ΙΑΚΩΒΟΥ ν. CNP ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2743/2016, 27/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A320 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2743/2016 XXXXX ΙΑΚΩΒΟΥ Ενάγοντας -ν-
- CNP ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ
- XXXXX ΤΣΙΛΙΔΗΣ Εναγόμενοι --------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 05/03/18 για εκδίκαση προδικαστικών ενστάσεων) Ημερομηνία: 27 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα - Καθ' ου η αίτηση: κ. Μ. Γαβριηλίδης Για Εναγόμενους - Αιτητές: κα Ελευθερίου για Ηλία Νεοκλέους & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρησε στις 26/09/16, το οποίο τροποποιήθηκε την ίδια μέρα δυνάμει της «νέας» Δ.25, ο ενάγοντας αξιώνει εναντίον των εναγομένων γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στις 16/06/13 στη Λεμεσό, με εμπλεκόμενα οχήματα το δικό του, με αρ. εγγραφής XXXXX45 και το όχημα του εναγόμενου 2, με αρ. εγγραφής XXXXX
- Κατά τον ουσιώδη χρόνο, το όχημα του εναγόμενου 2 ήταν ασφαλισμένο με την εναγόμενη 1 ασφαλιστική εταιρεία. Σύμφωνα με την Ε/Α, κατά το επίδικο ατύχημα, στο όχημα του ενάγοντα επέβαινε και ακόμη ένα άτομο, η Ε. Κυριάκου, η οποία είχε επίσης παρόμοιες με τον ενάγοντα απαιτήσεις εναντίον των εναγομένων. Οι απαιτήσεις όμως της Ε. Κυριάκου, όπως ισχυρίζεται ο ενάγοντας, διευθετήθηκαν από την εναγόμενη 1 η οποία και αποδέχτηκε την ευθύνη του ασφαλισμένου της εναγόμενου
- Είναι τέλος η θέση του ενάγοντα ότι συνεπεία του ατυχήματος, για το οποίο θεωρεί ότι αποκλειστική ευθύνη φέρει ο εναγόμενος 2, το όχημα του υπέστη ζημιές τις οποίες αναγκάστηκε να επιδιορθώσει, ενώ ο ίδιος υπέστη κάκωση στο αριστερό γόνατο για την οποία αναγκάστηκε να λάβει ιατροφαρμακευτική περίθαλψη περιλαμβανομένων και χειρουργικών επεμβάσεων στις 23/08/13 και Φεβρουάριο 2014, κάτι που του προκάλεσε περαιτέρω ζημιές. Παραμένουν δε κατάλοιπα από τα τραύματα του, ισχυρίζεται ο ενάγοντας, τα οποία εκτείνονται και σε οικονομικής φύσεως ζημιά, αφού επηρεάζουν τις μελλοντικές του απολαβές. Με την υπεράσπιση που καταχώρησαν στις 04/09/17, οι εναγόμενοι δέχονται μεν ότι στις 16/6/13 επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα μεταξύ των εμπλεκόμενων οχημάτων, αρνούνται όμως ότι την ευθύνη γι' αυτό φέρει ο εναγόμενος 2 όπως επίσης αρνούνται και ότι έχουν εκ μέρους του εν λόγω εναγόμενου, αποδεχτεί την οποιαδήποτε ευθύνη σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμό απαιτήσεις της Ε. Κυριάκου ή άλλως πως. Ισχυρίζονται δε ότι αποκλειστική ή τουλάχιστο συντρέχουσα, σε μεγάλο βαθμό, ευθύνη για το ατύχημα, φέρει ο ενάγοντας. Απορρίπτουν επίσης τους ισχυρισμούς του ενάγοντα ότι αυτός υπέστη τις ζημιές που ισχυρίζεται ότι υπέστη, συμπεριλαμβανομένων και των ισχυρισμών του περί διενέργειας χειρουργικών επεμβάσεων στο γόνατο του. Θεωρούν τέλος ότι ο ενάγοντας κωλύεται από του να προωθεί την παρούσα αγωγή, λόγω της κατ' εκείνους αδικαιολόγητης καθυστέρησης που επέδειξε στην καταχώρηση της και αυτό κατ' εφαρμογή του σχετικού δόγματος της ολιγωρίας («laches»). Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, οι εναγόμενοι εγείρουν με την υπεράσπιση τους και δύο προδικαστικές ενστάσεις, οι οποίες περιστρέφονται γύρω από το χρόνο καταχώρησης της αγωγής. Είναι η θέση των εναγομένων ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει παραγραφεί, εφόσον η παρούσα αγωγή έχει καταχωρηθεί μετά την πάροδο τριών χρόνων από το επίδικο ατύχημα και ότι το γεγονός αυτό, όχι μόνο δίδει έρεισμα για εφαρμογή του δόγματος της ολιγωρίας («laches») αλλά και παραβιάζει το συνταγματικό (αρ. 30.2Σ) και ανθρώπινο τους δικαίωμα για διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρόνου. Στην υπεράσπιση των εναγομένων δεν καταχωρήθηκε οποιαδήποτε Απάντηση από πλευράς ενάγοντα ο οποίος προχώρησε με την έκδοση της προβλεπόμενης Κλήσης δυνάμει της ˮνέαςˮ Δ.
- Κατά το στάδιο των οδηγιών της υπόθεσης, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν την παρούσα αίτηση στις 05/03/18, με την οποία ζητούν, κυρίως στη βάση της Δ.27 Θ.1-3 αλλά και επί των αρ. 68(α) του Κεφ.148 και 6
(2)του Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012 (Ν. 66(I)/2012), όπως διαταχθεί η προδικαστική εκδίκαση των προδικαστικών ενστάσεων που εγείρουν με την υπεράσπιση τους. Στην αίτηση αυτή των εναγομένων ο ενάγοντας καταχώρησε ένσταση, ισχυριζόμενος αφ' ενός ότι η ερμηνεία που οι εναγόμενοι δίνουν στον νομικό όρο ˮπαραγραφήˮ είναι εσφαλμένη και αφ' ετέρου ότι δεν υπάρχει παραδεκτό υπόβαθρο επί του οποίου να μπορεί να αποφασιστεί το θέμα ως αμιγώς νομικό, εφόσον δεν είναι παραδεκτός από τους εναγόμενους ο δικογραφημένος ισχυρισμός του ότι μετά το ατύχημα, περί τον Φεβρουάριο 2014, αυτός υπεβλήθη σε εγχείριση και επομένως τότε είναι και που συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής του. Τις αντίστοιχες θέσεις τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων τις προώθησαν με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις κατά την ακρόαση της αίτησης. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω αυτούσιο το περιεχόμενο της επιχειρηματολογίας των συνηγόρων, αναφορά σε αυτό κάνω πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Παραθέτω κατ' αρχή τη νομική πτυχή που διέπει την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στη βάση της Δ.27 Θ.1, για την προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στα δικόγραφα. Οι σχετικές αρχές έχουν αναφερθεί σε σωρεία αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Μπορούν δε να συνοψισθούν ως ακολούθως: Η σχετική αίτηση πρέπει να καθορίζει το συγκεκριμένο νομικό σημείο που εγείρεται και να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα. Κανονικά η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην Αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα, όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο αν αποφασιστεί υπέρ του αιτητή, αποφασίζεται η όλη υπόθεση, ή ένα ουσιώδες θέμα της αγωγής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες που τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Ακόμα, η διαταγή αυτή δεν εκδίδεται όταν υπάρχουν αμφισβητούμενα γεγονότα (βλ. Χ"Οικονόμου v. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949) (Βλ., μεταξύ άλλων, Costas Mavromoustaki v. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 CLR 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 CLR 322). Η Δ.27 Θ. 1 και 2 δεν έχει εφαρμογή προκειμένου περί πραγματικών θεμάτων ή ανάμεικτων νομικών και πραγματικών θεμάτων που αμφισβητούνται (βλ. ΕΥΡΙΠΙΔΗ ΛΕΩΝΙΔΑ ΠΑΝΑΓΙΔΗ κ.α. ν. ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 382/2012, 2/5/2018, Βαλανίδης ν Πανεπιστήμιο Κύπρου
(2008)1 ΑΑΔ 288 και Χ" Οικονόμου ανωτέρω). Όσον αφορά τις περιπτώσεις εκείνες που το εγειρόμενο νομικό σημείο είναι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου τότε, όχι απλώς είναι ορθό ή επιθυμητό να εκδικάζεται τούτο πριν την κυρίως αγωγή, αλλά και επιβάλλεται αυτή η διαδικασία. (Βλ. μεταξύ άλλων Kolokoudhias and Another v. Varnavidou a.o.
(1988)1 CLR 566, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ κ.α. v. Γενικού Εισαγγελέα κ.α.
(1991)2 ΑΑΔ 225). Σε περίπτωση όμως που χρειάζεται να ριχθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε ακρόαση (βλ. Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50 και Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 C.L.R. 461). Αν η περίπτωση δηλαδή απαιτεί πλήρη διακρίβωση του συνόλου των δεδομένων που την συνθέτουν και τα οποία δεν υπάρχουν ακόμη στην ολότητα τους τότε το προδικαστικό στάδιο δεν είναι το κατάλληλο για να εξεταστεί το νομικό ζήτημα που εγείρεται (βλ. Karic Banka D.D. (Cyprus Offshore Banking Unit) v. Χαρίλαος Αποστολίδης & Σια Λτδ
(2001)1Α Α.Α.Δ 530 και Σάββα ν. Λαϊκή Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ
(2009)1Β Α.Α.Δ 1609). Εφαρμόζοντας τις πιο πάνω αρχές στα όσα περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση και υπό κρίση αίτηση, παρατηρώ τα εξής: Παραγραφή Όσον αφορά το θέμα της παραγραφής ενός αγώγιμου δικαιώματος, όπως λέχθηκε στην Xατζηστυλλής Αλέκος ν. Μaude C Papadema και Άλλου
(2000)1 ΑΑΔ 551: «Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης. . Η πολιτική δικαιοδοσία διέπεται από τους δικούς της κανόνες. Σε σχέση δε με το ζήτημα που μας απασχολεί αυτό εξετάζεται εφόσον εγερθεί στα δικόγραφα (Βλ. Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337, 347, στην οποία υποδεικνύεται πως "αν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφο του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση". Στην ίδια υπόθεση υποδεικνύεται, επίσης, πως επιτυχία της ένστασης οδηγεί στην αναστολή της διαδικασίας. Παρόλο που στην πολιτική διαδικασία η πρόνοια για παραγραφή δεν έχει εξ αρχής την ίδια καταλυτική ενέργεια όπως συμβαίνει στο θέμα της προθεσμίας στην Αναθεωρητική δικαιοδοσία, εν τούτοις από τη στιγμή που τίθεται θέμα παραγραφής δεν πρέπει να προωθείται ο,τιδήποτε άλλο εκτός αν πρώτα το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν ευσταθεί. Εφόσον όμως το δικαστήριο διαπιστώσει ότι πράγματι υπάρχει ζήτημα παραγραφής τότε υπάρχει απόλυτη αδυναμία να τεθεί οποιοδήποτε άλλο θέμα για εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας. .Εδώ, αφού ηγέρθη το θέμα της παραγραφής ήταν το πρώτο που θα έπρεπε να είχε εξεταστεί γιατί απολήγει σε δικαιοδοτικό. Ήταν επομένως άτοπη η εξέταση άλλου θέματος από το πρωτόδικο δικαστήριο..Εσφαλμένα λοιπόν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εξέτασε πρώτα το ζήτημα της παραγραφής και εσφαλμένα έκρινε ότι η επίλυση του ζητήματος της συνταγματικότητας των σχετικών άρθρων δεν ήταν αναγκαία για την διάγνωση της ενώπιον του υπόθεσης. Πολύ πρόσφατα, στην υπόθεση ΜΑΡΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v ANDREAS MALAK κα, ECLI:CY:AD:2018:A297, Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012, ημερ. 21 Ιουνίου 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει την προδικαστική εκδίκαση του θέματος της παραγραφής με βάση το νομικό καθεστώς ως ίσχυε πριν την θέσπιση του Ν. 66(I)/2012, όταν και το θέμα μπορούσε να εγερθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, μη παραλείποντας όμως να σχολιάσει και τις ενδεχόμενες συνέπειες που ο προαναφερόμενος Νόμος του 2012 συνεπάγεται. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «.δεν προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά την εκ μέρους του υπόδειξη στους διαδίκους ότι εγειρόταν ζήτημα παραγραφής και άρα το θέμα θα έπρεπε να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα χωρίς δηλαδή να αναμένεται η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με την παρέλαση μαρτύρων και συνακόλουθης απώλειας δικαστικού χρόνου και εξόδων, εάν στο τέλος της ημέρας όντως κρινόταν ότι βάσιμα τέθηκε η υπεράσπιση της παραγραφής. Η Δ.27 θ.1, δίδει το στίγμα ότι το Δικαστήριο μπορεί να εγείρει και αυτεπάγγελτα το ζήτημα ενός νομικού σημείου που εγείρεται στη δικογραφία ούτως ώστε κατά το θεσμό 2 της ιδίας Διαταγής, η αγωγή να οδηγηθεί σε εκ προοιμίου απόρριψη εάν διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει καλό αγώγιμο δικαίωμα. Το ζήτημα είναι δικαιοδοτικό και ορθό είναι να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και να αποφασίζεται αναλόγως. Παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προεκδίκαση, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση. Αυτή η δυνατότητα παρέχεται ενόψει της σοβαρότητας του θέματος. Κατά αντιδιαστολή, αίτηση χρειάζεται από το διάδικο κατά τη θ.3 της Δ.27, σε συνδυασμό με τη Δ.48 θ.9(ο), όπου επιδιώκεται διάταγμα διαγραφής οποιουδήποτε δικογράφου λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία αγωγής ή υπεράσπιση ή όπου θεωρείται ότι η αγωγή ή η υπεράσπιση είναι επιπόλαιη και καταχρηστική οπότε το Δικαστήριο επί αιτήσει αποφασίζει το ζήτημα. Το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012, που δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και της εκδοθείσας απόφασης ο οποίος με το άρθρο 20 έχει προνοήσει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής. Οι αποφάσεις στην Φεσά ν. Κασάπη
(1998)1 Α.Α.Δ. 341 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να καταγραφούν, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση. Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο. Επομένως, ορθά από οποιαδήποτε θεώρηση ήγειρε το θέμα της παραγραφής το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ η έννοια και έκταση του πιο πάνω άρθρου 20, θα απασχολήσει αναμφίβολα κάποια στιγμή τη νομολογία.» Παρά όμως το γεγονός ότι η παραγραφή συνιστά δικαιοδοτικής φύσης θέμα, το οποίο, υπό κανονικές συνθήκες, επιβάλλεται όπως εξετάζεται προδικαστικά, εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση που επιβάλλει η Δ.27. Θ.1 όπως το θέμα εξετάζεται μόνο αν το αναγκαίο υπόβαθρο από το οποίο δύναται να εξαχθούν όλα τα ουσιώδη με την κατ' ισχυρισμό παραγραφή γεγονότα, είναι αποκρυσταλλωμένο και αδιαμφισβήτητο. Εδώ όμως είναι και που υστερεί η παρούσα αίτηση των εναγομένων. Εξηγώ. Η θέση των εναγομένων περί παραγραφής, εδράζεται στο γεγονός ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά την πάροδο τριών ετών από το επίδικο ατύχημα, ισχυρισμός ο οποίος προφανώς παραπέμπει στο χρονικό διάστημα που αναφέρεται και στις πρόνοιες του αρ. 68(α) Κεφ.148 αλλά και του αρ. 6
(1)του Ν. 66(Ι)/2012 στις οποίες η παρούσα αίτηση κάνει αναφορά. Αν και η αίτηση των εναγομένων όμως παραπέμπει και στα δύο αυτά νομοθετήματα, εντούτοις οι εναγόμενοι δεν αναφέρουν, είτε στην παρούσα αίτηση είτε στην υπεράσπιση τους, σε πιο ακριβώς από τα δύο νομοθετήματα είναι που βασίζουν τον ισχυρισμό τους περί παραγραφής. Στην αγόρευση τους, φαίνεται να περιορίζουν τον επί του προκειμένου ισχυρισμό τους στις πρόνοιες του Ν.66(Ι)/12 και ορθά κατά τη γνώμη μου αφού ο Ν. 66(Ι)/12, έχει, από την 1η Ιουλίου 2012 που τέθηκε σε ισχύ, καταργήσει ρητά το αρ.68 του Κεφ. 148 σε σχέση με πράξεις ή παραλείψεις που επεσυνέβηκαν κατά ή μετά την εν λόγω ημερομηνία (βλ. αρ.28, 29 και Παράρτημα Ν. 66(Ι)/12)[1] ως τέτοια πράξη ή παράλειψη συνιστά το επίδικο θέμα της παρούσας αγωγής. Με βάση όμως το Ν.66(Ι)/12, αν και ο χρόνος για την καταχώρηση αγωγής για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας, εξακολουθεί να είναι αυτός των τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής (βλ. αρ. 6
(2)), ο νομοθέτης έχει προνοήσει όπως, εξαιρουμένων κάποιων περιπτώσεων που αναφέρονται στο αρ.24 του Νόμου και οι οποίες δεν αφορούν στην παρούσα, ο χρόνος παραγραφής για όλα τα υπόλοιπα αγώγιμα δικαιώματα, αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016. Ο Νομοθέτης έχει επίσης προνοήσει όπως «σε οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης . ένεκα αστικού αδικήματος, το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και την διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα . να χειριστεί την υπόθεσή του, τη προσπάθεια του ενάγοντα . για εξασφάλιση των απαραιτήτων σχετικών στοιχείων και τη στάση του εναγομένου σε σχέση με την προσπάθεια αυτή και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας, να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής.». Στο σημείο αυτό παρεμβάλλω και τις πρόνοιες του αρ.13 και ειδικότερα του αρ. 13(β)[2], οι οποίες αφορούν στις περιπτώσεις όπου ο χρόνος παραγραφής αναστέλλεται και δεν υπολογίζεται στο σύνολο του μετρήσιμου χρόνου (βλ. αρ.15), καθώς και στις πρόνοιες του αρ.17(α), σύμφωνα με τις οποίες ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται και θεωρείται ότι αρχίζει να τρέχει εκ νέου εξ' υπαρχής[3]. Στην παρούσα υπόθεση, ο ενάγοντας ισχυρίζεται ότι μετά το επίδικο ατύχημα, υπεβλήθη σε χειρουργικές επεμβάσεις στις 23/08/13 και το Φεβρουάριο 2014 και ότι αυτό του προκάλεσε περαιτέρω ζημιές. Ισχυρίζεται επίσης ότι από την ημέρα του ατυχήματος και μέχρι και την καταχώρηση της αγωγής, προσπαθούσε μέσω διαπραγματεύσεων με την εναγομένη 1 να διευθετήσει την απαίτηση του πλην όμως η τελευταία δεν ανταποκρίνετο θετικά αν και ισχυρίζεται ότι η εν λόγω εναγόμενη δέχτηκε ευθύνη για το ατύχημα, τόσο ως ασφαλιστική εταιρεία όσο και εκ μέρους του ασφαλιζόμενου της, εναγόμενου 2, τουλάχιστο σε σχέση με το άλλο πρόσωπο που επέβαινε του οχήματος του ενάγοντα. Όλοι όμως οι πιο πάνω ισχυρισμοί του Ενάγοντα επί γεγονότων, οι οποίοι, όπως φαίνεται από τις πρόνοιες των αρ.6
(2), 13(α) και 17 του Νόμου που αναφέρονται ανωτέρω, άπτονται άμεσα του θέματος της παραγραφής και όχι μόνο ως προς το πότε δύναται να θεωρηθεί ότι άρχισε να μετρά ο χρόνος αλλά και ως προς το κατά πόσο θα ήταν δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εφαρμοστούν οι διατάξεις του Νόμου περί παραγραφής, δεν είναι παραδεκτοί από πλευράς εναγομένων, οι οποίοι μάλιστα αρνούνται και την ανάληψη οποιασδήποτε ευθύνης αλλά και ότι είχαν οποιαδήποτε επικοινωνία με τον ενάγοντα για το επίδικο ατύχημα (βλ. παρ. 8 και 12 Υπεράσπισης). Αν και στην αγόρευση τους βέβαια, οι εναγόμενοι επικαλούνται τον ισχυρισμό του ενάγοντα περί διαπραγματεύσεων μαζί τους για διευθέτηση της υπόθεσης, ως στοιχείο που κατ' εκείνους υποδηλοί πλήρη γνώση του ενάγοντα, από την πρώτη ημέρα, όλων των απαραίτητων για την καταχώρηση της αγωγής γεγονότων, εντούτοις η δικογραφημένη στάση τους εξακολουθεί να είναι η πλήρης άρνηση επί των προκειμένων. Υπό το φως των πιο πάνω αντίθετων εκδοχών και έχοντας κατά νου ότι ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του, έδωσε διακριτική εξουσία στο Δικαστήριο όπως αποφασίσει να μην εφαρμόσει τις πρόνοιες του Νόμου περί παραγραφής, όταν συνυπολογίσει μεταξύ άλλων και τις «.συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας.», κρίνω ότι δεν υπάρχει στο παρόν στάδιο το απαιτούμενο από τη Δ.27 παραδεκτό υπόβαθρο γεγονότων ώστε να μπορεί το θέμα της παραγραφής να εκδικαστεί προδικαστικά. Το θέμα μπορεί να εγερθεί και να αποφασιστεί μετά την ακροαματική διαδικασία, όταν και το Δικαστήριο θα προβεί στην ανάλογη δικαστική διεργασία ώστε να αποκρυσταλλώσει το πραγματικό πλαίσιο που περιβάλλει την υπόθεση. Επί αυτής της πτυχής επομένως, η παρούσα αίτηση απορρίπτεται. Ολιγωρία (Laches) Ο όρος αυτός εξετάστηκε ενδελεχώς στην υπόθεση ΑΤΗΚ ν Κλεάνθους
(2013)1 ΑΑΔ 158 όπου λέχθηκαν τα εξής: «Ο τεχνικός όρος laches, γιατί περί τεχνικού ουσιαστικά όρου πρόκειται, έλκει την προέλευση του από το λατινικό δόγμα vigilantibus non dormintibus, jure subveniunt (delay, defeats, equities or equity, aids, the vigilant and not the indolent). Πρόκειται για αρχή του δικαίου της επιείκειας, σύμφωνα με την οποία, καθυστέρηση στην επιδίωξη θεραπείας η οποία προβλέπεται από το δίκαιο της επιείκειας, μπορεί να αποτελέσει εμπόδιο στη χορήγηση της επιδιωκόμενης θεραπείας. Με άλλα λόγια, οι αρχές της επιείκειας δεν προστρέχουν προς βοήθεια του διάδικου ο οποίος, επαναπαυόμενος στα δικαιώματα του, επιδεικνύει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στη λήψη μέτρων για σκοπούς διασφάλισης τους. Όμως, περιθώριο για εφαρμογή της εν λόγω αρχής, δεν παρέχεται εκεί και όπου τυγχάνουν εφαρμογής ρητοί νομοθετικοί χρονικοί περιορισμοί στη διεκδίκηση αστικών δικαιωμάτων, έστω και αν η θεραπεία που επιδιώκεται είναι θεραπεία που προβλέπεται με βάση το δίκαιο της επιείκειας. Το κατά πόσο η συγκεκριμένη αρχή του δικαίου της επιείκειας τυγχάνει εφαρμογής σε μια συγκεκριμένη περίπτωση, συνιστά θέμα που ανάγεται στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου, εξουσία η οποία ασκείται με γνώμονα το συμφέρον της δικαιοσύνης και σε ουσιαστικό βαθμό εξαρτάται από το κατά πόσο θα ήταν ή όχι πρακτικά άδικο να δοθεί η αιτούμενη θεραπεία. Ο εναγόμενος, πέραν της καθυστέρησης, θα πρέπει να επιδείξει και τέτοιες ενέργειες στο διάστημα που μεσολάβησε μέχρι την έγερση της αγωγής, ώστε το συμφέρον της δικαιοσύνης να εξυπηρετείται με την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου υπέρ της απόρριψης της αιτούμενης θεραπείας. Όπως ξεκάθαρα συνάγεται από τα πιο πάνω, το κατά πόσο δύναται να εφαρμοστεί ή όχι το δόγμα της ολιγωρίας, εξαρτάται από το σύνολο των περιστατικών που περιβάλλουν μια υπόθεση και σε αυτό περιλαμβάνονται και οι τυχόν συνέπειες που έχουν προκληθεί από την επιδειχθείσα καθυστέρηση. Τα όσα επομένως έχω αναφέρει πιο πάνω σε σχέση με την ανυπαρξία, προς το παρόν, εκείνων των απαιτούμενων παραδεκτών γεγονότων που άπτονται άμεσα του υπό κρίση θέματος, εφαρμόζονται πλήρως και σε σχέση με το αίτημα για προδικαστική εκδίκαση της υπεράσπισης της ολιγωρίας (laches). Σε κάθε περίπτωση όμως, θα πρέπει επίσης να προβληματίσει το ότι στην παρούσα αγωγή φαίνεται να τυγχάνουν εφαρμογής ρητές νομοθετικές πρόνοιες αναφορικά με τα χρονικά περιθώρια διεκδίκησης των επίδικων αστικών δικαιωμάτων και το ότι δεν επιδιώκεται οποιαδήποτε θεραπεία με βάση το δίκαιο της επιείκειας, (βλ. Χατζηγαβριήλ Μιχάλης ν. Ellinas Finance Public Company Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 668 και Zερβός Παναγιώτης ν. Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1 ΑΑΔ 2357 - «.εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο» (βλ. Κλεάνθους ανωτέρω)). Παραβίαση δικαιώματος διάγνωσης αστικών δικαιωμάτων εντός ευλόγου χρόνου. Όπως λέχθηκε στην Παπακόκκινου Βερεγγάρια και Άλλη ν. Αγγελικής Σμυρλή και Άλλου
(2001)1 ΑΑΔ 1653, με αναφορά στην Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ., 149, «.το εύλογο του χρόνου για τη διάγνωση των δικαιωμάτων ή της ευθύνης του πολίτη εξαρτάται από σειρά παραγόντων που συσχετίζονται με τις ιδιομορφίες της υπόθεσης, τη φύση, το χαρακτήρα και το περίπλοκο των θεμάτων που εγείρονται προς επίλυση και τη διαγωγή των διαδίκων. (Βλ. επίσης Άρθρο 6.1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών που κυρώθηκε με το Ν. 39/62, και την ερμηνεία που αποδόθηκε στις διατάξεις του από την Επιτροπή και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων - DIGEST OF STRASBOURG CASE LAW, Vol.2 - Cases of Interpretation and Application of Article 6.1 of the Convention).». Η δίκαια δίκη δεν είναι κάτι που εξετάζεται αφηρημένα ή αποσπασματικά, αφού πρέπει να καταδειχθεί ότι πράγματι ένα πρόσωπο έχει επηρεαστεί δυσμενώς από την επιλήψιμη συμπεριφορά του αντιδίκου του. Εδώ όμως είναι και που αποκαλύπτεται η σοφία του νομοθέτη. Από τη μια υπάρχει το αρ. 30.2Σ, το οποίο περιέχει, ως επιβάλλεται, ομοιόμορφα κριτήρια για την εύρυθμη απονομή της δικαιοσύνης τόσο σε αστικές όσο και ποινικές υποθέσεις, κριτήρια όμως τα οποία δεν συνεπάγονται ούτε και συνδέονται με την παραγραφή αστικών δικαιωμάτων ή ποινικής ευθύνης (βλ. Paporis v. National Bank
(1986)1 C.L.R. 578 και Σμυρλή ανωτέρω). Από την άλλη υπάρχουν τα εξ' ίσου αναγκαία σε ένα κράτος δικαίου, περί Παραγραφής νομοθετήματα, τα οποία, σε αρμονία με το αρ. 30.2Σ, επιβάλλουν συγκεκριμένους χρονικούς περιορισμούς ώστε να διασφαλίζουν την τελεσιδικία και να «φιλτράρουν» τις καλόπιστες από τις κακόπιστες διώξεις, αστικές και ποινικές (βλ. Fekkas v. E.A.C.
(1968)1 C.L.R 173). Το κατά πόσο όμως σε μια υπόθεση έχει παραβιασθεί είτε το αρ. 30.2Σ είτε οι χρονικοί περιορισμοί παραγραφής, σοφά αφέθηκε στη διακριτική εξουσία των Δικαστηρίων, τα οποία θα πρέπει να εξετάζουν την κάθε περίπτωση με βάση το σύνολο των περιστατικών που την περιβάλλουν, έχοντας κατά νου και «.τις ιδιομορφίες της υπόθεσης.» αλλά και τις «.συνέπειες της καθυστέρησης.». Επαναλαμβάνω τα όσα ανέφερα ανωτέρω αναφορικά με την απουσία, στο παρόν στάδιο, όλων εκείνων των γεγονότων που θα πρέπει πρώτα να αποκρυσταλλωθούν ώστε να μπορεί να καταστεί δυνατή η εξέταση και αυτή η πτυχή της υπεράσπισης των εναγομένων. Στη βάση όλων των πιο πάνω, η αίτηση των εναγομένων για προδικαστική εκδίκαση των ενστάσεων που εγείρονται προδικαστικά με την υπεράσπιση, δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται με έξοδα υπέρ του ενάγοντα και εναντίον των εναγομένων ως αυτά θα υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Άδεια για εκδίκαση Προδικαστικού Σημείου - Παραγραφή [1] 28. Ο παρών Νόμος τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2012. 29.-
(1)Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου καταργούνται οι νόμοι που αναφέρονται στην πρώτη στήλη του Παραρτήματος και στην έκταση που αναφέρεται στη δεύτερη στήλη του εν λόγω Παραρτήματος.
(2)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 24 του παρόντος Νόμου, ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη σε οποιοδήποτε ειδικό νόμο προθεσμία για παραγραφή, σε περίπτωση σύγκρουσης υπερισχύουν οι πρόνοιες του παρόντος Νόμου. Παράρτημα - Ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ.
- άρθρο 68 - αλλά μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου [2]
- Ο χρόνος παραγραφής αναστέλλεται σε οποιανδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (β) για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής ο εναγόμενος ή πρόσωπο για το οποίο ο εναγόμενος υπέχει ευθύνη απέτρεψε τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή· [3]
- Ο χρόνος παραγραφής διακόπτεται και θεωρείται ότι αρχίζει να τρέχει εκ νέου εξ υπαρχής στις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) όταν ο υπόχρεος αναγνωρίσει εγγράφως το σε βάρος του δικαίωμα αγωγής, cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο