← Κύπρος

ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. F.B.M.E BANK LIMITED κ.α., Αρ. αγωγής: 1968/16, 9/8/2018

ΧΡΙΣΤΟΦΗ ν. F.B.M.E BANK LIMITED κ.α., Αρ. αγωγής: 1968/16, 9/8/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A337 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. Πασχαλίδη Ε.Δ. Αρ. αγωγής: 1968/16 XXXXX ΧΡΙΣΤΟΦΗ Ενάγουσα εναντίον 1) F.B.M.E BANK LIMITED, εγγεγραμμένης ως τράπεζας στην Τανζανία, καθ΄ ως επίσης εγγεγραμμένης στην Κύπρο ως αλλοδαπής εταιρείας (υποκατάστημα) μέσω του εκάστοτε γενικού διαχειριστή και/ή ειδικού διαχειριστή 2) ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ ΩΣ ΑΡΧΗΣ ΕΞΥΓΙΑΝΣΗΣ Εναγόμενοι ---------------------------------- (Αίτηση ημέρ. 19/12/2017 για παραμερισμό, αναστολή, διαγραφή) Ημερομηνία: 9 Αυγούστου 2018 Εμφανίσεις: Για εναγόμενους 1 - αιτητές: κ. Π. Κούρτελλος για Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για ενάγουσα - καθ΄ ης η αίτηση: κ. Α. Κυπρίζογλου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχώρησε στις 29/06/2016, η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγόμενους, γενικές και/ή υλικές αποζημιώσεις λόγω «. αποκλειστικής και/ή βαριάς και/ή υπαίτιας αμέλειας που σχετίζεται με τη μερική και/ή συνολική ανομοίωση και/ή τη μερική και/ή ολοκληρωτική οικονομική ζημιά που προκάλεσαν στην ενάγουσα. επί των. καταθέσεων σε συγκεκριμένους τραπεζικούς λογαριασμούς που η τελευταία διατηρούσε και/ή συνεχίζει να διατηρεί επί της εναγόμενης 1 και συγκεκριμένη σε υποκατάστημα. στην Κυπριακή Δημοκρατία και/ή Τανζανία». Εναλλακτικά της πιο πάνω θεραπείας, η ενάγουσα αιτείται διάταγμα Δικαστηρίου που να διατάσσει τους εναγόμενους όπως της «. επιστρέψουν και/ή να πληρώσουν υπό τη μορφή αποζημιώσεων. οποιοδήποτε ποσό χρημάτων. δικαιούται να λάβει η ενάγουσα. λόγω της οικονομικής ζημιάς που. προκάλεσαν (οι εναγόμενοι) σε αυτή από κατά/ή περί το 2013». Πρόσθετα των πιο πάνω, η ενάγουσα αξιώνει από τους εναγόμενους επαυξημένες και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις, καθώς και αποζημιώσεις λόγω παραβίασης συνταγματικών και/ή ανθρώπινων δικαιωμάτων και λόγω αθέμητου πλουτισμού. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, η ενάγουσα αιτήθηκε μονομερώς, με γραπτή αίτηση η οποία εδραζόταν κυρίως επί των αρ.32 Ν.14/60, αρ.4 και 9 Κεφ.6 και της ΚΔΠ 356/2014 (Περί Πώλησης του Υποκαταστήματος της FBME BANK LTD στην Κύπρο), αριθμό προσωρινών διαταγμάτων με τα οποία να διατάσσονταν οι εναγόμενοι όπως μη επέμβουν με οποιοδήποτε τρόπο στις καταθέσεις της ενάγουσας, είτε μηδενίζοντας είτε μειώνοντας είτε εξαλείφοντας τις. Με ενδιάμεση απόφαση του, το Δικαστήριο (υπό άλλη σύνθεση) εξέδωσε ένα από τα αιτούμενα διατάγματα μονομερώς, τα οποία και όρισε επιστρεπτέα σε μεταγενέστερη ημερομηνία ενώ για τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα, έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση επιδοθεί στους εναγόμενους. Μετά που η αίτηση και η αγωγή επιδόθηκαν στους εναγόμενους, οι τελευταίοι καταχώρησαν και οι δύο τους, εμφάνιση στην αγωγή, άνευ προβολής οποιασδήποτε διαμαρτυρίας (unconditional appearance) και παράλληλα καταχώρησαν ενστάσεις στην αίτηση της ενάγουσας. Η αίτηση της ενάγουσας εκδικάστηκε στις 29/09/2016 και το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση), εξέδωσε την ενδιάμεση απόφαση του στις 06/10/2016, με την οποία ακύρωσε το διάταγμα που είχε εκδοθεί μονομερώς και απέρριψε την αίτηση της ενάγουσας στο σύνολο της. Μετά την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης του Δικαστηρίου, αναφορά στο περιεχόμενο της οποίας κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου, η ενάγουσα προχώρησε με την καταχώρηση Ε/Α. Είναι η δικογραφημένη θέση της ενάγουσας ότι κατά πάντα ουσιώδη χρόνο άνοιξε τον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό της «. στο υποκατάστημα της εναγομένης 1 στην Τανζανία.», κατόπιν προτροπής και συμβουλών των αντιπροσώπων/υπαλλήλων της τελευταίας που βρίσκονταν τότε στο υποκατάστημα της στην Κύπρο. Στη συνέχεια όμως, σύμφωνα με τη δικογραφημένη θέση της ενάγουσας, στα πλαίσια του Περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(Ι)/13, η εναγομένη 1, κατέστη στη βάση σχετικού διατάγματος ΚΔΠ 356/2014, υπό το καθεστώς εξυγίανσης από την εναγομένη 2 με αποτέλεσμα να τεθεί υπό το καθεστώς ειδικής διαχείρισης. Όπως περαιτέρω δικογραφεί η ενάγουσα, οι εν λόγω νομοθεσίες θεσπίστηκαν στη βάση ανακοίνωσης της FinCEN (Υπουργείο Οικονομικών ΗΠΑ), σύμφωνα με την οποία «η εναγόμενη 1 εμπλέκετο σε ξέπλυμα παράνομου χρήματος και/ή χρηματοδότησης της τρομοκρατίας». Αυτό το καθεστώς στο οποίο τέθηκε η εναγομένη 1 από την εναγομένη 2 δυνάμει των προαναφερόμενων νομοθετημάτων, οδήγησε, σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα, στο να «εγκλωβιστούν» οι καταθέσεις που είχε στον τραπεζικό λογαριασμό της στην Τανζανία. Λόγω δε του ότι «ο. λογαριασμός της ενάγουσας εδράζεται στο υποκατάστημα της εναγόμενης 1 στην Τανζανία, δηλαδή σε χώρα εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ενάγουσα δεν μπορούσε. και δεν μπορεί μέχρι και σήμερα να εκμεταλλευτεί το σύστημα προστασίας καταθέσεων που προνοείται από σχετική ευρωπαϊκή νομοθεσία. μέχρι του ποσού των €100.000,00». Είναι στη βάση των πιο πάνω που αμφότεροι οι εναγόμενοι, σύμφωνα με την ενάγουσα, είναι ένοχοι παράνομης και/ή αντισυμβατικής συμπεριφοράς και/ή αμέλειας. Ειδικότερα, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στην παράγραφο 7 της Ε/Α, οι εναγόμενοι όφειλαν να προστατεύσουν και/ή διασώσουν τις καταθέσεις των πελατών τους και όχι «να προτάσσουν τη ματαίωση της μεταξύ τους και των καταθετών συμβατικής και/ή θέσμιας σχέσης, λόγω νομοθετικών προνοιών. τη θέσπιση των οποίων οι ίδιοι προκάλεσαν, λόγω της δικής τους συμπεριφοράς, η οποία οδήγησε στην απομείωση και/ή εγκλωβισμό και/ή μη ελεύθερη πρόσβαση της ενάγουσας στις καταθέσεις της και/ή στην αποξένωση των καταθέσεων της.». Σημειώνω εδώ ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται και ότι η απόφαση της εναγομένης 2 για εξυγίανση της εναγομένης 1 δυνάμει της ΚΔΠ 356/2014, εκδόθηκε στη βάση ψευδών και/ή ανεξακρίβωτων και/ή παραπλανητικών πληροφοριών. Μετά που η Ε/Α παραδόθηκε στους εναγομένους, οι τελευταίοι δεν καταχώρησαν υπεράσπιση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, με αποτέλεσμα η ενάγουσα να αιτηθεί την έκδοση απόφαση εναντίον τους (default judgement). Αν και κατά τις εμφανίσεις στα πλαίσια της εν λόγω αίτησης, ζητήθηκε χρόνος από πλευράς εναγομένων για καταχώρηση υπεράσπισης, χρόνος ο οποίος δόθηκε από το Δικαστήριο, εντούτοις στην πορεία μόνο η εναγόμενη 2 καταχώρησε υπεράσπιση. Παρά ταύτα, η αίτηση αποσύρθηκε και σε σχέση με την εναγόμενη 1, εφόσον αναμενόταν να εκδοθεί απόφαση από το Ε.Δ. Λευκωσίας αναφορικά με τα γενικότερα θέματα που περιέβαλλαν την υπόσταση και εξυγίανση της εναγομένης 1 και τα οποία θέματα άπτονταν άμεσα όλων των δικαιοδοτικών θεμάτων που είχαν εγερθεί και στην παρούσα υπόθεση (βλ. πρακτικά 02/02/17 και 13/03/18). Επειδή μέχρι και τις 27/06/2017, η εναγόμενη 1 δεν καταχώρησε υπεράσπιση, η πλευρά της ενάγουσας επανήλθε με νέα αίτηση για απόφαση εναντίον της. Κατά την πρώτη εμφάνιση της στην εν λόγω αίτηση στις 02/11/17, η πλευρά της εναγόμενης 1 εκδήλωσε την πρόθεση να καταχωρήσει αίτηση για απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας και ακατάλληλου, κατά την εναγόμενη 1, forum στο οποίο καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, ήτοι αυτό των Κυπριακών Δικαστηρίων. Σύντομα μετά, στις 19/12/17, καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση, με την οποία η εναγόμενη 1 ζητά αριθμό διαταγμάτων με τα οποία να απορρίπτεται ή να αναστέλλεται η αγωγή λόγω δικαιοδοτικής αναρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων και ειδικότερα του Ε.Δ. Λεμεσού, στη βάση του ότι το εν λόγω Δικαστήριο είναι ακατάλληλο forum και κατά τόπο αναρμόδιο για να εκδικάσει την υπόθεση καθώς επίσης και γιατί στερείται καθ' ύλη δικαιοδοσίας. Ζητούνται επίσης διατάγματα απόρριψης, παραμερισμού και διαγραφής (strike out) της αγωγής, ως μη αποκαλύπτουσα καλό αγώγιμο δικαίωμα ή αιτία αγωγής, ως καταχρηστικής, ως ενοχλητικής και/ή επιπόλαιας και/ή ως παράτυπης. Η αίτηση εδράζεται κυρίως επί των Δ.19, Δ.27 θ.3, αρ.21, 22, 29 και 30 του Ν.14/60, αρ.1-5, 7-9 Κεφ.6, στους Ν.5(Ι)/16, Ν.22(Ι)/16, Ν.138(Ι)/02καθώς και στην ΚΔΠ 356/

  1. Συνεπεία της καταχώρησης της παρούσας αίτησης και των θεμάτων που εγείρονται, η πλευρά της ενάγουσας απέσυρε άνευ βλάβης την αίτηση της για απόφαση και προχώρησε με την καταχώρηση ένστασης, στην οποία προβάλλει δέκα συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Για τους λόγους που θα φανούν πιο κάτω, δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω σε έκταση το περιεχόμενο της υπό κρίση αίτησης και ένστασης ή των Ε/Δ που τις υποστηρίζουν. Θα περιοριστώ να αναφέρω τα εξής. Η μεν αίτηση, μέσω της Ε/Δ της Μ.Χειμωνή που την υποστηρίζει (εφ' εξής Ε/Δ Χειμωνή), παρουσιάζεται να καταχωρείται στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου ημερ.06/10/2016 αναφορικά με τα θέματα δικαιοδοσίας που είχαν τότε εγερθεί από πλευράς εναγομένης 1 και έχει ως πραγματικό υπόβαθρο της, τα όσα προβλήθηκαν στην Ε/Δ που καταχωρήθηκε στις 26/08/2016 προς υποστήριξη της ένστασης της εναγόμενης 1 στην αίτηση της ενάγουσας για προσωρινά διατάγματα (βλ. παρ. 5 Ε/Δ Χειμωνή). Τόσο η απόφαση της 06/10/16 όσο και η Ε/Δ που κατέθεσε η εναγόμενη 1 σε εκείνη τη διαδικασία, επισυνάπτονται ως τεκμήρια στην Ε/Δ Χειμωνή προς επίρρωση των όσων ισχυρίζεται η Χειμωνή. Πρόσθετα τούτου, στην Ε/Δ Χειμωνή, επισυνάπτονται ως τεκμήρια και διάφορες πρωτόδικες αποφάσεις άλλων Επαρχιακών Δικαστηρίων καθώς και πρωτοβάθμιες αποφάσεις Δικαστηρίων Διοικητικής δικαιοδοσίας, όπου οι εκεί Δικαστές έτυχε να ασχοληθούν με διάφορα διαδικαστικά και δικαιοδοτικά θέματα σε παρόμοιας φύσης αγωγές που είχαν εγερθεί εναντίον της εναγομένης
  2. Η δε ένσταση της ενάγουσας συνίσταται ουσιαστικά σε απόρριψη των ισχυρισμών της εναγομένης 1 περί οποιασδήποτε μορφής αναρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων ή του Ε.Δ. Λεμεσού να επιληφθούν της υπόθεσης ή κακόπιστης ή ανύπαρκτης αιτίας αγωγής, επαναλαμβάνει τα όσα αναφέρθηκαν από πλευράς της στα πλαίσια της αίτησης για προσωρινά διατάγματα και κάμνει αναφορά στα όσα σχετικά λέχθηκαν στην ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου στην παρούσα αγωγή, ημερ.06/10/
  3. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την επιχειρηματολογία των ευπαίδευτων συνηγόρων των διαδίκων. Για τη μεν εναγόμενη 1 - αιτήτρια καταχωρήθηκε γραπτή αγόρευση, για τη δε ενάγουσα - καθ' ης η αίτηση ο συνήγορος της τοποθετήθηκε προφορικά. Αναφορά στην επιχειρηματολογία των συνηγόρων κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου. Κρίνω σκόπιμο όπως στο παρόν στάδιο, παραθέσω αυτολεξεί το σχετικό απόσπασμα από την ενδιάμεση απόφαση ημερ. 06/10/16, όπου παρατίθενται επακριβώς οι θέσεις που οι εδώ εμπλεκόμενοι διάδικοι, ήτοι η ενάγουσα και η εναγόμενη 1, προέβαλαν και οι οποίες θέσεις εξετάστηκαν από το Δικαστήριο: «Μαρτυρικό υπόβαθρο της αίτησης αποτέλεσε η ίδια ένορκη δήλωση της ενάγουσας. Στην ένορκη της δήλωση αναφέρει ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, μετά από συμβουλές της εναγόμενης 1 και των αντιπροσώπων της σε υποκατάστημα της Λεμεσού, όπως προβεί και τελικώς προέβηκε σε άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού στο υποκατάστημα της εναγομένης στην Τανζανία, όπου είναι η εγγεγραμμένη έδρα της και διατηρεί υποκαταστήματα στην Κύπρο. Ακολούθως η ενάγουσα προβαίνει σε μια αναφορά ως προς το καθεστώς της εναγόμενης 1, ήτοι υπό το καθεστώς ειδικής διαχείρισης, για το οποίο θα γίνει ιδιαίτερη αναφορά κατά το στάδιο της αξιολόγησης της αίτησης και των ενστάσεων. Συνεπεία της εν λόγω κατάστασης, ο τραπεζικός της λογαριασμός εγκλωβίστηκε στην Τανζανία και δεν κατέστη δυνατό να ανακτήσει το ποσό της κατάθεσης της και δεν δύναται να εκμεταλλευθεί το σύστημα προστασίας καταθέσεων μέχρι του ποσού των €100,
  4. Ακολούθως, αναφέρεται στον ρόλο της εναγόμενης 2 ως αρχής εξυγίανσης και η οποία δεν της ζητήθηκε από την ΜΟΚΑΣ όπως λάβει οποιαδήποτε μέτρα εναντίον της εναγόμενης 1, ως είναι η θέση της ενάγουσας και παρέπεμψε σε συγκεκριμένο τεκμήριο στην ένορκη της δήλωση και που διαψεύδει την εναγόμενη
  5. Περαιτέρω η ενάγουσα, επικαλείται διάφορες λεπτομέρειες αμέλειας και γενικά παραβίασης υποχρεώσεων που πηγάζουν από το νομοθετικό πλαίσιο που επικαλείται και γενικά την αντισυμβατική συμπεριφορά των εναγομένων έναντι της ενάγουσας ως καταθέτη, επικαλούμενοι οι εναγόμενοι σχετική απόφαση της αρχής εξυγίανσης και γενικά στο ότι δεν λήφθησαν όλα τα απαραίτητα μέτρα για να μην περιέλθει η κατάσταση στην οποία περιέγραψε, την οποία αποδίδει επίσης σε κακή πίστη, δόλου, βαριά αμέλεια και παρανομία και που εν τέλει έχει ως αποτέλεσμα την απώλεια και εγκλωβισμό των καταθέσεων της ενάγουσας. . Προ μιας εβδομάδας της καταχώρησης της υπό εξέταση αίτησης, έλαβε απάντηση, μετά από οχλήσεις της, για το αν και πως θα μπορούσε να αποζημιωθεί και η απάντηση που έλαβε, είναι ότι δεν θα μπορεί ουσιαστικά να αποζημιωθεί, διότι ο λογαριασμός της δεν τηρείται στο υποκατάστημα της Κύπρου για να εφαρμοστεί το σχετικό σχέδιο προστασίας καταθέσεων, παραμένοντας χωρίς αποζημίωση, εκφράζοντας ταυτόχρονα την άποψη ότι είναι κατεπείγον όπως τα αιτούμενα Διατάγματα εκδοθούν, διότι με τα Διατάγματα τα συμφέροντα της επί της κατάθεσης της προστατεύονται, ενώ τα συμφέροντα και το status quo δεν αλλάζουν και δεν καταστρατηγούνται και εάν δεν εκδοθούν, θα είναι δύσκολο να αποκατασταθεί ζημιά και να απονεμηθεί Δικαιοσύνη. Δόθηκε άδεια για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης από την ενάγουσα και που είχε ως επίκεντρο το ζήτημα της Δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και ιδίως της κατά τόπο, όπου γίνεται ειδική αναφορά στο ότι ο λογαριασμός ανοίχθηκε μετά από υποδείξεις του εδώ υποκαταστήματος και η αίτηση υποβλήθηκε στο υποκατάστημα στην Λεμεσό και η διαχείριση γινόταν από το εν λόγω υποκατάστημα. Η εναγόμενη 1 και πιο συγκεκριμένα το υποκατάστημα Κύπρου, υπό ειδική διαχείριση μέσω του ειδικού διαχειριστή, έφερε ένσταση στην συνέχιση του εκδοθέντος Διατάγματος και στην έκδοση των υπολοίπων αιτούμενων Διαταγμάτων. Νομικό υπόβαθρο της αίτησης, αποτέλεσε η Δ.39 θ. 1-21, Δ.48 θ. 1-13, Δ.58 θ.1-3, Δ.64 θ.1-2, τα άρθρα 1-5, 7-8 και 9, σε διάφορα άρθρα των περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, του περί Συμβάσεων Νόμου, του περί Εταιρειών Νόμου, του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, στους νόμους περί εγγύησης των καταθέσεων και εξυγίανσης πιστωτικών ιδρυμάτων, στον νόμο που αφορά την Κεντρική Τράπεζα, στο σχετικό Διάταγμα ημερομηνίας 21/7/2014 με την Κ.Δ.Π. 356/2014 που αφορά την πώληση των εργασιών της εναγόμενης 1, ήτοι το υποκατάστημα στην Κύπρο, σε άρθρα του Συντάγματος, στην Κυπριακή και Αγγλική νομολογία, στις γενικές αρχές έκδοσης προσωρινών Διαταγμάτων και Διαταγμάτων τύπου Mareva. Eγείρονται σειρά προδικαστικών ενστάσεων και που άπτονται την καθ΄ ύλην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και πιο συγκεκριμένα ότι εμπίπτουν στην δικαιοδοσία διοικητικού δικαίου και που οι επίδικες ενέργειες προέρχονται από διοικητική πράξη και πιο συγκεκριμένα από το Διάταγμα που σχετίζεται με την Κ.Δ.Π. 356/2014, ότι δεν υπάρχει κατά τόπο δικαιοδοσία, . ότι η έκδοση των Διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με παράβαση σχετικών νόμων και κανονισμών και εν κατακλείδι, ότι το Δικαστήριο στην βάση της τριπλής διάκρισης των Εξουσιών, δεν δύναται να παρεμποδίσει τη εμβέλεια νομοθετημάτων των δύο άλλων εξουσιών σε σχέση με μέτρα που λήφθησαν λόγω δημοσίου συμφέροντος. Ακολούθως, προβαίνει σε σειρά άλλων λόγων ένστασης, που άπτονται στην μη τήρηση των προϋποθέσεων για έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων, στην ακαταλληλότητα του ημεδαπού forum, στην σύγχυση που προκαλείται με την περιγραφή της εναγόμενης 1 στον τίτλο της αγωγής και στο λανθασμένο αυτής, στην έλλειψη δυνατότητας Δικαστικής παράστασης του υποκαταστήματος της τράπεζας μέσω του ειδικού διαχειριστή εκ μέρους της εγγεγραμμένης τράπεζας στην Τανζανία, με άμεσο αντίκτυπο την εσφαλμένη έγερση αγωγής εναντίον του υποκαταστήματος της τράπεζας στην Κύπρο, ένεκα του ότι η κατ΄ ισχυρισμόν συμβατική σχέση αφορά αλλοδαπή τράπεζα. Τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων θα ισοδυναμούσε με υπέρβαση δικαιοδοσίας, διότι θα έρχονταν σε αντίθεση με τις εξουσίες του ειδικού διαχειριστή του υποκαταστήματος στην Κύπρο και του νομοθετικού πλαισίου που τον διέπει, τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων θα δυσχέρενε και θα ματαίωνε την διαδικασία που υπάρχει σε εξέλιξη με την εξυγίανση της τράπεζας με βάση το Διάταγμα που εκδόθηκε λόγω έκτακτης ανάγκης και δημοσίου συμφέροντος και το οποίο παράγει έννομες συνέπειες μέχρι την ακύρωση του. Επίσης τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων, θα καθιστούσε την ενάγουσα σε προνομιακή μεταχείριση έναντι των πιστωτών, δυσμενή διάκριση με τους καταθέτες του υποκαταστήματος στην Κύπρο και θα γινόταν πρόωρη παρεμβολή στην εκτέλεση των καθηκόντων του ειδικού διαχειριστή. Αναφέρει ότι η υπό κρίση καταχωρήθηκε με μεγάλη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση, έλαβε χώρα αδικαιολόγητη απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων και παραπλάνηση του Δικαστηρίου, δεν υπάρχει μαρτυρία που να καταδεικνύει την μη απονομή Δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο με αναφορά σε κεφαλαιουχική επάρκεια και ρευστότητα των εναγομένων, στο αβάσιμο της μαρτυρίας για να στηριχθεί η έκδοση των Διαταγμάτων, στο ότι δύναται να αποζημιωθεί η ενάγουσα σε περίπτωση επιτυχίας με την καταβολή αποζημιώσεων και εν κατακλείδι, προβάλλεται ως λόγος ένστασης την καταχρηστικότητα και το κακόπιστο της αίτησης που αποσκοπεί την ματαίωση των σκοπών για τους οποίους διορίστηκε ο ειδικός διαχειριστής. Μαρτυρικό υπόβαθρο της ένστασης, αποτέλεσε η ένορκη δήλωση του κ. Χριστάκη Ιακωβίδη. Αρχικά ο ενόρκως δηλών προβαίνει σε μια αναφορά ως προς τα προσόντα και καθήκοντα του και την ιδιότητα του ως ειδικού διαχειριστή. . το ιστορικό και τους λόγους που οδήγησαν στην έκδοση του Διατάγματος με βάση την Κ.Δ.Π. 356/2014, ως επίσης και τις Δικαστικές διελκυστίνδες μεταξύ της εγγεγραμμένης τράπεζας στην Τανζανία, τους μετόχους της, την Κυπριακή Δημοκρατία, σε Κύπρο, αλλά και στο εξωτερικό, ως επίσης και στις Η.Π.Α με τις αρμόδιες εκεί αρχές και την εν λόγω τράπεζα και μετόχους.. Ακολούθως ο ενόρκως δηλών υιοθετεί τους λόγους ένστασης, διανθίζοντας τους με γεγονότα, αλλά και τοποθετήσεις ουσίας και νομικής επιχειρηματολογίας και θα γίνεται ειδική αναφορά στα πλαίσια της αξιολόγησης της αίτησης και των ενστάσεων και της εξαγωγής των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων, στα αναγκαία βεβαίως πλαίσια της παρούσας διαδικασίας όπως επιβάλλει το νομολογιακό πλαίσιο το οποίο εκτίθεται πιο κάτω, για να διαπιστωθεί το δικαιολογημένο ή όχι της αίτησης και ένστασης αντίστοιχα και χωρίς βεβαίως το Δικαστήριο να εισέρχεται στην ουσία της αγωγής σε αυτό το στάδιο. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών ως προς την απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων, αναφέρεται στην μη αποκάλυψη του νομικού καθεστώτος και της σχετικής νομολογίας που αφορούν την τράπεζα, με την διαφορετικότητα στην νομική υπόσταση και τις ξεχωριστές διαδικασίες διαχείρισης σε Κύπρο και Τανζανία αντίστοιχα και την διαφορετικότητα υπαγωγής των λογαριασμών στις δύο αυτές χώρες, ως επίσης και στην απόκρυψη σχετικών Δικαστικών διαδικασιών όπου γίνεται ειδική αναφορά.». Σημειώνω εδώ ότι πρόσθετα των πιο πάνω, με την προαναφερόμενη ένσταση της, η εναγόμενη 1 είχε καλέσει το Δικαστήριο όπως, σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι ευσταθούν οι προβαλλόμενες ενστάσεις της, απορρίψει την αγωγή από εκείνο το στάδιο (βλ. παρ. 65 Τεκ.1 Ε/Δ Χειμωνή). Προτού προχωρήσω με την ουσία της αίτησης, κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω τη νομική πτυχή των όσων θεμάτων εγείρονται σε αυτή. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Δικαιοδοσία και Forum Non Conveniens Συνιστά πάγια νομολογιακή αρχή ότι ζητήματα δικαιοδοσίας, εφόσον συνιστούν ζητήματα δημόσιας τάξης, μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, είτε από τους διαδίκους είτε από το Δικαστήριο αυτεπάγγελτα, ακόμα και κατ' έφεση (βλ. μεταξύ άλλων Λογγίνος ν. Λογγίνου

(2000)1 Α.Α.Δ. 1347, Ρ.Ι.Κ. κ.ά. ν. Νικολαΐδη
(1993)1 ΑΑΔ 364 και YAEL NAVARO YASHIN, Πολιτική Αίτηση αρ. 41/16, 31/5/2016). Μάλιστα δε, ούτε η καθυστέρηση στην επίκληση αναρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης αλλά ούτε ακόμη και η ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων, δύναται να επεκτείνει ή να προσδώσει σε Δικαστήριο δικαιοδοσία που ουδέποτε είχε εφόσον η διαδικασία θεωρείται εξ' υπαρχής άκυρη (βλ. Ηλίας Ηλία (Αρ. 1)
(1995)1 ΑΑΔ 1 και Νικολαΐδη ανωτέρω). Ο πιο πάνω κανόνας εφαρμόζεται εκεί όπου το θέμα αφορά στην κατά τόπο ή καθ' ύλη αρμοδιότητα των Κυπριακών Δικαστηρίων, με την σχετική προσέγγιση της κυπριακής νομολογίας, ενόψει των ρητών δικαιοδοτικών προνοιών του Ν.14/60, οι οποίες βέβαια δεν ισχύουν στην Αγγλία, να διαφοροποιείται από την αντίστοιχη Αγγλική προσέγγιση (βλ. Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240 ειδική αναφορά στην οποία κάνω πιο κάτω). Η ειδική όμως δικαιοδοτική αρχή γνωστή με το λατινικό όρο forum non conveniens, δεν πηγάζει από οποιοδήποτε εγχώριο Νόμο αλλά αντίθετα προκύπτει από την ίδια τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου να διασφαλίζει τα εχέγγυα της δίκαιας δίκης και ότι δεν θα προκληθεί αδικία σε κανένα εκ των διαδίκων. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση STELLA ν. SAYLAS
(1983)1 CLR 186: «The Court has inherent jurisdiction to stay an action brought within the jurisdiction in respect of a cause of action which arose out of jurisdiction, if satisfied that no injustice will be done thereby to the plaintiff and that the defendant would be subject to such injustice in defending the action as would amount to vexation and oppression to which he should not be subjected if he were sued in another accessible Court where the cause of action arose. See Logan v. Bank of Scotland & Others (No. 2) [1906] 1 K.B. 141.The, doctrine of forum conveniens is often met in Scottish decisions though in England such doctrine very seldom comes into consideration when jurisdiction exists. In Ewing v. Orr Ewing [1885] 10 A. C. 453 at p. 506, Earl of Selborne stated: "It appears also that the doctrine of forum conveniens, which in England seldom comes into consideration when jurisdiction exists apart from service of process abroad, unless there is an actual competition of suits, is in Scotland carried further, and may prevent the exercise of jurisdiction when the Court is satisfied that the suit might have been brought and effectively prosecuted in a more convenient forum, although this may not actually have been done.". It is clear from the above authorities that the Court is vested with a discretion to refuse the exercise of jurisdiction in a proper case.» . Σύμφωνα με την εν λόγω αρχή, η αναστολή λόγω ακατάλληλου forum διατάσσεται όπου υπάρχει κάποιο άλλο διαθέσιμο forum που έχει δικαιοδοσία και το οποίο είναι κατάλληλο για την εκδίκαση της αγωγής (βλ. Λοΐζος Λουκά Yιοί Λτδ ν. Eθνικής Tράπεζας της Eλλάδος AE
(1999)1 ΑΑΔ 1316 όπου γίνεται αναφορά στην υπόθεση Spiliada Maritime Corporation v. Consulex Ltd [1986] 3 All E.R. 843). Η νομολογία βέβαια (βλ. Cyprus Trading Corporation Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd.
(1999)1 Α.Α.Δ. 1168) διακρίνει μεταξύ της περίπτωσης που διαπιστώθηκε ανυπερθέτως ότι υπάρχει δεσμευτική συμφωνία των μερών για παραπομπή των διαφορών στην αποκλειστική δικαιοδοσία ορισμένης χώρας και περίπτωσης που σχετίζεται με τη σύμφυτη εξουσία του δικαστηρίου να αναστέλλει διαδικασία. Στην πρώτη το βάρος απόδειξης της καταλληλότητας το έχει, σύμφωνα με την υπόθεση The Eleftheria [1969] 2 All E.R. 641, ο ενάγων, ενώ στη δεύτερη συμβαίνει το αντίθετο (Cyprus Potato Marketing Board v. Primlaks (Pacific Violet) κ.ά.
(1990)1 Α.Α.Δ. 219, 231). Το θέμα του forum τώρα, είναι άμεσα συναρτώμενο με τη στάση που παρουσιάζεται να τηρεί ο διάδικος που ισχυρίζεται την ακαταλληλότητα από την πρώτη στιγμή που αυτός εμφανίζεται στη διαδικασία με την καταχώρηση σχετικού σημειώματος εμφάνισης, εφόσον τόσο το σημείωμα εμφάνισης όσο και τα «διαβήματα» (steps) που ο εν λόγω διάδικος λαμβάνει στη συνέχεια, συνιστούν παράγοντες που εξετάζονται ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτός έχει απεμπολήσει (waived) τις οποιεσδήποτε ενστάσεις του αναφορικά με θέματα παρατυπίας ή δικαιοδοσίας ή αν η επί του προκειμένου πρόθεση του έχει διατηρηθεί (βλ. μεταξύ άλλων Saylas ανωτερω, CARPANTINA SOCIETE ANONYME ν. THE FIRM P IOANNOU CO (V18) 1 CLR 30 και Αναφορικά με την Αίτηση της Dunnes Stores, Πολ. Αίτηση υπ΄ αρ. 84/2014, ημερ. 29.5.2014 η οποία αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στην CYTA ν. PEPPIS COMPANY LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 87Α/2016, 12/12/2016 Όπως έχει νομολογηθεί, «There is however a distinction between a mere irregularity in the proceedings which gives a right to have the proceedings set aside or amended within a reasonable time, and a lack of jurisdiction, which is fundamental and prevents the Court from hearing the action. A defendant by filing an unconditional appearance, is considered to have submitted to the jurisdiction of the Court, in the same way as he might have done by prior express agreement. If, however, as in the present case, he files an appearance under protest, or a conditional appearance, he is at liberty either to apply to have service on him set aside or to plead in his defence the Court's lack of jurisdiction. This was established in the cases of Mayer v.Claretie, 1890 T.L.R., 40, E.E.D. P. & P., 974, and Firth v. De Las Rivas
(1893)1 Q.B., 768. As, then, the appellants filed an appearance under protest and put in a defence under protest pleading lack of jurisdiction as a ground on which they relied, it seems to me that the acts they did, which were mentioned by the learned President, District Court, in his judgment, were merely such as were necessary for properly defending their action. They could not, therefore, on account of doing such acts be held to have submitted to the jurisdiction of the Court. (βλ. Saylas ανωτερω όπου παρατίθεται με επιδοκιμασία το πιο πάνω απόσπασμα από την υπόθεση CARPANTINA) Για σκοπούς πληρότητας, παραθέτω επίσης και τις σχετικές περικοπές από το Annual Practice 1958 σελ.197 - 198 «After unconditional appearance it is too late to object to any irregularity in the service or issue of the writ of which the defendant had knowledge, for appearance is a " fresh step" within O. 70, r. 2 (see Re Orr-Ewinq, 22 Ch. D. 436; Western National Bank of Kern York v. Perez, Triana at Co., [1891] 1 Q. B. 304, and O.70 r. 2; and see Harris v. Taylor, [1915] 2 Κ. B. 580, C. Α.). The irregularity cannot be pleaded by defence after unconditional appearance (Preston v. Lemont, 1 Ex. D. p. 363), . But there is no waiver of any irregularity in the writ or service if appearance, either conditional or " under protest ", ie entered, or if the circumstances of the case are such as to show that the defendant never intended to waive the irregularity (Firth v. De las Rivas, [1803] 1 Q. B. 768; see also Chichester v. C., 10 P. D. 186; The Vinar, 2 P. D. 29: Mayer v. Claretie, 7 T.L.R. -10: The Jassy, [1906] P. 270;.» " A Conditional Appearance." The term "conditional appearance" means an appearance in qualified terms, reserving to the appearing defendant the right to apply to the Court to set aside the writ, or service thereof, for an alleged informality or irregularity which renders either the writ or service invalid or for lack of jurisdiction. There is no real distinction between the term "conditional appearance" and "appearance under protest". . Although this Rule speaks of obtaining " an order to enter or entering a conditional appearance" (and this is always requisite in practice) the defendant has in fact the right to such an order in all cases where he shows a bona fide desire to raise a question directed to the validity of the proceedings.. .» Effect of Conditional Appearance. A conditional appearance or appearance under protest is a complete appearance to the action for all purposes, subject only to the right reserved by the defendant to apply to set aside the writ or the service thereof, on any ground which he can sustain. A defendant has the right to appear conditionally where he has a bona fide intention to dispute the jurisdiction of the Court. . Effect of Unconditional Appearance. The effect of an unconditional appearance is not a waiver of the defendant's right to dispute the plaintiff's claim, though it is sometimes a waiver of the right to raise a defence against the validity of the action. . In Wilkinson v. Harking Corporation, [1918] 1 Κ.B 721, in which defendants entered an unconditional appearance and pleaded no cause of action for lack of jurisdiction, Asquith, LJ., stared at p. 725: " The Supreme Court may by statute lack jurisdiction to deal with a particular matter. . . . It· has, however, jurisdiction to decide whether or not it has jurisdiction to deal with such matters, and by entering an unconditional appearance a litigant submits to the former jurisdiction (which exists) but not to the latter (which does not) ". .» Των πιο πάνω λεχθέντων, επισημαίνεται ότι σε σχέση με την καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα των Επαρχιακών Δικαστηρίων της Κύπρου, όπως ανέφερα ανωτέρω, αντίθετα με την Αγγλική προσέγγιση, ούτε το σημείωμα εμφάνισης αλλά ούτε και η συμπεριφορά του διαδίκου δύναται να προσδώσει στο Δικαστήριο τέτοια αρμοδιότητα αν ουδέποτε την είχε. Όπως λέχθηκε στην υπόθεση Θεοχάρους ν. Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240: «Τα Επαρχιακά Δικαστήρια συνιστούν κατώτερα δικαστήρια με την έννοια που ενέχει ο όρος στο Άρθρο 152 του Συντάγματος. Τόσο η δικαιοδοσία όσο και οι εξουσίες των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται στο νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 158 του Συντάγματος. Ο νόμος που διέπει τη σύσταση και καθορίζει τις αρμοδιότητες και δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων είναι ο Περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960 (Ν. 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί κατά καιρούς). Η πολιτική δικαιοδοσία του δικαστηρίου καθορίζεται στο Άρθρο 22 του Νόμου. Με το άρθρο αυτό καθορίζεται η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου και η δικαιοδοσία των μελών του. Το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που καθορίζονται στο άρθρο 22 αρμοδιότητα η οποία ασκείται από τα μέλη του στα πλαίσια της δικαιοδοσίας που τους παρέχεται. [Βλ. Efthymiadou v. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341,346 και Πασχαλίδης και Άλλοι ν. Γιασεμίδη και Άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1330]. Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν συναρτάται μόνο με την καθ' ύλην αλλά και με την κατά τόπον αρμοδιότητα του, η οποία καθορίζεται στο άρθρο 21 του Ν. 14/60. Σύμφωνα με τους όρους του δικαιοδοτικού νόμου η ανάληψη και άσκηση δικαστικής εξουσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο συναρτάται τόσο με την καθ' ύλην όσο και με την κατά τόπο αρμοδιότητα του. Με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η διερεύνηση ενστάσεων που άπτονται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου μπορεί να αναληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιοδοσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η συμφωνία των μερών δεν εγκαθιδρύει αφεαυτής βάση δικαιοδοσίας. (Βλ. Kyriakos Theofanous v. Artemis Georghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stephanidou v. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, και Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88). Σε αντίθεση με τα δικαιοδοτικά παρέκκλιση από τα δικονομικά εχέγγυα δεν αποστερεί το δικαστήριο δικαιοδοσίας να επιληφθεί αγωγής εκτός αν η αγωγή είναι εξ υπαρχής άκυρη. (Βλ. Δ.64 Θ.1 και Ν. P. Lanitis v. Panayides
(1986)1 C.L.R. 490). Γι' αυτό το δικαίωμα του αντιδίκου να ζητήσει τον παραμερισμό αντικανονικού μέτρου μπορεί να εγκαταλειφθεί με την άνευ όρων εμφάνιση, όπως η περίπτωση αντικανονικής επίδοσης. Οι αγγλικές αποφάσεις . που υποστηρίζουν ότι το τοπικό στοιχείο δεν άπτεται της ουσίας της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο ενόψει της δικαιοδοτικής βάσης των Επαρχιακών Δικαστηρίων όπως καθορίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο. (Έγινε αναφορά μεταξύ άλλων στην Oulton v. Radcliffe [1874] L.R. 9 CP 189 - The English and Empire Digest, Replacement Volume 16
(1981)reissue, και The Annual Practice, 1952, σελ. 1546). Υπό το φως των ανωτέρω κρίνουμε ότι η άνευ όρων εμφάνιση του εφεσείοντα στη διαδικασία δε συνιστούσε κώλυμα στην αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου.» Σημειώνω εδώ ότι ακόμη και για το θέμα ακαταλληλότητας του δικαιοδοτικού forum των Κυπριακών Δικαστηρίων (forum of conveniens), η νομολογία αναγνωρίζει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δύναται μεν να απορρίψει αίτημα για προδικαστική απόρριψη αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των κυπριακών δικαστηρίων να εκδικάσουν μια συγκεκριμένη αγωγή, χωρίς όμως να απορρίψει και αυτή καθ' αυτή τη θέση περί έλλειψης δικαιοδοσίας, αφήνοντας το συγκεκριμένο θέμα να αποφασιστεί στο τέλος της υπόθεσης υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και χωρίς έτσι να απαγορεύει στους διαδίκους να συνεχίσουν να αμφισβητούν τη δικαιοδοσία των κυπριακών δικαστηρίων και με την κατάλληλη δικογράφηση, να εγείρουν και να προωθήσουν το θέμα δικαιοδοσίας στα δικόγραφα τους (βλ. LCC "KO COMPANY" κ.α., Πολιτική Αiτηση Αρ. 3/2014, 8/4/2014 η οποία είναι σε πλήρη συμφωνία με τη Dunnes ανωτέρω). Συνεπώς, ακόμη και αν η σχετική δικαιοδοτική αμφισβήτηση απορριφθεί σε προδικαστικό στάδιο της υπόθεσης, απόρριψη η οποία μόνο με Έφεση δύναται να ανατραπεί (βλ. Dunnes ανωτέρω και ΓΙΩΡΓΟΥ ΙΩΑΚΕΙΜ κ.α., Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D338, Αίτηση Αρ. 61/2015, 13/5/2015), η περαιτέρω εμπλοκή στη διαδικασία, των διαδίκων που ισχυρίζονται την ανυπαρξία δικαιοδοσίας, «.δεν τους αποστερεί ως θέμα νομικής και λογικής συνέπειας τη δυνατότητα να προωθήσουν την έφεση τους. Τέτοιο πρόβλημα θα υφίστατο εάν οι αιτητές είχαν αυτοβούλως αποδεχθεί τη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων καταχωρώντας εμφάνιση χωρίς όρους ή δεικνύοντας την αποδοχή τους με άλλα διαβήματα. Εδώ, οι αιτητές αμφισβήτησαν τη δικαιοδοσία και είναι μετά από Δικαστική κρίση που θα συνεχίσουν να έχουν περαιτέρω ανάμειξη στην εν τη Δημοκρατία εγερθείσα διαδικασία. Οι αιτητές έχουν πρόσθετα δικαίωμα να λάβουν εκείνα τα διαβήματα που θεωρούν ορθό για την περαιτέρω διασφάλιση της θέσης τους ότι δεν υφίσταται εδώ δικαιοδοσία, (Civil Procedure Volume I, The White Book Service 2006, σελ. 1892, παρ. 74.11.13 και Equitas v. Wave City Shipping
(2005)EWHR 923) (βλ. Dunnes ανωτέρω). Αν και οι πιο πάνω αρχές προέρχονται από αποφάσεις πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, είναι εντούτοις υψηλής πειστικής αξίας (persuasive value) (βλ. Αναφορικά με την αίτηση της Ρωσικής Ομοσπονδίας για την έκδοση του Victor Nicolaevich Makushin (Αρ. 1)
(2012)1 Α.Α.Δ. 20) και συνάδουν πλήρως με τα όσα λέχθηκαν στην Saylas ανωτέρω και στις αποφάσεις που εν λόγω αυθεντία παραπέμπει αλλά και με το λόγο (ratio) της Carpantina ανωτέρω όπου λέχθηκε χαρακτηριστικά από τον Griffith Williams J ως ήταν τότε, «A defendant by filing an unconditional appearance is considered to have submitted to the jurisdiction of the Court, in the same way as he might have done by prior express agreement. If, however, as in the present case, he files an appearance under protest, or a conditional appearance, he is at liberty either to apply to have service on him set aside or to plead in his defence the Court's lack of jurisdiction.». Επιβεβαιώθηκαν άλλωστε και σε μεταγενέστερη απόφαση εφετειακού βαθμού (βλ. Peppis ανωτέρω). Συνοψίζοντας τις πιο πάνω αρχές, προκύπτει ότι αναφορικά με θέματα forum, το θέμα μπορεί να εξεταστεί είτε προδικαστικά είτε κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης και αν ευσταθεί, σφραγίζει και την τύχη της αγωγής. Οι διαδικαστικοί παράγοντες που θα ληφθούν υπόψη, πέραν βέβαια των παραγόντων που αφορούν στην ουσία του ισχυρισμού (βλ. αρχές που διατυπώθηκαν στην Spiliada ανωτέρω), είναι πρωτίστως το σημείωμα εμφάνισης και η στάση του διαδίκου που ισχυρίζεται την ακαταλληλότητα. Τα θέματα όμως καθ' ύλη και κατά τόπο δικαιοδοσίας, τα οποία μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ουδόλως επηρεάζονται από τους ίδιους παράγοντες έστω και αν το θέμα δεν ηγέρθηκε ποτέ μέχρι και την έφεση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, είτε το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία είτε δεν έχει. Διαγραφή Είναι νομολογημένο ότι η διαγραφή δικογράφου δυνάμει των σχετικών θεσμών (Δ.19 θ.26 και Δ.27 θ.3), συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται, αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενό του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σ' αυτό, αναντίλεκτα ανυπόστατο, εφόσον αντίθετη προσέγγιση θα συνεπάγετο παραβίαση των δικαιωμάτων που κατοχυρώνονται από το αρ.30.1Σ. Ο εντοπισμός στο δικόγραφο, τέτοιων επαρκών στοιχείων, ώστε η αγωγή να μπορεί να θεωρηθεί ότι, δεν «πάσχει στο βαθμό που να κριθεί εκ του προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία», επιβάλλει όπως αυτή αφεθεί να προχωρήσει σε ακρόαση. (βλ. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΠΑΤΤΙΧΗ ν. CLARE KONG ΠΑΤΤΙΧΗ, ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 8/2013, 20/2/2015, In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246, Ν. Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon
(1998)1 A.A.Δ. 1338 και ΑΝΔΡΕΑ ΧΡ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ κ.α. ν. ΛΕΥΚΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Πολιτική Έφεση Αρ. 35/2012, 2/6/2017). Έχοντας σκιαγραφήσει ανωτέρω τόσο το πραγματικό, όσο και το νομικό υπόβαθρο επί του οποίου εδράζεται η παρούσα αίτηση, προχωρώ να εξετάσω αν αυτή δύναται να εγκριθεί., Η ΠΑΡΟΥΣΑ ΑΙΤΗΣΗ Είναι θεωρώ έκδηλο από το ιστορικό της υπόθεσης που έχω παραθέσει ανωτέρω, ότι τα όσα γεγονότα αλλά και νομικά σημεία που η εναγόμενη 1 προβάλλει προς υποστήριξη του υπό κρίση αιτήματος της, τα έχει ήδη προβάλει και κατά την εκδίκαση της αίτησης της ενάγουσας για προσωρινά διατάγματα, όπου μάλιστα εισηγήθηκε όπως ενόψει αυτών των ισχυρισμών, η αγωγή απορρίπτετο από εκείνο το στάδιο. Ενδεικτικό της πανομοιότητας των ισχυρισμών που περιβάλλουν την παρούσα αίτηση με τα όσα ηγέρθηκαν στην αίτηση για προσωρινά διατάγματα, είναι το ότι η εδώ αίτηση της εναγομένης 1, εδράζεται σχεδόν αποκλειστικά στην Ε/Δ που καταχωρήθηκε από πλευράς της προς υποστήριξη της ένστασης της στην τότε αίτηση της ενάγουσας, η οποία Ε/Δ, πέραν του ότι επισυνάπτεται ως τεκμήριο, ουσιαστικά επαναλαμβάνεται στην Ε/Δ που υποστηρίζει την παρούσα αίτηση . Οι θέσεις αυτές της εναγόμενης 1 δεν πέρασαν απαρατήρητες από το Δικαστήριο που επιλήφθηκε εκείνης της αίτησης. Αντίθετα, οι εν λόγω θέσεις έτυχαν ρητής και ενδελεχούς εξέτασης από τον αδελφό Δικαστή, περιλαμβανομένης και της εισήγησης για απόρριψη της αγωγής από εκείνο το στάδιο. Για τους λόγους όμως που ο αδελφός Δικαστής καταγράφει ρητά στην απόφαση του ημερ. 06/10/16, έκρινε ότι δεν ενδείκνυτο η απόρριψη της αγωγής από εκείνο το στάδιο και όπως «.η θέση της ενάγουσας ότι ο λογαριασμός τύγχανε διαχείρισης από το υποκατάστημα στην Λεμεσό . παραμένει ανοικτό ως ζήτημα ουσίας στα πλαίσια της κυρίως υπόθεσης (και συνακόλουθα δεν δύναται να γίνει αποδεκτή η εισήγηση για απόρριψη της αγωγής από αυτό το στάδιο για αυτόν τον λόγο).» Παραθέτω αυτολεξεί τα σχετικά αποσπάσματα από την απόφαση του αδελφού Δικαστή ημερ. 06/10/16: «.αυτό που έχει διαφανεί μέσα από όλην διαδικασία, είναι ότι ο λογαριασμός της ενάγουσας και αυτό δεν αμφισβητείται, είναι ότι τηρείται στην Τανζανία και συνακόλουθα το ποσό των καταθέσεων της ενάγουσας βρίσκεται στην Τανζανία. Ακόμα και να γινόταν αποδεκτή από αυτό το στάδιο η θέση της ενάγουσας ότι ο εν λόγω λογαριασμός τύγχανε διαχείρισης από το υποκατάστημα στην Λεμεσό και ότι αυτός ανοίχθηκε μέσα από προτροπές των αντιπροσώπων και υπαλλήλων του υποκαταστήματος της Τράπεζας στην Λεμεσό, αποδίδοντας κατά τόπο αρμοδιότητα στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, δεν αλλοιώνει το ξεκάθαρο νομικό καθεστώς του υποκαταστήματος της τράπεζας στην Κύπρο μετά την έκδοση της Κ.Δ.Π. 356/2014 που και οι δύο πλευρές επικαλούνται, με διαφορετική όμως προσέγγιση και ερμηνεία. Δηλαδή με βάση το εν λόγω Διάταγμα, αλλά και τα μέτρα εξυγίανσης που λαμβάνονται δυνάμει του εν λόγω Διατάγματος, αλλά και της ισχύουσας νομοθεσίας, αφορούν αμιγώς και αποκλειστικά τα υποκαταστήματα της τράπεζας στην Κύπρο ως αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα και όχι της Τανζανίας. Τα υποκαταστήματα στην Κύπρο έχουν αδειοδοτηθεί στην Κύπρο και υπάγονται στο εδώ νομικό πλαίσιο και οποιαδήποτε μέτρα λήφθηκαν, αφορούν και επηρεάζουν τις καταθέσεις και εν γένει τις εργασίες και περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας και δεν θα μπορούσαν βεβαίως να επεκταθούν στην εγγεγραμμένη τράπεζα στην Τανζανία, όχι μόνο λόγω αβρότητας στις διεθνείς σχέσεις, αλλά κυρίως λόγω του ότι η τράπεζα στην Τανζανία διατηρεί την δική της αυτοτέλεια στις καταθέσεις, εργασίες και περιουσιακά της στοιχεία και η οποία, μέσα και από την αναντίλεκτη μαρτυρία των καθ΄ ων η αίτηση, έχει διοριστεί εκεί διαχειριστής, ήτοι ο κ. Lawrence Mafuru. Συνακόλουθα, η ενάγουσα δεν απεκάλυψε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση, αλλά ακόμα και να κρινόταν ότι αποκάλυπτε εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και κατά τόπο αρμοδιότητα του παρόντος Δικαστηρίου μέσα από τους ισχυρισμούς για εμπλοκή των αντιπροσώπων και υπαλλήλων του υποκαταστήματος της τράπεζας στην Λεμεσό στο άνοιγμα και διαχείριση του επίδικου λογαριασμού, δεν αλλοιώνει την υφιστάμενη κατάσταση, ήτοι ότι οποιαδήποτε μέτρα λήφθησαν από τις αρμόδιες αρχές και υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας, δεν είχαν αντίκτυπο στο πάγωμα και γενικά στον εγκλωβισμό της κατάθεσης της ενάγουσας στην Τανζανία, παρά μόνο εντός των ορίων της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ούτε έχει καταδειχθεί ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Συγκεκριμένα, μέσα από το όλο μαρτυρικό υπόβαθρο που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η όλη κατάσταση και γενικά καθεστώς του υποκαταστήματος της τράπεζας, προέρχεται μέσα από το Διάταγμα που εκδόθηκε με την Κ.Δ.Π. 356/2014 και τις μετέπειτα ενέργειες, διοικητικής φύσεως από τα αρμόδια όργανα και υπηρεσίες της Κυπριακής Δημοκρατίας, δυνάμει και των εκάστοτε νομοθετημάτων που αφορούν της τραπεζικές εργασίες και την εξυγίανση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και των σχετικών κανονισμών. Ακόμα και αν επηρεαζόταν η κατάθεση της ενάγουσας, που δεν επηρεάζεται, αλλά ακόμα και να τηρείτο ο λογαριασμός στην Κυπριακή Δημοκρατία ή ακόμα και να γινόταν από αυτό το στάδιο δεκτή η θέση της ενάγουσας ότι ο λογαριασμός τύγχανε διαχείρισης από το υποκατάστημα στην Λεμεσό, ζήτημα το οποίο παραμένει ανοικτό ως ζήτημα ουσίας στα πλαίσια της κυρίως υπόθεσης (και συνακόλουθα δεν δύναται να γίνει αποδεκτή η εισήγηση για απόρριψη της αγωγής από αυτό το στάδιο για αυτόν τον λόγο), δεν παύει ότι όλα φέρουν το τεκμήριο της νομιμότητας και Συνταγματικότητας, μέχρι την ανατροπή του από το καθ΄ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο που ασκεί διοικητική Δικαιοδοσία που είναι πλέον το νεοσυσταθέν, μετά από τροποποίηση του Συντάγματος, Διοικητικό Δικαστήριο σε πρώτο βαθμό και Ανώτατο Δικαστήριο σε δεύτερο βαθμό. Σε αυτό το στάδιο αξίζει να σημειωθεί ότι έχει γίνει εκτενής αναφορά στις συνθήκες και τους λόγους όπου οδήγησε την FinCen στην έκδοση της σχετικής έκθεσης και του ειδικού μέτρου, τις συνέπειες αυτού, την ορθότητα και νομιμότητα αυτού, την εκκρεμοδικία που υπάρχει ενώπιον της Αμερικανικής Δικαιοσύνης και την εκκρεμοδικία σε Διεθνές Δικαστήριο με εναγόμενη την Κυπριακή Δημοκρατία από τους δύο μετόχους - αδέλφια της τράπεζας, με την οποία ζητούνται αποζημιώσεις για τις αποφάσεις που έχουν ληφθεί αναφορικά με το υποκατάστημα της τράπεζας στην Κύπρο. ... Αυτά τα ομολογουμένως ιδιόμορφα γεγονότα και γενικά εάν τελικώς ορθώς και νομίμως λήφθησαν τα εν λόγω μέτρα, θα κληθούν να αποφασίσουν τα αρμόδια καθ΄ ύλην και κατά τόπο Δικαστήρια και όχι το παρόν Δικαστήριο, το οποίο μέχρις στιγμής έχει ενώπιον του πράξεις και γενικά ενέργειες οι οποίες απολαμβάνουν του μαχητού τεκμηρίου της νομιμότητας(βλ. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ - ν - ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 2010 1 Α.Α.Δ. σελ. 1079) και συνακόλουθα για σκοπούς εξέτασης της παρούσας αίτησης, παραμένει αναλλοίωτο το γεγονός ότι το υποκατάστημα της τράπεζας βρίσκεται υπό εξυγίανση με ενέργειες που τεκμαίρονται μέχρις στιγμής ως νόμιμες και η κατάθεση της ενάγουσας βρίσκεται στην Τανζανία και δεν επηρεάζεται από την διαδικασία εξυγίανσης - εκκαθάρισης που βρίσκεται σε εξέλιξη (βλ. άρθρο 33Β του Ν.66
(1)/1997, Ν. 22
(1)/2016 ο οποίος διατηρεί σε ισχύ μέτρα που λήφθησαν με βάση το προηγούμενο νομοθετικό καθεστώς με βάση το άρθρο 115, ως επίσης και με βάση την Κ.ΔΠ. 356/2014) και που περιορίζεται σε καταθέσεις, περιουσία και εργασίες εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Τυχόν έκδοση των Διαταγμάτων, θα ισοδυναμούσε με υπέρβαση καθ΄ ύλην Δικαιοδοσίας των πιο πάνω Δικαστηρίων από το παρόν Δικαστήριο, αλλά και έμπρακτη αναστολή και παρεμπόδιση της εδώ διαδικασίας διαχείρισης και εκκαθάρισης του υποκαταστήματος στην Κυπριακή Δημοκρατία από καθ΄ ύλην αναρμόδιο Δικαστήριο με την εμβολή της ενάγουσας ως πιστώτριας της τράπεζας στην Κυπριακή Δημοκρατία, ενώ ταυτόχρονα θα υφάρπαζε εξουσίες του διαχειριστή της εγγεγραμμένης τράπεζας στην Τανζανία, όπου υπάγεται ο επίδικος λογαριασμός και εκ των πιο πάνω, η διατήρηση ισχύος του εκδοθέντος Διατάγματος, με βάση του ισοζύγιο της ευχέρειας, θα απέληγε εις βάρος άλλων πιστωτών - καταθετών σε υποκαταστήματα στην Κύπρο, δημιουργώντας έτσι ανισότητα διότι θα εξομοιόνονταν και θα τύγχαναν χειρισμού και αντιμετώπισης με ίσο τρόπο ανόμοιες καταστάσεις επειδή η ενάγουσα δεν είναι καταθέτης στην Κύπρο σε αντίθεση με τους εδώ καταθέτες, ως επίσης θα απέληγε εις βάρος της διαδικασίας διαχείρισης και εκκαθάρισης και γενικά των ενεργειών των αρμόδιων αρχών και υπηρεσιών της Κυπριακής Δημοκρατίας, οι οποίες ενέργειες τεκμαίρονται μέχρις στιγμής ότι είναι νόμιμες, παράγουν άμεσα έννομα αποτελέσματα και είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα, μέχρις ότου ακυρωθούν από ο αρμόδιο καθ΄ ύλην Δικαστήριο (βλ. ΑΝΤΕΝΝΑ ΛΤΔ - ν - ΑΡΧΗΣ ΡΑΔΙΟΤΗΛΕΡΑΣΗΣ ΚΥΠΡΟΥ 2010 1 Α.Α.Δ. σελ. 1079).. Έτσι και στην υπό εξέταση αίτηση, η πορεία που ενέχει τους λιγότερους κινδύνους, είναι αυτή της μη παρεμβολής στις διαδικασίες εξυγίανσης και εκκαθάρισης του εδώ υποκαταστήματος με τις ενέργειες από την μια να τεκμαίρονται ως νόμιμες και Συνταγματικές και επιπρόσθετα της μη συμπερίληψης της ενάγουσας και γενικά του χειρισμού της κατάθεσης της στην Τανζανία με το ίδιο καθεστώς που ισχύει με τους εδώ καταθέτες, δημιουργώντας σε αντίθετη περίπτωση ίση μεταχείριση ανόμοιων καταστάσεων και επιπρόσθετα θα ισοδυναμούσε με υφαρπαγή εξουσιών του διαχειριστή της τράπεζας στην Τανζανία και γενικά υφαρπαγή Δικαιοδοσίας από τα Δικαστήρια της Τανζανίας. Από τα πιο πάνω διαφαίνεται επίσης ξεκάθαρα η διαφορετικότητα της νομικής και γενικά Δικαστικής παράστασης (locus standi) του εδώ υποκαταστήματος σε σχέση με την εγγεγραμμένη τράπεζα στην Τανζανία, έχοντας υπ΄ όψη ότι με βάση την αναντίλεκτη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, η νομική υπόσταση είναι η ακόλουθη, ήτοι η τράπεζα FBME έχει ως έδρα την Τανζανία και διατηρεί υποκαταστήματα σε Λευκωσία και Λεμεσό με βάση την άδεια που δόθηκε από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και έχοντας υπ΄ όψη την ορολογία της ΄΄τράπεζας΄΄ ως αδειούχο πιστωτικό ίδρυμα που συστάθηκε σύμφωνα με την νομοθεσία τρίτης χώρας και που διατηρεί υποκατάστημα στην Δημοκρατία, ως ο Ν. 66
(1)/1997 ορίζει. Επιπρόσθετα των πιο πάνω, ούτε η τρίτη προυπόθεση έχει καταδειχθεί ότι ισχύει. Έχει παραμείνει αναντίλεκτη η μαρτυρία του ενόρκως δηλούντα στην ένσταση της καθ΄ ης η αίτηση 2 και πιο συγκεκριμένα τα όσα αναφέρονται στην παράγραφο 53 αυτής, ότι η καθ΄ ης η αίτηση 2 έχει δικά της περιουσιακά στοιχεία και σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής, είναι πέραν από αρκετά για να καλύψει την απαίτηση της ενάγουσας και επιπρόσθετα δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε περί αφερεγγυότητας της καθ΄ ης η αίτηση 2 με απτή και λεπτομερή μαρτυρία.. Ως προς το παρακλητικό τύπου quia timet, ούτε αυτό θα μπορούσε να επιτύχει, διότι με βάση την πιο πάνω νομική ανάλυση και την πιο πάνω αξιολόγηση της αίτησης και ενστάσεων ταυτόχρονα, δεν έχει καταδειχθεί είτε βεβαιότητα ή σοβαρή πιθανότητα απειλής ή επέμβασης στο δικαίωμα, ήτοι στην κατάθεση της ενάγουσας, για τον απλούστατο λόγο ότι η κατάθεση της ενάγουσας βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας της Κυπριακής Δημοκρατίας σε τράπεζα, ήτοι στην Τανζανία, όπου δεν έχουν εμβέλεια, εφαρμογή και γενικά δεν επηρεάζεται η κατάθεση της ενάγουσας στην Τανζανία από τις ενέργειες που γίνονται στην Κυπριακή Δημοκρατία, εν΄ όψει και της αυτοτέλειας και της εδώ διαδικασίας που αφορά το υποκατάστημα στην Κύπρο σε σχέση με την τράπεζα στην Τανζανία και της μη εξουσίας του εδώ υποκαταστήματος και της καθ΄ ης η αίτηση 2 να επιδράσει έναντι του λογαριασμού που διατηρεί η ενάγουσα στην Τανζανία.» (έμφαση δική μου). Εντόπισε συνεπώς ο αδελφός Δικαστής, κάποια στοιχεία στην υπόθεση της ενάγουσας, που δικαιολογούσαν κατά την κρίση του, όπως η αγωγή αφεθεί να προχωρήσει σε ακρόαση και έκρινε, χωρίς να απορρίψει τους ισχυρισμούς της εναγόμενης 1 περί έλλειψης δικαιοδοσίας, με τους οποίους μάλιστα φαίνεται να συμφώνησε, ότι τα συγκεκριμένα αυτά δικαιοδοτικά θέματα, δεν δικαιολογούσαν την προδικαστική απόρριψη της αγωγής. Άφησε δε το θέμα αυτό, ήτοι της απόρριψης της αγωγής, να αποφασιστεί στο τέλος της υπόθεσης, υπό το φως του συνόλου της μαρτυρίας που θα τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Σημειώνω εδώ ότι κατά την έκδοση της απόφασης στις 06/10/16, και οι ισχυρισμοί των διαδίκων ήταν ενώπιον του αδελφού Δικαστή αλλά και τα διαβήματα που αμφότεροι είχαν μέχρι τότε λάβει στην αγωγή. Υπενθυμίζω ότι η ορθή οδός αμφισβήτησης της πιο πάνω κρίσης του Δικαστηρίου, τόσο ως προς τα θέματα δικαιοδοσίας όσο και ως προς την μη απόρριψη της αγωγής από εκείνο το στάδιο, είναι η άσκηση έφεσης από τον παραπονούμενο διάδικο (βλ. Dunnes και την αναφορά που εν λόγω απόφαση κάμνει στην GCC Computers Ltd v. Penril Datacom Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. 1584). Η πλευρά της ενάγουσας, έχει καταχωρήσει έφεση εναντίον της απόφασης του αδελφού Δικαστή. Δεν γνωρίζω αν έχει καταχωρηθεί αντέφεση από πλευράς εναγομένης 1 εναντίον της απόρριψης της εισήγησης της για απόρριψη της αγωγής. Εφόσον όμως τα θέματα που θα κληθεί το Ανώτατο Δικαστήριο να αποφασίσει στα πλαίσια της έφεσης της ενάγουσας είναι δικαιοδοτικά, το κατά πόσο η αγωγή πρέπει ή όχι να απορριφθεί προδικαστικά για το λόγο αυτό, είναι θέμα που δύναται και ενδεχομένως να εξεταστεί από το Εφετείο. Μέχρι όμως να ανατραπεί κατ' έφεση η κρίση του αδελφού Δικαστή ότι η αγωγή περιέχει τέτοια «επαρκή στοιχεία» που της επιτρέπουν, παρά τα όσα δικαιοδοτικά θέματα εγείρονται, να προχωρήσει σε ακρόαση, κρίση η οποία σφραγίζει την τύχη της παρούσας αίτησης και ως προς την εφαρμογή των προνοιών της Δ.19 Θ.16 και Δ.27 Θ.3, παραμένει έγκυρη και δεσμευτική και δεν δύναται να ανατραπεί με μεταγενέστερη απόφαση Δικαστηρίου του ιδίου βαθμού. Τίποτε άλλωστε νεότερο δεν έχει παρουσιαστεί στη υπόθεση από την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης στις 06/10/16, εφόσον η Ε/Α που καταχώρησε η ενάγουσα μεταγενέστερα, κινείται πάνω στις ίδιες γραμμές που κινήθηκε και η αίτηση της, ενώ οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί που προβάλλονται, ήδη έτυχαν εξέτασης κατά την έκδοση της απόφασης ημερ. 06/10/16. Υπενθυμίζω εδώ ότι «η διαπίστωση αν η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα, δεν εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου αλλά συνιστά νομικό ζήτημα και επομένως το Εφετείο είναι σε θέση όπως και το πρωτόδικο Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπεράσματα σε σχέση με την υπόσταση του δικογράφου» (βλ. LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD ν. NADA TERZIAN ΚΑΙ ΤΩΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, ως διαχειρίστρια της περιουσίας του Vahan Terzian κ.α., ECLI:CY:AD:2014:A167, ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ Αρ. 151/10, 7/3/2014 και τις αναφορές που γίνονται στις Οverseas Shipping & Forwarding Co v. Kappa Shipping Co Ltd & others
(1977)1 C.L.R. 248, Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, In Re Pelmaco Development Ltd
(1991)1 Α.Α.Δ. 246). Και αυτό το θέμα επομένως δύναται να εγερθεί στα πλαίσια της έφεσης της ενάγουσας. Αναφορικά τώρα με την περαιτέρω πορεία της αγωγής. Σύμφωνα με την απόφαση της 06/10/16, ως αυτή έχει προς το παρόν, αφού συμπληρωθεί η δικογραφία, η αγωγή θα προχωρήσει κανονικά σε ακρόαση. Είναι σε εκείνο το στάδιο πλέον που θα εξετασθεί κατά πόσο τα εγειρόμενα δικαιοδοτικά θέματα είναι τέτοια που οδηγούν στην απόρριψη της αγωγής όπως σε εκείνο το στάδιο είναι που θα εξετασθούν και οι συνέπειες των διαβημάτων (steps) της εναγομένης 1 στην αγωγή, διαβήματα τα οποία μέχρι σήμερα συνίστανται σε καταχώρηση «κανονικής εμφάνισης» (unconditional appearance) στις 11/7/16, αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας στα πλαίσια της διαδικασίας interim order στις 26/08/16, υποβολή αιτήματος στις 07/12/16, ήτοι μετά την έκδοση της απόφασης ημερ. 06/10/16, για να της δοθεί χρόνος για καταχώρηση υπεράσπισης καθώς και ο χρόνος που παρήλθε από την πρώτη φορά που εκδηλώθηκε η πρόθεση της για αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας (26/8/16) μέχρι την καταχώρηση της παρούσας στις 19/12/17 (βλ. π.χ. Magdon G J Ltd ν. A L Metal Trading Ltd
(2001)1 ΑΑΔ 2064). Η υπό κρίση αίτηση συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί, όχι γιατί δεν έχει έρεισμα αλλά στη βάση των όσων εξήγησα ανωτέρω. Η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ ενάγουσας και εναντίον εναγομένης 1, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι δε πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Interim Αναφορά: Αναστολη - Παραμερισμος - Απορριψη - Δικαιοδοσία cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.