SACYRCO CONSTRUCTION LTD ν. A. KINNIS PROPERTY DEVELOPERS LTD, Αρ. Αγωγής: 597/17, 10/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A305 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 597/17 Μεταξύ: SACYRCO CONSTRUCTION LTD Ενάγοντες και A. KINNIS PROPERTY DEVELOPERS LTD Εναγομένων Ημερομηνία: 10 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα. Α. Γρηγορίου για PHC TSANGARIDES LLC Για Εναγόμενους:κ. Μ. Καραΐσκος για Marios Karaiskos LLC --------------------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Το ιστορικό της παρούσας αγωγής συνοψίζεται στην ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσα στις 19/06/18 σε σχέση με την αίτηση που καταχώρησαν οι ίδιοι οι ενάγοντες για παραπομπή της επίδικης διαφοράς σε διαιτησία. Παραθέτω αυτούσια τα σχετικά αποσπάσματα από τις σελ. 1 -2 της εν λόγω απόφασης μου: «Με την καταχώρηση γενικά οπισθογραφημένου κλητηρίου στις 07/03/18, η πιο πάνω αγωγή έδειχνε να συνιστά μια συνηθισμένη αγωγή στη βάση συμφωνίας εργολαβίας, με τους ενάγοντες να αξιώνουν από τους εναγόμενους, €32.997,99 πλέον ΦΠΑ και τόκους, ως ποσό οφειλόμενο για «.εκτελεσθείσες εργασίες και/ή υπόλοιπο του τελικού διατακτικού για την εκτέλεση διαφόρων οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση οικοδομικού συγκροτήματος .στη Λεμεσό και/ή ως εύλογη αμοιβή και/ή ως αποζημιώσεις . για τις εργασίες που εκτέλεσαν». Η τροπή όμως που πήρε στη συνέχεια η αγωγή, μετά και την επίδοση της στους εναγόμενους, κάθε άλλο παρά συνηθισμένη ήταν. Αυτό γιατί, μετά που οι εναγόμενοι καταχώρησαν εμφάνιση στην αγωγή, και προτού καταχωρηθεί Ε/Α ή υπεράσπιση, οι ίδιοι ενάγοντες, επικαλούμενοι την ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας στην επίδικη συμφωνία, ρήτρα στην οποία ισχυρίζονται ότι εμπίπτει η επίδικη με την αγωγή διαφορά, καταχώρησαν την υπό κρίση αίτηση ζητώντας όπως το όλο θέμα παραπεμφθεί σε διαιτησία. Η παραδοξότητα της υπόθεσης όμως έμελλε να συνεχιστεί, αφού στην εν λόγω αίτηση των εναγόντων, οι εναγόμενοι εξέφρασαν την πρόθεση να ενστούν και να υποστηρίξουν ότι είναι στα πλαίσια αγωγής που θα πρέπει να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα μεταξύ των μερών και όχι στα πλαίσια διαιτησίας.» Με την απόφαση ημερ. 19/06/18, η αίτηση των εναγόντων απορρίφθηκε, καταγράφηκαν όμως οι εξής διαπιστώσεις του Δικαστηρίου (βλ. σελ. 3 και 9): «Με απλά λόγια, αυτό που συνάγεται από τα πιο πάνω είναι ότι οι ενάγοντες που επέλεξαν να καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή ενώπιον πολιτικού Δικαστηρίου, τελικά δεν θέλουν να την προωθήσουν ως έχει, αφού θεωρούν ότι «είναι προς το συμφέρον και των δύο διαδίκων, αλλά και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της εξοικονόμησης πολύτιμου δικαστικού χρόνου, να παραπεμφθεί η διαφορά.» σε διαιτησία και την ίδια στιγμή, οι εναγόμενοι, αντί να έχουν παράπονο που οι διαφορές των μερών οδηγήθηκαν σε πολιτικό Δικαστήριο αντί σε διαιτησία ως προνοεί η σχετική ρήτρα της επίδικης συμφωνίας, ρήτρα την ύπαρξη και εφαρμογή της οποίας δεν αμφισβήτησαν, επικροτούν ουσιαστικά την καταχώρηση αγωγής και θέλουν την υπόθεση να εκδικαστεί στο Δικαστήριο.. Όπως ανέφερα πιο πάνω αλλά και όπως ξεκάθαρα προκύπτει από τα όσα προβάλλονται την Ε/Δ του διευθυντή των εναγόντων η οποία υποστηρίζει την παρούσα αίτηση, οι τελευταίοι, ενώ εγνώριζαν ότι οι συγκεκριμένες αξιώσεις τους ενέπιπταν στην εμβέλεια της συμφωνηθείσας με τους εναγόμενους ρήτρας διαιτησίας, ότι είναι μόνο σε διαιτησία που έπρεπε να αποταθούν για να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους και ότι ήταν «ορθότερο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης» όπως αποταθούν σε διαιτησία, εντούτοις, αντί να αποταθούν σε διαιτησία ως οι ίδιοι αναγνωρίζουν ότι όφειλαν, ηθελημένα καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, ώστε να χρησιμοποιήσουν το μηχανισμό της δικαστικής λειτουργίας για να επιβάλουν, προφανώς στους εναγόμενους εφόσον οι ίδιοι δηλώνουν έτοιμοι και πρόθυμοι, την διενέργεια μιας τέτοιας διαιτησίας, με ταυτόχρονη όμως προώθηση και της παρούσας αγωγής, για ότι αυτό αξίζει.» Στη βάση των πιο πάνω διαπιστώσεων μου, έκρινα ότι ανεξαρτήτως της κατάληξης μου επί της αίτησης των εναγόντων, η υποχρέωση του Δικαστηρίου να περιφρουρεί το σκοπό για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του από τυχόν κατάχρηση της διαδικασίας είχε ενεργοποιηθεί (βλ. Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217) και ότι θα έπρεπε πλέον να εξεταστεί, το κατά πόσο η όλη στάση των εναγόντων συνιστά ή όχι τέτοια κατάχρηση της διαδικασίας που δεν θα πρέπει να τους επιτραπεί να συνεχίσουν να προωθούν την αγωγή τους. Ως εκ τούτου, και προτού εξετάσω ένα τέτοιο θέμα, θεώρησα ορθό όπως δώσω την ευκαιρία σε αμφότερες τις πλευρές να τοποθετηθούν επί του θέματος (βλ. Δημοσθένους Κλεάνθης ν. Τύχωνα Τύχωνος
(2013)2 ΑΑΔ 22). Ήταν η θέση της ευπαίδευτης συνηγόρου των εναγόντων ότι πάντοτε οι πελάτες της θεωρούσαν ότι η επίδικη διαφορά των μερών ενέπιπτε αποκλειστικά στη μεταξύ τους συμβατική ρήτρα διαιτησίας εξ' ου και αρχικά επεχείρησαν όπως οδηγήσουν το θέμα σε τέτοια διαιτησία, στέλλοντας και σχετική προς τούτο ειδοποίηση στους εναγόμενους. Όταν όμως οι τελευταίοι δεν ανταποκρίθηκαν θετικά, ανέφερε η συνήγορος, αποφασίστηκε όπως καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή και όπως μέσω αυτής επιχειρηθεί, δικαστικά πλέον, η επιβολή της διαιτησίας δια σχετικού διατάγματος. Αυτό κατά την συνήγορο, δεν συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας αλλά αντίθετα, προσπάθεια διεκδίκησης νόμιμων δικαιωμάτων. Τέθηκαν στη συνήγορο από το Δικαστήριο, οι εξής προβληματισμοί: Α. Αφού ήταν πάντοτε η πρόθεση των εναγόντων όπως επιλύσουν τις διαφορές που είχαν με τους εναγόμενους σε διαιτησία, η οποία μάλιστα φαίνεται να είναι και το αρμόδιο forum δυνάμει της σχετικής ρήτρας, γιατί τότε επιλέγηκε η καταχώρηση πολιτικής αγωγής και δη αγωγής με την οποία ζητείται ρητά όπως οι εν λόγω διαφορές των μερών επιλυθούν από το Δικαστήριο και με την οποία αγωγή αξιώνονται μάλιστα και αποζημιώσεις για «.εκτελεσθείσες εργασίες και/ή υπόλοιπο του τελικού διατακτικού για την εκτέλεση διαφόρων οικοδομικών εργασιών για την ανέγερση οικοδομικού συγκροτήματος .στη Λεμεσό και/ή ως εύλογη αμοιβή και/ή ως αποζημιώσεις . για τις εργασίες που εκτέλεσαν»; Β. Αν όντως ήταν η πρόθεση των εναγόντων να επιβάλουν δικαστικά τη διενέργεια διαιτησίας, τότε γιατί καταχωρήθηκε αγωγή για αποζημιώσεις και δεν ακολουθήθηκε εξ' υπαρχής η σχετική διαδικασία του αρ. 10 του Κεφ.4, η οποία αφορά ρητά στον τρόπο με τον οποίο δύναται να επιβληθεί η διενέργεια διαιτησίας όταν ένας εκ των συμβαλλομένων αρνείται να «συνεργαστεί» για παραπομπή της διαφοράς σε τέτοια διαιτησία[1]; Γ. Πώς συνάδει η θέση των εναγόντων ότι «.είναι προς το συμφέρον και των δύο διαδίκων, αλλά και της ορθής απονομής της δικαιοσύνης και της εξοικονόμησης πολύτιμου δικαστικού χρόνου, να παραπεμφθεί η διαφορά σε ότι αφορά τα τεχνικά θέματα, σε διαιτητή είτε επιμετρητή, είτε αρχιτέκτονα, ο οποίος έχει τις κατάλληλες γνώσεις για διάγνωση της επίδικης διαφοράς και κατάληξης σε ασφαλή συμπεράσματα.», με την ταυτόχρονη και παράλληλη προώθηση αγωγής προς επίλυση του ίδιου θέματος; Η θέση της συνηγόρου επί των πιο πάνω προβληματισμών του Δικαστηρίου, ήταν ότι η διαδικασία που ακολουθήθηκε, ήτοι η καταχώρηση αγωγής και στη συνέχεια η καταχώρηση αίτησης για αναστολή της και παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία, ήταν η αρμόζουσα υπό τις περιστάσεις και ότι με την απόρριψη της σχετικής αίτησης, οι ενάγοντες δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να προωθήσουν την παρούσα αγωγή ώστε να διεκδικήσουν έτσι τα δικαιώματα τους δυνάμει του αρ. 30 του Συντάγματος. Στην αντίπερα όχθη, η πλευρά των εναγομένων τήρησε μια εντελώς διαφορετική στάση από αυτή που είχε κατά την ακρόαση της αίτησης για παραπομπή. Ενώ σε εκείνη τη διαδικασία οι εναγόμενοι υποστήριξαν ότι είναι στα πλαίσια αγωγής που θα πρέπει να αποφασιστούν τα επίδικα θέματα των μερών και όχι στα πλαίσια διαιτησίας, υποστηρίζουν τώρα ότι «μοναδικός σκοπός καταχώρησης της παρούσας αγωγής είναι η πρόκληση ταλαιπωρίας, κατάχρησης του Δικαστικού χρόνου, καθυστέρησης, πρόκλησης διπλών εξόδων και ίσως η πιθανή έκδοση αλληλοσυγκρουόμενων αποφάσεων». Υποστήριξαν μάλιστα ότι η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί όχι μόνο με έξοδα εις βάρος των εναγόντων αλλά και με την επιδίκαση προς όφελος τους, τιμωρητικών και/ή παραδειγματικών αποζημιώσεων. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Οι νομικές αρχές που διέπουν το θέμα έχουν με περισσή επάρκεια συνοψισθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου και πολύ πρόσφατα στην υπόθεση ARTESA TRADING CO. LIMITED κ.α ν CREDIT BANK OF MOSCOW, Πολ. Εφ. 147/12, ημερ. 03/04/18, όπου υιοθετώντας τα όσα λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, και στην υπόθεση Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217, αναφέρθηκαν τα εξής: «Η έννοια της κατάχρησης δικαιοδοσίας, αλλά και διαδικασίας, είναι πολυσχιδής στις εκφάνσεις της και, όπως έχει αναφερθεί στην Γενικός Εισαγγελέας ν. Tudor
(2011)1 Α.Α.Δ. 1176, μια υπόθεση, που περιλαμβάνει βεβαίως και το στάδιο της έφεσης, δεν μπορεί να χρησιμοποιείται συνειδητά για αλλότριους σκοπούς. Το Δικαστήριο έχει πάντοτε την εξουσία καταστολής καταχρηστικών διαδικασιών ως μέρος της αυτονομίας και αυτοτέλειας της δικαστικής λειτουργίας, (Έλληνας ν. Δημοκρατίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 149 και Εμπεδοκλής (Αρ. 3)
(2009)1 Α.Α.Δ. 529). Κάθε αναφυόμενο ζήτημα κατάχρησης δικαιοδοσίας και διαδικασίας εξετάζεται υπό το φως των συγκεκριμένων γεγονότων της υπόθεσης, δεδομένου ότι δεν μπορεί εκ προοιμίου να στεγανοποιηθεί εκείνη η συμπεριφορά που εξεταζόμενη κρίνεται ως καταχρηστική, (Ηλία (Αρ.3)
(1995)1 Α.Α.Δ. 786 και Διευθυντής των Φυλακών ν. Περέλλα
(1995)1 Α.Α.Δ. 217)». Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω εδώ και το σχετικό απόσπασμα από την Περέλλα ανωτέρω «Η δικαιοδοσία για την παρεμπόδιση, περιστολή, απόρριψη ή αναστολή διαδικασίας που συνιστά κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου, εκπηγάζει από την ίδια τη φύση της δικαστικής λειτουργίας που έχει ως λόγο το δίκαιο και μέσο τους μηχανισμούς που προάγουν την κατίσχυσή του. Γι' αυτό, η δικαιοδοσία για τη χρήση πρόσφορων μέσων για την παρεμπόδιση κατάχρησης των δικαιοδοσιών είναι σύμφυτη, ενυπάρχει σε κάθε Δικαστήριο, απόρροια της κυριαρχίας των Δικαστηρίων στους μηχανισμούς για την απονομή της δικαιοσύνης. Τα μέσα για την αποτροπή της κατάχρησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, δε συναρτούνται με οποιοδήποτε συγκεκριμένο διάταγμα ή διατάγματα· μπορεί να προσλάβουν οποιαδήποτε μορφή που επιβάλλει η ανάγκη στη συγκεκριμένη περίπτωση για την περιφρούρηση του σκοπού για τον οποίο παρέχονται οι δικαιοδοσίες του Δικαστηρίου. Στην Castanho v. Brown & Root (U.K.) Ltd and Another [1981] 1 All E.R. 143 (HL), αποφασίστηκε ότι ειδοποίηση για την εγκατάλειψη αγωγής μπορεί ν' ακυρωθεί παρά την απουσία θεσμικών περιορισμών για την εγκατάλειψη αγωγής προς αποτροπή χρήσης του δικαιώματος για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχεται, δηλαδή, τον τερματισμό της διαδικασίας για την επίλυση του επίδικου θέματος. Κρίθηκε ότι η ειδοποίηση για την εγκατάλειψη της αγωγής συνιστούσε κατάχρηση επειδή εκδόθηκε όχι για το σκοπό για τον οποίο το δικονομικό αυτό μέσο προορίζεται αλλά γι' άλλους σκοπούς, για να προλειάνει το έδαφος για την έναρξη διαδικασίας για το ίδιο θέμα στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής μετά την εξασφάλιση σημαντικών ωφελημάτων από τη διαδικασία ενώπιον του αγγλικού δικαστηρίου. Πριν την υποβολή της ειδοποίησης για την εγκατάλειψη της αγωγής, οι εναγόμενοι είχαν αναγνωρίσει ευθύνη για τις διεκδικήσεις του ενάγοντα και κατέβαλαν υπό μορφή ενδιάμεσων πληρωμών μέρος της απαίτησής του. Ο λόγος της Castanho είναι ότι η άσκηση δικονομικών δικαιωμάτων μπορεί να περισταλεί εφόσον ασκούνται για σκοπούς άλλους από εκείνους για τους οποίους παρέχονται και απολήγουν σε κατάχρηση των δικαιοδοσιών του Δικαστηρίου. Στην Constantinides v. Vima Ltd
(1983)1 C.L.R. 348, αποφασίστηκε ότι τα κυπριακά δικαστήρια έχουν την ίδια εξουσία, όπως και τα αγγλικά δικαστήρια, να ελέγχουν τις διαδικασίες προς αποφυγή καταχρήσεων της δικαστικής διαδικασίας. Η κατάχρηση της διαδικασίας μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές· ανάλογα ευρεία είναι και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου για την παρεμπόδισή της..» Σχετικές είναι επίσης και οι υποθέσεις Χαραλαμπίδης ν. Μελωδία (Χαραλαμπίδου)
(1997)1(Β) Α.Α.Δ 724, Ρόπας άλλως Ιερόθεος Χριστοδούλου ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2010)2 Α.Α.Δ. 226 και Κορέλλης ν. Γενικού Εισαγγελέα
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1718. Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω αρχές, κρίνω ότι υπό τις συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης, η αγωγή δεν μπορεί να επιτραπεί να προχωρήσει και θα πρέπει να ανασταλεί (stayed) ως συνιστώσα κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Αυτό όχι γιατί οι ενάγοντες δεν δικαιούνται να προωθήσουν μέσω αγωγής τα όποια δικαιώματα θεωρούν ότι έχουν εναντίον των εναγομένων, αλλά γιατί όπως διαφάνηκε στην πορεία, ο πραγματικός σκοπός του συγκεκριμένου δικονομικού δικαιώματος που επέλεξαν να ασκήσουν με την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, δεν είναι η επίλυση της διαφοράς που ισχυρίζονται ότι έχουν με τους εναγόμενους και η ανάκτηση αποζημιώσεων ως ρητά αναφέρεται στο κλητήριο ένταλμα, αλλά η χρήση του μηχανισμού της δικαστικής λειτουργίας ώστε να επιβάλουν στους εναγόμενους τη διενέργεια διαιτησίας, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα και τα παρόντα δικαστικά μέτρα για ό,τι αυτό αξίζει, ώστε να είναι ουσιαστικά, «διπλά» εξασφαλισμένοι. Αυτού του είδους η αλλότρια χρήση των δικαστικών διαδικασιών όμως, δεν μπορεί να επιτραπεί να προχωρήσει. Το ότι έτυχε και οι ενάγοντες δεν κατάφεραν να πετύχουν τον αλλότριο σκοπό τους συνεπεία της ενδιάμεσης απόφασης ημερ. 19/04/18, δεν μεταβάλλει την πιο πάνω κατάληξη αλλά ούτε και δύναται να επενεργήσει προς όφελος τους ως υποστήριξε η συνήγορος τους. Με άλλα λόγια, δεν μπορούν τώρα οι ενάγοντες να επικαλούνται το ότι «έμειναν» με την αγωγή διότι δεν κατάφεραν να πετύχουν τον πραγματικό σκοπό για τον οποίο την καταχώρησαν, ως το λόγο για τον οποίο θα πρέπει να τους επιτραπεί να συνεχίσουν να την προωθούν. Οι ίδιοι έθεσαν τους εαυτούς τους σε αυτή την κατάσταση και οι ίδιοι είναι που θα πρέπει να υποστούν τις συνέπειες των πράξεων τους. Άλλωστε, όπως καταδεικνύεται από υποθέσεις όπως η H v Belgium [1987] ECHR 30 και η Μονομερής Αίτηση υπό των Easygroup Holdings Limited, Πολιτική ECLI:CY:AD:2015:D179, Αίτηση Αρ. 40/15, 16/3/2015, αφ' ης στιγμής οι ενάγοντες εξακολουθούν να έχουν το δικαίωμα να επιχειρήσουν να προχωρήσουν με τον τρόπο που πραγματικά επιθυμούν, ήτοι με διαιτησία, κανένα θέμα τίθεται σε σχέση με καταπάτηση των συνταγματικών τους δικαιωμάτων. Ενόψει όλων των πιο πάνω, κρίνω ότι αγωγή και η κάθε περαιτέρω διαδικασία αυτής, θα πρέπει να ανασταλεί λόγω κατάχρησης της διαδικασίας από πλευράς των εναγόντων (stay of proceedings). Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα αναστολής της παρούσας αγωγής. Όσον αφορά το θέμα των τιμωρητικών/παραδειγματικών αποζημιώσεων που έθιξαν οι εναγόμενοι, έχοντας κατά νου τις σχετικές νομολογιακές αρχές (βλ. μεταξύ άλλων Τσιβίκου ν Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Π.Ε.350/11, 29/05/18, Papakokkinou v. Kanther
(1982)1 Α.Α.Δ. 65 και Nικολάου Aντώνης ν. Eπίσημου Παραλήπτη, ως διαχειριστή της περιουσίας του πτωχεύσαντος Λούη Aιμίλιου,
(2009)1 Α.Α.Δ. 1339), δεν θεωρώ ότι η παρούσα ενδείκνυται για την επιδίκαση τέτοιων αποζημιώσεων. Άλλωστε, όπως επεσήμανα και στην ενδιάμεση απόφαση μου ημερ. 19/04/18, ούτε η πλευρά των εναγομένων είναι άμοιρη ευθυνών για την εξέλιξη που είχε υπόθεση. Τούτων λεχθέντων όμως, δεν θεωρώ ότι οι εναγόμενοι θα πρέπει να στερηθούν τα έξοδα τους σε σχέση με την αγωγή και τα οποία έξοδα, εξαιρουμένων των εξόδων της παρούσας διαδικασίας, επιδικάζονται προς όφελος των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΕΜ Subject: Civil/Final Αναφορά: Κατάχρηση Διαδικασίας [1] Αρ. 10
(1)«. oπoιoσδήπoτε από τoυς συμβαλλόμεvoυς δύvαται vα επιδώσει στoυς άλλoυς συμβαλλόμεvoυς ή στoυς διαιτητές, αvάλoγα με τηv περίπτωση, γραπτή ειδoπoίηση για διoρισμό διαιτητή, επιδιαιτητή ή τρίτoυ διαιτητή.
(2)Αv o διoρισμός δεv γίvει μέσα στις επτά επόμεvες εργάσιμες ημέρες από τηv επίδoση της ειδoπoιήσεως, τo Δικαστήριo δύvαται, ύστερα από αίτηση τoυ συμβαλλόμεvoυ o oπoίoς έδωσε τηv ειδoπoίηση, vα διoρίσει διαιτητή, επιδιαιτητή ή τρίτo διαιτητή o oπoίoς έχει τις ίδιες εξoυσίες vα εvεργήσει στηv παραπoμπή και vα εκδώσει απόφαση ωσάv vα είχε διoριστεί με τη συvαίvεση όλωv τωv αvτισυμβαλλόμεvωv». cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο