρη σύνορα των τεμαχίων 6X2, 1XX6 και 9X5.» Εν τω μεταξύ, στις 14/10/09, ήτοι πριν την διενέργεια της επίδικης χωρομετρικής εργασίας, ο εφεσείοντας 1, απέστειλε επιστολή στον Υπουργό Εσωτερικών με την οποία υπέβαλε παράπονο για τον τρόπο με τον οποίο έγινε η χωρομετρική εργασία σε σχέση με την επίλυση της συνοριακής διαφοράς μεταξύ των ακινήτων 1XX4 και 1XX5, ήτοι των ακινήτων που βρίσκονται διαδοχικά βορειότερα του ακινήτου του και της διαφοράς μεταξύ του 6X1 και του 1XX4, ήτοι των ακινήτων που συνορεύουν στα βόρεια με το δικό του ακίνητο. Οι εν λόγω διαφορές, οι οποίες αφορούν διαφορετικούς εγγεγραμμένους κυρίους, επιλύθηκαν ταυτόχρονα στις 22/06/05 στα πλαίσια της Αίτησης Α889/00, με δύο ξεχωριστές αποφάσεις του Διευθυντή. Στην εν λόγω επιστολή του εφεσείοντα 1, το Υπουργείο απάντησε γραπτώς στις 20/01/10, αναφέροντας ότι οι εφεσείοντες δεν ήταν ενδιαφερόμενα μέρη σε εκείνες τις χωρομετρικές εργασίες και ως εκ τούτου θα έπρεπε να υποβάλουν οι ίδιοι αίτηση για οριοθέτηση ή επίλυση συνοριακής διαφοράς ώστε να «.καταστεί δυνατή η προς εσάς υπόδειξη των ορίων του ακινήτου σας». Πρόσθετα της επίδικης αίτησης ΑΧ1189/2009 και της αίτησης Α889/00 που αφορούσε τα 6X1, 1XX4 και 1XX5, οι εφεσείοντες καταχώρησαν δύο ακόμη αιτήσεις για επίλυση συνοριακής διαφοράς, ήτοι την Αίτηση ΑΧ292/2012 (1XX6 - 9X5) και την Αίτηση ΑΧ179/10 (1XX6 - 1XX4). Η μεν αίτηση ΑΧ292/2012 εξακολουθεί να εκκρεμεί εν αναμονή του αποτελέσματος της παρούσας Έφεσης, η δε ΑΧ179/10, έχει αποσυρθεί στις 03/10/
  6. Για όλα τα πιο πάνω για τα οποία κάμνω ανάλογα ευρήματα, βλ. σχ. Τεκ. Α Ε/Δ Αποστόλου, παρ. 3 - 10 και Τεκ. 1 - 5 Ε/Δ Φασουλίδη, παρ. 3 - 12 Ε/Δ Νικολαΐδη, Τεκ. 2 - 3 Ε/Δ εφεσείοντα 1, παρ. 2 - 8 και Τεκ. 1 - 2 2η Ε/Δ Φασουλίδη και παρ. 2 - 7 και Τεκ. Α - Γ 2η Ε/Δ Νικολαΐδη) Συνοψίζοντας τα πιο πάνω κοινά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα, η θέση των εφεσειόντων, οι οποίοι στηρίζονται στο επίσημο σχέδιο που εξασφάλισαν το 2002 (βλ. Τεκ.1 Ε/Δ εφεσείοντα 1), είναι ότι «.η εκκαλούμενη απόφαση του Διευθυντή πάσχει από έλλειψη αιτιολογίας (εφόσον) .. τόσον στην εκκαλούμενη απόφαση όσον και στην Αιτιολογημένη Απόφαση . ουδεμία αναφορά γίνεται στο πιο σημαντικό ζήτημα που αναφύεται, αυτό της χρησιμοποίησης νέου επίσημου χωρομετρικού σχεδίου κατά την εξέταση της υπό εκδίκαση συνοριακής διαφοράς χωρίς οποιανδήποτε επεξήγηση. . Μετά την επίλυση της συνοριακής διαφοράς μεταξύ των τεμαχίων 1XX5 και 1004 και την έκδοση σχετικής απόφασης από το Διευθυντή ημερ. 21/06/2005 (αίτηση Α889/00), για πρώτη φορά το εν λόγω σύνορο φαίνεται αλλού τοποθετημένο και το επίσημο χωρομετρικό σχέδιο, μέρος του οποίου επισυνάπτεται στην εν λόγω απόφαση, διαφέρει από το μέχρι τότε υφιστάμενο.» Υποστηρίζουν περαιτέρω οι εφεσείοντες ότι η αίτηση Α889/00 και οι σχετικές με εκείνη την αίτηση, αποφάσεις του Διευθυντή, βασίστηκαν σε φιλική επίλυση που επετεύχθη μεταξύ των εκεί εμπλεκομένων, η οποία αφορούσε προσαρμογή του επίδικου συνόρου στην επιτόπου κατάσταση, χωρίς μετακίνηση του υφιστάμενου τοίχου και επομένως δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη σε μεταγενέστερες εργασίες όπως η επίλυση της επίδικης συνοριακής διαφοράς. Το βάσιμο της εισήγησης τους αυτής, οι εφεσείοντες το στηρίζουν στο ότι το εν χρήσει σχέδιο, ως και οι ίδιοι οι Λειτουργοί του Κτηματολογίου αναφέρουν, φαίνεται απλά να «ενημερώθηκε» μετά το πέρας της υπόθεσης Α889/00 και όχι να διορθώθηκε, ως έπρεπε, δυνάμει του άρθρου 61 του Κεφ.
  7. Πρόσθετα των πιο πάνω, οι εφεσείοντες υποστηρίζουν ότι «.η επιτόπου κατάσταση στο επίδικο σύνορο μεταξύ των τεμαχίων 1XX6 και 6X1 αγνοήθηκε παντελώς κατά την εξέταση της επίδικης συνοριακής διαφοράς ενώ φαίνεται να λήφθηκε υπόψη σε σχέση με το κοινό σύνορο του τεμαχίου 6X1 με το βόρειο τεμάχιο 8X4 ούτως ώστε και εκεί να ωφεληθεί το τεμάχιο 6X1 των Εφεσίβλητων/ Καθ' ων η Αίτηση. Στην παρούσα υπόθεση, η επιτόπου κατάσταση αποτελείται από υφιστάμενη δόμη από ξηρολιθία και/ ή τοίχο από μπετόν με τον οποίο επενδύθηκε η δόμη, κατά μήκος του επίδικου συνόρου, που βρισκόταν εκεί προ πολλών ετών και/ ή από την εποχή της Γενικής Χωρομετρίας και το οποίο πάντοτε αναγνωριζόταν ως το κοινό σύνορο μεταξύ των επίδικων κτημάτων και ενώ αποτυπώνεται στο Παράρτημα "Η" της Αιτιολογημένης Απόφασης, δεν λήφθηκε υπόψη κατά την εξέταση της συνοριακής διαφοράς. Πέραν της δόμης και/ ή του τοίχου, εντός του τεμαχίου 1XX6 υφίστανται 2 οικίες που κτίστηκαν δυνάμει σχετικής άδειας οικοδομής του 2007 και με βάση το υφιστάμενο σύνορο και τη δόμη, η οποία στη συνέχεια επενδύθηκε με μπετόν για να μην καταρρεύσει. Και σε αυτό το σημείο ουδεμία αιτιολογία δίνεται από το Διευθυντή και μάλιστα σε σχέση με τη σχετική εγκύκλιο με οδηγίες όπως υιοθετείται επιτόπου κατάσταση που υφίσταται σε απόσταση μικρότερη των 3 μέτρων από το επίδικο σύνορο. Στην παρούσα υπόθεση ξεκάθαρα αγνοήθηκε η υφιστάμενη δόμη από ξηρολιθία και με τα λεγόμενα του XXXXX Φασουλίδη, αυτό έγινε επειδή πάνω από τη δόμη υπήρχε μπετόν, καθιστώντας την πρόσφατη!» Ισχυρίζονται οι εφεσείοντες ότι οι πιο πάνω ενέργειες και παραλείψεις του Διευθυντή, είναι αποτέλεσμα «μαγειρέματος» «.που φαίνεται να έγινε με απώτερο σκοπό να ωφεληθούν οι Εφεσίβλητοι/ Καθ' ων η Αίτηση που είναι εργοληπτική και/ή εταιρεία ανάπτυξης γης αλλά και άλλος μεγαλοεργολάβος που ανήγειρε και πώλησε οικία σε ξένους εντός του τεμαχίου 1XX5» (βλ. παρ. 8 Ε/Δ εφεσείοντα 1). Τον ισχυρισμό τους ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή «.είναι μολυσμένη από παρανομία και συνεπεία πραγματικής ή νομικής πλάνης.», οι εφεσείοντες αναφέρουν ότι το επιβεβαίωσαν μέσω του ιδιοκτήτη του 1XX4, κάποιου Ι. Χαρτούτσιου και το εξέφρασαν και σε δεύτερη επιστολή που απέστειλαν στον Υπουργό Εσωτερικών στις 06/07/15 (βλ. Τεκ. 6 Ε/Δ εφεσείοντα 1), με την οποία και κατήγγειλαν τις υποψίες τους για χρηματισμό λειτουργού του Κτηματολογίου από τον ιδιοκτήτη του 1XX5 ώστε να διαγράψει από το εν χρήσει σχέδιο την κατά 5μ. επέμβαση του 1175 στο 1XX
  8. Στους εν λόγω ισχυρισμούς τους το Κτηματολόγιο απάντησε με επιστολή ημερ 07/10/15 με την οποία και τους κάλεσε όπως υποβάλουν τα οποιαδήποτε στοιχεία έχουν περί του κατ' ισχυρισμό χρηματισμού, ώστε να διεξαχθεί η νενομισμένη έρευνα (βλ. 2η Ε/Δ Φασουλίδη Τεκ.2). Τέλος, οι εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι με την επίδικη απόφαση, ο Διευθυντής προσπαθεί ουσιαστικά να καλύψει σε βάρος τους, την απόσταση που «χαρίστηκε» στο προαναφερόμενο ακίνητο 1XX5, ως άλλωστε ήταν και ένα από τα βασικά παράπονα που εξέφρασαν με τις επιστολές τους προς το Υπουργείο Εσωτερικών. Στην αντίπερα όχθη, η θέση του Διευθυντή και των λειτουργών του και κατ' επέκταση της εφεσίβλητης, είναι ότι για την επίδικη απόφαση και τη σχετική χωρομετρική εργασία που έγινε προηγουμένως, λήφθηκε υπόψη το «.εν χρήσει θέσμιο σχέδιο του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας το οποίο ήταν σε ισχύ την ημερομηνία εξέτασης της παρούσας υπόθεσης (18/10/13 και μέχρι και την 19/06/15 που εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση) . και το οποίο ενημερώθηκε μετά το πέρας της υπόθεσης Α889/00.» (βλ. 2η Ε/Δ Φασουλίδη παρ. 3). Πρόσθετα των όσων αναφέρονται πιο πάνω αναφορικά με τις αδιαμφισβήτητες χωρομετρικές εργασίες που έγιναν προηγουμένως στην περιοχή, ο Φασουλίδης ανέφερε τα εξής στην πρώτη Ε/Δ του αναφέρονται και τα εξής: «.Από την επίλυση της συνοριακής διαφοράς Α889/2000, προέκυψε απόφαση του διευθυντή του τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, που καθόρισε το σύνορο των τεμαχίων 6X1 και 1XX
  9. Από την υπόθεση ΑΧ 2596/2006, η οποία και αφορά επανατοποθέτηση ορόσημων της απόφασης Α889/2000, προέκυψαν χωρομετρικά δεδομένα σε ψηφιακή μορφή . και τα οποία εμπεριέχουν το κοινό σύνορο των τεμαχίων 6X1 και 1XX6, καθώς και τα πλήρη σύνορα των τεμαχίων 6X2, 1XX6 και 9X5.». Αντεξεταζόμενος ο Φασουλίδης υιοθέτησε και επανέλαβε το περιεχόμενο των Ε/Δ του και ειδικότερα ότι κατά την επίδικη χωρομετρική εργασία, χρησιμοποίησε το εν χρήσει σχέδιο που ήταν τότε σε ισχύ, ως όμως αυτό είχε «ενημερωθεί» μετά και την τελική απόφαση στην Α889/
  10. Του υπεβλήθη ότι εκείνη η αίτηση είχε επιλυθεί κατόπιν συμφωνίας φιλικής διευθέτησης και επομένως δεν μπορούσε να επηρεάσει το εν χρήσει σχέδιο , κάτι που ο μάρτυρας απέρριψε, υποστηρίζοντας ότι η εν λόγω αίτηση επιλύθηκε κατόπιν έκδοσης των δύο σχετικών ξεχωριστών αποφάσεων του Διευθυντή, για τις οποίες μάλιστα είχε προηγηθεί χωρομετρική εργασία. Το ότι οι εκεί εμπλεκόμενοι ιδιοκτήτες δέχθηκαν τα ορόσημα που υποδείχτηκαν από τους λειτουργούς του Κτηματολογίου μετά και την ολοκλήρωση της χωρομετρικής εργασίας, ήταν μεν, εξήγησε ο μάρτυρας, παράγοντας που λήφθηκε υπόψη από τον Διευθυντή, δεν ήταν όμως αυτή η βάση επί της οποίας επιλύθηκαν οι εκεί αναφυόμενες διαφορές, αλλά η χωρομετρική εργασία που διεξήχθη. Αυτό, υποστήριξε ο μάρτυρας, φαίνεται ξεκάθαρα από τις δύο σχετικές αποφάσεις του Διευθυντή (βλ. Τεκ.1 Ε/Δ Φασουλίδη και Τεκ.1 2η Ε/Δ Φασουλίδη), οι οποίες δεν εφεσιβλήθηκαν και κατέστησαν έτσι τελεσίδικες. Στη βάση των εν λόγω αποφάσεων και των σχετικών χωρομετρικών εργασιών που έγιναν, υποστήριξε ο μάρτυρας, το εν χρήσει σχέδιο που υπήρχε ως τότε ενημερώθηκε εκ νέου, οπόταν και προέκυψε το «νέο» εν χρήσει σχέδιο που αυτός χρησιμοποίησε κατά την επίδικη χωρομετρική εργασία. Ως εκ τούτου, ανέφερε ο μάρτυρας, το σχέδιο που παρουσίασαν οι εφεσείοντες, το οποίο υφίστατο κατά το 2002 και το οποίο έδειχνε επέμβαση του 1175 στο 1004, δεν ήταν το επίσημο σχέδιο που ίσχυε κατά την επίδικη χωρομετρική διαδικασία και σύμφωνα με το οποίο, η εν λόγω επέμβαση, συνεπεία της μεταγενέστερης χωρομετρικής εργασίας, δεν υφίστατο πλέον. Υπεβλήθη περαιτέρω στον μάρτυρα ότι, δυνάμει της εγκυκλίου του Διευθυντή υπ' αρ.312/98, θα έπρεπε κατά την επίδικη χωρομετρική εργασία, να λάβει υπόψη του την επί τόπου υφιστάμενη κατάσταση και συγκεκριμένα την υφιστάμενη δόμη από ξηρολιθία και/ή τοίχο από μπετόν, η οποία βρισκόταν προ πολλών ετών κατά μήκος του επίδικου συνόρου. Αν και η εν λόγω εγκύκλιος δεν παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι την είχε και την έχει υπόψη του, πλην όμως υποστήριξε ότι αυτή δεν αφορούσε την υπό κρίση περίπτωση, εφόσον αφορά σε περιπτώσεις που δεν υπάρχουν χωρομετρικές εργασίες ή προηγούμενες αποφάσεις ή διατάγματα του Διευθυντή και γενικά όπου δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε προηγούμενες δεσμεύσεις, όπως αντίθετα ήταν η παρούσα περίπτωση. Η ύπαρξη δεσμεύσεων στην υπό κρίση περίπτωση, ανέφερε ο μάρτυρας, δεσμεύσεις οι οποίες πολύ πιθανόν να μην υπήρχαν το 2002, όταν κατόπιν της τότε χωρομετρικής εργασίας που διεξήχθη, διαμορφώθηκε το εν χρήσει σχέδιο που παρουσίασαν οι εφεσείοντες, τον δέσμευαν κατά την επίδικη χωρομετρική εργασία και ενέτασσαν την περίπτωση εκτός της εμβέλειας της προαναφερόμενης εγκυκλίου του Διευθυντή. Ως εκ τούτου, ανέφερε ο μάρτυρας, αν και αποτύπωσε στην επίδικη εργασία του την υφιστάμενη τοιχοποιία και λιθοδομή, εντούτοις, εφόσον αυτές δεν ταυτίζονταν ούτε προσομοίαζαν με το σύνορο που φαινόταν στο σχέδιο που χρησιμοποίησε, ως το εν λόγω σχέδιο είχε διαμορφωθεί μετά τις τότε πρόσφατες χωρομετρικές εργασίες και σχετικές αποφάσεις του Διευθυντή, αγνοήθηκε. Με την ολοκλήρωση της αντεξέτασης του Φασουλίδη, αμφότεροι οι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με την παράθεση γραπτών αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων, η οποία κινήθηκε στις ίδιες γραμμές με τις θέσεις που αναφέρονται ανωτέρω, αναφορά σε αυτή κάμνω πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Θεωρώ ορθό όπως στο σημείο αυτό παραθέσω το δικαιοδοτικό - διαδικαστικό πλαίσιο που διέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να ελέγχει αποφάσεις του Διευθυντή του κτηματολογίου ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΟ - ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΟΥ ΑΡ. 80 ΚΕΦ.224 Ως έχει νομολογηθεί, η έφεση ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου στη βάση του Αρ.80 Κεφ. 224, «...αποτελεί τη μόνη οδό για την αναθεώρηση της απόφασης του Διευθυντή...» και η άσκηση της σχετικής εξουσίας του Δικαστηρίου, διέπεται δικονομικά από τους περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του
  11. (βλ. μεταξύ άλλων Ιωάννου ν. Κωνσταντίνου κ.ά.
(1999)1 Α.Α.Δ. 749, Κραμβιάς κ.α. ν. Θεοδοσίου
(2000)1(Α) Α.Α.Δ). Δικαιοδοτικό Πλαίσιο Κατά την αναθεώρηση απόφασης του Διευθυντή στη βάση του αρ.80, το Επαρχιακό Δικαστήριο σύμφωνα με την πάγια νομολογία, εφαρμόζει τις αρχές που διέπουν το δικαστικό έλεγχο διοικητικών πράξεων ή αποφάσεων που εμπίπτουν εντός της σφαίρας του δημοσίου δικαίου. (βλ. Αριστοτέλους v. Χ"Κυριάκου κ.α.
(2001)1Α Α.Α.Δ 100). Οι λόγοι ακύρωσης που λαμβάνονται υπόψη για ακύρωση μιας διοικητικής πράξης, όπως για παράδειγμα η παράβαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης, έλλειψη δέουσας έρευνας, έλλειψη αιτιολογίας, πλάνη περί το νόμο ή τα πράγματα, τυγχάνουν ανάλογης εφαρμογής και στην περίπτωση έφεσης δυνάμει του αρ. 80. Η ανάγκη για επαρκή αιτιολόγηση των επίδικων αποφάσεων μάλιστα, επιβάλλεται και από τον Καν. 6 των εφαρμοστέων Κανονισμών (βλ. Χατζησοφρωνίου ν. Δημοσθένους
(2011)1 Α.Α.Δ. 885) και η απουσία αιτιολογίας και/ή επαρκούς αιτιολογίας από το Διευθυντή, δύναται να αποτελέσει καθοριστικό λόγο για ακύρωση της επίδικης απόφασης. Όπως επισημάνθηκε στη ΣΤΕΦΑΝΟΣ ΦΡΑΓΚΟΥ ν. ΕΦΟΡΟΥ ΜΗΧΑΝΟΚΙΝΗΤΩΝ ΟΧΗΜΑΤΩΝ,
(1998)3 Α.Α.Δ 270: «Αιτιολογία μιας διοικητικής πράξεως αποτελεί την έκθεση των πραγματικών και νομικών λόγων που οδήγησαν τη διοίκηση στην απόφαση της καθώς και παράθεση των κριτηρίων βάσει των οποίων άσκησε η διοίκηση τη διακριτική της ευχέρεια. Η ανάγκη της αιτιολογίας των ατομικών διοικητικών πράξεων απορρέει από την έννοια του κράτους δικαίου....Γενικά, αιτιολογία που δεν παρέχει στον δικαστή τα απαραίτητα ειδικά και συγκεκριμένα στοιχεία για την διακρίβωση της νομιμότητας της διοικητικής πράξης ή είναι τόσο αόριστη και ασαφής ώστε να καθιστά ανέφικτο τον δικαστικό έλεγχο, δεν είναι νόμιμη και οδηγεί στην ακύρωση της πράξης.Τότε μόνον είναι νομίμως και επαρκώς αιτιολογημένη η διοικητική πράξη όταν παρέχεται στον ακυρωτικό δικαστή η δυνατότης να αντιληφθή επί τη βάσει ποιών στοιχείων κατέληξε η Διοίκηση στο συμπέρασμα που έγινε δεκτό....» (έμφαση δική μου) Κατά την εξέταση έφεσης στη βάση του αρ.80, το Επαρχιακό Δικαστήριο ελέγχει όχι μόνο τη νομιμότητα αλλά και την ορθότητα της απόφασης του Διευθυντή και η εξουσία του Δικαστηρίου, αντίθετα με το Διοικητικό Δικαστήριο ή το Ανώτατο Δικαστήριο κατά την άσκηση της αναθεωρητικής του δικαιοδοσίας, «...εκτείνεται όχι μόνο στην ακύρωση αλλά και στην τροποποίηση όσο και αντικατάσταση του σχεδίου κατά το δίκαιο του πράγματος...». Αυτή είναι και η σπουδαιότητα του αρ. 80, αφού δίνεται στο Επαρχιακό Δικαστήριο η εξουσία να αντικαταστήσει την κρίση του Διευθυντή με τη δική του. (βλ. Κωνσταντίνου και Θεοδοσίου ανωτέρω, Kafieros a.o v. Theocharous a.o.
(1978)1C.L.R. 619, Μενέλαος Γεωργίου Αθανάση κ.α. ν. Μάμα Βαρνάβα Χατζημάμα κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 208 και Κουμής ν. Κούντουρου
(1992)1Β Α.Α.Δ. 1312). Είναι βέβαια νομολογημένο ότι, η αιτιολογία της απόφασης του Διευθυντή, αποτελεί θέμα εξειδικευμένων γνώσεων που ούτε οι διάδικοι αλλά ούτε και το Δικαστήριο κατέχει και ότι ο μόνος κατάλληλος και αρμόδιος να προσφέρει σχετική μαρτυρία επί τούτου είναι ο ίδιος ο Διευθυντής που έλαβε την απόφαση (βλ. Kafieros ανωτέρω). Το Επαρχιακό Δικαστήριο επομένως, δεν αντικαθιστά αβίαστα και με ευκολία τη ευρεία διακριτική ευχέρεια του Διευθυντή με τη δική του, εκτός αν «...υπάρχουν ισχυροί λόγοι οι οποίοι αποδεικνύονται με αποδεκτή μαρτυρία και οι οποίοι συνηγορούν προς αυτή την κατεύθυνση...» (βλ. Kουντουρίδη Eλένη Θεοδώρου και Άλλοι ν. Xρυσήλιου Iωάννου Nικολάου,
(2008)1 Α.Α.Δ. 412). Άλλωστε, όπως έχει επισημανθεί, ο Διευθυντής είναι ο κατ' εξοχήν αρμόδιος ειδικός να αποφασίσει επί της συγκεκριμένης «διαφωνίας» των μερών. (βλ. Κτωρίδη Έλλη Μιχαήλ ν. Επάρχου Λεμεσού και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 541 και Kafieros ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης του εσφαλμένου της απόφασης του Διευθυντή, είναι πάντα στους ώμους του Εφεσείοντα/Αιτητή και συνιστά «...εγχείρημα όχι ευχερές και μέλλον να επιτύχει...» παρά μόνο αν προσκομιστεί επαρκής μαρτυρία από τον τελευταίο που να καταδεικνύει τους προαπαιτούμενους ισχυρούς λόγους (concrete reasons) περί τούτου (βλ. Kafieros, Κτωρίδη, Xρυσήλιου ανωτέρω και Προκοπίου Μυριάνθη Παναγιώτη ν. Jacquelin Lesley Ryan και άλλου,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1982). Πρόσθετα των πιο πάνω, είναι κοινώς αποδεκτό, όπως άλλωστε επισημαίνεται από τη νομοθεσία και τη νομολογία, ότι η έκταση γης που καλύπτεται από εγγραφή τίτλου επί ακίνητης ιδιοκτησίας και τα πραγματικά σύνορα των τεμαχίων, είναι εκείνα που καταγράφονται και που μπορούν να συσχετιστούν με τα τοπογραφικά σχέδια του Κτηματολογίου, ήτοι το εν χρήσει σχέδιο, και όχι εκείνα που τυχόν κατέχονται επί τόπου ή που συμφωνούνται επί τόπου από τους ιδιοκτήτες (βλ. αρ. 50 Κεφ.224 και Ε.Κ. Κατέκος Λτδ ν. Δ/ντή Τμημ. Κτηματ. & Χωρομετρίας κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 256). Το εν χρήσει σχέδιο δε, αποτελεί τον αυθεντικό οδηγό καθορισμού των πραγματικών συνόρων, ανεξάρτητα από το βαθμό ακρίβειας που το ίδιο το σχέδιο επιτρέπει (βλ. Ρωσσίδου Μαρούλλα Αναστασίου ν. Χρύσως Γεωργίου Κυπριανού και Άλλης
(2002)1 ΑΑΔ 1695 και RODOTHEA PAPA GEORGHIOU ν. ANTONIS SAVVA CHARALAMBOUS KOMODROMOU,
(1963)2 Α.Α.Δ. 221). Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι, η ορθότητα της κτηματολογικής εργασίας, η οποία θα πρέπει να έχει ως έρεισμα τα εν χρήσει σχέδια, εξαρτάται από το κατά πόσο όντως συνάδει με τα εν λόγω σχέδια και σε ποιο βαθμό τα έλαβε υπόψη (βλ. Χαρίτου Αντρέας Ιωάννου Χριστοδούλου και άλλοι ν. Αναστασίας Κυριάκου Σάββα και άλλων,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2535). Διαδικαστικό Πλαίσιο Ο Κ.5 καθορίζει ποιοι είναι οι αναγκαίοι διάδικοι σε κάθε περίπτωση και πότε πρέπει να καθίσταται διάδικος ο ίδιος Διευθυντής. Σύμφωνα με τον Κ.5
(3)εκεί όπου ο Διευθυντής δεν πρέπει να είναι διάδικος, η έφεση θα πρέπει παρά ταύτα να του επιδοθεί. Οι Κ. 6
(2)και 6
(3), επιβάλλουν «υποχρέωση» στο Διευθυντή όπως εντός 14 ημερών από την επίδοση της έφεσης σε αυτόν, εφοδιάσει, είτε το Δικαστήριο είτε τα επηρεαζόμενα μέρη, με γραπτή έκθεση των λόγων που τον οδήγησαν στην επίδικη απόφαση. Η εν λόγω προθεσμία των 14 ημερών, δύναται, σύμφωνα με τους Κανονισμούς, να παραταθεί μόνο με άδεια του Δικαστηρίου, κατόπιν μονομερούς αίτησης που θα πρέπει να υποβάλει ο Διευθυντής, προτού όμως εκπνεύσει η προθεσμία. Οι Κ.10
(1)και
(2), αφορούν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί κάποιο επηρεαζόμενο πρόσωπο να καταχωρήσει ένσταση στην έφεση ως επίσης και το περιεχόμενο που μια τέτοια ένσταση θα πρέπει να έχει. Συγκεκριμένα, ο Κ.10
(2)αναφέρει ότι η ένσταση, θα πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες επί των οποίων αυτή εδράζεται και να συνοδεύεται από μία ή περισσότερες ένορκες δηλώσεις αναφορικά με τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται. Όσον αφορά τον τρόπο με τον οποίο διεξάγεται η ακρόαση της έφεσης, οι πρόνοιες του Κανονισμού 10
(3)ως έχουν τροποποιηθεί με τον περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Τροποποιητικό Διαδικαστικό Κανονισμό του 2006 ημερομηνίας 22/11/2006, προνοούν για ακρόαση «...στη βάση των γεγονότων που αναφέρονται στην αίτηση ή στις ένορκες δηλώσεις τηρουμένης της δυνατότητας αντεξέτασης που προνοείται από τη Διαταγή 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών». Ο εν λόγω Κανονισμός παρέχει επίσης την εξουσία στο Δικαστήριο όπως «...μετά από αίτηση ή προφορικό αίτημα, μπορεί για καλό λόγο, να επιτρέψει την καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων.» Υπενθυμίζω εδώ ότι, οι πρόνοιες του Κ.10
(2), επιβάλλουν στον καθ' ου η αίτηση να προσκομίσει υπό τη μορφή ενόρκων δηλώσεων οποιαδήποτε γεγονότα επί των οποίων βασίζει την ένσταση του και ότι εκεί όπου υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα, όπως είναι το θέμα περί αναιτιολόγητης απόφασης, επιβάλλεται η καταχώρηση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς απόδειξη των εκατέρωθεν ισχυρισμών. Η πρακτική δε που ακολουθείται κατά την εκδίκαση τέτοιων αιτήσεων, η οποία προκύπτει και από τους Κανονισμούς, είναι όπως με την ένσταση ή μεταγενέστερα αυτής, αν τύχει και η ένσταση καταχωρηθεί πριν την καταχώρηση της «αιτιολογημένης απόφασης» του Διευθυντή εφόσον η προθεσμία καταχώρησης και των δύο είναι η ίδια, η πλευρά που υποστηρίζει την ορθότητα της επίδικης απόφασης, η εφεσίβλητη δηλαδή, προσκομίζει Ε/Δ επισυνάπτοντας σε αυτή, είτε την αιτιολογημένη απόφαση του Διευθυντή είτε ανάλογη μαρτυρία εκ μέρους του, για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της περί ύπαρξης αιτιολογημένης απόφασης. Είναι με αυτό τον τρόπο άλλωστε, που η αιτιολογία του Διευθυντή ενδύεται με το μανδύα αποδεκτής μαρτυρίας και μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αντεξέτασης ή αμφισβήτησης από την άλλη πλευρά. Στην παρούσα περίπτωση, η ένσταση της εφεσίβλητης υποστηρίχθηκε με την μαρτυρία των ίδιων των εμπλεκόμενων κτηματολογικών λειτουργών, οι οποίοι, ως ανέφερα ανωτέρω, υιοθέτησαν και επανέλαβαν στη μαρτυρία τους το περιεχόμενο της «Αιτιολογημένης Απόφασης» η οποία είναι επίσης καταχωρημένη στο φάκελο της υπόθεσης από τις 20/07/
  1. Τέλος, ο Κ.17 προνοεί ότι για θέματα πρακτικής και διαδικασίας, για τα οποία δεν γίνεται ρητή πρόνοια στους εν λόγω Κανονισμούς, θα εφαρμόζονται οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας στο βαθμό βέβαια που μπορούν να εφαρμοστούν οι Θεσμοί. Με γνώμονα τις πιο πάνω αρχές προχωρώ να εξετάσω την ενώπιον μου έφεση. Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΥΠΟΘΕΣΗ Όπως φαίνεται και από τις θέσεις των εφεσειόντων τις οποίες έχω συνοψίσει ανωτέρω και ειδικότερα τα σημεία που έχω τονίσει, η παρούσα έφεση περιστρέφεται γύρω από τους εξής ισχυρισμούς: Α. Ότι ουδεμία εξήγηση δίνεται αναφορικά με την χρησιμοποίηση νέου επίσημου χωρομετρικού σχεδίου κατά την εξέταση της υπό εκδίκαση συνοριακής διαφοράς εφόσον το προηγούμενο σχέδιο δεν έτυχε διόρθωσης δυνάμει του αρ.61 Κεφ.
  2. Β. Ότι οι αποφάσεις στην Α889/00 οι οποίες επηρέασαν και αλλοίωσαν το εν χρήσει σχέδιο, βασίστηκαν σε φιλική επίλυση που επετεύχθη μεταξύ των εκεί εμπλεκομένων και επομένως δεν μπορούσαν να θεωρηθούν δεσμευτικές. Γ. Ότι η επιτόπου κατάσταση στο επίδικο σύνορο μεταξύ των τεμαχίων 1XX6 και 6X1 και συγκεκριμένα η υφιστάμενη δόμη από ξηρολιθία και/ ή τοίχο από μπετόν με τον οποίο επενδύθηκε η δόμη, κατά μήκος του επίδικου συνόρου αγνοήθηκε παντελώς. Δ. Ότι ουδεμία αιτιολογία δίνεται από τον Διευθυντή ως προς το γιατί δεν τηρήθηκε η Εγκύκλιος 312/98 με την οποία δίνονται οδηγίες όπως υιοθετείται η επιτόπου κατάσταση που υφίσταται σε απόσταση μικρότερη των 3 μέτρων από το επίδικο σύνορο. Ε. Ότι λειτουργός του Κτηματολογίου είχε χρηματιστεί από τον ιδιοκτήτη του 1XX5 ώστε να διαγράψει από το εν χρήσει σχέδιο την κατά 5μ. επέμβαση του 1XX5 στο 1XX
  3. Ξεκινώντας πρώτα με τη μαρτυρία των λειτουργών του Κτηματολογίου, ήτοι τον Φασουλίδη, Νικολαΐδη και Στυλιανού, σημειώνω ότι αν και οι εν λόγω μάρτυρες κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες του αντικειμένου τους, η επί του προκειμένου μαρτυρία τους εντούτοις, δεν αντικρούστηκε από τους εφεσείοντες με παρουσίαση αναλόγου βαρύτητας πραγματογνωμοσύνης (βλ. κατ' αναλογία Jacquelin Lesley Ryan ανωτέρω). Τα επιστημονικά μέσα επομένως που χρησιμοποίησαν οι εν λόγω μάρτυρες, κρίνονται αποδεκτά. Η ορθότητα βέβαια των ευρημάτων και συμπερασμάτων τους είναι υπό αμφισβήτηση και με αυτή θα ασχοληθώ πιο κάτω. Σημειώνω εδώ επίσης ότι οι θέσεις των εφεσειόντων, δεν αποσκοπούσαν στο να καταδείξουν την ύπαρξη σφάλματος στον επιστημονικό τρόπο με τον οποίο ενήργησαν οι εν λόγω μάρτυρες, αλλά στο ότι αυτοί, οι μάρτυρες δηλαδή, έλαβαν ή δεν έλαβαν, αναλόγως της περίπτωσης, συγκεκριμένα δεδομένα υπόψη τους. Αυτά τα δεδομένα ήταν, σύμφωνα με τους εφεσείοντες, το ότι το εν χρήσει σχέδιο του 2002 ουδέποτε διορθώθηκε δυνάμει του αρ. 61, το ότι η αίτηση Α889/00 επιλύθηκε με συμφωνία διευθέτησης και ότι δεν έπρεπε να αγνοηθεί η επί τόπου κατάσταση πραγμάτων. Ως προς αυτές τις θέσεις των εφεσειόντων παρατηρώ τα εξής: Ως προς τον ισχυρισμό ότι η αίτηση Α889/00 επιλύθηκε μέσω φιλικής διευθέτησης, οι δύο σχετικές ξεχωριστές αποφάσεις που εξέδωσε ο Διευθυντής στις 21/06/2005 και η εκεί αναφορές σε χωρομετρική εργασία που διεξήχθη προηγουμένως και σε υπόδειξη και τοποθέτηση προσωρινών οροσήμων, φανερώνει το αβάσιμο της θέσης ατής των εφεσειόντων. Άλλωστε, η θέση ότι η Α889/00 επιλύθηκε κατόπιν φιλικής διευθέτησης των εκεί εμπλεκομένων ιδιοκτητών, ήτοι της εφεσίβλητης για το 621, του Χαρτούτσιου για το 1004 και ενός ζεύγους Άγγλων για το 1175, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τον ισχυρισμό της παραγράφου 10 της Ε/Δ του εφεσείοντα 1, ήτοι ότι ο Χαρτούτσιος του επιβεβαίωσε ότι στα πλαίσια της επίλυσης της Α889/00 σε σχέση με το ακίνητο του 1004, οι εμπλεκόμενοι εκμεταλλεύτηκαν την απουσία του στο εξωτερικό και εσκεμμένα «μαγείρεψαν» την κατάσταση, ώστε να καταστεί δυνατή η έκδοση απόφασης υπέρ των εκεί αντίδικων του ιδιοκτητών, απόφαση την οποία επειδή απουσίαζε, δεν παρέλαβε και κατ' επέκταση δεν αμφισβήτησε. Είτε ο Χαρτούτσιος συμφώνησε φιλικά με τη εφεσίβλητη και το ζεύγος των Άγγλων, ως ήταν η αποκλειστική θέση που προωθήθηκε κατά την αντεξέταση του Φασουλίδη, είτε ο Χαρτούτσιος απουσίαζε και εσκεμμένα παραπλανήθηκε μετά και που λειτουργός του Κτηματολογίου χρηματίστηκε, ως είναι η θέση που προβάλλεται στις Ε/Δ που υποστηρίζουν την έφεση. Και τα δύο δεν μπορούν να ισχύουν. Η αντίφαση στις θέσεις αυτές των εφεσειόντων, σε συνδυασμό με την έλλειψη οποιασδήποτε μαρτυρία η οποία να επιβεβαιώνει τις θέσεις τους και ειδικότερα ότι ουδέποτε παρουσίασαν τα αποδεικτικά στοιχεία ως προς τον κατ' ισχυρισμό τους, χρηματισμό λειτουργού του Κτηματολογίου, και αυτό παρά το ότι τέτοια στοιχεία τους ζητήθηκαν από τις 07/10/2015, καθιστά τους επί του προκειμένου ισχυρισμούς των εφεσειόντων, έκθετους σε απόρριψη. Η πιο πάνω κατάληξη μου βέβαια, δεν συνεπάγεται αυτόματα και ότι η επίδικη απόφαση του Διευθυντή είναι ορθή αφού είναι η εδώ απόφαση του Διευθυντή και σχετική χωρομετρική εργασία που εξετάζεται και όχι των άλλων ακινήτων της περιοχής. Επί τούτου σημειώνω τα εξής. Η εικόνα που αναδύεται από την όλη μαρτυρία των λειτουργών του Κτηματολογίου και ειδικότερα του Φασουλίδη, είναι ότι την επίδικη χωρομετρική εργασία, ο τελευταίος την προσέγγισε στη βάση ενός σχεδίου το οποίο ουσιαστικά θεώρησε ότι αναδιαμορφώθηκε από τις προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες που πρόλαβαν και έγιναν σε σχέση με τα γύρω ακίνητα της περιοχής. Αυτός ήταν, κατά το Φασουλίδη, και ο τρόπος με τον οποίο ο ίδιος «διάβασε» το εν χρήσει σχέδιο, ήτοι ως αυτό «ενημερώθηκε» και κατ' επέκταση «δεσμεύτηκε» από τις προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες. Αυτή όμως η αναφορά του Φασουλίδη σε «νέο», «ενημερωμένο» και «δεσμευμένο» εν χρήσει σχέδιο, δεν βρίσκει έρεισμα πουθενά στη νομοθεσία και νομολογία σε σχέση με την ακρίβεια και ορθότητα του εν χρήσει σχεδίου, το οποίο, μέχρι να διορθωθεί δυνάμει του αρ.61 Κεφ.224, αποτελεί τον αυθεντικό οδηγό καθορισμού των πραγματικών συνόρων, ανεξάρτητα από το βαθμό ακρίβειας που το ίδιο το σχέδιο επιτρέπει (βλ. Ρωσσίδου και RODOTHEA PAPA GEORGHIOU ανωτέρω). Το ίδιο όμως ανεδαφική είναι και η θέση του μάρτυρα ότι το εν χρήσει σχέδιο διαμορφώνεται με βάση τις χωρομετρικές εργασίες που γίνονται σε μια περιοχή και τις σχετικές αποφάσεις που εκδίδει ο Διευθυντής στα πλαίσια οριοθέτησης και επίλυσης συνοριακών διαφορών, θέση που δε συνάδει με καμία από τις πρόνοιες των αρ. 50, 50Α και 61 Κεφ.
  4. Ας μη μας διαφεύγει άλλωστε ότι έστω και αν δεν έχει καταδειχθεί ότι οι προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες που έγιναν σε σχέση με την Αίτηση 889/00, επιλύθηκαν με φιλική διευθέτηση της εκεί διαφοράς, τέτοια διευθέτηση μιας συνοριακής διαφοράς είναι και δυνατή αλλά και δεσμευτική, αποκλειστικά όμως μεταξύ των εκεί εμπλεκόμενων μερών. Θα ήταν άλλωστε παράλογο αλλά και αντινομικό, να συμφωνούν δυο ιδιοκτήτες ακινήτων ως προς την επίλυση της δικής τους διαφοράς ή ακόμη και να αποφασίζουν όπως μη αμφισβητήσουν την απόφαση με την οποία επιλύθηκε η δική τους διαφορά, και αυτό αργότερα να επηρεάζει ένα αμέτοχο τρίτο ιδιοκτήτη γειτονικού ακινήτου. Αντίθετη προσέγγιση θα σήμαινε ότι για κάθε επίλυση συνοριακής διαφοράς που γίνεται, αν όχι παγκύπρια, τουλάχιστο σε μια συγκεκριμένη περιοχή, θα έπρεπε να καλούνται όλοι οι ιδιοκτήτες των γειτονικών ακινήτων για να εκφράσουν τις απόψεις τους. Αυτό είναι κάτι που δεν υποστηρίζει ούτε το ίδιο το Υπουργείο Εσωτερικών, όπως άλλωστε ανέφερε και στην επιστολή του προς τον εφεσείοντα 1 ημερ. 20/01/10 (βλ. Τεκ.3 Ε/Δ εφεσείοντα 1). Θεωρώ ορθό όπως επισημάνω εδώ και το ότι ενώ στην προαναφερόμενη επιστολή του, το Υπουργείο Εσωτερικών απέρριψε το παράπονο του εφεσείοντα αναφορικά με τον τρόπο με τον οποίο έγινε η χωρομετρική εργασία σε σχέση με την επίλυση της συνοριακής διαφοράς μεταξύ των ακινήτων 1ΧΧ4 και 1ΧΧ5, ως παράπονο προερχόμενο από μη «ενδιαφερόμενο μέρος» εντούτοις, όπως φάνηκε στην πορεία, «.από την υπόθεση ΑΧ 2596/2006, η οποία και αφορά επανατοποθέτηση ορόσημων της απόφασης Α889/2000, προέκυψαν χωρομετρικά δεδομένα . τα οποία εμπεριέχουν το κοινό σύνορο των τεμαχίων 6Χ1 και 1ΧΧ6, καθώς και τα πλήρη σύνορα των τεμαχίων 6Χ2, 1ΧΧ6 και 9Χ5.» (βλ. Ε/Δ Φασουλίδη και Αιτιολογημένη Απόφαση). Αφ' ης στιγμής η επίλυση της Α889/00 δεν ενδιέφερε και δεν επηρέαζε το ακίνητο των εφεσειόντων, τότε πώς ήταν δυνατό η εν λόγω επίλυση της εκεί διαφοράς, να αποτέλεσε στη συνέχεια το σημαντικότερο ίσως στοιχείο στην επίλυση της επίδικης διαφοράς σε σχέση με ακίνητο των τελευταίων. Στην παρούσα περίπτωση, ο Φασουλίδης φαίνεται, ως άλλωστε και ο ίδιος ανέφερε, να έλαβε ως δεδομένες τις προηγούμενες μετρήσεις εφόσον αυτές δεν αμφισβητήθηκαν μέσω δικαστικής διαδικασίας και να ξεκίνησε να «μετρά» τον επίδικο χώρο εκεί που σταμάτησε ο προηγούμενος συνάδελφος του σε σχέση με τα άλλα ακίνητα, κατά τέτοιο προσαρμοσμένο όμως τρόπο, ώστε η δική του εργασία να μπορεί να συμβαδίζει με αυτές τις προηγούμενες μετρήσεις. Με κάθε σεβασμό όμως, δεν είναι με αυτόν τον τρόπο που πρέπει να γίνεται η ανάλογη χωρομετρική εργασία για την επίλυση μιας συνοριακής διαφοράς, ήτοι με «ενημέρωση» του σχεδίου με προηγούμενες αποφάσεις και ανάλογο «κτίσιμο» επί αυτών. Με την υφιστάμενη νομοθεσία τουλάχιστο, ούτε το εν χρήσει σχέδιο αλλάζει κατόπιν «ενημέρωσης» του ούτε και δύναται τα σύνορα ενός ακινήτου να καθοριστούν από τη χωρομετρική εργασία που έγινε σε σχέση με άλλο ακίνητο. Αντιθέτως, η κάθε περίπτωση που τίθεται προς επίλυση από το Διευθυντή, θα πρέπει να εξετάζεται εκ νέου και με βάση τα δικά της δεδομένα και ο αρμόδιος χωρομέτρης, αν και δεν θα αγνοήσει τις προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες, είναι υπόχρεος όπως για την ενώπιον του διαφορά, προβεί στις δικές του ανάλογες και ανεξάρτητες μετρήσεις, με βάση τον ενδεδειγμένο τρόπο. Τα σταθερά σημεία χωρομετρίας για παράδειγμα, συνιστούν ένα από τους πιο ασφαλείς και ενδεδειγμένους τρόπους μέτρησης. Πουθενά όμως στη μαρτυρία του αλλά και στο σχετικό χωρομετρικό σχέδιο που ετοίμασε (βλ. Τεκ. 5 Ε/Δ Φασουλίδη και Παράρτημα Η Αιτιολογημένης Απόφασης) δεν φαίνεται ο Φασουλίδης να χρησιμοποίησε για τις μετρήσεις του οποιαδήποτε σταθερά σημεία χωρομετρίας ή να προέβη ο ίδιος σε εντοπισμό τέτοιων σημείων, όπως αντίθετα φαίνεται να έκαμαν οι χωρομέτρες που εξέτασαν τα γύρω ακίνητα στο παρελθόν (βλ. αναφορές σε εκκλησία (church) στα Παραρτήματα Β και Γ της Αιτιολογημένης Απόφασης). Αντίθετα, ο Φασουλίδης ακολούθησε τυφλά και πιστά τις «ενημερώσεις» που έγιναν από τις προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες και ουσιαστικά τοποθέτησε το ένα σύνορο των επίδικων ακινήτων εκεί που για τον οποιοδήποτε λόγο, ο χωρομέτρης της Α889/00 τοποθέτησε το όριο του συνόρου των εκεί επηρεαζόμενων ακινήτων και στη συνέχεια προσάρμοσε τις μετρήσεις του ώστε τοποθετώντας το τελικό όριο των επίδικων συνόρων, τα επηρεαζόμενα ακίνητα να μπορούσαν να συσχετιστούν με το «ενημερωμένο» πλέον εν χρήσει σχέδιο. Με άλλα λόγια, όπως χαρακτηριστικά το έθεσε ο εφεσείοντας στην επιστολή του ημερ. 14/10/09, επειδή στα βόρεια ο κάτοχος του 1ΧΧ5 «μετακινήθηκε» πέντε μέτρα νοτιότερα μετά και την επίλυση της Α889/00, «.έρχονται να με . σπρώξουν 5m. νοτιότερα.». Αυτός είναι άλλωστε και ο λόγος που ο Φασουλίδης αγνόησε την υφιστάμενη δόμη από ξιρολιθία και μπετόν, εφόσον αν και την αποτύπωσε στο σχέδιο του, εντούτοις την αγνόησε, γιατί δεν τη βρήκε να ταυτίζεται ή να προσομοιάζει με τις ενημερώσεις του σχεδίου. Δεν παραγνωρίζω ότι εν τη απουσία παρουσίασης της εγκυκλίου 318/98, η μόνη μαρτυρία που υπάρχει σε σχέση με το περιεχόμενο αυτής της εγκυκλίου και η οποία δεν αμφισβητήθηκε, είναι αυτή του Φασουλίδη, ήτοι ότι σύμφωνα με την εν λόγω Εγκύκλιο, θα υιοθετείται η επί τόπου κατάσταση όταν δεν υπάρχουν οποιεσδήποτε προηγούμενες δεσμεύσεις στην περιοχή. Παρά όμως το ότι στην παρούσα περίπτωση, υπήρχαν κατά τον ουσιώδη χρόνο της χωρομετρικής εργασίας και μετέπειτα απόφασης του Διευθυντή, προηγούμενες χωρομετρικές εργασίες καθώς και αποφάσεις του Διευθυντή, εντούτοις ουδέποτε ο τελευταίος έκρινε ότι το εν χρήσει σχέδιο έχριζε διόρθωσης με βάση το αρ.
  5. Η επί τόπου κατάσταση επομένως δεν έπρεπε να αγνοηθεί, στο βαθμό βέβαια που σύνηδε με το εν χρήσει σχέδιο, απαλλαγμένο όμως από οποιαδήποτε αλλοίωση συνεπεία «ενημέρωσης». Κατά λογική ακολουθία, η επίδικη χωρομετρική εργασία έπρεπε να γίνει στη βάση του εν χρήσει σχεδίου ως αυτό υφίστατο μέχρι και την τελευταία διόρθωση του βάση του αρ.61, αν έγινε ποτέ τέτοια διόρθωση, και όχι στη βάση των «ενημερώσεων» του, οι οποίες ενημερώσεις ως ήδη ανέφερα, δεν συνιστούν τον ενδεδειγμένο τρόπο διόρθωσης ή μεταβολής του. Αφ' ης στιγμής οι εν λόγω «ενημερώσεις» θεωρήθηκαν ουσιαστικά ότι συνιστούσαν αλλοιώσεις του εν χρήσει σχεδίου, δεν έπρεπε να θεωρηθούν δεσμευτικές, προτού τουλάχιστο προηγηθεί διόρθωση με βάση το αρ.
  6. Όπως λέχθηκε και στην Χατζησωφρονίου κ.ά. ν. Βασιλείου κ.ά.
(2012)1 Α.Α.Δ. 1534: «Η θεωρημένη μας κατάληξη είναι (ότι) ορθά έκρινε η ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστής. Το Άρθρο 50 ορίζει σαφώς ότι: "The area of land covered by a registration of title to immovable property shall be the area of the plot to which the registration can be related on any Government survey plan or any other plan made to scale by the Director. Provided that where the registration cannot be related to any such plan such area shall be the area of the land to which the holder of the title may be entitled by adverse possession, purchase or inheritance." Στην προκειμένη περίπτωση ισχύει η κυρίως πρόνοια του Άρθρου 50 εφ' όσον και τα δύο ακίνητα ήσαν εγγεγραμμένα και συσχετιζόμενα προς το κτηματολογικό σχέδιο. Ως εκ τούτου, η έκταση κάθε κτήματος ήταν εκείνη η οποία καθορίζετο από το σχέδιο. Ορθώς λοιπόν ο Διευθυντής είχε βασισθεί στο σχέδιο, δυνάμει του Άρθρου 50, για να αποφασίσει. . Καθήκον του Κτηματολογίου επί τοιαύτης αίτησης ήταν να μεταφέρει, μέσω των μετρήσεών του, το σχέδιο επί τόπου και να καθορίσει τα προκύπτοντα σύνορα που καθόριζαν και την έκβαση της συνοριακής διαφοράς. Δεν του επιτρέπετο είτε να διορθώσει το σχέδιο ως λανθασμένο είτε να μην το εφαρμόσει ως τέτοιο, στη βάση της επί τόπου κατάστασης ως προς τα φυσικά στοιχεία, τα οποία δυνατόν να αντιστρατεύοντο την πιστότητα του ή να δημιουργούσαν αμφιβολίες για αυτήν. Αν υπήρχε τέτοια εισήγηση, η ορθή πορεία, όπως υπέδειξε και η ευπαίδευτη πρωτόδικη δικαστής, δεν ήταν η ακολουθηθείσα προσφυγή σε διαδικασία διευθέτησης συνοριακής διαφοράς δυνάμει του Άρθρου 58 αλλά η προσφυγή στο Άρθρο 61 προς διόρθωση λάθους στο σχέδιο και της προς αυτό συσχετιζόμενης εγγραφής. Η διαφορά είναι κρίσιμη διότι, ενώ το Άρθρο 58 αφορά απλώς διαφωνία ως προς τα σύνορα η οποία επιλύεται με βάση το σχέδιο, η ορθότητα του οποίου εκλαμβάνεται ως δεδομένη, το Άρθρο 61 αφορά τη διόρθωση του σχεδίου που αντανακλά στην έκταση της γης που οι ιδιοκτήτες δικαιούνται. Εδώ, εφ' όσον δεν έχει καταδειχθεί ότι η επιτόπου χωρομετρική εργασία και ο έλεγχος της δεν έγιναν ορθά, το θέμα λήγει.». Στη βάση των πιο πάνω, προκύπτει περαιτέρω το εύλογο ερώτημα του κατά πόσο η σχετική χωρομετρική εργασία του Φασουλίδη και η επίδικη απόφαση του Διευθυντή που βασίστηκε επί αυτής, θα ήταν διαφορετική, αν η επίδικη διαφορά τύγχανε και εξετάζετο πριν την Α889/00. Σύμφωνα με το σκεπτικό του Διευθυντή, η απάντηση στο ερώτημα αυτό φαίνεται είναι καταφατική στοιχείο που καταδεικνύει και το εσφαλμένο της εκκαλούμενης απόφασης. Το πώς όμως ενδεχομένως να καθορίζονταν τα επίδικα σύνορα αν δεν λαμβάνονταν υπόψη ως δεσμευτικές οι «ενημερώσεις» που έτυχε το σχέδιο, είναι άγνωστο. Με βάση τα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου, κρίνω ότι ο Διευθυντής, δεν φαίνεται να προέβη στη δέουσα έρευνα για σκοπούς έκδοσης της επίδικης απόφασης του και ότι με το να θεωρήσει τον εαυτό του δεσμευμένο από τις «ενημερώσεις» που έτυχε προηγουμένως το εν χρήσει σχέδιο, χωρίς όμως να προηγηθεί η οποιαδήποτε διόρθωση του ώστε να αντικατοπτρίζει τις εν λόγω ενημερώσεις, η ύπαρξη ουσιώδους πλάνης είναι περισσότερο από αισθητή (βλ. Δήμος Στροβόλου ν. Αναστασίας Πήττα και Άλλων,
(2001)3 Α.Α.Δ. 55). Την ίδια στιγμή όμως, δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου, όλα αυτά τα απαραίτητα στοιχεία που θα μου επέτρεπαν να εκτιμήσω την πραγματική φύση της υπόθεσης, ούτως ώστε να μπορώ να αποφασίσω ποιος θα έπρεπε να ήταν ο ορθός καθορισμός των συνόρων των επίδικων ακινήτων και να αντικαταστήσω έτσι την κρίση του Διευθυντή με τη δική μου. Θα περιοριστώ συνεπώς στην ακύρωση της επίδικης απόφασης και δεν θα προβώ σε οποιαδήποτε αντικατάσταση της. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η έφεση επιτυγχάνει και η επίδικη απόφαση του Διευθυντή του Κτηματολογίου ημερομηνίας 25/05/2015, η οποία λήφθηκε στα πλαίσια της αίτησης με αριθμό ΑΧ1189/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λεμεσού σε σχέση με την επίλυση της συνοριακής διαφοράς και τον καθορισμό του συνόρου μεταξύ των ακινήτων με αριθμό εγγραφής 7ΧΧ0, τεμάχιο 1ΧΧ6 του Φ/Σχ. 47/45 και του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 9ΧΧ3 (προηγουμένως 7ΧΧ1), τεμάχιο 1ΧΧ6 (προηγουμένως 6Χ1) του Φ/Σχ. 47/45, αμφότερα της κοινότητας Λάνιας της Επαρχίας Λεμεσού, ακυρώνεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εφεσειόντων και εναντίον της εφεσίβλητης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, περιορισμένα όμως σε ένα σετ. (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Αίτηση Έφεση - Κτηματολόγιο cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.