← Κύπρος

SAKRET ZEIPEKKIS LTD ν. MAVROPOULOS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 554/2012, 9/8/2018

SAKRET ZEIPEKKIS LTD ν. MAVROPOULOS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LIMITED, Αρ. Αγωγής: 554/2012, 9/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A336 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 554/2012 Μεταξύ: SAKRET ZEIPEKKIS LTD, εκ Λεμεσού Ενάγοντες -ν- MAVROPOULOS CONSTRUCTIONS & DEVELOPMENTS LIMITED, εκ Λεμεσού Εναγόμενοι -------------------------------------- Ημερομηνία: 9 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Μ. Κονής με κα. Διάκου για Π. Α. Λεωνίδου & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κ. Γ. Χριστοδουλίδης (προσωπικά και για Μ. Ι. Κυριακίδης ΔΕΠΕ) -------------------------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησαν στις 07/02/2012, οι Ενάγοντες, οι οποίοι δραστηριοποιούνται στον τομέα της εμπορίας και πώλησης δομικών υλικών και συναφή εμπορευμάτων, αξιώνουν από τους Εναγόμενους πελάτες τους, ποσό €20.542,67 «ως υπόλοιπο από την αγορά δομικών υλικών και/ή εμπορευμάτων .», πλέον τόκο από τις 19/09/

  1. Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι στα πλαίσια συμφωνίας των διαδίκων, ανέλαβαν όπως πωλούν και παραδίδουν στους τελευταίους έναντι συμφωνημένου τιμήματος πώλησης και στη βάση τιμολογίων, δομικά υλικά και εμπορεύματα, την αξία των οποίων, μετά την πώληση τους και την έκδοση των σχετικών τιμολογίων, θα την χρέωναν σε συγκεκριμένο λογαριασμό που θα τηρούσαν στο όνομα των Εναγομένων. Είναι επίσης η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι στα πλαίσια της μεταξύ των μερών συμφωνίας, είχαν πωλήσει και παραδώσει στους Εναγόμενους, διάφορα προϊόντα έναντι τιμολογίων και χρέωσαν αναλόγως το σχετικό λογαριασμό των Εναγομένων με αριθμό D
  2. Ο εν λόγω λογαριασμός, ισχυρίζονται περαιτέρω οι Ενάγοντες, παρουσίαζε, μετά και την τελευταία πληρωμή που οι Εναγόμενοι έκαναν στις 07/05/2010, χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €20.542,67, το οποίο υπόλοιπο, από τις 19/09/11 μέχρι και σήμερα, οι τελευταίοι παραλείπουν να το εξοφλήσουν παρά τις επανειλημμένες προφορικές και γραπτές εκκλήσεις των Εναγόντων. Με την Υπεράσπιση τους, οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν αφ' ενός άγνοια και συνεπώς άρνηση για την ύπαρξη οποιασδήποτε συμφωνίας μεταξύ των μερών και αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί πώλησης και παράδοσης σε αυτούς, δομικών υλικών και εμπορευμάτων. Κάλεσαν δε τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους, απαιτώντας όπως οι τελευταίοι τους εφοδιάσουν με «κάθε σχετικό και αναγκαίο έγγραφο». Αφ' ετέρου οι Εναγόμενοι, αρνούμενοι ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό στους Ενάγοντες, ισχυρίστηκαν ότι το κατ' ισχυρισμό αξιούμενο οφειλόμενο υπόλοιπο «.είναι διογκωμένον, εξωπραγματικό και μη οφειλόμενο» και ισχυρίστηκαν ότι «.και αν αυτοί οφείλουν κάποιο ποσό στους Ενάγοντες (από την παράδωση προς αυτούς κακής ποιότητας και ελαττωματικών δομικών υλικών) υπό οιανδήποτε άλλην συναλλαγή και/ή δοσοληψία και/ή ονομασίαν τούτο είναι ευτελές και ασήμαντο». Μαρτυρία κατά την ακρόαση έδωσαν εκ μέρους των Εναγόντων ο Μ. Ελπιδώρου, εγκεκριμένος λογιστής, οικονομικός διευθυντής των Εναγόντων και υπεύθυνος του λογιστηρίου τους (ΜΕ1) και ο Π. Γεωργίου, υπεύθυνος έργων των Εναγόντων (ΜΕ2). Ο ΜΕ1, η ουσία της κυρίως εξέτασης του οποίου έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Α), υιοθέτησε και επανέλαβε ουσιαστικά τους δικογραφημένους ισχυρισμούς που περιέχονται στην Ε/Α. Ανέφερε ο μάρτυρας ότι ως εκ της θέσης του στους Ενάγοντες, γνωρίζει προσωπικά τα όσα αφορούν στην παρούσα υπόθεση καθώς και τα όσα περιέχονται στις καταστάσεις του λογαριασμού των Εναγομένων που τηρούνται στο λογιστήριο των εναγόντων. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι η συνεργασία των Εναγόντων με τους Εναγόμενους ξεκίνησε από το 2006 και κυλούσε πάντα στις γραμμές της ίδιας διαδικασίας. Οι Εναγόμενοι, στο όνομα των οποίων οι Ενάγοντες τηρούσαν λογαριασμό συναλλαγών με αρ. D0172, επικοινωνούσαν με τους Ενάγοντες και υπέβαλλαν παραγγελίες για εμπορεύματα που ήθελαν, η κάθε παραγγελία ετοιμάζετο από τους αρμόδιους υπάλληλους των Εναγόντων, εκδίδετο σχετικό τιμολόγιο στο οποίο αναφέρετο τόσο το όνομα του πελάτη, τα στοιχεία του και η αξία της παραγγελίας όσο και το προηγούμενο υπόλοιπο του λογαριασμού (previous balance) κατά το χρόνο έκδοσης του τιμολογίου και στη συνέχεια, η παραγγελία και το τιμολόγιο παραδίδονταν στους Εναγόμενους ή στους αντιπροσώπους αυτών, οι οποίοι και υπέγραφαν το σχετικό τιμολόγιο, δηλώνοντας έτσι την ικανοποίηση και την αποδοχή τους σε σχέση με τα όσα εκεί καταγράφονταν. Με αυτόν τον τρόπο, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ο πελάτης, ήτοι οι Εναγόμενοι, γνώριζαν ανά πάσα στιγμή ποιο ήταν το υπόλοιπο του λογαριασμού τους και το οποίο υπόλοιπο, υπογράφοντας το σχετικό τιμολόγιο, το αποδέχονταν χωρίς ποτέ να εκφράσουν οποιοδήποτε παράπονο. Ήταν ουσιαστικά η θέση του μάρτυρα ότι από την όλη συνεργασία των μερών, στα πλαίσια της οποίας ο λογαριασμός των Εναγομένων χρεοπιστώνετο αναλόγως των εκάστοτε αγορών και πληρωμών τους, προέκυψε, μετά και την τελευταία πληρωμή που οι Εναγόμενοι έκαναν στις 07/05/10, οφειλόμενο υπόλοιπο €20.542,67 το οποίο ουδέποτε εξοφλήθηκε. Ουσιαστικά, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, από την αρχή της συνεργασίας των μερών μέχρι και το τέλος του 2008 οι Εναγόμενοι όφειλαν στους Ενάγοντες από πωλήσεις προϊόντων, το ποσό των €18.913,39 ενώ κατά την περίοδο 2009 - 2010 και συγκεκριμένα 14/01/2009 - 07/05/2010, οι Ενάγοντες, κατόπιν παραγγελιών που είχαν υποβάλει οι Εναγόμενοι, πώλησαν και παρέδωσαν στους τελευταίους αριθμό εμπορευμάτων, συνολικής αξίας €42,829.28, για τα οποία εμπορεύματα, αφού εξέδωσαν σχετικά τιμολόγια, το τελευταίο στις 24/03/2010, χρέωσαν ανάλογα και το λογαριασμό των Εναγομένων. Κατά την ίδια περίοδο, δηλαδή 14/01/2009 - 07/05/2010 σύμφωνα με τον μάρτυρα, οι Εναγόμενοι προέβησαν σε διάφορες πληρωμές έναντι του λογαριασμού τους, η τελευταία στις 07/05/2010, όλες τους συνολικής αξίας €41.200, με τις οποίες και πιστώθηκε ο λογαριασμός τους οπόταν και προέκυψε το αξιούμενο υπόλοιπο. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο ΜΕ1 κατέθεσε πλήρη αναλυτική κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων, από την αρχή μέχρι το τέλος της συνεργασίας τους με τους Εναγόμενους, ήτοι κατάσταση από το 2006 μέχρι και το τέλος του 2008 (βλ. Τεκ.3) και κατάσταση από 01/01/2009 μέχρι και τις 07/05/2010 (βλ.Τεκ.3Β), τα τιμολόγια που εκδόθηκαν από τις 14/01/2009 ως τις 24/03/2010 (βλ. Τεκ.4(α-τ)) και τις αποδείξεις είσπραξης των πληρωμών που έκαναν οι Εναγόμενοι κατά το 2009 και 2010 (βλ. Τεκ.5). Ο ΜΕ1 έτυχε εκτενούς αντεξέτασης από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγομένων ιδιαίτερα ως προς το πώς είναι που προέκυψε το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο των €18.913,39 πριν το 2009, το οποίο παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκ.3) να μεταφέρεται ως τέτοιο χρεωστικό υπόλοιπο το
  3. Του υπεβλήθη από τον συνήγορο ότι οι Εναγόμενοι είχαν εξοφλήσει πλήρως τις οφειλές τους μέχρι και το 2009 και ότι το φερόμενο ως οφειλόμενο υπόλοιπο είναι αυθαίρετο και ουδόλως μπορεί να στοιχειοθετηθεί. Ο μάρτυρας απέρριψε τις εν λόγω υποβολές παραπέμποντας στο σύνολο των καταγραφών στην κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων καθώς και στα παρουσιασθέντα τιμολόγια, τα οποία, ως ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, όπως και όλα τα τιμολόγια που κατά καιρούς εκδίδονταν και παραδίδονταν στους Εναγόμενους, ανέφεραν πάντοτε το προηγούμενο υπόλοιπο του λογαριασμού και το οποίο οι Εναγόμενοι αποδέχονταν δια της υπογραφής τους. Ισχυρίστηκε επίσης ο μάρτυρας ότι παρά τη συνεχή ενημέρωση των Εναγομένων ως προς το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού τους, ουδέποτε οι τελευταίοι εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο ή αμφισβήτησαν οποιοδήποτε ποσό. Αντεξετάσθηκε επίσης ο μάρτυρας ως προς το που βρίσκονται τα τιμολόγια που αφορούσαν τα έτη πριν το 2009 από τα οποία και προέκυψε το τότε κατ' ισχυρισμό υπόλοιπο των €18.913,
  4. Παραπέμποντας και πάλι στο σύνολο των καταγραφών που φαίνονται στη συνολική και αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι ο λογαριασμός των Εναγομένων, ιδώμενος συνολικά, δηλαδή από την αρχή μέχρι το τέλος (2006-2010), παρουσιάζει το ίδιο οφειλόμενο υπόλοιπο, ήτοι €20.842,52, με το να ιδωθεί τμηματικά, δηλαδή οι χρεωπιστώσεις που έγιναν από το 2006 μέχρι το τέλος του 2008 και οι χρεωπιστώσεις που έγιναν κατά την περίοδο 2009 - 2010, εφόσον οι πληρωμές που έγιναν κατά την περίοδο 2009 - 2010 ουσιαστικά εξόφλησαν τις οφειλές που είχαν δημιουργηθεί μέχρι το
  5. Ουδέν θα εξυπηρετούσε, υποστήριξε ο μάρτυρας, η προσκόμιση των εν λόγω τιμολογίων. Υπεβλήθη επίσης στον μάρτυρα ότι παρατηρείται διάσταση μεταξύ των υπολοίπων που αναφέρονται στα τιμολόγια και των καταστάσεων λογαριασμού και του υπεδείχθη συγκεκριμένα το πρώτο τιμολόγιο του 2009, ήτοι το τιμολόγιο της 14/01/2009 με αρ.9269, το οποίο αναφέρει ως προηγούμενο υπόλοιπο το ποσό των €16.984,26 ενώ η κατάσταση λογαριασμού κατά την αντίστοιχη ημερομηνία, αναφέρει ως οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €18.913,
  6. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι καμία τέτοια διάσταση υπάρχει, αφού η «δήθεν» διαφορά που παρατηρείται μεταξύ του εν λόγω τιμολογίου και της κατάστασης λογαριασμού, οφείλεται καθαρά στη διαφορά του χρόνου έκδοσης του τιμολογίου και του χρόνου ενημέρωσης της κατάστασης, ενόψει και του ότι επρόκειτο τότε για την αλλαγή του οικονομικού έτους. Παραπέμποντας στις καταγραφές που υπάρχουν στην κατάσταση λογαριασμού πριν τις 14/01/2009, ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι κατά την έκδοση του συγκεκριμένου τιμολογίου ενδεχομένως να μην είχαν ακόμη περαστεί στο σύστημα οι τελευταίες χρεοπιστώσεις που είχαν γίνει οπόταν και το υπόλοιπο φαινόταν να είναι €16.984,
  7. Μετά όμως που οι εν λόγω χρεοπιστώσεις περάστηκαν στην κατάσταση, το υπόλοιπο αναπροσαρμόστηκε, εξ' ου και το αμέσως επόμενο τιμολόγιο, ήτοι το τιμολόγιο που εκδόθηκε μόλις έξι μέρες αργότερα στις 20/01/2009 με αρ.9356, το οποίο οι Εναγόμενοι επίσης αποδέχθηκαν δια της υπογραφής τους, αναφέρει ως οφειλόμενο υπόλοιπο το ποσό των €20.842,52, το οποίο ανταποκρίνεται στο υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού κατά την αντίστοιχη ημερομηνία. Το ίδιο παρατηρείται, ανέφερε ο μάρτυρας και στα υπόλοιπα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί τα οποία ανταποκρίνονται πλήρως στην κατάσταση λογαριασμού. Υπεβλήθη τέλος στον μάρτυρα ότι η μεταφορά του χρεωστικού υπολοίπου των €18.913,39 ήταν αυθαίρετη και ότι το μόνο ποσό που οφείλουν οι Εναγόμενοι είναι το ποσό των €1.629,28, ήτοι τη διαφορά μεταξύ των χρεώσεων και πιστώσεων που έγιναν κατά το 2009 και 2010, θέση την οποία ο μάρτυρας απέρριψε κατηγορηματικά, εμμένοντας στις προηγούμενες θέσεις του. Ο ΜΕ2 αναφέρθηκε και αυτός στη διαδικασία με την οποία διεξαγόταν η συνεργασία των διαδίκων, ήτοι ότι μετά που οι Εναγόμενοι υπέβαλλαν την παραγγελία τους, γίνετο συνεννόηση ως προς τον τόπο και το πρόσωπο που θα την παραλάβει, εκδίδετο σχετικό τιμολόγιο εις διπλούν το οποίο υπογράφετο από την κοπέλα του λογιστηρίου και το οποίο τιμολόγιο στη συνέχεια, υπέγραφε και ο παραλήπτης των προϊόντων κατά την παράδοση. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι κατά τακτά χρονικά διαστήματα, οι διάδικοι συνεννοούνταν τηλεφωνικά ώστε να συναντηθούν για να γίνει πληρωμή από τους Εναγόμενους, οπόταν και μετέβαινε ο ίδιος στον χώρο των Εναγομένων έχοντας μαζί του σχετικό μπλοκ αποδείξεων είσπραξης καθώς και αντίγραφο της εκάστοτε κατάστασης λογαριασμού το οποίο παρέδιδε στους Εναγόμενους για ενημέρωση τους. Συνήθως, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, αυτός συναντούσε τη λογίστρια των τελευταίων και σε κάποιες περιπτώσεις και κάποιο από τους διευθυντές τους, όπως τέτοιος διευθυντής ήταν ο Γ. Χαραλάμπους (ΜΥ1), τον οποίο ο μάρτυρας αναγνώρισε και υπέδειξε εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι κατά τις εν λόγω συναντήσεις παρέδιδε πάντοτε κατάσταση λογαριασμού στους Εναγόμενους, από τις οποίες φαινόταν ξεκάθαρα το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού τους, λάμβανε την πληρωμή και εξέδιδε σχετική απόδειξη έναντι του λογαριασμού την οποία τους παρέδιδε. Δεν συνήθιζε να κρατά αντίγραφο των καταστάσεων που έδινε στους Εναγόμενους, εφόσον, ως ισχυρίστηκε, δεν είχε λόγο για να κρατά τέτοιο αντίγραφο ενόψει του ότι ουδέποτε οι Εναγόμενοι εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο για το υπόλοιπο του λογαριασμού τους. Θυμάται όμως ότι για όλες όσες εισπράξεις ο ίδιος έκανε, αυτός είχε προηγουμένως παραδώσει και σχετική κατάσταση λογαριασμού. Αυτή άλλωστε ήταν, ως ισχυρίστηκε, και η πρακτική του ιδίου και των Εναγόντων. Αναγνώρισε την υπογραφή του ο μάρτυρας σε όλες τις αποδείξεις είσπραξης του Τεκ. 5 και ανέφερε ότι όλες αυτές αφορούν αποδείξεις εισπράξεων που ο ίδιος εξέδωσε, αφού πρώτα παρέλαβε τις εκεί αναφερόμενες πληρωμές από τους Εναγόμενους και αφού τους είχε εφοδιάσει με σχετική κατάσταση λογαριασμού. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πλευράς των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι προσέφεραν προς υποστήριξη της υπεράσπισης τους, μόνο τη μαρτυρία του διευθυντή και μέτοχου τους Γ. Χαραλάμπους (ΜΥ1). Κατά τη μαρτυρία του, ο ΜΥ1 δέχθηκε ότι οι Εναγόμενοι είχαν συνεργασία με τους Ενάγοντες, ως οι τελευταίοι ισχυρίστηκαν, τουλάχιστον από το 2006 μέχρι και τις 07/05/
  8. Δέχθηκε επίσης ότι στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας, οι Εναγόμενοι παρήγγειλαν και αγόρασαν εμπορεύματα από τους Ενάγοντες, η αξία των οποίων χρεώθηκε στον σχετικό λογαριασμό που οι τελευταίοι τηρούσαν. Πρόσθετα τούτου, ο ΜΥ1 δέχθηκε ως ορθά όλα τα τιμολόγια που περιλαμβάνονται στο Τεκ.4 και ως ορθές, όλες τις αποδείξεις είσπραξης που περιλαμβάνονται στο Τεκ.5 και ανέφερε ότι δεν αμφισβητεί ότι οι Εναγόμενοι, όντως παρέλαβαν όλα τα προϊόντα που αναφέρονται στα εν λόγω τιμολόγια και ότι αυτά φέρουν την υπογραφή κάποιου υπαλλήλου των Εναγόντων, τον οποίο όμως δεν μπορεί να αναγνωρίσει από την υπογραφή στο τιμολόγιο. Ισχυρίστηκε ο ΜΥ1 ότι ουδέποτε αντιλήφθηκε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε υπάλληλος του την αναφορά σε «previous balance» στα τιμολόγια που παραλάμβαναν, εφόσον δεν τον ενδιέφερε οτιδήποτε άλλο αναφέρετο στα εν λόγω τιμολόγια εκτός από την αναφορά των εμπορευμάτων στα οποία αφορούσαν και ότι σε κάθε περίπτωση ούτε καλά αγγλικά γνωρίζει. Ήταν δε η θέση του ΜΥ1ότι «Με τη συγκεκριμένη εταιρεία υπόλοιπα είχαμε. Εφέρναν μας υλικά, επληρώναμεν τους, είχαμεν πάντα. εντάξει, είναι συνηθισμένο να έχεις έναν υπόλοιπο μικρό €500 €1.000 €1.
  9. Σίγουρα όχι έτσι χιλιάδες που λέει δαμέ.». Κατά την αντεξέταση του, ανέφερε τα εξής σε σχέση με την αναφορά σε «προηγούμενο υπόλοιπο» που υπήρχε στα τιμολόγια που δέχτηκε ότι οι Εναγόμενοι παραλάμβαναν: «. τα τιμολόγια πήγαιναν στο γραφείο. Κάθε Παρασκευή, όπως ανάφερε και ο κ. XXXXX (ΜΕ2), πήγαινε η γυναίκα του αδελφού μου ήταν, δεν ήταν ούτε υπάλληλος μας στο γραφείο, για να αναλαμβάνει να πληρώνει τον κ. XXXXX, τον κ. XXXXX . τους προμηθευτές. Δεν είχε γνώση να κάτσει να τσιακκάρει τωρά ή να δει το τιμολόγιο που της πήρε ο κ. XXXXX αν έγραφε πάνω previous balance. Τούτα ούλλα έκαμνεν τα ο λογιστής μας μετά που εκλείαμεν τον χρόνο και έγιναν τούτα που έγιναν. Η κοπέλα που έπιανε τις πληρωμές δεν είναι λογίστρια, ξανατονίζω το. και ο ίδιος ανέφερε (ο ΜΕ2) ότι έκαμνε μια συνεννόηση, πήγαινε που το γραφείο, δεν ήμουν εγώ, είπεν το, ήταν η κοπέλα, επλήρωνεν του. η κοπέλα δεν μπορούσε να ξέρει το previous balance που γράφει πάνω, τι ήταν. Εγώ εδιούσα εντολές, όπως είναι το συνηθισμένο στις δουλειές μου. Έχουμε μιαν είσπραξη "Δώσ' τους ούλλους που τόσα, που 500, που 1.000". Την άλλη εφτομά το ίδιο. Έτσι έκαμνε και ο κ. XXXXX, ρωτάτε τον, έρκετουν τζιαμέ έπιανεν 1.
  10. Τα τιμολόγια δεν τα αμφισβητούμε. Ήξερα ότι εχρώστουν έναν ποσό, εδιούσα έναντι και το ποσό ποτέ του δεν εφκήκε 20.000 που λέουν. Πάντα είχα έναντι οφειλής, έπιαναν συνεχόμενα». Στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του, ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι κανένα ποσό όφειλαν οι Εναγόμενοι κατά το τέλος του
  11. Ισχυρίστηκε επίσης ότι για το ποσό των €18.913,39 που παρουσιάζεται στην κατάσταση λογαριασμού των Εναγόντων να συνιστά χρεωστικό υπόλοιπο κατά το τέλος του 2008 και να μεταφέρεται ως τέτοιο υπόλοιπο στο 2009, οι Ενάγοντες «κάπου έχουν λάθος». Τον ισχυρισμό του αυτό περί «λάθους» των Εναγόντων, ο ΜΥ1 τον υποστήριξε με αναφορά στην «διάσταση» που κατ' εκείνον παρατηρείται μεταξύ του αναφερόμενου ως προηγούμενου υπόλοιπου στο τιμολόγιο ημερ.14/01/2009 και του υπολοίπου που αναγράφεται για την αντίστοιχη ημερομηνία στην κατάσταση λογαριασμού. Υποδείχθηκαν στον μάρτυρα οι αποδείξεις είσπραξης (Τεκ.5) και συγκεκριμένα οι εκεί ρητές αναφορές σε πληρωμές έναντι λογαριασμού. Του υπεβλήθη συναφώς ότι, από τις εν λόγω αποδείξεις, που και ο ίδιος δέχθηκε ως ορθές, προέκυπτε αφ' ενός ότι οι πληρωμές που έκαναν οι Εναγόμενοι δεν αφορούσαν ποτέ σε εξόφληση τιμολογίων αλλά ήταν έναντι υπολοίπου λογαριασμού και αφ' ετέρου ότι πάντοτε υπήρχε οφειλόμενο υπόλοιπο για το οποίο αυτός ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε. Ο μάρτυρας απάντησε ότι οι Εναγόμενοι θεωρούσαν ότι πλήρωναν έναντι των τιμολογίων που εκδίδονταν και όταν αντιλήφθηκαν ότι τελικά οι πληρωμές τους πιστώνονταν έναντι λογαριασμού, «. τσακωθήκαμε, αλλά άρκησα». Ισχυρίστηκε τέλος ο μάρτυρας ότι, πλην της μεταφοράς του ποσού των €18.913,39 που μεταφέρεται ως χρεωστικό υπόλοιπο το 2009, δεν αμφισβητεί και δέχεται μόνο όλα όσα καταγράφονται στο Τεκ.3, ήτοι την κατάσταση του λογαριασμού των Εναγομένων, για την περίοδο 2009 -
  12. Από την εν λόγω κατάσταση, την οποία ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι επιβεβαίωσε και με τα δικά του στοιχεία, προκύπτει, κατ' εκείνον, ότι το μόνο ποσό που οφείλουν οι Εναγόμενοι είναι το ποσό των €1.629,28 που είναι και η διαφορά στις χρεοπιστώσεις που έγιναν κατά την εν λόγω περίοδο. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας της πλευράς των Εναγομένων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών προχώρησαν με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών τελικών αγορεύσεων, αναφορά στο περιεχόμενο των οποίων κάνω πιο κάτω, όπου κρίνεται αναγκαίο. Αναφέρω εδώ ότι αμφότεροι, επικαλούμενοι την αξιοπιστία των μαρτύρων της πλευράς τους, έναντι των μαρτύρων της άλλης πλευράς, υποστήριξαν, ο μεν κ. Κονής ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν πλήρως να αποδείξουν τις αξιώσεις τους, ο δε κ. Χριστοδουλίδης, ότι το μόνο που αποδείχθηκε ήταν η παραδεκτή οφειλή για το ποσό των €1.629,28, εφόσον, κατά τον συνήγορο, οι Ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν πώς είναι που προέκυψε το κατ' ισχυρισμό «αρχικό υπόλοιπο» των €18.913,
  13. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Έστω και αν κατά τη διάρκεια της ακρόασης φάνηκαν να περιπλέκονται θέματα υπολοίπου λογαριασμού και απλήρωτων τιμολογίων, η ουσία της υπόθεσης είναι απλή. Πρόκειται για μια συνηθισμένη περίπτωση, ισχυριζόμενου χρεωστικού υπολοίπου λογαριασμού, που ως προκύπτει και από την Ε/Α, αφορά στο υπόλοιπο που κατά τους Ενάγοντες παρουσίαζε ο λογαριασμός που τηρούσαν σε σχέση με τα εμπορεύματα που κατά καιρούς αγόραζαν από αυτούς οι Εναγόμενοι, από την αρχή της συνεργασίας τους μέχρι τέλους. Αυτό άλλωστε είναι και που προκύπτει ξεκάθαρα από το δικόγραφο των Εναγόντων, ανεξαρτήτως του πώς χαρακτηρίστηκε η υπόθεση από τους διάδικους ή της μαρτυρίας που αμφότεροι οι διάδικοι επέλεξαν να προσκομίσουν. (βλ. CHEESELINE LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ ΥΙΟΙ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/5/2014 Demil Co. Ltd ν. A Panayides Contracting Ltd,
(2008)1 Α.Α.Δ. 661 και Evangelou κ.ά. v. Minerva Finance
(2004)1 A.A.Δ. 1734). Εν πάσει περιπτώσει, όπως φαίνεται και από τις αγορεύσεις των συνηγόρων των μερών, και αυτοί αντιλήφθηκαν και αντιμετώπισαν την υπόθεση ως αφορώσα αποκλειστικά ισχυριζόμενο χρεωστικό υπόλοιπο λογαριασμού, εξ' ου και η όλη επιχειρηματολογία τους περιστράφηκε γύρω από το κατά πόσο αποδείχθηκε ή όχι το αξιούμενο υπόλοιπο. Η συνεργασία πώλησης και παράδοσης εμπορευμάτων των διαδίκων είναι παραδεκτή. Ότι στα πλαίσια αυτής της συνεργασίας, οι Ενάγοντες παρέδιδαν στους Εναγόμενους, κατόπιν παραγγελίας, διάφορα εμπορεύματα για τα οποία εξέδιδαν σχετικό τιμολόγιο και το οποίο επίσης παρέδιδαν στους τελευταίους έναντι της υπογραφής τους καθώς και ότι οι Εναγόμενοι κατά καιρούς προέβαιναν σε διάφορες πληρωμές οι οποίες πιστώνονταν έναντι του υπολοίπου του λογαριασμού τους, δεν αμφισβητείται. Ούτε όμως αμφισβητείται ότι για τις διάφορες αγορές και πληρωμές των Εναγομένων, οι Ενάγοντες τηρούσαν τον επίδικο λογαριασμό και τον οποίο χρεοπίστωναν αναλόγως. Είναι δε παραδεκτό ότι κατά το 2009, ως και τις 07/05/2010, οι Εναγόμενοι αγόρασαν και παρέλαβαν από τους Ενάγοντες τα προϊόντα που καταγράφονται στα τιμολόγια (Τεκ.4) και κατέβαλαν τις πληρωμές που φαίνονται στις αποδείξεις είσπραξης (Τεκ.5). Συνιστά επίσης παραδεκτό γεγονός ότι, εξαιρουμένου του αρχικού μεταφερόμενου υπολοίπου των €18.913,39, τα όσα καταγράφονται στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού που αφορά στην περίοδο 2009 μέχρι και 2010 (Τεκ.3), είναι ορθά και αληθή. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητείται και συνιστά το επίδικο θέμα της υπόθεσης, είναι το πώς κατέληξε ο λογαριασμός των Εναγομένων να παρουσιάζει το οφειλόμενο υπόλοιπο που ισχυρίζονται με την αγωγή τους οι Ενάγοντες, ήτοι το ποσό των €20.542,
  1. Η εκδοχή των Εναγόντων είναι ότι το εν λόγω υπόλοιπο προκύπτει από τις διάφορες συναλλαγές που είχαν με τους Εναγόμενους, ως οι εν λόγω συναλλαγές καταγράφονται στην αναλυτική κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν από το 2006 μέχρι και τις 07/05/2010 (Τεκ. 3 και 3Β) ενώ οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες «κάπου έχουν λάθος», εφόσον κατ' εκείνους, κανένα ποσό όφειλαν κατά τη λήξη του 2008 και ότι το μόνο ποσό που όντως οφείλουν, είναι το ποσό των €1.629,28 που προκύπτει ως οφειλόμενο από τις συναλλαγές του 2009 -
  2. Έχοντας σκιαγραφήσει το πλαίσιο εντός του οποίου κύλησε η υπόθεση αμφότερων των διαδίκων, προχωρώ να αξιολογήσω την ενώπιον μου μαρτυρία. Αμφότεροι οι μάρτυρες των Εναγόντων, ήτοι ΜΕ1 και ΜΕ2, μου έκαναν καλή εντύπωση. Ήταν ειλικρινείς και αυθόρμητοι στις απαντήσεις τους και είχαν προσωπική γνώση για τα όσα κατέθεσαν. Η μαρτυρία τους άλλωστε ως προς τον τρόπο με τον οποίο συνεργάζονταν τα μέρη όχι μόνο δεν αμφισβητήθηκε αλλά αντίθετα προέκυψε να συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών. Υπενθυμίζω ότι έγινε αποδεκτό από την υπεράσπιση ότι οι Ενάγοντες πωλούσαν και παρέδιδαν στους Εναγόμενους εμπορεύματα καθ' όλη τη διάρκεια της συνεργασίας τους, ότι κατά την παράδοση των εν λόγω εμπορευμάτων τους παραδίδονταν και σχετικά τιμολόγια τα οποία υπογράφονταν από πρόσωπο που παραλάμβανε τα προϊόντα εκ μέρους των Εναγομένων και ότι ο λογαριασμός των Εναγομένων χρεοπιστώνετο αναλόγως των αγορών και των πληρωμών που αυτοί έκαναν. Πρόσθετα όμως των πιο πάνω, κατά τη μαρτυρία του ΜΥ1 επιβεβαιώθηκε και η θέση του ΜΕ2 ότι σε τακτά χρονικά διαστήματα αυτός επισκεπτόταν τους Εναγόμενους για να εισπράξει τις πληρωμές τους («Κάθε Παρασκευή, όπως ανάφερα και ο κ. Πάρης πήγαινε .») και ότι κατά τις εν λόγω επισκέψεις του, οι Εναγόμενοι τον πλήρωναν διάφορα ποσά για τα οποία αυτός εξέδιδε απόδειξη στην οποία καταγράφετο ότι η πληρωμή γινόταν «έναντι λογαριασμού». Οι αποδείξεις μάλιστα που ο εν λόγω μάρτυρας ανέφερε ότι εξέδωσε κατά τις εν λόγω επισκέψεις του (βλ. Τεκ.5) ήταν πλήρως αποδεκτές από πλευράς υπεράσπισης. Στην ουσία δεν αμφισβητήθηκε ούτε και το ότι τα τιμολόγια που παραδίδονταν στους Εναγόμενους ανέγραφαν επί αυτών το προηγούμενο υπόλοιπο του λογαριασμού των Εναγομένων, αφού η επί του προκειμένου θέση του ΜΥ1, του μοναδικού μάρτυρα των Εναγομένων, ήταν ότι ούτε ο ίδιος, ούτε ο κάθε υπάλληλος που τύγχανε να παραλάβει τα τιμολόγια, αλλά ούτε και αυτή η «κοπέλα» που πλήρωνε τον ΜΕ2, ενδιαφέρονταν να διερευνήσουν τι σήμαινε η εν λόγω αναφορά, την οποία άλλωστε, σύμφωνα με το ΜΥ1, ούτε αντιλαμβάνονταν. Το ότι όμως τα τιμολόγια όντως ανέγραφαν το εκάστοτε προηγούμενο υπόλοιπο του λογαριασμού, αυτό παρέμεινε ως αδιαμφισβήτητο γεγονός και φαίνεται άλλωστε και από τα κοινώς αποδεκτά τιμολόγια που κατατέθηκαν. Και η εξήγηση όμως που οι εν λόγω μάρτυρες έδωσαν ως προς την διαφορά που εκ πρώτης όψεως παρατηρείται από αντιπαραβολή του υπολοίπου που αναφέρεται στο τιμολόγιο της 14/01/09 με το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού κατά την εν λόγω ημερομηνία, παρουσιάζεται να ευσταθεί. Είναι γεγονός ότι το υπόλοιπο που αναφέρεται στο τιμολόγιο της 14/01/09 (€16.984,26) δεν φαίνεται να συνάδει με το υπόλοιπο της κατάστασης λογαριασμού κατά την ίδια μέρα (€18.913,39). Την ίδια στιγμή όμως, η θέση του ΜΕ1 ότι ενδεχομένως το τιμολόγιο αυτό να εκδόθηκε προτού περαστεί στο σύστημα η προηγούμενη χρέωση, προκύπτει να είναι ορθή, αφού σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκ.3β), η προηγούμενη χρέωση του λογαριασμού ήταν στις 19/12/08, όταν το υπόλοιπο ανέρχετο στις €18.984,26 και το οποίο υπόλοιπο στη συνέχεια μειώθηκε κατά €2000 κατόπιν δύο πληρωμών που οι Εναγόμενοι έκαναν στις 23/12/
  3. Αφαιρουμένων αυτών των €2000 από το υπόλοιπο πριν την χρέωση της 19/12/08, προκύπτει υπόλοιπο €16.984,26, ήτοι ακριβώς το υπόλοιπο που αναφέρεται στο τιμολόγιο της 14/01/
  4. Η ενημέρωση της κατάστασης λογαριασμού στη συνέχεια, με τη χρέωση της 19/12/08 και της χρέωσης της 14/01/09, φέρνει το υπόλοιπο του λογαριασμού κατά την 20/01/09 που εκδόθηκε το επόμενο τιμολόγιο με αρ. 9356, στις €20.842,52 που είναι ακριβώς το υπόλοιπο που αναφέρεται σε εκείνο το τιμολόγιο. Τα όσα δε τιμολόγια εκδόθηκαν στη συνέχεια, ταιριάζουν απόλυτα με την κατάσταση λογαριασμού, στοιχείο που επιβεβαιώνει τη θέση των ΜΕ1 και ΜΕ2 ότι κανένα λάθος υπάρχει στα αρχεία τους. Σε κάθε περίπτωση, αμφότεροι οι ΜΕ1 και ΜΕ2, έδωσαν την εικόνα του μάρτυρα της αλήθειας και σε κανένα σημείο δεν επιχείρησαν είτε να διαστρεβλώσουν την πραγματικότητα, είτε να αποκρύψουν γεγονότα από το Δικαστήριο. Η μαρτυρία τους δε, ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Αποδέχομαι συνεπώς τη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2 στο σύνολο της ως αξιόπιστη. Στρέφομαι τώρα στη μαρτυρία του ΜΥ
  5. Η όλη εκδοχή του ΜΥ1 περιστράφηκε γύρω από την αμφισβήτηση του υπολοίπου που παρουσιάζει η κατάσταση του επίδικου λογαριασμού κατά το τέλος του 2008 και συγκεκριμένα σε σχέση με το εκεί αναφερόμενο υπόλοιπο των €18.913,39, υπόλοιπο το οποίο μεταφέρθηκε ως οφειλόμενο στο έτος
  6. Θέση του ΜΥ1 ήταν ότι οι Ενάγοντες «κάπου θα έκαναν λάθος» εφόσον οι Εναγόμενοι κανένα ποσό όφειλαν κατά το τέλος του 2008, ενώ το μόνο ποσό που όφειλαν, σύμφωνα και με τα δικά τους αρχεία, ήταν το ποσό που προέκυπτε ως οφειλόμενο από τις συναλλαγές της περιόδου 2009 - 2010, ήτοι €1.629,
  7. Ως προς αυτή την εκδοχή του ΜΥ1 παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, ο ίδιος ο ΜΥ1 ανέφερε κατά τη μαρτυρία του ότι όπως και ο ίδιος γνώριζε, οι Εναγόμενοι πάντοτε όφειλαν κάποιο ποσό, εξ' ου και οι οδηγίες του από την αρχή της συνεργασίας των Εναγομένων με τους Ενάγοντες μέχρι και τις 07/05/10, ήταν «Δώσ' τους . που 500, που 1.000». Οι εν λόγω οδηγίες του ΜΥ1 όμως, όπως δέχτηκε και ο ΜΥ1 αποδεχόμενος την κατάσταση Τεκ.3, παρουσιάζονται να συνεχίστηκαν και μετά το 2008, όταν όμως οι Εναγόμενοι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΥ1, δεν όφειλαν τίποτα. Παρατηρείται δηλαδή μια σύγχυση στις θέσεις του μάρτυρα. Τελικά υπήρχε ή δεν υπήρχε οφειλόμενο υπόλοιπο κατά το τέλος του 2008 και αν δεν υπήρχε, τότε προς τι οι οδηγίες για πληρωμή; Κάποιος βέβαια θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι οι πληρωμές που οι Εναγόμενοι έκαναν κατά το έτος 2009, δεν αφορούσαν υπόλοιπα του 2008 αλλά τις παραγγελίες που γίνονταν κατά το
  8. Η ίδια όμως η κατάσταση λογαριασμού (Τεκ.3) και οι αποδείξεις είσπραξης (Τεκ.5) που ο ΜΥ1 δέχθηκε ως απόλυτα ορθές, καταρρίπτουν πλήρως και αυτό το ενδεχόμενο. Αφ' ης στιγμής ο ΜΥ1 θεωρούσε ότι κατά τη λήξη του 2008, ο επίδικος λογαριασμός είχε μηδενικό υπόλοιπο και ότι με την έναρξη του 2009, καμία οφειλή υπήρχε, προκύπτει το εύλογο ερώτημα, γιατί οι Εναγόμενοι να προβαίνουν, ως φαίνεται στο Τεκ.3 που ο ΜΥ1 δέχτηκε ως ορθό, σε πληρωμές πέραν των ποσών που άξιζαν τα προϊόντα που παράγγελλαν. Παραθέτω ενδεικτικά, κάποιες από αυτές τις ανεξήγητες υπερπληρωμές. (α) Από την αρχή του 2009 και μέχρι και τις 20/02/2009, οι μόνες αγορές που είχαν κάνει οι Εναγόμενοι, ανέρχονταν στις €6.012,
  9. Οι πληρωμές τους όμως για την ίδια περίοδο, ανέρχονταν σε €6.
  10. Προς τι τα επιπρόσθετα €500 περίπου; (β) Από τις 04/03/2009 μέχρι και τις 22/05/2009, ήτοι για την αμέσως επόμενη τρίμηνη περίοδο της περιόδου που αναφέρεται στο (α) ανωτέρω, οι Εναγόμενοι έκαναν αγορές συνολικής αξίας €5.186,29 και πλήρωσαν €8.
  11. Προς τι αυτές οι επιπρόσθετες πληρωμές και μάλιστα για ποσά μέχρι και €3.000 περίπου επιπλέον, εφόσον κατά τους Εναγόμενους, δεν υπήρχε προηγούμενο οφειλόμενο υπόλοιπο; Πρόσθετα τούτων, η θέση του ΜΥ1 ήταν ότι είναι τα τιμολόγια που αυτός είχε υπόψη του όταν έδινε οδηγίες για πληρωμή και όχι το λογαριασμό και ότι ναι μεν θεωρούσε ότι πάντοτε υπήρχε κάποιο οφειλόμενο ποσό, όμως αυτό δεν ήταν περισσότερο από «. €500 €1.000 €1.200.». Τα τιμολόγια όμως που εκδόθηκαν κατά τους πρώτους πέντε
(5)μήνες του 2009, ήτοι μέχρι και τις 22/05/09, τα οποία ο ΜΥ1 αποδέχτηκε ως ορθά και τα οποία συνιστούσαν τις μόνες χρεώσεις μετά την κατ' ισχυρισμό εξόφληση του 2008, ανέρχονταν ως φαίνεται από τα (α) και (β) ανωτέρω στις €11.199,
  1. Οι πληρωμές όμως των Εναγομένων κατά την ίδια περίοδο, ήτοι από 01/01/09 - 22/05/09, ανήλθαν, ως επίσης φαίνεται ανωτέρω, στις €14.
  2. Καμία όμως πειστική ή αληθοφανής εξήγηση δόθηκε από τον ΜΥ1 ως προς το γιατί, ενώ ισχυρίστηκε ότι είναι με βάση τα τιμολόγια που γίνονταν οι πληρωμές, εντούτοις καταβάλλονταν συνεχώς μεγαλύτερα ποσά από αυτά για τα οποία είχαν εκδοθεί τιμολόγια. Περαιτέρω, σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού (Τεκ.3) και τις αποδείξεις είσπραξης (Τεκ.5), τις οποίες αποδείξεις ο ΜΥ1 επίσης δέχτηκε ως ορθές, φαίνεται ότι μέχρι και τις 10/07/2009, οι Εναγόμενοι είχαν χρεωθεί με ποσό λιγότερο των €16.
  3. ΜΕ την πληρωμή δε που έκαναν στις 10/07/09, είχαν καταβάλει συνολικά €16.500 κάτι που συνεπάγεται ότι με την εν λόγω πληρωμή, αν ευσταθεί η θέση τους ότι μόνο για τις συναλλαγές του 2009 ευθύνονται, ουσιαστικά είχαν εξοφλήσει ότι αγόρασαν κατά το
  4. Παρά ταύτα, για ανεξήγητο και πάλι λόγο, οι Εναγόμενοι παρουσιάζονται να δέχονται αδιαμαρτύρητα όπως η σχετική απόδειξη που τους δόθηκε στις 10/07/2009 με αριθμό 5919, ημερομηνία που ουσιαστικά εξοφλούσαν πλήρως όλα όσα είχαν παραγγείλει κατά το 2009, αφορά σε πληρωμή «έναντι» αντί «προς εξόφληση». Και οι υπόλοιπες όμως αποδείξεις που εκδόθηκαν κατά το 2009-2010 αναφέρονταν σε πληρωμές έναντι λογαριασμού και ούτε γι' αυτό διαμαρτυρήθηκαν ποτέ οι Εναγόμενοι. Το τελευταίο που θα αναμένετο από κάποιον που ως οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν, ξεκινά το λογιστικό έτος με μηδενικό υπόλοιπο και οι μόνες οφειλές του προέρχονται αποκλειστικά από τις παραγγελίες που γίνονται κατά το εν λόγω έτος, ήταν να πληρώνει για ένα συνεχές διάστημα τουλάχιστον επτά
(7)μηνών, μεγαλύτερα ποσά από την αξία των εμπορευμάτων που παράγγελλε και δη ποσά μέχρι και €3000 επιπλέον και την ίδια στιγμή, να δέχεται αδιαμαρτύρητα όπως του εκδίδονται αποδείξεις πληρωμών «έναντι» και όχι εξόφλησης. Συνεπώς, έστω και αν ήθελε θεωρηθεί λογικό κάποιος να νομίζει, έστω εσφαλμένα, ότι οφείλει κάποιο μικρό υπόλοιπο οπόταν και άθελα του προβαίνει σε κάποια υπερπληρωμή, είναι εντελώς παράλογο για κάποιον, σε αυτή την περίπτωση οι Εναγόμενοι, που ενώ θεωρεί ότι το μόνο που οφείλει είναι τα όσα εμπορεύματα αγόρασε, ως είναι ο ισχυρισμός των τελευταίων, να προχωρεί να καταβάλλει συνεχώς μεγαλύτερα ποσά από αυτά που θεωρεί ότι οφείλει και παρά το ότι ενημερώνεται συνεχώς ότι δεν έχει εξοφλήσει, να συνεχίζει αδιαμαρτύρητα να πληρώνει, να υποβάλλει παραγγελίες και να υπόκειται σε ανάλογες χρεώσεις. Η μόνη λογική εξήγηση για την πιο πάνω στάση των Εναγομένων, είναι ότι τόσο ο ΜΥ1 όσο και οι Εναγόμενοι, γνώριζαν ότι κατά την έναρξη του έτους 2009, υπήρχε οφειλόμενο υπόλοιπο στον λογαριασμό τους και μάλιστα τέτοιο οφειλόμενο υπόλοιπο, για την εξόφληση του οποίου επιβάλλετο η πληρωμή αρκετά μεγαλύτερων ποσών από την αξία των εμπορευμάτων που αγόραζαν κατά το εν λόγω έτος. Κατά τρίτο, η όλη εκδοχή του ΜΥ1 ως προς την αποδοχή των τιμολογίων που παραδίδονταν στους Εναγόμενους και τα οποία αναφέρονταν στο εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, βασίστηκε σε τρεις άξονες, ήτοι στην εύλογη κατ' εκείνον αδιαφορία του να ελέγξει ότι τέτοιο υπόλοιπο αναγράφετο στα τιμολόγια, στην ανικανότητα της «κοπέλας που πλήρωνε» να το αντιληφθεί και στην κατ' εκείνον διάσταση που παρατηρείται μεταξύ του τιμολογίου της 14/01/2009 και τις αντίστοιχης καταγραφής στο Τεκ.
  1. Ως προς τους πρώτους δύο άξονες της επί του προκειμένου εκδοχής του ΜΥ1, είναι θεωρώ φανερό ότι το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι δεν αντιλήφθηκαν τι υπέγραφαν ή τι αποδέχονταν, δεν μπορεί να επενεργήσει σε βάρος των Εναγόντων, οι οποίοι «έπαιζαν με ανοιχτά χαρτιά». Αντίθετα είναι εις βάρος των Εναγομένων που επενεργεί, εφόσον αποκλειστική ευθύνη για τον έλεγχο της ορθότητας των όσων αναφέρονταν στα τιμολόγια προτού αυτά επιβεβαιωθούν δια της υπογραφής τους από τους Εναγόμενους, έφερε ο ΜΥ1 και τα πρόσωπα στα οποία οι Εναγόμενοι ανέθεσαν καθήκοντα λογιστηρίου. Υπενθυμίζω ότι ο ΜΥ1 είναι διευθυντής των Εναγόντων και ως ο ίδιος ανέφερε γνώριζε για την ανεπάρκεια της «κοπέλας που πλήρωνε» και αυτό παρά το ότι της δόθηκαν καθήκοντα λογιστηρίου. Σε κάθε περίπτωση όμως, οι Εναγόμενοι, ως δέχτηκε και ο ίδιος ο ΜΥ1, είχαν πάντοτε στην κατοχή τους τα τιμολόγια (Τεκ.4) και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για το περιεχόμενο τους, έστω και μετά την παραλαβή τους. Δεν διαφεύγει της προσοχής μου ότι ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι σε κάποιο στάδιο ο «πραγματικός» λογιστής των Εναγομένων διαπίστωσε κάποιο «πρόβλημα» με τα τιμολόγια, οπόταν και ο ΜΥ1 διαμαρτυρήθηκε στους Ενάγοντες, χωρίς όμως να καταφέρει οποιοδήποτε θετικό αποτέλεσμα. Παρά ταύτα, για ανεξήγητο και πάλι λόγο, αυτή η «διαμαρτυρία» του ΜΥ1, η οποία μάλιστα κατά τη μαρτυρία του καθορίστηκε ρητά να αφορά στο ποσό των €18.913,39, ουδέποτε έλαβε γραπτή μορφή και ουδέποτε αποτέλεσε μέρος του δικογράφου της υπεράσπισης. Υπενθυμίζω εδώ ότι ήταν η θέση του ΜΥ1 ότι το μόνο ποσό που οφείλουν οι Εναγόμενοι είναι το ποσό των €1.629,28 και ότι ο λογιστής των Εναγομένων, είχε από το τέλος του λογιστικού έτους, εντοπίσει πρόβλημα στις συναλλαγές των διαδίκων, πρόβλημα μάλιστα, το οποίο αποτέλεσε και το λόγο για τη ρήξη στη συνεργασία των μερών μετά την 07/05/
  2. Η υπεράσπιση όμως που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι δύο και πλέον χρόνια αργότερα, κανένα τέτοιο εξειδικευμένο ισχυρισμό περιέχει, αφού στην ουσία συνιστά μια γενική άρνηση των ισχυρισμών των Εναγόντων. Σημειώνω βέβαια ότι ούτε ο οποιοσδήποτε λογιστής κλήθηκε από πλευράς Εναγομένων για να υποστηρίξει την επί του προκειμένου θέση του ΜΥ
  3. Οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί του ΜΥ1 επομένως, παρέμειναν γενικοί και ατεκμηρίωτοι, ενώ δεν συνάδουν ούτε και με τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα και τεκμήρια, ήτοι την κατάσταση λογαριασμού Τεκ. 3 και τα τιμολόγια Τεκ. 4 και τις αποδείξεις είσπραξης Τεκ.
  4. Με τον ίδιο όμως γενικό και αόριστο τρόπο, είναι που ο ΜΥ1 επιχείρησε να καταδείξει και ότι οι Ενάγοντες «κάπου έκαναν λάθος» στον επίδικο λογαριασμό. Κατ' αρχή προσπάθησε να υποδείξει λάθος στο λογαριασμό, κάνοντας αναφορά σε διάσταση που κατ΄ εκείνον παρατηρείτο μεταξύ του τιμολογίου της 14/01/09 και της κατάστασης λογαριασμού. Πέραν του ότι όπως ήδη εξήγησα ανωτέρω, στα πλαίσια της αξιολόγησης των ΜΥ1 και ΜΥ2, τέτοια διάσταση δεν υπάρχει, τα υπόλοιπα τιμολόγια που είχαν εκδοθεί και παραληφθεί από τους Εναγόμενους και τα οποία ο ΜΥ1 δέχτηκε πλήρως, καταρρίπτουν την προσπάθεια του να αποδείξει λάθος στο λογαριασμό, εφόσον το εκάστοτε υπόλοιπο που αναφέρουν, συνάδει πλήρως με το υπόλοιπο που αναφέρεται στις καταστάσεις λογαριασμού. Αυτήν όμως τη σύγκριση και των μετέπειτα τιμολογίων, ο ΜΥ1 εσκεμμένα απέφυγε να κάνει, εφόσον τα εν λόγω τιμολόγια, σαφέστατα δεν υποστήριζαν την εκδοχή του, αλλά επιβεβαίωναν την εκδοχή των Εναγόντων. Οι προσπάθειες δε του ευπαίδευτου συνηγόρου των Εναγόντων, να υποδείξει στο ΜΥ1 κατά την αντεξέταση του πως τα μετέπειτα τιμολόγια δεν αποδείκνυαν τη θέση του, αντιμετωπίστηκαν από τον ΜΥ1 με υπεκφυγές, εκνευρισμό και αοριστολογίες. Πρόσθετα τούτου, ενώ ήταν η θέση του ότι μέχρι το τέλος του 2008, οι Εναγόμενοι είχαν εξοφλήσει πλήρως όλες τις οφειλές τους και ενώ του παρουσιάστηκαν και του υποδείχθηκαν όλες οι χρεοπιστώσεις που είχαν γίνει από το 2006 μέχρι και το τέλος του 2008 και οι οποίες έδειχναν, αντίθετα με τα όσα αυτός ισχυρίστηκε, οφειλόμενο υπόλοιπο κατά το τέλος του 2008, αυτός δεν μπορούσε να υποδείξει οποιαδήποτε καταγραφή για την οποία θεωρεί, ότι έγινε λάθος. Η δε θέση του, ως προς την ύπαρξη λάθους στο λογαριασμό και δη λάθους που οδήγησε στο να παρουσιάζεται οφειλόμενο υπόλοιπο, ουδέποτε εξειδικεύτηκε ή διευκρινίστηκε κατά πόσο αφορά σε χρέωση που έγινε ενώ δεν έπρεπε να γίνει ή σε πίστωση που δεν έγινε ενώ έπρεπε να γίνει ή σε υπερχρέωση που κακώς έγινε. Αντίθετα, επί αυτού του θέματος, ο ΜΥ1 επέλεξε να αφήσει γενικά και αόριστα να πλανάται ένας ισχυρισμός περί ύπαρξης κάποιου λάθους, σε κάποιο απροσδιόριστο χρονικό σημείο μεταξύ 2006 και 2008 και αυτό τη στιγμή που του παρουσιάστηκε πλήρης αναλυτική κατάσταση λογαριασμού. Λαμβανομένου δε υπόψη ότι είχε στην κατοχή του τέτοια στοιχεία που του επέτρεπαν να ελέγξει την ορθότητα της εν λόγω κατάστασης, ως τέτοιο έλεγχο ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι έκανε για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του για οφειλή μόνο €1.629,28, θα ανέμενε κανείς ότι θα μπορούσε να υποδείξει και το που κατ΄ εκείνον έγινε το λάθος που ισχυρίστηκε ότι έγινε στο λογαριασμό. Τίποτα όμως τέτοιο έπραξε, αφήνοντας και αυτόν τον ισχυρισμό του να συνιστά μία γενική και αόριστη θέση που μόνο σκοπό είχε, να θολώσει απλά το τοπίο. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, η μαρτυρία του ΜΥ1 απορρίπτεται στο σύνολο της, ως αναξιόπιστη. Των πιο πάνω λεχθέντων, στρέφομαι τώρα στο περιεχόμενο της επίδικης κατάστασης λογαριασμού και στις νομικές συνέπειες που αυτή έχει. Υπενθυμίζω κατ' αρχή ότι η απαίτηση των εναγόντων βασίζεται σε υπόλοιπο κατάστασης λογαριασμού και όχι σε εκδοθέντα τιμολόγια, η παρουσίαση βέβαια των οποίων τείνει απλά να αποδείξει την απαίτηση (βλ. Παναγιώτης Μαστρής Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ,
(2006)1 Α.Α.Δ. 728). Οι λογαριασμοί δε εμπορευομένου, δεν αποτελούν αφεαυτών απόδειξη των γεγονότων που καταγράφουν, εφόσον τα γεγονότα που απεικονίζουν πρέπει να αποδειχθούν μέσω αποδεκτής και αξιόπιστης μαρτυρίας. Στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας που να στοιχειοθετεί γεγονότα που θα μπορούσαν να προσμετρήσουν ως αποδεικτικά της υπόθεσης, δεν εγείρεται ζήτημα βάρους απόδειξης το οποίο εγείρεται μόνο όπου αποδεικνύονται γεγονότα που τείνουν να υποστηρίξουν την απαίτηση (βλ. D. & G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 263, A.L. Mantovani & Sons Ltd v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156). Η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς βέβαια, χωρίς οτιδήποτε που να το τεκμηριώνει, δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από ένα απλό ισχυρισμό που στερείται αποδεικτικής αξίας και είναι για το λόγο αυτό που η νομολογία επιβάλλει όπως σε υποθέσεις αυτής της φύσης, απαιτείται θετική μαρτυρία, με την οποία να αποδεικνύονται οι εγγραφές του επίδικου λογαριασμού (βλ. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΚΡΑΣΑΡΗΣ ν. CYPRUS INVERSTMENT SECURITIES CORPORATION LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 95/2010, 10/7/2015 και D. & G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 263). Εκεί όμως που η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι εκ πρώτης όψεως αρκετή για να αποδείξει το υπόλοιπο των λογαριασμών, εναπόκειται πλέον στους Εναγόμενους να αντικρούσουν τα στοιχεία που αποτελούσαν το λογαριασμό, ώστε να πείσουν το δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν την υπόθεση τους επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (βλ. Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 462, Κλεάνθους Κλεάνθης και άλλος ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ,
(2012)1 Α.Α.Δ. 1344 και Μαστρής ανωτέρω και κατ' αναλογία CHEESELINE LTD ν. ΑΝΘΟΥΛΛΗΣ ΘΩΜΑ ΥΙΟΙ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Εφεση Αρ. 45/2009, 14/5/2014). Όπως περαιτέρω λέχθηκε στην πρόσφατη υπόθεση CITI PRINCIPAL INVESTMENS LTD ν Γιωργαλλά, Πολιτική Έφεση Αρ. 271/2012, ημερ. 10/07/18: «. η ουσία είναι ότι η εφεσείουσα, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ήτοι κατά πόσο η εκδοχή της είναι πιο πιθανή παρά όχι, είχε δώσει ικανοποιητικά στοιχεία μαρτυρίας προς υποστήριξη της αξίωσης της. Αναμφίβολα θα μπορούσε να έδινε περισσότερες λεπτομέρειες, ακόμη και να υποστήριζε την αξίωση με πρόσθετα στοιχεία και έγγραφα, αλλά εκείνο το οποίο είχε παρουσιάσει, δηλαδή, το Τεκμήριο 1, ήταν ικανοποιητικό. Πρόκειτο για κατάσταση λογαριασμού στην οποία αποτυπωνόταν όλο το ιστορικό των συναλλαγών με την εφεσίβλητη, με γνώση του περιεχομένου του από τον Μ.Ε.1, ο οποίος ως λειτουργός του Back Office ήλεγχε τις συναλλαγές. Η κατάσταση δόθηκε στην εφεσίβλητη. και ανά πάσα στιγμή μπορούσε και να γνωρίζει και να αμφισβητήσει τις πράξεις. Η εφεσίβλητη δεν αμφισβήτησε ουσιωδώς τη μαρτυρία αυτή. Η αντεξέταση του Μ.Ε.1, περιορίστηκε στην άρνηση εντολών από την εφεσίβλητη και στην απουσία γνώσης των συναλλαγών από το μάρτυρα. Η υπεράσπιση δικογραφικά δεν ήταν σύμφωνη με τις διατάξεις της Δ.21 θ.2, ότι σε αγωγές για χρέος, όπως ήταν και η επίδικη, απλή άρνηση του χρέους δεν θα είναι αποδεκτή. Η εν λόγω διάταξη δεν αφορά μόνο τις εκκαθαρισμένες χρηματικές απαιτήσεις στις οποίες αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο, αλλά και τις απλές αγωγές για χρέος. Η απαίτηση αφορούσε υπόλοιπο λογαριασμού, ως μια αιτία αγωγής. Δεν χρειάζεται περαιτέρω ανάλυση διότι, ως ήδη έχει λεχθεί, το Δικαστήριο χαρακτήρισε την εφεσίβλητη ως αναξιόπιστη και αναληθή μάρτυρα, επί της μαρτυρίας της οποίας δεν μπορούσε να βασισθεί. Ό,τι, λοιπόν κατέθεσε προς το αντίθετο η εφεσίβλητη αμφισβητώντας τις εντολές και τις γενόμενες συναλλαγές, παρέμεινε κενό γράμμα.» Στην παρούσα υπόθεση, τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα και η αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΥ2, φέρει τους διάδικους να συναλλάσσονταν από το 2006 εως και τις 07/05/10, τη συνεργασία τους να συνίσταται στην συχνή παραδεκτή πώληση και παράδοση εμπορευμάτων συνοδεία σχετικών τιμολογίων, στα εν λόγω τιμολόγια να αναφέρουν υπό τύπο ενημέρωσης των Εναγομένων για το εκάστοτε υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού τους, στους Εναγόμενους να αποδέχονται δια της υπογραφής τους τα όσα αναφέρονταν στα εν λόγω τιμολόγια και στη συνέχεια να προβαίνουν σε τακτές πληρωμές έναντι του επίδικου λογαριασμού και όχι έναντι τιμολογίων, στους Ενάγοντες να επισκέπτονται κατά τακτά χρονικά διαστήματα τους Εναγόμενους, είτε «κάθε Παρασκευή» (ως ανέφερε ο ΜΥ1), είτε τουλάχιστο μία ή και περισσότερες φορές κάθε μήνα ως φαίνεται τουλάχιστο από την παραδεκτή κατάσταση λογαριασμού 2009-2010 και να τους εφοδιάζουν με αντίγραφα της εκάστοτε κατάστασης λογαριασμού, στους Εναγόμενους να μην διαμαρτύρονται για τα όσα τους ενημέρωναν οι Ενάγοντες και να συνεχίζουν να καταβάλλουν πληρωμές έναντι του λογαριασμού έστω και όταν δεν είχαν παραγγείλει οποιαδήποτε προϊόντα και τέλος, οι Εναγόμενοι να δέχονται ότι όντως οφείλουν κάποιο ποσό στους Ενάγοντες. Στη βάση των πιο πάνω στοιχείων και σε συνδυασμό με την αξιόπιστη μαρτυρία των ΜΕ1 και ΜΕ2, σε αντίθεση με την αναξιόπιστη μαρτυρία του ΜΥ1 και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι Ενάγοντες παρουσίασαν πλήρη και αναλυτική κατάσταση του επίδικου λογαριασμού όπου καταγράφονται λεπτομερώς όλες οι συναλλαγές που είχαν με τους Εναγόμενους και παρά ταύτα οι τελευταίοι, πλην μιας γενικής και αόριστης αμφισβήτησης του υπολοίπου, η οποία ουδέποτε προσδιορίστηκε ή εξειδικεύτηκε σε τι ακριβώς είναι που αφορά, καμία συγκεκριμένη καταγραφή αμφισβήτησαν και καμία επαρκή μαρτυρία προσέφεραν που να θέτει, έστω και ίχνος αμφιβολίας για κάποια καταγραφή, βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης έχουν ως ισχυρίστηκαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 και περαιτέρω ότι η πραγματική εικόνα του επίδικου λογαριασμού είναι ως αποτυπώνεται στα Τεκ. 3 και 3β. Βρίσκω επίσης ότι ο επίδικος λογαριασμός των Εναγομένων, μετά και την τελευταία πληρωμή που οι Εναγόμενοι έκαναν στις 07/05/2010, παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €20.542,67, το οποίο υπόλοιπο, από 19/9/11 μέχρι και σήμερα, οι τελευταίοι παραλείπουν να το εξοφλήσουν παρά τις επανειλημμένες εκκλήσεις των Εναγόντων. Κρίνω συνεπώς ότι στην παρούσα περίπτωση τυγχάνουν πλήρως εφαρμογής τα όσα λέχθηκαν στις υποθέσεις Demil, Κλεάνθους, Μαστρής και Γιωργαλλά ανωτέρω και ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό την αξίωση τους και ειδικότερα ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν να τους καταβάλουν το ποσό των €20.542,67 πλέον τόκο από 19/09/11. Η αγωγή συνεπώς επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των €20.542,67 πλέον νόμιμο τόκο από 19/09/11, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.