ΗΛΙΑΣ & ΥΙΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ΛΤΔ ν. EDT MARINE CONSTRUCTIONS LTD, Αρ. Αγωγής: 1986/2012, 31/7/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEM:2018:A545 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΜΕΣΟΥ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1986/2012 ΗΛΙΑΣ & ΥΙΟΣ ΜΕΤΑΦΟΡΑΙ ΛΤΔ, από τη Λεμεσό Εναγόντων -ν- EDT MARINE CONSTRUCTIONS LTD, από τη Λεμεσό Εναγομένων --------------------------------------------- Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κ. Φ. Αποστολίδης Για Εναγόμενους: κ. Α. Δαμιανού ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησαν στις 09/05/2012, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους «4990,00 ως αποζημιώσεις για ζημιές» που υπέστη το όχημα τους (καρότσα μεταφοράς - εφ' εξής η καρότσα) «κατά ή περί τις αρχές Ιουνίου του 2008», κατά την εκφόρτωση εμπορευμάτων και συγκεκριμένα τσιμεντένιων δακτυλιδιών / μπλοκς (εφ' εξής μπλοκς), στο Λιμάνι Λεμεσού όπου οι Εναγόμενοι διενεργούσαν εργασίες. Σύμφωνα με το δικόγραφο των Εναγόντων (ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο), οι τελευταίοι ισχυρίζονται ότι: «κατά η περί τις αρχές του 2008 .. συνεβλείθησαν και συμφώνησαν με την εταιρεία ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ ΥΛΙΚΑ ΣΚΥΡΟΔΕΡΜΑΤΟΣ ΥΨΩΝΑΣ ΛΤΔ . να μεταφέρουν μπετοκατασκευές μεγάλου βάρους από το εργοστάσιο τους στον Ύψωνα εντός του χώρου του νέου Λιμανιού Λεμεσού, όπου οι Εναγόμενοι διενεργούσαν εργασίες.Πράγματι οι Ενάγοντες κατά ή περί τις αρχές Ιουνίου 2008 μετέφεραν με δικό τους όχημα και καρότσα τα ανωτέρω βάρη - κουγκριά στο χώρο όπου οι Εναγόμενοι τους υπέδειξαν στο Λιμάνι Λεμεσού όπου και άφησαν αυτό κατ' εντολή των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι ανέλαβαν όπως με δική τους ευθύνη και/ή σύμφωνα με τον γενικά παραδεκτό τρόπο εκφόρτωσης να εκφορτώσουν τα εμπορεύματα από το ως άνω όχημα και/ή καρότσα.» Η αγωγή, ως είναι δικόγραφο των Εναγόντων, εδράζεται επί διάφορων βάσεων. Συγκεκριμένα, στην παρ. 6 της Ε/Α, οι ενάγοντες ισχυρίζονται: Α) Παράβαση ρητού και/ή εξυπακουόμενου όρου προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Β) Αμέλεια που επέδειξαν οι Εναγόμενοι κατά την εκφόρτωση των εμπορευμάτων και συγκεκριμένα παράλειψη εκφόρτωσης των μπλοκς που βρίσκονταν στην καρότσα «με επιμέλεια και προσοχή και σύμφωνα με τους γενικά παραδεκτούς τρόπους εκφόρτωσης». Είναι η δικογραφημένη θέση των Εναγόντων ότι «οι Εναγόμενοι και/ή υπάλληλοι και/ή εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα κατά την εκφόρτωση των ως άνω εμπορευμάτων τους από την ως άνω καρότσα, επέδειξαν τόση αμέλεια και/ή ενέργησαν κατά παράβαση του καθήκοντος αυτών να επιδείξουν εύλογη επιμέλεια που είχε ως αποτέλεσμα η καρρότσα να υποστεί παραμόρφωση σκελετού και των ποδιών υποστήριξης και γενικά να καταστραφεί ολοκληρωτικά». Παραθέτουν δε στην παρ. 7 της Έκθεσης Απαίτησης, σχετικές λεπτομέρειες αμέλειας τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «α) Παρέλειψαν να εκφορτώσουν τα εμπορεύματα από την καρότσα με τον σωστό και/ή ενδεδειγμένο τρόπο. β) Ενήργησαν με αμέλεια και γενικά κακομεταχειρίστηκαν την καρρότσα με αποτέλεσμα αυτή να καταστραφεί. γ) Δεν έδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή κατά την εκφόρτωση του οχήματος των Εναγόντων. δ) Αδιαφόρησαν για το όχημα των Εναγόντων και/ή χρησιμοποίησαν με πλήρη αδιαφορία και/ή με έλλειψη σεβασμού και/ή εκφόρτωσαν αυτό χρησιμοποιώντας μη ενδεδειγμένα μηχανήματα και/ή ενέργειες και/ή μέσα. ε) Γενικά ενήργησαν με επιπολαιότητα και/ή δεν επέδειξαν την εύλογη και απαιτούμενη επιμέλεια.» Συνεπεία της πιο πάνω συμπεριφοράς των Εναγομένων, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι υπέστηκαν ζημιά, η οποία συνίσταται στη διαφορά στην αξία της καρότσας πριν (€5980) και μετά (€850) την κατ' ισχυρισμό καταστροφή της καθώς και στα σχετικά έξοδα εκτιμητή (€140). Με την υπεράσπιση που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι (ως αυτή τροποποιήθηκε στις 24/10/2013 με διάταγμα Δικαστηρίου), οι τελευταίοι απορρίπτουν τους ισχυρισμούς των Εναγόντων και ισχυρίζονται ότι καμία ευθύνη έχουν να αποζημιώσουν τους Ενάγοντες. Ειδικότερα, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, είχαν αναλάβει την κατασκευή θαλάσσιου αγωγού στο Λιμάνι Λεμεσού για την αποπεράτωση του οποίου είχαν παραγγείλει από την εταιρεία ΠΡΟΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΜΕΝΑ ΥΛΙΚΑ ΣΚΥΡΟΔΕΡΜΑΤΟΣ ΥΨΩΝΑΣ ΛΤΔ (εφ' εξής εταιρεία σκυροδέρματος), κατόπιν σχετικής συμφωνίας, την κατασκευή αριθμού μπλοκς, τα οποία αφού κατασκευάζονταν, θα τους παραδίδονταν στο Λιμάνι. Οι Ενάγοντες, σύμφωνα με τους Εναγόμενους, ήταν η εταιρεία που στα πλαίσια ξεχωριστής συμφωνίας της με την εταιρεία σκυροδέρματος, ανάλαβε να μεταφέρει τα μπλοκς με καρότσες στο Λιμάνι Λεμεσού όπου και θα εκφορτώνονταν. Με την εν λόγω συμφωνία μεταξύ Εναγόντων και εταιρείας σκυροδέρματος, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δεν είχαν οποιαδήποτε σχέση και αρνούνται ότι είχαν οποιασδήποτε μορφής συμφωνία με τους Ενάγοντες. Την ευθύνη για την μεταφορά και παράδοση των μπλοκς στο Λιμάνι, την είχαν, σύμφωνα με τους Εναγόμενους, οι Ενάγοντες και η εταιρεία σκυροδέρματος. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι Εναγόμενοι ότι, ο μεν χώρος στο Λιμάνι όπου αφήνονταν οι καρότσες και παραδίδονταν τα μπλοκς, ήταν ενοικιασμένος από μια άλλη εταιρεία που ανήκε στον ίδιο όμιλο εταιρειών με τους Εναγομένους (Όμιλος EDT), η δε εκφόρτωση τους γινόταν αποκλειστικά από μια τρίτη εταιρεία, την EDT OFFSHORE LTD (εφ' εξής Offshore), η οποία επίσης ανήκε στον ίδιο όμιλο με τους Εναγόμενους και η οποία είχε συνάψει σχετική συμφωνία με τους τελευταίους για το σκοπό αυτό. Είναι οι θέσεις των Εναγομένων ότι καμία εμπλοκή ή έλεγχο είχαν στο θέμα της εκφόρτωσης των μπλοκς, ότι την αποκλειστική ευθύνη για αυτό την είχε η Offshore η οποία χρησιμοποιούσε τους δικούς της υπαλλήλους και μηχανήματα και ότι καμία σχέση είχαν αυτοί με τα όσα τους αποδίδουν οι Ενάγοντες. Ισχυρίζονται περαιτέρω οι Εναγόμενοι ότι: «6.
- Κατά ή περί την ίδια χρονική περίοδο, κατά την εκφόρτωση από την εν λόγω τρίτη εταιρεία των τσιμεντένιων μπλοκ που ήταν φορτωμένα στην εν λόγω καρότσα των Εναγόντων, το μπροστινό αριστερό πόδι της καρότσας λύγισε με αποτέλεσμα, λόγω της κλίσης που πήρε η καρότσα, τα μπλοκ να κυλήσουν επί αυτής και να καταλήξουν στο έδαφος, προκαλώντας με αυτό τον τρόπο ζημιές και βλάβες και σε άλλα μέρη της. 6.
- Η ζημία που υπέστη η επίδικη καρότσα οφείλεται στην ακαταλληλότητα και/ή ανασφάλεια της για μεταφορά των εν λόγω μπλοκ. Σημειώνεται ότι η αναφερόμενη καρότσα δεν κατείχε τις αναγκαίες και/ή απαραίτητες άδειες όσον αφορά την κυκλοφορία και χρήση της από τους Ενάγοντες και δεν ήταν εγγεγραμμένη. Επιπλέον η προαναφερθείσα καρότσα κατά τον ουσιώδη χρόνο ως προς την έγερση της παρούσας αγωγής δεν είχε περάσει τεστ καταλληλότητας (MOT test). 6.
- Είναι η θέση των Εναγομένων ότι η ζημιά που υπέστη η καρότσα των Εναγόντων οφείλεται αποκλειστικά στους Ενάγοντες οι οποίοι ενώ γνώριζαν για την κακή κατάσταση της καρότσας, εντούτοις φόρτωσαν την εν λόγω καρότσα με ποσότητα μπλοκ των συνολικό βάρος των οποίων υπερέβαινε το μέγιστο βάρος που μπορούσε να αντέξει η αναφερόμενη καρότσα.» Πρόσθετα της πιο πάνω υπεράσπισης τους, οι Εναγόμενοι ήγειραν και προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή των Εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί, «για το λόγο ότι το ισχυριζόμενο αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων για αμέλεια εναντίον των Εναγομένων έχει παραγραφεί .». Μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας και κατά το στάδιο των οδηγιών της υπόθεσης, οι Εναγόμενοι επεχείρησαν, καταχωρώντας σχετική αίτηση στη βάση της Δ.27, όπως δικαστεί προδικαστικά η δικογραφημένη ένσταση τους περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων. Με ενδιάμεση απόφαση του ημερ. 31/03/2014, ο αδελφός Δικαστής που επιλήφθηκε τότε της αίτησης, έκρινε, ότι αν και είναι κοινώς αποδεκτό ότι ο ουσιώδης χρόνος για την αγωγή είναι ο Ιούνιος 2008, εντούτοις, λόγω του ότι οι Ενάγοντες βάσιζαν την αγωγή τους και σε παράβαση συμβατικού όρου, «. το στοιχείο αυτό (του χρόνου δηλαδή) δεν αρκεί για να ακουστεί η προδικαστική ένσταση, επειδή, . η αμέλεια. δεν είναι η μόνη βάση επί της οποίας εδράζεται το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων εναντίον των Εναγομένων». Ως εκ τούτου, ο αδελφός Δικαστής έκρινε ορθό όπως η αγωγή αφεθεί να προχωρήσει ώστε να διαφανεί ποια βάση αγωγής θα προωθείτο τελικά από τους Ενάγοντες. Έχοντας παραθέσει το πλαίσιο εντός του οποίου η υπόθεση τελικά οδηγήθηκε σε ακρόαση, αναφέρω ότι μαρτυρία εκ μέρους των Εναγόντων έδωσε ο διευθυντής τους ως ΜΕ1 και ο εκτιμητής ζημιών Μ. Μαρκουλής ως ΜΕ2, ενώ για τους Εναγόμενους, ο διευθυντής τους, Α. Τσάκος ως ΜΥ
- Κατά τη μαρτυρία του, ο ΜΕ1 ανέφερε ότι η εταιρεία του είχε συμβληθεί με την εταιρεία σκυροδέρματος για να μεταφέρνει μπλοκς στο Νέο Λιμάνι Λεμεσού. Όπως έμαθε σε μεταγενέστερο στάδιο, τα εν λόγω μπλοκς τα είχαν παραγγείλει οι Εναγόμενοι, τα στοιχεία των οποίων τα εξασφάλισε στη συνέχεια από την εταιρεία σκυροδέρματος. Κατά το χρόνο της μεταφοράς των μπλοκς όμως, το μόνο που του είχε λεχθεί από την εταιρεία σκυροδέματος ήταν ότι θα έπρεπε να μεταφέρει τα μπλοκς σε κάποια εταιρεία EDT που εργαζόταν στο Λιμάνι. Περί τον Ιούνιο 2008, αφού παρέλαβε μπλοκς από την εταιρεία σκυροδέματος με την επίδικη καρότσα, έφτασε στο Λιμάνι και έψαξε να βρει κάποιον υπεύθυνο της EDT. Του παρουσιάστηκε τότε κάποιος κύριος το όνομα του οποίου δεν γνωρίζει, ο οποίος του υπέδειξε συγκεκριμένο χώρο για να σταθμεύσει την καρότσα. Επειδή, ανέφερε ο ΜΕ1, η εταιρεία του δεν είχε οποιαδήποτε συμφωνία με τους Εναγόμενους για την εκφόρτωση των μπλοκς, εκφόρτωση την οποία ο ίδιος αντιλαμβάνετο ότι θα την αναλάμβαναν οι Εναγόμενοι, στάθμευσε την καρότσα του στο σημείο που του υπεδείχθη, όπως άλλωστε έπραξε και σε παρόμοιες περιπτώσεις στο παρελθόν και έφυγε από το Λιμάνι αναμένοντας ότι θα επικοινωνούσαν μαζί του για το πότε τελείωνε η εκφόρτωση ώστε να παραλάβει την καρότσα. Σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο, ως ισχυρίστηκε ο ΜΕ1, του τηλεφώνησε κάποιος γνωστός του επ' ονόματι XXXXX, ο οποίος εργαζόταν στο Λιμάνι και του ανέφερε ότι είχε γίνει ένα ατύχημα με την καρότσα του και ότι έπρεπε να πάει αμέσως εκεί. Με το που έφθασε στο χώρο διαπίστωσε ότι η καρότσα του, η οποία ήταν ακόμα ημιφορτωμένη, είχε «διπλωθεί» και ήταν «γονατισμένη» γιατί είχαν μετακινηθεί τα 5 - 6 φορτία που ήταν πάνω της. Ανέθεσε τότε στον ΜΕ2, εκτιμητή ζημιών να επιθεωρήσει την καρότσα και να τον εφοδιάσει με σχετική εκτίμηση. Σύμφωνα με τα όσα του ανέφερε ο ΜΕ2, η καρότσα του, η οποία κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν σε άριστη κατάσταση και για την οποία είχε πληρώσει περί τα €5980 για να την αγοράσει και να την μεταφέρει από την Αγγλία, άξιζε πλέον, ενόψει των ζημιών που έπαθε, μόλις €
- Τα έξοδα δε που κατέβαλε στον ΜΕ2 για την εκτίμηση του ανέρχονταν στο ποσό των €
- Ο ίδιος δεν γνωρίζει ούτε ποιος ανέλαβε να εκφορτώσει την καρότσα ούτε τον τρόπο με τον οποίο αυτή επιχειρήθηκε να εκφορτωθεί και ούτε πως έγινε το ατύχημα. Το μόνο που γνωρίζει είναι ότι άφησε την καρότσα για να εκφορτωθεί στο σημείο που του υπέδειξαν και ότι όταν πήγε ξανά εκεί, η καρότσα ήταν καταστραμμένη. Κατά την μαρτυρία του ΜΕ1 κατατέθηκε η εκτίμηση και η απόδειξη πληρωμής του ΜΕ2 (Τεκ.1 και 2) καθώς και δύο έντυπες φωτογραφίες που κατά τον μάρτυρα έδειχναν την καρότσα μετά το ατύχημα (Τεκ.3). Αντεξεταζόμενος ο μάρτυρας ανέφερε ότι αν και η καρότσα δεν είχε πιστοποιητικό καταλληλότητας εντούτοις αυτό δεν απαιτείτο από τη Νομοθεσία και αν και η καρότσα είχε περάσει με επιτυχία τη σχετική επιθεώρηση ΜΟΤ όταν την έφερε από την Αγγλία, δεν είχε προλάβει να εξασφαλίσει αριθμό εγγραφής. Υποστήριξε όμως ο ΜΕ1 ότι η καρότσα ήταν σε άριστη κατάσταση και κανένα πρόβλημα είχε. Υπεβλήθη στο μάρτυρα ότι πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής, καταχωρήθηκε εκ μέρους των Εναγόντων στη βάση των ίδιων επίδικων γεγονότων, η αγωγή με αρ.XXXXX/09 του Ε. Δ. Λεμεσού εναντίον της Offshore, από την οποία αξιώνονταν πανομοιότυπες με την παρούσα θεραπείες στη βάση των ιδίων γεγονότων και η οποία αγωγή, στην πορεία δεν προωθήθηκε και απορρίφθηκε. Ο μάρτυρας όμως ανέφερε ότι λόγω της παρέλευσης του χρόνου αδυνατούσε να θυμηθεί οτιδήποτε το σχετικό. Ο ΜΕ2 κλήθηκε να καταθέσει ως ο εκτιμητής που επιθεώρησε την καρότσα μετά το ατύχημα και που κατέληξε στο συμπέρασμα ότι αυτή είχε ουσιαστικά καταστραφεί ολοσχερώς. Τα δε προσόντα του μάρτυρα ως έμπειρος εκτιμητής ζημιών δεν αμφισβητούνται. Σύμφωνα με τον μάρτυρα, αφού του ανατέθηκε από τον ΜΕ1 να επιθεωρήσει την καρότσα, επισκέφθηκε το χώρο που αυτή βρισκόταν στο Λιμάνι στις 19/06/2008, την φωτογράφησε και κατέγραψε τις ζημιές που παρουσίαζε. Διαπίστωσε ότι λόγω της παραμόρφωσης του σκελετού της, αυτή είχε υποστεί μεγάλη ζημιά και συγκεκριμένα, ενώ πριν το ατύχημα άξιζε €5980, μετά το ατύχημα άξιζε μόλις €
- Ερωτήθηκε ο ΜΕ2 κατά την κυρίως εξέταση του να εξηγήσει στο Δικαστήριο, με βάση την γνώση και την εμπειρία του πως είναι που θεωρεί ότι προκλήθηκε η ζημιά στην καρότσα. Παραθέτω αυτούσια την απάντηση του: «Αυτή η ζημιά έχει προκληθεί από μετατόπιση του φορτίου στη μια μεριά, μπροστά αριστερά όπως βλέπουμε το αυτοκίνητο.η μετατόπιση του φορτίου στα αριστερά μπορεί να προκληθεί είτε αν κατά το σήκωμα του βάρους από το γερανό (το βάρος) έπεσε ή αν η καρότσα κτυπήθηκε από τη δεξιά μεριά από κάποιο μηχάνημα και μετακινήθηκε το βάρος στα αριστερά». Προς επίρρωση των ισχυρισμών του, ο μάρτυρας παρέπεμψε στις φωτογραφίες που αυτός έβγαλε και οι οποίες επισυνάπτονται στην εκτίμηση του (Τεκ.2) καθώς επίσης και στις φωτογραφίες του Τεκ.3 τις οποίες επίσης έβγαλε. Στις φωτογραφίες του Τεκ.3, φαίνεται καθαρά, σύμφωνα με τον μάρτυρα, η παραμόρφωση του σκελετού της καρότσας καθώς και το φορτίο που φαίνεται να προκάλεσε την κατάρρευση του σκελετού και το οποίο στις φωτογραφίες φαίνεται να βρίσκεται πεσμένο στο έδαφος δίπλα από την καρότσα. Δεν απέκλεισε ο μάρτυρας ότι το πόδι της καρότσας το οποίο μετά το ατύχημα διαπιστώθηκε να ήταν λυγισμένο, πιθανόν να υποχώρησε λόγω υπερβολικού βάρους που δέχτηκε. Ισχυρίστηκε όμως ότι, με δεδομένο ότι η συγκεκριμένη καρότσα μπορούσε να δεχθεί μέχρι και 30 τόνους βάρος, η υποχώρηση του ποδιού λόγω υπερβολικού βάρους δεν θα συνέβαινε αν το φορτίο στην καρότσα ήταν σωστά καταμερισμένο και η εκφόρτωση γινόταν με τον ορθό τρόπο. Αν και δεν γνωρίζει με πόσο βάρος είχε φορτωθεί η καρότσα και πώς αυτό ήταν καταμερισμένο, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο λόγος που το πόδι της καρότσας ενδεχομένως να δέχθηκε υπερβολικό βάρος και να υποχώρησε, ήταν ο τρόπος με τον οποίο επιχειρήθηκαν να αφαιρεθούν τα φορτία που βρίσκονταν στην καρότσα οπόταν και επήλθε η μετατόπιση του βάρους η οποία και προκάλεσε την παραμόρφωση της. Διευκρίνισε ο μάρτυρας ότι ο ίδιος δεν γνωρίζει σε ποια κατάσταση βρισκόταν η καρότσα πριν το ατύχημα ή με ποιο τρόπο επιχειρήθηκε η εκφόρτωση της και ότι οι διαπιστώσεις και η εκτίμηση του περιορίζονται στο τι ο ίδιος διαπίστωσε όταν επισκέφθηκε το χώρο. Όσον αφορά την εκτίμηση του για το κόστος αγοράς νέας μεταχειρισμένης καρότσας, ήτοι το ποσό των €5836, ανέφερε ότι κατέληξε στην εν λόγω εκτίμηση, αφού ερεύνησε το διαδίκτυο για την αγορά παρόμοιας μεταχειρισμένης καρότσας από την Αγγλία, ως ήταν και η επίδικη, οπόταν και διαπίστωσε ότι η μέση αγοραία αξία ήταν αυτή των €
- Αφού στη συνέχεια προέβη σε περαιτέρω έρευνες ως προς τα αναγκαία έξοδα για μετάβαση των Εναγόντων στην Αγγλία για να επιθεωρήσουν και να αγοράσουν την καρότσα ως είθισται, καθώς και για να την φέρουν στην Κύπρο καταβάλλοντας και τα σχετικά τελωνειακά τέλη, εκτίμησε ότι επιπρόσθετα του τιμήματος αγοράς, θα πρέπει να καταβληθούν και τα ποσά των €500 (εκτελωνιστικά), €1450 (έξοδα μετάβασης στην Αγγλία) και €1690 (μεταφορά καρότσας από Αγγλία), ήτοι το συνολικό ποσό των €
- Τις πιο πάνω διαπιστώσεις του ο μάρτυρας ανέφερε ότι τις διασταύρωσε και με την Κυπριακή αγορά, όπου το κόστος για την αγορά παρόμοιου τύπου μεταχειρισμένης καρότσας ανέρχετο στις €
- Διευκρίνισε ο μάρτυρας ότι οι τιμές που αναφέρονται στην εκτίμηση του συνιστούν τις τρέχουσες τιμές για το 2008 εφόσον τότε είναι και που έκανε την σχετική έρευνα του. Ανέφερε τέλος ο μάρτυρας ότι η ύπαρξη ή μη πιστοποιητικού καταλληλόλητας της καρότσας δεν επηρεάζει την κατάσταση της και ούτε δύναται να συνδεθεί με τη ζημιά που έπαθε εφόσον η εν λόγω ζημιά προκλήθηκε καθαρά από την μετατόπιση του βάρους με τον τρόπο που αυτός εξήγησε. Η μαρτυρία του ΜΥ1, η ουσία της κυρίως εξέτασης του οποίου έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης (Έγγραφο Β), κύλησε ουσιαστικά πάνω στις ίδιες γραμμές με το δικόγραφο των Εναγομένων. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν ένας εκ των διευθυντών των Εναγομένων αλλά και της Offshore και έκαμε αναφορά στη συμφωνία που οι Εναγόμενοι είχαν με την εταιρεία σκυροδέρματος καθώς επίσης και στη συμφωνία που οι Εναγόμενοι είχαν με την Offshore για την εκφόρτωση των μπλοκς από τις καρότσες που αφήνονταν στο χώρο που τρίτη εταιρεία του ομίλου EDT, ενοικίαζε στο Λιμάνι. Ισχυρίστηκε ο μάρτυρας ότι ως έμπειρος και αδειούχος χειριστής ανυψωτικού μηχανήματος (γερανός), είναι ο ίδιος που χειριζόταν τον γερανό που εκφόρτωνε την επίδικη καρότσα τη συγκεκριμένη μέρα του ατυχήματος. Την εργασία αυτή όμως ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι την έκανε υπό την ιδιότητα του ως υπάλληλος της Offshore, η οποία ήταν και η εταιρεία που ανέλαβε συμβατικά όπως εκφορτώνει τις καρότσες και στην οποία ανήκε ο επίμαχος γερανός. Προς επίρρωση του ισχυρισμού, ο μάρτυρας κατέθεσε ως Τεκ. 4 επίσημες εκθέσεις επιθεώρησης γερανού ημερ. 06/07/2012 και 07/07/2014, οι οποίες παρουσιάζουν την Offshore, η οποία μετά το ατύχημα είχε μετονομαστεί σε EDT Shipmanagement Ltd, ως ιδιοκτήτρια του εν λόγω γερανού. Ισχυριζόμενος ότι ήταν αυτόπτης μάρτυρας του περιστατικού που οδήγησε στην πρόκληση ζημιών στην καρότσα ανέφερε τα εξής: Γύρω στα μέσα του Ιουνίου 2008 και ενώ χειριζόμουν το ανυψωτικό μηχάνημα τύπου Kobelco και συγκεκριμένα εκφόρτωνα τα τσιμεντένια μπλοκς από την καρότσα μεταφοράς της Ενάγουσας εταιρείας, το μπροστινό αριστερό πόδι της τελευταίας λύγισε με αποτέλεσμα λόγω της κλίσης που πήρε η καρότσα ορισμένα εκ των μπλοκς να κυλήσουν και να καταλήξουν στο έδαφος, προκαλώντας έτσι ζημιές και βλάβες και σε άλλα μέρη της. Δέον να αναφέρω ότι η εν λόγω καρότσα βρισκόταν σε κακή κατάσταση κάτι το οποίο συνέτεινε βεβαίως στο λύγισμα του ποδιού της, αφού δεν ήταν ικανή να αντέξει και να επωμιστεί το βάρος των τσιμεντένιων μπλοκς. Ένεκα τούτου έδωσα οδηγίες στους εργάτες που βρίσκονταν στο χώρο εκείνο, οι οποίοι σημειωτέον εργοδοτούνταν από την EDT Offshore Ltd, να σταματήσουν οποιεσδήποτε άλλες εργασίες μέχρις ότου να ξεκαθαρίσει το όλο σκηνικό με τη ζημιά που υπέστη η καρότσα μεταφοράς της Ενάγουσας Εταιρείας. Περαιτέρω την ίδια ημέρα φωτογράφησα τόσο τον εν λόγω χώρο όσο και την καρότσα μεταφορών. Έχω στην κατοχή μου δέσμη φωτογραφιών που απεικονίζουν το χώρο και την καρότσα. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ο μάρτυρας ότι μετά το επίδικο περιστατικό, οι τότε δικηγόροι των Εναγόντων, ενεργώντας κατ' εντολή των τελευταίων, επέδωσαν στην Offshore επιστολή ημερ. 26/06/2008, αποδίδοντας της αμέλεια κατά την εκφόρτωση των μπλοκς και αξιώνοντας από αυτήν τις ζημιές που υπέστη η επίδικη καρότσα (Τεκ.6). Στην εν λόγω επιστολή των δικηγόρων των Εναγόντων, οι τότε δικηγόροι της Offshore απάντησαν με δική τους επιστολή, με την οποία απέρριπταν την ευθύνη που αποδίδετο στην Offshore, επικαλούμενοι την κακή κατάσταση της επίδικης καρότσας και ζητούσαν όπως εφοδιαστούν με διάφορες πληροφορίες για αυτήν. Κατά την ανταλλαγή της αλληλογραφίας που ακολούθησε μεταξύ των δικηγόρων (βλ. Τεκ.6), προέκυψε ότι η επίδικη καρότσα δεν ήταν εγγεγραμμένη και ως εκ τούτου δεν είχε πιστοποιητικό καταλληλόλητας ενώ το μέγιστο βάρος που μπορούσε να μεταφέρει, ανερχόταν στους 30 τόνους. Ισχυρίστηκε περαιτέρω ο μάρτυρας ότι όταν η Offshore δεν δέχτηκε να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση, οι Ενάγοντες προχώρησαν μέσω των τότε δικηγόρων τους και καταχώρησαν την Αγωγή με αρ. XXXXX/2009 στο Ε.Δ. Λεμεσού εναντίον της Offshore, αποδίδοντας σε εκείνη την εταιρεία τα όσα αποδίδουν στους Εναγόμενους με την παρούσα αγωγή και αξιώνοντας τις ίδιες με την παρούσα αγωγή, θεραπείες. Για την εν λόγω αγωγή, ανέφερε ο μάρτυρας, υπήρξε επίσης αλληλογραφία μεταξύ των τότε δικηγόρων των Εναγόντων και της Offshore, και κατέθεσε σχετικά το Τεκ.
- Η προαναφερόμενη αγωγή εναντίον της Offshore, σύμφωνα με τον μάρτυρα, τελικά δεν προωθήθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Είναι μετά την απόρριψη εκείνης της αγωγής που οι Ενάγοντες, μέσω των ιδίων δικηγόρων, καταχώρησαν την παρούσα αγωγή, ανεξήγητα όμως στρέφοντας την εναντίον των Εναγομένων, εφόσον μέχρι την καταχώρηση της παρούσας, οι Ενάγοντες απέδιδαν ευθύνη στην Offshore. Κατά την αντεξέταση του ΜΥ1, του τέθηκαν από τον ευπαίδευτο συνήγορο των Εναγόντων διάφορες θέσεις. Συγκεκριμένα, του υπεβλήθη ότι δεν ήταν αυτός ο χειριστής του γερανού που εκφόρτωνε την επίδικη καρότσα ενώ ταυτόχρονα του υπεβλήθη και ότι ως χειριστής του γερανού που εκφόρτωνε την επίδικη καρότσα, επέδειξε τέτοια αμέλεια η οποία οδήγησε στην καταστροφή της εφόσον δεν την εκφόρτωσε με τον ενδεδειγμένο τρόπο. Υπεβλήθη επίσης στον μάρτυρα ότι η κατάσταση της καρότσας πριν το ατύχημα ήταν πολύ καλή και ότι οι Ενάγοντες έχουν υποστεί τις ζημιές που αξιώνει και που ανέλυσε επαρκώς ο ΜΕ
- Ο ΜΥ1 απέρριψε τις πιο πάνω υποβολές και επανέλαβε τις αρχικές του θέσεις. Ισχυρίστηκε ότι από οποιοδήποτε σημείο και να εκφορτώνετο η καρότσα, αυτή θα έπρεπε να αντέξει το βάρος των μπλοκς εφόσον είναι γι' αυτόν τον σκοπό που έχει κατασκευαστεί και αν ήταν σε καλή κατάσταση, «όπως τόσες άλλες που έρχονταν στο Λιμάνι», δεν θα υποχωρούσε από το βάρος. Ο λόγος, σύμφωνα με τον μάρτυρα που η καρότσα δεν άντεξε το βάρος των μπλοκς, ήταν ακριβώς διότι ήταν σε πολύ κακή κατάσταση. Με την ολοκλήρωση της μαρτυρίας από αμφότερες τις πλευρές, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων υιοθέτησαν εμπεριστατωμένες τελικές γραπτές αγορεύσεις, στο περιεχόμενο των οποίων κάνω αναφορά πιο κάτω όπου αυτό κρίνεται αναγκαίο. Σημειώνω όμως ότι και οι δύο συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν, πέραν της ουσίας της υπόθεσης και για το θέμα της κατ' ισχυρισμό παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων, θέμα με το οποίο ασχολούμαι πιο κάτω. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου, παρακολουθώντας παράλληλα τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν, έχοντας κατά νου τις νομολογιακές αρχές που διέπουν την αξιολόγηση της μαρτυρίας ως επίσης και την δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (βλέπε Παύλου v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Σάββα v. Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 391, Kades v. Nicolaou & Another
(1986)1 C.L.R. 212, Agapiou v. Panayiotou
(1988)1 C.L.R. 257 και Theomaria Estates Ltd v. Samuel Mason κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). Όπως μπορεί εύκολα να συναχθεί από τη μαρτυρία που παρέθεσα ανωτέρω, το ότι η επίδικη καρότσα έπαθε ζημιές κατά την εκφόρτωση των μπλοκς, δεν αμφισβητείται. Αυτό που αμφισβητείται και συνιστά και το ουσιώδες θέμα της υπόθεσης, είναι το τι ακριβώς συνέβη κατά το στάδιο της εκφόρτωσης των μπλοκς και γιατί προκλήθηκαν ζημιές στην επίδικη καρότσα. Η ρητή αναφορά του ΜΕ1 ότι καμία συμβατική σχέση ή συμφωνία είχαν οι Ενάγοντες με τους Εναγόμενους αναφορικά με το θέμα της εκφόρτωσης των μπλοκς, ξεκαθαρίζει ότι παρά τη δικογράφηση και αγώγιμου δικαιώματος σχετιζόμενου με «παράβαση ρητού και/ή εξυπακουόμενου όρου προφορικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων», η αγωγή έχει πλέον ρητά περιοριστεί να αφορά αποκλειστικά σε αμέλεια, είτε τέτοια αμέλεια ήθελε αποδειχθεί στη βάση των προνοιών του αρ.51 Κεφ.148, είτε στη βάση των αρχών του κοινοδικαίου (common law negligence) είτε στη βάση της αρχής του res ipsa loquitur, αρχή η οποία, αν και δεν δικογραφείται στην Ε/Α των Εναγόντων, εντούτοις συνιστά κανόνα απόδειξης που δεν χρειάζεται να δικογραφηθεί (βλ Φιλίππου Βασίλης και Άλλοι ν. Ντάνη Τσολάκη και Άλλων,
(2006)1 Α.Α.Δ. 1188 όπου γίνεται αναφορά με επιδοκιμασία και υιοθετείται σχετικό απόσπασμα από την Bennett v. Chemical Construction (GB) Ltd [1971] 3 All E.R. 822 στην οποία δεν είχε γίνει ρητή επίκληση του κανόνα στα σχετικά δικόγραφα). Με την αποκρυστάλλωση συνεπώς, της νομικής βάσης επί της οποίας εδράζεται και προωθείται η παρούσα αγωγή, ήτοι αμέλεια, επανέρχεται στο προσκήνιο η δικογραφημένη ένσταση των Εναγομένων περί παραγραφής αυτού του κατ' ισχυρισμό αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων, ένσταση την οποία οι πρώτοι, όπως φαίνεται και από τις τελικές αγορεύσεις αμφότερων των συνηγόρων, προώθησαν καθ' όλη τη διάρκεια της υπόθεσης. Υπενθυμίζω ότι αρχικά, όταν επιχειρήθηκε όπως το θέμα εκδικαστεί προδικαστικά στη βάση της Δ.27 Θ.1, κρίθηκε από το Δικαστήριο ότι αυτό δεν ήταν δυνατό εφόσον δεν ήταν αποκρυσταλλωμένο το νομικό, τουλάχιστο, υπόβαθρο επί του οποίου εδράζετο η αγωγή. Τώρα όμως, το θέμα της παραγραφής επιβάλλεται όπως εξεταστεί εκ νέου και προτού το Δικαστήριο ασχοληθεί με οποιοδήποτε άλλο θέμα που αφορά στην ουσία της υπόθεσης. Όπως λέχθηκε και στην Xατζηστυλλής Αλέκος ν. Μaude C Papadema και Άλλου
(2000)1 ΑΑΔ 551: «Το ζήτημα της παραγραφής άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης. . Η πολιτική δικαιοδοσία διέπεται από τους δικούς της κανόνες. Σε σχέση δε με το ζήτημα που μας απασχολεί αυτό εξετάζεται εφόσον εγερθεί στα δικόγραφα (Βλ. Φεσσά κ.ά. ν. Κασάπη
(1994)1 Α.Α.Δ. 337, 347, στην οποία υποδεικνύεται πως "αν ο διάδικος υπέρ του οποίου λειτουργεί η παραγραφή, δεν την εγείρει στο δικόγραφο του, τότε η υπόθεση προχωρεί στην εκδίκαση". Στην ίδια υπόθεση υποδεικνύεται, επίσης, πως επιτυχία της ένστασης οδηγεί στην αναστολή της διαδικασίας. Παρόλο που στην πολιτική διαδικασία η πρόνοια για παραγραφή δεν έχει εξ αρχής την ίδια καταλυτική ενέργεια όπως συμβαίνει στο θέμα της προθεσμίας στην Αναθεωρητική δικαιοδοσία, εν τούτοις από τη στιγμή που τίθεται θέμα παραγραφής δεν πρέπει να προωθείται ο,τιδήποτε άλλο εκτός αν πρώτα το Δικαστήριο καταλήξει ότι δεν ευσταθεί. Εφόσον όμως το δικαστήριο διαπιστώσει ότι πράγματι υπάρχει ζήτημα παραγραφής τότε υπάρχει απόλυτη αδυναμία να τεθεί οποιοδήποτε άλλο θέμα για εξέταση ενώπιον του Δικαστηρίου όπως συμβαίνει και στην περίπτωση της Αναθεωρητικής Δικαιοδοσίας. .Εδώ, αφού ηγέρθη το θέμα της παραγραφής ήταν το πρώτο που θα έπρεπε να είχε εξεταστεί γιατί απολήγει σε δικαιοδοτικό. Ήταν επομένως άτοπη η εξέταση άλλου θέματος από το πρωτόδικο δικαστήριο..Εσφαλμένα λοιπόν το πρωτόδικο δικαστήριο δεν εξέτασε πρώτα το ζήτημα της παραγραφής και εσφαλμένα έκρινε ότι η επίλυση του ζητήματος της συνταγματικότητας των σχετικών άρθρων δεν ήταν αναγκαία για την διάγνωση της ενώπιον του υπόθεσης. Πολύ πρόσφατα, στην υπόθεση ΜΑΡΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v ANDREAS MALAK κα, ECLI:CY:AD:2018:A297, Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012, ημερ. 21 Ιουνίου 2018, το Ανώτατο Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να εξετάσει την προδικαστική εκδίκαση του θέματος της παραγραφής με βάση το νομικό καθεστώς ως ίσχυε πριν την θέσπιση του Ν. 66(I)/2012, όταν και το θέμα μπορούσε να εγερθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, μη παραλείποντας όμως να σχολιάσει και τις ενδεχόμενες συνέπειες που ο προαναφερόμενος Νόμος του 2012 συνεπάγεται. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «.δεν προκύπτει οποιοδήποτε πρόβλημα με την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου όσον αφορά την εκ μέρους του υπόδειξη στους διαδίκους ότι εγειρόταν ζήτημα παραγραφής και άρα το θέμα θα έπρεπε να εκδικαστεί κατά προτεραιότητα χωρίς δηλαδή να αναμένεται η έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας με την παρέλαση μαρτύρων και συνακόλουθης απώλειας δικαστικού χρόνου και εξόδων, εάν στο τέλος της ημέρας όντως κρινόταν ότι βάσιμα τέθηκε η υπεράσπιση της παραγραφής. . Το ζήτημα είναι δικαιοδοτικό και ορθό είναι να εξετάζεται κατά προτεραιότητα και να αποφασίζεται αναλόγως. Παρόλο που ο διάδικος που το εγείρει δύναται να υποβάλει σχετική αίτηση για προεκδίκαση, το Δικαστήριο δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση. Αυτή η δυνατότητα παρέχεται ενόψει της σοβαρότητας του θέματος. . Το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012, που δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και της εκδοθείσας απόφασης ο οποίος με το άρθρο 20 έχει προνοήσει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής. Οι αποφάσεις στην Φεσά ν. Κασάπη
(1998)1 Α.Α.Δ. 341 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να καταγραφούν, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση. Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο. Επομένως, ορθά από οποιαδήποτε θεώρηση ήγειρε το θέμα της παραγραφής το πρωτόδικο Δικαστήριο, ενώ η έννοια και έκταση του πιο πάνω άρθρου 20, θα απασχολήσει αναμφίβολα κάποια στιγμή τη νομολογία.» Παρά όμως το γεγονός ότι η παραγραφή συνιστά δικαιοδοτικής φύσης θέμα, το οποίο, υπό κανονικές συνθήκες, επιβάλλεται όπως εξετάζεται προδικαστικά, εξακολουθεί να υφίσταται η υποχρέωση όπως πέραν της αποκρυστάλλωσης του αγώγιμου δικαιώματος επί του οποίου εδράζεται η αγωγή, υπάρχει και αποκρυστάλλωση του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου από το οποίο δύναται να εξαχθούν όλα τα ουσιώδη με την κατ' ισχυρισμό παραγραφή γεγονότα. Στην παρούσα υπόθεση, τα ουσιώδη γεγονότα συνιστούν ουσιαστικά κοινό και αδιαμφισβήτητο έδαφος μεταξύ των μερών. Τα παραθέτω: Περί τις αρχές του 2008 οι Ενάγοντες συμφώνησαν με την εταιρεία σκυροδέρματος όπως παραλαμβάνουν από τις εγκαταστάσεις τους διάφορες τσιμεντοκατασκεύες τύπου μπλοκς, τις οποίες και θα μετέφερναν με ειδικά οχήματα - καρότσες σε χώρο του νέου Λιμανιού Λεμεσού όπου θα χρησιμοποιούνταν από τους Εναγόμενους για την κατασκευή θαλάσσιου αγωγού. Τα συγκεκριμένα μπλοκς είχαν παραγγελθεί από τους Εναγόμενους, οι οποίοι όμως δεν εμπλέκονταν ούτε συμβατικά ούτε άλλως πως στην μεταφορά τους στο Λιμάνι. Η ευθύνη γι' αυτό ήταν αποκλειστικά των Εναγόντων, οι οποίοι καμία συμβατική σχέση είχαν με τους Εναγόμενους είτε για την μεταφορά είτε για την εκφόρτωση των μπλοκς. Η παράδοση των μπλοκς από τους Ενάγοντες στο Λιμάνι γινόταν απλά με την άφεση της φορτωμένης καρότσας σε συγκεκριμένο χώρο ενώ η εκφόρτωση τους από την καρότσα, ήταν θέμα που θα διευθετείτο αποκλειστικά από τους Εναγόμενους χωρίς την οποιαδήποτε περαιτέρω εμπλοκή των Εναγόντων. Περί τον Ιούνιο του 2008, οι Ενάγοντες και συγκεκριμένα ο ΜΕ1, παρέλαβαν με την επίδικη καρότσα διάφορα μπλοκς από την εταιρεία σκυροδέρματος και τα μετέφεραν στο Λιμάνι για να χρησιμοποιηθούν από τους Εναγόμενους. Αφού η καρότσα αφέθηκε σε συγκεκριμένο χώρο για να εκφορτωθεί, ο ΜΕ1 αποχώρησε από το Λιμάνι και ανέμενε πότε θα τον ειδοποιήσουν να επιστρέψει για να παραλάβει την καρότσα. Για την εκφόρτωση των μπλοκς από την καρότσα, χρησιμοποιήθηκε συγκεκριμένο ανυψωτικό μηχάνημα τύπου γερανού. Κατά την εκφόρτωση των μπλοκς, κάποια από αυτά μετακινήθηκαν κατά τρόπο που οδήγησαν στο να «διπλωθεί» η καρότσα, με αποτέλεσμα να παραμορφωθεί ο σκελετός της και να υποστεί ζημιές ενώ ορισμένα από τα μπλοκς που ήταν ακόμη φορτωμένα σε αυτήν, έπεσαν και κατέληξαν στο έδαφος προκαλώντας έτσι ζημιές και σε άλλα μέρη της. Για όλα τα πιο πάνω κάμνω ανάλογα ευρήματα. Επισημαίνω εδώ ότι, αναφορικά με τον ισχυρισμό των Εναγομένων σε σχέση με την προηγούμενη αγωγή που καταχώρησαν οι Ενάγοντες στο Ε/Δ Λ/σου με αρ. XXXXX/2009, εναντίον όμως της Offshore, αν και η εν λόγω αγωγή δεν κατατέθηκε ως Τεκμήριο κατά την ακρόαση της παρούσας, εντούτοις η ύπαρξη και το πανομοιότυπο με την παρούσα αγωγή περιεχόμενο της, όπως αυτά αναφέρθηκαν από το ΜΥ1, δεν αμφισβητήθηκαν από τους Ενάγοντες αλλά μάλιστα επιβεβαιώθηκαν και από το περιεχόμενο του Τεκ.7, ήτοι την επιστολή των τότε δικηγόρων των εκεί Εναγομένων προς τους τότε δικηγόρους των Εναγόντων. Το εν λόγω Τεκμήριο μάλιστα, το οποίο ρητά αναφέρεται στην εν λόγω αγωγή, στους εκεί διαδίκους και στο στάδιο που η αγωγή βρισκόταν κατά τις 02/11/09, αποτέλεσε, όχι μόνο τη βάση για την προβολή θέσεων από πλευράς των Εναγομένων που το κατέθεσαν αλλά και από πλευράς Εναγόντων, οι οποίοι βασίστηκαν στα όσα εκεί αναφέρονται για να καταδείξουν ότι οι θέσεις που πρόβαλαν οι Εναγόμενοι στα πλαίσια της XXXXX/2009 σε σχέση με το ποιος εξ αυτών γνωρίζει επακριβώς τα επίδικα γεγονότα, δεν συνάδουν με τις θέσεις που προβάλλουν τώρα στην παρούσα αγωγή μέσω του ΜΥ1 (βλ. αντεξέταση ΜΥ1 και παρ. 27 γραπτής αγόρευσης κ. Αποστολίδη). Συνεπώς, πρόσθετα των πιο πάνω ευρημάτων μου, καθίσταται περαιτέρω εύρημα μου και το ότι μετά το επίδικο περιστατικό και συγκεκριμένα το 2009, οι Ενάγοντες, εκπροσωπούμενοι από τους ίδιους δικηγόρους που καταχώρησαν εκ μέρους τους την παρούσα αγωγή, οι οποίοι να σημειωθεί είναι διαφορετικοί από το νυν δικηγόρο τους, καταχώρησαν την Αγωγή με αρ. XXXXX/2009 στο Ε.Δ. Λεμεσού, με την οποία αξίωναν από την Offshore, ήτοι διαφορετική αλλά συνδεδεμένη με τους εδώ Εναγόμενους εταιρεία, πανομοιότυπες με την παρούσα αγωγή θεραπείες, σε σχέση με το ίδιο επίδικο περιστατικό. Η εν λόγω αγωγή δεν εκδικάστηκε και απορρίφθηκε σε κάποιο στάδιο πριν την καταχώρηση της παρούσας, κάτω όμως από συνθήκες, που σύμφωνα με αμφότερους τους νυν δικηγόρους των μερών, δεν συνιστούν δεδικασμένο. Τα πιο πάνω ευρήματα μου, παρέχουν θεωρώ, το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο επί των οποίων δύναται να εξεταστεί το θέμα της παραγραφής και το οποίο, ως ήδη ανέφερα, επιβάλλεται να εξεταστεί προτού το Δικαστήριο ασχοληθεί με την αξιολόγηση της υπόλοιπης μαρτυρίας για να διαπιστώσει τα εναπομείναντα θέματα της αγωγής που αφορούν στην ουσία της, ήτοι κατά πόσο οι Εναγόμενοι ήσαν αμελείς κατά την εκφόρτωση των μπλοκς και αν ναι, ποια ζημιά προκάλεσαν στους Ενάγοντες. Με γνώμονα τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω το θέμα της παραγραφής, συνοψίζοντας κατ' αρχή τις εκατέρωθεν θέσεις των συνηγόρων σε σχέση με το θέμα αυτό. Ο κ. Δαμιανού, προέβη σε μια ιστορική αναδρομή στα διάφορα περί παραγραφής νομοθετήματα που ίσχυαν κατά καιρούς και μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 09/05/2012 (βλ Αρ. 68 Κεφ. 148, Περί Παραγραφής Νόµος, Κεφ. 15, περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμος Ν.57/64ως τροποποιήθηκε από το Ν.36/82, Περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος Ν.217/90, περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος Ν.110(Ι)/2002που τέθηκε σε ισχύ την 01/06/2005, Περί Αστικών Αδικημάτων (Τροποποιητικός) (Αρ. 2) Νόμος Ν.171(Ι)/2006)) καθώς επίσης και στον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο Ν. 66(I)/2012, που τέθηκε σε ισχύ μετά την καταχώρηση της αγωγής, ήτοι την 01/07/12. Υποστήριξε ο συνήγορος ότι από την εν λόγω αναδρομή, προκύπτει ότι στην παρούσα περίπτωση, τυγχάνουν πλήρους εφαρμογής οι πρόνοιες του αρ.68 Κεφ.148, οι οποίες διατηρήθηκαν και ήταν σε ισχύ κατά την καταχώρηση της αγωγής στις 09/05/12 και οι οποίες καθιστούν απόλυτα παραγραμμένο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εδράζεται σε κατ' ισχυρισμό αμέλεια και για το οποίο δεν καταχωρήθηκε αγωγή εντός τριών χρόνων από την ημέρα που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό αμελής πράξη ή παράλειψη. Ήταν συνεπώς η θέση του συνηγόρου ότι εφόσον με την παρούσα αγωγή που καταχωρήθηκε στις 09/05/2012, οι Ενάγοντες ισχυρίζονται αμέλεια που κατ' εκείνους έλαβε χώρα σε χρόνο πέραν των τριών χρόνων από την κατ' ισχυρισμό πράξη ή παράλειψη, ήτοι τον Ιούνιο 2008, το σχετικό δικαίωμα τους έχει παραγραφεί. Στην αντίπερα όχθη, ο κ. Αποστολίδης επικαλέστηκε τις μεταβατικές διατάξεις του Ν. 66(I)/2012 και συγκεκριμένα του αρ. 26, για να υποστηρίξει ότι κατά τη θέσπιση του εν λόγω Νόμου, ο νομοθέτης έδωσε ουσιαστικά παράταση μέχρι 31/12/2013 (ως προνοείτο αρχικά στο νόμο) για την καταχώρηση αγωγών στη βάση αμέλειας, εκεί όπου οι κατ' ισχυρισμό αμελείς πράξεις ή παραλείψεις είχαν λάβει χώρα πριν την 01/07/12 όταν και τέθηκε σε ισχύ ο εν λόγω Νόμος.[1] Σημειώνω εδώ ότι η προθεσμία που αναφέρεται στο αρ. 26, η οποία αρχικά ίσχυε μέχρι 01/07/13, παρατάθηκε με διαδοχικές ετήσιες τροποποιήσεις μέχρι και την 27/10/17, όταν το αρ. 26 καταργήθηκε.[2] Ως έχει νομολογηθεί, για σκοπούς εξέτασης του θέματος παραγραφής, «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834) και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί.» (βλ. Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636). Βεβαίως, «.η παραγραφή αποτελεί δικονομικό κανόνα δικαίου και συνεπώς αν έχει παραγραφεί η απαίτηση με προγενέστερο νόμο αυτή δεν εξαφανίζεται αλλά μπορεί να προωθηθεί δικονομικά εφόσον με το νεότερο νόμο επεκτείνεται ο χρόνος της παραγραφής.» (βλ. Global ανωτέρω). Ακόμη δηλαδή και αν προηγούμενο νομοθέτημα έχει καταστήσει παραγραμμένο το αγώγιμο δικαίωμα, εντούτοις, αν μεταγενέστερο νομοθέτημα που ισχύει κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής, έχει ρυθμίσει διαφορετικά το θέμα, τότε το αγώγιμο δικαίωμα δύναται να θεωρηθεί ότι βρίσκεται ακόμη «εν ζωή». Το κρίσιμο χρονικό σημείο επομένως, τόσο για σκοπούς επιμέτρησης του χρόνου παραγραφής όσο και για καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, είναι η ημέρα καταχώρησης της αγωγής. Είναι σε συνάρτηση με αυτή την ημερομηνία που θα εξεταστεί ποιο είναι το νομοθέτημα που θα εφαρμοστεί για να αποφασιστεί το κατά πόσο το αγώγιμο δικαίωμα έχει ή όχι παραγραφεί καθώς επίσης και ο χρόνος που παρήλθε από την ημέρα που έλαβε χώρα η κατ' ισχυρισμό πράξη ή παράλειψη από την οποία πηγάζει το αγώγιμο δικαίωμα. Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 09/05/12. Κατ' εκείνη την ημερομηνία, στην Κυπριακή έννομη τάξη, ίσχυε το αρ. 68 Κεφ. 148 που είχε τροποποιηθεί από τον Ν. 171(Ι)/2006 και ο περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος Ν. 110(Ι)/2002 που ετέθη σε ισχύ την 01/06/2005. Σημειώνω εδώ ότι με βάση τις αποφάσεις Yiannis Fekkas v The Electricity Authority of Cyprus
(1968)1 C.L.R. 173 και Anthoulla Papadopoulou v Xenophon Polykarpou
(1968)1 C.L.R. 352, η ειδική ρύθμιση που γίνεται στο Κεφ.148 για την παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος σε θεραπεία από αστικό αδίκημα, υπερισχύει των οποιονδήποτε προνοιών παραγραφής που τυχόν καλύπτονται από το γενικότερο Κεφ.15, το οποίο, αν και θεσπίστηκε μεταγενέστερα του Κεφ.148, παρά ταύτα, δεν αντικατέστησε, ούτε ρητά ούτε σιωπηρά, τις σχετικές πρόνοιες του Κεφ.148 (βλ. Φεσσά Δημήτρης και Άλλη ν. Eυανθίας A Kασάπη
(1994)1 ΑΑΔ 337 και Kασάπη Eυανθία A ν. Δημήτριου Φεσσά κ.ά.
(1998)1 ΑΑΔ 341). Το θέμα παραγραφής αστικών αδικημάτων επομένως, μέχρι της κατάργησης του αρ.68, ρυθμίζετο από αυτό άρθρο και όχι από το Κεφ.15. Αναφέρω εδώ για ότι αξίζει, ότι αρχής γενομένης του Περί Παραγραφής (Τροποποιητικού) Νόμου Ν. 28(Ι)/2008και για μία συνεχόμενη περίοδο από 30/05/2008 μέχρι και την 30/06/2012, η εφαρμογή των προνοιών του Κεφ. 15, είχε, δυνάμει διαδοχικών τροποποιήσεων, ανασταλεί. Απ' όποια σκοπιά επομένως και αν ήθελε ιδωθεί το θέμα, το Κεφ.15 δεν τύγχανε εφαρμογής για το υπό κρίση αγώγιμο δικαίωμα κατά την 09/05/12 που καταχωρήθηκε η αγωγή. Βεβαίως, τόσο το αρ.68 Κεφ.148 και ο Ν. 110(Ι)/2002όσο και το Κεφ.15, καταργήθηκαν όταν τέθηκε σε ισχύ ο Ν.66(I)/2012(βλ. αρ.28, 29 και Παράρτημα Ν.66(Ι)/12). Αν και κάνω πιο κάτω αναφορά στις συνέπειες που είχε ο Ν.66(I)/2012στην Κυπριακή έννομη τάξη και στο αρ.68 ειδικότερα, θα περιοριστώ εδώ να αναφέρω ότι ο εν λόγω Νόμος τέθηκε σε ισχύ την 01/07/12, ήτοι δύο σχεδόν μήνες μετά που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή (09/05/12) και επομένως δεν ήταν «.ισχύον δίκαιο . κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος». Επανερχόμενος στο ουσιώδες για την παρούσα αγωγή ισχύον δίκαιο, παραθέτω κατ' αρχή τις πρόνοιες του αρ.68 Κεφ.148, οι οποίες, ως ίσχυαν κατά την καταχώρηση της αγωγής, προνοούσαν τα εξής: «Καμιά αγωγή δεv εγείρεται για αστικό αδίκημα, εκτός αv αυτή εγερθεί- (α) εvτός τριών ετώv αμέσως μετά τηv πράξη ή παράλειψη για τηv oπoία εγέρθηκε η αγωγή, ή (β) αv τo αστικό αδίκημα πρoκαλεί vέα ζημιά κατά εξακoλoύθηση από μέρα σε μέρα, εvτός τριών ετώv από τηv κατάπαυση αυτής, ή (γ) αv η βάση της αγωγής δεv πρoκύπτει από τηv τέλεση oπoιασδήπoτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά πoυ απoρρέει από τηv πράξη αυτή ή παράλειψη εvτός τωv τριών αμέσως επόμεvωv ετώv μετά πoυ o εvάγovτας υπέστη τη ζημιά, ή (δ) αv τo αστικό αδίκημα δόλια απoκρύφτηκε από τov εvαγόμεvo:.» Κατά δεύτερο, παραθέτω τις πρόνοιες του Ν. 110(Ι)/2002, οι οποίες επίσης εφαρμόζονταν και οι οποίες τέθηκαν σε ισχύ την 01/06/2005: «3.—
(1)Ο χρόνος παραγραφής οποιουδήποτε αγώγιμου δικαιώματος, το οποίο αφορά οποιαδήποτε αξίωση σε σχέση με ακίνητη ή κινητή ιδιοκτησία η οποία βρίσκεται ή βρισκόταν οποτεδήποτε πριν από την τουρκική εισβολή στις κατεχόμενες από τον τουρκικό στρατό περιοχές της Δημοκρατίας δε θα τερματιστεί με οποιοδήποτε άλλο τρόπο παρά μόνο με τη λήξη της περιόδου αναστολής.
(2)Ο χρόνος παραγραφής οποιουδήποτε άλλου ή του αναφερόμενου στο εδάφιο
(1)αγώγιμου δικαιώματος συνεχίζει παρά την κατάργηση των περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμων του 1964 και 1982, να είναι ανεσταλμένος κατά την περίοδο αναστολής, μόνο αν και εφόσον ο δικαιούχος αυτού αποδείξει προς ικανοποίηση του δικαστηρίου ότι λόγω της έκρυθμης κατάστασης δεν μπορούσε με αγωγή να προωθήσει αποτελεσματικά το αγώγιμο δικαίωμά του. 4.—
(1)Οι περί Αναστολής της Παραγραφής Νόμοι του 1964 και 1982 καταργούνται: Νοείται ότι η κατάργηση των πιο πάνω Νόμων με κανένα τρόπο δεν μπορεί να καταστήσει παραγεγραμμένο οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα το οποίο έχει διατηρηθεί σε ισχύ δυνάμει των καταργημένων Νόμων, εκτός αν και μέχρις ότου συμπληρωθεί μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου, νέος και από την αρχή χρόνος παραγραφής για το εν λόγω αγώγιμο δικαίωμα.
(2)Ο περί Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1990 καταργείται: Νοείται ότι η δυνάμει του πιο πάνω καταργούμενου Νόμου επελθούσα παραγραφή ορισμένων αξιώσεων ουδόλως επηρεάζεται.» Τέλος, έστω και αν δεν ήταν σε εφαρμογή κατά το χρόνο καταχώρησης της αγωγής, σημειώνω, για ότι αξίζει και πάλι, και το Παράρτημα του Ν.66(I)/2012, στο οποίο παρατίθενται ρητά όλα τα προηγούμενα νομοθετήματα που προνοούν για χρόνο παραγραφής και τα οποία καταργούνται δυνάμει του αρ. 29 και το οποίο Παράρτημα αναφέρει, ειδικά για το αρ.68 του Κεφ.148, ότι αυτό καταργείται «αλλά μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου». Από το συνδυασμό των πιο πάνω νομοθετημάτων που ήταν σε ισχύ την 09/05/12 που καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, αλλά και όπως επιβεβαιώθηκε μεταγενέστερα από το Ν.66(I)/2012, προκύπτει σε σχέση με το ισχύον δίκαιο, αφ' ενός ότι τυχόν αγώγιμα δικαιώματα στη βάση αμέλειας που υφίσταντο κατά την 01/06/05, διατηρήθηκαν «εκ νέου και από την αρχή» για την περίοδο που το Άρθρο 68 του Κεφ. 148 επιτρέπει, ήτοι, για τρία χρόνια από 01/06/2005, ήτοι μέχρι την 01/06/08 και αφ' ετέρου, ότι για όλα τα άλλα αστικά αδικήματα που θα προέκυπταν από την 01/06/05 και εντεύθεν, θα τύγχαναν εφαρμογής, «εκ νέου και από την αρχή», οι χρονικές προθεσμίες του αρ.68 Κεφ. 148. Αυτό ήταν και το ισχύον δίκαιο που ίσχυε κατά την καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 09/05/12 (βλ. πρόσφατη απόφαση ΧΡΙΣΤΑΚΗ ΦΩΤΙΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΔΙΑ ΤΟΥ ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ, Πολιτική Έφεση E5/2013, 15/5/2018) (βλ. επίσης Astor Manufacturing & Exporting Co κ. α. ν A. & G Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ. α.
(1993)1 Α.Α.Δ 726, N.S.K. Leather Plast Ltd κ. α. ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Α Α.Α.Δ 145, Marfin Popoular Bank Public Co Ltd v Maxdata Holdings Ltd
(2011)1Γ Α.Α.Δ. 2215). Στρεφόμενος τώρα στην εισήγηση του κ. Αποστολίδη ότι για σκοπούς εξέτασης του θέματος παραγραφής στην παρούσα υπόθεση θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η μεταβατική διάταξη του αρ.26 του Ν.66(I)/2012, σημειώνω τα εξής: Κατά πρώτο, το αρ.26 του Ν.66(I)/2012, συνιστά μεταβατική διάταξη ως προς την καταχώρηση αγωγών όπου «η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου». Η αναφορά στο αρ.26 ότι «καμιά αγωγή δεν εγείρεται.», υποδηλοί ότι η εν λόγω πρόνοια αφορά σε αγωγές που θα καταχωρούνταν μετά που ο Νόμος τέθηκε σε ισχύ, ήτοι μετά την 01/07/12 και όχι σε αγωγές που ήταν ήδη καταχωρημένες όπως η παρούσα. Για να ίσχυε το αντίθετο συμπέρασμα, η πρόθεση του Νομοθέτη θα έπρεπε να ήταν ρητή προς τούτο (βλ. Δημητρίου, Global, Φεσσά και Κασάπη ανωτέρω). Κατά δεύτερο, το Παράρτημα και το αρ. 29 του Νόμου, αναφέρουν ρητά ότι οι πρόνοιες του Νόμου, τουλάχιστο σε σχέση με αστικά αδικήματα, αντικαθιστούν τις πρόνοιες του αρ.68 Κεφ.148, «μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επισυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου». Η πρόθεση δηλαδή του Νομοθέτη ήταν να διατηρήσει την παραγραφή δυνάμει του αρ.68 μέχρι και την 01/07/12 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.66(I)/2012και απ' εκεί και πέρα να εφαρμοστούν οι διατάξεις του τελευταίου, περιλαμβανομένης και της μεταβατικής διάταξης του αρ. 26 (βλ. κατ' αναλογία Φεσσά και Κασάπη ανωτέρω). Κατά τρίτο, δυνάμει του αρ.29 και του Παραρτήματος του Ν.66(I)/2012, ο χρόνος κατάργησης του αρ. 68 Κεφ.148 και του Ν. 110(Ι)/2002 που διείπαν τα θέματα της παραγραφής αστικών αδικημάτων, καθορίζεται ρητά να είναι «.η ημερομηνία έναρξης της ισχύος του.(Ν.66(I)/2012).», ήτοι η 01/07/
- Κατά τρίτο και κυριότερο όμως, όπως ήδη ανέφερα, ο Ν.66(I)/2012 δεν υπήρχε ούτε κατά τον Ιούνιο 2008 που έλαβαν χώρα τα επίδικα γεγονότα αλλά ούτε και κατά τον ουσιώδη χρόνο καταχώρησης της παρούσας αγωγής, εφόσον θεσπίστηκε και τέθηκε σε ισχύ αργότερα, ήτοι την 01/07/
- Η εκάστοτε ρύθμιση συνεπώς, στην οποία αποφάσισε να προβεί ο Νομοθέτης για το θέμα της παραγραφής, ήταν όπως για οποιαδήποτε αγωγή για αστικό αδίκημα που καταχωρείτο μέχρι την 01/07/12, η παραγραφή θα εξετάζετο με βάση τις πρόνοιες του αρ.68 Κεφ.148 και του Ν. 110(Ι)/2002ενώ για αγωγές που θα καταχωρούνταν από την 01/07/12 που τέθηκε σε ισχύ ο Ν.66(I)/2012και μέχρι τις 27/12/15 που τροποποιήθηκαν για τελευταία φορά οι εκεί προβλεπόμενοι χρόνοι παραγραφής, εφαρμογής θα τύγχαναν οι πρόνοιες αυτού του Νόμου, υπό την επιφύλαξη όμως του αρ. 29 και του τότε εν ισχύ αρ.
- Σημειώνω εδώ ότι από της κατάργησης του αρ.26 με τον Ν. 207(I)/2015 στις 27/12/15, ο χρόνος παραγραφής για όλα τα αδικήματα, εκτός των περιπτώσεων όπου το αρ.29 ρητά αναφέρει ότι θα εφαρμόζονται οι χρόνοι των καταργηθέντων Νομοθετημάτων, «αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016» (βλ. αρ. 3 του Νόμου). Απ' όποια σκοπιά επομένως και αν ήθελε ιδωθεί η εισήγηση του κ. Αποστολίδη, αυτή δεν μπορεί να ευσταθεί και απορρίπτεται. Αντιθέτως, η εισήγηση των Εναγομένων περί παραγραφής του επίδικου αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων βρίσκει έρεισμα, εφόσον το επίδικο αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων καθορίζεται να έλαβε χώρα τον Ιούνιο 2008, η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε στις 09/05/12, ήτοι μετά την πάροδο τριών χρόνων και με βάση το ισχύον δίκαιο του αρ. 68 Κεφ.148, αυτό είχε πλέον παραγραφεί και ουδέποτε «αναβιώθηκε» με τον Ν.66(Ι)/12 ο οποίος ούτως ή άλλως θεσπίστηκε μεταγενέστερα της καταχώρησης της αγωγής. Σημειώνω τέλος για χάρη πληρότητας ότι, η καταχώρηση εκ μέρους των Εναγόντων, από τους ίδιους τότε δικηγόρους, της προγενέστερης αγωγής με αρ. XXXXX/2009, για τα ίδια με την παρούσα αγωγή, επίδικα γεγονότα και θεραπείες, εναντίον συνδεδεμένης με τους εδώ Εναγόμενους εταιρείας, δεν θα επέτρεπε ούτε εφαρμογή των προνοιών του αρ. 13 του Ν.66(Ι)/12 που αφορούν στις περιπτώσεις όπου αναστέλλεται ο χρόνος παραγραφής, πρόνοιες οι οποίες, εν πάσει περιπτώσει, δεν ίσχυαν κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής[3]. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, η υπό κρίση αξίωση των Εναγόντων κρίνεται παραγραμμένη με βάση το αρ. 68 Κεφ.148 όπως ίσχυε την 09/05/12, ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής και συνεπώς, κατ' εφαρμογή των λεχθέντων στην Φεσσά ανωτέρω, η κάθε περαιτέρω διαδικασία σε αυτή, αναστέλλεται. Ενόψει του ότι το θέμα της παραγραφής δεν είχε τεθεί κατά το αρχικό δικόγραφο των Εναγομένων αλλά προβλήθηκε μεταγενέστερα, κατόπιν τροποποίησης της Υπεράσπισης στις 24/10/13 και αφού είχαν προηγηθεί άλλες δικαστικές διαδικασίες για τις οποίες τα έξοδα είχαν ήδη επιδικασθεί προς όφελος των Εναγόντων (βλ. διαταγή 24/10/13), τα έξοδα της αγωγής, αφαιρουμένων όμως όλων των εξόδων που επιδικάστηκαν προς όφελος των Εναγόντων μέχρι την 24/10/13 και των εξόδων στα οποία αφορά η διαταγή της 24/10/13, επιδικάζονται προς όφελος των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η είσπραξη τους θα εξαιρείται της προαναφερόμενης αναστολής. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Αμέλεια - Αποζημιώσεις - Παραγραφή [1] Καμιά αγωγή δεν εγείρεται μετά την εκπνοή ενός έτους από την ημερομηνία ισχύος του παρόντος Νόμου, αν η βάση της αγωγής συμπληρώθηκε οποτεδήποτε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου, εκτός αν ο χρόνος μεταξύ της ημέρας κατά την οποία είχε συμπληρωθεί η βάση της αγωγής μέχρι την συμπλήρωση ενός έτους από την έναρξη της ισχύος του παρόντος Νόμου είναι μικρότερος από τον δυνάμει του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για το συγκεκριμένο δικαίωμα αγωγής, οπότε ο χρόνος παραγραφής είναι ο καθοριζόμενος από τον παρόντα Νόμο χρόνος. [2] Βλ. Ν. 150(I)/2017 [3] Ο χρόνος παραγραφής αναστέλλεται σε οποιανδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις: (α) Για όσο χρόνο ο ενάγων εμποδίστηκε από δικαιοστάσιο ή από λόγο ανώτερης βίας να εγείρει την αγωγή μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής· (β) για όσο χρονικό διάστημα μέσα στο τελευταίο εξάμηνο του χρόνου παραγραφής ο εναγόμενος ή πρόσωπο για το οποίο ο εναγόμενος υπέχει ευθύνη απέτρεψε τον ενάγοντα να εγείρει αγωγή· cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο