Ε.Σ. κ.α. ν. Ά.Β. κ.α., Αρ. Αγωγής: 2843/2011, 19/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A311 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2843/2011
- Ε.Σ.
- Μ.Σ.Κ., ως η μητέρα της ανήλικης Ε.Κ. Ενάγουσες -V-
- Ά.Β.
- Α.Β.
- Α.Σ. Εναγόμενης --------------------------------------------- (Αίτηση ημερ. 30/3/18 από εναγόμενη 2 και Αίτηση ημερ. 16/4/18 από ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ) Ημερομηνία: 19 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσες: κ. Ε. Κλεάνθους Για Εναγόμενες 1 και 2: κα Σ. Ερωτοκρίτου Για ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ: κα Σ. Ερωτοκρίτου ΑΠΟΦΑΣΗ Η πιο πάνω αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 21/06/11, αφορούσε αξιώσεις των εναγουσών 1 και 2 εναντίον όλων των εναγομένων, για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία τροχαίου ατυχήματος που επεσυνέβη στις 28/3/2010 στον δρόμο Πλατρών - Ερήμης, παρά την αριστερή πάροδο που οδηγεί στο χωριό Καντού και στο οποίο ατύχημα ενεπλάκηκαν τα οχήματα των εναγουσών, των εναγομένων 1 και 2 και του εναγόμενου
- Από την καταχώρηση της υπόθεσης μέχρι και σήμερα, οι ενάγουσες έτυχαν κοινής νομικής εκπροσώπησης από τον δικηγόρο κ. Ε. Κλεάνθους προς τον οποίο είχαν υπογράψει σχετικά retainers, τα οποία επισυνάφθηκαν στο κλητήριο ένταλμα κατά την καταχώρηση της αγωγής, ως επιβάλλει η Δ.2 Θ.
- Κατ' ανάλογο τρόπο, αμφότερες εναγομένη 1 και 2, με αντίστοιχα retainers διόρισαν το δικηγορικό οίκο Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σια ΔΕΠΕ να τις υπερασπιστεί και μέχρι και σήμερα, αυτοί είναι οι δικηγόροι τους. Σχετικά σημειώματα εμφάνισης καταχωρήθηκαν στις 14/10/11, τα οποία επίσης συνοδεύονταν από τα προαναφερόμενα retainers των εναγομένων 1 και 2 (βλ. Δ.16 Θ.11). Ο εναγόμενος 3, για τον οποίο δεν χρειάζεται για σκοπούς της παρούσας να γίνει περαιτέρω αναφορά, εκπροσωπήθηκε από άλλο δικηγόρο της επιλογής του. Σημειώνω εδώ ότι ο διορισμός του δικηγορικού οίκου Ανδρέας Π. Ερωτοκρίτου & Σια ΔΕΠΕ με ξεχωριστά retainer από τις εναγόμενες 1 και 2, έγινε καθ' υπόδειξη της ΚΟΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΛΤΔ (εφ' εξής η ασφαλιστική), η οποία ήταν η ασφαλιστική εταιρεία στην οποία, ήταν ασφαλισμένο το όχημα των εναγομένων 1 και 2 κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο. Αυτό προφανώς στα πλαίσια των όρων του σχετικού ασφαλιστηρίου εγγράφου και λόγω της θέσμιας υποχρέωσης της εν λόγω ασφαλιστικής, να καλύψει τις οποιεσδήποτε τυχόν ζημιές ήθελαν επιδικασθούν υπέρ των εναγουσών και εναντίον των εναγομένων 1 και
- Ο αδελφός Δικαστής που εκδίκασε την πιο πάνω αγωγή, εξέδωσε, μετά από ακροαματική διαδικασία, την τελική απόφαση του, σύμφωνα με την οποία (βλ. σελ.43 απόφασης ημερ. 05/01/18): «.η αγωγή εναντίον των εναγόμενων 2 και 3 απορρίπτεται με έξοδα υπέρ τους και εναντίον των εναγουσών, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας 1 και εναντίον της εναγομένης 1 για το ποσό των €5,000 ως γενικές αποζημιώσεις και για το ποσό των €1,770,90 ως ειδικές αποζημιώσεις. Εκδίδεται απόφαση υπέρ της ενάγουσας 2 και εναντίον της εναγομένης 1 για το ποσό των €1000 ως γενικές αποζημιώσεις και για το ποσό των €55,71 ως ειδικές αποζημιώσεις. Επιδικάζονται τα έξοδα υπέρ εναγουσών και εναντίον της εναγόμενης 1, ως αυτά υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο..» Αντικείμενο της παρούσας απόφασης είναι οι δύο αιτήσεις που καταχωρήθηκαν μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης, η μεν πρώτη από πλευράς της εναγομένης 2 στις 30/03/18, η δε δεύτερη, από πλευράς της ασφαλιστικής στις 13/04/
- Ως προς το περιεχόμενο των εν λόγω αιτήσεων αλλά και για τους λόγους για τους οποίους κρίθηκε ορθότερο όπως αποφασιστούν ταυτόχρονα, ειδική αναφορά κάνω πιο κάτω. Κρίνω σκόπιμο όμως όπως παραθέσω πρώτα μια σύνοψη του τι επακολούθησε της τελικής απόφασης ημερ. 05/01/
- Σημειώνω ότι η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου ως ο Δικαστής που ανέλαβε πλέον τη δικαιοδοσία και το πινάκιο υποθέσεων του προαναφερόμενου αδελφού Δικαστή. Μετά την έκδοση της απόφασης λοιπόν, τόσο οι ενάγουσες, όσο και όλοι οι εναγόμενοι, υπέβαλαν μέσω των αντίστοιχων συνηγόρων τους, κατάλογο εξόδων προς υπολογισμό από τον Πρωτοκολλητή. Ο κατάλογος εξόδων των εναγουσών εναντίον της εναγόμενης 1, αφού υπολογίσθηκε από τον Πρωτοκολλητή, εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 05/03/
- Ο κατάλογος εξόδων της εναγομένης 2 εναντίον των εναγουσών, ο οποίος υπεβλήθη στις 28/03/14, αφού επίσης υπολογίσθηκε από τον Πρωτοκολλητή, εγκρίθηκε από το Δικαστήριο στις 03/04/
- Ο κατάλογος εξόδων του εναγόμενου 3 εναντίον των εναγουσών, ο οποίος υπεβλήθη στις 30/01/18, έχει πρόσφατα υπολογισθεί και δεν έχει ακόμη εγκριθεί. Μετά την έγκριση του καταλόγου εξόδων των εναγουσών εναντίον της εναγομένης 1 και προτού υποβληθεί ο κατάλογος εξόδων της εναγομένης 2, οι ενάγουσες προχώρησαν με μέτρα εκτέλεσης της υπέρ τους απόφασης, εξασφαλίζοντας στις 21/03/18 την έκδοση εντάλματος πώλησης κινητών (writ of movables), όχι όμως εναντίον της εναγομένης 1, αλλά απ' ευθείας εναντίον της ασφαλιστικής. Στην σχετική Ε/Δ που καταχωρήθηκε στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή προς υποστήριξη του αιτήματος για την έκδοση του επίδικου εντάλματος εναντίον της ασφαλιστικής, η ενάγουσα 1 ανέφερε ότι η εν λόγω ασφαλιστική «.εκ της νομοθεσίας δεσμεύεται νομικά και υπέχει υποχρέωση πληρωμής της ανωτέρω απόφασης σχετικά με την ευθύνη της εναγομένης 1, τα έξοδα του δικηγόρου των εναγουσών ., (ότι) . η αγωγή επιδόθηκε στους εναγόμενους και ασφαλιστική εντός του χρόνου που προνοεί η νομοθεσία και εστάληκε με συστημένη επιστολή με απόδειξη κατάθεσης ταχυδρομικού αντικειμένου RR22608585 1 CY ημε. 21/6/2011 στην εν λόγω ασφαλιστική . (και ότι) . η εναγόμενη 1, μέσω της ανωτέρο ασφαλιστικής εταιρείας, δεν πλήρωσε κανένα ποσό μέχρι σήμερα .». Στην ίδια Ε/Δ παρουσιάζονται επισυνημμένα το πιστοποιημένο αντίγραφο της απόφασης ημερ. 05/01/18 (drawn up order), ο εγκριμένος κατάλογος εξόδων των εναγουσών και απόσπασμα από το καταργηθέν Κεφ.333 και συγκεκριμένα το αρ. 10 αυτού. Σημειώνω εδώ το ότι αν και το ένταλμα παρουσιάζεται να εκδόθηκε κατόπιν αίτησης και των δύο εναγουσών, εντούτοις τα ποσά τα οποία καταγράφονται ότι ζητούνται να ανακτηθούν με αυτό, είναι το ποσό των αποζημιώσεων που εξασφάλισε η ενάγουσα 1 (€5.000) και το συνολικό ποσό των εξόδων που έχουν επιδικασθεί/εγκριθεί προς όφελος και των δύο εναγουσών (€5857). Το ένταλμα επιχειρήθηκε να εκτελεστεί άμεσα, όμως με το που ειδοποιήθηκε σχετικά η ασφαλιστική, οι δικηγόροι της τελευταίας προέβησαν σε έντονες διαμαρτυρίες προς τον Πρωτοκολλητή, τόσο ως προς το κατ' εκείνους αδικαιολόγητο της έκδοσης εντάλματος απευθείας εναντίον της ασφαλιστικής όσο και ως προς το ότι οι ενάγουσες δεν δικαιούνταν σε ολόκληρο το ποσό που επιχειρείτο να εισπραχθεί, εφόσον έξοδα είχαν επιδικασθεί και εναντίον τους. Ταυτόχρονα με τις διαμαρτυρίες της ασφαλιστικής, στις 30/03/18, καταχωρήθηκε αίτηση από πλευράς εναγομένης 2, η οποία ορίστηκε από το Πρωτοκολλητείο στις 16/4/18 (εφ' εξής η αίτηση για συμψηφισμό) και με την οποία η τελευταία αιτείται όπως: «.