ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΚΟΥΣΙΗΣ ν. ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 1843/10, 8/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A1 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Η. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1843/10 Μεταξύ: ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΑΚΟΥΣΙΗΣ Ενάγοντας και ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ Εναγόμενη Ημερομηνία: 8 Ιανουαρίου, 2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Σ. Σταυρινίδης για Δ. Παναούτας & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.(για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Ζαχαρίου) Για την Εναγόμενη: κ. Γ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. (για ν΄ ακούσει απόφαση ο κ. Χ»Γεωργίου) ΑΠΟΦΑΣΗ
- Ο Ενάγοντας αξιώνει από την Εναγομένη, μεταξύ άλλων, το ποσό των €373.764 πλέον τόκους ως ζημιά που υπέστη λόγω της αμέλειας που επέδειξε η Εναγομένη στην εκτέλεση του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/04/2017 με το οποίο διατάχθηκε η πώληση των μετοχών του Ενάγοντα. Περαιτέρω επιζητεί αποζημιώσεις για απώλεια εισοδήματος και για δυσφήμιση λόγω της προώθησης της πτωχευτικής διαδικασίας σε βάρος του από μέρους της Εναγομένης και λόγω της μη προώθησης του διατάγματος πώλησης των μετοχών.
- Στην Έκθεση Απαίτησης, μεταξύ άλλων, αναφέρεται ότι η Εναγομένη (από τώρα θα καλείται η Τράπεζα) κατά η περί το 1998 παραχώρησε δάνειο στην εταιρεία Alpha Sports Center Ltd (από τώρα θα καλείται η εταιρεία). Στα πλαίσια αυτού ο Ενάγοντας εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της πιο πάνω εταιρείας ως επίσης για περαιτέρω εξασφάλιση ενεχυρίασε 449.350 μετοχές της εταιρείας Μινέρβα Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. Στη συνέχεια η Τράπεζα τερμάτισε την πιο πάνω συμφωνία δανείου και καταχώρησε την αγωγή με αριθμό 720/2003 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας εναντίον της εταιρείας και των εγγυητών. Ακολούθως στις 23/4/2007, στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής, εκ συμφώνου εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον της εταιρείας και των εγγυητών, μεταξύ αυτών και του Ενάγοντα, για το ποσό των €427.150,36 πλέον τόκους και έξοδα. Περαιτέρω εκδόθηκε διάταγμα πώλησης των πιο πάνω μετοχών του Ενάγοντα. Η εκτέλεση απόφασης αναστάληκε μέχρι την 23/10/2007 και από την αναστολή εξαιρείτο το δικαίωμα της Τράπεζας να καταχωρήσει Μemo. Ο Ενάγοντας προβάλλει, μεταξύ άλλων, ότι ζήτησε επανειλημμένως από την Τράπεζα την πώληση των μετοχών οι οποίες στο μεταξύ είχαν υπό διαιρεθεί σε 1.235,
- Η Τράπεζα όμως παρέλειψε να εκτελέσει το διάταγμα πώλησης των μετοχών όταν η τιμή της μετοχής ήταν σε ψηλά επίπεδα. Ισχυρίζεται ότι η παράλειψη αυτή ήταν προσχεδιασμένη. Η Τράπεζα προχώρησε εναντίον του με αίτηση πτώχευσης και στις 16/10/2009 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Η εκτέλεση του εν λόγω διατάγματος αναστάληκε μέχρι την 16/12/
- Ισχυρίζεται ότι με την έκδοση του εν λόγω διατάγματος τον έθεσαν στην χλεύη του επαγγελματικού του περιβάλλοντος αλλά και του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου ως ατόμου αφερέγγυου και ή ανίκανου να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Προβάλλει ότι προκλήθηκε σε αυτόν οικονομική ζημιά ως ελεγκτή - λογιστή καθότι υποχρεώθηκε να τερματίσει τις εργασίες του με αποτέλεσμα να απωλέσει την πελατεία του. Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι το ποσό το οποίο όφειλε στην Τράπεζα την 31/12/2007 ανερχόταν στο ποσό των €950.
- Η δε αξία των μετοχών κατά τον ίδιο χρόνο ήταν €407.
- Κατέβαλε την 24/07/2010 το ποσό των €1,050,000 για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους. Ισχυρίζεται ότι εάν η Τράπεζα πωλούσε τις μετοχές κατά την πιο πάνω ημερομηνία θα όφειλε το ποσό των €676.236 και όχι το ποσό των €1,050,
- Έτσι προβάλλει ότι υπέστη ζημιά για το ποσό των €373.764 πλέον τόκους και περαιτέρω αξιώνει αποζημιώσεις ως εκτίθενται πιο πάνω και αναγνωριστικές αποφάσεις όπως αυτές περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης.
- Η Τράπεζα στην Έκθεση Υπεράσπισης της, μεταξύ άλλων, προβάλει ότι είχε δικαίωμα αλλά όχι υποχρέωση πώλησης των ενεχυριασμένων αξιών. Ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας ουδέποτε απαίτησε την πώληση των εν λόγω μετοχών αλλά αντιθέτως παράκληση του ήταν να μην προχωρήσει η Τράπεζα με την πώληση των μετοχών. Όταν στις 23/2/2008 καταχωρήθηκε αίτηση για πώληση τους δυνάμει του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου, ο Ενάγοντας καταχώρησε ένσταση, με αποτέλεσμα αυτή να αποσυρθεί κατά την 3/4/
- Κατά ή περί τον Νοέμβριο του 2008 ο Ενάγοντας συμφώνησε προφορικά με την Εναγομένη όπως μέχρι την 15/12/2008 καταβάλει το ποσό των €900.000 προς πλήρη εξόφληση του εξ΄ αποφάσεως χρέους με την παράκληση του όπως μην ενεργοποιηθεί οποιαδήποτε διαδικασία πώλησης των μετοχών του. Αναφέρει δε ότι η Τράπεζα στις 13/02/2009 προχώρησε σε έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης εναντίον του και στις 14/04/2009 καταχωρήθηκε αίτηση πτώχευσης. Ακολούθως στις 16/10/2009 με τη συμφωνία και του Ενάγοντα εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του με αναστολή εκτέλεσης μέχρι την 16/12/
- Ο Ενάγοντας κατά ή περί την 27/04/2010 κατέβαλε στην Τράπεζα το ποσό των €1,047,300 για εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους και η τελευταία συγκατατέθηκε στην αποκατάσταση του και παρέδωσε τα έγγραφα αποδέσμευσης των ενεχυριασμένων μετοχών. Το διάταγμα παραλαβής ακυρώθηκε κατά ή περί την 06/05/
- Ισχυρίζεται ότι ο Ενάγοντας δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά και η απαίτηση του θα πρέπει να απορριφθεί.
- Στο πλαίσιο της ακροαματικής διαδικασίας δηλώθηκαν παραδεκτά γεγονότα τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου. Έχουν δε ως ακολούθως: α. Η Τράπεζα συμφώνησε να παρέχει τραπεζικές διευκολύνσεις στην εταιρεία Alpha Sports Center Ltd. Ο Ενάγοντας υπέγραψε ως εγγυητής και για περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων της εταιρείας ενεχυρίασε προς όφελος της Τράπεζας 449.350 μετοχές της Μινέρβας Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ (βλ. Τεκ. 2, 9, 10 και 11). β. Στις 23/04/2007 στα πλαίσια της αγωγής 720/03 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον της πιο πάνω εταιρείας για το ποσό των Λ.Κ. 354.200 με τόκο 9% από 01/12/2002 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και 31/12 κάθε χρόνου, ως επίσης εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον του Ενάγοντα στην παρούσα και άλλου προσώπου αλληλέγγυα και / ή ξεχωριστά με την πιο πάνω εταιρεία για το ποσό των Λ.Κ. 250.000 με τόκο 9% από 24/11/1998 μέχρι εξόφλησης με κεφαλαιοποίηση του τόκου την 30/06 και 31/12 κάθε χρόνου. Επιδικάστηκαν έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων για το ποσό των Λ.Κ. 5.037,50 με τόκο 8% επί του ποσού των Λ.Κ. 5000 από 18/02/2003 μέχρι εξόφλησης πλέον ΦΠΑ. Περαιτέρω εκδόθηκε διάταγμα πώλησης των 449.350 μετοχών της Μινέρβας Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ και όπως τα έσοδα από την πώληση διατεθούν προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους και οποιοδήποτε υπόλοιπο να διατεθεί προς όφελος του Ενάγοντα στην παρούσα. Η εκτέλεση απόφασης αναστάληκε μέχρι την 23/10/
- Από την πιο πάνω αναστολή εξαιρείτο μόνο το δικαίωμα της Τράπεζας να καταχωρήσει Memo στην περιουσία των Εναγομένων. (βλ. Τεκ.1). γ. Η Τράπεζα την 23/02/2008 στα πλαίσια της πιο πάνω αγωγής σε σχέση με τις πιο πάνω μετοχές καταχώρησε αίτηση για έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος ως επίσης και για κατακράτηση των πληρωτέων μερισμάτων (βλ. Τεκ. 3.1). Ο Ενάγοντας στην παρούσα στις 09/05/2008 καταχώρησε ένσταση (βλ. Τεκ. 3.2). Ακολούθως στις 03/04/2009 η πιο πάνω αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ της Τράπεζας και εναντίον του Ενάγοντα στην παρούσα για το ποσό των €6.076 πλέον ΦΠΑ. (βλ. Τεκ.4). δ. Οι πιο πάνω μετοχές για τις οποίες εκδόθηκε διάταγμα πώλησης αποδεσμεύτηκαν από την Τράπεζα με γνωστοποίηση αποδέσμευσης επί άυλων κινητών αξιών. (βλ. Τεκ. 5). ε. Η Τράπεζα στις 14/04/2009 καταχώρησε την αίτηση με αρ. 107/09 για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Ενάγοντα στην παρούσα αγωγή αφού προηγουμένως καταχωρήθηκε σχετική ειδοποίηση πτώχευσης. Στις 16/10/2009 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του Ενάγοντα. Η εκτέλεση του πιο πάνω διατάγματος αναστάληκε μέχρι την 16/12/
- (βλ. Τεκ.6). Ακολούθως στις 06/05/2010 το πιο πάνω διάταγμα ακυρώθηκε. (βλ. Τεκ.7) αφού προηγουμένως η Τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 27/04/2010 δήλωνε ότι δεν έφερνε ένσταση στην αποκατάσταση του σε σχέση με τις εξ' αποφάσεως οφειλές του στα πλαίσια των αγωγών 720/03 και 3637/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (βλ. Τεκ.8).
- Για στοιχειοθέτηση της απαίτησης έδωσε μαρτυρία ο ίδιος ο Ενάγοντας ο οποίος πέραν από τα παραδεκτά γεγονότα που περιγράφονται στην παράγραφο 4 ανωτέρω και τα οποία δεν χρήζουν επανάληψης, ανέφερε ότι οι 449.350 μετοχές υποδιαιρέθηκαν σε 1.123.375 μετοχές, στις οποίες προστέθηκαν άλλες 112.375 ως δώρο λόγω της υποδιαίρεσης και έτσι ανήλθαν σε 1.235.
- Παρουσίασε ανακοίνωση της εταιρείας Μινέρβα (βλ.Τεκ.12) ως επίσης και τίτλους μετοχών της εν λόγω εταιρείας (βλ.Τεκ.13, 14.1 και 14.2). Επισήμανε ότι η εταιρεία Alpha Sports Center Ltd καθυστέρησε την αποπληρωμή του δανείου και των τραπεζιτικών διευκολύνσεων που της παρείχε η Τράπεζα με αποτέλεσμα να τερματιστούν οι συμφωνίες και να καταχωρηθεί η αγωγή 720/03 του Επαρχιακού Δικαστηριού Λάρνακας (βλ.Τεκ.15). Ο Ενάγοντας την 08/07/2015 καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης στην πιο πάνω αγωγή (βλ. Τεκ.16). Ακολούθως στις 23/04/2007 εκ συμφώνου εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον του Ενάγοντα και άλλων προσώπων ως περιγράφεται πιο πάνω. Δήλωσε ότι μετά την έκδοση απόφασης ανέμενε να παρέλθει ο χρόνος αναστολής και όταν έληξε στις 23/10/2007 είχε κατ' επανάληψη επικοινωνία με τον κ. Α. Κουμέρα, διευθυντή της Εναγομένης στη Λάρνακα. Επισήμανε ότι ζήτησε από το εν λόγω πρόσωπο να πωληθούν οι μετοχές που παραχώρησε ως ενέχυρο στην Τράπεζα καθότι η τιμή τους ήταν σε ψηλά επίπεδα, οπόταν η πώληση τους θα επέφερε σημαντικό χρηματικό ποσό. Παρά τις διαβεβαιώσεις του συγκεκριμένου προσώπου ότι θα το εξέταζε και θα ενεργούσε ώστε να λυθεί το πρόβλημα των μετοχών, διαπίστωσε ότι δεν έγινε οποιαδήποτε ενέργεια για πώληση των μετοχών από μέρους της Εναγομένης. Ανέφερε ότι η Τράπεζα η οποία είχε τον πλήρη έλεγχο των μετοχών θα μπορούσε μετά την 23/10/2007 που έληξε η περίοδος της αναστολής της απόφασης να πωλήσει τις μετοχές, πλην όμως δεν το έπραξε. Ισχυρίστηκε ότι η παράλειψη της Τράπεζας ήταν προσχεδιασμένη και έγινε βάση σχεδίου ώστε να βρεθεί σε πλήρη οικονομική αδυναμία πληρωμής της απόφασης και έτσι να δοθεί η ευκαιρία να προχωρήσει η Εναγομένη στην λήψη Δικαστικών διαβημάτων εναντίον του. Επισήμανε ότι πληροφόρησε την Τράπεζα ότι οι προσπάθειες του για εσωτερικό δανεισμό δεν καρποφόρησαν και διευκρίνισε ότι η Τράπεζα έβαλε προσκόμματα στην δανειοδότηση του από το εξωτερικό. Δήλωσε ότι η Τράπεζα χωρίς να λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο εκτέλεσης προχώρησε αμέσως με τη διαδικασία πτώχευσης του. Έτσι την 16/10/2009 εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του το οποίο αναστάληκε μέχρι την 16/12/
- Ισχυρίστηκε ότι με τις ενέργειες αυτές, πρόθεση της Τράπεζας ήταν να τον συντρίψει οικονομικά. Ανέφερε ότι μετά την έκδοση του διατάγματος παραλαβής προέβη σε ενέργειες στο εξωτερικό για εξασφάλιση δανείου ύψους €1.000.000 το οποίο πέτυχε και όλα τα σχετικά έγγραφα συμπεριλαμβανομένης και της εγγυητικής στάληκαν στην Τράπεζα πλην όμως η τελευταία προέβαλλε διάφορα προσκόμματα για να μην υλοποιηθεί ο δανεισμός του από το εξωτερικό. Έτσι αρνήθηκαν τον δανεισμό του από Τράπεζα του Αζερμπαϊτζάν. Στη μαρτυρία του, μεταξύ άλλων, ανέφερε ότι ενόψει της έκδοσης διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του βρέθηκε εκτεθειμένος στην χλεύη του επαγγελματικού του περιβάλλοντος και του κοινωνικού συνόλου ως ατόμου αφερέγγυου και ανίκανου να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Η καταχώρηση της αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής του προκάλεσε οικονομική ζημιά καθότι δεν μπόρεσε να συνεχίσει ομαλά και απρόσκοπτα τις επαγγελματικές του δραστηριότητες ως ελεγκτής - λογιστής. Δυσφημίστηκε στον επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον ως πρόσωπο ανέντιμο και αναξιόπιστο στην εκπλήρωση των οικονομικών του υποχρεώσεων και τον απέκλεισαν από πελάτη πιστωτικών ιδρυμάτων. Στις 08/01/2010 καταχώρησε αίτηση για περαιτέρω αναστολή του διατάγματος παραλαβής μέχρι την 16/06/2010 με σκοπό να εντοπίσει χρήματα για εξόφληση των πιο πάνω υποχρεώσεων του (βλ.Τεκ.17.1). Ακολούθως εξασφάλισε δάνειο και την 27/04/2010 με τραπεζική επιταγή (βλ.Τεκ.18) κατέβαλε στην Τράπεζα το ποσό των € 1.050.000 και εξόφλησε όλες τις οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι της Τράπεζας. Στη συνέχεια καταχώρησε αίτηση για ακύρωση του διατάγματος παραλαβής (βλ.Τεκ.17.2.) και στις 06/05/2010 ακυρώθηκε το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του και έτσι αποκαταστάθηκε πλήρως. Στη γραπτή του δήλωση, η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρει ότι στην περίπτωση που η Τράπεζα προχωρούσε στην πώληση των μετοχών αμέσως μετά την 23/10/2007 θα εισέπραττε το ποσό των €778.
- Σε μεταγενέστερο στάδιο της κυρίως εξέτασης του, επισήμανε ότι η αξία της μετοχής κατά την πιο πάνω περίοδο ήταν 0,33 σεντς, η οποία ήταν η χαμηλότερη τιμή της περιόδου. Από την πώληση των 1.235.712 η Τράπεζα θα εισέπραττε το ποσό των €407.785 και έτσι θα όφειλε να καταβάλει στην Ενάγουσα το επιπλέον ποσό των €676.
- Λαμβάνοντας υπόψη ότι κατέβαλε στην Τράπεζα το ποσό των €1.050.000, προέβαλε ότι υπέστη ζημιά η οποία ανέρχεται στο ποσό των €373.764 το οποίο προέρχεται από την αφαίρεση του ποσού των €676.236 από το ποσό των €1.050.000 που κατέβαλε. Ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του ισχυρίστηκε ότι η Τράπεζα ήταν αμελής και με πρόθεση παρέλειψε να προβεί στην πώληση των μετοχών σύμφωνα με το διάταγμα του Δικαστηρίου σε συμφέρουσα τιμή ως είχαν υποχρέωση να πράξει ως λογική και συνετή παραλήπτης. Επίσης, τον εξέθεσε σε κίνδυνο ώστε να φαίνεται στον επαγγελματικό και κοινωνικό του περιβάλλον ως πρόσωπο αναξιόπιστο στις οικονομικές του υποχρεώσεις έναντι άλλων.
- Η Εναγομένη κάλεσε ως μάρτυρες τους Ε. Αναστασιάδου - Τζιακουρή και Π. Ηρακλέους, υπάλληλοι των Εναγόντων. Η μεν πρώτη κατά τον ουσιώδη χρόνο εργαζόταν στην Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών και ο δε δεύτερος στο Κέντρο Μεγάλων Επιχειρήσεων και Οργανισμών της Τράπεζας.
- Η κα Ε. Αναστασιάδου - Τζιακουρή ανέφερε ότι μετά την έκδοση της απόφασης, που περιγράφεται πιο πάνω, η Τράπεζα προσπάθησε να προχωρήσει στην πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών καταχωρώντας την 28/02/2008 αίτηση για έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος πλην όμως ο Ενάγοντας καταχώρησε ένσταση. Διευκρίνισε ότι η έκδοση του πιο πάνω διατάγματος ήταν επιβεβλημένη καθότι απαιτείτο από το Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου. Αρμόδια υπάλληλος του Χ.Α.Κ την πληροφόρησε σχετικά και γι' αυτό καταχωρήθηκε η πιο πάνω αίτηση. Η εν λόγω αίτηση αποσύρθηκε στις 03/04/
- Στη μαρτυρία της δήλωσε ότι στα πλαίσια διαπραγματεύσεων που έγιναν συναντήθηκε με τον Ενάγοντα την 24/09/2008 και 30/10/2008, δηλαδή μετά που επιδόθηκε σ΄ αυτόν ειδοποίηση πτώχευσης. Περαιτέρω κατά καιρούς είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες μαζί του και επίσης ήταν παρούσα σε όλες τις τηλεφωνικές συνομιλίες που είχε με την τότε επικεφαλής της υπηρεσίας της αφού το τηλέφωνο βρισκόταν σε ανοικτή ακρόαση. Επεσήμανε ότι ο Ενάγοντας δεν εξέφρασε την επιθυμία όπως η Τράπεζα πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές. Αντιθέτως ζητούσε να μην πωληθούν καθότι ως δήλωνε ήταν χαμηλή η αξία τους. Επίσης ουδέποτε έθεσε ζήτημα συμψηφισμού της αξίας τους με το εξ' αποφάσεως χρέος. Ανέφερε ότι ενώ εκκρεμούσε η ειδοποίηση πτώχευσης, κατά τον Νοέμβριο του 2008, ο Ενάγοντας συμφώνησε όπως καταβάλει στην Τράπεζα το ποσό των €900.000 μέχρι την 15/12/2008 προς πλήρη εξόφληση τόσο του εξ' αποφάσεως χρέους όσο και της αγωγής 3637/
- Περαιτέρω ζήτησε όπως η Τράπεζα μην προχωρήσει στην πώληση των μετοχών. Κατόπιν σχετικού αιτήματος, του η προθεσμία καταβολής του πιο πάνω ποσού παρατάθηκε μέχρι το τέλος Ιανουαρίου του
- Η Τράπεζα ετοίμασε σχετικό έντυπο αποδέσμευσης των μετοχών και το είχε στην κατοχή της μέχρι να λάβει το ποσό που συμφωνήθηκε. Ενόψει του γεγονότος ότι ο Ενάγοντας δεν κατέβαλε το ποσό σύμφωνα με τα πιο πάνω χρονοδιαγράμματα κατόπιν σχετικής αίτησης εκδόθηκε την 13/02/2009 δεύτερη ειδοποίηση πτώχευσης και ακολούθως στις 14/04/2009 καταχωρήθηκε αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του. Στις 16/10/2009 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του, η εκτέλεση του όποιου αναστάληκε μέχρι την 16/12/
- Δήλωσε ότι μετά την έκδοση του πιο πάνω διατάγματος ο Ενάγοντας συμφώνησε με την Τράπεζα όπως καταβάλει το ποσό του €1.000.000 μέχρι την 15/12/2009 για εξόφληση των πιο πάνω αγωγών. Ακολούθως ζήτησε από την Τράπεζα όπως τον δανειοδοτήσει και το δάνειο θα εξασφαλιζόταν με εγγυητική επιστολή Τράπεζας του εξωτερικού. Το τμήμα ανάκτησης χρεών τον παρέπεμψε στο αρμόδιο τμήμα της Τράπεζας για τα περαιτέρω. Ο δικηγόρος του Ενάγοντα πρότεινε την καταβολή του πιο πάνω ποσού μέχρι την 15/05/2010 πλην όμως αρχικά η σχετική πρόταση δεν έγινε αποδεκτή. Μετά από συζήτηση, συμφώνησαν την καταβολή του ποσού από τρίτο πρόσωπο μέχρι 15/05/2010 για εξόφληση τόσο του εξ' αποφάσεως χρέους όσο και της αγωγής 3637/
- Στη συνέχεια την 27/04/2010 το πιο πάνω ποσό καταβλήθηκε στην Τράπεζα και έτσι το εξ' αποφάσεως χρέος, το οποίο ανερχόταν στο ποσό του €1.049.983, ως επίσης και το ποσό, των €1047,30, που αφορούσε η αγωγή 3637/03, εξοφλήθηκαν πλήρως. Ακολούθως την ίδια ημέρα παρέδωσε στο πρόσωπο που κατέβαλε το πιο πάνω ποσό επιστολή της Τράπεζας με την οποία δήλωνε ότι δεν είχε ένσταση στην αποκατάσταση του Ενάγοντα στην παρούσα ως επίσης παράδωσε και την σχετική γνωστοποίηση αποδέσμευσης επί άλλων αξιών ημερομηνίας 13/01/
- Μετά τα πιο πάνω το διάταγμα παραλαβής που εκδόθηκε εναντίον του Ενάγοντα ακυρώθηκε την 06/05/
- Ο κ. Π. Ηρακλέους ανέφερε ότι γύρω στις αρχές Δεκεμβρίου του 2009 η υπηρεσία του ενημερώθηκε από την Υπηρεσία Ανάκτησης Χρεών ότι ο Ενάγοντας πρότεινε όπως δανειοδοτηθεί από την Τράπεζα για το ποσό του €1.000.000 με εξασφάλιση εγγυητική επιστολή της Royal Bank of Scotland για το ίδιο ποσό. Αντεξεταζόμενος επισήμανε ότι δεν μπορούσε να γνωρίζει κατά πόσο ο Ενάγοντας δήλωσε ότι θα παρουσίαζε εγγυητική επιστολή από Τράπεζα του Αζερμπαϊτζάν. Ανέφερε ότι οι ενέργειες για έγκριση της δανειοδότησης θα έπρεπε να λάμβαναν χώρα πριν την 16/12/2009 ώστε να μην ενεργοποιηθεί το διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του. Το σχετικό αίτημα εγκρίθηκε και το μόνο που απέμενε ήταν να προσκομίσει την εγγυητική της Τράπεζας. Παρουσιάστηκε εγγυητική επιστολή μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού δικτύου τραπεζικών πληρωμών (swift) όχι από την πιο πάνω Τράπεζα αλλά από την Eurobank Αζερμπαϊτζάν. Επισήμανε ότι η Τράπεζα δεν μπορούσε να προχωρήσει καθότι το πιο πάνω μήνυμα ήταν μη εξουσιοδοτημένο. Διευκρίνισε ότι για να αποδεχθεί η Τράπεζα ένα μήνυμα ως εγγυητική επιστολή θα πρέπει να έχει αποσταλεί με κλείδα αριθμών και αυτός είναι ο τρόπος που επιβεβαιώνεται η αυθεντικότητα του μηνύματος. Το αρμόδιο τμήμα της Τράπεζας απέρριψε τη φερόμενη εγγυητική και ενημέρωσε σχετικά την υπηρεσία του, το οποίο με την σειρά του ενημέρωσε προφορικά τον Ενάγοντα. Στη συνέχεια η Τράπεζα με επιστολή της ημερ. 04/01/2010 (βλ. Τεκ. 19) ενημέρωνε τον Ενάγοντα μεταξύ άλλων ότι δεν μπορούσε να ενεργήσει στη βάση ενός μη αυθεντικού μηνύματος και έτσι δεν μπορούσε να αποδεχτεί την πιο πάνω εγγυητική. Επίσης η Τράπεζα με μήνυμα της ημερομηνίας 21/01/2010 (βλ. Τεκ. 20) ενημέρωσε την Eurobank Αζερμπαϊτζάν ότι δεν παραχώρησε πιστωτικές διευκολύνσεις στον Ενάγοντα.
- Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγομένης αγορεύοντας κατ' αρχήν επισήμανε ότι η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση εκποίησης των μετοχών αλλά δικαίωμα. Ανεξάρτητα από αυτό, εισηγήθηκε ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να παρουσιάσει μαρτυρία που να καταδεικνύει ότι κατείχε 1.235,712 μετοχές και την αξία τους. Επίσης δήλωσε ότι η Τράπεζα δεν παραβίασε οποιοδήποτε καθήκον της και περαιτέρω ο Ενάγοντας δεν έχει επιτύχει να αποδείξει ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά από τη μη πώληση των μετοχών. Εκ διαμέτρου αντίθετη ήταν η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Ενάγοντα ο οποίος ανέφερε ότι ο τελευταίος έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση του στον απαιτούμενο βαθμό.
- Η απαραίτητη αξιολόγηση των μαρτύρων είναι επιβεβλημένη για την εξαγωγή των απαραίτητων συμπερασμάτων. Μέσα από τη ζωντανή και παλμώδη ατμόσφαιρα της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με ιδιαίτερη προσοχή όλους τους μάρτυρες και είναι σε θέση να αξιολογήσει την μαρτυρία τους με δείκτη μεταξύ άλλων τη λογικότητα της εκδοχής τους, την αμεσότητα και ευθύτητα των απαντήσεων τους αλλά και γενικότερα την όλη παρουσία τους στο ειδώλιο του μάρτυρα. Αντιφάσεις σε μικρολεπτομέρειες δεν αποδυναμώνουν μια κατά τα άλλα αξιόπιστη μαρτυρία αλλά αντιθέτως την ενδυναμώνουν με την έννοια ότι δεν υπήρξε προσχεδιασμός και ή συνεννόηση μεταξύ των μαρτύρων ως προς το τι θα κατέθεταν (βλ. Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 612 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Όπως έχει νομολογηθεί ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός εν όλω ή εν μέρει. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο (βλ. Κωνσταντίνου ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 219/12 Ημερ. 29.11.2013 και στις εκεί αναφερόμενες αυθεντίες). Το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του Ενάγοντα με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Επισημαίνεται ότι το Δικαστήριο έχει διέλθει με ιδιαίτερη προσοχή και ενδελέχεια το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του. 11.1 Προκύπτει από τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα ότι στις 18/02/2003 καταχωρήθηκε εναντίον του Ενάγοντα στην παρούσα και άλλων προσώπων η αγωγή με αριθμό 720/03 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας (βλ. Τεκ.15). Τέσσερα περίπου χρόνια μετά και ειδικότερα στις 23/04/2007 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον του Ενάγοντα στην παρούσα για το ποσό των Λ.Κ.250.000 πλέον τόκους και έξοδα ως επίσης διατάχθηκε και η πώληση των μετοχών. Η εκτέλεση της απόφασης αναστάληκε μέχρι την 23/10/
- Μετά τη λήξη της αναστολής η Τράπεζα στις 23/02/2008 καταχώρησε αίτηση για έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος σε σχέση με τις πιο πάνω μετοχές. Ο δε Ενάγοντας στην παρούσα έφερε ένσταση και στις 03/04/2009 η πιο πάνω αίτηση αποσύρθηκε και απορρίφθηκε με έξοδα σε βάρος του. Στη συνέχεια η Τράπεζα καταχώρησε αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής αφού προηγουμένως εκδόθηκε ειδοποίηση πτώχευσης. Στις 16/10/2009 εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του με αναστολή εκτέλεσης μέχρι την 16/12/
- Στη συνέχεια την 27/04/2010 το εξ' αποφάσεως χρέος εξοφλήθηκε και το διάταγμα παραλαβής ακυρώθηκε την 06/05/2010 κατόπιν σχετικής αίτησης του Ενάγοντα, αφού προηγουμένως η Τράπεζα με επιστολή της ημερομηνίας 27/04/2010 δήλωνε ότι δεν έφερνε ένσταση στην αποκατάσταση του. 11.2 Ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του, ανέφερε ότι μετά την λήξη της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης ζήτησε από τον κ. Α. Κουμέρα διευθυντή της Εναγομένης στη Λάρνακα να πωληθούν οι μετοχές καθότι η τιμή τους ήταν σε ψηλά επίπεδα. Παρά ταύτα η Εναγομένη δεν το έπραξε. Ισχυρίστηκε ότι η παράλειψη της Τράπεζας ήταν προσχεδιασμένη ώστε να βρεθεί σε πλήρη οικονομική αδυναμία πληρωμής του εξ' αποφάσεως χρέους και να δοθεί η ευκαιρία στην Εναγομένη στη λήψη δικαστικών διαβημάτων εναντίον του. Κατ' αρχήν πρόκειται για γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα που να οδηγούν στο πιο πάνω συμπέρασμα του Ενάγοντα ότι η παράλειψη της Τράπεζας ήταν προσχεδιασμένη για να τον φέρουν σε αδυναμία πληρωμής του εξ΄ αποφάσεως χρέους. 11.3 Περαιτέρω ισχυρίστηκε ότι η Τράπεζα χωρίς να λάβει οποιοδήποτε άλλο μέτρο εκτέλεσης προχώρησε με την διαδικασία πτώχευσης του. Προέβαλε ότι πρόθεση της Τράπεζας ήταν να τον συντρίψει οικονομικά. Η Τράπεζα μετά τη λήξη αναστολής εκτέλεσης της απόφασης δικαιωματικά προχώρησε στην έκδοση ειδοποίησης πτώχευσης. Με την εν λόγω ειδοποίηση κλήθηκε να πληρώσει το εξ' αποφάσεως χρέους ή να το εξασφαλίσει ή να το συμβιβάσει κατά τρόπο που να ικανοποιεί την πιστωτή. Δεν το έπραξε. Τότε η Τράπεζα λόγω της μη συμμόρφωσης του, προχώρησε στην καταχώριση αίτησης για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του και ο Ενάγοντας συγκατατέθηκε στην έκδοση του. Δεν μπορούν να γίνουν αποδεχτοί οι ισχυρισμοί του ότι η Τράπεζα επιθυμούσε να τον συντρίψει οικονομικά. Αντιθέτως διαπιστώνεται ότι η Τράπεζα συγκατατέθηκε όχι μόνο στην αναστολή της εκτέλεσης της απόφασης αλλά και στην αναστολή εκτέλεσης του διατάγματος παραλαβής. Πέραν δε τούτου ενέκριναν και την δανειοδότηση του υπό τον όρο ότι θα προσκόμιζε τραπεζική εγγύηση. 11.4 Ο Ενάγοντας προέβαλε τον ισχυρισμό ότι ζήτησε την πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Στις 23.4.2007 εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον του Ενάγοντα στην παρούσα όπως με λεπτομέρεια εκτίθεται πιο πάνω. Μετά την λήξη της αναστολής εκτέλεσης της απόφασης η Τράπεζα την 23.2.2008 καταχώρισε αίτηση για έκδοση επιβαρυντικού διατάγματος και ο Ενάγοντας καταχώρισε ένσταση. Αντεξεταζόμενος αποδέχθηκε ότι ο ουσιαστικός λόγος που έφερε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση ήταν διότι την θεώρησε αχρείαστη και για να μην επιβαρύνεται με έξοδα. Τονίζεται ότι η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με έξοδα υπέρ της Τράπεζας και εναντίον του Ενάγοντα στην παρούσα (βλ. Τεκ.4). Συνεπώς ο εν λόγω ισχυρισμός του κατατάσσεται κατ΄ ελάχιστον ως μη πειστικός. Όταν δε ρωτήθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης γιατί αποδέχθηκε να αποσυρθεί η αίτηση με έξοδα σε βάρος του αυτός απάντησε ως ακολούθως: «Έβλεπα την εχθρική στάση της τράπεζας εναντίον μου, δεν ήθελα να συνεχίσω αυτήν την κατάσταση. Είπα δεν είμαι πρόθυμος να παρουσιαστώ στο Δικαστήριο, με είχαν μειώσει αρκετά και δεν ήθελα ούτε να ξαναδώ ούτε να αντικρύσω συγκεκριμένο δικηγόρο που είχε υπόθεση της Ελληνικής Τράπεζας. Αυτή ήταν μια ανθρώπινη αντίδραση, δεν ήθελα να συνεχίσει .». Με την εν λόγω απάντηση του αναίρεσε τα όσα δήλωσε προηγουμένως ότι ο λόγος που είχε ένσταση ήταν και για να μην επιβαρυνθεί με έξοδα. Η μαρτυρία του χαρακτηριζόταν από παλινδρομήσεις. 11.5 Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η Τράπεζα έβαλε προσκόμματα στην δανειοδότηση του από το εξωτερικό. Και πάλι πρόκειται για γενικό και αόριστο ισχυρισμό. Στα πλαίσια δανειοδότησης του Ενάγοντα ο Π. Ηρακλέους ανέφερε ότι παρουσιάστηκε στην Τράπεζα εγγυητική επιστολή μέσω μηνύματος ηλεκτρονικού δικτύου τραπεζικών πληρωμών (swift) από την Eurobank Αζερμπαϊτζάν πλην όμως το εν λόγω μήνυμα κατατάχθηκε ως μη εξουσιοδοτημένο αφού έφερε κωδικό βάση του οποίου η Τράπεζα δεν μπορούσε να ενεργήσει. Επισημαίνεται ότι δεν αμφισβητήθηκε από τον Ενάγοντα τα όσα ανέφερε ο Π. Ηρακλέους ότι το εν λόγω μήνυμα ήταν μη εξουσιοδοτημένο. Συνεπώς για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή η πιο πάνω θέση του Ενάγοντα. 11.6 Οι μάρτυρες που κλήθηκαν από την Εναγομένη κ. Π. Ηρακλέους και κα. Ε. Αναστασιάδου Τζιακουρή ήταν μάρτυρες της αλήθειας. Δεν περιέπεσαν σε οποιαδήποτε αντίφαση ικανή να κλονίσει την αξιοπιστία τους καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Το γεγονός ότι ο Π. Ηρακλέους ανέφερε ότι πήραν οδηγίες από την υπηρεσία ανάκτησης χρεών της Τράπεζας με την οποία είχε διαβουλεύσεις ο Ενάγοντας ενώ η κα. Τζιακουρή δήλωσε ότι τον παρέπεμψαν σε κατάστημα της Τράπεζας αφού η υπηρεσία της δεν είχε τέτοια εξουσία, δεν πρόκειται για αντίφαση ικανή να κλονίσει την μαρτυρία των προσώπων που κλήθηκαν από την Εναγομένη. Αντιθέτως όπως έχει ήδη αναφερθεί η μαρτυρία τους χαρακτηρίζεται από ποιότητα. Απαντούσαν με αμεσότητα και ευθύτητα στις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν. Ήταν μάρτυρες της αλήθειας και συνακόλουθα το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία τους. 11.7 Περαιτέρω ο Ενάγοντας στη μαρτυρία του προέβαλε ότι ενόψει της έκδοσης του διατάγματος παραλαβής βρέθηκε εκτεθειμένος στη χλεύη του επαγγελματικού του περιβάλλοντος και του κοινωνικού συνόλου ως ατόμου αφερέγγυου και ανίκανου να ανταποκριθεί στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Έτσι η Τράπεζα, ως ανέφερε, του προκάλεσε απώλεια και ζημιά. Στην προκείμενη περίπτωση με βάση τα παραδεκτά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα εκ συμφώνου εκδόθηκε Δικαστική απόφαση. Ακολούθως εκδόθηκε ειδοποίηση πτώχευσης. Ο Ενάγοντας δεν συμμορφώθηκε με αυτήν και διέπραξε πράξη πτώχευσης. Στην συνέχεια εκ συμφώνου εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής της περιουσίας του με αναστολή εκτέλεσης. Ο Ενάγοντας δεν πρέπει να μέμφεται άλλους για τις δικές του πράξεις και παραλείψεις. 11.8 Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι ο ενάγοντας ενεχυρίασε προς όφελος της Τράπεζας 449.350 μετοχές. Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι οι 449.350 μετοχές της εταιρείας Μινέρβα υπόδιαιρέθηκαν σε 1.123.375, στις οποίες προστέθηκαν ως δώρο 112.375 και έτσι οι μετοχές που ενεχυριάστηκαν ανήλθαν σε 1.235.
- Κατ' αρχήν αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι για περαιτέρω εξασφάλιση του δανείου που συνήψε η εταιρεία Alpha Sports Center Ltd ο Ενάγοντας ενεχυρίασε προς όφελος της Τράπεζας 449.350 μετοχές της Μινέρβα Ασφαλιστικής Εταιρείας Λτδ. Επισημαίνεται ότι ο Ενάγοντας ενεχυρίασε προς όφελος της Εναγομένης στις 18/11/1998 20.100 μετοχές (βλ. Τεκ.2), στις 18/12/1998 34.300 μετοχές (βλ. Τεκ.9) στις 09/03/1999 29.000 μετοχές και ακολούθως στις 22/03/1999 80.000 μετοχές (βλ. Τεκ.11). Όλες οι πιο πάνω μετοχές συμποσούνται σε 163.
- Όπως ο ίδιος ο Ενάγοντας δήλωσε την 01/03/2000 έγινε υποδιαίρεση των μετοχών της εταιρείας με παράγοντα 2,5 ως επίσης για κάθε μέτοχο δόθηκε μια δωρεάν μετοχή για κάθε 10 που κατείχαν κατά την πιο πάνω ημερομηνία (βλ. Τεκ.12). Πολλαπλασιάζοντας το σύνολο των μετοχών (163.400) με τον παράγοντα 2,5, ανέρχονται σε 408.
- Ακολούθως για να εξευρεθεί ο αριθμός των μετοχών που θα δίδονταν δωρεάν θα πρέπει να διαιρεθούν οι 408.500 με τον αριθμό 10 και έτσι διαπιστώνεται ότι οι δωρεάν μετοχές ανέρχονταν στις 40.
- Προσθέτοντας τις 408.500 με τις 40.850 διαφαίνεται ότι ο αριθμός των 449.350 ενεχυριασμένων μετοχών προέκυψε ως αποτέλεσμα της υποδιαίρεσης που έγινε την 01/03/
- Συνεπώς το υποκείμενο της υποδιαίρεσης δεν ήταν οι 449.350 μετοχές όπως ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας. Εξ΄ άλλου σε κάποιο στάδιο της αντεξέτασης ανέφερε ότι θα πρέπει να ελέγξει εκ νέου τις μετοχές που ενεχυριάστηκαν προς όφελος της Τράπεζας. Παρέλειψε να παρουσιάσει με την απαραίτητη λεπτομέρεια και επάρκεια που απαιτείται γεγονότα τα οποία να καταδεικνύουν ότι οι μετοχές που ενεχυριάστηκαν προς όφελος της Τράπεζας ανέρχονται σε 1.235.
- Συνεπώς ο σχετικός ισχυρισμός του δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός. 11.9 Ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι η αξία της μετοχής κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν 0,33σεντς η κάθε μια. Κατέληξε στην πιο πάνω αξία καθότι την θεώρησε ως λογική ενόψει του γεγονότος ότι εμφανιζόταν συχνά στους πίνακες του χρηματιστηρίου. Και πάλι πρόκειται για γενικό, αόριστο και ατεκμηρίωτο ισχυρισμό. Πρόκειται για μια γυμνή δήλωση του η οποία δεν υποστηρίχθηκε καθ΄ οιονδήποτε τρόπο. Τυχόν αποδοχή της, η κρίση του Δικαστηρίου θα ήταν αιχμάλωτη σε γενικές και αόριστες δηλώσεις χωρίς την παραμικρή δυνατότητα ελέγχου είτε από το Δικαστήριο είτε από τον αντίδικο. Πέραν δε τούτου η πιο πάνω αναφορά πρόκειται για εξ΄ ακοής μαρτυρία. Η εξ΄ ακοής μαρτυρία δεν αποκλείεται από οποιαδήποτε διαδικασία απλώς και μόνο διότι αυτή είναι εξ΄ακοής (βλ. Άρθρο 24 του περί Απόδειξης Νόμου). Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που θα προσδοθεί σε αυτήν, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη μεταξύ άλλων, κατά πόσο θα ήταν εύλογο και εφικτό να είχε κλητευθεί ως μάρτυρας στην διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση (βλ. Άρθρο 27
(2)(α) του πιο πάνω Νόμου). Ανεξάρτητα όμως από τα πιο πάνω κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται σ΄ αυτήν, το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη κατά πόσο ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (βλ. Άρθρο 27
(3)του πιο πάνω Νόμου). Στην προκείμενη περίπτωση αμφισβητήθηκε από μέρους της Εναγομένης ότι η αξία της μετοχής ήταν 0,33σεντς. Ο Ενάγοντας θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε. Συνεπώς η σχετική αναφορά του σε σχέση με την αξία της μετοχής δεν γίνεται αποδεκτή. 11.10 Για τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω η μαρτυρία του Ενάγοντα δεν γίνεται αποδεκτή. Πέρα δε τούτου η όλη παρουσία του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν ήταν θετική. Χαρακτηριζόταν από παλινδρομήσεις, γενικότητες και αοριστίες. Απέτυχε, μεταξύ άλλων, να παρουσιάσει μαρτυρία πειστική ότι ζήτησε από την Τράπεζα την πώληση των μετοχών, ότι η Τράπεζα ήταν αμελής και ότι υπέστη απ΄ αυτήν οποιανδήποτε ζημιά. 12. Τα έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών (βλ. Τεκ.2,9,10,11) προνοούν ότι σε περίπτωση μη πληρωμής από τον πρωτοφειλέτη των υποχρεώσεων που εξασφαλίζονται με την ενεχυρίαση, η Τράπεζα θα έχει το απόλυτο δικαίωμα και την ανέκκλητη εξουσιοδότηση να πωλεί αμέσως τις ενεχυριαζόμενες μετοχές. Με βάση τα πιο πάνω έγγραφα η Τράπεζα δεν είχε υποχρέωση αλλά δικαίωμα πώλησης των ενεχυριαζόμενων μετοχών και η μη άσκηση του δικαιώματος αυτού δεν είχε οποιαδήποτε συνέπεια στις υποχρεώσεις του Ενάγοντα έναντι της (βλ. Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1Β Α.Α.Δ. 1238 και Γεωργίου ν. Ellinas Finance Ltd κ.α., Πολ. Έφεση 351/10 ημερ.19.11.
- Στην προκείμενη περίπτωση ο Ενάγοντας προβάλλει ότι η Τράπεζα παρέλειψε να πωλήσει τις μετοχές στα πλαίσια του Διατάγματος του Δικαστηρίου και όχι στα πλαίσια των όρων των εγγράφων ενεχυρίασης. Η εκτέλεση δικαστικής απόφασης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της δίκης (βλ.Hornsby v. Greece
(1997)24 E.H.R.R. 250) και εμπίπτει κάτω από την σφαίρα του άρθρου 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και του άρθρου 30.2 του Συντάγματος τα οποία προστατεύουν το δικαίωμα στην δίκαια δίκη. Η εκτέλεση δικαστικής απόφασης και διατάγματος τα οποία απαιτούν συμμόρφωση επαφίεται στην πρωτοβουλία του επιτυχόντα διαδίκου (βλ. Zuckerman on Civil Procedure Principle of Practice, 2nd Edition, §22.92). Εναπόκειται σ΄ αυτόν να λάβει τα αναγκαία διαβήματα για την εκτέλεση της. Στην προκείμενη περίπτωση εκδόθηκε απόφαση υπέρ της Τράπεζας και εναντίον του Ενάγοντα για συγκεκριμένο ποσό και περαιτέρω διατάχθηκε η πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Επισημαίνεται ότι η οπισθογράφηση του Διατάγματος δεν απευθυνόταν στην Τράπεζα αλλά στον Ενάγοντα. Η Τράπεζα δεν προέβηκε στην πώληση των ενεχυριασμένων μετοχών. Το εξ΄ αποφάσεως χρέος δεν είχε εξοφληθεί και όταν η απόφαση κατέστη εκτελεστή, τότε η Τράπεζα δικαιωματικά προχώρησε με τα μέσα που της παρέχει ο Νόμος. Επέλεξε σε κάποιο στάδιο να αποστείλει ειδοποίηση πτώχευσης και στην συνέχεια να καταχωρίσει αίτηση για έκδοση διατάγματος παραλαβής της περιουσίας του Ενάγοντα, το οποίο τελικά εκδόθηκε. Ο Ενάγοντας εξόφλησε το εξ΄ αποφάσεως χρέος και αποδεσμεύθηκαν οι μετοχές. Στη συνέχεια κατόπιν σχετικής αίτησης ακυρώθηκε το πιο πάνω διάταγμα παραλαβής. Ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί ότι η Τράπεζα είχε υποχρέωση να πωλήσει τις ενεχυριασμένες μετοχές και δεν το έπραξε, ο Ενάγοντας παρέλειψε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία της μη πώλησης των μετοχών από την Τράπεζα. 14. Για όλους τους λόγους που εξηγούνται πιο πάνω ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει την απαίτηση του στον απαιτούμενο βαθμό. Συνακόλουθα η αγωγή απορρίπτεται. Αναφορικά με τα έξοδα. Έχοντας υπόψη το αποτέλεσμα, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγομένης και εναντίον του Ενάγοντα όπως αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ηλ. Γεωργίου, Α.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής ./Ε.Α. Αναφορά: Τελική/Παράλειψη Πώλησης Μετοχών Subject: Final/Paralipsi Polisis Metoxon cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο