← Κύπρος

CHR. KONTOS ENTERPRISES LTD ν. G & V HADJIDEMOSTHENOUS LTD, Αρ. Αγωγής: 2554/16, 31/7/2018

CHR. KONTOS ENTERPRISES LTD ν. G & V HADJIDEMOSTHENOUS LTD, Αρ. Αγωγής: 2554/16, 31/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A329 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2554/16 CHR. KONTOS ENTERPRISES LTD, εκ Λεμεσού Ενάγοντες -ν- G & V HADJIDEMOSTHENOUS LTD, εκ Πάφου Εναγόμενοι -------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιουλίου, 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Ζαχαρίου για Δημήτρη Παναούτα & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους: κα. Ε. Κωνσταντινίδου για Ε & Μ Κωνσταντινίδου ΔΕΠΕ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησαν στις 07/09/16, οι Ενάγοντες, εταιρεία από την Λεμεσό που δραστηριοποιείται στο τομέα της κατασκευής και πώλησης μεταλλικών σκαλωσιών και συναφών οικοδομικών κατασκευών, αξιώνουν από τους Εναγόμενους πελάτες τους, εταιρεία που δραστηριοποιείται στην Πάφο, «ποσό €1434,78 οφειλόμενο σαν υπόλοιπο λογαριασμού και/ή δυνάμει τιμολογίου και/ή ως υπόλοιπο αξίας παραδοθέντων προϊόντων και/ή ειδών και/ή αγαθών.». Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι κατά ή περί το 2014 και/ή προγενέστερα, σύναψαν με τους Εναγόμενους προφορική συμφωνία, στα πλαίσια της οποίας ανέλαβαν όπως πωλούν και παραδίδουν στους τελευταίους με πίστωση, προϊόντα που κατασκεύαζαν και/ή διέθεταν, την αξία των οποίων, μετά την πώληση τους και την έκδοση σχετικών τιμολογίων, θα την χρέωναν σε συγκεκριμένο λογαριασμό που θα τηρούσαν στο όνομα των Εναγομένων. Στα πλαίσια της ίδιας συμφωνίας, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι ανέλαβαν όπως εξοφλούν το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού τους στο τέλος κάθε ημερολογιακού μήνα. Είναι επίσης η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι μέχρι και τις αρχές του 2015, πώλησαν και παρέδωσαν με πίστωση στους Εναγόμενους, στα πλαίσια της μεταξύ των μερών συμφωνίας, διάφορα προϊόντα έναντι τιμολογίων και χρέωσαν αναλόγως το σχετικό λογαριασμό των Εναγομένων με αριθμό D

  1. Ο εν λόγω λογαριασμός, ισχυρίζονται περαιτέρω οι Ενάγοντες, παρουσίαζε, μετά και την πίστωση διαφόρων πληρωμών που έκαναν οι Εναγόμενοι έναντι, χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €1434,78, το οποίο υπόλοιπο, μέχρι σήμερα, οι τελευταίοι παραλείπουν να το εξοφλήσουν παρά τις επανειλημμένες προφορικές και γραπτές εκκλήσεις των Εναγόντων. Η υπεράσπιση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι ήταν λιτή και πέραν μιας προδικαστικής ένστασης που προέβαλαν σε σχέση με την κατά τόπο αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, αφορά ουσιαστικά σε άρνηση τους ότι οφείλουν οποιοδήποτε ποσό. Αν και δέχονται ότι αγόραζαν εμπορεύματα από τους Ενάγοντες ως αναφέρεται στην Ε/Α, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται στην Υπεράσπιση τους ότι: « . πλήρωναν ανελλιπώς το ανάλογο οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με τα τιμολόγια, που επιβεβαίωναν ανάμεσα στους διαδίκους την παραληφθείσα κάθε φορά ποσότητα εμπορευμάτων και την αξία τους.» Είναι περαιτέρω η θέση των Εναγομένων ότι αν και στις 07/02/2017, ζήτησαν μέσω δικηγόρου, γραπτώς από τους Ενάγοντες, λεπτομέρειες του λογαριασμού και αντίγραφα τιμολογίων, εντούτοις οι Ενάγοντες ουδέποτε ανταποκρίθηκαν θετικά. Εφόσον το επίδικο ποσό της υπόθεσης δεν υπερβαίνει τις €3.000,00, η αγωγή εκδικάστηκε ως «ταχείας εκδίκασης υπόθεση» δυνάμει της «νέας» Δ.30, ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση μαρτυρίας υπό την μορφή ενόρκων δηλώσεων. Από πλευράς Εναγόντων κατατέθηκαν Ε/Δς από τους Χ. Κοντό (ΜΕ1) και Α. Κοντού (ΜΕ2), διευθυντή και γραμματέα των Εναγόντων αντίστοιχα, ενώ από πλευράς Εναγομένων, κατατέθηκε Ε/Δ της Ν. Πέτρου (ΜΥ1), υπαλλήλου των Εναγομένων. Αν και οι διάδικοι είχαν το δικαίωμα να ζητήσουν όπως αντεξετάσουν τους ενόρκους δηλούντες της άλλης πλευράς, εντούτοις αμφότεροι δήλωσαν ότι δεν επιθυμούσαν να προβούν σε οποιαδήποτε αντεξέταση και ως εκ τούτου, η εκδίκαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Συνοψίζω κατ' αρχήν την προσκομισθείσα μαρτυρία. Ο ΜΕ1, ο οποίος επανέλαβε με την Ε/Δ του τα όσα αναφέρονται στην Ε/Α, έκαμε αναφορά στην προφορική συμφωνία των μερών για πώληση και παράδοση εμπορευμάτων επί πιστώσει, η οποία συμφωνία έγινε, σύμφωνα με τον μάρτυρα, κατά το 2012 στη Λεμεσό. Ο μάρτυρας παρουσίασε ως Τεκ. Α στην Ε/Δ του, αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού με αρ. D0198, που τηρείτο από τους Ενάγοντες σο όνομα των Εναγομένων, σε σχέση με τις αγορές των τελευταίων για την περίοδο Ιανουαρίου 2012 - 25/04/2016 καθώς και τιμολόγια συνολικού ύψους €1438,83 τα οποία, σύμφωνα με το μάρτυρα, αφορούν σε συγκεκριμένα προϊόντα, που, μεταξύ άλλων, πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στους Εναγόμενους κατά την εν λόγω περίοδο, η αξία των οποίων και χρεώθηκε στο λογαριασμό των Εναγομένων (βλ. Τεκ. Β - Ζ Ε/Δ ΜΕ1). Σύμφωνα με τον μάρτυρα, παρά τις διάφορες πληρωμές στις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι έναντι του εκάστοτε υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού, αυτός παρουσίαζε κατά την 01/01/2015, οφειλόμενο υπόλοιπο €1434,78 το οποίο οι Εναγόμενοι μέχρι σήμερα δεν έχουν εξοφλήσει, παρά τις προφορικές αλλά και γραπτές οχλήσεις των Εναγόντων και των δικηγόρων τους (βλ. Τεκ. Η και Θ). Η ΜΕ2, ανέφερε στην Ε/Δ της, ότι είναι το πρόσωπο που συμπλήρωνε για τους Ενάγοντες τις σχετικές καταστάσεις και λογαριασμούς που αφορούσαν τους πελάτες των Εναγόντων, περιλαμβανομένης και της κατάστασης λογαριασμών των Εναγομένων. Σύμφωνα με την μάρτυρα, κατά την πώληση και παράδοση των επίδικων προϊόντων στους Εναγόμενους, εκδόθηκαν σχετικά τιμολόγια και ο λογαριασμός των Εναγομένων χρεώθηκε με τα αντίστοιχα ποσά. Ο εν λόγω λογαριασμός, ανέφερε η μάρτυς, παρουσιάζει, από την 01/01/2015, οφειλόμενο υπόλοιπο €1434,
  2. Προς επίρρωση των ισχυρισμών της η μάρτυς παρουσίασε ως τεκμήρια τα ίδια αντίγραφα της σχετικής κατάστασης λογαριασμού και των σχετικών τιμολογίων που παρουσίασε ο ΜΕ
  3. Όπως ανέφερα πιο πάνω, από πλευράς Εναγομένων προσκομίστηκε η μαρτυρία της υπαλλήλου τους, Ν. Πέτρου (ΜΥ1). Σύμφωνα με την μάρτυρα «.η εναγομένη κατά τα έτη 2011 - 2013 συνεργάστηκε με την ενάγουσα η οποία πωλούσε και παρέδιδε σε αυτή στη Πάφο διάφορα προϊόντα τα οποία χρησιμοποιούσε η εναγομένη για την επιχείρηση της η οποία έχει έδρα την Πάφο. Ενόψει της συνεργασίας των δυο μερών, η εναγομένη άνοιξε και τηρούσε κατάσταση λογαριασμού με αριθμό 311CHK01 . Η κατάσταση λογαριασμού η οποία τηρούσε η ενάγουσα για τα έτη 2010 - 2013 είναι σχεδόν πανομοιότυπη με αυτή της εναγομένης με εξαίρεση το μεταφερθέν υπόλοιπο από το έτος 2011..» Ισχυρίστηκε η μάρτυς ότι οι Εναγόμενοι πλήρωναν «.πάντοτε έναντι κατάστασης λογαριασμού και όχι έναντι τιμολογίων.» και ότι η διαφορά των διαδίκων έγκειται στο «.το μεταφερθέν υπόλοιπο από το έτος 2011..» και ειδικότερα στο ότι «. το υπόλοιπο που μεταφέρθηκε από το έτος 2011 και εντεύθεν έχει διαφορά στους λογαριασμούς που τηρούν οι εναγόμενοι από αυτούς των εναγόντων. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι το μεταφερθέν υπόλοιπο ήταν €10,787.40σ ενώ στην κατάσταση λογαριασμού της εναγομένης φαίνεται να ήταν €9,363.10σ. Προφανώς οι ενάγοντες δεν έχουν κάνει κάποια πίστωση στο λογαριασμό κατά το έτος 2011 και για αυτό υπάρχει η διαφορά . Σύμφωνα με την κατάσταση λογαριασμού που τηρούσε η εναγομένη, δεν υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο.» Η κατάσταση που σύμφωνα με τη ΜΥ1 τηρούσαν οι Εναγόμενοι παρουσιάστηκε ως Τεκ. Α στην Ε/Δ της πρώτης. Ισχυρίστηκε δε η ΜΥ1 ότι οι Ενάγοντες δεν εφοδίασαν τους Εναγόμενους με σχετικές καταστάσεις λογαριασμού για την περίοδο που ισχυρίζονται, ούτε ακόμη και όταν μέσω των δικηγόρων τους, οι Εναγόμενοι ζήτησαν επανειλημμένα όπως το θέμα αυτό εξεταστεί. Είναι τέλος η θέση της ΜΥ1 ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να ικανοποιήσουν την υποχρέωση τους να παρουσιάσουν την πλήρη εικόνα του λογαριασμού των Εναγομένων ώστε να αποδείξουν την αξίωση τους στον απαιτούμενο βαθμό και ότι η απλή παρουσίαση από μέρους τους διαφόρων τιμολογίων, που τυγχάνει να συνάδουν με το ισχυριζόμενο υπόλοιπο, δεν αρκεί για να επιτύχει η αγωγή τους. Η εκδίκαση της υπόθεσης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Διεξήλθα με προσοχή την προσκομισθείσα μαρτυρία, έχοντας κατά νου και τους σχετικούς κανόνες που αφορούν στο βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει σε σχέση με τους ισχυρισμούς του και μη παραβλέποντας ότι παρά την προβολή αντίθετων ισχυρισμών από τις δύο πλευρές, ουδείς εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν, αντεξετάστηκε. Το ότι Ενάγοντες και Εναγόμενοι συναλλάσσονταν στα πλαίσια συμφωνίας κατά την οποία οι πρώτοι πωλούσαν και παρέδιδαν στους τελευταίους, διάφορα εμπορεύματα επί πιστώσει μέχρι και το τέλος του 2013, συνιστά παραδεκτό γεγονός μεταξύ των μερών. Κοινό έδαφος συνιστά επίσης και το ότι οι Ενάγοντες διατηρούσαν το λογαριασμό υπ' αρ. D0198 σε σχέση με τις αγορές και πληρωμές των Εναγομένων και ότι ο εν λόγω λογαριασμός χρεοπιστώνετο αναλόγως των σχετικών τιμολογίων που εκδίδονταν και των πληρωμών που γίνονταν. Όσον αφορά τα τιμολόγια που παρουσίασαν οι μάρτυρες της ενάγουσας ως Τεκ. Β - Ζ και τα οποία είναι επ' ονόματι των Εναγομένων, δεν αμφισβητείται ότι αυτά αφορούν σε προϊόντα που όντως πωλήθηκαν και παραδόθηκαν στους Εναγόμενους στην αξία που εκεί αναφέρεται, όπως και δεν αμφισβητείται ότι οι Εναγόμενοι, δια της υπογραφής τους επί των εν λόγω τιμολογίων ως «αγοραστής» (buyer), βεβαιώνουν και αποδέχονται τα όσα εκεί αναφέρονται. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Υπό το φως των πιο πάνω κοινών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων, το επίδικο θέμα που παραμένει να αποφασιστεί είναι το κατά πόσο οι Εναγόμενοι οφείλουν να πληρώσουν στους Ενάγοντες το χρεωστικό υπόλοιπο που οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι παρουσιάζει ο επίδικος λογαριασμός μέχρι και σήμερα. Η εκδοχή των Εναγόντων, η οποία υποστηρίχθηκε από την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν για την περίοδο Ιανουαρίου 2012 - 25/04/16, φέρει την εν λόγω κατάσταση να ξεκινά δια μεταφοράς χρεωστικού υπολοίπου από το 2011 ύψους €10.787,40 και να καταλήγει στο αξιούμενο ποσό των €1.434,78, μετά και από αριθμό χρεοπιστώσεων, στη βάση των οποίων το εκάστοτε υπόλοιπο διαμορφωνόταν ανάλογα, χρεοπιστώσεις οι οποίες περιλαμβάνουν και τα τιμολόγια Τεκ.Β - Ζ. Η αντίθετη εκδοχή Εναγομένων, φέρει τον ίδιο λογαριασμό να έχει εξοφληθεί πλήρως από τις 22/04/13 (βλ. Τεκ. Α Ε/Δ ΜΥ1). Σύμφωνα με τη ρητή γραμμή υπεράσπισης που πρόβαλαν οι Εναγόμενοι μέσω της ΜΥ1, ενώ αυτοί δέχονται ουσιαστικά ότι κατά το τέλος του 2011 όντως όφειλαν κάποιο ποσό στους Ενάγοντες, ισχυρίζονται ότι η επίδικη διαφορά των διαδίκων έγκειται στο ποσό που καθένας τους ισχυρίζεται ότι συνιστά «.το μεταφερθέν υπόλοιπο από το έτος 2011..» και εφόσον αυτοί πλήρωναν «.πάντοτε έναντι κατάστασης λογαριασμού και όχι έναντι τιμολογίων . προφανώς οι ενάγοντες δεν έχουν κάνει κάποια πίστωση στο λογαριασμό κατά το έτος 2011 και για αυτό υπάρχει η διαφορά .». Ως προς τις πιο πάνω εκδοχές των μερών, παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, τα τιμολόγια Τεκ. Β - Ζ, τα οποία οι Εναγόμενοι δεν αμφισβήτησαν ότι τα παρέλαβαν και τα αποδέχτηκαν, θέτοντας μάλιστα επί αυτών, αδιαμαρτύρητα και άνευ επιφύλαξης την υπογραφή τους, αναφέρουν, πέραν των προϊόντων που πωλούνται και την αξία τους, και το εκάστοτε υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού (βλ. αναφορά PRV BALANCE επί των Τεκ. Β-Ζ). Το εν λόγω αναφερόμενο υπόλοιπο μάλιστα, αντιπαραβαλλόμενο με την κατάσταση λογαριασμού που παρουσίασαν οι Ενάγοντες, προκύπτει να συνάδει πλήρως με τα όσα αναφέρονται στην εν λόγω κατάσταση (βλ. ενδεικτικά Τεκ.Γ και αναφορά σε προηγούμενο υπόλοιπο €4701,39 κατά την 08/06/12). Από τα Τεκ. Β - Ζ επομένως, προκύπτει ξεκάθαρα αν μη τι άλλο ότι οι Εναγόμενοι, αντίθετα με τα όσα ισχυρίστηκε η ΜΥ1, και ενημερώνονταν για το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού τους και το δέχονταν αδιαμαρτύρητα θέτοντας προς τούτο την υπογραφή τους. Η θέση που προβάλλουν τώρα περί εσφαλμένου υπολοίπου, προσκρούει κατάφορα στην πάγια νομολογιακή αρχή ότι η υπογραφή δεσμεύει και ότι είναι πολύ στενά τα περιθώρια ώστε να αποφύγει κάποιος την ευθύνη που εκ πρώτης όψεως δημιουργεί η υπογραφή του, κατάσταση που έρχεται σε αντίθεση με την επιβεβλημένη εμπιστοσύνη στις έγγραφες συμφωνίες και πράξεις και συνεπώς με την αναγκαία εμπιστοσύνη και ασφάλεια στις συναλλαγές (βλ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΕΡΓΑΤΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, ECLI:CY:AD:2018:A67, Πολιτική Έφεση αρ. 293/2012, 7/2/2018 και τις αναφορές που η εν λόγω απόφαση κάνει σε αγγλικές και κυπριακές αυθεντίες). Κατά δεύτερο, η όλη εκδοχή των Εναγομένων έχει ως υπόβαθρο τη θέση της ΜΥ1 ότι οι Εναγόμενοι πλήρωναν πάντα έναντι του επίδικου λογαριασμού και όχι έναντι των τιμολογίων και ότι στη βάση αυτών των πληρωμών, οι Εναγόμενοι τηρούσαν τη δική τους κατάσταση λογαριασμού, την οποία και προβάλλουν τώρα έναντι της κατάστασης των Εναγόντων. Επί αυτών των ισχυρισμών της ΜΥ1 όμως, παρατηρούνται τα εξής. Αντίθετα με τη θέση της ΜΥ1 ότι οι Εναγόμενοι πλήρωναν πάντα έναντι του επίδικου λογαριασμού και όχι έναντι των τιμολογίων, η Υπεράσπιση των Εναγομένων αναφέρει ρητά ότι οι Εναγόμενοι «.πλήρωναν ανελλιπώς το ανάλογο οφειλόμενο ποσό, σύμφωνα με τα τιμολόγια, που επιβεβαίωναν ανάμεσα στους διαδίκους την παραληφθείσα κάθε φορά ποσότητα εμπορευμάτων και την αξία τους». Η κατάσταση λογαριασμού των Εναγομένων δε, καθώς και τα όσα συμπεράσματα οι η ΜΥ1 ισχυρίζεται ότι δύναται να εξαχθούν από αυτή, ουδέποτε επιχειρήθηκε να τεθούν στο ΜΕ1 μέσω αντεξέτασης ή άλλως πώς και αυτό παρά το ότι από το στάδιο των οδηγιών της υπόθεσης αλλά και με την καταχώρηση της μαρτυρίας από πλευράς των Εναγόντων, οι Εναγόμενοι είχαν πλέον στην κατοχή τους την κατάσταση επί της οποίας οι πρώτοι βασίζουν την υπό κρίση αξίωση τους. Η πιο πάνω παράλειψη των Εναγομένων προβάλλει εντονότερα όμως, όταν ληφθεί υπόψη η παραδοχή τους ότι κατά το τέλος του 2011 όντως όφειλαν κάποιο ποσό στους Ενάγοντες, αν και χαμηλότερο από αυτό που ισχυρίζονται οι τελευταίοι, σε συνδυασμό με την επιλογή τους να καθορίσουν ρητά με τη μαρτυρία της ΜΥ1, στο πού κατ' εκείνους οφείλεται η διαφορά των διαδίκων ως προς το υπόλοιπο του λογαριασμού - «Προφανώς οι ενάγοντες δεν έχουν κάνει κάποια πίστωση στο λογαριασμό κατά το έτος 2011 και για αυτό υπάρχει η διαφορά.». Σημειώνεται εδώ ότι η παραδοχή των Εναγομένων ότι κατά το τέλος του 2011, όντως όφειλαν κάποιο ποσό στους Ενάγοντες, έστω ολιγότερο του διεκδικούμενου, επιβεβαιώνει σε κάποιο βαθμό την εκδοχή των Εναγόντων ως προς την ύπαρξη ενός τέτοιου υπολοίπου, χωρίς βέβαια να παραγνωρίζεται ότι η αμφισβήτηση των Εναγομένων αφορά στην κατ' εκείνους μετέπειτα εξόφληση του (βλ. Cheeseline Ltd v. Ανθούλλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολ. Έφ. αρ. 45/2009, ημερ. 14.5.2014). Αφ' ης στιγμής όμως οι Εναγόμενοι παρουσιάζονται να είχαν στην κατοχή τους κάποιο ιστορικό των συναλλαγών των μερών, ήτοι την κατάσταση που αυτοί τηρούσαν και η οποία κατ' εκείνους, και αξιόπιστη είναι και ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, και στην οποία φαίνεται να βασίστηκαν για να ισχυριστούν ότι εντόπισαν και το πότε άλλα και το πώς έγινε το κατ' ισχυρισμό λάθος στον επίδικο λογαριασμό, το λιγότερο που όφειλαν να πράξουν, ήταν να αντεξετάσουν τους μάρτυρες των εναγόντων ώστε να τους υποδείξουν την κατ' ισχυρισμό παράλειψη τους και να τους θέσουν αντιμέτωπους με τις διαπιστώσεις τους. Ιδιαίτερα δε, όταν η εν λόγω παράλειψη των Εναγόντων αναιρούσε την κατά τους Εναγόμενους εξόφληση του επίδικου λογαριασμού, στοιχείο μεγάλης σημασίας για την υπόθεση των Εναγομένων. Καμία όμως αντεξέταση των μαρτύρων των Εναγόντων δεν επιχειρήθηκε και καμία συγκεκριμένη υπόδειξη τους έγινε, ως τέτοιες υποδείξεις προβλήθηκαν κατά το στάδιο της μαρτυρίας της ΜΥ
  4. Υπενθυμίζω εδώ τον κανόνα ότι «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας

(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Ο πιο πάνω βασικός κανόνας απόδειξης δεν ατονεί επειδή η δίκη διεξήχθη στη βάση έγγραφης μαρτυρίας, αφού το μόνο που άλλαξε η «νέα Δ.30», είναι την διαδικασία και όχι το ουσιαστικό δίκαιο απόδειξης. Ούτε βέβαια πρόκειται για εκδίκαση ενδιάμεσης αίτησης, όπου εφαρμόζονται οι πρόνοιες της Δ.48 και το Δικαστήριο, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της διαφοράς και χωρίς να προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας για να καταλήξει σε ευρήματα, περιορίζεται σε μια αντικειμενική θεώρηση της μαρτυρίας για να διαπιστώσει κατά πόσο, από αντιπαραβολή της έγγραφης μαρτυρίας, αποδεικνύεται στην όψη της και μόνο, «on the face of it», η αντίστοιχη υπόθεση που προωθείται. Εδώ πρόκειται για την ακρόαση της ουσίας της διαφοράς και η αποδεικτική αξία της προσκομισθείσας μαρτυρίας, εξετάζεται υπό τους συνήθεις κανόνες απόδειξης, με γνώμονα το σχετικό βάρος απόδειξης που ο κάθε διάδικος φέρει στους ώμους του και καμία σημασία έχει το γεγονός ότι η μαρτυρία προσκομίστηκε εγγράφως αντί προφορικά. Πρόσθετα όμως της παράλειψης των Εναγομένων να αντεξετάσουν τους μάρτυρες των Εναγόντων ως προς τις δικές τους ρητές θέσεις επί των όσων καταγράφονται στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού, δεν μπορεί να αγνοηθεί ούτε το γεγονός ότι στην Υπεράσπιση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι, καμία συγκεκριμένη αμφισβήτηση ή διευκρίνιση ποσού προβάλλεται ως προς τις επίδικες χρεοπιστώσεις, ως τέτοιες αμφισβητήσεις και διευκρινίσεις προωθήθηκαν κατά τη μαρτυρία της ΜΥ
  1. Εφόσον οι Εναγόμενοι επέλεξαν να προωθήσουν ρητά μέσω ης ΜΥ1 ότι το «λάθος» έγινε κατά το 2011, ότι το υπόλοιπο του λογαριασμού ήταν τότε €9,363.10 και όχι €10,787.40 που ισχυρίζονταν οι Ενάγοντες και ότι η διαφορά οφείλετο σε παράλειψη πίστωσης του λογαριασμού, οι εν λόγω θέσεις έπρεπε να περιληφθούν στο δικόγραφο τους και όχι να αφήσουν το εν λόγω δικόγραφο να συνιστά απλά μια άρνηση των ισχυρισμών των Εναγόντων. Δεν παραγνωρίζω ότι οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν στην Υπεράσπιση τους ότι είχαν ζητήσει από τους Ενάγοντες, χωρίς όμως αποτέλεσμα, όπως τους εφοδιάσουν με κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, εφόσον αγνοούσαν, ως περαιτέρω ισχυρίστηκαν, το περιεχόμενο της και ότι προς τούτο επιφύλαξαν τα δικαιώματα τους. Ούτε βέβαια παραγνωρίζω ότι τη θέση αυτή επανέλαβε και η ΜΥ1 κατά τη μαρτυρία της. Πέραν όμως του ότι τα όσα αναφέρονται στα Τεκ. Β - Ζ περί συνεχούς ενημέρωσης των Εναγομένων ως προς το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού τους, καταρρίπτουν την επί του προκειμένου αντίθετη εκδοχή τους, τόσο η κατάσταση λογαριασμού όσο και τα Τεκ. Β - Ζ, δόθηκαν στους Εναγόμενους κατά το στάδιο των οδηγιών της υπόθεσης και πριν την κατάθεση της μαρτυρίας (βλ. πρακτικά 30/11/17 και 26/4/18). Παρά ταύτα, ούτε και τότε επιχειρήθηκε όπως εισαχθούν στο δικόγραφο της Υπεράσπισης οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί που οι Εναγόμενοι προβάλλουν τώρα με τη μαρτυρία της ΜΥ1 και αυτό παρά το ότι σύμφωνα με τους δικούς τους ισχυρισμούς, επρόκειτο για δεδομένα που δεν ήταν σε γνώση τους κατά το στάδιο σύνταξης της υπεράσπισης. Επισημαίνω τέλος και το εξής. Αν και οι Εναγόμενοι προέβαλαν την κατάσταση που αυτοί τηρούσαν, ως την ορθή και αληθή εικόνα του επίδικου λογαριασμού, διαπιστώνεται ότι από την εν λόγω κατάσταση, παραλείπονται διάφορες χρεοπιστώσεις, οι οποίες παρουσιάζονται στην κατάσταση των Εναγόντων και οποίες δεν αμφισβητήθηκαν από πλευράς Εναγομένων. Αυτές οι παραλείψεις αφορούν σε όλες τις συναλλαγές που καταγράφονται στην κατάσταση των Εναγόντων να έγιναν από τις 11/3/12 ως και τις 25/11/13, εξαιρουμένης της πίστωσης των €500 με αρ. αναφοράς
  2. Ακόμη όμως και η πληρωμή που οι Εναγόμενοι παρουσιάζουν να έγινε στις 22/04/13 για το ποσό των €213,47 με αρ. αναφοράς 19122822, διαφέρει από την αντίστοιχη πίστωση που παρουσιάζεται στην κατάσταση των Εναγόντων με τον ίδιο αριθμό αναφοράς, ήτοι για το ποσό των €210 και η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγόμενους. Λαμβάνοντας υπόψη επομένως ότι, η κατάσταση των Εναγομένων «σταματά» στις 22/04/13 ενώ παράλληλα δεν αμφισβητείται ότι υπήρξαν χρεοπιστώσεις και μετά την εν λόγω ημερομηνία, οι οποίες χρεοπιστώσεις, αν και επηρέασαν το εκάστοτε οφειλόμενο υπόλοιπο, εντούτοις δεν περιλαμβάνονται στην κατάσταση των Εναγομένων, δημιουργούνται τέτοια σοβαρά ερωτηματικά ως προς την ορθότητα και ακρίβεια της εν λόγω κατάστασης, που δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να βασιστεί σε αυτή με ασφάλεια για να καταλήξει σε οποιαδήποτε ευρήματα και να εξάγει συμπεράσματα. Ση βάση όλης της πιο πάνω αξιολόγησης της προσκομισθείσας μαρτυρίας, κρίνω αξιόπιστη τη μαρτυρία και εκδοχή των ΜΕ1 και ΜΕ2, η οποία σε κάθε περίπτωση βρίσκει και πραγματικό αλλά και νομικό έρεισμα. Αντιθέτως, η μαρτυρία και εκδοχή της ΜΥ1 δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται. Συνεπώς βρίσκω ότι τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης και η πραγματική κατάσταση των οφειλών των Εναγομένων, είναι ως τα περιέγραψαν οι ΜΕ1 και ΜΕ2 και ως αυτά καταγράφονται στην κατάσταση λογαριασμού που οι εν λόγω μάρτυρες παρουσίασαν. Υπενθυμίζω εδώ την πάγια νομολογιακή αρχή ότι εφόσον πρόκειται για αστική υπόθεση, ο ενάγων έχει γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) της υπόθεσής του στη βάση του κριτηρίου του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αν το έχει καταφέρει αυτό ο ενάγοντας, τότε το ερώτημα είναι αν ο εναγόμενος, ο οποίος έχει ειδικό βάρος απόδειξης (evidential burden), παρουσίασε με τη σειρά του, τέτοια ικανοποιητική μαρτυρία προς υποστήριξη των θεμάτων που κατέστησε επίδικα με τη δική του εκδοχή, ώστε το βάρος να μετατοπιστεί πίσω στον ενάγοντα να απαντήσει ικανοποιητικά και να αποσείσει το εκ πρώτης όψεως, περί αντιθέτου συμπέρασμα που δημιουργήθηκε από τον εναγόμενο. (βλ. μεταξύ άλλων Σοφοκλέους Κυριάκος ν. Γιώτας Κυριάκου,
(2010)1 Α.Α.Δ. 665). Το κριτήριο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διάδικου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι "πιο πιθανή παρά ή αντίθετη", εκείνης, δηλαδή, του αντιδίκου του (βλ Κυριάκου ανωτέρω). Εκεί βέβαια που το δίκαιο της απόδειξης επιβάλλει όπως το βάρος απόδειξης συγκεκριμένων ισχυρισμών και υπερασπίσεων, είναι στους ώμους του εναγόμενου να το αποσείσει, οι ρόλοι αντιστρέφονται, νοουμένου βέβαια ότι ο ενάγοντας έχει πρωτίστως αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης της δικής του υπόθεσης. Το ερώτημα επομένως στην παρούσα υπόθεση, το οποίο συνιστά και τη βάση για την υπόθεση των Εναγόντων, είναι αν προσκομίστηκε από πλευράς τους, τέτοια αποδεκτή μαρτυρία, που στη βάση της απλής πιθανολόγησης, αρκεί για να αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης (burden of proof) ότι οι Εναγόμενοι οφείλουν το αξιούμενο με την αγωγή ποσό. Προτού όμως προχωρήσω να εξετάσω το πιο πάνω ερώτημα κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με τον δικογραφημένο ισχυρισμό των Εναγομένων ότι το Ε.Δ Λεμεσού στερείται κατά τόπο αρμοδιότητας να δικάσει την παρούσα υπόθεση, έστω και αν τελικά οι Εναγόμενοι δεν προώθησαν την προδικαστική ένσταση τους αυτή. Από την αξιόπιστη μαρτυρία του ΜΕ1 προκύπτει ως γεγονός, κάτι το οποίο άλλωστε δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς Εναγομένων, ότι η συμφωνία των μερών στα πλαίσια της οποίας πωλήθηκαν και παραδόθηκαν εμπορεύματα και τηρήθηκε η επίδικη κατάσταση λογαριασμού, έγινε στη Λεμεσό (βλ.παρ.4 Ε/Δ ΜΕ1). Στη βάση τούτου είναι και που διαπιστώνεται ότι το παρόν Δικαστήριο έχει κατά τόπο αρμοδιότητα να επιληφθεί της υπόθεσης. Επανερχόμενος στο επίδικο ερώτημα στην παρούσα, στη βάση της αξιολόγησης της μαρτυρίας και των πιο πάνω ευρημάτων μου, κρίνω ότι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση D. & G. Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Limited
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 263 που επικαλέστηκαν οι Εναγόμενοι. Θεωρώ ότι, η υπόθεση Demil Imports Exports Ltd ν. Zήνων H Kωνσταντινίδης Λτδ,
(2011)1 Α.Α.Δ. 462, η οποία διαφοροποιήθηκε από την Premixco, τυγχάνει πλήρους εφαρμογής. Όπως και στην Demil, έτσι και στην παρούσα υπόθεση, οι Εναγόμενοι λάμβαναν συνεχώς ενημέρωση για το εκάστοτε υπόλοιπο του λογαριασμού τους, τουλάχιστο μέσω των εκδοθέντων τιμολογίων που τους παραδίδονταν έναντι της υπογραφής τους, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε διαφωνία εκ μέρους τους. Αποδέχονταν τα όσα εκεί αναφέρονταν ως ορθά και ουδέποτε αντέδρασαν σε σχέση με το υπόλοιπο που αυτά κατέγραφαν. Η συμπεριφορά αυτή των Εναγομένων, η οποία, σύμφωνα με την Demil, υποδηλοί ότι υπήρχε τουλάχιστο εξυπακουόμενη υπόσχεση για πληρωμή του εκάστοτε υπολοίπου του λογαριασμού ως αυτό καταγράφετο στα τιμολόγια που τους παραδίδονταν, σε συνδυασμό με την μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς Εναγόντων, η οποία έχει, σε αντίθεση με την μαρτυρία των Εναγομένων η οποία απορρίφθηκε για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω, κριθεί ως αξιόπιστη, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Ενάγοντες πέτυχαν να αποδείξουν στον απαιτούμενο βαθμό τις δικογραφημένες αξιώσεις τους εναντίον των Εναγομένων (βλ. επίσης ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΚΟΥΡΟΥΚΛΑΡΗΣ ν. ΑΝΔΡΕΑ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, ECLI:CY:AD:2017:A440, Πολιτική Εφεση Αρ. 205/2012, 6/12/2017). Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων, για το ποσό των €1.434,78 πλέον νόμιμο τόκο από της καταχώρησης της αγωγής, πλέον έξοδα ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον ΦΠΑ. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Υπόλοιπο Λογαριασμού - Τιμολόγια cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.