η αποζημίωση και τα δικηγορικά έξοδα που επιδικάστηκαν την 5/1/2018 υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 1 . συμψηφιστούν και/ή γίνουν set-off με τα δικηγορικά έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον της ενάγουσας και υπέρ της εναγομένης 2 στην ίδια απόφαση.». Οι διαμαρτυρίες της ασφαλιστικής και η καταχώρηση της πιο πάνω αίτησης από την εναγόμενη 2, προκάλεσαν προβληματισμό στον αρμόδιο Πρωτοκολλητή, ο οποίος, απ' ότι φαίνεται από το φάκελο της υπόθεσης, αντί να διακόψει την κάθε περαιτέρω επικοινωνία και να υποδείξει τη δικαστική οδό ως την ορθή οδό για την επίλυση οποιουδήποτε κατ' ισχυρισμό προβλήματος με το ήδη εκδοθέν ένταλμα, έκαμε το καλόπιστο λάθος και επεχείρησε να συζητήσει το θέμα με όλους τους εμπλεκόμενους. Στη συνέχεια, ως ήταν βέβαια αναμενόμενο, ακολούθησε μια ανταλλαγή έντονων νομικών απόψεων και επιχειρηματολογίας μεταξύ του δικηγόρου των εναγουσών, των κοινών δικηγόρων της ασφαλιστικής και των εναγομένων 1 και 2 και του Πρωτοκολλητή, ωσάν να και το θέμα θα αποφασιζόταν από τον τελευταίο, και αυτό παρά το ότι η αίτηση της εναγομένης 2 δεν είχε ακόμη τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Το τι διημείφθη κατά την εν λόγω επικοινωνία, φαίνεται στα έγγραφα που έχουν τεθεί ενώπιον μου και τα οποία έχουν καταχωρηθεί στο φάκελο της υπόθεσης, το περιεχόμενο τους όμως δεν κρίνω σκόπιμο να το επαναλάβω. Αδυνατώντας να «βοηθήσει» τους εμπλεκόμενους να καταλήξουν σε μια κοινώς αποδεκτή λύση, ο Πρωτοκολλητής αποφάσισε όπως αποταθεί ο ίδιος στο Δικαστήριο με δική του αίτηση στις 03/04/18, με την οποία ζητούσε τις οδηγίες του Δικαστηρίου αναφορικά με το πώς θα προχωρούσε με την εκτέλεση του εντάλματος. Η εν λόγω αίτηση του Πρωτοκολλητή όμως, ένεκα της ομοιότητας της με τα θέματα που τελικά εκδικάστηκαν μεταξύ των εμπλεκομένων, τελικά δεν προωθήθηκε. Προτού τεθεί ενώπιον μου η αίτηση της εναγομένης 2 και εφόσον οι δικηγόροι της δεν κατάφεραν να «πείσουν» τον Πρωτοκολλητή για το βάσιμο των θέσεων τους, η ασφαλιστική προχώρησε και καταχώρησε στις 13/04/18, τη δική της μονομερή αίτηση, με την οποία ζητούσε όπως το ένταλμα που εκδόθηκε εναντίον της ανασταλεί, μέχρι τον υπολογισμό και έγκριση των εξόδων της εναγομένης 2 εναντίον των εναγουσών και όπως προτού προχωρήσει να εκτελεστεί το ένταλμα, τα εν λόγω έξοδα να αφαιρεθούν από το ποσό που επιχειρείτο να εισπραχθεί με το ένταλμα (εφ' εξ' ης η αίτηση της ασφαλιστικής). Σύμφωνα με τον ομνύοντα της Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση της ασφαλιστικής, επειδή η τελευταία θα όφειλε να «.να καταβάλει οποιονδήποτε ποσόν θα επιδικάζετο υπέρ των εναγουσών περιλαμβανομένων και των εξόδων.» και επειδή με την απόφαση του το Δικαστήριο επιδίκασε έξοδα και εις βάρος των εναγουσών, «. είναι ορθό και δίκαιο όπως δοθούν οδηγίες από το Δικαστήριο για την αναστολή της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών μέχρις ότου υπολογισθούν τα έξοδα (εναντίον των εναγουσών) από τον Πρωτοκολλητή και δοθούν οδηγίες όπως . εξαιρεθεί της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών το ποσών των εξόδων αυτών». Αν και προφανώς ο ομνύοντας δεν είχε υπόψη του κατά το χρόνο καταχώρησης της εν λόγω αίτησης ότι ο κατάλογος εξόδων της εναγομένης 2 είχε ήδη υπολογισθεί και εγκριθεί και επομένως το πρώτο σκέλος του αιτήματος είχε πλέον καταστεί άνευ αντικειμένου, εντούτοις παρέμεινε προς εκδίκαση το δεύτερο σκέλος του αιτήματος, ήτοι η αφαίρεση των εναντίον των εναγουσών εξόδων, από το ποσό του εντάλματος. Προς περαιτέρω υποστήριξη του αιτήματος της ασφαλιστικής, ο ομνύοντας παραπέμπει σε Ε/Δ στην οποία προέβη η ενάγουσα 1 στις 02/03/17, ήτοι μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης, και την οποία Ε/Δ, ο δικηγόρος των εναγουσών έστειλε στους δικηγόρους της ασφαλιστικής στις 15/3/18, ζητώντας όπως του καταβληθούν εκείνου τα ποσά που επιδικάστηκαν προς όφελος της εν λόγω ενάγουσας. Παραθέτω αυτούσιο το περιεχόμενο της εν λόγω Ε/Δ: «
- Είμαι η ενάγουσα 1 στην υπ' αρ. 2843/2011 Ε. Δ. Λεμεσού και η οποία βρίσκεται στο στάδιο της ακρόασης σήμερα.
- Έχω ενημερωθεί πλήρως για τις ενέργειες που γίνονται από το δικηγόρο μου αναφορικά με την κλήση μαρτύρων μεταξύ άλλων ιατρών, αστυνομικού, φυσιοθεραπευτή, ακτινολόγων κλπ και σε σχέση με τα έξοδα τους για να προσέλθουν στο δικαστήριο και να δώσουν μαρτυρία για υπόθεση των εναγόντων.
- Έκανα συμφωνία τον δικηγόρο όπως του καταβάλω στο τέλος, οιαδήποτε έξοδα που πληρώθηκαν από αυτό στα πλαίσια της λόγω υπόθεσης από την αρχή μέχρι την έκδοση απόφασης.
- Συμφωνώ και αποδέχομαι το χειρισμό της υπόθεσης που έκανε και κάνει, ο δικηγόρος μου μέχρι την αποπεράτωση της υπόθεσης και καμία απαίτηση δεν έχω.
- Έχω κάνει ειδική συμφωνία με το δικηγόρο μου αναφορικά με τα έξοδα του μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης και με άλλα έξοδα που κατέβαλε σε σχέση με την υπόθεση και συμφωνώ και αποδέχομαι, όπως εκδοθεί η επιταγή στο όνομα του για οιεσδήποτε αποζημιώσεις (γενικές και ειδικές) δικαιούμαι να λάβω και έξοδα του και όπως υπογράψει εκ μέρους μου όλα τα σχετικά έγγραφα και απαλλακτικά και να καταθέσει την επιταγή στον τραπεζικό λογαριασμό που διατηρεί ή στον υπ' αρ. 0386-00-005372009 λογαριασμό μου στην τράπεζα Κύπρου δημόσια εταιρεία Λτδ και όπου με εντολή μου τον έχω εξουσιοδοτήσει την 9/8/2011, να αποσύρει χρήματα κατατεθειμένα σε πίστη μου για να καλύψει τα εν λόγω έξοδα και την περεταίρω οφειλή προς αυτόν, που αναφέρω στην παράγραφο 6 ακολούθως. Περεταίρω θα αναλάβει αυτός να πληρώσει οιαδήποτε έξοδα που εκκρεμούν προς πληρωμή σε τρίτους, λόγω της εκδίκασης της υπόθεσης.
- Περεταίρω, θα εξοφληθεί το οφειλόμενο ποσό του Γραμματίου Συνήθους Τύπου που υπέγραψα την 9/8/2011 και που είχα δανειστεί λεφτά από τον δικηγόρο μου.
- Εάν οιοδήποτε άλλο ποσό υπολείπεται κατόπιν της πληρωμής των ανωτέρω, από το εκδοθέν ποσό της απόφασης, θα το λάβω από τον δικηγόρο μου αναφορικά με τις αποζημιώσεις μου σε σχέση με την εν λόγω υπόθεση.
- Τα όσα αναφέρω πιο πάνω είναι αληθή και ορθά και αφού έχω λάβει πλήρη επεξήγηση και ενημέρωση για τα ανωτέρω, με ελεύθερη την βούληση μου διάβασα και υπέγραψα την παρούσα.» Επισημαίνω εδώ ότι αν και στο σχετικό retainer που υπέγραψε η ενάγουσα 1 προς τον κ. Κλεάνθους για σκοπούς καταχώρησης της αγωγής, καταγράφεται ρητά ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή του τελευταίου συνίστατο σε «Ποσοστό 20% επί του τελικού ποσού των γενικών και ειδικών αποζημιώσεων.», εντούτοις, ως η ίδια η ενάγουσα 1 δηλώνει στην πιο πάνω Ε/Δ της, αυτό φαίνεται να άλλαξε δύο μήνες αργότερα (βλ. εντολή της 09/08/11 ανωτέρω) αν και νέο retainer μέχρι σήμερα δεν έχει καταχωρηθεί. Δεν παραγνωρίζω ότι τόσο η συμφωνία του retainer του κ. Κλεάνθους, όσο και η συμφωνία που αποκαλύπτεται μέσα από την Ε/Δ της ενάγουσας 1, φαίνεται να μη συνάδουν με τους Καν. 10 και 16 των Περί Δεοντολογίας των Δικηγόρων Κανονισμών του 2002 ως προς το ανεπίτρεπτο της προώθησης των προσωπικών συμφερόντων ή δικαιωμάτων ενός δικηγόρου μέσω της υπόθεσης του πελάτη του και της ταύτισης των δικών του συμφερόντων με τα συμφέροντα και δικαιώματα του τελευταίου, καθώς και ότι ακόμα και αυτή η καταγραφείσα στο retainer συμφωνία αμοιβής επί ποσοστού (contingency fee), φαίνεται να προσκρούει στο Κ.14 των περί Δικηγόρων Διαδικαστικών Κανονισμών (Advocates Rules), οι οποίοι θεσπίστηκαν με τον τότε εν ισχύει Κεφ. 3 (Περί Δικηγόρων Νόμο) και οι οποίοι δεν φαίνεται να έχουν καταργηθεί[1]. Τα εν λόγω θέματα όμως, αφορούν θεωρώ, θέματα που άπτονται αποκλειστικά της σχέσης του κ. Κλεάνθους με την πελάτιδα του και επομένως δεν θα επεκταθώ περαιτέρω επί αυτών. Θα αναφέρω όμως ότι η απαίτηση του πρώτου όπως του καταβληθούν προσωπικά εκείνου τα επιδικασθέντα προς όφελος της τελευταίας ποσά - βλ. σχ. επιστολή 15/03/18 και ρητή καταγραφή επί του επίδικου εντάλματος - προκύπτει από το ότι τόσο τα επαγγελματικά του συμφέροντα ως δικηγόρου, όσο και τα προσωπικά του συμφέροντα ως «συμβατικού δικαιούχου» μέρους των αποζημιώσεων και ταυτόχρονα, δανειστή της ενάγουσας 1, φαίνεται να έχουν αναμειχθεί με τα συμφέροντα της τελευταίας ως επιτυχόντα διαδίκου. Τούτων λεχθέντων, σημειώνω ότι η θέση της ασφαλιστικής είναι ότι πριν την έκδοση του εντάλματος, όταν ο δικηγόρος των εναγουσών, επικαλούμενος την πιο πάνω Ε/Δ της πελάτιδος του ενάγουσας 1, ζήτησε να του καταβληθούν προσωπικά τα ποσά που επιδικάσθηκαν προς όφελος της τελευταίας, του έγινε εισήγηση όπως τα εκατέρωθεν επιδικασθέντα έξοδα συμψηφιστούν και του καταβληθεί το υπόλοιπο, εισήγηση όμως η οποία απερρίφθη. Είναι φανερό, υποστηρίζει ο ομνύοντας της ασφαλιστικής, ότι η ενέργεια του δικηγόρου των εναγουσών να προχωρήσει με την έκδοση του επίδικου εντάλματος αμέσως μετά που απέρριψε την εισήγηση για συμψηφισμό, έγινε καθαρά για καταχρηστικούς λόγους. Αυτό, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, διότι με την καταβολή πρώτα των επιδικασθεισών αποζημιώσεων και των εξόδων προς το συνήγορο των εναγουσών, και την ικανοποίηση έτσι των δικών του απαιτήσεων, η οφειλή των εναγουσών προς την εναγόμενη 2 θα καταστεί ουσιαστικά κενού περιεχομένου, ιδιαίτερα ενόψει και του ότι για να χρειαστεί η ενάγουσα 1 να δανειστεί χρήματα από το δικηγόρο της, προφανώς είναι αφερέγγυα. Και στις δύο αιτήσεις η πλευρά των εναγουσών καταχώρησε ένσταση, υποστηριζόμενη από Ε/Δ του δικηγόρου Θ. Αδάμου, συνεργάτη του κ. Κλεάνθους. Στη μεν ένσταση σε σχέση με την αίτηση της εναγομένης 2 για συμψηφισμό, προβάλλονται είκοσι εννέα
(29)λόγοι ένστασης, στη δε ένσταση σε σχέση με την αίτηση της ασφαλιστικής για αναστολή, τριάντα πέντε
(35). Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το πλήρες κείμενο των ενστάσεων, οι οποίες σε μεγάλο βαθμό περιέχουν πανομοιότυπους και αλληλοκαλυπτόμενους ισχυρισμούς. Θα αναφέρω όμως ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί περιστρέφονται γύρω από θέματα κατάχρησης της διαδικασίας, αντινομικότητας και ανεδαφικού των αιτήσεων και γενικά της αδικίας που κατά τον ομνύοντα θα προκληθεί στις ενάγουσες και τον κ. Κλεάνθους αν αυτές εγκριθούν. Σημειώνω επίσης ότι ένα μεγάλο μέρος των Ε/Δ που υποστηρίζουν τις ενστάσεις, αναλώνεται στα όσα έλαβαν χώρα κατά τις συζητήσεις αμφότερων των εμπλεκόμενων δικηγόρων καθώς κατά τις εκατέρωθεν διαμαρτυρίες και συζητήσεις τους ενώπιον του Πρωτοκολλητή αναφορικά με το όλο θέμα. Κατόπιν σχετικών οδηγιών που έδωσα, επιλήφθηκα και των δύο αιτήσεων την ίδια μέρα. Με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις, αμφότεροι οι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν ενώπιον μου σε σχέση και με τις δύο αιτήσεις, τόσο προφορικά όσο και γραπτώς. Σημειώνω εδώ ότι στις αγορεύσεις τους, και οι δύο συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν επίσης και για το κατά πόσο το Δικαστήριο θα έπρεπε να εκδώσει χωριστές αποφάσεις για την κάθε αίτηση ή κατά πόσο όλα τα θέματα θα μπορούσαν να αποφασιστούν στα πλαίσια μιας κοινής απόφασης. Ως προς το τελευταίο αυτό θέμα, επισημαίνω ότι όπως προκύπτει από τα όσα αναφέρονται ανωτέρω, και οι δύο αιτήσεις, αν και καταχωρήθηκαν από διαφορετικά πρόσωπα, έχουν ως κεντρικό άξονα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν με την απόφαση ημερ. 05/01/18 και ειδικότερα σε σχέση με τα έξοδα που επιδικάσθηκαν εναντίον των εναγουσών και προς όφελος της εναγομένης 2. Αυτό, σε συνδυασμό με το ότι όλες οι πλευρές, για τους δικούς τους λόγους, αναγνωρίζουν και θέτουν ως βάση των ισχυρισμών τους ότι η ασφαλιστική έχει άμεση σχέση με τα όσα δικαιώματα και υποχρεώσεις έχουν δημιουργηθεί από την απόφαση της 05/01/18 καθώς και το ότι επιτυχία οποιασδήποτε εκ των αιτήσεων, ενδέχεται να καταστήσει άνευ αντικειμένου την άλλη, θεωρώ ορθό όπως και οι δύο αιτήσεις αποφασιστούν ταυτόχρονα στα πλαίσια μιας απόφασης. Με αυτόν τον τρόπο, θα διασφαλιστεί και το δικαίωμα ενός εκάστου εκ των εμπλεκομένων όπως «ακουστούν» από το Δικαστήριο σε σχέση με το κάθε θέμα που τους αφορά. Άλλωστε, από τις αγορεύσεις των συνηγόρων, φαίνεται ότι είναι ουσιαστικά με αυτόν τον τρόπο που και αυτοί προσέγγισαν το όλο θέμα. Σημειώνω εδώ ότι κατά την προφορική της αγόρευση σε σχέση με το επίδικο ένταλμα, η κα Ερωτοκρίτου έδωσε έμφαση στη νομιμότητα της έκδοσης του και κάλεσε το Δικαστήριο όπως το παραμερίσει ως άκυρο. Τέτοιο αίτημα όμως δεν περιλαμβάνεται σε καμία εκ των δύο επίδικων αιτήσεων, ούτε και προωθείται από οποιανδήποτε εκ των υποστηρικτικών Ε/Δ. Αντιθέτως, η αίτηση της ασφαλιστικής που αφορά αποκλειστικά στο εν λόγω ένταλμα, κάνει λόγο μόνο για αναστολή της εκτέλεσης του μέχρι τον υπολογισμό των προς όφελος της εναγόμενης 2 εξόδων και αφορά αποκλειστικά στην εξαίρεση των εν λόγω εξόδων από «.της εκτέλεσης του εντάλματος κινητών.». Με άλλα λόγια, δεν είναι η ακύρωση του εντάλματος που ζητείται αλλά μόνο ο περιορισμός της εκτέλεσης του. Ως εκ τούτου, εφόσον αυτό καθ' αυτό το θέμα της νομιμότητας της έκδοσης του εν λόγω εντάλματος δεν καλύπτεται από τις επίδικες αιτήσεις, δεν θα με απασχολήσει και ούτε κρίνω ορθό υπό τις περιστάσεις όπως ασχοληθώ με το θέμα αυτό στα πλαίσια της σύμφυτης εξουσίας μου (βλ. Kορέλλης Aχιλλέας ν. Γενικού Eισαγγελέα της Δημοκρατίας
(1998)1 ΑΑΔ 1718 καθώς και Wunderlich Karl Heinz και Άλλοι ν. Eυθύβουλου Παναγιώτου
(1999)1 ΑΑΔ 366 και ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΙΩΑΝΝΟΥ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 181/10, 29/7/2014). Προτού προχωρήσω με την εξέταση της ουσίας και των δύο αιτήσεων θα πρέπει επίσης να αναφέρω ότι μετά που επιφυλάχθηκε η απόφαση μου, ο συνήγορος των εναγουσών υπέβαλε δεύτερο κατάλογο εξόδων για υπολογισμό, αυτή τη φορά περιορίζοντας τον σε σχέση με τα έξοδα που επιδικάσθηκαν προς όφελος της ενάγουσας
- Ο λόγος για τούτο ήταν διότι κατά την ακροαματική διαδικασία των αιτήσεων, προέκυψε θέμα με τα έξοδα που είχαν υπολογισθεί και εγκριθεί με βάση τον πρώτο κατάλογο και τα οποία αφορούσαν και τις δύο ενάγουσες, ήτοι ότι τα εν λόγω έξοδα είχαν υπολογιστεί στη βάση της κλίμακας των αποζημιώσεων που έλαβε η ενάγουσα 1, ενώ η ενάγουσα 2, λόγω του ύψους των δικών της αποζημιώσεων, δικαιούτο σε έξοδα χαμηλότερης κλίμακας. Η υποβολή αυτού του δεύτερου καταλόγου εξόδων σε σχέση με την ενάγουσα 2, οδήγησε στην καταχώρηση νέας αίτησης, αυτή την φορά από την εναγόμενη 1, με την οποία η τελευταία ζητούσε όπως εκδοθούν διατάγματα και/ή οδηγίες όπως μην υπολογιστεί και εγκριθεί ο εν λόγω κατάλογος. Για το λόγο αυτό, καθώς και για τους λόγους που αναφέρονται στα πρακτικά ημερ. 18/5/18, επανάνοιξα τις επίδικες αιτήσεις ώστε να δώσω την ευκαιρία στους συνηγόρους όλων των εμπλεκομένων, συμπεριλαμβανομένων και των συνηγόρων του εναγόμενου 3 ο κατάλογος εξόδων του οποίου είχε επίσης τεθεί προς υπολογισμό και έγκριση, να τοποθετηθούν σε σχέση με το αν και πώς, η νέα αίτηση της εναγομένης 1 και ο κατάλογος εξόδων της ενάγουσας 2, επηρέαζαν τις επίδικες αιτήσεις. Με τη σύμφωνο γνώμη όλων, δόθηκαν οδηγίες όπως ο κατάλογος εξόδων της ενάγουσας 2 τεθεί ενώπιον του Πρωτοκολλητή για μια ενδεικτική εκτίμηση των εξόδων στα οποία η εν λόγω ενάγουσα δικαιούται, και όλες οι αιτήσεις ορίστηκαν εκ νέου στις 08/06/
- Κατ' εκείνη την ημερομηνία, οι συνήγοροι ενημερώθηκαν σχετικά με την προκαταρκτική εκτίμηση των εξόδων της ενάγουσας 2 καθώς και για το ότι το συγκεκριμένο αυτό ποσό, περιέχεται στο γενικότερο ποσό των εξόδων των εναγουσών που υπολογίσθηκαν με βάση τον πρώτο κατάλογο εξόδων. Ακολούθως, η συνήγορος της εναγομένης 1 δήλωσε ότι η πελάτιδα της δεν θα επιμένει στην αίτηση της οπόταν και την απέσυρε. Δόθηκε η ευκαιρία στους συνηγόρους αν ήθελαν, ενόψει των «εξελίξεων», να προσθέσουν οτιδήποτε σε σχέση με τις επίδικες αιτήσεις και εφόσον κανένας τους δεν εξέφρασε τέτοια πρόθεση, η απόφαση επιφυλάχθηκε εκ νέου. Προχωρώ τώρα να εξετάσω την ουσία των δύο επίδικων αιτήσεων, αρχής γενομένης των υποχρεώσεων και των δικαιωμάτων που η απόφαση ημερ. 05/01/18 δημιούργησε. Είναι κοινώς αποδεκτό ότι με την εν λόγω απόφαση, η ενάγουσα 1 πέτυχε την επιδίκαση προς όφελος της και εναντίον της εναγομένης 1, αποζημιώσεων ύψους €6.770,90 και η ενάγουσα 2 εναντίον της ίδιας εναγόμενης, αποζημιώσεις ύψους €1.055,
- Και οι δύο ενάγουσες δικαιούνται εναντίον της εναγομένης 1 στα έξοδα τους, τα οποία εγκρίθηκαν να ανέρχονται στο συνολικό ποσό των €5.857, το οποίο αφορά και τις δύο εναγόμενες. Είναι επίσης κοινώς αποδεκτό ότι με την ίδια απόφαση, και οι δύο ενάγουσες καταδικάστηκαν να καταβάλουν τα έξοδα της εναγομένης 2, τα οποία εγκρίθηκαν να ανέρχονται στο ποσό των €3.
- Είναι τέλος κοινώς αποδεκτό, ότι τόσο οι ενάγουσες όσο και οι εναγόμενες 1 και 2, έτυχαν κοινής νομικής εκπροσώπησης, με το μεν κ. Κλεάνθους να εκπροσωπεί τις πρώτες, το δε δικηγορικό οίκο Ερωτοκρίτου, τις δεύτερες. Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι η τελική κρίση του Δικαστηρίου ως προς το θέμα των εξόδων, είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την τελική απόφαση και συνιστά δικαστική εργασία που γίνεται και πρέπει να γίνει, για να ολοκληρωθεί πλήρως η αγωγή (βλ. Mιχαηλίδης Mιχάλης και Άλλη,
(2008)1 Α.Α.Δ. 1153). Υπό αυτή την έννοια, η απόφαση στην οποία καταλήγει το εκδικάσαν την αγωγή Δικαστήριο σε σχέση με τα έξοδα των διαδίκων, ανάγεται αποκλειστικά στη κρίση και διακριτική εξουσία εκείνου του Δικαστηρίου και μόνο κατόπιν σχετικής έφεσης μπορεί η εν λόγω κατάληξη να ανατραπεί (βλ. μεταξύ άλλων Nικολάου Aνδρέας ν. Bάσου Bασιλείου
(1999)1 ΑΑΔ 1566). Μάλιστα δε, όπως αναφέρεται και στο Annual Practice 1958 σελ. 1824, αυτή η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να ανατεθεί ούτε στον αρμόδιο για ψήφιση Πρωτοκολλητή εκτός εκεί όπου κάτι τέτοιο προβλέπεται από τους Θεσμούς: «.Discretion as to costs expressly given to the Court or a Judge cannot be delegated to the Taxing Officer (Lambton v Parkinson
(1887), 35 W.R. 545); but see O.54, r.12, and (nn); but where the defendant was given the costs of unnecessary proceedings, and the Taxing Master was left to decide what proceedings were taken unnecessary, the order was held to be good as not being a delegation (Musman v. Boret
(1892), 40 W.R. 352). Τούτου λεχθέντος, η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης, η οποία συνιστά ξεχωριστή αυτοτελή διαδικασία (βλ. Μιχαλάκης Κιταλίδης ν. Τράπεζα Κύπρου Λτδ
(2000)1 ΑΑΔ 1759 Pilavachi & Co. Ltd. v. International Chemical Co. Ltd.
(1965)1 C.L.R. 97 και Central Co-Operative Bank v. CY.E.M.S.
(1984)1 C.L.R. 435)., τελεί πάντοτε υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Δικαστηρίου ούτως ώστε να αποφευχθούν άδικες και καταχρηστικές διαδικασίες (βλ. Panaou ν. Haji Christofi a.o
(1963)2 Α.Α.Δ. 19). Η άσκηση αυτής της εποπτείας δεν περιορίζεται στο «πρόσωπο» του συγκεκριμένου Δικαστή που εκδίκασε την υπόθεση αλλά δύναται να γίνει από οποιοδήποτε δικαιοδοτικά αρμόδιο Δικαστή στον οποίο έχει ανατεθεί ο φάκελος της υπόθεσης, νοουμένου βέβαια ότι δεν θα αλλοιωθεί η κρίση του Δικαστηρίου που εκδίκασε την αγωγή ως προς το ποιοι είναι οι επιτυχόντες και αποτυχόντες διάδικοι της αγωγής καθώς και το ύψος των επιδικασθέντων ποσών στα οποία κατέληξε ο εκδικάσας Δικαστής. Ο εν λόγω περιορισμός εκτείνεται και στην τελική κρίση για τα έξοδα της υπόθεσης υπό την έννοια ότι το δικαστήριο που εποπτεύει την εκτέλεση της απόφασης δεν μπορεί να μεταβάλει το ποιος διάδικος δικαιούται σε έξοδα και εναντίον ποιου διαδίκου. Αυτό όμως δεν επηρεάζει την εξουσία του Δικαστηρίου να ρυθμίσει τη διαδικασία εκτέλεσης της απόφασης με τον οποιοδήποτε τρόπο κρίνει ορθό και δίκαιο (βλ. Δ.40 Θ.11 και Θ.15[2]). Ως προς το θέμα των εξόδων, οι ακόλουθες περικοπές από τις σελ. 1930-1931 του Annual Practice 1958, είναι σχετικές: "By way of deduction or set-of."-Where several points are in dispute, and each party succeeds on some of them, the costs may be set off one against the other and the plaintiff or defendant ordered to pay the balance (Bankart v. Tennant
(1870)L. R. 10 Eq. 141, 150; and see Knight v. Purssell
(1879), 49 L. J. Ch. 120; Badische Anilin v. Levinstein
(1885), 29 Ch. D. 366; Jenkins v. Jackson, (1891] 1 Ch. 89: Johnson v. Kearley, [1908] 2 K. B., p. 88; Bechstein v. Barker
(1910), 27 R. P. C 490; and cases cited under r. 1 (n.) "Costs Section-Apportionment of costs", supra. So, costs payable under different orders in the same suit, and notwithstanding change of solicitors (Robarts v. Buée
(1878), 8 Ch. D. 198), or in two suits in which the same estate is being administered (Lee v. Pain
(1844), 4 Hare 255), may be set off against each other; but the costs of two independent proceedings in different Courts cannot be set off against each other (Collett v. Preston
(1852), 15 Beav. 458; Wright v. Mudie
(1823), 1 Sim. & Stu. 266; Ex p. Griffin
(1880), 14 Ch. D. 37); . but costs ordered by an arbitrator to be paid by one party to the arbitration may be set off against costs ordered to be paid to him on a case stated in the Q.B.D, and Court of Appeal the proceedings being the same as the proceedings in the arbitration (Welch v. Roy Exchange Assurance, [1939] 3 All E. R. 305). Incidentally, it was there decided that, the application for a set-off was properly made to the Judge who heard the special case. Where the C.A. dismissed an action, and remitted a cross-action for trial, but the order was silent as to any set-off of costs, an application for stay of taxation and for set-off of the costs which might be ordered to be paid by the plaintiffs in the cross action against costs payable to them in the original action, was refused, the Court declining to deprive the party of the present right to costs given to him by the order of the C.A. (Automatic Weighing Machine Co. v. Combined Weighing Co.
(1889), 58 L.J. CH. 647). The fact that two actions are consolidated makes no difference provided the costs sought to be set off are recoverable under an order prior to the consolidation (Bake v. Prench, [1907]1 Ch. 428).» (έμφαση δική μου) Το ότι τα έξοδα που επιδικάζονται σε μια υπόθεση αφορούν στα δικηγορικά έξοδα που ο επιτυχών διάδικος δικαιούται να λάβει ώστε να καλύψει τις υπηρεσίες που του προσέφερε ο δικηγόρος του είναι δεδομένο (βλ. μεταξύ άλλων Spinneys Cyprus Ltd ν. Χριστάκη Χρίστου και Άλλων,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1833, ΤΟΥΛΛΑ ΤΡΥΦΩΝΟΣ ΤΟ ΓΕΝΟΣ ΚΥΡ. ΜΑΡΚΙΔΗ ν. ΤΡΑΠΕΖΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΛΤΔ, ECLI:CY:AD:2018:A132, Πολιτική Έφεση Αρ. 411/2011, 27/3/2018, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤHN ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΟΥ ΤΟΥ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟΥ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΚΑΣ ΜΑΡΙΑΣ ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΣΧΕΤΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΠΟΦΑΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 22.5.2017 ΣΤΗΝ ΑΓΩΓΗ ΑΡ. 353/15, ECLI:CY:AD:2017:D439, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ Αρ. 188/2017, 6/12/2017 και cf. Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 1111 όπου ο διάδικος χειρίστηκε την υπόθεση αυτοπροσώπως). Η επιδίκαση εξόδων όμως προς όφελος ενός διαδίκου, δεν συνεπάγεται τη δημιουργία δικαιωμάτων προς όφελος του ίδιου του δικηγόρου. Άλλωστε, όπως προκύπτει και από τους σχετικούς Κανονισμούς που ανέφερα πιο πάνω, η αμοιβή του τελευταίου διέπεται από τη συμφωνία δικηγόρου-πελάτη, όπως αυτή αποτυπώνεται στο retainer ή σε άλλο νομικά έγκυρο και δεσμευτικό έγγραφο και ούτε εξαρτάται αλλά ούτε και πρέπει να εξαρτάται από το αποτέλεσμα της υπόθεσης του πελάτη του. Αντίθετη προσέγγιση θα σήμαινε ότι ένας δικηγόρος του οποίου ο πελάτης του έχασε την υπόθεση, θα πρέπει να μείνει απλήρωτος παρά τις υπηρεσίες που προσέφερε στον τελευταίο. Είναι ακριβώς προς αποφυγή αυτού του ενδεχομένου, που τόσο η νομολογία όσο και η δικαστική πρακτική, έχουν αναγνωρίσει ότι, εκτός όπου είναι απόλυτα αναγκαίο, η ανάκτηση των εξόδων δεν θα πρέπει να εμποδίζεται, ούτε ακόμη και όταν διατάσσεται αναστολή εκτέλεσης μιας δικαστικής απόφασης (βλ. Ιωάννου Τάσος ν. Α/φοί Ανδρέα Καξίσιη Λτδ και Άλλων
(2013)1 ΑΑΔ 1998 και Δημητρούδης Mιχάλης ν. Aνδρέα Nίκου Λουγκρίδη,
(2011)1 Α.Α.Δ. 687). Ακόμη όμως και σε αυτή την περίπτωση, δικαιούχος των εξόδων δεν είναι ο ίδιος δικηγόρος αλλά ο διάδικος, ο οποίος άλλωστε έχει και την υποχρέωση να καταβάλλει τα έξοδα στον αντίδικο του αν χάσει την υπόθεση. Τυχόν δημιουργία δικαιωμάτων προς όφελος του ίδιου του δικηγόρου για την ανάκτηση εξόδων, θα συνεπάγετο και την ταυτόχρονη επιβολή υποχρέωσης σε αυτόν να καταβάλει τα έξοδα σε περίπτωση που ο πελάτης του χάσει την υπόθεση. Με κάθε σεβασμό προς τον κ. Κλεάνθους, η θέση του ότι το retainer που υπογράφει ένας πελάτης προς όφελος του δικηγόρου του, συνιστά εκχώρηση των δικαιωμάτων που απορρέουν από την υπόθεση, στερείται παντελώς οποιουδήποτε νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Όπως μάλιστα έφτασε να υποστηρίξει ο συνήγορος, εσφαλμένα βέβαια, με την υπογραφή ενός retainer, ο πελάτης ουσιαστικά χάνει ακόμη και αυτή καθ' αυτή την ιδιότητα του διαδίκου στην υπόθεση, ιδιότητα την οποία, σύμφωνα με το συνήγορο, αποκτά πλέον ο ίδιος ο δικηγόρος σε αντικατάσταση του πελάτη του. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την αγόρευση του κ. Κλεάνθους: «.Σημειώνω ακόμη ένα σημαντικό γεγονός, η εναγομένη 2, έχει εκχωρήσει τα δικαιώματα της αναφορικά με τα έξοδα των δικηγόρων της στο Γραφείο Α. Π. Ερωτοκρίτου & Σία ΔΕΠΕ. Αναφέρει αυτό η παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση ημ. 13/4/18. («Έχουν διοριστεί από τις εναγόμενες 1 και 2 το εν λόγω γραφείο για να τις υπερασπιστεί»). Υπεγράφει έντυπο διορισμού δικηγόρου για να μπορούν οι δικηγόροι τους να τους υπερασπιστούν, συνεπώς τα έξοδα τους εξουσιοδοτήθηκαν από την εναγόμενη 2 να τα εισπράξουν σε περίπτωση επιτυχίας της. Εκχωρήθηκε το δικαίωμα της εναγομένης 2 στους δικηγόρους της. Ένας νομικός γνωρίζει ότι το έντυπο διορισμού δικηγόρου ουσιαστικά αυτός που το υπογράφει, εκχωρεί δικαίωμα χειρισμού της υπόθεσης και εξουσιοδότηση για είσπραξη των εξόδων του διορισθέντος δικηγόρου από τον διάδικο που έχασε και/ή από τον ίδιο τον πελάτη του, και σε αυτή την περίπτωση είναι η εναγομένη 2 όπου διόρισε τους δικηγόρους της για να την υπερασπιστούν, ουσιαστικά εκχώρησε το δικαίωμα είσπραξης εξόδων στους δικηγόρους της και σε κανένα άλλο. Αν ίσχυε κάτι διαφορετικό από αυτό που ισχυρίζομαι πιο πάνω, είχε υποχρέωση να το αναφέρει και να το καταχωρήσει ως τεκμήριο η Αιτήτρια, για να επιτύχει η Αίτηση της. Ουσιαστικά με τα πιο πάνω φαίνεται ότι ούτε η μία Αιτήτρια ούτε η άλλη είχαν δικαίωμα καταχώρησης των Αιτήσεων τους, αφού η εκχώρηση του δικαιώματος είσπραξης εξόδων το έχουν άλλοι αντί των Αιτητριών.» Ως προς τη σημασία του retainer βλ. Simillides ν. Neophytou
(1986)1 CLR 363 απόφαση Πική Δικαστή ως ήταν τότε και Τρύφωνος ανωτέρω). Το ότι η πιο πάνω θέση του κ. Κλεάνθους στερείται ερείσματος είναι θεωρό αυτονόητο και δεν θα επεκταθώ περαιτέρω. Θα σημειώσω όμως ότι υπάρχουν περιπτώσεις όπου ο δικηγόρος ενός διαδίκου, δυνάμει ειδικής συμφωνίας με τον πελάτη του, δύναται να αποκτήσει εναντίον του τελευταίου, δικαιώματα σε σχέση με τα έξοδα που ο τελευταίος έχει εξασφαλίσει από την υπόθεση. Αυτού του είδους η συμφωνία δικηγόρου πελάτη όμως, η οποία αναγνωρίζεται ως το λεγόμενο «solicitor's lien as to costs», αφορά αποκλειστικά αυτούς τους δύο «αντισυμβαλλόμενους» και όχι τον οποιοδήποτε τρίτο όπως π.χ. τον αντίδικο, ο οποίος δύναται να καταβάλει τα σχετικά έξοδα για τα οποία καταδικάστηκε σε οποιοδήποτε εκ των δύο τους και να θεωρηθεί έτσι ότι έχει ικανοποιήσει πλήρως το σχετικό μέρος της απόφασης. Παραδοσιακά, το «solicitor's lien» θεωρείτο ιερό και σεβαστό και η οποιαδήποτε προσπάθεια να παρακαμφθεί, ιδιαίτερα μέσω ενδεχόμενου συμψηφισμού εξόδων, αντιμετωπίζετο αρνητικά από τα Δικαστήρια. Αυτή όμως η προσέγγιση έχει προ πολλού εγκαταλειφθεί και τα Δικαστήρια δύναται πλέον, με γνώμονα τα συμφέροντα όλων των διαδίκων και της δικαιοσύνης γενικότερα, να αγνοήσουν το οποιοδήποτε τυχόν δικαίωμα έχει αποκτήσει ο δικηγόρος ενός διάδικου κατόπιν ειδικής ρύθμισης ως προς τα έξοδα που έχουν επιδικασθεί προς όφελος του τελευταίου. Οι ακόλουθες περικοπές από τις σελ. 1899-1900 του Annual Practice 1958, όπου οι έγκριτοι συγγραφείς ασχολούνται με την εμβέλεια και το πεδίο εφαρμογής της τότε Ο.65 R.14, αντίστοιχης της δικής μας Δ.59.Θ.7, είναι άκρως κατατοπιστικές « A set-off for damages or costs between parties may be allowed notwithstanding the solicitor's lien for costs in the particular cause or matter in which the set-off is sought. .The Rule does not apply to costs in independent proceedings (Edwards v. Hope
(1885), 11 Q. B. D, 922, followed in Blakey V. Latham
(1889), 41 Ch. D. 518; Hassell v. Stanley, [1896] 1 Ch. 607: David v. Rees, [1904] 2 K. B. 435: Johnston v. Mackenzie, [1911] 2 Ir. R. 118), even though they are subsequently consolidated (Bake v. French, [1907] 1 Ch. 428), so a set-off was refused of costs payable to a respondent under a winding-up order against costs subsequently ordered to be paid by him to the liquidator (Re Beer Brewer & Bowman
(1915), 113 L. T.990). In independent actions the Court has discretion to allow the set-off either subject to or notwithstanding the lien, under the practice existing previously to Reg. Gen H. T. 1853 (Edwards v. Hope
(1885), 14 Q. B. D. 922, followed in Reid v. Cupper [1915] 2 K. B. 147, C. A.; and see r. 27
(37), infra). The old views as to the sanctity of a solicitor's lien no longer obtain (Puddephat v. Leith No. 2, [1916] 2 Ch 168, applied Knight v. Knight, [1925] Ch. 835; Re A Debtor (No. 21 of 1950) (No. 2). An order may be made allowing a judgment debtor to set off against the damages due from him damages due to him from the judgment creditor on a judgment in another action, notwithstanding the existence of an order under the Solicitors Act, 1932, s. 69, Pt. VIII, charging the first-mentioned damages with a solicitor's costs (Goodfellow v. Gray, [1899] 2 Q. B. 498). And so the costs of a dismissed judgment summons can be set off against the judgment in spite of the debtor's solicitor's lien (Young v. Mead, [1917] 2 Ir. R. 258).» Όπως καταλήγει η πιο πάνω περικοπή του Annual Practice 1958, κατά την εκτέλεση μιας Δικαστικής απόφασης, όταν ο διάδικος που δικαιούται σε έξοδα έχει ταυτόχρονα καταδικαστεί να καταβάλει στον αντίδικο του ποσό μεγαλύτερο από αυτό που δικαιούται να λάβει, τότε δύναται, κατόπιν αίτησης, να εμποδιστεί από του να προχωρήσει με την εκτέλεση της απόφασης μέχρις ότου εξοφλήσει πρώτα το δικό του χρέος: «Where the party to receive costs was indebted at the issue of the writ to his opponent to an amount exceeding the amount he is to receive, he will on motion be restrained from levying execution except to the extent to which he has paid that debt» Στο σύγγραμμα Halsbury's Laws of England, 5η έκδοση, τόμος 11, παράγραφος 721, δίνονται κατευθυντήριες γραμμές ως προς το πώς δύναται να ασκηθεί η εξουσία του Δικαστηρίου όταν προκύψουν εκατέρωθεν διαταγές εξόδων: Halsbury's Laws of England «The court's discretion. The court has discretion as to whether costs are payable by one party to another, the amount of those costs, and when they are to be paid. The general rule is that the unsuccessful party will be ordered to pay the costs of the successful party, but the court may make a dίfferent order. In deciding what order (if any) to make, the court must have regard to all the circumstances, including
(1)the conduct of all the parties;
(2)whether a party has succeeded only part of his case, eνen if he has not been wholly successful; and
(3)any payment into court or admissible offer to settle made by a party which is drawn to the court's attention and which is not an offer to which costs consequences apply. Where a party entitled το costs is also liable to pay costs the court may assess the costs which that party is liable to pay and either (
- a)set off the amount assessed against the amount the party is entitled to be paid and direct him to pay any balance; or (
- b)delay the issue of a certificate for the costs to which the party is entitled until he has paid the amount which he is liable to pay. ...». (έμφαση δική μου) Στην παρούσα υπόθεση, λαμβανομένου υπόψη ότι οι δύο ενάγουσες πέτυχαν εναντίον της μιας εναγόμενης αλλά απέτυχαν εναντίον της άλλης, διαπιστώνεται και μια άλλη ιδιομορφία, ήτοι ότι τόσο οι ενάγουσες όσο και οι εναγόμενες 1 και 2, έτυχαν εκπροσώπησης από κοινό δικηγόρο. Δεν θα δικαιούνται επομένως να ανακτήσουν δύο φορές τα όσα κοινά έπραξαν οι δικηγόροι τους σε σχέση με την αγωγή ή την υπεράσπιση τους αντίστοιχα. Σε αυτή την περίπτωση, η απάντηση προκύπτει θεωρώ από τα όσα αναφέρονται στις σελ. 1838-1839 του Annual Practice1958, δηλαδή ότι ενάγουσες και εναγόμενη 2 αντίστοιχα, δικαιούνται να ανακτήσουν τα έξοδα του κοινού δικηγόρου κατά αποσπασματικό τρόπο (moiety), ήτοι στο βαθμό που η κάθε μια εξ' αυτών οφείλει να πληρώσει το κοινό δικηγόρο σε σχέση με τα κοινά έξοδα: «.Although it was decided in Gort v Rowney
(1886), 17 Q.B.D.625, that where two plaintiffs claimed in respect of separate causes of action, one succeeding and the other failing, the successful plaintiff was entitled to the full general costs of action (the defendant getting only those costs which he would not have incurred had the unsuccessful plaintiff not been a party), it would seem from the decision of Lord Darling in Keen v Towler
(1924), 41 T.L.R. 86, that the true principle is that which was applied to the successful defendant out of two defending by one solicitor in Beaumont v. Senior, [1903] 1 K.B. 282, namely, that he is only entitled to recover at most so much of the costs as he owes to the common solicitor, which apart from agreement to pay less would be a moiety. In Umfreville v. Johnson
(1875), L.R. 10 Ch. 580, the defendant was allowed to set off the costs occasioned to him by the joinder of an unsuccessful plaintiff against the costs payable by him to a successful plaintiff.» Συνυπολογίζοντας όλα όσα εξάγονται από τις πιο πάνω νομικές αρχές, προκύπτουν τα εξής νομικά συμπεράσματα. Οι ενάγουσες δικαιούνται να ανακτήσουν από την εναγόμενη 1 ένα σετ εξόδων σε σχέση με την κοινή τους εκπροσώπηση στην αγωγή. Η εναγομένη 2 δικαιούται να ανακτήσει από τις ενάγουσες το ποσό των εξόδων που υπολογίστηκε και εγκρίθηκε να αφορά το δικό της μερίδιο στην κοινή εκπροσώπηση που έτυχαν οι εναγόμενες. Ο οποιοσδήποτε τυχόν συμψηφισμός που οι εν λόγω διάδικοι δικαιούνται να αιτηθούν κατά την εκτέλεση της απόφασης, μπορεί να αφορά μόνο στα ποσά που επιδικάσθηκαν μεταξύ τους, είτε υπέρ είτε εναντίον τους και όχι στα ποσά που επιδικάσθηκαν υπέρ ή εναντίον των άλλων διαδίκων στην αγωγή, έστω και αν τέτοιοι διάδικοι έτυχαν κοινής με αυτούς εκπροσώπησης - «.set off the costs occasioned to him by . an unsuccessful (litigant) against the costs payable by him to a successful (litigant).». Στη βάση των πιο πάνω αρχών, η αίτηση της εναγομένης 2, με την οποία η τελευταία αιτείται όπως «.η αποζημίωση και τα δικηγορικά έξοδα που επιδικάστηκαν την 5/1/2018 υπέρ της ενάγουσας και εναντίον της εναγομένης 1 . συμψηφιστούν και/ή γίνουν set-off με τα δικηγορικά έξοδα που επιδικάστηκαν εναντίον της ενάγουσας και υπέρ της εναγομένης 2 στην ίδια απόφαση.», δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης όμως, όπως θα εξηγήσω αμέσως πιο κάτω, δεν ισχύει το ίδιο και σε σχέση με την αίτηση της ασφαλιστικής. Κατ' αρχή, το δικαίωμα της ασφαλιστικής να αιτηθεί την έκδοση οποιωνδήποτε οδηγιών σε σχέση με το επίδικο ένταλμα, της δόθηκε από την επιλογή των εναγουσών να αιτηθούν και να πετύχουν την έκδοση εντάλματος εναντίον της απευθείας και όχι εναντίων των πελατών της, εναγομένων 1 και/ή 2 (βλ. επίσης συνδυασμένη εφαρμογή των προνοιών της Δ.40 Θ. 10, 11 και 15[3]). Σημειώνω εδώ βέβαια ότι η εν λόγω ασφαλιστική δεν είναι διάδικος (party) στην αγωγή και ούτε φαίνεται να συνιστά, για σκοπούς των προνοιών των Μερών III και IV του Κεφ.6, είτε «εκ δικαστικής αποφάσεως πιστωτής» είτε «οφειλέτης χρέους» ήτοι «πρόσωπο υπέρ ή εναντίον του οποίου εκδίδεται δικαστική απόφαση με την οποία διατάσσεται η πληρωμή χρημάτων» (βλ. αρ. 2 Κεφ.6). Είναι επομένως αμφίβολο αν θα μπορούσε η ίδια η ασφαλιστική να προχωρήσει με μέτρα εκτέλεσης εναντίον των εναγουσών ή αν θα μπορούσαν να ληφθούν τέτοια μέτρα απ' ευθείας εναντίον της. Η επιλογή όμως των εναγουσών να στραφούν απευθείας εναντίον της ασφαλιστικής με μέτρα εκτέλεσης, το ορθό ή όχι της οποίας όπως έχω ήδη αναφέρει πιο πάνω δεν είναι επίδικο και δεν θα με απασχολήσει, είναι και που στοιχειοθετεί το απαιτούμενο locus standing της ασφαλιστικής για την αίτηση της για οδηγίες. Εφόσον οι ενάγουσες επέλεξαν να επιχειρήσουν να εκτελέσουν την υπέρ τους απόφαση εναντίον της ασφαλιστικής με το συγκεκριμένο τρόπο και επειδή η τελευταία δεν αρνείται να καταβάλει στις ενάγουσες κάποιο ποσό έναντι της απόφασης στα πλαίσια εκτέλεσης της, θα προσεγγίσω το θέμα με γνώμονα τα συμφέροντα των εμπλεκομένων μερών, όπως τα εν λόγω συμφέροντα έχουν καθοριστεί από τις επιλογές τους. Η ενέργεια των εναγουσών, να «κυνηγήσουν» απ' ευθείας την ασφαλιστική των εναγομένων και όχι τις ίδιες, δεν μεταβάλλει το γεγονός ότι η απόφαση που αμφότερες οι ενάγουσες επιχειρούν να εκτελέσουν, περιέχει πέραν από υποχρεώσεις για τις εναγόμενες, και δικαιώματα. Η θέση των εναγουσών ότι η «τσέπη» των εναγομένων είναι κοινή με την «τσέπη» της ασφαλιστικής και δεν συνιστά μια «τσέπη» τρίτου προσώπου, οπόταν και θα μιλούσαμε για μια εντελώς διαφορετική διαδικασία, δεν μπορεί επομένως να θεωρηθεί ότι ισχύει μόνο σε σχέση με τη μια εναγόμενη αλλά να μην ισχύει για την άλλη. Με άλλα λόγια, με την έκδοση του επίδικου εντάλματος, οι ενάγουσες επέλεξαν ουσιαστικά όπως ταυτίσουν τις εξ' αποφάσεως υποχρεώσεις και δικαιώματα αμφότερων των εναγομένων 1 και 2, με τις υποχρεώσεις και δικαιώματα της ασφαλιστικής. Η εκτέλεση της απόφασης κατ' αυτό τον τρόπο που οι ίδιες οι ενάγουσες επέλεξαν να προωθήσουν, δεν μπορεί παρά να υπόκειται και στους περιορισμούς που προκύπτουν από τις προαναφερόμενες νομικές αρχές σε σχέση με ανάκτηση επιδικασθέντων ποσών από διάδικο που είναι ταυτόχρονα και επιτυχόντας αλλά και αποτυχόντας. Υπό αυτή την έννοια, και λαμβανομένης υπόψη της θέσης των ίδιων των εναγουσών ότι η «τσέπη» της ασφαλιστικής είναι η ίδια με την τσέπη αμφότερων των εναγομένων, οι ενάγουσες, οι οποίες με βάση την απόφαση της 05/01/18 και κέρδισαν αλλά και καταδικάστηκαν σε έξοδα, δεν μπορούν να ανακτήσουν από την ασφαλιστική περισσότερα ποσά απ' ότι θα μπορούσαν να ανακτήσουν από αμφότερες τις εναγόμενες. Αυτό σημαίνει ότι τα έξοδα που οι ενάγουσες καταδικάστηκαν με την απόφαση της 05/01/18 να καταβάλουν στην εναγομένη 2, δεν μπορούν να αγνοηθούν κατά την εκτέλεση του επίδικου εντάλματος το οποίο αφορά και στις αποζημιώσεις της ενάγουσας 1 αλλά και στα συνολικά έξοδα αμφότερων των εναγουσών. Υπενθυμίζω εδώ το ότι με την Ε/Δ της, η ενάγουσα 1 φαίνεται, αν και το θέμα δεν διευκρινίστηκε από τον κ. Κλεάνθους παρά τις προσπάθειες του Δικαστηρίου, να έδωσε εντολή στο δικηγόρο της όπως προτού της επιστρέψει οποιοδήποτε ανακτηθέν ποσό, «.αναλάβει αυτός να πληρώσει οιαδήποτε έξοδα που εκκρεμούν προς πληρωμή σε τρίτους, λόγω της εκδίκασης της υπόθεσης.». Επομένως, και τα δικαιώματα της εναγομένης 2 θα πρέπει να τύχουν σεβασμού κατά την εκτέλεση του εντάλματος αλλά και οι επιθυμίες της ενάγουσας 1 που έχει επίσης αιτηθεί την έκδοση του. Στη βάση όλων των πιο πάνω, το μέρος της αίτησης της ασφαλιστικής που αφορά στην αφαίρεση των εξόδων που επιδικάστηκαν προς όφελος της εναγομένης 2 από τα ποσά που δύναται να εισπραχθούν με το επίδικο ένταλμα, επιτυγχάνει. Σημειώνω ότι η κατάληξη μου ενδεχομένως να ήταν διαφορετική αν η εκτέλεση της υπέρ των εναγουσών απόφασης, επιχειρείτο να γίνει εναντίον του πραγματικά αποτυχόντα διαδίκου της αγωγής, ήτοι της εναγόμενης 1, κάτι όμως που οι ενάγουσες επέλεξαν να μην πράξουν. Τονίζω ότι οι σχετικές οδηγίες μου αφορούν αποκλειστικά σε αφαίρεση ποσού από τα ποσά που δύναται να ανακτηθούν με το συγκεκριμένο ένταλμα απ' ευθείας από την ασφαλιστική και όχι σε συμψηφισμό ποσών ή άλλως πώς σε περιορισμό ή ακύρωση των αποζημιώσεων ή των εξόδων που οι ενάγουσες δικαιούνται εναντίον της ίδιας της εναγομένης 1 ή των εξόδων που η εναγόμενη 2 δικαιούται εναντίον τους. Η διαταχθείσα αφαίρεση δεν θα συνιστά ούτε εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους των εναγουσών προς την εναγόμενη 2 αλλά ούτε και περιορισμό των δικαιωμάτων τους σε σχέση με την εναγόμενη 1, αφού τα εκατέρωθεν επιδικασθέντα ποσά ή τα υπόλοιπα αυτών, θα εξακολουθούν να είναι ανακτήσιμα με βάση την απόφαση της 05/01/18, εναντίον όμως των συγκεκριμένων διαδίκων που καταδικάστηκαν να τα καταβάλουν. Το αν τώρα οι συγκεκριμένοι διάδικοι δικαιούνται σε οποιοδήποτε συμψηφισμό ή αν η ασφαλιστική θα αναλάβει, κατόπιν ειδικής συμφωνίας με την εναγομένη 2, να προβεί για λογαριασμό της σε εκτέλεση του μέρους της απόφασης που είναι υπέρ της, ή αν θα κληθεί να καλύψει την όποια τυχόν εκτέλεση της απόφασης επιχειρηθεί εναντίον της εναγόμενης 1, αυτό δεν είναι θέμα για την παρούσα διαδικασία, η οποία πλέον αφορά μόνο στο συγκεκριμένο μέτρο εκτέλεσης που επέλεξαν να λάβουν οι ενάγουσες. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την όποια τυχόν παραβίαση των υποχρεώσεων που επιβάλει στην ασφαλιστική ο περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων (Ασφάλιση Ευθύνης έναντι Τρίτου) Νόμος του 2000 Ν.96(I)/2000, θέμα για το οποίο φαίνεται ότι η μόνη αρμόδια να του επιληφθεί, είναι η Έφορος Ασφαλίσεων (βλ. αρ. 16Β του Νόμου). Για όλους τους πιο πάνω λόγους και λαμβάνοντας υπόψη τα συγκεκριμένα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση καθώς και το ότι η ασφαλιστική έχει εκφράσει την πρόθεση να ικανοποιήσει το οποιοδήποτε ποσό του εντάλματος ήθελε τελικά αποφασιστεί, δίδονται οι εξής οδηγίες: Α. Το ποσό των εξόδων που επιδικάσθηκαν προς όφελος της εναγομένης 2 με την απόφαση της 05/01/18, και το οποίο έχει εγκριθεί στις 03/04/18, να αφαιρεθεί από το ποσό των εξόδων στο οποίο αφορά το ένταλμα κινητών με αριθμό 186/18 που εκδόθηκε την 21/03/18 κατόπιν αίτησης των εναγουσών, και η εκτέλεση του εντάλματος να προχωρήσει μόνο για το υπόλοιπο ποσό. Β. Ο αρμόδιος Πρωτοκολλητής να προβεί στους αναγκαίους υπολογισμούς αναφορικά με το ποσό που θα εισπραχθεί με το ένταλμα και να ενημερώσει γραπτώς, αμφότερους τους δικηγόρους της ασφαλιστικής και των εναγουσών για το εν λόγω ποσό. Σχετικό αντίγραφο της ενημέρωσης του Πρωτοκολλητή, να κατατεθεί και στο φάκελο της υπόθεσης. Γ. Από την ημέρα που οι δικηγόροι της ασφαλιστικής θα παραλάβουν την ενημέρωση του Πρωτοκολλητή, το ένταλμα να παραμείνει ανεκτέλεστο για περίοδο 45 ημερών ώστε να δοθεί η ευκαιρία στην ασφαλιστική να το εξοφλήσει αν το επιθυμεί. Δ. Η εξόφληση του εντάλματος από την ασφαλιστική να γίνει με την καταβολή χρημάτων στον Πρωτοκολλητή και όχι στο συνήγορο των εναγουσών ή σε οποιαδήποτε εξ' αυτών και με τη λήψη του σχετικού ποσού, ο Πρωτοκολλητής να εκδώσει σχετική απόδειξη είσπραξης και αντίγραφα αυτής, να δοθούν στους συνηγόρους όλων των εμπλεκομένων μερών και να κατατεθούν στο φάκελο της υπόθεσης. Ε. Η καταβολή του εισπραχθέντος ποσού από τον Πρωτοκολλητή προς τις ενάγουσες να γίνει στις ίδιες τις ενάγουσες προσωπικά, εκτός αν οι ενάγουσες είναι παρούσες και επιθυμούν όπως το ποσό καταβληθεί στο δικηγόρο τους ή ο τελευταίος παρουσιάσει προς ικανοποίηση του Πρωτοκολλητή, πρόσφατη σχετική εξουσιοδότηση από αυτές, άλλη από το retainer και την Ε/Δ της ενάγουσας 1 ημερ. 02/03/17, στην οποία όμως εξουσιοδότηση να γίνεται αναφορά στην παρούσα απόφαση. Τέτοια εξουσιοδότηση να κατατεθεί στο φάκελο της υπόθεσης και αντίγραφο της να κρατηθεί από τον Πρωτοκολλητή. Τέλος, όσον αφορά τα έξοδα των επίδικων αιτήσεων, λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο οι δύο αιτήσεις εκδικάστηκαν, το αποτέλεσμα της κάθε μιας καθώς και ότι αμφότερες οι αιτήτριες έτυχαν κοινής εκπροσώπησης, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Αντίγραφο της απόφασης μου να κοινοποιηθεί στον Πρωτοκολλητή για σκοπούς ενημέρωσης καθώς και εκτέλεσης των οδηγιών που έχω δώσει ανωτέρω. Αναφορικά με το θέμα που προέκυψε κατά την ακρόαση των αιτήσεων με την φερόμενη σφραγίδα και υπογραφή του Πρωτοκολλητείου που παρουσιάζεται να τέθηκε επί της ένστασης των εναγουσών στην αίτηση της εναγομένης 1 και οι οποίες όμως σφραγίδα και υπογραφή, δεν φαίνεται να ανταποκρίνονται στην ενδεδειγμένη διαδικασία που ακολουθεί το Πρωτοκολλητείο, αυτό να τύχει της ανάλογης διερεύνησης και χειρισμού από τον Πρωτοκολλητή του Ε/Δ Λεμεσού. (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Εκτέλεση - Ασφαλιστική - Συμψηφισμός [1] 14.-
(1)Nothing in these rules shall be construed to give validity to any purchase by an advocate of the interest, or any part of the interest, of his client in any action or proceeding to be brought or maintained, or to give validity to any agreement by which an advocate retained or employed to prosecute any action or other proceeding stipulates for payment or increase of payment only in the event of success in such action or other proceeding.
(2)No such purchase or agreement as aforesaid shall be good. [2] Θ.11.Any party against whom judgment has been given on an order made may apply to the Court or a Judge for a stay of execution or other relief against such judgment upon the ground of facts which have arisen too late to be pleaded; and the Court or Judge may give such relief and upon such terms as may be just. Θ.
- If either the deputy sheriff executing a writ or any person interested in or affected by the execution thereof wishes to have the Court's directions in any matter relating to it, he may apply to the Court out of which the writ issued or to a Judge thereof, for directions to the deputy sheriff; and the Court or Judge may, either ex parte or upon notice given to such person as the Court or Judge may think fit, give such directions as may be just. Directions given to the deputy sheriff on his own application need not be entered as an order. In other cases any person interested in or affected thereby may require the directions to be entered as an order and deliver an office copy of the order to the deputy sheriff for compliance therewith, or may appeal therefrom if dissatisfied : [3]
- Any person not being a party to a cause or matter who obtains any order or in whose favour any order is made shall be entitled to enforce obedience to such order by the same process as if he were a party to such cause or matter; and any person not being a party to a cause or matter against whom obedience to any judgment or order may be enforced shall be liable to the same process for enforcing obedience to such judgment or order as if he were a party to such cause or matter. Οι πρόνοιες των Δ.40 Θ.11 και 15 παρατίθενται ανωτέρω στην υποσημείωση υπ' αρ. 2 cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο