← Κύπρος

Ευσταθίου ν. Βανέζου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1232/2011, 27/7/2018

Ευσταθίου ν. Βανέζου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1232/2011, 27/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A323 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1232/2011 XXXXX Ευσταθίου Ενάγοντας -ν-

  1. XXXXX Βανέζου
  2. XXXXX Βανέζο Εναγόμενοι --------------------------------------------- Ημερομηνία: 27 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα. Ε. Σωκράτους για Π. Κλεοβούλου Για Εναγόμενους: κ. Χ. Ονουφρίου για Π. Ν. Ονουφρίου Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας, «ψυκτικός - μηχανικός» στο επάγγελμα, ο οποίος ασχολείται με επιδιορθώσεις και εγκαταστάσεις κλιματιστικών συστημάτων, κεντρικών θερμάνσεων και υδραυλικών εγκαταστάσεων, αξιώνει από τους Εναγόμενους, ιδιοκτήτες κατοικίας στο χωριό Επισκοπή στη Λεμεσό, ποσό €2020,55, ως συμφωνηθείσα αμοιβή για εκτελεσθείσα εργασία στην οικία τους. Η Υπεράσπιση των Εναγομένων είναι λιτή. Ενώ δέχονται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο είχαν συμφωνήσει με συγκεκριμένο εργολάβο την ανέγερση της επίμαχης κατοικίας τους στην Επισκοπή, αρνούνται τη σύναψη οποιασδήποτε σύμβασης για την εκτέλεση οποιωνδήποτε εργασιών, απευθείας με τον Ενάγοντα. Ισχυρίζονται ότι η οποιαδήποτε σχέση είχαν με τον Ενάγοντα, αυτή ήταν «. στα πλαίσια εργοδότησης του από ανεξάρτητο εργολάβο.» και ότι είναι σε αυτόν τον εργολάβο που ανατέθηκαν οι οποιεσδήποτε εργασίες για την οικοδομή. Κατά την ακρόαση της υπόθεσης, εκ μέρους της πλευράς του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος ως ΜΕ1, ο Γ. Καϊρίνος, διευθυντής της εργοληπτικής εταιρείας Pevamac Constructions & Developers Ltd (εφ' εξής Pevamac) ως ΜΕ2 και ο αρχιτέκτονας - μηχανικός, Μ. Χριστοφίνης ως ΜΕ
  3. Εκ μέρους των Εναγομένων κατέθεσαν μόνο οι ίδιοι ως ΜΥ1 και ΜΥ2 αντίστοιχα. Η θέση την οποία υποστήριξε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Ενάγοντας, ήταν ότι περί τον Δεκέμβριο 2009, οι Εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν τότε συμφωνήσει με την Pevamac την ανέγερση της οικίας τους στο χωριό Επισκοπή και στην οποία οικία ο ίδιος είχε αναλάβει ως υπεργολάβος της Pevamac, τις υδραυλικές και αποχετευτικές εγκαταστάσεις για το ποσό των €14.195,00, του ανέθεσαν προσωπικά την εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών, οι οποίες εργασίες δεν συμπεριλαμβάνονταν στα αρχιτεκτονικά σχέδια της ανεγειρόμενης οικίας, ούτε στην συμφωνία της Pevamac με τους Εναγόμενους και ούτε και στη συμφωνία του με την Pevamac. Οι εν λόγω επιπρόσθετες εργασίες ήταν, σύμφωνα με τον Ενάγοντα, (α) η εγκατάσταση ζεστού και κρύου νερού για ντούζ στην αποθήκη, (β) η εγκατάσταση πρόνοιας για ένα κλιματιστικό σύστημα στο tv room, (γ) η εγκατάσταση πρόνοιας ψυγείου για κάβα, (δ) η διασωλήνωση 5 τουαλετών της οικίας με τη διάτρηση και μετακινήσεις σωλήνων αποχετεύσεως από το κυρίως υπνοδωμάτιο της οικίας και (δ) η εγκατάσταση υδρορροών, συνολικής αξίας €2,525 πλέον ΦΠΑ. Σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, τις εν λόγω επιπρόσθετες εργασίες, οι οποίες του υποδείχθηκαν από την Εναγόμενη 1, αυτός δέχτηκε να τις εκτελέσει έναντι ξεχωριστής αμοιβής. Αυτό βρήκε σύμφωνο και τον εργολάβο και τον αρχιτέκτονα του έργου. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι μέχρι και τον Ιαν. 2010 όταν και οι Εναγόμενοι τερμάτισαν απρόοπτα τη συμφωνία τους με την Pevamac και την εκδίωξαν, μαζί με τους υπεργολάβους της από το έργο, αυτός, πλην της εγκατάστασης υδρορροών, είχε εκτελέσει πλήρως τις επίδικες εργασίες. Έκτοτε, ισχυρίζεται ο Ενάγοντας, παρά τις εκκλήσεις του και την επιστολή που απέστειλε με δικηγόρο στους Ενάγοντες στις 03/08/2010 (βλ.Τεκ.4), οι τελευταίοι παραλείπουν να του καταβάλουν την επίδικη αμοιβή του, η οποία, αφαιρουμένου του κόστους για την εγκατάσταση των υδρορροών, ανέρχεται σύμφωνα με τον Ενάγοντα, στο ποσό των €1825 πλέον ΦΠΑ, πλέον €195,55 που αφορούν στις εργατοώρες του. Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο Ενάγοντας κατέθεσε κατά την ακρόαση ως Τεκ. 3, χειρόγραφο έγγραφο που ισχυρίζεται ότι ετοιμάστηκε από τον μηχανολόγο - μηχανικό των Εναγομένων Σ. Λεωνίδου, ο οποίος παρουσιάζεται να επιβεβαιώνει με τη σφραγίδα και υπογραφή του ημερ. 01/04/10, την εκτέλεση των επίδικων εργασιών και να τις κοστολογεί, αυθαίρετα κατά τον Ενάγοντα, στο χαμηλότερο ποσό των €
  4. Αντεξεταζόμενος ο Ενάγοντας, δέχτηκε ότι για τις επίδικες εργασίες δεν υπάρχει οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία με τους Εναγόμενους και ότι είναι η Pevamac που τον πλήρωνε για τις εργασίες που αυτός εκτελούσε στο έργο. Αρνήθηκε όμως ότι οι επίδικες εργασίες περιλαμβάνονταν στη συμφωνία του με την Pevamac ως υπεργολάβος της όπως και αρνήθηκε ότι οι επίδικες εργασίες έχουν εξοφληθεί με τις πληρωμές που οι Εναγόμενοι έκαναν προς την Pevamac. Ισχυρίστηκε ότι οι επίδικες εργασίες αποτελούσαν αντικείμενο ξεχωριστής συμφωνίας, απευθείας με τους Εναγόμενους και γι' αυτό είναι που αξιώνει το επίδικο ποσό από αυτούς και όχι από την Pevamac. Ο ΜΕ2 έκαμε αναφορά στην συμβατική σχέση που η εταιρεία του Pevamac είχε με τους Εναγόμενους για την ανέγερση της οικίας τους καθώς και στη συμβατική σχέση που είχε με τον Ενάγοντα ως υπεργολάβο της Pevamac για τις υδραυλικές εργασίες της οικοδομής. Ισχυρίστηκε ότι ήταν εις γνώση του ότι οι Εναγόμενοι ανέθεσαν απευθείας στον Ενάγοντα επιπρόσθετες υδραυλικές εργασίες που δεν περιλαμβάνονταν στα αρχιτεκτονικά σχέδια και στις εργασίες που η εταιρεία του ανέλαβε να διεκπεραιώσει και ότι για τις επίδικες εργασίες, ο Ενάγοντας και ο επιβλέποντας αρχιτέκτονας του έργου (ΜΕ3), τον ενημέρωσαν ότι οι Εναγόμενοι κανένα ποσό κατέβαλαν στον Ενάγοντα. Αρνήθηκε υποβολή ότι οι επίδικες επιπρόσθετες εργασίες αποτέλεσαν μέρος των διατακτικών που εκδόθηκαν προς όφελος του από τον αρχιτέκτονα του έργου καθώς και ότι οι οποιεσδήποτε τέτοιες εργασίες πληρώθηκαν από τους Εναγόμενους με την πληρωμή των εν λόγω διατακτικών. Ο ΜΕ3 κλήθηκε να καταθέσει αναφορικά με την δική του εκδοχή, ως ο επιβλέποντας αρχιτέκτονας του έργου. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια την εκδοχή του: Καταρχάς, ήμουν ο γενικός υπεύθυνος της οικοδομής όπως προνοεί και ο νόμος ως ο αρχιτέκτονας και εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος του πολιτικού μηχανικού και επί ενάμιση περίπου χρόνο έλεγχα την οικοδομή και εξέδιδα διατακτικά πληρωμής με βάση την πρόοδο του έργου. Άρα έλεγχα πολύ συστηματικά το έργο και άρα ήμουν σε θέση να γνωρίζω και την πρόοδο του, αλλά περί το τέλος του 2009 ., είχαν προκύψει κάποιες δυσχέρειες στις σχέσεις εργοδοτών και εργοδοτούμενου, δηλαδή του ζεύγους των ιδιοκτητών και του εργολάβου και εις την προσπάθεια μου να γεφυρώσω αυτές τις διαφορές, οι οποίες ήταν αποκλειστικά οικονομικής φύσεως, έκαμα διάφορες συσκέψεις τόσο στο γραφείο μου όσο και επί τόπου και διαπίστωσα ότι όντως για μια σειρά από εργασίες, οι οποίες δεν προνοούνταν εις τα αρχικά σχέδια και προδιαγραφές, ούτε εις τον κατάλογο των εργασιών με τις οποίες δεσμεύτηκε ο εργολάβος και τις οποίες έχω δει . λόγω επεκτάσεων που αποφασίστηκαν από τους εργοδότες, προέκυψαν μια σειρά από εργασίες τόσο για τον κύριο Στάθη, αν δεν κάνω λάθος, σε θέματα υδραυλικά, κλιματιστικά κλπ, όσο και για άλλες ειδικότητες όπως του ηλεκτρολόγου. Επειδή αυτό το πράμα θεωρείται αντικανονικό εις το επάγγελμα μας, έκαμα παρατήρηση και εις τα δύο μέρη, πιο συγκεκριμένα στον κύριο Καϊρίνο και την κυρία Βανέζου για δύο λόγους. Ο πρώτος ήταν ότι ήταν κάτι για το οποίο δεν γνώριζε ο αρχιτέκτονας του έργου, δηλαδή εγώ και άρα δυσχέραινε τον έλεγχο που έκαμα, αλλά κυρίως διότι παραβίαζε τη μεταξύ τους συμφωνία, η οποία προνοούσε όπως σε όλες τις άλλες παρόμοιες περιπτώσεις, ότι ο εργολάβος αναλαμβάνει και τυχόν επεκτάσεις. Σ' αυτό, ο κύριος Καϊρίνος είπε ότι δεν τον ενοχλά, να αναθέσει δηλαδή η ίδια η ιδιοκτήτρια τις εργασίες εις τους υπεργολάβους και να τις πληρώνει, οπότε έληξε το θέμα αλλά ήταν κάτι βεβαίως που δεν μου άρεσε αλλά ήταν εκεί. Ήταν μια πραγματικότητα και άρα μέσω αυτής της διαδικασίας γνώριζα το γεγονός. Στη συνέχεια, δυστυχώς οι σχέσεις δυσχέραιναν περισσότερο, επήλθε ρήξη, οι ιδιοκτήτες απέλυσαν τον κύριο Καϊρίνο και οι δικηγόροι των δύο πλευρών, ο κύριος XXXXX Τσαγγαρίδης για τους εργοδότες και ο Σώζος Πούγιουρος για τον κύριο Καϊρίνο, μετά από μια σειρά από θυελλώδεις αντιπαραθέσεις, κατέληξαν να μου αναθέσουν να προβώ σε έναν έλεγχο λεπτομερή των εργασιών που είχαν γίνει μέχρι εκείνη τη μέρα, με στόχο να βρούμε την εύλογο αμοιβή για τον εργολάβο. Οφείλω να πω ότι εργάστηκα . επί τόπου για τρεις ολόκληρους μήνες. Πολύ λεπτομερώς έκαμα έλεγχο των κατασκευών που είχαν γίνει, επανασχεδίασα την οικοδομή από την αρχή σύμφωνα με τα νέα δεδομένα, διότι είχαμε επεκτάσεις και αλλαγές, κατέγραψα τις εργασίες που έγιναν, εκείνες που δεν έγιναν και μέσα σ' αυτό όλο το σύνολο, διαπίστωσα και τις επιπρόσθετες εργασίες. Όλο αυτό αποτέλεσε μετά από 3 μήνες, έναν τόμο . το οποίο παρεδόθη στα δύο μέρη. Άρα και από εδώ επιβεβαιώθηκε το γεγονός ότι όντως υπήρχαν διαφοροποιήσεις... .από κάποιο σημείο και μετά, (ο ενάγοντας) ενώ εκτέλεσε και υποχρεώσεις του σύμφωνα με εκείνο το έγγραφο, εκτέλεσε και κάποιες άλλες για τις οποίες ωστόσο με σύμφωνη γνώμη και του Καϊρίνου, πληρώθηκε ξεχωριστά. Ήταν ξεχωριστή ανάθεση. Δεν θεωρήθηκε επέκταση του συμβολαίου. . αυτό που είναι σύνηθες εις την οικοδομική βιομηχανία και προβλέπεται από τον νόμο, είναι ότι οποιαδήποτε επιπρόσθετη εργασία, γίνεται μετά από διαπραγμάτευση με την ανάδοχο εταιρεία, στη συγκεκριμένη περίπτωση ήταν Pevamac και ο Καϊρίνος και την εκτελεί ο ίδιος. Αλλά όπως σας είπα, όταν εγώ ανέφερα ότι αυτό το πράμα είναι αντικανονικό και με εκνευρίζει στην παρουσία τόσο της κυρίας Βανέζου όσο και της συνεργάτιδος μου της κυρίας XXXXX Δημητριάδου, ο κύριος Καϊρίνος είπε "εμένα δεν με ενοχλά, ας προχωρήσουν". Άρα θεωρήθηκε ως υπεργολαβία παράλληλη εφόσον ο ίδιος το ήθελε και ο εργολάβος το αποδέχεται θεωρείται ανεξάρτητη υπεργολαβία.» Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι μετά που προέβη στον έλεγχο που του ανατέθηκε και αφού διαπίστωσε και επιβεβαίωσε ότι οι επίδικες εργασίες όντως έγιναν και ότι όντως ήταν επιπρόσθετες των αρχικά συμφωνηθέντων, ετοίμασε το Τεκ.3 ως μια πρώτη δική του εκτίμηση και κοστολόγηση και το έστειλε στον μηχανολόγο - μηχανικό που είχε διοριστεί απευθείας από τους Εναγόμενους, Σ. Λεωνίδου ως η συμφωνία των μερών. Εξ' όσων γνωρίζει, ο Ενάγοντας δεν πληρώθηκε από τους Εναγόμενους γι' αυτές του τις εργασίες. Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας, αν και δέχθηκε ότι οι επίδικες εργασίες δεν προνοούνταν στη συμφωνία των Εναγομένων με την Pevamac, εντούτοις αρνήθηκε ότι αυτές περιλαμβάνονταν στο Διατακτικό του ημερ. 29/12/09 (Τεκ. 6) και το οποίο ισχυρίστηκε ότι δεν ήταν το τελικό Διατακτικό που εξέδωσε. Εμμένοντας στις αρχικές του θέσεις, ήτοι ότι οι επίδικες εργασίες είχαν ανατεθεί απευθείας από τους Εναγόμενους ιδιοκτήτες στον Ενάγοντα, εξ' ου και δεν τις περιέλαβε σε οποιοδήποτε διατακτικό του, ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος να συντάξει το Τεκ. 3 και να το στείλει στο Λεωνίδου αν επρόκειτο, ως του υπεβλήθη, για εργασίες που ήδη περιλαμβάνονταν στη συμφωνία Εναγομένων και Pevamac και για τις οποίες είχε ήδη εκδώσει σχετικά διατακτικά. Ανέφερε τέλος ο μάρτυρας αντεξεταζόμενος ότι, στη βάση του προαναφερόμενου επιτόπιου ελέγχου που του ανατέθηκε από τους δικηγόρους των Εναγομένων και της Pevamac και της σχετικής μελέτης που έκαμε, διαπιστώθηκε ότι το όλο έργο βρισκόταν περίπου στο 90% και ότι οι Εναγόμενοι έπρεπε να πληρώσουν στην Pevamac ακόμα €60.
  5. Αρνήθηκε ότι συνέταξε το Τεκ. 3 για να ασκήσει πίεση στους Εναγόμενους να πληρώσουν λόγω της ρήξης και των μεταξύ τους σχέσεων και ισχυρίστηκε ότι κατά τον χρόνο που του ανατέθηκε ο έλεγχος της οικοδομής από τους δικηγόρους και συνέταξε το Τεκ. 3, οι σχέσεις του με τους Εναγόμενους ήταν πολύ καλές, εξ' ου και του ανέθεσαν την εν λόγω εργασία. Η ουσία της μαρτυρίας των Εναγομένων, ΜΥ1 και ΜΥ2 αντίστοιχα, κινήθηκε πάνω στις ίδιες γραμμές. Δύναται θεωρώ να συνοψισθεί από τα ακόλουθα αποσπάσματα της μαρτυρίας της Εναγομένης 1, τα οποία παραθέτω αυτούσια: Ως προς τη σχέση μεταξύ των Εναγομένων, της Pevamac, του ΜΕ3 και του Ενάγοντα: «Κατά την περίοδο 2007 - 2008 αποφασίσαμε με τον σύζυγο μου όπως ανεγείρουμε την οικία μας στο χωρίο Επισκοπή, Λεμεσού. . Λόγω του βεβαρημένου επαγγελματικού προγράμματος του συζύγου μου, αφού αυτός εργάζεται ως ιατρός, τον αντιπροσώπευα με την πλήρη εξουσιοδότηση του σε αρκετές περιπτώσεις όπου αυτός δεν μπορούσε να παρευρίσκεται αυτοπροσώπως αναφορικά με την ανεγειρόμενη οικία μας. Περί τα μέσα Αυγούστου 2008 ήρθαμε σε συμφωνία με την εταιρεία Pevamac Constructions & Developers Ltd για την ανέγερση της οικίας μας. Διευθυντής της εταιρείας ήταν ο κ. XXXXX Καϊρίνος. Σύμφωνα με την συμφωνία που υπογράψαμε την εποπτεία της οικοδομής θα είχε ο κύριος XXXXX Χριστοφίνης, ως ο Αρχιτέκτονας και κύριος υπεύθυνος του έργου. Καθίστατο σαφές από την συμφωνία πως για οτιδήποτε χρειαζόταν η οικοδομή και/ή οποιεσδήποτε απαιτήσεις υπήρχαν και από τα δύο μέρη της συμφωνίας αυτά θα γίνονταν μέσω του αρχιτέκτονα. Οι εργασίες στην οικία άρχισαν να εκτελούνται σχεδόν άμεσα, ενώ για την πληρωμή των εργασιών υπήρχε σχετική πρόνοια στην σύμβαση μας η οποία προνοούσε την έκδοση διατακτικών από τον αρχιτέκτονα του έργου και την πληρωμή τους από εμάς. Καθ' όλη τη διάρκεια του έργου ακολουθείτο η προαναφερόμενη διαδικασία. . Στα διατακτικά αυτά περιλαμβάνονταν όλες οι εργασίες, αυτές που προνοούνταν στην συμφωνία αλλά και επιπρόσθετες εργασίες όταν αυτές προκύπταν, εγκρίνονταν και εκτελούνταν. Την υπό ανέγερση οικία μας την επισκεπτόμουν πάντα με τον αρχιτέκτονα και τον εργολάβο, αφού μόνο αυτούς γνώριζα. Τους υπεργολάβους του έργου δεν τους γνώριζα, παρά μόνο ήξερα τα ονόματα τους και ότι εργάζονταν στον χώρο για τον κυρίως εργολάβο. Τον Ενάγοντα τον ήξερα μόνο μέσω αυτής της σχέσης που προανέφερα, δηλαδή ότι ήταν υπεργολάβος του κυρίως εργολάβου και ότι ανέλαβε τα υδραυλικά της οικοδομής. Ποτέ δεν είχα οποιαδήποτε επαφή με τους υπεργολάβους του έργου, ενώ ότι ήθελα και ζητούσα σε σχέση με την οικοδομή το έκανα μέσω του αρχιτέκτονα.» Ως προς τις επίδικες εργασίες: «.ουδέποτε υπήρξε κάποια επικοινωνία ή συμφωνία δική μας με τον ίδιο (τον Ενάγοντα) για οποιεσδήποτε εργασίες. Αυτές περιλαμβάνονταν στους όρους και τις προδιαγραφές του συμβολαίου ή ήταν μικροαλλαγές που καλύπτονταν από το συμβόλαιο είτε ήταν αναγκαίο να γίνουν και για αυτές ο αρχιτέκτονας και ο κυρίως εργολάβος έδωσαν οδηγίες για να γίνουν και όχι εμείς απευθείας στον Ενάγοντα. Εμείς πληρώσαμε για όλες τις εργασίες πολύ περισσότερα λεφτά, συμπεριλαμβανομένων και των εργασιών του Ενάγοντα και πιστεύαμε πως πληρώναμε για όλες τις εργασίες που γίνονταν στην οικοδομή, προκαθορισμένες και έξτρα όπως επεξηγείτο και στο συμβόλαιο. Οι πληρωμές μας γίνονταν πάντα προς τον εργολάβο και σε κανένα άλλο, πάντα μέσω των διατακτικών πληρωμής που εξέδιδε ο αρχιτέκτονας. . Περί το τέλος του 2009, εγώ και ο σύζυγος μου παρατηρήσαμε πως τα ποσά που πληρώσαμε για το έργο δεν ανταποκρίνονταν στις πραγματικές εργασίες που είχαν εκτελεσθεί. Είχαμε δώσει πολύ περισσότερα χρήματα από αυτά που χρειάζονταν για τις ήδη εκτελεσθείσες εργασίες και για αυτά που προνοούνταν στη σύμβαση. Όταν ζητήσαμε εξηγήσεις από τον εργολάβο και αρχιτέκτονα, το αποτέλεσμα ήταν να έρθουμε σε ρήξη μαζί τους και οι εργασίες να σταματήσουν αρχές του
  6. Από τον Ιανουάριο 2010 μέχρι και τον Μάιο 2010 δεν υπήρξαν άλλες εργασίες στην οικοδομή. Τα τελευταία διατακτικά που εκδόθηκαν ήταν ημερ. 29/10/2009 και 29/12/2009, στα οποίο και συμπεριλαμβάνονταν οι εργασίες του υδραυλικού και πληρώθηκαν αμέσως από εμάς. . Την περίοδο αυτή, λόγω των διαφωνιών μας για τις εργασίες ζητήσαμε και από τον Μηχανολόγο Μηχανικό κ. Σάββα Λεωνίδου να εκτιμήσει και να επιμετρήσει κάποιες εργασίες για να ξεκαθαρίσουν τα ζητήματα αναφορικά με αυτές τις εργασίες. Σε αυτές τις εκτιμήσεις συμπεριλαμβάνονταν και οι υδραυλικές και άλλες εργασίες που εκτέλεσε ο Ενάγοντας. Τόσο ο αρχιτέκτονας όσο και ο εργολάβος δεν είχαν καλές σχέσεις μαζί μας και ούτε έχουν μέχρι σήμερα.». Κατά τη μαρτυρία της ΜΥ1, κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, η συμφωνία υπεργολαβίας μεταξύ Pevamac και Ενάγοντα (Τεκ.7), Διατακτικά που εξέδωσε κατά καιρούς ο ΜΕ3 (Τεκ. 8 και 9), αποδείξεις πληρωμών σε σχέση με τα ποσά του Διατακτικού Τεκ.6 (Τεκ. 10), το Διατακτικό ημερ. 29/10/09 (Τεκ.11), καθώς και δέσμη αλληλογραφίας που είχε ανταλλαχθεί μεταξύ των Εναγομένων, της Pevamac, των δικηγόρων των μερών και του ΜΕ3 (Τεκ. 13-20). Πρόσθετα των πιο πάνω, η μεν ΜΥ1 κατέθεσε ως Τεκ. 12 την επιστολή που απέστειλε την 01/04/10 στους Εναγόμενους, ο Σ. Λεωνίδου, ήτοι ο μηχανολόγος που διόρισαν για «.να εκτιμήσει και να επιμετρήσει κάποιες εργασίες για να ξεκαθαρίσουν τα ζητήματα αναφορικά με αυτές τις εργασίες.» και στην οποία επιστολή, ο τελευταίος, αναφερόμενος σε «εγκριθέντα ποσά των επιπρόσθετων εργασιών» ύψους €1.100, επισυνάπτει και παραπέμπει σε αντίγραφο του Τεκ.
  7. Ο ΜΥ2 δε, κατέθεσε κατά τη μαρτυρία του ως Τεκ. 21, Έγγραφο με τίτλο Διατακτικό αρ. 18Α, το οποίο, σύμφωνα με το μάρτυρα, συνιστούσε ανεπίσημη αναθεώρηση του Διατακτικού Τεκ.6 η οποία ετοιμάστηκε από το ΜΕ3 κατά τη συζήτηση των προβλημάτων που προέκυψαν στο έργο, μετά και τον ισχυρισμό των Εναγομένων ότι αυτό είχε υπερπληρωθεί. Αντεξεταζόμενοι, τόσο η ΜΥ1 όσο και ο ΜΥ2, δέχτηκαν ότι οι εργασίες που αναφέρονται στο Τεκ.3, πλην της εγκατάστασης των υδρορροών, όντως έγιναν από τον Ενάγοντα, ότι οι εν λόγω εργασίες επιβεβαιώθηκαν και εκτιμήθηκαν από τον μηχανολόγο Σ. Λεωνίδου ως επιπρόσθετες εργασίες και αμφότεροι δήλωσαν τη συμφωνία τους με τα όσα αναφέρει ο Σ. Λεωνίδου στο Τεκ.
  8. Αρνήθηκαν όμως ότι είναι οι ίδιοι που ζήτησαν όπως γίνουν οι εν λόγω εργασίες και ισχυρίστηκαν ότι την ευθύνη για την ανάθεση και εκτέλεση οποιονδήποτε εργασιών στο έργο, περιλαμβανομένων και των επίδικων την είχε ο ΜΕ3 ο οποίος ήταν ο αντιπρόσωπος τους και ο πνευματικός πατέρας του έργου και ο οποίος είναι ο μόνος αρμόδιος να γνωρίζει για το θέμα αυτό. Σύμφωνα με τους Εναγόμενους, το τι θεωρούσε ο ΜΕ3 ως αναγκαίες επιπρόσθετες εργασίες και ποιες έπρεπε να πληρωθούν, μόνο αυτός το γνωρίζει. Οι ίδιοι του είχαν απόλυτη εμπιστοσύνη και πλήρωναν μόνο ότι προνοούσαν τα Διατακτικά του και είναι πάντοτε τις δικές του οδηγίες που ακολουθούσαν. Ανέφεραν επίσης οι Εναγόμενοι ότι επισκέπτονταν συχνά το έργο και παρακολουθούσαν την πρόοδο των εργασιών. Ο ΜΥ2 δε, ανέφερε ότι σαν ιδιοκτήτης, επισκεπτόταν το έργο συνήθως τα απογεύματα και ιδιαίτερα τα Σαββατοκύριακα και ότι είναι από τις επισκέψεις του αυτές που διαπίστωσε ότι οι επίδικες εργασίες όντως είχαν γίνει και ότι κάποιες από αυτές, δύναται να θεωρηθούν ως επιπρόσθετες εφόσον δεν περιλαμβάνονταν στην αρχική συμφωνία. Αν και οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι οι επίδικες εργασίες περιλαμβάνονται στα διατακτικά που εξέδωσε ο ΜΕ3, εντούτοις αμφότεροι ανέφεραν ότι ο μόνος αρμόδιος να το επιβεβαιώσει αυτό είναι ο ίδιος. Ισχυρίστηκαν επίσης οι Εναγόμενοι ότι, όταν σε κάποιο στάδιο υπολόγισαν πόσα είχαν πληρώσει με βάση τα διατακτικά του ΜΕ3 και αντιληφθήκαν ότι αν και το έργο δεν είχε ολοκληρωθεί, εντούτοις το είχαν ήδη υπερπληρώσει στην Pevamac, αντέδρασαν, προκαλώντας έτσι τη ρήξη της σχέσης τους με την τελευταία. Ως αποτέλεσμα, κρίθηκε αναγκαίο όπως ανατεθεί στο ΜΕ3 να διενεργήσει σχετικό έλεγχο των εκτελεσθείσων εργασιών και όπως στον έλεγχο να εμπλακεί και δικός τους μηχανικός, ήτοι ο Σ. Λεωνίδου. Αν και δέχτηκαν οι Εναγόμενοι ότι οι τότε δικηγόροι τους φαίνεται να ενημερώθηκαν για το πόρισμα του ΜΕ3 (βλ. Τεκ. 13-20), εντούτοις αρνούνται ότι οι ίδιοι ενημερώθηκαν ποτέ για το περιεχόμενο του και ισχυρίζονται ότι η έκθεση του Σ. Λεωνίδου, ήτοι το Τεκ. 12, επιβεβαιώνει τους ισχυρισμούς τους περί υπερπληρωμής του όλου έργου. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων προχώρησαν με την τελική τους επιχειρηματολογία, υιοθετώντας και καταθέτοντας εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις. Δεν προτίθεμαι να παραθέσω το περιεχόμενο των αγορεύσεων των συνηγόρων, ειδική αναφορά σε αυτό κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Περιορίζομαι στο παρόν στάδιο να αναφέρω ότι αμφότεροι οι συνήγοροι υποστήριξαν την αξιοπιστία των μαρτύρων της πλευράς τους έναντι αυτών του αντιδίκου τους και κάλεσαν το Δικαστήριο, η μεν κα. Σωκράτους όπως επιδικάσει όλες τις αξιώσεις του Ενάγοντα, ο δε κ. Ονουφρίου, όπως απορρίψει την αγωγή με έξοδα υπέρ των Εναγομένων. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας

(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Όπως θα διαφανεί πιο κάτω, για τα όσα προκύπτουν να συνιστούν επίδικα θέματα στην υπόθεση, δεν κρίνεται σκόπιμη η αξιολόγηση όλης ανεξαιρέτως της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνοµίας
(1999)2 ΑΑΔ 490 και Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ν. Βοηθού Γενικού Εισαγγελέως της Δημοκρατίας, Αίτηση αρ. 1/2015, 24/9/2015, σελ. 27, 28). Σημειώνω κατ' αρχή τα πιο κάτω γεγονότα τα οποία προκύπτουν από την προσκομισθείσα μαρτυρία και τις θέσεις των μερών, όπως αυτές διαμορφώθηκαν κατά την ακρόαση, να συνιστούν κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών. Οι Εναγόμενοι ως ιδιοκτήτες, συμφώνησαν με την Pevamac περί το 2008 όπως η τελευταία αναλάβει ως εργολάβος την ανέγερση της οικίας τους στην Επισκοπή. Η Pevamac συμφώνησε με τον Ενάγοντα ως υπεργολάβο της, την εκτέλεση των υδραυλικών εργασιών στην οικοδομή. Ως επιβλέποντα αρχιτέκτονα και αντιπρόσωπο τους, οι Εναγόμενοι διόρισαν τον ΜΕ3, ο οποίος και είχε ευθύνη και εξουσία, όχι μόνο να επιβλέπει το έργο αλλά και να πιστοποιεί κατά την απόλυτη κρίση του, τις εκτελεσθείσες εργασίες και να εκδίδει σχετικά διατακτικά πληρωμής. Ασκώντας τα εν λόγω καθήκοντα του, ο ΜΕ3 επέβλεπε την εξέλιξη του έργου, πιστοποιούσε κατά την κρίση του τις εκτελεσθείσες εργασίες και κατά καιρούς εξέδωσε διάφορα διατακτικά τα οποία πληρώθηκαν από τους Εναγόμενους. Κατά τη διάρκεια των εργασιών που γίνονταν στο έργο, κρίθηκε αναγκαίο όπως πέραν των συμφωνηθέντων εργασιών, εκτελεσθούν και άλλες επιπρόσθετες εργασίες, οι οποίες περιήλθαν σε γνώση του ΜΕ3 και οι οποίες αφέθηκαν να ολοκληρωθούν. Το έργο επισκέπτονταν συχνά οι Εναγόμενοι, ο ΜΥ2 τα απογεύματα και τα Σαββατοκύριακα και κατά τις επισκέψεις τους, οι Εναγόμενοι ενημερώνονταν για την εξέλιξη των εργασιών. Σε κάποιο στάδιο περί το 2010 και προτού ολοκληρωθεί το έργο, οι σχέσεις των Εναγομένων και της Pevamac διακόπηκαν λόγω δημιουργίας διαφορών οικονομικής φύσης. Διορίζοντας δικηγόρους προς υπεράσπιση των συμφερόντων τους, αμφότεροι Pevamac και Εναγόμενοι συμφώνησαν όπως αναθέσουν από κοινού στον ΜΕ3 την διενέργεια επιτόπιου ελέγχου στο έργο, με σκοπό την καταγραφή όλων των εκτελεσθείσων εργασιών και σχετική κοστολόγηση τους. Πρόσθετα του ΜΕ3, οι Εναγόμενοι διόρισαν για λογαριασμό τους τον μηχανολόγο - μηχανικό Σ. Λεωνίδου, στον οποίο ανέθεσαν όπως συνεργαστεί με τον ΜΕ3 και ελέγξει και πιστοποιήσει τα ευρήματα του τελευταίου. Αφού ο ΜΕ3 προέβη στον εν λόγω έλεγχο, ετοίμασε σχετική μελέτη την οποία και απέστειλε στους δικηγόρους των μερών. Μεταξύ των εργασιών που διαπίστωσε ο ΜΕ3 ότι εκτελέστηκαν, ήταν και οι επίδικες εργασίες που εκτέλεσε ο Ενάγοντας, τις οποίες, αφού ο ΜΕ3 τις αντιπαρέβαλε με τους όρους της συμφωνίας του 2008, τις έκρινε ως επιπρόσθετες εργασίες που δεν περιλαμβάνονταν στην συμφωνία του 2008 και τις εκτίμησε να ανέρχονται στο ποσό των €2525 πλέον ΦΠΑ. Τις συγκεκριμένες διαπιστώσεις του και την κοστολόγηση των επίδικων εργασιών, ο ΜΕ3 τις κατέγραψε χειρόγραφα στο Τεκ. 3 την 01/04/2010, το οποίο και έστειλε με φαξ στο Λεωνίδου. Ο τελευταίος, αφού έλεγξε το έγγραφο και επιβεβαίωσε ότι τα όσα εκεί αναφέρονταν ήταν όντως επιπρόσθετες εργασίες που εκτελέστηκαν στο έργο, διαφοροποίησε το εκτιμηθέν κόστος τους, μειώνοντας το στο ποσό των €1100 και ετοίμασε την ίδια μέρα, το Τεκ.12, ήτοι τη δική του εκτίμηση, την οποία απέστειλε στους Εναγόμενους. Στην εν λόγω εκτίμηση του, ο Λεωνίδου ανέφερε μεταξύ άλλων ότι το «εγκριθέν ποσό των επιπρόσθετων εργασιών», ήτοι των επίδικων, ως αυτές καταγράφονταν στο Τεκ.3 το οποίο ο Λεωνίδου επισύναψε στην εκτίμηση του, ανέρχετο στο ποσό των €
  1. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Ενόψει των πιο πάνω ευρημάτων μου και ειδικότερα ενόψει του ότι συνιστά κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι ο Ενάγοντας όντως εκτέλεσε τις επίδικες εργασίες στην οικία των Εναγομένων έναντι αμοιβής και όχι χαριστικά, το ερώτημα που απομένει να απαντηθεί είναι το κατά πόσο οι Εναγόμενοι ευθύνονται να τον πληρώσουν και αν ναι, πιο ποσό, εφόσον υπάρχουν δύο διαφορετικές εκτιμήσεις, αυτή του ΜΕ3 και αυτή του Λεωνίδου. Η εκδοχή του Ενάγοντα είναι ότι τις επίδικες εργασίες τις εκτέλεσε στα πλαίσια ξεχωριστής προφορικής συμφωνίας που σύναψε με τους Εναγόμενους, καθ' υπόδειξη και κατά παραγγελία της Εναγόμενης 1, η οποία αντιπροσώπευε και τον Εναγόμενο
  2. Η επί του προκειμένου εκδοχή των Εναγομένων, η οποία βασίζεται στην άρνηση τους ότι συμβλήθηκαν απευθείας με τον Ενάγοντα, είναι διττή. Ισχυρίζονται ότι οι επίδικες εργασίες περιλαμβάνονταν στις εργασίες που συμφωνήθηκαν με τη συμφωνία εργολαβίας του 2008 μεταξύ των ιδίων και της Pevamac και ότι πρόκειται για εργασίες που στην πορεία του έργου, ο ΜΕ3, ως ο αντιπρόσωπος τους και επιβλέπων αρχιτέκτονας του έργου, έκρινε ότι ήταν αναγκαίο να γίνουν. Παρά την εκ πρώτης όψεως αντιφατική εικόνα που ενδεχομένως να αναδύεται από τα δύο αυτά σκέλη της εκδοχής των Εναγομένων, η ουσία της υπεράσπισης τους είναι ότι η αμοιβή που αντιστοιχεί στις επίδικες εργασίες, έχει ήδη καλυφθεί από τις πληρωμές που έκαναν στην Pevamac δυνάμει των διατακτικών του ΜΕ
  3. Κοντολογίς, η θέση των Εναγομένων είναι ότι τον κύριο και βασικό ρόλο στην ανάθεση εργασιών στο έργο τον είχε ο ΜΕ3, ο οποίος και ήταν ο μόνος αρμόδιος να διατάξει την εκτέλεση και να πιστοποιήσει την πληρωμή τέτοιων εργασιών. Οι ίδιοι δεν γνωρίζουν οτιδήποτε πέραν των όσων τους ενημέρωσε ο ΜΕ3 και εφόσον αυτός δεν τους ανέφερε ποτέ ότι οι επίδικες εργασίες δεν είχαν περιληφθεί στα διατακτικά που εξέδωσε ούτε και τους έδωσε ποτέ οδηγίες να πληρώσουν οποιοδήποτε επιπρόσθετο ποσό για αυτές και αφού, υπολογίζοντας τα διατακτικά που ήδη πλήρωσαν στην Pevamac, θεωρούν ότι έχουν ήδη υπερπληρώσει όλες τις πιστοποιηθείσες από τον ΜΕ3 εργασίες του έργου, καμία υποχρέωση έχουν να πληρώσουν οποιοδήποτε περαιτέρω ποσό απευθείας στον Ενάγοντα, ο οποίος σε κάθε περίπτωση, ενεργούσε ως υπεργολάβος της Pevamac. Από τις πιο πάνω αντίθετες εκδοχές αλλά και όπως διαφάνηκε κατά την ακρόαση, το «κλειδί» της υπόθεσης είναι ο ΜΕ3, όχι μόνο λόγω του παραδεκτά καθοριστικού ρόλου που αυτός είχε στο έργο ως επιβλέπων αρχιτέκτονας αλλά και διότι τόσο ο Ενάγοντας όσο και οι Εναγόμενοι ειδικότερα, επικαλέστηκαν την κρίση του εν λόγω μάρτυρα και επί αυτής βάσισαν και τους αντίστοιχους ισχυρισμούς τους. Σημειώνω εδώ ότι η πλευρά της υπεράσπισης χρησιμοποίησε την εμπλοκή και τον καθοριστικό ρόλο του ΜΕ3 ως βάση τόσο για την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2 όσο και για τη μαρτυρία των ΜΥ1 και ΜΥ
  4. Υπενθυμίζω ότι η θέση των Εναγομένων ότι δεν έχουν υποχρέωση να πληρώσουν τον Ενάγοντα, βασίζεται αποκλειστικά στην ερμηνεία που αυτοί δίνουν στις οδηγίες και διατακτικά του ΜΕ
  5. Εφόσον επομένως τα επίδικα θέματα περιστρέφονται γύρω από τις ενέργειες και την κρίση του ΜΕ3, του επιβλέποντα αρχιτέκτονα και αντιπρόσωπου των Εναγομένων δηλαδή (βλ. ANTONIS KONTEADES ν. GULAN YUSUKJIAN (V15) 1 CLR 83), ο οποίος, σύμφωνα με τις κοινές θέσεις των διαδίκων, είναι και ο μόνος αρμόδιος να εξηγήσει τα επίμαχα διατακτικά και οδηγίες που εξέδωσε, η αξιολόγηση της δικής του μαρτυρίας, είναι εκ των πραγμάτων, καθοριστική για την έκβαση της υπόθεσης. Η θέση του ΜΕ3 ήταν ότι οι επίδικες εργασίες που εκτέλεσε ο Ενάγοντας, ήταν επιπρόσθετες των εργασιών που συμφωνήθηκαν με την Pevamac το 2008 και δεν συνιστούσαν εργασίες που ανατέθηκαν στην Pevamac αλλά εργασίες που ανατέθηκαν στον Ενάγοντα απευθείας από τους Εναγόμενους. Ως εκ τούτου, ισχυρίστηκε ο μάρτυρας, ουδέποτε περιέλαβε τις εν λόγω εργασίες στα διατακτικά που εξέδωσε και τα οποία πλήρωσαν οι Εναγόμενοι και επομένως μέχρι σήμερα, οι εν λόγω εργασίες παραμένουν απλήρωτες. Ως προς τις θέσεις αυτές του ΜΕ3 παρατηρώ τα εξής: Κατά πρώτο, τα όσα ανέφερε ο ΜΕ3 περί του βασικού ρόλου που αυτός είχε στο έργο σε σχέση με την ανάθεση, έλεγχο και πιστοποίηση των εργασιών που γίνονταν, καθώς επίσης και ο ισχυρισμός του ότι μετά που επήλθε ρήξη στη σχέση των Εναγομένων με την Pevamac, του ανατέθηκε από αμφότερους τους τελευταίους να διενεργήσει επιτόπια καταμέτρηση των εκτελεσθείσων εργασιών και να ετοιμάσει σχετικό πόρισμα, όχι μόνο είναι παραδεκτά μεταξύ των διαδίκων αλλά και επιβεβαιώνονται από την αλληλογραφία που ανταλλάχθηκε μεταξύ των Εναγομένων, της Pevamac και των δικηγόρων τους (βλ. Τεκ. 13 - 20). Κατά δεύτερο, οι διαπιστώσεις του μάρτυρα ως προς τις επίδικες εργασίες, ως αυτές ο ίδιος τις κατέγραψε στο Τεκ.3 και ειδικότερα η διαπίστωση του ότι επρόκειτο για επιπρόσθετες εργασίες, άλλες από αυτές που προνοούταν στο συμβόλαιο μεταξύ Εναγομένων και Pevamac, επιβεβαιώθηκαν τόσο από τον ίδιο τον ΜΥ1 όσο και από τον ίδιο τον εμπειρογνώμονα των Εναγομένων, ήτοι τον Λεωνίδου και την εκτίμηση που αυτός ετοίμασε, ήτοι το Τεκ.
  6. Σημειώνω εδώ ότι στο Τεκ.12, ο Λεωνίδου, με παραπομπή στο Τεκ. 3 το οποίο επισυνάπτει στην εκτίμηση του, χαρακτηρίζει τις επίδικες εργασίες ως επιπρόσθετες και τις διαχωρίζει ρητά από τις «εκτελεσθείσες εργασίες σύμφωνα με το συμβόλαιο». Σημειώνω επίσης ότι ο εν λόγω μηχανικός δεν κλήθηκε να καταθέσει στο Δικαστήριο ώστε να αναιρέσει ή να διαφοροποιήσει τη συμφωνία που καταγράφει στο Τεκ.12 σε σχέση με τις διαπιστώσεις του ΜΕ3 και του περιεχομένου του Τεκ.3, ούτε όμως και η εν λόγω εκτίμηση αμφισβητήθηκε από τους διαδίκους. Επομένως έστω και εξ' ακοής, η εκτίμηση του Λεωνίδου και λαμβάνεται υπόψη αλλά και ανάλογη βαρύτητα της δίνεται. Κατά τρίτο, και οι δύο Εναγόμενοι δέχτηκαν ότι για να γίνουν αυτές οι επιπρόσθετες εργασίες, συνεπάγεται ότι ο ΜΕ3, ως αντιπρόσωπος τους και «πνευματικός πατέρας του έργου», συμφώνησε με αυτές. Αυτό επιβεβαιώνει τη θέση του ΜΕ3 ότι μετά που διαπίστωσε τις επίδικες επιπρόσθετες εργασίες, όντως συμφώνησε όπως αυτές θεωρηθούν ως εργασίες του έργου και οι οποίες έπρεπε να πληρωθούν. Κατά τέταρτο, οι ίδιοι οι Εναγόμενοι, υποστηρίζοντας ότι το περιεχόμενο των διατακτικών του ΜΕ3 δικαιολογεί πλήρως τη δική τους εκδοχή, ανέφεραν ότι ο ΜΕ3 είναι ο μόνος αρμόδιος να εξηγήσει το περιεχόμενο των εν λόγω διατακτικών. Αυτή ήταν και η θέση που προβλήθηκε τόσο κατά την αντεξέταση των ΜΕ1 και ΜΕ2 όσο και κατά την μαρτυρία των Εναγομένων. Όταν όμως ο ΜΕ3, ο οποίος είναι υπενθυμίζω, πέραν από αντιπρόσωπος των Εναγομένων και ο συντάκτης των σχετικών διατακτικών, περιλαμβανομένου και του Τεκ.6 στο οποίο οι Εναγόμενοι αναφέρθηκαν έντονα για να υποστηρίξουν τις θέσεις τους, δεν επιβεβαίωσε με την μαρτυρία του την εκδοχή τους αλλά αντίθετα την ανέτρεψε, η πλευρά των Εναγομένων επιχείρησε να πλήξει την αξιοπιστία του, αποδίδοντας του αλλότρια κίνητρα, ήτοι ότι συνέταξε το Τεκ.3 ώστε να τους ασκήσει πίεση να πληρώσουν και γενικά ότι ενήργησε πλημμελώς. Πέραν όμως του ότι οι ισχυρισμοί αυτοί των Εναγομένων παρέμειναν γενικοί και ατεκμηρίωτοι, υπό το φως των τεκμηρίων που κατατέθηκαν, κρίνονται και ως παντελώς αβάσιμοι. Εξηγώ. Όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΕ3 όταν του υποβλήθηκε ο ισχυρισμός περί υποκίνησης του από αλλότρια κίνητρα λόγω ρήξης στη σχέση του με τους Εναγόμενους, ο εν λόγω ισχυρισμός ουδόλως συνάδει με το ότι οι Εναγόμενοι, με δική τους πρωτοβουλία, τον επέλεξαν και του ανέθεσαν να επιθεωρήσει το έργο ώστε να επιλύσει τις διαφορές που προέκυψαν με την Pevamac. Πώς επομένως, διερωτήθηκε εύλογα ο μάρτυρας, μπορούσε να θεωρηθεί ότι τότε δεν είχε καλές σχέσεις με τους Εναγόμενους, όταν κατά τον ίδιο χρόνο, αυτοί αποφάσισαν να του αναθέσουν ένα τόσο σημαντικό ρόλο. Το εύλογο του συλλογισμού του μάρτυρα επιβεβαιώνεται και από τα τεκμήρια που έχουν κατατεθεί, ήτοι το Τεκ.19, την επιστολή των τότε δικηγόρων των Εναγομένων προς τον ΜΕ3 ημερ. 29/03/2010, δύο μέρες δηλαδή πριν την σύνταξη του Τεκ.3, με την οποία οι Εναγόμενοι εξέφρασαν γραπτώς την επιθυμία και εντολή τους όπως ο ΜΕ3 προβεί «σε καταμέτρηση και κοστολόγηση της εκτελεσθείσας εργασίας μέχρι 04/03/2010.». Την ίδια επιθυμία και εντολή, οι Εναγόμενοι την είχαν εκφράσει γραπτώς και στις 04/03/2010 όταν οι τότε δικηγόροι τους έστειλαν σχετική επιστολή στην Pevamac με κοινοποίηση στον ΜΕ3 (βλ.Τεκ.13). Είναι επομένως άξιο απορίας το πώς μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός των Εναγομένων ότι την 01/04/2010 που ο ΜΕ3 ετοίμασε το Τεκ.3, αυτός υποκινείτο από αλλότρια κίνητρα και ενεργούσε ενάντια στα συμφέροντα τους, όταν μέχρι και δύο ημέρες προηγουμένως, ήτοι μέχρι και τις 29/03/2010, αυτοί όχι μόνο τον θεωρούσαν ως πρόσωπο τέτοιων αγνών κινήτρων και εμπιστοσύνης ώστε να εναπόθεσαν στην κρίση του όλα τους τα δικαιώματα αλλά και ως το πλέον ικανό και αρμόδιο πρόσωπο να τους δικαιώσει. Λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη ότι οι Εναγόμενοι αποφάσισαν τον τερματισμό των υπηρεσιών του ΜΕ3, δύο σχεδόν μήνες μετά που αυτός ετοίμασε το Τεκ.3, ήτοι στις 20/05/2010 (βλ. Τεκ.20) και μόνο όταν η εν λόγω εκτίμηση του δεν έκλινε προς όφελος τους, είναι ευνόητο γιατί τώρα επιχειρούν, με γενικούς μάλιστα ισχυρισμούς, να πλήξουν την αξιοπιστία του. Ο λόγος προφανώς είναι διότι αν και η κρίση του τους δεσμεύει, ως κρίση προερχόμενη από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο, εντούτοις δεν είναι προς το συμφέρον τους. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι στην πορεία των πραγμάτων, όντως επήλθε ρήξη στη σχέση μεταξύ ΜΕ3 και Εναγομένων και ότι κάποιος θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι αυτό επηρέασε τη μαρτυρία του εν λόγω μάρτυρα. Όπως όμως ανέφερα ανωτέρω, οι διαπιστώσεις του ΜΕ3 ως προς τις επίδικες εργασίες, οι οποίες βέβαια διαπιστώσεις έγιναν κατά το χρόνο που οι σχέσεις του με τους Εναγόμενους ήταν καλές, δεν συνιστούν απλά αυθαίρετες προσωπικές διαπιστώσεις του αλλά επιβεβαιώθηκαν και από τον ίδιο τον πραγματογνώμονα μηχανικό που διόρισαν οι Εναγόμενοι για να ελέγξει τον ΜΕ3, ήτοι τον Λεωνίδου (βλ.Τεκ.12). Σε κάθε περίπτωση, τα όσα ο ΜΕ3 κατέγραψε επί του Τεκ.3 ως ειδικός, δεν αντικρούστηκαν από πλευράς υπεράσπισης με αντίστοιχης πραγματογνωμοσύνης μαρτυρία. Στη βάση των πιο πάνω και σε συνδυασμό με την καλή εντύπωση που μου έκανε ο ΜΕ3 ως μάρτυρας, αποδέχομαι την μαρτυρία του στο σύνολο της ως αξιόπιστη και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Η πιο πάνω αξιολόγηση της μαρτυρίας του ΜΕ3, ως έχω ήδη εξηγήσει ανωτέρω, είναι καταλυτική και σφραγίζει την τύχη της εκδοχής της υπεράσπισης. Την ίδια στιγμή, επιβεβαιώνει την εκδοχή της πλευράς του Ενάγοντα, ο οποίος εν πάσει περιπτώσει μου έκαμε καλή εντύπωση και δέχομαι τη μαρτυρία του. Δεν αγνοώ ότι μαρτυρία στην υπόθεση έδωσε και ο διευθυντής της Pevamac (ΜΕ2). Η μαρτυρία όμως του εν λόγω μάρτυρα ήταν ουσιαστικά τυπική, εφόσον ο μάρτυρας περιορίστηκε απλά να αναφέρει ότι οι επίδικες εργασίες δεν εκτελέστηκαν από την Pevamac στα πλαίσια της συμφωνίας της με τους Εναγόμενους ούτε και στα πλαίσια της συμφωνίας υπεργολαβίας της με τον Ενάγοντα και επομένως η Pevamac, ούτε θεωρεί αλλά ούτε και διεκδικεί οτιδήποτε από το αξιούμενο ποσό. Δεν θεωρώ επομένως ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας του εν λόγω μάρτυρα θα προσφέρει οτιδήποτε στην υπόθεση αν και θα πρέπει να σημειώσω ότι σαν μάρτυρας, ο ΜΕ2 μου έκαμε καλή εντύπωση. Πέραν της πιο πάνω αξιολόγησης της μαρτυρίας και της κατάληξης μου ότι, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η εκδοχή της πλευράς του Ενάγοντα, σε αντίθεση με την εκδοχή των Εναγομένων, ευσταθεί ως πραγματικό γεγονός, θεωρώ σκόπιμο να παραθέσω σχετικό απόσπασμα από την υπόθεση YUSUKJIAN ανωτέρω, η οποία αφορούσε παρόμοια με την παρούσα θέματα, από την οποία θεωρώ καταδεικνύεται ότι η όλη εκδοχή των Εναγομένων στερείται και νομικού ερείσματος. Σημειώνω ότι στην εν λόγω υπόθεση, η Εναγόμενη ιδιοκτήτρια αρνήθηκε να καταβάλει αμοιβή για επιπρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε ο Ενάγοντας στην εκεί επίμαχη οικοδομή και οι οποίες εργασίες είχαν βεβαιωθεί και κοστολογηθεί από τον εκεί επιβλέποντα αρχιτέκτονα του έργου, ο οποίος, όπως και στην παρούσα υπόθεση ο ΜΕ3, είχε διοριστεί δυνάμει της σύμβασης εργολαβίας και κατά την ακρόαση κατέθεσε ως μάρτυρας του Ενάγοντα: Εκδίδοντας τη μία από τις δύο αποφάσεις του Δικαστηρίου, ο Stronge C. J. ως ήταν τότε, ανέφερε τα εξής: «The evidence for plaintiff was that the defendant gave express orders so that the case is not one of the building owner taking a great interest in the work while the extras were being done and refraining from challenging it as unauthorized, as was the case in Brown v. Lord Rollo, the Scotch case to which we were referred by Mr. Tornaritis. The present is rather the case of a building owner ordering by word of mouth works which from their very nature he must know or be taken to know will entail extra cost to carry .. It is open in such cases to a Court to find there was an implied promise by the building owner that the work as ordered should be paid for as an extra, although the order is verbal instead of in writing as required by the contract. "It would", says Turner, L.J., in Hill v. South Staffordshire Railway
(1865), cited in Hudson's Building Contracts, 6th Ed. at p. 313, "be a fraud on the part of the employer to have desired these alterations and additions to be made, to have stood and seen the expenditure going on upon them, to have taken the benefit of that expenditure, and to refuse payment on the ground that the expenditure was incurred without proper orders having been given for the purpose.". The Court below must, as I have said, have come to the conclusion on the evidence that defendant did in fact order the extras. Having done so and knowing that they would cause extra cost and having seen the expenditure being incurred upon them she ought in my view to pay for them, for to hold otherwise would be to allow her to perpetrate a fraud... If the approval or condemnation of works and materials, as in the present case, is by the contract between contractor and building owner left to the sole discretion of the architect "it would seem" (according to Halsburys Laws of England (Hailsham Ed.) Vol. 3 para. 595) "that as to these matters he is acting during the whole progress of the works in a quasi- judicial capacity" "He is" to use the words of Collins, L.J., in Chambers v. Goldthorpe (190.1) 1 K.B. at p. 638 "placed in a position in which he is bound to exercise his judgment impartially as between the two parties to the building contract". When the architect or engineer occupies this position of being sole judge for the whole work, it seems clear, from the cases of Mills v. Bayley
(1863)133 R.R. 579; Murray v. cohen 7 E. & E. Dig. p. 435 case 410, and the other decisions of Canadian & New Zealand Courts mentioned at p. 266 of Hudson on Building Contracts, that the building owner cannot revoke the engineer's authority nor dispute his judgment and that any remedy he may have for bad workmanship would appear to be against the engineer. It follows that the appellant could not revoke the authority of Mr. Davidian and. that, as between herself and the plaintiff-respondent, she is bound by his certificate both as to the extras and the execution of the works under the contract.» (Σε ελεύθερη μετάφραση) «Η μαρτυρία για τον ενάγοντα ήταν ότι η εναγόμενη έδωσε ρητές εντολές, έτσι ώστε η υπόθεση να μην είναι υπόθεση όπου ένας από τους ιδιοκτήτες του κτιρίου επιδεικνύει ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις εργασίες καθ' όσο εκτελούνται οι επιπρόσθετες εργασίες και αποφεύγει να τις αμφισβητήσει ως μη εξουσιοδοτημένες, όπως συνέβη στην Σκωτσέζικη υπόθεση Brown v. Lord Rollo, που παρέπεμψε ο κ. Τορναρίτης. Η παρούσα υπόθεση είναι μάλλον η περίπτωση ενός ιδιοκτήτη κτιρίου που παραγγέλνει από στόμα σε στόμα έργα τα οποία από τη φύση τους γνωρίζει ή θεωρείται ότι γνωρίζει ότι θα συνεπάγονται πρόσθετο κόστος για την εκτέλεση, .. Σε τέτοιες περιπτώσεις είναι ανοικτό σε ένα Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι υπήρχε σιωπηρή υπόσχεση από τον ιδιοκτήτη του κτιρίου ότι η εργασία όπως παραγγέλθηκε θα πρέπει να πληρωθεί ως επιπλέον, παρόλο που η παραγγελία είναι προφορική αντί γραπτώς όπως απαιτείται από τη σύμβαση. «Θα ήταν», όπως λέει ο Turner, L.J., στην Hill v. South Staffordshire Railway
(1865), η οποία αναφέρεται στο Hudson's Building Contracts, 6th Ed. at p. 313, «δόλιο εκ μέρους του εργοδότη να επιθυμούσε να γίνουν αυτές οι αλλαγές και προσθήκες, να παρακολουθούσε το κόστος να αυξάνεται λόγω αυτών των εργασιών, να επωφελήθηκε των σχετικών εξόδων που έγιναν και να αρνείται να τα πληρώσει στη βάση του ότι δημιουργήθηκαν χωρίς να είχαν δοθεί σωστές οδηγίες για το σκοπό αυτό.. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πρέπει, ως ανέφερα, να κατέληξε σε συμπέρασμα από τη μαρτυρία ότι η Εναγόμενη όντως ζήτησε τα έξτρα. Έχοντας το πράξει αυτό και γνωρίζοντας ότι θα δημιουργείτο επιπλέον κόστος και έχοντας δει ότι δημιουργούνταν έξοδα λόγω αυτού, θα πρέπει κατά την άποψη μου (η Εναγόμενη) να τα πληρώσει αφού αντίθετη κατάληξη θα σήμαινε ότι της επιτρέπεται να διαπράξει απάτη. . Αν η έγκριση ή απόρριψη εργασίας και υλικών αφήνεται, με βάση την συμφωνία μεταξύ εργολάβου και ιδιοκτήτη, όπως στην παρούσα υπόθεση, στην αποκλειστική κρίση του αρχιτέκτονα (τότε) «φαίνεται ότι » . «γι' αυτά τα θέματα αυτός ενεργεί καθ' όλη τη διάρκεια των εργασιών με οιωνεί δικαστική ιδιότητα». «Τίθεται.» «σε θέση όπου δεσμεύεται να ασκήσει την κρίση του αμερόληπτα μεταξύ των δύο μερών της συμφωνίας εργολαβίας». Όταν ο αρχιτέκτονας ή ο μηχανικός κατέχει αυτή τη θέση του μόνου κριτή των εργασιών είναι ξεκάθαρο ότι ο ιδιοκτήτης δεν μπορεί να ανακαλέσει την εξουσιοδότηση του ή να αμφισβητήσει την κρίση του και οποιαδήποτε θεραπεία δυνατό να έχει για κακοτεχνίες φαίνεται να είναι μόνο εναντίον του αρχιτέκτονα / μηχανικού. Συνακόλουθα η εφεσείουσα δεν μπορούσε να ανακαλέσει την εξουσία (του αρχιτέκτονα) και δεσμεύεται έναντι του Ενάγοντα / Εφεσίβλητου, από το πιστοποιητικό (του αρχιτέκτονα) τόσο σε σχέση με τις επιπρόσθετες εργασίες όσο και με την εκτέλεση των εργασιών με βάση το συμβόλαιο.» Στην σύμφωνη απόφαση που εξέδωσε στην ίδια υπόθεση ο Thomas J ως ήταν τότε, αναφέρθηκαν και τα εξής: «Under the contract, Mr. Davidian was appointed architect to see that the plaintiff built the house in accordance with the plans and specifications. He was defendant's agent to protect her interests. His evidence is quite definite that the house was built according to the contract and specifications, and he does not appear to have been cross-examined on this point. In his certificate he says that apart from extras all the work was done in accordance with the contract. He says further that the house was delivered a fortnight late because of extra work done upon the defendant's express orders. It is clear that the Court below accepted the evidence of Mr. Davidian and it was therefore, justified in finding that the plaintiff had carried out his contract. The judgment for the final instalment of the price was therefore, in my opinion, correct. .It was a term of the contract that the building was to be constructed under the supervision of Mr Davidian, who is given express power to estimate any extra work required. It does not require any authority to show that this term cannot be varied without the consent of both parties to the contract. The plaintiff did not consent to the appointment of any other architect, and the purported dismissal of the architect agreed upon was therefore Invalid. The evidence of Mr Davidian is that these extras were done upon the express orders of the defendant and under her supervision. The Court below found that the extras were ordered by the defendant and properly carried out. There was clearly evidence to justify the Court in finding an implied promise by the defendant to pay for work.» (Σε ελεύθερη μετάφραση) «Με βάση τη συμφωνία ο (.) διορίστηκε αρχιτέκτονας για να επιβλέψει ότι ο Ενάγοντα θα έκτιζε το σπίτι σύμφωνα με τα σχέδια. Ήταν ο αντιπρόσωπος της Εναγόμενης ο οποίος θα διασφάλιζε τα συμφέροντα της. Η μαρτυρία του ήταν ξεκάθαρη ότι το σπίτι κτίστηκε σύμφωνα με το συμβόλαιο και τα σχέδια και δεν φαίνεται να αντεξετάστηκε επί τούτου. Στο πιστοποιητικό του αναφέρει ότι εκτός από τις επιπρόσθετες εργασίες όλες οι εργασίες έγιναν σύμφωνα με το συμβόλαιο. Λέει επίσης ότι το σπίτι παραδόθηκε με καθυστέρηση 15 ημερών λόγω των επιπρόσθετων εργασιών που ρητά ζήτησε η Εναγόμενη. Ήταν όρος του συμβολαίου ότι το κτίριο θα ανεγειρόταν υπό την επίβλεψη του (.) στον οποίο δόθηκε ρητή εξουσία να υπολογίσει οποιαδήποτε επιπρόσθετη εργασία χρειαζόταν. Δεν χρειάζεται οποιαδήποτε αυθεντία για να αποδειχτεί ότι αυτός ο όρος δεν μπορεί να τροποποιηθεί χωρίς την συγκατάθεση και των δύο αντισυμβαλλομένων. Ο Ενάγοντας δεν συγκατατέθηκε στον διορισμό άλλου αρχιτέκτονα και η προτιθέμενη απόλυση του συμφωνηθέν αρχιτέκτονα ήταν συνεπώς άκυρη. Η μαρτυρία του (αρχιτέκτονα) ήταν ότι αυτές οι επιπρόσθετες εργασίες έγιναν στη βάση των ρητών οδηγιών της Εναγόμενης και υπό την επίβλεψη της. το πρωτόδικο Δικαστήριο έκανε εύρημα ότι αυτές οι επιπρόσθετες εργασίες ζητήθηκαν από την Εναγόμενη και εκτελέστηκαν σωστά. Υπήρχε ξεκάθαρη μαρτυρία για να δικαιολογήσει το εύρημα του Δικαστηρίου για εξυπακουόμενη υπόσχεση της Εναγόμενης ότι θα πληρώσει γι' αυτές τις εργασίες.» (βλ. επίσης CYEMSCO ν. CENTRAL CO-OPERATIVE INDUSTRIES
(1982)1 CLR 897). Στην παρούσα υπόθεση, οι ίδιοι οι Εναγόμενοι δέχονται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ο ΜΕ3 διορίστηκε με βάση τη συμφωνία τους με την Pevamac, ως ο αντιπρόσωπος τους και επιβλέπων αρχιτέκτονας του έργου και ότι δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας, αυτός είχε απόλυτη εξουσία και έλεγχο τόσο επί των εργασιών που προνοούσε το συμβόλαιο όσο και επί των οποιωνδήποτε επιπρόσθετων εργασιών. Δέχονται επίσης ότι ο ΜΕ3 είχε απόλυτη εξουσία να αποφασίζει για την κοστολόγηση όλων των εν λόγω εργασιών και ότι αυτοί δεσμεύονταν να πληρώσουν ότι ο πρώτος πιστοποιούσε. Πρόσθετα όμως, οι Εναγόμενοι οι ίδιοι ανέφεραν ότι είχαν και αυτοί διαπιστώσει την εκτέλεση των επίδικων εργασιών κατά τις επισκέψεις τους στην οικοδομή, ότι θεώρησαν ότι αυτές επικυρώθηκαν από τον ΜΕ3 και δεν αντέδρασαν ούτε τις αμφισβήτησαν. Ο ΜΕ3 δε, επιβεβαίωσε τόσο με το Τεκ. 3 όσο και με τη μαρτυρία του, ότι οι εν λόγω επιπρόσθετες εργασίες έγιναν και ότι πρέπει να πληρωθούν από τους Εναγόμενους, αφού μέχρι σήμερα δεν έχουν πληρωθεί. Αυτό επιβεβαιώθηκε περαιτέρω και από το Λεωνίδου, ήτοι τον δεύτερο επιβλέποντα μηχανικό που οι ίδιοι οι εναγόμενοι διόρισαν να τους εκπροσωπεί και με τον οποίο δήλωσαν ότι συμφωνούν πλήρως. Με βάση τα πιο πάνω γεγονότα, τα οποία σε μεγάλο βαθμό συνιστούν κοινώς αποδεκτά γεγονότα στην υπόθεση και κατ' εφαρμογή των όσων λέχθηκαν στην YUSUKJIAN ανωτέρω, προκύπτει ότι η εκτέλεση των επίδικων εργασιών από τον ενάγοντα συνοδεύετο από υπόσχεση των Εναγομένων ότι θα τις πληρώσουν και επομένως οι Εναγόμενοι δεν δικαιούνται τώρα να αμφισβητούν, ως θέμα νομικό, είτε την ορθότητα των επιπρόσθετων εργασιών του Ενάγοντα, είτε την εκτίμηση και την κρίση του αντιπρόσωπου τους ΜΕ3 για το θέμα αυτό, η οποία εκτίμηση και κρίση, και τότε και τώρα τους δεσμεύει. Αν οι Εναγόμενοι θεωρούν ότι είναι εσφαλμένος ο τρόπος με τον οποίο ο ΜΕ3 άσκησε την κρίση του, είτε σε σχέση με την πιστοποίηση και κοστολόγηση των επίδικων εργασιών είτε σε σχέση με το πρόσωπο στο οποίο θα πρέπει να πληρωθεί η σχετική αμοιβή, τότε είναι εναντίον του ΜΕ3 που θα έπρεπε να στραφούν και όχι να αρνηθούν να καταβάλουν στον Ενάγοντα το κόστος των επίδικων επιπρόσθετων εργασιών, Ενάγοντα τον οποίο άλλωστε, έχουν διαταχθεί από τον ΜΕ3 να πληρώσουν. Υπό το φως όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι οι Εναγόμενοι υπέχουν ευθύνης να πληρώσουν τον Ενάγοντα τις επιπρόσθετες εργασίες που αυτός εκτέλεσε, ως αυτές καταγράφονται στο Τεκ.3 και έχουν περιοριστεί κατά την ακρόαση ως μη περιλαμβάνουσες την «εγκατάσταση υδρορροών». Έχοντας απαντήσει θετικά στο ερώτημα κατά πόσο οι Εναγόμενοι οφείλουν να πληρώσουν τον Ενάγοντα τις επίδικες εργασίες , προχωρώ να εξετάσω το ύψος του ποσού που αυτοί υποχρεούνται να του καταβάλουν. Όπως ήδη ανέφερα πιο πάνω, ο ΜΕ3, η μαρτυρία του οποίου αποτέλεσε μέρος της υπόθεσης του Ενάγοντα, ανέφερε ότι το ποσό που αξίωνε ο Ενάγοντας κατά την κατάρτιση του Τεκ. 3 (€2525 αρχικά και €1825 ως περιορίστηκε από τον Ενάγοντα κατά την ακρόαση) βασίζετο σε μια δική του, του ΜΕ3 δηλαδή, «πρώτη εκτίμηση και κοστολόγηση», η οποία όμως, υπόκειτο στην έγκριση του Λεωνίδου. Ο τελευταίος όμως μείωσε το σχετικό κόστος στα €1100 και αυτό ο ΜΕ3 δεν το αμφισβήτησε ούτε και επιχείρησε να το αντικρούσει. Δεν παραγνωρίζω ότι ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε κατά τη μαρτυρία του ότι αυτή η μείωση του Λεωνίδου ήταν αυθαίρετη, καμία όμως μαρτυρία προσκόμισε που να καταδεικνύει ότι όντως επρόκειτο για αυθαίρετη μείωση ή που να την αντικρούει. Αντίθετα, ο ίδιος ο ΜΕ3, ο «ειδικός» δηλαδή μάρτυρας που κάλεσε ο Ενάγοντας, ουσιαστικά δέχτηκε την εν λόγω μείωση. Αναφορικά με το ποσό των €195,55 που επίσης ο Ενάγοντας αξιώνει ισχυριζόμενος ότι αφορά στις εργατοώρες του, το εν λόγω ποσό δεν έχει αποδειχθεί ότι οφείλεται πρόσθετα του ποσού των €1100. Το εν λόγω αξιούμενο ποσό, ούτε στο Τεκ.3 καταγράφεται, το οποίο τεκμήριο να σημειωθεί ότι αναφέρει ρητά ότι τα εκεί αναφερόμενα ποσά είναι «κατά τον υδραυλικό (Ενάγοντα)» και ούτε επιβεβαιώθηκε από τον ΜΕ3 ή το Λεωνίδου. Σε κάθε περίπτωση, το εν λόγω ποσό δεν προκύπτει ούτε από την Ε/Α όπου εκεί γίνεται αναφορά μόνο σε ποσό €2020,55. Στη βάση όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι για τις επίδικες εργασίες, ο Ενάγοντας δικαιούται να πληρωθεί από τους Εναγόμενους μόνο το ποσό των €1100 πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €1100 πλέον ΦΠΑ εάν υπάρχει, πλέον νόμιμο τόκο, πλέον τα έξοδα της αγωγής όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα όμως του ποσού που τελικά επιδικάστηκε υπέρ του Ενάγοντα. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Εκτελεσθείσες Εργασίες - Οικοδομή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.