← Κύπρος

Αναφορικά με την Αίτηση της Παναγιώτας Γεωργίου Λύτρα και Κλεοπάτρας Γεωργίου Λύτρα-Κατσιάρη ν. Αναφορικά με την Εταιρεία ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ

Αναφορικά με την Αίτηση της Παναγιώτας Γεωργίου Λύτρα και Κλεοπάτρας Γεωργίου Λύτρα-Κατσιάρη ν. Αναφορικά με την Εταιρεία ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α/ΦΟΙ Γ.Χ.Γ. ΛΥΤΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Γενική Αίτηση: 42/2017, 26/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A20 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 42/2017 Αναφορικά με τον Περί Εταιρειών Νόμο - Κεφ. 113 -και- Αναφορικά με την Εταιρεία ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α/ΦΟΙ Γ.Χ.Γ. ΛΥΤΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΗΕ136386, εκ Αθηαίνου. -και- Αναφορικά με την Αίτηση της Παναγιώτας Γεωργίου Λύτρα και Κλεοπάτρας Γεωργίου Λύτρα-Κατσιάρη, εκ Αθηαίνου, μέτοχοι και πιστωτές της Εταιρείας ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α/ΦΟΙ Γ.Χ.Γ. ΛΥΤΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΗΕ136386, εκ Αθηαίνου. Ημερομηνία: 26/1/

  1. Εμφανίσεις: Για Αιτητές: Η κα. Γ. Χαραλαμπίδου για Παύλος Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ Για Καθ'ής η αίτηση: Ο κ. Ευριπίδης Μάνουλος για Χ. Τριανταφυλλίδης ΔΕΠΕ Για Πιστωτή -USB Bank PLC: Η κα. Ιωάννου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ (Α) EΙΣΑΓΩΓΗ Η παρούσα αίτηση ανήκει στην κατηγορία των πρωτογενών αιτήσεων που είναι γνωστές και ως 'Petitions'. Μέσα στα πλαίσια αυτής οι Παναγιώτα Γεωργίου Λύτρα και Κλεοπάτρα Γεωργίου Λύτρα-Κατσιαρή (στο εξής «οι αιτήτριες», όπου γίνεται όμως ξεχωριστή αναφορά σε μία έκαστην εξ΄αυτών θα προσδιορίζονται ως «αιτήτρια 1 και 2» αντιστοίχως) αξιώνουν από το Δικαστήριο τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Όπως η εταιρεία ΓΕΩΡΓΟΚΤΗΝΟΤΡΟΦΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Α/ΦΟΙ Γ.Χ.Γ. ΛΥΤΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΗΕ136386, εκ Αθηαίνου (στο εξής «η εταιρεία») τεθεί υπό καθεστώς εκκαθάρισης σύμφωνα με τις διατάξεις του Περί Εταιρειών Νόμου - Κεφ.
  2. Β. Όπως το Σεβαστό Δικαστήριο εκδώσει οποιοδήποτε άλλο Διάταγμα και/ή Διαταγή την οποία ήθελε κρίνει δίκαιη και πρέπουσα υπό τις περιστάσεις. Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας 1-9, στον Περί Εταιρειών Νόμο - Κεφ. 113 (στο εξής «ο Περί Εταιρειών Νόμος»), στα άρθρα 203, 209, 211(ε)(στ), 212 και 212(α), 213

(1), 214, 216, 217, 218
(2), 221, 226, 227 και 333, στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς, στη Νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων η οποία είναι σχετική με τα ζητήματα που αναδύονται από την παρούσα Αίτηση, στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και στις συμφυείς εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η εκκαθάριση της εταιρείας αναφέρονται στο σώμα της αίτησης και στηρίζονται σε ισχυρισμούς γεγονότων που παρατίθενται στην ένορκη δήλωση, της αιτήτριας
  1. Δεν θα αναφέρω αναλυτικά τους λόγους για τους οποίους ζητείται η εκκαθάριση της εταιρείας, εφόσον αυτοί επαναλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας 1, η οποία συνοψίζεται αμέσως κατωτέρω. Επί της ουσίας η αίτηση εκκαθάρισης ζητείται στη βάση δύο λόγων. Ο 1ος λόγος αφορά το γεγονός ότι η καθ'ής η αίτηση είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και τις οφειλές της έναντι των αιτητριών και ο 2ος λόγος για το γεγονός ότι οι αιτήτριες, ως μέτοχοι μειοψηφίας της εταιρείας, υφίστανται καταπίεση από τους υπόλοιπους μετόχους πλειοψηφίας. Συνοψίζοντας στο βαθμό που επιτρέπεται, την, μεγάλη σε έκταση, ένορκη δήλωση της ομνύουσας, αναφέρονται τα ακόλουθα: 1) Οι αιτήτριες, είναι μέτοχοι, έκαστη εξ΄αυτών, σε ποσοστό 20% της εταιρείας. Η εταιρεία έχει εγγραφεί στις 18.2.
  2. Η ίδια ήταν πρώην γραμματέας (Τεκμήριο 4) και διευθυντής της εταιρείας και σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της έχει παυθεί στις 17.10.14 (Τεκμήριο 3) από τους άλλους δύο μετόχους πλειοψηφίας κατά τρόπο παράνομο. 2) Από την ίδρυση της εταιρείας μέτοχοι ήταν ο πατέρας της και τα αδέλφια του, Χρίστος και Γαβριήλ Λύτρα (στο εξής «οι μέτοχοι πλειοψηφίας») κατά 30%. Ιθύνων νους της εταιρείας ήταν ο πατέρας της Γεώργιος Λύτρας μέχρι και το θάνατο του που επεσυνέβη στις 26.3.
  3. Διευθυντές της εταιρείας ήταν ο πατέρας της και οι μέτοχοι πλειοψηφίας. Πρόεδρος και εκτελεστικός διευθυντής ήταν επίσης ο πατέρας της (Τεκμήριο 5). Η εταιρεία ασχολείται με την παραγωγή γάλακτος και κρέατος. 3) Στις 7.3.2014 ο πατέρας της μεταβίβασε τις μετοχές του σε δύο ίσα μερίδια, στην ίδια και στην αιτήτρια
  4. Μέχρι την ημέρα του θανάτου του πατέρα της δεν υπήρχε διαφωνία στη διαχείριση της εταιρείας και οι μέτοχοι πλειοψηφίας ουσιαστικά ήταν βοηθοί του και είχαν δεχθεί κατανομή των ρόλων τους με βάση ειδικό ψήφισμα της εταιρείας (Τεκμήριο 7). Σύμφωνα με αυτό οποιαδήποτε τροποποίηση του ειδικού ψηφίσματος, δηλαδή οποιαδήποτε τροποποίηση της πρακτικής της εταιρείας, θα απαιτείτο ειδική πλειοψηφία του 70% των μετόχων της εταιρείας. Επίσης προνοείτο ότι το ειδικό ψήφισμα και το περιεχόμενο αυτής δεσμεύει τους εκδοχείς, κληρονόμους και αντιπροσώπους των μελών της εταιρείας. 4) Πριν την σύσταση της εταιρείας αρχικά είχε ιδρυθεί η ομόρρυθμη εταιρεία Γεωργοκτηνοτροφική Εταιρεία Αδελφοί Λύτρα με συνεταίρους τα τρία αδέρφια Γεώργιο Λύτρα (40%), Χρίστος Λύτρα (30%) και Γαβριήλ Λύτρα (30%) (Τεκμήρια 10 και 11). Η Ομόρρυθμη Εταιρεία (Συνεταιρισμός) χειριζόταν, μεταξύ άλλων, την φάρμα αγελάδων και είχε και διατηρεί ακίνητη ιδιοκτησία που καλλιεργείτο και καλλιεργείται για τροφοδοσία των ζώων. Στις 07/03/2014 ο πατέρας της μεταβίβασε και τα μερίδια του στον πιο πάνω συνεταιρισμό ανά 20% στην ίδια και στην αιτήτρια
  5. Με την ίδρυση της εταιρείας όλες οι δραστηριότητες του ομόρρυθμου συνεταιρισμού μεταφέρθηκαν σε αυτή (Τεκμήριο 14). 5) Μέσα στο καλοκαίρι του έτους 2015 οι άλλοι δύο μέτοχοι του Ομόρρυθμου Συνεταιρισμού Χρίστος και Γαβριήλ Λύτρα εκίνησαν την Αγωγή υπ' αριθμό 4108/2015 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εναντίον, μεταξύ άλλων, της της ίδιας και της Αιτήτριας 2 με αντικείμενο την διεκδίκηση ίσης συμμετοχής σε αυτήν, σε ποσοστό 33,33% έκαστος. Ισχυρίστηκαν, μεταξύ άλλων, δόλο και παρανομίες στην μεταβίβαση του 40% του Συνεταιρισμού. Η εν λόγω αγωγή, εν τέλει, απορρίφθηκε (Τεκμήριο 13). 6) Σχεδόν από την επομένη του θανάτου του πατέρα της άρχισε ένας ψυχολογικός και οικονομικός πόλεμος εναντίον τους με απειλές και εκδικητικές ενέργειες από τους μετόχους πλειοψηφίας. 7) Η λειτουργία της φάρμας άρχισε να γίνεται σε πλήρη άγνοια της κατά σαφή καταστρατήγηση του καταστατικού και χωρίς την σύγκληση συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου ή Γενικής Συνελεύσεως. Μέχρι την ημερομηνία που λειτουργούσε ως Γραμματέας δεν έγινε νομότυπη συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου και δεν τηρήθηκαν οποιαδήποτε πρακτικά. Ουδέποτε επίσης ειδοποιήθηκε να συγκαλέσει Διοικητικό Συμβούλιο. Περαιτέρω μετά τον θάνατο του πατέρα της ουδέποτε συνεκλήθη τακτική ή έκτακτη Γενική Συνέλευση. 8) Εις την ουσία η Διοίκησης της Εταιρείας γίνεται από τους μετόχους πλειοψηφίας με "Γραμματέα" την Έλενα Γαβριήλ Λύτρα, θυγατέρα του Γαβριήλ Λύτρα. Ουδέποτε παρευρέθηκε ή κλήθηκε να παρευρεθεί σε συνεδρία του Διοικητικού Συμβουλίου ή σε Γενική Συνέλευση που είχε ως σκοπό ή ένα από τους σκοπούς την παύση της από Γραμματέα της Εταιρείας ή τον διορισμό της Έλενας Λύτρα ως νέου Γραμματέα. 9) Ενώ περί το δεύτερο δεκαπενθήμερο του μήνα Μάιου του έτους 2014 και ενώ η ίδια ήταν ακόμη Διευθυντής και Γραμματέας της εταιρείας οι μέτοχοι πλειοψηφίας συνέχισαν να λειτουργούν τον τρεχούμενο λογαριασμό της εταιρείας στην ΣΠΕ Αλληλεγγύης Λτδ χωρίς να απαιτείτο πλέον η υπογραφή της και χωρίς η ίδια να τύχει οποιασδήποτε ενημέρωσης για το γεγονός αυτό. 10) Η ίδια εξακολουθεί να είναι και εγγυήτρια των χρεών της εταιρείας. Δεν ειδοποιείται όμως ούτε για τις πληρωμές ούτε για τις καταθέσεις που αφορούν την εταιρεία. Κατά παράδοξο τρόπο η Έλενα Γαβριήλ Λύτρα εξασφάλισε κωδικό και έχει πρόσβαση σε όλους τους λογαριασμούς της εταιρείας. 11) Περαιτέρω εντελώς αδικαιολόγητα η Έλενα Γαβριήλ Λύτρα και ο Νίκος Χρίστου Λύτρα, υιός του Χρίστου Λύτρα, που δεν είχαν ή έχουν διευθυντική θέση στην εταιρεία, απαίτησαν από τον τότε δικηγόρο της εταιρείας να τους ενημερώσει για τις υποθέσεις και δικαιοπραξίες που χειριζόταν το γραφείο του και είχαν σχέση με την εταιρεία (Τεκμήριο 18). 12) Πέραν τούτου της δόθηκε επίσημη ειδοποίηση τερματισμού λειτουργίας του τμήματος όπου εργαζόταν (λογιστικό τμήμα της εταιρείας), με σχετική επιστολή ημερομηνίας 11/01/2017 (Τεκμήριο 20), και μελλοντικής μεταφοράς της σε άλλο τμήμα, που μέχρι σήμερα δεν της έχει κατονομαστεί. 13) Όταν της δόθηκε η ειδοποίηση τερματισμού λειτουργίας του τμήματος αποτάθηκε στις θυγατέρες των μετόχων πλειοψηφίας ζητώντας διευκρινίσεις, πλην όμως τα εν λόγω πρόσωπα της ανάφεραν ότι η ίδια δεν έχει κανένα δικαίωμα να γνωρίζει οποιεσδήποτε περαιτέρω λεπτομέρειες, καθώς επίσης και ότι η ίδια δεν έχει, πλέον, οποιαδήποτε δικαιώματα στην εταιρεία (Τεκμήριο 21). 14) Ο λόγος που της δόθηκε η επιστολή αυτή ήταν γιατί οι μέτοχοι πλειοψηφίας είχαν πρόθεση να μεταφέρουν τις λογιστικές εργασίες στο γραφείο της Έλενας Γαβριήλ εις το σπίτι της (Eletra Auditing Services Ltd) στην οδό Παύλου Μελά 14, 7600 Αθηαίνου (εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας). Απώτερος στόχος ήταν η αφαίμαξη της Εταιρείας για προσωπικό της όφελος (σχετικό είναι το Τεκμήριο 23 που αναφέρεται για χρέωση και αμοιβή €7.310 για Επαγγελματικές Υπηρεσίες για τα έτη 2009-2013 από την πιο πάνω εταιρεία). Για την πιο πάνω περίοδο η ίδια επιβεβαιώνει ότι ποτέ δεν της ανατέθηκε καμία ευθύνη από την εταιρεία για διεξαγωγή οποιονδήποτε εργασιών. Εν τούτοις όμως το ποσό αυτό καταβλήθηκε από την εταιρεία. 15) Επίσης ενώ εκδόθηκε τιμολόγιο ημερομηνίας 31/08/2015 (Τεκμήριο 23Γ) για το ποσό των €1.428 από την Εταιρεία Eletra Auditing Services Ltd προς την Εταιρεία και ακολούθως εκδόθηκε επιταγή, ημερομηνίας 31/8/2015 (Τεκμήριο 23Δ), στο όνομα της εν λόγω εταιρείας, διά πληρωμή του εν λόγω τιμολογίου, η εν λόγω επιταγή ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε με επιταγή, ημερομηνίας 02/09/2015 (Τεκμήριο 23Δ), που εκδόθηκε προς τον Γεώργιο Καλαποδά, σύζυγο της Έλενας Γαβριήλ Λύτρα. 16) Επίσης επιβεβαιώνει ότι στην Έλενα Γαβριήλ Λύτρα ουδέποτε ανατέθηκε ποτέ οιαδήποτε λογιστική εργασία, εντούτοις όμως στο λογιστικό τμήμα παραλάμβαναν τιμολόγια κάθε μήνα προς πληρωμή της. 17) Αναφέρει επίσης ότι ενώ η υποβολή Δήλωσης Εργοδότη για το φορολογικό έτος 2012 υποβλήθηκε από την Κατερίνα Θεοφάνους, υπάλληλο του λογιστηρίου της Εταιρείας, στις 29/07/2013 (Τεκμήρια 25Β και 25Γ), κατ' έκπληξη της ως υπεύθυνη λογιστηρίου διαπίστωσε ότι η Έλενα Γαβριήλ Λύτρα επέμβηκε αυθαίρετα και τροποποίησε την εν λόγω Δήλωση Εργοδότη υποβάλλοντας τα δικά της προσωπικά στοιχεία (Τεκμήριο 25Δ). 18) Μια άλλη εχθρική ενέργεια προς την ίδια ήταν όταν αυθαίρετα της μείωσαν τον μισθό της κατά €740 μηνιαίως χωρίς οποιαδήποτε αιτιολογία (Τεκμήρια 26Α και 26Β, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 27Α και 27Β, ΤΕΚΜΗΡΙΟ 28Α και 28Β , ΤΕΚΜΗΡΙΟ 29Α και 29Β). Ουδεμία αποκοπή υπήρξε από κανένα άλλο. Αντίθετα, το 2016 δόθηκε αναδρομική πληρωμή για το ποσό των €14.000 (Τεκμήρια 30Α, 30Β και 30Γ) για δήθεν άδειες που δεν έλαβε ο Κώστας Γαβριήλ Λύτρας, αδερφός της Έλενας Γαβριήλ Λύτρα. Περαιτέρω στο ίδιο πρόσωπο, δηλαδή τον Κώστα Γαβριήλ Λύτρα, στις 08/09/2016 (Τεκμήριο 31) δόθηκε επιπλέον πληρωμή €1.700 για δήθεν επιπλέον εργασία (overtime) που ουδέποτε έλαβε χώρα. 19) Επίσης ο Νίκος Χρίστου Λύτρα, υιός του Χρίστου Λύτρα (μετόχου πλειοψηφίας), καταχώρησε αίτηση, ενώπιον του Δικαστηρίου Εργατικών Διαφορών Λάρνακας εναντίον της εταιρείας αξιώνοντας το ποσό των €40.300 ως δεδουλευμένους μισθούς για την περίοδο 01/09/2010 μέχρι και 01/03/2013 (Τεκμήριο 31Α). Ο Νίκος Χρίστου Λύτρα όμως, ουδέποτε ήταν υπάλληλος της εταιρείας και ουδέποτε λάμβανε οποιοδήποτε μισθό από αυτήν και ουδέποτε ήταν εγγεγραμμένος στο μητρώο των υπαλλήλων της εταιρείας στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις. Εντούτοις όμως οι μέτοχοι πλειοψηφίας αποζημίωσαν τον Νίκο Χρίστου Λύτρα με το ποσό των €48.464 (Τεκμήρια 31Β, 31Γ, 31Δ και 31Ε). Επίσης η εταιρεία πλήρωσε το συνολικό ποσό των €11.186,07 στις Κοινωνικές Ασφαλίσεις για τις αναδρομικές αποδοχές του. 20) Περαιτέρω ενώ αυθαίρετα της μείωσαν τον μισθό της κατά €740 μηνιαίως κατά ή περί τον μήνα Απρίλιο του έτους οι υπόλοιποι μέτοχοι αύξησαν αυθαίρετα τον μηνιαίο μισθό της Μαρίας Χρίστου Λύτρα, κόρης του Χρίστου Λύτρα (μετόχου πλειοψηφίας), από το ποσό των €1.225,63 στο ποσό των €1.500,00 (ακάθαρτος) μηνιαίως (Τεκμήριο 31 ΣΤ και 31 Η). Σε μια άλλη εκδικητική ενέργεια τους από την 01/01/2017 απέκοψαν την σύνταξη ύψους €2.600 μηνιαίως, της μητέρας της Ελένης Γεωργίου Λύτρα (Τεκμήριο 32). 21) Ακόμη μια εκδικητική ενέργεια είναι ότι δεν της παρέδωσαν την αρχική (original) επιταγή ημερομηνίας 06/10/2015 (Τεκμήριο 36) που καλύπτει έξοδα της εταιρείας. Επίσης από την μισθοδοσία του μήνα Νοεμβρίου του έτους 2015 της απέκοψαν το ποσό των €290 (Τεκμήρια 34Α, 34Β, 34Γ και 34Δ). Η αιτιολογία ήταν ότι τα αυτοκίνητα αυτά χρησιμοποιούνταν από συγγενικά της πρόσωπα και όχι για λόγους που αφορούσαν την εταιρεία. 22) Μια άλλη εκδικητική ενέργεια ήταν η αποκοπή των τηλεφώνων του πατέρα της (Τεκμήριο 35Α, 35Β και 35Γ). Μια πρόσθετη ενέργεια ήταν η καταβολή €1.500 στον Ανδρέα Κώστα Λύτρα, εγγονό του Γαβριήλ Λύτρα, για ανύπαρκτα σεμινάρια που παρακολούθησε (Τεκμήριο 36Α και 36Β). 23) Μία άλλη αυθαίρετη και αμφισβητούμενη από την ίδια πράξη ήταν η αγορά μεταχειρισμένου αυτοκινήτου από την εταιρεία για το επίσης αμφισβητούμενο ποσό των €6.500, αφού το εν λόγω αυτοκίνητο είναι χρονολογίας του 2001 (Τεκμήριο 37Α). Για την εν λόγω αγορά δόθηκε απόδειξη πληρωμής από αγορασμένο μπλοκ αποδείξεων (Τεκμήριο 37Β) ενώ για οποιεσδήποτε αγοραπωλησίες της εταιρείας υπάρχει μπλοκ αποδείξεων με το λογότυπο της εταιρείας (Τεκμήριο 37Γ). Επίσης η επιταγή για το ποσό των €6.500 εκδόθηκε αυθαίρετα εις το όνομα της Μαρίας Χρίστου Λύτρα, κόρης του Χρίστου Λύτρα (Τεκμήριο 37Δ). 24) Επίσης ο μέτοχος Γαβριήλ Λύτρας δανείστηκε κατά ή περί τα έτη 2008 και 2009 το συνολικό ποσό των €8.000 από την εταιρεία, ποσό το οποίο είσπραξε με επιταγές (Τεκμήρια 38Α και 38Β). Με επιστολή ημερομηνίας 1.7.2013 ο πατέρας της διά της εταιρείας ζητούσε την αποπληρωμή του εν λόγω ποσού από τον Γαβριήλ Λύτρα, με μηνιαία αποκοπή του ποσού των €600 από τον μισθό του, ενημερώνοντας τον ότι δεν θα διεκδικούσε οποιουσδήποτε τόκους (Τεκμήρια 38Γ και 38Δ). Μετά τον θάνατο του πατέρα της και ενώ είχε αποπληρωθεί περίπου το ποσό των €7.000 έναντι του οφειλομένου ποσού, οι μέτοχοι πλειοψηφίας, παίρνοντας την εξουσία της εταιρείας, κατά ή περί τον Μάιο του 2014, επέστρεψαν όλο το ποσό το οποίο είχε αποπληρωθεί από τον Γαβριήλ Λύτρα στον ίδιο, δηλαδή μέχρι και σήμερα ο Γαβριήλ Λύτρας οφείλει το σύνολο του δανειζόμενου ποσού στην εταιρεία. 25) Μια άλλη εχθρική ενέργεια εναντίον της ήταν η επιστολή ημερομηνίας 27/04/2014 (Τεκμήριο 38) για δήθεν κακή συμπεριφορά της προς τους υπαλλήλους της εταιρείας, γεγονός το οποίο όλοι οι υπάλληλοι το διέψευσαν κατηγορηματικά. 26) 0 υιός της Παναγιώτης Λύτρας Παπακάρουλλας πρόσφερε υπηρεσίες εργάτη, οδηγού και μηχανικού χρησιμοποιώντας και κομπρεσόρο που αγόρασε με δικά του έξοδα για την συγκομιδή του silage (ενσίρωμα - ζωοτροφή αγελάδων) για την οποία ζήτησε να πληρωθεί με πολύ λογική και χαμηλή αμοιβή πλην όμως αντιμετώπισε την παγερή άρνηση των Διευθυντών (Τεκμήριο 40). 27) Μία άλλη εκδικητική ενέργεια εναντίον της ήταν ότι στις 26/02/2016 η Έλενα Γαβριήλ Λύτρα προσήλθε στο λογιστήριο της εταιρείας μαζί με τους υπόλοιπους μετόχους όπου και άλλαξε την κλειδωνιά του λογιστηρίου χωρίς καμία ειδοποίηση (Τεκμήρια 40Α και 40Β) με σκοπό να της απαγορευθεί η είσοδος στην εργασία της. Μετά από καταγγελία της όμως στην αστυνομία το όλο θέμα διευθετήθηκε. 28) Η εταιρεία μεταξύ του μήνα Αυγούστου του έτους 2005 έως τα έτη 2008 - 2009 μετά από επίσκεψη στην Ρουμανία του πατέρα της και του κ. Ανδρέα Αλεξάνδρου, οικονομικού συμβούλου της εταιρείας, αγόρασε αριθμό κτημάτων μέσω των Εταιρειών Lytra Investitii SRL, Lykasa SRL, Lykai Limited SRL και Adelfi G. CH. G. Nikolau Lytra SRL. Ο μεγαλύτερος μέτοχος των εν λόγω εταιρειών ήταν η ίδια η εταιρεία. Η σημερινή αξία των εν λόγω κτημάτων κυμαίνεται περί τα €5.000.
  6. Τα πιο πολλά κτήματα δεν έχουν ακόμη μεταβιβαστεί στις εταιρείες λόγω διαφόρων εκκρεμοτήτων. 29) Η εταιρεία Adelfi G. CH. G. Nikolau Lytra SRL πώλησε όλα ακίνητα και το προϊόν είσπραξης ευρίσκεται κατατεθειμένο στον λογαριασμό της στην Τράπεζα Alpha Bank Ρουμανίας. Επίσης μερικά ακίνητα της εταιρείας Lykasa SRL, περίπου 200 εκτάρια, έχουν πωληθεί και το προϊόν είσπραξης είναι επίσης κατατεθειμένο στον λογαριασμό της εταιρείας Lykasa SRL στην Ρουμανία. 30) Οι τραπεζικοί λογαριασμοί όλων των εταιρειών της Ρουμανίας έχουν μπλοκαριστεί από τον Χρίστο Λύτρα (Τεκμήριο 41) χωρίς καμία Δικαστική Απόφαση ή απόφαση Γενικής Συνέλευσης της εταιρείας και χωρίς, μάλιστα, να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μην μπορούν να πληρωθούν τρέχοντα έξοδα (π.χ. φόροι ακινήτων και άλλα). Συνεπεία αυτών η εταιρεία υφίσταται μεγάλη οικονομική απώλεια τόσο από προστίματα ή πέναλτι φορολογιών όσο και απώλεια γης σύμφωνα με τους Νόμους της Ρουμανίας. Υπάρχει δηλαδή ορατός κίνδυνος η εταιρεία να υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές. 31) Η εταιρεία επίσης διατηρεί ψηλό δανεισμό που στις 31/12/2016 ήταν πέραν των €31.000.
  7. Από τον θάνατο του πατέρα της σταμάτησε η αποπληρωμή των χρεών με εξαίρεση λίγες μικρές πληρωμές προς την ΣΠΕ Αλληλεγγύης Λτδ και την USB Bank. Οι ετήσιες αυξήσεις των δανεισμών με τις χρεώσεις, υπερημερίες και άλλες επιβαρύνσεις αυξάνονται με ρυθμό περίπου €4.000.000 - €5.000.000 ετησίως. Ο συνεχής αυξανόμενος δανεισμός της εταιρείας θα οδηγήσει πολύ σύντομα στο αποτέλεσμα ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας να μην καλύπτουν τον δανεισμό της. Φαίνεται ότι οι μέτοχοι επιδιώκουν την χρεωκοπία της και η εταιρεία οδηγείται σε κατάρρευση. 32) Ενόψει της πραγματικότητας αυτής και λόγω του υψηλού δανεισμού της εταιρείας έγιναν προσωπικά δάνεια, μεταξύ άλλων, από την ίδια όπου προσωπικά εξασφάλισε από την ΣΠΕ Αθηαίνου το ποσό των £60.000 με Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 17/12/
  8. Το ποσό των £59.803 μεταφέρθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας τον Δεκέμβριο του
  9. (Τεκμήρια 42Α και 42Β). Επίσης εξασφάλισε, μεταξύ άλλων, δάνειο για το ποσό των €240.000 από την ΣΠΕ Αθηαίνου με Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 16/02/
  10. Το ποσό των €157.966,55 μεταφέρθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας (Τεκμήρια 43Α, 43Β και 43Γ) . Επίσης δάνειο εξασφαλίστηκε από την αιτήτρια 2, και την Μαρία Γεωργίου Λύτρα, για το ποσό των €300.000 από την ΣΠΕ Αθηαίνου με Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 06/08/
  11. Το ποσό των €298.936,33 μεταφέρθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της Εταιρείας στις 06/08/
  12. (Τεκμήρια 44Α, 43Β και 43Γ). Επίσης δάνειο εξασφαλίστηκε από τους Μάρκο Γεωργίου Λύτρα Παπακάρουλλα και Παναγιώτη Γεωργίου Λύτρα Παπακάρουλλα, των οποίων είναι πληρεξούσια, διά το ποσό των €200.000 από την ΣΠΕ Αθηαίνου με Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 11/03/
  13. Το ποσό των €199.266,32 μεταφέρθηκε σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας στις 12/03/2010 (Τεκμήρια 45Α, 45Β και 45Γ). 33) Στις 23/01/2017 απευθύνθηκαν επιστολές (Τεκμήρια 46Α, 46Β, 46Γ και 46Δ) απαιτήσεως προς την εταιρεία, ως προνοείται από το Άρθρο 211(ε) του Περί Εταιρειών Νόμου, για εξόφληση των πιο πάνω ποσών. Αν και οι επιστολές παρεδόθησαν την ίδια ημέρα, η εταιρεία δεν ανταποκρίθηκε για να εξοφλήσει τα χρέη της. Αντί εξοφλήσεως έλαβε πρόταση αναδιάρθρωσης των πιο πάνω χρεών από την ΣΠΕ Αλληλεγγύης Λτδ (Τεκμήριο 47). 34) Τέλος, την 09/03/2017 πλήρωσε με δικά της χρήματα το συνολικό ποσό των €1.385 για ανανέωση των Αδειών Κυκλοφορίας πέντε συνολικά οχημάτων που χρησιμοποιούνται για τις ανάγκες της εταιρείας. Εις περίπτωση που δεν πληρώνονταν η εταιρεία θα επωμιζόταν πρόστιμο (Τεκμήρια 51Α και 51Β). Το απόγευμα της ίδιας ημέρας παρέδωσε τα σχετικά πιστοποιητικά στην εταιρεία ζητώντας τα χρήματα που κατέβαλε. Η εταιρεία, χωρίς δικαιολογία, αρνήθηκε να της καταβάλει το πιο πάνω ποσό. (Β) ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Η εταιρεία επέλεξε να μην καταχωρήσει οποιαδήποτε ένσταση, παρά την εμφάνιση της σε όλα τα στάδια της διαδικασίας και της ρητής δήλωσης της περί τούτου. Επέλεξε μόνο να καταχωρήσει γραπτή αγόρευση, κατά την ακρόαση της αίτησης, το περιεχόμενο της οποίας σχολιάζω σε άλλη ενότητα. Στο σημείο αυτό οφείλω να επισημάνω ότι το γεγονός αυτό δεν σημαίνει αυτομάτως και ότι η εταιρεία δεν είχε δικαίωμα να ακουστεί και να καταχωρήσει γραπτή αγόρευση, όπως και έπραξε εξάλλου, με οδηγίες του δικαστηρίου. Άλλωστε η μη καταχώρηση ένστασης δεν εξυπακούει και έλλειψη πρόθεσης εμφάνισης για διατύπωση οποιασδήποτε θέσης, όσον αφορά, είτε την ίδια την παράλειψη καταχώρησης ένστασης, είτε την εν γένει πορεία της αίτησης (Μιχαήλ και άλλος v. Α/φοί Πούλλου Λτδ (Αρ.2)
(2001)1(Α) Α.Α.Δ. 684). Η παράλειψη καταχώρηση ένστασης, βεβαίως στην απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας, αφήνει τη μαρτυρία προς υποστήριξη της αίτησης αναντίλεκτη. (Γ) ΕΝΣΤΑΣΗ USB BANK PLC-ΠΙΣΤΩΤΡΙΑ ΤΗΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ Αντίθετα ένσταση, εκ μέρους των πιστωτών της εταιρείας, καταχώρησε η Τράπεζα- USB Bank Plc (στο εξής «η πιστωτής»). Σημειώνω ότι αν και επιδόθηκε το προσωρινό διάταγμα, ημερομηνίας 23/3/17, που εκδόθηκε στα πλαίσια της παρούσας αίτησης μαζί με άλλα δικαστικά έγγραφα και στην ΣΠΕ Αλληλεγγύης Λτδ (έτερος πιστωτής της εταιρείας όπως προκύπτει από τα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου), με αποτέλεσμα και η ίδια να λάβει γνώση της παρούσας διαδικασίας, για λόγους που την αφορούν αποκλειστικά, επέλεξε να μην καταχωρήσει οποιαδήποτε ένσταση. Το γεγονός ότι η ΣΠΕ Αλληλεγγύης επέλεξε να μην εμφανισθεί στην διαδικασία και να καταχωρήσει ένσταση, δεν αποτελεί αφ΄εαυτής εμπόδιο στην προώθηση της διαδικασίας εκκαθάρισης. Με την ειδοποίηση ένστασης η πιστωτής προέβαλε τους εξής ακόλουθους λόγους ένστασης:
  1. Η υπό κρίση αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και πραγματικά αστήρικτη και/ή από αυτή ελλείπει το ορθό νομικό και/ή δικονομικό υπόβαθρο και/ή ελλείπει το πραγματικό υπόβαθρο.
  2. Δεν τηρούνται και/ή δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων ως προνοείται από τον Περί Εταιρειών Νόμο, τη νομολογία και την πρακτική του Δικαστηρίου.
  3. Η Καθ΄ ης η Αίτηση έχει λειτουργικά κέρδη και μπορεί να πληρώσει τα χρέη της.
  4. Η Αίτηση είναι πρόωρη εφόσον το χρέος δεν έχει αποκρυσταλλωθεί ή/και η απαίτηση δεν είναι εκκαθαρισμένη.
  5. Η μαρτυρία και τα γεγονότα τα οποία εκτίθενται τόσο στην αίτηση όσο και στην ένορκη δήλωση που την συνοδεύει είναι ανεπαρκή και/ή δεν δικαιολογούν την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
  6. Οι ισχυρισμοί που παρατίθενται από την Αιτήτρια προς υποστήριξη της αίτησης δεν τείνουν να καταδείξουν ότι η εκκαθάριση και/ή διάλυση της εταιρείας θα ήταν υπό τις περιστάσεις δίκαιη και/ή δικαιολογημένη. Περαιτέρω δεν δίνονται επαρκείς λεπτομέρειες στην αίτηση για την οφειλή του χρέους και ως εκ τούτου δεν δίδεται στο δικαστήριο το υπόβαθρο πάνω στο οποίο οι Αιτήτριες υποστηρίζουν την ύπαρξη της οφειλής τους.
  7. Η υπό κρίση αίτηση είναι επιζήμια για τους πιστωτές της Καθ΄ ης η Αίτηση και/ή για την Καθ΄ ης η αίτηση.
  8. Δεν θα ήταν δίκαιο σύμφωνα με το δίκαιο της επιείκειας η Καθ΄ ης η Αίτηση να εκκαθαριστεί.
  9. Οι αιτούμενες θεραπείες προβάλλονται μέσω λανθασμένου ένδικου μέσου.
  10. Η αίτηση είναι γενικά και αόριστη, καταχρηστική και/ή καταπιεστική.
  11. Οι Αιτήτριες ενεργούν κακόβουλα και/ή για ίδιον όφελος. Η ένσταση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του Κωνσταντίνου Κωνσταντίνου, υπαλλήλου της. Πέραν των όσων επαναλαμβάνει πιο πάνω, είναι επιπρόσθετα η θέση του, ότι με βάση τα στοιχεία που κατέχει η πιστωτής, η εταιρεία της οφείλει το ποσό των €2.028.763,64 πλέον τόκο για τα χορηγούμενα δάνεια και τις πιστώσεις και γενικά τις τραπεζικές διευκολύνσεις που της έχουν παραχωρηθεί. Τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας δεν είναι επαρκή για να καλύψουν τις υποχρεώσεις της προς αυτήν αλλά ούτε και οι εξασφαλίσεις που της έχουν δοθεί επαρκούν για να καλύψουν την οφειλή της εταιρείας προς την Τράπεζα. Σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος η πιστωτής θα υποστεί ανεπανόρθωτη οικονομική ζημιά. (Δ) ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ ΜΕΡΩΝ Η ακροαματική διαδικασία περιορίστηκε σε αγορεύσεις εφόσον τα μέρη δεν ζήτησαν την αντεξέταση των ενόρκων δηλούντων. Εκ μέρους του πιστωτή η συνήγορος αρκέστηκε στο να υιοθετήσει την αγόρευση της εταιρείας και να προσθέσει ότι σε περίπτωση που αυτή εκκαθαριστεί η τράπεζα θα υποστεί μεγάλη και ανεπανόρθωτη ζημιά. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο, προτού αναφερθώ στις θέσεις κάθε εκάστης πλευράς, να αναφέρω ότι η νομολογία και τα συγγράμματα ξεκαθαρίζουν ότι τέτοιου τύπου αιτήσεις, όπως η παρούσα, εκδικάζονται όπως οι λοιπές πρωτογενείς αιτήσεις, δηλαδή μέσω ενόρκων δηλώσεων με δικαίωμα, βεβαίως, αντεξέτασης (Odger's Principles of Pleading and Practice, σελίδες 321 έως και 323 και Κασπαρής
(2013)1(Γ) Α.Α.Δ 2476). Στην προναφερόμενη υπόθεση Κασπαρής (ανωτέρω) λέχθηκε ότι εταιρικές αιτήσεις όπως η αίτηση εκκαθάρισης εταιρείας, εκδικάζονται κατά κανόνα στην βάση των γεγονότων που στηρίζουν την αίτηση και ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις ένορκες δηλώσεις που τις συνοδεύουν, εκτός αν προβλέπεται διαφορετικά στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Όπως ορθά υπέδειξε ο κ. Παπαπέτρου κατά την αγόρευσή του ενώπιόν μου προς υποστήριξη της αίτησης, με αναφορά στην απόφαση του Πλήρους Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην Εταιρική Αίτηση 259/89 Επί της αφορώσι την εταιρεία D.J. Demades & Sons Ltd, ημερομηνίας 28.5.1990, η ακρόαση τέτοιων αιτήσεων γίνεται κατά κανόνα στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που καταχωρούνται. Το απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση στο οποίο με παρέπεμψε, με το οποίο συμφωνώ αναφέρει τα εξής: "Μια Εταιρική Αίτηση ακολουθεί, κατά κανόνα, τους θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας όταν δεν γίνεται εξειδικευμένη πρόνοια στους περί Εταιρειών (Διάλυσις) Κανονισμούς του 1933-38 (δέστε τον Κανονισμό 92 και την υπόθεση KMC Motors Ltd v. Josephanco Trading and Contracting Company
(1984)1 Α.Α.Δ. 390). Η ιδιαιτερότητα μιας Εταιρικής Αίτησης έγκειται στο μηχανισμό παρουσίασης της με βάση τις πρόνοιες του περί Εταιρειών Νόμου ΚΕΦ 113 και τους περί Εταιρειών Κανονισμούς του
  1. Η εκδίκαση γίνεται κατά κανόνα με βάση τα γεγονότα που στηρίζουν την Αίτηση και Ένσταση αντίστοιχα όπως πιστοποιούνται από τις Ένορκες Δηλώσεις που τις συνοδεύουν."» Ήταν, καταρχάς, η θέση των αιτητριών, σε σχέση με το γεγονός ότι δεν καταχωρήθηκε ένσταση εκ μέρους της εταιρείας, ότι αφενός οι ισχυρισμοί τους έχουν παραμείνει αναντίλεκτοι και αφετέρου τα γεγονότα που τέθηκαν από αυτές έχουν παραμείνει αδιαμφισβήτητα. Σε σχέση με την ουσία των ισχυρισμών, η θέση τους ήταν ότι η εταιρεία θα πρέπει να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο εφόσον είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της καθώς επίσης και για το γεγονός ότι οι μέτοχοι μειοψηφίας υφίστανται καταπίεση από τους υπόλοιπους μετόχους πλειοψηφίας. Αντίθετα η θέση της εταιρείας ήταν ότι αυτή δεν είναι ανίκανη να αποπληρώσει τις ισχυριζόμενες οφειλές της προς τις αιτήτριες. Και τούτο γιατί με σχετική επιστολή της, ημερομηνίας 19/9/2017, που ειρρήσθω εν παρόδω κατατέθηκε στο φάκελο του Δικαστηρίου, στο στάδιο των οδηγιών, κάλεσε τις αιτήτριες να προσέλθουν με σκοπό να λάβουν το κατ΄ισχυρισμό οφειλόμενο ποσό. Σε σχέση με το θέμα της καταπίεσης υπάρχει παραδοχή (εν μέρει) ότι πράγματι οι αιτήτριες υφίστανται καταπίεση από τους μετόχους πλειοψηφίας. Όμως με βάση τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσής δεν είναι προς το συμφέρον της εταιρείας να εκκαθαριστεί εφόσον η εταιρεία είναι μία δρώσα επιχείρηση, λαμβάνει εισοδήματα, έχει οφειλές προς τρίτους και κατέχει περιουσιακά στοιχεία. Αντίθετα θα πρέπει το Δικαστήριο, σύμφωνα με το αιτητικό Β της αίτησης, να ασκήσει την διακριτική του εξουσία και με βάση το άρθρο 202 του Περί Εταιρειών Νόμου να εκδώσει διάταγμα με το οποίο θα διατάττεται η πλειοψηφία των μετόχων όπως εξαγοράσει τις μετοχές των αιτητριών, σε τιμή που θα αποφασίσει ανεξάρτητος εκτιμητής. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ Το Δικαστήριο ανέλαβε δικαιοδοσία προς τον σκοπό εξέτασης της υπόθεσης αυτής, δυνάμει των προνοιών του άρθρου 209[1] του περί Εταιρειών Νόμου και του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν/14/
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, προβάλλεται ισχυρισμός από πλευράς αιτητριών, γεγονός το οποίο έχει παραμείνει αναντίλεκτo, ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας βρίσκεται στην οδό Παύλου Μελά 14, 7600 Αθηαίνου, Λάρνακα. Προβάλλεται, επίσης, ισχυρισμός, ότι, το ονομαστικό κεφάλαιο της καθ' ης η αίτηση είναι Λ.Κ. 50.000 διαιρεμένο σε 50.000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας Λ.Κ. 1.
  3. Οι ισχυρισμοί αυτοί των αιτητριών προσδίδουν δικαιοδοσία στο παρόν Δικαστήριο. (Αίτηση Αρ. 42/16, Αναφορικά με την Πρίνος Λαχαναγορά Λτδ, ημερομηνίας 30/03/2016). Ως έχω προαναφέρει οι αιτήτριες επιζητούν την εκκαθάριση της εταιρείας στη βάση δύο λόγων. Θα προχωρήσω να εξετάσω στη συνέχεια, ξεχωριστά, και τους δύο αυτούς λόγους. (Α) ΑΝΙΚΑΝΟΤΗΤΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑΣ ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΕΙ ΤΙΣ ΟΦΕΙΛΕΣ ΤΗΣ Η παρούσα αίτηση έχει ως νομική βάση, μεταξύ άλλων, το άρθρο 211(ε) το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν: (α) ..................................... (β) ..................................... (γ) ..................................... (δ) ..................................... (ε) η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. (στ) ... (ζ) ..................................... Σύμφωνα με το άρθρο 212: «Εταιρεία λογίζεται ότι είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της- (α) αν πιστωτής, με εκχώρηση ή διαφορετικά, που του χρωστεί η εταιρεία ποσό που υπερβαίνει τις πεντακόσιες λίρες, επέδωσε στην εταιρεία παραδίνοντας στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, απαίτηση υπογραμμένη από αυτόν η οποία απαιτεί από την εταιρεία να καταβάλει το ποσό που οφείλεται με τον τρόπο αυτό, και η εταιρεία για τις επόμενες τρεις εβδομάδες αμέλησε να καταβάλει το ποσό ή να εξασφαλίσει ή να το διευθετήσει προς εύλογη ικανοποίηση του πιστωτή· ή (β) αν εκτέλεση ή άλλη διαδικασία που λήφθηκε με δικαστική απόφαση, εντολή ή διάταγμα οποιουδήποτε Δικαστηρίου προς όφελος πιστωτή της εταιρείας, επιστρέφεται ολικά ή μερικά ανικανοποίητη· ή (γ) αν αποδειχθεί, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της και, για απόφαση κατά πόσο εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τις ενδεχόμενες και μελλοντικές υποχρεώσεις της εταιρείας.» (έμφαση του Δικαστηρίου) Όπως συνάγεται μέσα από την αίτηση οι αιτήτριες επέλεξαν κατ' ουσίαν να προωθήσουν την αίτηση στη βάση του άρθρου 212(α), ανωτέρω. Επομένως, εάν αποδειχθούν οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις του εν λόγω άρθρου, τότε θα μπορούσαν να επιτύχουν στην αίτηση τους. Με βάση το άρθρο 212(α) του περί Εταιρειών Νόμου, το μόνο που απαιτείται για να ικανοποιήσουν οι αιτήτριες το Δικαστήριο είναι ότι- (α) οι αιτήτριες είναι πιστωτές της εταιρείας και (β) δεν καταβλήθηκε το ποσό της απαίτησης, ούτε δόθηκε οποιαδήποτε εξασφάλιση, ούτε έγινε οποιαδήποτε διευθέτηση προς εύλογη ικανοποίηση των ίδιων, ως πιστωτών, (γ) εντός των τριών εβδομάδων από την επίδοση της ειδοποίησης απαίτησης (statutory demand) στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Εφόσον αποδειχθούν τα πιο πάνω μετατίθεται στην εταιρεία το βάρος να αποδείξει ότι δεν «αμέλησε» να πληρώσει την απαίτηση του πιστωτή, διότι έχει κατά τα άλλα μια ουσιώδη και εύλογη υπεράσπιση. Στην σχετικά πρόσφατη υπόθεση Αντρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd
(2010)1 A.A.Δ. 991, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως δε πρόσθεσε το Εφετείο στην ίδια απόφαση, έστω ακόμα και αν ένα μέρος της απαίτησης του αιτητή ήταν για εκκαθαρισμένες αποζημιώσεις, αυτός εστερείτο του απαραίτητου locus standi ώστε να αιτηθεί την εκκαθάριση της εταιρείας. Ακόμη και πολύ παλαιότερα τα Δικαστήρια ακολουθούσαν την ίδια σταθερή προσέγγιση επί του εξεταζόμενου θέματος. Όπως είχε λεχθεί και στην Αγγλική απόφαση στην υπόθεση New Travellers' Chambers Ltd v. Cheese and Green [1894] 70 LT 271 επανειλημμένα έχει αποφασισθεί ότι η υποβολή αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας δεν είναι πρόσφορη μέθοδος εκδίκασης αμφισβητούμενης οφειλής. Εάν υφίσταται οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης της ύπαρξης του χρέους, όχι απλά του ύψους του, δεν πρέπει να υποβάλλεται τέτοια αίτηση. Ούτε και ασφαλώς είναι επιτρεπτό όπως χρησιμοποιείται καταχρηστικά η διαδικασία υποβολής αίτησης για εκκαθάριση ως μέθοδος άσκησης πίεσης σε εταιρεία να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει (Re a company [1992] 2 Αll E.R. 797). Ο συνήγορος του εφεσείοντα είχε αντιτάξει προς τα ανωτέρω, πως δεν πρέπει να επιτρέπεται στον κάθε οφειλέτη να αποφεύγει τις κυρώσεις του περί Εταιρειών Νόμου, προβάλλοντας απλά ότι αμφισβητεί το χρέος. Αυτό είναι βέβαια ορθό, πλην όμως δεν είναι τούτο που εισηγείται η νομολογία. Η απλή άρνηση πληρωμής ενός αδιαμφισβήτητου χρέους συνιστά πάντα καλή μαρτυρία ότι ο χρεώστης αδυνατεί να πληρώσει. Εάν το Δικαστήριο όμως εξαγάγει το συμπέρασμα ότι μια εταιρεία προβάλλει μια ουσιαστική υπεράσπιση καλόπιστα και δεν επιδιώκει απλά να αποφύγει τις επιπτώσεις της οφειλής της, τότε ασφαλώς δεν θα εγκρίνει την αίτηση εκκαθάρισης.» Εισηγήθηκε περαιτέρω ο συνήγορος του εφεσείοντα ότι η εφεσίβλητη εταιρεία, πέραν της αμφισβήτησης της οφειλής της, δεν κατέδειξε ότι αυτή η αμφισβήτηση είναι και καλόπιστη (bona fide). Σε σχέση με τούτο, χρήσιμη αναφορά μπορεί να γίνει στο ακόλουθο απόσπασμα στο οποίο αναφέρθηκε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, από το σύγγραμμα Palmer' s Company Law, 24th Edn. pp. 1364-1367: "Bona fide dispute over debt We have already seen how, where there is a bona fide dispute as to the debt, the company cannot be said to have neglected to pay on a statutory demand. Coupled with this is a related general principle that a petition for winding up with a view to enforcing payment of a disputed debt is an abuse of the process of the court and should be dismissed with costs. Each case ultimately turns on its facts but the following points arise from the cases. Where a debt is not disputed or the claim is substantial a creditor may present a petition with the object of forcing the company to pay. «Substantial» here means having substance. In such a case pursuit of the claim with personal hostility, even venom and an ulterior motive, do not constitute an abuse of the process of the court. Similarly where the company is proved by other means to be insolvent or where the dispute is as to amount only an order will be made. To fall within the general principle the dispute must be bona fide in both a subjective and an objective sense. Thus it must be honestly believed to exist and must be based on substantial or reasonable grounds. "Substantial" means having substance and not frivolous and which the court should therefore ignore. There must be so much doubt and question about the liability to pay the debt that the court sees that there is a question to be decided. The onus is on the company "to bring forward a prima facie case which satisfies the court that there is something which ought to be tried either before the court itself or in an action, or by some other proceeding". In considering the matter the court will take into account the following factors:
(1)the fact that the company has been given leave to defend an action begun by specially indorsed writ;
(2)whether there is a set-off or counter-claim based on a substantial ground;
(3)whether the company has lodged an appeal against the judgment debt on which the petition is based;
(4)an allegation by the company that the judgment was obtained be fraud. However, none of these factors is conclusive.» H παράλειψη δηλαδή μιας εταιρείας να συμμορφωθεί με την ειδοποίηση του Άρθρου 212(α) του ΚΕΦ.113 δεν συνιστά «αμέλεια» εντός της έννοιας της εν λόγω παραγράφου εάν υπάρχει εύλογη αιτία για την παράλειψη. Τέτοια εύλογη αιτία αποτελεί η καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης. Σκοπός όλων των πιο πάνω νομοθετικών προνοιών είναι να οδηγείται σε εκκαθάριση μία εταιρεία η οποία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της. Επομένως, όπως συνάγεται ανωτέρω, όταν υφίσταται αμφισβητούμενη οφειλή, τότε αίτηση για εκκαθάριση στη βάση τέτοιων προνοιών δεν συνιστά ενδεδειγμένο μέτρο και ούτε, βεβαίως, θα πρέπει μια τέτοια αίτηση να καταχωρείται καταχρηστικά ως μοχλός πίεσης σε μία εταιρεία για να καταβάλει χρήματα τα οποία αμφισβητεί ότι οφείλει. Στην υπόθεση In the Matter of Claybridge Shipping Company S.A. [1981] Com LR 107 λέχθηκε ότι: «Now the jurisdiction in relation to restraining advertisement and striking out a petition which is based upon a debt which is subject to a bona fide and substantial dispute is, I think, a salutory one because a winding-up petition is a draconian measure which, even if it does not succeed, can have very serious consequences for the company by publicly affecting its credit and reputation. It ought not, therefore, to be used as a means of putting on pressure in cases of genuine dispute and it is right that the Companies Court should, as a matter of its practice, keep a watchful eye on proceedings which can so easily be abused.» Το Δικαστήριο στα πλαίσια εκδίκασης μιας αίτησης για εκκαθάριση δεν πρέπει και ούτε αναμένεται να υπεισέλθει στην ουσία ("merits") της υπεράσπισης που προβάλλεται από μέρους της εταιρείας. Σε μια τέτοια περίπτωση, εκεί δηλαδή όπου προβάλλεται μία καλόπιστη και ουσιαστική αμφισβήτηση της απαίτησης, το Δικαστήριο θα απορρίψει την αίτηση ως καταχρηστική και τίθεται θέμα καταχώρησης και εξέτασης νέας αίτησης μόνο μετά από επιτυχή έκβαση της σχετικής αγωγής εναντίον της εταιρείας. Κατά συνέπεια εάν ένας «πιστωτής» έχει λόγους να αναμένει ότι η εταιρεία θα εγείρει πειστική και/ή αληθοφανή (plausible) υπεράσπιση στην απαίτηση του, είναι καλύτερα να καταχωρήσει πρώτα αγωγή και, μετά την εξασφάλιση απόφασης υπέρ του, να καταχωρήσει αίτηση εκκαθάρισης. Σε τέτοια περίπτωση η εταιρεία θα κωλύεται, ως αποτέλεσμα της απόφασης, να αμφισβητήσει πλέον την απαίτηση επί της ουσίας. Σχετικό είναι το πιο κάτω απόσπασμα από το σύγγραμμα Pennigton's Company Law, 4η έκδοση, όπου στη σελ. 679 αναφέρονται τα εξής: "...if a creditor has reason to expect that the company will raise a plausible defence to his claim, his best course is to sue the company by action and to present a winding up petition when he has obtained judgment against it. The company will then be estopped by the judgment from disputing the petitioner's claim on its merits..." Όπως επίσης επισημαίνεται στο πιο πάνω σύγγραμμα στη σελ. 679 δεν απορρίπτεται μια αίτηση εκκαθάρισης για το λόγο και μόνο ότι η εταιρεία ισχυρίζεται ότι έχει υπεράσπιση στην απαίτηση του πιστωτή εκτός εάν αποδείξει ότι η υπεράσπιση είναι πιθανό να επιτύχει νομικά και προσαγάγει τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως απόδειξη των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η υπεράσπιση. Στην υπόθεση Αναφορικά με την Βesuno Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A123, Πολ. Έφεση 269/2009, 20/2/2014 ο Έντιμος Δικαστής του Ανωτάτου κ. Α. Λιάτσος συνόψισε την Κυπριακή νομολογία επί του θέματος ως ακολούθως: «Το εύρος εφαρμογής των άρθρων 211 και 212 του Κεφ. 113 αποτέλεσε αντικείμενο σειράς αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Εντοπίζεται ότι τα συγκεκριμένα άρθρα είναι πιστή αντιγραφή του τότε αντίστοιχου αγγλικού Νόμου. Διαπιστώνεται, επίσης, ότι η εξειδίκευση των περιστάσεων στο άρθρο 212 δεν περιορίζει τη γενικότητα του άρθρου 211 αναφορικά με την αδυναμία πληρωμής των χρεών οφειλέτριας εταιρείας. Σημειώνεται, ως εκ τούτου ότι οι εξειδικευμένοι λόγοι του άρθρου 212 συνιστούν ορισμένες περιστάσεις που εγείρουν νομοθετικό τεκμήριο ύπαρξης της αδυναμίας πληρωμής χρεών, αλλά δεν εξαντλούν το πεδίο για προσκόμιση άλλης μαρτυρίας, η οποία θα ήταν δυνατό να οδηγήσει στο ίδιο αποτέλεσμα. Το άρθρο 212(a) εντάσσεται στα πλαίσια του γενικότερου άρθρου 211(e) ως προς την ανικανότητα της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της και ορίζει μια συγκεκριμένη περίπτωση, ως εκ του Νόμου τεκμήριο, κατά την οποία η εταιρεία λογίζεται ότι αδυνατεί να πληρώσει τα χρέη της. Το Δικαστήριο, κατ' ακολουθία του άρθρου 211(f), δύναται να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης μιας εταιρείας, η οποία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι η εταιρεία αποδεδειγμένα δεν μπορεί να εξασφαλίσει τις οφειλές της. Η οφειλή πρέπει να είναι συγκεκριμένη και αδιαμφισβήτητη. Η δε ευρύτητα του όρου «πιστωτής» είναι τέτοια, που να περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο έχει να λαμβάνει καθορισμένο ύψος πίστωσης (G.I.P. Constructions Ltd v. Διευθυντή Τμήματος Κοινωνικών Ασφαλίσεων
(1991)1 Α.Α.Δ. 14, in RE LOUKOS MANUFACTURERS LTD
(1998)1 A.A.Δ. 2226, Μ. Moulettaris Machinery Co. Ltd v. Μιχάλης Ζήνωνος
(2001)1 Α.Α.Δ. 1649, PAN-AMAN HOTELS LTD v. ΕΦΟΡΟΥ ΦΟΡΟΥ ΠΡΟΣΤΙΘΕΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ
(2002)1 Α.Α.Δ. 1796)». Στην υπόθεση Δημήτρης Αυξεντίου & Υιός (Γεωργικά Μηχανήματα Λίμιτεδ) ν. Hellenic Bank Public Ltd, ECLI:CY:AD:2014:A877, Πολιτική Έφεση 368/2009, ημερομηνίας 20.11.2014, αφού επιβεβαιώθηκαν τα πιο πάνω, με αναφορά στην υπόθεση M. Moulettaris Machinery Co Ltd v. Ζήνωνος
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1649, λέχθηκε ότι: «.στην περίπτωση που αποδεικνύονται τα στοιχεία που διαλαμβάνονται στο άρθρο 212, το Δικαστήριο δεν έχει διακριτική ευχέρεια να διατάσσει τη διάλυση της εταιρείας ενώ αν ικανοποιηθούν οι πρόνοιες του άρθρου 211(ε) το Δικαστήριο διατηρεί τέτοια ευχέρεια. Προκύπτει λοιπόν ότι το Δικαστήριο οφείλει σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, το Δικαστήριο οφείλει να εκδώσει τέτοιο διάταγμα ως χρέος προς την δικαιοσύνη (ex debito justitiae).» Στην υπόθεση Pan-Aman Hotels Ltd ν. Εφόρου Προστιθέμενης Αξίας
(2002)1 Α.Α.Δ. 1796, αναφέρθηκε ότι στην περίπτωση που η αίτηση στηρίζεται σε γενικό ισχυρισμό για αφερεγγυότητα της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(ε) τούτο μόνο σε συνάρτηση με το άρθρο 212(γ) μπορεί να γίνει, το οποίο επίσης αναφέρεται σε ανικανότητα της εταιρείας να εξοφλήσει τα χρέη της. Σε τέτοια περίπτωση δεν αρκεί απλή αναφορά σε αποτυχία της εταιρείας να πληρώσει τα χρέη της. Αντιθέτως επιβάλλεται όπως προβλέπει το άρθρο 212(γ), αναφορά και παροχή σχετικής μαρτυρίας, σε σχέση με την συνολική κατάσταση της εταιρείας, λαμβανομένων υπόψη όλων των υποχρεώσεων της, περιλαμβανομένων ενδεχομένων και μελλοντικών, στα πλαίσια στάθμισης της συνολικής φερεγγυότητας της. Το βάρος απόδειξης είναι στον αιτητή ο οποίος οφείλει να αποδείξει στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, και όχι στην εταιρεία να αποδείξει ότι είναι φερέγγυα (Δημήτρης Αυξεντίου & Υιός (Γεωργικά Μηχανήματα) Λίμιτεδ v. Ηellenic Bank Public Company Limited (ανωτέρω). Το συγκεκριμένο θέμα λαμβάνει ιδιαίτερη σημασία, αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι πολλές φορές, παρατηρείται η πρακτική να καταχωρείται μια αίτηση εκκαθάρισης εναντίον μιας κατά τ' άλλα φερέγγυας εταιρείας, απλά και μόνο για να της ασκηθεί πίεση να πληρώσει. Στο νομικό σύγγραμμα "Η εκκαθάριση εταιρειών" του Δρα. Ανδρέα Π. Ποιητή, 1η έκδοση, 2003, Σελ. 18 Σελ. 20, αναφέρθηκε ότι «αν κατά την διάρκεια της δίκης φανεί ότι ο αιτητής είναι δυνατό να πληρωθεί ενωρίτερα σε περίπτωση που δεν εκδοθεί το διάταγμα εκκαθάρισης το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί την έκδοση διατάγματος. Σ'αυτή την περίπτωση δεν θα ληφθεί υπόψη η ύπαρξη του χρέους αλλά η δυνατότητα ικανοποίησης του. Εδώ ακριβώς είναι που θα λάβει χώρα η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Αν, όμως, ο πιστωτής αποδείξει ότι δεν θα πληρωθεί, αν το διάταγμα εκκαθάρισης δεν εκδοθεί, ο πιστωτής δικαιούται στην έκδοση του διατάγματος ex debito justitiae». Αφού έχω σκιαγραφήσει την νομική πτυχή του όλου θέματος προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι ουσιαστικές και τυπικές προϋποθέσεις των άρθρων 211(ε) και 212(α). Θα εξετάσω κατ΄αρχάς κατά πόσο οι αιτήτριες συνιστούν πιστωτές εντός της έννοιας του σχετικού Νόμου. Το θέμα αυτό θα με απασχολήσει πρωτίστως με δεδομένο ότι αποτελεί δικαιοδοτικό όρο η αίτηση να έγινε από πρόσωπο στο οποίο ο Νόμος αναγνωρίζει δικαίωμα καταχώρισης αίτησης εκκαθάρισης. Όπως ξεκάθαρα προκύπτει, ως έχω αναφέρει, από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του Άρθρου 212 του περί Εταιρειών Νόμου η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία θα πρέπει να προέρχεται από «πιστωτή». Παρομοίως στο Άρθρο 213
(1)[2] του ιδίου Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, προβλέπεται ότι τέτοια αίτηση υποβάλλεται, μεταξύ άλλων, από οποιονδήποτε πιστωτή, είτε την ίδια την εταιρεία είτε από συνεισφορέα. Θα πρέπει επομένως οι αιτήτριες να μπορούν να καταταγούν στην έννοια του όρου creditor (πιστωτής) ή contributory (συνεισφορέας), εφόσον οι αιτήτριες δεν αποτελούν την ίδια την εταιρεία. Τα πρόσωπα, επίσης, που νομιμοποιούνται να καταχωρήσουν αίτηση εκκαθάρισης προσδιορίζονται ρητά στον κανονισμό 32 των περί Εταιρειών (Εκκαθάρισης) Κανονισμών του 1949 (S.I. 1949 No.330 (L.4)) ως εξής꞉ "After the presentation of a petition for the winding up of a company by the court, upon the application of a creditor, or of a contributory, or of the company, and upon proof by affidavit of sufficient ground for the appointment of a provisional liquidator, the court, if it thinks fit and upon such terms as in the opinion of the court shall be just and necessary, may make the appointment.". (η έμφαση δίδεται από το ίδιο το Δικαστήριο). Στην απόφαση Aντρέας Χατζηγιάννης ν. C & J Kyprianou Promotions Ltd (ανωτέρω), αφού υιοθετήθηκαν τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση Σπανού (ανωτέρω) λέχθηκαν επιπρόσθετα τα ακόλουθα για το ποιο πρόσωπο θεωρείται για τους σκοπούς του νόμου «πιστωτής». Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Όπως καθαρά διαφαίνεται από τις πρόνοιες του εδαφίου (α) του Αρθρου 212, τις οποίες κατά κύριο λόγο επικαλείται ο εφεσείων, η γραπτή απαίτηση για καταβολή οφειλής που οφείλεται από εταιρεία, θα πρέπει να προέρχεται από "πιστωτή". Τίθεται επομένως ευθέως το ερώτημα ποίος θεωρείται "πιστωτής" ή πιο συγκεκριμένα κατά πόσο ο εφεσείων - αιτητής στην εκδικασθείσα αίτηση μπορούσε να θεωρηθεί ως "πιστωτής". Παρόμοιο θέμα που αφορούσε στη διακρίβωση του ποιος μπορεί να θεωρηθεί ως "πιστωτής" μέσα στην έννοια του επόμενου άρθρου που ακολουθεί, δηλαδή του Αρθρου 213(ι) του Νόμου, το οποίο παραθέτει τη διαδικασία υποβολής της αίτησης για εκκαθάριση εταιρείας, εξετάστηκε από το Εφετείο στη Σπανού v. G.I.P. Constructions Ltd
(1999)1(A) Α.Α.Δ. 315. Εξετάζοντας το θέμα τούτο, το Εφετείο, αφού υπενθύμισε ότι οι πρόνοιες του Αρθρου 213
(1)του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου ήταν ταυτόσημες με τις πρόνοιες του S.224
(1)του Αγγλικού Companies Act 1948, ανέφερε και τα εξής στη σελίδα 321 του τόμου αποφάσεων: "Ο όρος "πιστωτής", βάσει του ίδιου άρθρου του αγγλικού νόμου, δεν περιλαμβάνει "a person whose debt is substantially disputed even if the company is in fact insolvent" - πρόσωπο του οποίου η οφειλή τελεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση ακόμα και αν η εταιρεία είναι στην πραγματικότητα αφερέγγυα (βλ. Mann v. Golastein [1968] 1 W.L.R. 1091, Re Lympne Investments [1972] 1 W.L.R. 523, Palmer's πιο πάνω, σελ. 1127, παρ. 85-14, Halsbury's Laws of England, 4th Ed., Vol. 7, para. 1004). Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο του οποίου αμφισβητείται αυτή τούτη η ιδιότητα του πιστωτή. Δεν περιλαμβάνει, επίσης, πρόσωπο το οποίο έχει βέβαιη απαίτηση για αποζημιώσεις οι οποίες όμως δεν είναι εκκαθαρισμένες (βλ. Re Pen-y-van Colliery Co. [1877] 6 Ch. D. 477)." Στο νομικό σύγγραμμα "Η εκκαθάριση εταιρειών" (ανωτέρω) αναφέρεται ότι πιστωτής μπορεί να είναι οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο κατέστη τοιούτος, κατόπιν απευθείας σχέσεως με την εταιρεία ή οποιοσδήποτε εκδοχέας απαιτήσεως την οποία τρίτο πρόσωπο έχει εναντίον της εταιρείας. Σε περίπτωση που ο παρουσιαζόμενος σαν πιστωτής είναι μέτοχος της εταιρείας θα πρέπει να εξετασθεί αν η απαίτηση του βασίζεται σε μερίσματα. Σε τέτοια περίπτωση ο μέτοχος δεν θεωρείται πιστωτής εν τη έννοια της παρούσας διάταξης (RE B.C United Canneries, Ltd
(1903). Αποτελεί θέση των αιτητριών ότι, μαζί με 2 άλλα πρόσωπα, για τα οποία η αιτήτρια είναι πληρεξούσια τους, προέβησαν σε προσωπικά δάνεια από την ΣΠΕ Αθηαίνου τα οποία και ακολούθως μεταφέρθηκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς της εταιρείας. Ειδικότερα: (α) η αιτήτρια μαζί με ακόμα 5 πρόσωπα (οι οποίοι ήταν οι μέτοχοι πλειοψηφίας, καθώς και συγγενικά τους πρόσωπα), ως πρωτοφειλέτες, εξασφάλισαν δάνειο από την ΣΠΕ Αθηαίνου για το ποσό των £60.000 με σχετική Συμφωνία Δανείου για την αγορά γεωργικού μηχανήματος (Τεκμήριο 42Α). Όπως ισχυρίζεται η αιτήτρια, το ποσό των £59.803 μεταφέρθηκε από τον τραπεζικό της λογαριασμό (Τεκμήριο 42Β) σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, το Δεκέμβριο του 2003. (β) η αιτήτρια μαζί με ακόμα 6 πρόσωπα (οι οποίοι ήταν οι μέτοχοι πλειοψηφίας καθώς και συγγενικά τους πρόσωπα), ως πρωτοφειλέτες, εξασφάλισαν δάνειο από την ΣΠΕ Αθηαίνου για το ποσό των €240.000 με συμφωνία δανείου (Τεκμήριο 43Α). Όπως ισχυρίζεται το ποσό των €157.966,55 μεταφέρθηκε από τον τραπεζικό λογαριασμό κάποιου Λύτρα Γαβρίλη Κώστα (ο οποίος συγκαταλέγεται στους πρωτοφειλέτες) (Τεκμήριο 43Β) στον λογαριασμό της εταιρείας (Τεκμήριο 43Γ). (γ) επίσης δάνειο εξασφαλίστηκε από την αιτήτρια 2, και την Μαρία Γεωργίου Λύτρα, για το ποσό των €300.000 από την ΣΠΕ Αθηαίνου με Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 44Α). Το ποσό των €298.936,33 μεταφέρθηκε από τον κοινό λογαριασμό της αιτήτριας 2 και του πιο πάνω προσώπου (Τεκμήριο 44Β) σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας στις 06/08/2009 (Τεκμήριο 43Γ). (δ) Επίσης δάνειο εξασφαλίστηκε από τους Μάρκο Γεωργίου Λύτρα Παπακάρουλλα και Παναγιώτη Γεωργίου Λύτρα Παπακάρουλλα, διά το ποσό των €200.000 από την ΣΠΕ Αθηαίνου με Συμφωνία Δανείου (Τεκμήριο 45Α). Το ποσό των €199.266,32 μεταφέρθηκε από τον τραπεζικό τους λογαριασμό (Τεκμήριο 45Β) σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας (Τεκμήριο 45Γ). Δεν χωρεί αμφιβολία, ενόψει και της αναντίλεκτης μαρτυρίας, το γεγονός ότι οι αιτήτριες, κάτω από αυτές τις περιστάσεις και μέσα από τα, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατατεθειμένα Τεκμήρια, θεωρούνται, σύμφωνα με το νόμο και την νομολογία, πιστωτές της εταιρείας. Προκύπτει ότι στα τρία πιο πάνω δάνεια (πλην του δανείου που αναφέρεται στην παράγραφο Δ), οι αιτήτριες, μαζί με άλλα πρόσωπα, προέβησαν σε προσωπικά δάνεια από τραπεζικό πιστωτικό ίδρυμα, τα οποία και ακολούθως μετέφεραν και δάνεισαν στην εταιρεία. Μπορεί από την παράθεση των πιο πάνω να εγείρονται εύλογα ερωτηματικά, όπως για παράδειγμα το κατά πόσο η εταιρεία αποπλήρωνε τα δάνεια αυτά κατευθείαν στο πιστωτικό ίδρυμα και αν η απάντηση είναι καταφατική στο ερώτημα, ποιο ακριβώς είναι το υπόλοιπο της. Τα διάφορα ερωτήματα όμως είναι ήσσονος σημασίας, εφόσον σημασία στην προκειμένη περίπτωση έχει η ουσία, το γεγονός δηλαδή ότι οι αιτήτριες είναι πιστωτές της εταιρείας. Προκύπτει επίσης ότι τα δάνεια αυτά έγιναν για σκοπούς λειτουργίας της ίδιας της εταιρείας, εφόσον χρησιμοποιήθηκαν για την αγορά γεωργικών μηχανημάτων. Σε σχέση με την 4η οφειλή (παράγραφος Δ), η αιτήτρια ενεργεί ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος των συμβαλλομένων. Αυτό όμως δεν την καθιστά αυτόματα και πιστωτή. Ουδεμία εκχώρηση χρέους έχει παρουσιαστεί. Ενόψει αυτών θεωρώ ότι στην προκειμένη περίπτωση οι αιτήτριες δεν μπορούν να θεωρηθούν πιστωτές εν τη εννοία του Νόμου στη βάση μόνο ενός πληρεξουσίου. Δεν μου διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι η ίδια η εταιρεία ουδόλως αμφισβήτησε την ιδιότητα αυτή των αιτητριών και ουδόλως αμφισβήτησε την οφειλή χρέους προς τις αιτήτριες. Ούτε και παρέθεσε οποιαδήποτε εύλογη βάση αμφισβήτησης του χρέους. Δεν παραγνωρίζω επίσης το γεγονός όπως προκύπτει, από το φάκελο του Δικαστηρίου, το περιεχόμενο του οποίου λαμβάνεται υπόψη σε τέτοιου είδους αιτήσεις (όπως συνάγεται στην υπόθεση Α. & Α. Φωκάς Λίμιτεδ ν. A.K.C. Developers Ltd
(2003)1(B) A.A.Δ. 651) ότι η ίδια η εταιρεία κάλεσε τις αιτήτριες όπως τις καταβάλει τα οφειλόμενα ποσά. Τα ποσά εντούτοις όμως ουδέποτε καταβλήθηκαν, εφόσον κάτι τέτοιο δεν υποστηρίχθηκε στο στάδιο ακρόασης της αίτησης. Δεν μου διαφεύγει περαιτέρω όμως ότι η μη εμφάνιση της εταιρείας στη αίτηση εκκαθάρισης, δεν συνιστά αυτόματα και απόδειξη ότι η ισχυριζόμενη οφειλή είναι ορθή και αδιαμφισβήτητη (undisputed). Αυτό που συνεπάγεται η μη εμφάνιση της εταιρείας στην αίτηση εκκαθάρισης είναι απλά ότι οι ισχυρισμοί του αιτητή παραμένουν αναντίλεκτοι. Το αν όμως οι εν λόγω ισχυρισμοί, όντως ικανοποιούν τις προϋποθέσεις των άρθρων 211 και 212, βάρος που παραμένει πάντα στους ώμους του αιτητή, είναι ένα εντελώς διαφορετικό θέμα. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι τα όσα έχουν αναφέρει οι αιτήτριες ικανοποιούν το Δικαστήριο. Συνεπώς για τους λόγους που έχω εξηγήσει θεωρώ ότι οι αιτήτρες, υπό αυτά τα δεδομένα και συνολικά ιδωμένα, μπορούν να καταταχθούν στην κατηγορία των πιστωτών της εταιρείας, και ότι πράγματι υφίσταται συγκεκριμένο χρέος το οποίο είναι οφειλόμενο και απαιτητό προς τις αιτήτριες από την ίδια την εταιρεία. Προτού εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι τυπικές προϋποθέσεις του άρθρου 212 κρίνω να διαπραγματευτώ κατά πόσο οι αιτήτριες, δικαιούνται να καταχωρήσουν την υπό κρίση αίτηση, και υπό την ιδιότητα τους και ως μέτοχοι της εταιρείας (άρθρο 213(1γ). Αποτελεί αναντίλεκτο και αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι οι αιτήτριες, πέραν από πιστωτές της εταιρείας, είναι και μέτοχοι της (Τεκμήριο 6). Δεν διευκρινίζεται, όμως στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας 1, κατά πόσο οι μετοχές, που οι αιτήτριες είναι δικαιούχες, είναι πλήρως πληρωμένες. Ζητούμενο εν προκειμένω είναι κατά πόσο οι αιτήτριες θεωρούνται συνεισφορείς (contributorιes). Ποιος είναι συνεισφορέας, για σκοπούς που αφορούν τις πρόνοιες του προαναφερόμενου Άρθρου 213
(1)του Κεφ. 113, ορίζεται από το Άρθρο 205 του Κεφ. 113: «σημαίνει κάθε πρόσωπο που είναι υπεύθυνο να συνεισφέρει στα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας σε περίπτωση εκκαθάρισης της, και για τους σκοπούς κάθε διαδικασίας για να αποφασιστεί, και κάθε διαδικασίας πριν από τον τελικό ορισμό των προσώπων που λογίζονται συνεισφορείς, περιλαμβάνει οποιοδήποτε πρόσωπο για το οποίο υπάρχει ισχυρισμός ότι είναι συνεισφορέας». Σχετική εν προκειμένω είναι και η υπόθεση Αναφορικά με την εταιρεία LINDOS CONSTRUCTIONS LTD
(1999)1 Α.Α.Δ. 1033, όπου και παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Η εφεσίβλητη 1, η Επίσημος Παραλήπτης υποστήριξε ότι, οι εφεσείοντες δεν είχαν θέση, (locus standi), στη διαδικασία. Ο συμβιβασμός που πραγματοποιήθηκε ήταν μεταξύ της εταιρείας και των πιστωτών και όχι μεταξύ της εταιρείας και των μελών της που είναι η δεύτερη κατηγορία συμβιβασμού που προβλέπεται από το Άρθρο
  1. Βάσιμα αρνήθηκε η Επίσημος Παραλήπτης τον ισχυρισμό των εφεσειόντων ότι είναι «συνεισφορείς», εφόσον το μετοχικό κεφάλαιο της εταιρείας είχε καταβληθεί στο ακέραιο. Ο όρος «συνεισφορέας» ορίζεται στο Άρθρο 205 του Κεφ.
  2. περιορίζεται σε μετόχους της εταιρείας που δεν κατέβαλαν το σύνολο του μετοχικού κεφαλαίου. Εξάλλου το γεγονός ότι οι εφεσείοντες ήσαν πρώην διευθυντές της εταιρείας δεν τους παρείχε λόγο στη διαχείριση της εταιρείας. Ο διορισμός τους τερματίστηκε με την έκδοση του διατάγματος εκκαθάρισης. Έκτοτε η διαχείριση της περιουσίας της εταιρείας περιήλθε στα χέρια του Εκκαθαριστή». Από το πιο πάνω απόσπασμα συνάγεται ότι μέτοχος εταιρείας που κατέχει πλήρως πληρωθείσες μετοχές δεν λογίζεται συνεισφορέας και συνεπώς δεν νομιμοποιείται στην καταχώριση αίτησης εκκαθάρισης. Εν τούτοις τα πιο πάνω δεν ολοκληρώνουν την όλη εικόνα. Σχετικό εν προκειμένω είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Re Othery Construction Ltd
(1966)1 All E.R. 145. Όπως εκεί αναφέρθηκε "where a fully paid shareholder petitions for compulsory winding-up he must show, on the face of his petition, a prima facie probability that there will be assets available for distribution among shareholders". Εκ των πιο πάνω συνάγεται ότι πρόσωπο που κατέχει πλήρως πληρωθείσες μετοχές δύναται να αιτηθεί εκκαθάριση της εταιρείας, νοουμένου ότι με την αίτηση αποκαλύπτονται στοιχεία ότι από την εκκαθάριση θα προκύψει περίσσευμα υποκείμενο σε διανομή στους μετόχους. Παρόμοιο ζήτημα εξετάστηκε από το Δικαστή του Ανωτάτου Δικαστηρίου Α. Ρ. Λιάτσου (ως ήταν τότε Π.Ε.Δ.) στα πλαίσια εξέτασης ενδιάμεσης αίτησης παρόμοιας φύσης με την παρούσα, στην απόφαση Αναφορικά με την εταιρεία Fecipero Investments Ltd, Αίτηση Αρ. 77/11, ημερομηνίας 16/05/2011, όπου το Δικαστήριο με αναφορά στις Κυπριακές αποφάσεις Printek Dataforms Express Ltd,
(2003)1 ΑΑΔ 1193, 1197 και ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ LINDOS CONSTRUCTIONS LIMITED Μιχαήλ κ.ά. v. Επίσημου Παραλήπτου κ.ά.,
(1999)1 ΑΑΔ 1033 απέρριψε την ενδιάμεση αίτηση για το λόγο ότι με δεδομένη την πλήρη καταβολή του μετοχικού κεφαλαίου εκ μέρους τους οι αιτητές, δεν καλύπτονταν από τα πλαίσια του όρου «συνεισφορέας» και, συνεπώς, δεν νομιμοποιούνταν κατ΄ ακολουθία του άρθρου 213
(1)στην εισαγωγή αίτησης για εκκαθάριση της εταιρείας. Το Δικαστήριο στην υπόθεση Fecipero Investments Ltd (πιο πάνω) εξετάζοντας και την εισήγηση περί νομιμοποίησης των συγκεκριμένων μετόχων στην καταχώρηση αίτησης εκκαθάρισης στη βάση ισχυρισμών της αίτησης ότι «η εταιρεία έχει σημαντικά περιουσιακά στοιχεία και σε περίπτωση διάλυσής της θα υπάρξει σημαντικό πλεόνασμα, μετά την πληρωμή των οποιωνδήποτε χρεωστών της, για διανομή στους μετόχους της...», πρόσθεσε τα εξής: «Aκόμη και η πιο πάνω καταγραφή της κυρίως αίτησης δεν υποδηλοί, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, πιθανότητα περί ύπαρξης περισσεύματος προς διανομή στους μετόχους, μετά την εξόφληση, στα πλαίσια εκκαθάρισης, των οποιωνδήποτε χρεωστών της Facipero. Τέτοια πιθανότητα που θα ήταν αρκετή για να προσδώσει νομιμοποίηση στους Αιτητές για προσφυγή τους στο Δικαστήριο και καταχώρηση αίτησης για εκκαθάριση. Ούτε συνιστά, στην απουσία κάποιας έστω στοιχειοθέτησής της με περαιτέρω λεπτομέρειες, θεμελίωση ενός χειροπιαστού συμφέροντος, περιεχόμενο του οποίου θα ήταν η ύπαρξη πλεονάσματος προς όφελος και των αιτητών-μετόχων.» Επανερχόμενος στην υπό κρίση υπόθεση και αφού εξέτασα την αίτηση και τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης που την υποστηρίζει θεωρώ ότι οι αιτήτριες δεν έχουν δικαίωμα δικονομικής παράστασης προς το Δικαστήριο για την εκκαθάριση της Εταιρείας σε σχέση με την ιδιότητα τους ως μετόχων. Σε ότι αφορά την ιδιότητα τους ως μέτοχοι στην εταιρεία υπάρχει μόνο ο ισχυρισμός των αιτητριών ότι είναι μέτοχοι της εταιρείας, κάτοχοι 1.000 συνήθων μετοχών αξίας €1.71 (Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας). Δεν υπάρχει, κανένας ισχυρισμός ως προς το κατά πόσο αυτές είναι πλήρως πληρωθείσες ή όχι. Περαιτέρω, στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας δεν υπάρχει καμία αναφορά, ή εν πάση περιπτώσει, θετικός ισχυρισμός, αρκούντως τεκμηριωμένος, είτε, σε ότι αφορά τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας, είτε, σε ότι αφορά το κατά πόσο σε περίπτωση εκκαθάρισης της είναι πιθανόν ότι θα υπάρξει (μετά την πληρωμή όλων των χρεών ή και υποχρεώσεων της εταιρείας) πλεόνασμα από τα περιουσιακά της στοιχεία διαθέσιμο για διανομή μεταξύ των μετόχων της (περιλαμβανομένων δηλαδή και των αιτητριών). Υπό το φως όλων των πιο πάνω καταλήγω συνεπώς, ότι στην προκειμένη περίπτωση ελλείπει το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο αφού δεν αποκαλύπτεται η νομιμοποίηση των αιτητριών να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση υπό την ιδιότητα τους ως μετόχων, παρά μόνο υπό την ιδιότητα τους ως πιστωτών. (Β) ΠΡΟΠΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΑΡΘΡΟΥ 212(Α) Το επόμενο ερώτημα που καλείται να απαντήσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο έχουν πληρωθεί οι υπόλοιπες τυπικές προϋποθέσεις που το άρθρο 212(α) του Περί Εταιρειών Νόμου επιτάσσει. Θα πρέπει δηλαδή να αποδειχθεί η προϋπόθεση της επίδοσης στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, της γραπτής απαίτησης πληρωμής του οφειλόμενου ποσού που θα πρέπει να υπερβαίνει τις €5,000. Σύμφωνα με το άρθρο 212(α) δεν απαιτείται η επίδοση να γίνει σε αξιωματούχο της εταιρείας. Αρκεί να γίνει σε εξουσιοδοτημένο πρόσωπο, πάντοτε όμως στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. H επίδοση της γραπτής ειδοποίησης σε χώρο άλλο από το εγγεγραμμένο γραφείο έστω και σε αξιωματούχο της εταιρείας δεν πληροί τις προϋποθέσεις του άρθρου 212(α). Σχετική είναι η υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd ν. Εταιρία Σκυροποιΐας «Λεωνικ» Λτδ
(2009)1Β Α.Α.Δ 1457 στην οποία λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Στην παρούσα περίπτωση υπάρχει σαφής νομοθετική πρόνοια και αυτή είναι το άρθρο 212 (α) το οποίο προνοεί ρητά ότι η απαίτηση θα πρέπει να επιδοθεί στην εταιρεία με παράδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Έτσι, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο δέχτηκε ότι η επίδοση στο διευθυντή της εταιρείας, χωρίς να αναφέρεται ότι αυτή έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως η δέουσα και η προβλεπόμενη από το άρθρο 212 (α)». Στην πιο πάνω υπόθεση επικυρώθηκε πρωτόδικη απόφαση στην οποία πρωτόδικο Δικαστήριο εξέτασε κατά πόσο η επίδοση έγινε νομότυπα στο εγγεγραμμένο γραφείο της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας, παρ΄όλο που δεν εγέρθηκε ως λόγος ένστασης. Στην εν λόγω υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ότι από την στιγμή που η επίδοση απαίτησης έγινε στον διευθυντή της καθ΄ ης η αίτηση εταιρείας, (στην προκειμένη περίπτωση επιδόθηκε στην γραμματέα της εταιρείας) και δεν έχει αποδειχθεί η επίδοση στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, τότε δεν δύναται να γίνει η επίκληση και να γίνει εφαρμογή του άρθρου 212(α) του Κεφ.
  1. Περαιτέρω, στην υπόθεση G.I.P. Constructions (ανωτέρω), λέχθηκε στην σελίδα 19 της απόφασης ότι η αποστολή διπλοσυστημένης επιστολής δεν συνιστά συμμόρφωση με τη ρητή πρόνοια του άρθρου 212(α) για επίδοση γραπτής απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Εξετάζοντας στην παρούσα υπόθεση κατά πόσο η απαίτηση πληρωμής επιδόθηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 212(α) του Κεφ. 113, αναφέρω ότι δεν υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία ότι έχει πληρωθεί η προϋπόθεση αυτή. Στην προκειμένη περίπτωση θεωρώ ότι οι αιτήτριες δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης ώστε να ικανοποιήσουν το Δικαστήριο ότι πράγματι η γραπτή απαίτηση επιδόθηκε δεόντως στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Όπως προκύπτει από το σώμα της αίτησης, υπάρχει ο ισχυρισμός ότι, στις 23/1/2017, οι αιτήτριες απέστειλαν σχετικές επιστολές γραπτής απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας μέσω του ταχυδρόμου της ενορίας της Αθηαίνου, ο οποίος τις παρέδωσε την ίδια ημέρα προσωπικά στην γραμματέα της εταιρείας, έναντι της υπογραφής της. Στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας (παράγραφος 99) αναφέρεται επίσης ότι οι σχετικές επιστολές (Τεκμήρια 46Α, 46Β, 46Γ και 46Δ) απαιτήσεως παραδόθηκαν προς την εταιρεία, ως προνοείται από το Άρθρο 211(ε) του Περί Εταιρειών Νόμου. Από πουθενά όμως δεν προκύπτει ότι πράγματι οι επιστολές επιδόθηκαν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Δεν μου διαφεύγει το γεγονός ότι στις εν λόγω επιστολές αναγράφεται ως διεύθυνση αποστολής το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας (Παύλου Μελά 14, Αθηαίνου). Αυτό όμως δεν είναι αρκετό. Και τούτο γιατί από πουθενά δεν προκύπτει οποιοδήποτε αποδεικτικό, πέραν της απλής αναφοράς της αιτήτριας, περί της επίδοσης των επιστολών στο εγγεγραμμένο γραφείο. Δεν υπάρχει ένορκη δήλωση από επιδότη, ως προνοείται από τον περί Εταιρειών Νόμο, και τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας (άρθρο 5Β[3]), που να βεβαιώνει θετικά το γεγονός αυτό, δηλαδή περί της επίδοσης της γραπτής απαίτησης προς το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Δεν μου διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι οι επιστολές φέρουν μία υπογραφή που σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της αιτήτριας 1, ανήκει στην γραμματέα της εταιρείας. Ούτε αυτό όμως και πάλι είναι αρκετό. Η σχετική προϋπόθεση του περί Εταιρειών Νόμου είναι αυστηρή και θα πρέπει να τηρείται με ευλάβεια, λόγω και της δραστικότητας του μέτρου, εφόσον η ενεργοποίησή της πρόνοιας αυτής, αποσκοπεί στην εκκαθάριση της εταιρείας. Η επίδοση στην γραμματέα της εταιρείας, χωρίς να επιβεβαιώνεται θετικά και με επαρκή μαρτυρία ότι αυτή έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως η δέουσα και η προβλεπόμενη από το Άρθρο 212(α). Ούτε επίσης ισχυρισμός περί επίδοσης με ταχυδρόμο είναι αρκετός, εφόσον απαιτείται επίδοση που σύμφωνα με τους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας μόνο μέσω επιδότη μπορεί να λάβει χώρα. Επαναλαμβάνω ότι το γεγονός ότι η εταιρεία δεν καταχώρησε ένσταση δεν συνιστά αυτόματα και απόδειξη ότι έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρων 211 και
  2. Συνεπώς για τους λόγους που έχω εξηγήσει θεωρώ ότι οι αιτήτριες δεν έχουν ικανοποιήσει τις προϋποθέσεις του άρθρου 212(α) σε σχέση με την επίδοση της γραπτής απαίτησης στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Ενόψει όλων των πιο πάνω και για τους λόγους που έχω εξηγήσει θεωρώ ότι δεν πληρούνται και δεν έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις των άρθρων 211(ε) και 212(α) που να δικαιολογούν την έκδοση διατάγματος από το Δικαστήριο για την εκκαθάριση της εταιρείας. Συνεπώς ο 1ος λόγος για τον οποίο οι αιτήτριες αιτούνται την εκκαθάρισης της εταιρείας, ότι δηλαδή αυτή είναι ανίκανη να πληρώσει τα χρέη της, απορρίπτεται. (ε) Καταπίεση (oppression) μειοψηφίας Ως έχω προαναφέρει, οι αιτήτριες υποστηρίζουν ότι το δικαστήριο οφείλει να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας και σε άλλη βάση (πέραν δηλαδή της ανικανότητας της να καταβάλει τα χρέη της), στο ότι δηλαδή υπάρχει καταπίεση των μετόχων μειοψηφίας από τους μετόχους πλειοψηφίας. Τα δικαιώματα των μελών της πλειοψηφίας τυγχάνουν νομοθετικής προστασίας από τον Περί Εταιρειών Νόμο. Το άρθρο 211(στ), το οποίο, μεταξύ άλλων, αποτελεί μέρος της νομικής βάσης της παρούσας αίτησης, διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «Εταιρεία δύναται να εκκαθαριστεί από το Δικαστήριο αν: (α) ..................................... (β) ..................................... (γ) ..................................... (δ) ..................................... (ε) .............. (στ) το Δικαστήριο έχει τη γνώμη ότι είναι δίκαιο και σύμφωνο με το δίκαιο της επιείκειας να διαλυθεί η εταιρεία»· (ζ) ................................... Συγκεκριμένα όταν η πλειοψηφία καταπιέζει τη μειοψηφία, η μειοψηφία έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τη διάλυση της εταιρείας επικαλούμενη την πιο πάνω διάταξη. Το τι αποτελεί "δίκαιο" έχει ερμηνευθεί σε διάφορες αποφάσεις αλλά και σε διάφορα αγγλικά συγγράμματα του Αγγλικού Companies Act 1948, οι πρόνοιες του οποίου ταυτίζονται με αυτές του Περί Εταιρειών Νόμου. Επειδή όμως η εκκαθάριση της εταιρείας προκαλεί, σε αρκετές περιπτώσεις, τέτοιες επιζήμιες επιπτώσεις επί των συμφερόντων της μειοψηφίας που υφίσταται την καταπίεση, ο Περί Εταιρειών Νόμος παρέχει στην καταπιεζόμενη μειοψηφία, μέσα από τις πρόνοιες του άρθρου 202, μια άλλη εναλλακτική θεραπεία, ως διαζευκτική της αναγκαστικής διάλυσης. Το άρθρο 202 του Περί Εταιρειών Νόμου, εκτός από κάποιες τυπικές και επουσιώδεις λεκτικές διαφορές, αποτελεί αντιγραφή του άρθρου 210 του αγγλικού Company's Act
  3. Τα πιο πάνω έχουν τύχει διαπραγμάτευσης στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 1369). Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Η εκδήλωση υπεροχής της πλειοψηφίας έναντι της μειοψηφίας εμφανίζεται συνήθως με τρόπο ο οποίος επηρεάζει δυσμενώς κατ' ιδίαν δικαιώματα (individual rights) μετόχου ή μετόχων της εταιρείας ή τα ειδικώς διαφοροποιημένα δικαιώματα (qualified rights) της μειοψηφίας. Όταν η πλειοψηφία καταπιέζει τη μειοψηφία, η μειοψηφία έχει εκ του νόμου τη δυνατότητα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει τη διάλυση της εταιρείας με βάση τις διατάξεις του άρθρου 211(στ)* του νόμου. Επειδή η διάλυση της εταιρείας προκαλεί, στις πιο πολλές περιπτώσεις, τέτοιες επιζήμιες επιπτώσεις επί των συμφερόντων της μειοψηφίας που υφίσταται την καταπίεση, ο νόμος παρέχει στην καταπιεζόμενη μειοψηφία μια άλλη εναλλακτική θεραπεία, αυτή του άρθρου 202 του νόμου, ως διαζευκτική της αναγκαστικής διάλυσης. Όπως έχει ειπωθεί, αυτή η διάταξη αποτέλεσε τη νομική βάση της αίτησης. Η προβλεπόμενη από το άρθρο 202 του νόμου θεραπεία παρέχεται εφόσον διαπιστωθεί ότι συντρέχουν οι πιο κάτω προϋποθέσεις οι οποίες, ακολουθούν μεταξύ τους σειρά λογικής αλληλουχίας ήτοι, (α) ότι η διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας γίνεται κατά τρόπο καταπιεστικό για κάποιο από τους μετόχους ή για μερίδα των μετόχων, (β) ότι το Δικαστήριο θα ήταν διατεθειμένο να εκδώσει διάταγμα διάλυσης της εταιρείας με βάση το άρθρο 211(στ) του νόμου, (γ) πλην όμως η έκδοση ενός τέτοιου διατάγματος θα ήταν επιζήμια και θα επηρέαζε αδίκως τους ίδιους τους μετόχους που υφίστανται την καταπίεση. . Το άρθρο 202 του νόμου εκτός από κάποιες τυπικές και επουσιώδεις λεκτικές διαφορές αποτελεί αντιγραφή του άρθρου 210 του αγγλικού Company's Act 1948. Αυτό σημαίνει πως μπορεί να αντληθεί καθοδήγηση επί του θέματος από την αγγλική νομολογία. Ετσι, στην Re Antigen Laboratories Ltd [1951] 1 All E.R. 110 αποφασίστηκε ότι το παρακλητικό (prayer) της αίτησης πρέπει να περιέχει αρκετές λεπτομέρειες ώστε να μη δημιουργείται οποιαδήποτε αμφιβολία για ό,τι ο αιτητής επιθυμεί να πράξει το Δικαστήριο. Αυτή η προσέγγιση συνάδει με τη λογική του πράγματος γιατί αν συνέβαινε το αντίθετο, το Δικαστήριο, θα ήταν υποχρεωμένο να αναζητεί λύσεις προσφερόμενες ως θεραπεία διά της εκδόσεως ενός εκ των τριών προβλεπομένων υπό του άρθρου 202
(2)διαταγμάτων χωρίς να έχει ενώπιόν του οτιδήποτε το οποίο να αντανακλά την επιθυμία των αιτητών επί του πρακτέου. Είναι αυτονόητο πως μια τέτοια υποχρέωση θα καθιστούσε εξαιρετικά δύσκολο το έργο του Δικαστηρίου με κίνδυνο να μη απονεμηθεί σωστά η δικαιοσύνη.» Στην πρωτόδικη απόφαση ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΜΑΙΕΥΤΗΡΙΟΝ ΜΑΡΙΝΑ ΛΙΜΙΤΕΔ, Αίτηση Εταιρειών (Petition) αρ. 16/2006, 30 Ιανουαρίου 2009 έγινε εκτενής ανάλυση της πρόνοιας του άρθρου 211(στ) την οποία και υιοθετώ πλήρως και για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Από την διατύπωση του άρθρου 211(στ) είναι φανερό ότι με αυτό εισάγονται οι αρχές του δικαίου της επιείκειας αφού χρησιμοποιούνται οι λέξεις "δίκαιο" και "επιεικές" και ότι το Δικαστήριο που επιλαμβάνεται Αίτησης που στηρίζεται στο άρθρο αυτό πρέπει να λάβει υπόψη τους κανόνες επιείκειας για να κρίνει κατά πόσο είναι δίκαιο και επιεικές να διαλυθεί η Εταιρεία. Οι αρχές του δικαίου της επιείκειας εφαρμόζονται στο δικονομικό μας σύστημα βάσει των προνοιών του Άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/60). Το εν λόγω άρθρο καθιστά εφαρμόσιμες τις αρχές της επιείκειας στο σύνολο τους, εκτός εάν υπάρχει άλλη πρόβλεψη στο νόμο. Είναι καλά εδραιωμένο ότι το Δικαστήριο πρέπει να κρίνει την Αίτηση σύμφωνα με τους ισχυρισμούς που περιλαμβάνονται σ' αυτή και αποδεικνύονται κατά την ακρόαση (βλ. Fildes Bros Ltd
(1970)1 All E.R. 923). Από τις αποφάσεις Re Jermyn Street Turkish Baths Ltd
(1971)3 All E.R. 184, Re Cuthbert Cooper & Sons Ltd
(1937)2 All E.R. 466, Re Lundie Brothers Ltd
(1965)2 All E.R. 692 και Re Fildes Brothers Ltd
(1970)1 All E.R: 923, φαίνεται ότι το Δικαστήριο που καλείται να αποφασίσει εάν είναι δίκαιο και επιεικές να διαλυθεί μια εταιρεία δυνάμει του άρθρου 211(στ), λόγω του ότι η μειοψηφία καταπιέζεται και δικαιούται σε θεραπεία, πρέπει να αποφασίσει με βάση τα γεγονότα που βρίσκονται ενώπιον του κατά τον ουσιώδη χρόνο της ακρόασης. Όμως ο αιτητής περιορίζεται στους λόγους των παραπόνων του (Heads of Complaint) που προβάλλονται στην αίτηση του (βλ. Re Fildes Bros Ltd
(1970)1 All E.R. 923). Αυθεντία και θεμελιακή υπόθεση επί του θέματος που εξετάζουμε αποτελεί η υπόθεση Ebrahimi v. Westborn Callories Ltd
(1972)2 All E.R. 492. Στην Κυπριακή νομολογία το θέμα αναλύεται διεξοδικά στην υπόθεση Karaoglanian and Sons and others v. Karaoglanian and another
(1977)4 J.S.C. 488 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Στην υπόθεση αυτή γίνεται εκτεταμένη ανάλυση της έννοιας των όρων "καταπίεση" (oppression) και "δίκαιη και εύλογη" (just and equitable) στο πλαίσιο των σχετικών διατάξεων του Κεφ. 113 καθώς επίσης και της αγγλικής νομολογίας και των πράξεων που μπορεί να στοιχειοθετούν καταπίεση της μειοψηφίας. Η υπόθεση Karaoglanian (ανωτέρω) υιοθετήθηκε στην υπόθεση In Re Pelmaco Developments Ltd v. In Re The Companies Law, Cap. 113
(1991)1 ΑΑΔ σελίδα 246, η οποία αφορούσε αίτηση διαγραφής της Αίτησης για διάλυση της εταιρείας, ως μη αποκαλύπτουσα αγώγιμο δικαίωμα και ως επιπόλαια και ενοχλητική. Στην τελευταία υπόθεση γίνεται αναφορά και στο θέμα της καταπίεσης της μειοψηφίας από την πλειοψηφία. Η υπόθεση Karaoglanian αναφέρεται επίσης και στην υπόθεση Re Pelmako Development Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 8966, ημερομηνίας 16.9.1999, στην οποία αναλύεται το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου, κεφ. 113. Στις υποθέσεις Ebrahimi και Karaoglanian αναφέρεται ότι η πρόνοια του άρθρου 211(στ) δεν πρέπει να διαβάζεται και να ερμηνεύεται ejusdem generis με τα προηγούμενα εδάφια του άρθρου 211 αλλά πρέπει να διαβάζεται μόνη της ως ανεξάρτητη νομική πρόνοια η οποία παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να διατάξει την διάλυση μιας εταιρείας σε όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το Δικαστήριο το κρίνει δίκαιο και επιεικές. Η ευρεία έννοια των λέξεων "δίκαιο και επιεικές" δεν πρέπει να περιοριστεί σε κατηγορίες μέσα στις οποίες μια υπόθεση πρέπει να καταταχθεί για να εφαρμοστεί η πρόνοια και ούτε περιορίζεται η εφαρμογή της σε περιπτώσεις που αιτητής επηρεάζεται από την ιδιότητα του σαν μέτοχος (βλέπε Ebrahimi και Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, Τόμος 7, παράγραφος 1000, σελίδες 594-595) αλλά έχει το δικαίωμα να βασιστεί σε οποιαδήποτε περίσταση επηρεάζει την σχέση του με την εταιρεία ή τους άλλους μετόχους. Επίσης στην υπόθεση Ebrahimi τονίστηκε ότι δεν είναι αναγκαίο για τον Αιτητή να αποδείξει κακοπιστία εκ μέρους άλλων μελών της εταιρείας. Ακόμη ο περιορισμός της αρχής του "δικαίου και επιεικούς" σε αποδεδειγμένες περιπτώσεις κακής πίστης (mala fides) θα ισοδυναμούσε με εξουδετέρωση της γενικότητας των λέξεων. Όμως το γεγονός ότι οι λέξεις "δίκαιο και επιεικές" χρησιμοποιούνταν στον Αγγλικό περί Ομορρύθμων Εταιρειών Νόμο του 1890, άρθρο 35(f) (Partnership Act 1890) σαν λόγος για την διάλυση συνεταιρισμού, δείχνει ότι υπάρχει σύνδεση με τις αρχές της επιείκειας που αναπτύχθηκαν σε σχέση με υποθέσεις συνεταιρισμών (βλ. Ebrahimi). Στην βάση των αρχών της επιείκειας αναγνωρίζεται ότι μπορούν να υπάρξουν περιπτώσεις στις οποίες αμοιβαία διακαιώματα των μελών δεν καθορίζονται εξαντλητικά από το Ιδρυτικό και Καταστατικό Έγγραφο της εταιρείας, όπως για παράδειγμα εκεί που τα μέλη της εταιρείας την συνέστησαν στη βάση μιας προσωπικής σχέσης η οποία συνεπάγετο αμοιβαία εμπιστοσύνη και κατανόηση όσον αφορά την έκταση στην οποία κάθε ένα από τα μέλη της θα ελάμβανε μέρος στην διαχείριση των εργασιών της εταιρείας. Με άλλα λόγια η αρχή του "δικαίου και επιεικούς" αναγνωρίζει ότι μια τέτοια εταιρεία δεν είναι μόνο απλή νομική οντότητα αλλά κάτι περισσότερο που πίσω από αυτή υπάρχουν άτομα με δικαιώματα, υποχρεώσεις και προσδοκίες μεταξύ τους που δεν έχουν κατ' ανάγκη ενταχθεί μέσα στην δομή της εταιρείας. Γι' αυτό η αρχή "του δικαίου και επιεικούς" παρέχει δικαίωμα στο Δικαστήριο να υποβάλει την άσκηση νομικών δικαιωμάτων σε παράγοντες της επιείκειας, δηλαδή παράγοντες προσωπικής φύσης που αναφύονται μεταξύ των μελών της εταιρείας που μπορεί να καθιστούσαν άδικη και ανεπιεική την επιμονή στην εφαρμογή νομικών δικαιωμάτων ή στην άσκηση τους με συγκεκριμένο τρόπο. Οι αρχές της επιείκειας που αναπτύχθηκαν σε σχέση με συνεταιρισμούς εφαρμόζονται κατ΄αναλογία και σε ορισμένες εταιρείες περιορισμένης ευθύνης που θεωρούνται σαν οιωνεί συνεταιρισμοί (quasi - partnerships). Όμως οι αρχές αυτές δεν εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που η εταιρεία είναι μικρή ή ιδιωτική. Η εφαρμογή των αρχών της επιείκειας γενικά απαιτεί την ύπαρξη ενός ή περισσοτέρων από τα εξής στοιχεία: (α) Την ύπαρξη ενός συνδέσμου που δημιουργείται ή συνεχίζεται πάνω στη βάση της προσωπικής σχέσης που εμπεριέχει ή και συνεπάγεται αμοιβαία εμπιστοσύνη (το στοιχείο αυτό συνήθως υπάρχει όταν μια ομόρρυθμος εταιρεία μετατρέπεται σε εταιρεία περιορισμένης ευθύνης). (β) Την ύπαρξη συμφωνίας ή συνεννόησης ότι όλοι ή μερικοί από τους μετόχους θα λαμβάνουν μέρος στην διεξαγωγή της επιχείρησης. (γ) Περιορισμό στην μεταβίβαση των συμφερόντων των μελών στην εταιρεία. Στην υπόθεση Re Yenidje Tobacco Company Ltd
(1916)2 Ch 426 όπου έγινε ανάλυση της φύσης της ιδιωτικής εταιρεία η οποία είναι μεν νομική οντότητα αλλά έχει και αρκετά κοινά χαρακτηριστικά με τον συνεταιρισμό, αναφέρθηκε ότι ιδιωτική εταιρεία η οποία έχει τη φύση συνεταιρισμού πρέπει να διαλύεται κατά τον ίδιο τρόπο που διαλύεται και ο συνεταιρισμός. Στην Karaoglanian (ανωτέρω) σελ. 505 επισημαίνεται ότι το σκεπτικό της υπόθεσης Re Yenidje (ανωτέρω) είναι ότι μια ιδιωτική εταιρεία πρέπει να διαλύεται σε όλες τις περιπτώσεις όπου πρωταρχικά είναι το αποτέλεσμα διευθέτησης συνεταιρισμού μεταξύ των μελών της και έχει επέλθει αδιέξοδο στην διεύθυνση των υποθέσεων της. Ακόμη και στις περιπτώσεις που εταιρεία θεωρείται οιωνεί-συνεταιρισμός και υπάρχει συμφωνία για συμμετοχή στην διοίκηση η οποία έχει αθετηθεί, το Δικαστήριο ασκώντας την διακριτική του ευχέρεια μπορεί να διατάξει την διάλυση της εταιρείας δυνάμει του άρθρου 211(στ) (βλ. Re A. and B.C. Chewing Gum Ltd
(1975)1 W.L.R. 579 και Palmer σελίδα 1173). Ο αιτητής όμως που ζητεί από το Δικαστήριο επιείκεια στηριζόμενος στο άρθρο 211(στ) πρέπει να έρθει στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και αν η έλλειψη εμπιστοσύνης μεταξύ του και των άλλων μερών φαίνεται να έχει προκύψει εξ' αιτίας της δικής του κακής συμπεριφοράς (misconduct) τότε δεν μπορεί να εμμένει στην διάλυση της εταιρείας αν οι άλλοι θέλουν να συνεχίσουν (βλ. Ebrahimi σελ. 507)». Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, έκδοση 1993, σελίδα 15073-4, η νομολογία αποκαλύπτει ότι διάταγμα εκκαθάρισης εταιρείας επί τω ότι ήτο δίκαιο και εύλογο, εκδόθηκε σε περιπτώσεις εξαφάνισης του λόγου δια τον οποίο συστάθηκε η εταιρεία (the substratum of the company was gone), όπου η εταιρεία ήταν φούσκα (the company was a bubble), όπου η εταιρεία συστάθηκε για να προβεί σε δόλιες ενέργειες (the company was formed for the purposes of fraud), όπου διαπιστώθηκε ότι επιβάλλετο πλήρης διερεύνηση της εταιρείας (that full investigation was necessary), όπου το ιδρυτικό έγγραφο της εταιρείας (articles of association) προνοούσε για διάλυσή της σε περίπτωση που επισυμβεί συγκεκριμένο περιστατικό που εν τέλει έλαβε χώρα, όπου μέτοχος ο οποίος κατείχε την πλειοψηφία των μετοχών αρνήθηκε να προσκομίσει λογαριασμούς ή να καταβάλλει μέρισμα, όπου ο αιτητής εκδιώχθηκε από κάθε συμμετοχή στην επιχειρηματικότητα της εταιρείας, και όπου η εταιρεία οδηγήθηκε σε τελματώδη κατάσταση (that there was a complete deadlock). Από τα πιο πάνω συνάγεται ότι όταν το αίτημα βασίζεται στο δίκαιο και εύλογο, το δικαστήριο δεν παραγνωρίζει τις οιεσδήποτε συμβατικές υποχρεώσεις των μερών, είτε αυτές προκύπτουν από σύμβαση είτε από το καταστατικό της εταιρείας. Εάν το Δικαστήριο διαπιστώσει τυχόν ρήξη στις διαπροσωπικές σχέσεις των μετόχων και αν κρίνει ότι κάτι τέτοιο υφίσταται και έχει ως αποτέλεσμα τον επηρεασμό της ίδιας της εταιρείας, δηλαδή την επιχειρηματική δραστηριότητά της, και εν γένει την διοίκηση της, να εκδώσει διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας, λόγω του ότι είναι δίκαιο και εύλογο. Στην υπόθεση Θωμά Αίμ. κ.α. ν. Ι. Ηλιάδη
(2006)1 Α.Α.Δ. 1263 λέχθηκε ότι: «Σύμφωνα με τον κανόνα, τα δικαστήρια αρνούνται να ικανοποιήσουν αιτήματα μελών της μειοψηφίας των μετόχων τα οποία είναι δυσαρεστημένα με τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας από την πλειοψηφία ή από το διοικητικό συμβούλιο της εταιρείας και δεν επεμβαίνουν στη διεύθυνσή της. Κατ' εξαίρεση επιτρέπεται επέμβαση ύστερα από αίτημα μελών της μειοψηφίας, όταν
(1)πράξη της εταιρείας έγινε καθ' υπέρβαση εξουσίας ή είναι παράνομη,
(2)πράξη συνιστά δόλο εναντίον της μειοψηφίας και οι αδικοπραγούντες διαθέτουν τον έλεγχο της εταιρείας,
(3)έχει παρατηρηθεί παρατυπία κατά τη ψήφιση ψηφίσματος το οποίο απαιτούσε ειδική πλειοψηφία και όταν
(4)έχουμε πράξη η οποία παραβιάζει τα προσωπικά δικαιώματα συγκεκριμένου μετόχου (βλέπε Palmer' s Company Law, 24η Έκδοση, παράγραφοι 65-04, σελ. 980).» Ανάλυση της έννοιας του όρου 'καταπίεση', νομικός όρος που εμπίπτει στο άρθρο 202, δόθηκε επίσης στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd (ανωτέρω) με παραπομπή στην υπόθεση Re Five Minute Car Wash Service Ltd [1966] 1 All E.R. 242. Σύμφωνα με τη νομολογία, τέτοιος ισχυρισμός πρέπει: (α) να αφορά τα δικαιώματα των μελών της εταιρείας, (β) να σχετίζεται με τη διαχείριση της εταιρείας, και (γ) να καθιστά όχι μόνο δίκαιη και εύλογη τη διάλυσή της εταιρείας, αλλά και να συνιστά, λόγω του τρόπου διαχείρισης της εταιρείας, καταπίεση για εκείνους που επιδιώκουν τη διάλυση της εταιρείας. Θα πρέπει όμως να γίνει αντιληπτό ότι η εξουσία του Δικαστηρίου να παρεμβαίνει στις υποθέσεις της εταιρείας στη βάση των πιο πάνω άρθρων δεν είναι απόλυτη. Οι εν λόγω νομοθετικές πρόνοιες επιτρέπουν τη δικαστική παρέμβαση στις υποθέσεις μιας εταιρείας εάν αποδειχτεί πως ο τρόπος με τον οποίον αυτά τα δικαιώματα ασκούνται, οδηγεί σε καταπίεση, αδικία και ανεπιεικείς λύσεις εις βάρος της μειοψηφίας, προσφέροντας είτε τη διάλυση της εταιρείας ή άλλη εναλλακτική θεραπεία, αναλόγως τι ζητείται. Έχοντας σκιαγραφήσει τις νομικές αρχές που διέπουν το όλο ζήτημα θα προχωρήσω να εξετάσω τις θέσεις που οι αιτήτριες επικαλούνται. Στην προκειμένη περίπτωση, βάσει των γεγονότων όπως αυτά έχουν αναφερθεί ανωτέρω, διαπιστώνω τα ακόλουθα. Όπως προκύπτει από την ένορκη δήλωση της αιτήτριας και τα γεγονότα τα οποία αναφέρονται σε αυτή, που για ακόμη μια φορά τονίζω ότι έχουν μείνει αναντίλεκτα, σαφέστατα αποκαλύπτεται καταπίεση των μετόχων της μειοψηφίας από τους μετόχους της πλειοψηφίας. Το γεγονός αυτό ουδόλως μάλιστα αμφισβητείται από την ίδια την εταιρεία. Και τούτο γιατί μέσω της γραπτής αγόρευσης που κατάθεσαν στο Δικαστήριο οι συνήγοροι της, υπάρχει παραδοχή ότι οι μέτοχοι μειοψηφίας υφίστανται εν μέρει καταπίεση από τους μετόχους πλειοψηφίας (βλέπε σελίδα 2, παράγραφο 2 και 4 της γραπτής αγόρευσης της εταιρείας). Σημειώνω επίσης ότι δεν υπήρξε αίτημα αντεξέτασης της ενόρκως δηλούσας επί των ως άνω λεγόμενών της. Τούτο δεν αναγκάζει το Δικαστήριο να αποδεχθεί τη μαρτυρία της (Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α Α.Α.Δ. 624), αλλά παρέχει στο Δικαστήριο διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως στοιχείο που δείχνει ότι, κατά πρώτον, η εκδοχή της άλλης πλευράς είναι αναντίλεκτη και, κατά δεύτερον, ως αποδοχή των ουσιωδών ισχυρισμών της ενόρκως δηλούσας επί των οποίων δεν αντεξετάστηκε (Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β Α.Α.Δ. 1057). Όπως προκύπτει από το γεγονότα που έχουν παρατεθεί οι αιτήτριες έχουν ουσιαστικά άμεσα και έμμεσα τεθεί εκτός της λειτουργίας της εταιρείας. Δεν τυγχάνουν για παράδειγμα καμίας ενημέρωσης για τα δρώμενα της εταιρείας και οι μέτοχοι πλειοψηφίας λειτουργούν καταπιεστικά και εκδικητικά εις βάρος τους. Περαιτέρω ο ρόλος του κάθε μετόχου, ως έχει αποφασισθεί μεταξύ τους, με βάση το ειδικό ψήφισμα του καταστατικού, δεν εφαρμόζεται στην πράξη μετά τον θάνατο του ιδρυτή και εκτελεστικού προέδρου της εταιρείας. Ως έχει αναφερθεί ο πατέρας των αιτητριών πριν τον θάνατο του ήταν πρόεδρος και εκτελεστικός σύμβουλος της εταιρείας. Είχε επίσης το δικαίωμα, δείγμα και των απόλυτων εξουσιών του αλλά και του ρόλου του στην εταιρεία, να υπογράφει μόνος του για όλα τα θέματα της εταιρείας, δεσμεύοντας έτσι την ίδια την εταιρεία με τις πράξεις του. Με τροποποίηση του σχετικού καταστατικού της εταιρείας και με βάσει ειδικό ψήφισμα (Τεκμήριο 7) αποφασίσθηκε, μεταξύ άλλων, ότι την γενική διαχείριση και διεύθυνση θα την είχε ο ίδιος και ότι οι υπόλοιποι μέτοχοι είχαν μόνο καθορισμένο και ειδικό ρόλο. Επίσης συμφωνήθηκε ότι ο πιο πάνω καθορισμός των ρόλων, ενός εκάστου μετόχου, θα συνεχίζετο και στο μέλλον καθώς επίσης και οποιαδήποτε τροποποίηση του ειδικού ψηφίσματος, δηλαδή οποιαδήποτε τροποποίηση της πρακτικής της εταιρείας, θα απαιτούσε ειδική πλειοψηφία του 70% των μετόχων της εταιρείας. Επίσης προνοείτο ότι το ειδικό ψήφισμα και το περιεχόμενο αυτής δεσμεύει τους εκδοχείς, κληρονόμους και αντιπροσώπους των μελών της εταιρείας. Οι μέτοχοι της πλειοψηφίας κάθε άλλο τίμησαν και εφάρμοσαν την ως άνω συμφωνία, μετά το θάνατο του πατέρα των αιτητριών. Αντίθετα, μετά την επέλευση του θανάτου του πατέρα των αιτητριών και εκμεταλλευόμενοι το γεγονός αυτό, οι μέτοχοι πλειοψηφίας έβαλαν στο περιθώριο τις αιτήτριες, αποφάσισαν να διοικήσουν την εταιρεία μόνοι τους, παραγνωρίζοντας έτσι τον σαφή ρόλο που τους είχε ανατεθεί. Διαφαίνεται, με τα όσα παρέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου οι αιτήτριες, ότι οι μέτοχοι πλειοψηφίας είχαν σαν στόχο να τις εκδικηθούν και να τις απομονώσουν από τα δρώμενα της εταιρείας. Η λειτουργία της φάρμας άρχισε να γίνεται σε πλήρη άγνοια τους κατά σαφή καταστρατήγηση του καταστατικού και χωρίς την σύγκληση συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου ή Γενικής Συνελεύσεως. Η ίδια η αιτήτρια παύθηκε από γραμματέας χωρίς την σύγκληση νομότυπης συνεδρίας του Διοικητικού Συμβουλίου και στην θέση της διορίστηκε η θυγατέρα ενός εκ των μετόχων πλειοψηφίας. Οι μέτοχοι πλειοψηφίας, παραγνώρισαν εντελώς, το δικαίωμα των μετόχων της μειοψηφίας να τυγχάνουν οποιασδήποτε ενημέρωσης σε σχέση με τη λειτουργία και την οικονομική διαχείριση της εταιρείας. Για παράδειγμα οι μέτοχοι πλειοψηφίας χειρίζονταν τους λογαριασμούς της εταιρείας χωρίς οι τελευταίες να τυγχάνουν οποιασδήποτε ενημέρωσης και χωρίς να απαιτείτο πλέον η δική τους υπογραφή για την διενέργεια οποιοδήποτε πράξεων ενώ αντίθετα κατά παράδοξο τρόπο, τρίτα πρόσωπα που δεν ήταν καν μέτοχοι, είχαν τέτοια ενημέρωση. Δεν χωρεί καμία αμφιβολία ότι πρόκειται για πράξεις που σκοπούσαν στην εξουδετέρωση των αιτητριών από του να ενημερώνονται επαρκώς για τη λειτουργία της εταιρείας και ήταν αναμφίβολα πράξεις που έπληξαν τα συμφέροντα τους. Περαιτέρω διαπιστώνεται ότι οι μέτοχοι πλειοψηφίας, με διάφορες ενέργειες τους, είχαν σκοπό να εκδιώξουν με κάθε τρόπο τις αιτήτριες από την εταιρεία με αποτέλεσμα οι σχέσεις τους να έχουν πληγεί ανεπανόρθωτα. Για παράδειγμα αποφάσισαν να κλείσουν το λογιστικό τμήμα της εταιρείας όπου η αιτήτρια 1 εργαζόταν χωρίς να της αναφέρουν τους λόγους και να παραθέσουν σε εξωτερικό συνεργάτη, στην θυγατέρα ενός εκ των μετόχων πλειοψηφίας, το ρόλο αυτό. Η ενέργεια αυτή συνιστούσε έμμεσο αποκλεισμό από το νόμιμο δικαίωμα της να ενημερώνεται για την οικονομική δραστηριότητα της εταιρείας, ενώ αντίθετα θα διευκόλυνε τους μετόχους πλειοψηφίας να εφαρμόζουν χωρίς κανένα έλεγχο τις μονομερείς αποφάσεις τους. Περαιτέρω διαπιστώνεται επίσης, από τα όσα αναντίλεκτα έχουν παρουσιάσει οι αιτήτριες, μία ευνοϊκή μεταχείριση των μετόχων της πλειοψηφίας καθώς και συγγενικών τους προσώπων σε σχέση με τις ίδιες τις αιτήτριες. Παράδειγμα αποτελεί το γεγονός ότι από την μία υπήρξε μείωση του μισθού της αιτήτριας ενώ αντίθετα παρουσιάζεται η αύξηση μισθών συγγενικών προσώπων των μετόχων πλειοψηφίας. Διαπιστώνεται γενικότερα μία οικονομική εκμετάλλευση της εταιρείας εις βάρος της ίδιας της εταιρείας και των μετόχων μειοψηφίας. Για παράδειγμα η επιστροφή του ποσού που αποπλήρωσε ο μέτοχος πλειοψηφίας έναντι του δανείου που έλαβε από την εταιρεία. Επίσης η εκδικητική στάση των μετόχων της πλειοψηφίας σε σχέση με τις τρέχουσες υποθέσεις της εταιρείας στην Ρουμανία ζημιώνει την ίδια την εταιρεία αλλά και τους μετόχους πλειοψηφίας. Τα πιο πάνω αποσπάσματα εδραιώνουν το αυτονόητο. Η εταιρεία είναι οργανωμένο σύνολο. Το ιδρυτικό έγγραφο και το καταστατικό τούτης αποτελούν τη συμφωνία των μετόχων και το πλαίσιο λειτουργίας των διευθυντών. Όλοι οι εμπλεκόμενοι οφείλουν να τιμήσουν την υπογραφή τους και κατ' επέκταση τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν. Ο ρόλος του Δικαστηρίου τίθεται σε εφαρμογή αμέσως μόλις υπάρξει παραβίαση των συμφωνηθέντων. Είναι γεγονός ότι από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό, αυτό που αβίαστα προκύπτει είναι οι κακές σχέσεις των αιτητριών με τους μετόχους πλειοψηφίας. Επίσης εύκολα διαπιστώνεται ότι μεταξύ των αιτητριών και των μετόχων πλειοψηφίας υπάρχει έλλειψη συνεργασίας και επικοινωνίας ως προς τη διαχείριση των υποθέσεων της εταιρείας. Αυτό σαφώς έχει αρνητική επίδραση στη λειτουργία της εν λόγω εταιρείας. Η έλλειψη συνεργασίας σαφώς δυσχεραίνει την άσκηση των δραστηριοτήτων της και κατ' επέκταση αναδεικνύει πρόβλημα λειτουργίας της ίδιας της εταιρείας. Δεν έχω καμία αμφιβολία και κρίνω ότι οι μέτοχοι πλειοψηφίας έχουν παραβεί τους κανόνες καλής πίστης που όφειλαν προς τις αιτήτριες και ενήργησαν άδικα έναντι τους. Δεν υπάρχει αμφιβολία επίσης ότι υπήρξε κατάχρηση των εξουσιών των μετόχων της πλειοψηφίας και εκμετάλλευση εκ μέρους τους των εξουσιών τους αλλά και της ίδιας της περιουσίας της εταιρείας. Από την ενώπιον μου μαρτυρία δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε που να έπραξαν οι αιτήτριες και να βλάψουν την εταιρεία. Αντίθετα η εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών της εταιρείας έχει απωλεσθεί εξ' υπαιτιότητος των μετόχων πλειοψηφίας και των συγγενικών τους προσώπων. Βάσει των όσων έχω αναφέρει μέχρι τώρα κρίνω ότι η καταπίεση που υφίστανται οι αιτήτριες από τους μετόχους πλειοψηφίας, έχει αποδειχθεί πέρα για πέρα χωρίς να αφήνει περιθώρια αμφιβολίας. Στη βάση αυτών θα κατέληγα ότι από τα γεγονότα της υπόθεσης η εκκαθάριση της καθ' ης η αίτηση καθίσταται εύλογη και δίκαιη. Επομένως κρίνεται ότι το κριτήριο αυτό ικανοποιείται. Επομένως οι αιτήτριες δικαιούνται σε διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας. Στο σημείο αυτό θεωρώ ότι είναι το κατάλληλο σημείο να εξετάσω κατά πόσο το Δικαστήριο μπορεί, με βάση το άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου, να δώσει άλλη εναλλακτική θεραπεία από την εκκαθάριση της εταιρείας. Έχει ήδη υποδειχθεί, με παραπομπή στο σύγγραμμα Palmer's Company Law, πιο πάνω, ότι η εφαρμογή του άρθρου 202 προϋποθέτει διαπίστωση ότι δικαιολογείται εκκαθάριση της εταιρείας. Ο μόνος λόγος δια τον οποίο δεν εκδίδεται διάταγμα εκκαθάρισης της εταιρείας, οφείλεται στη δυσμενή θέση που θα περιέλθει και ο αιτητής, δηλαδή ο μέτοχος μειοψηφίας. Το πιο πάνω συμπέρασμα ενισχύεται και από τις λοιπές θεραπείες που το Δικαστήριο μπορεί να απονέμει, όπως είναι η αγορά των μετοχών από την ίδια την εταιρεία (βλ. 202
(2)(β)). Η άποψη του Δικαστηρίου είναι αρνητική, κατά πόσο δηλαδή δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις να δοθεί εναλλακτική θεραπεία από το Δικαστήριο. Και τούτο γιατί, ως έχω αναφέρει, κατ΄αρχάς η παρούσα αίτηση δεν στηρίζεται στο άρθρο 202 του περί Εταιρειών Νόμου. Το άρθρο αυτό δεν τυγχάνει αναφοράς ούτε στη νομική βάση της αίτησης αλλά ούτε και στα αιτούμενα διατάγματα ζητείται οποιαδήποτε εναλλακτική θεραπεία από τις αιτήτριες, πέραν της απαίτησης τους για εκκαθάριση της εταιρείας. Αντίθετα η εναλλακτική αυτή θεραπεία ζητείται από την ίδια την εταιρεία διαμέσου της αγόρευσης της. Η εταιρεία όμως δεν έχει την δυνατότητα και δεν νομιμοποιείται να ζητήσει κάτι τέτοιο. Κατ΄αρχάς από το λεκτικό του ίδιου του άρθρου, διαπιστώνεται ότι τέτοιο αίτημα μόνο "ο υποβάλλων την αίτηση μπορεί να το αιτηθεί". Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα του άρθρου 202: «Οποιοδήποτε μέλος εταιρείας που παραπονείται ότι οι υποθέσεις της εταιρείας διεξάγονται με τρόπο καταπιεστικό μέρους των μελών (περιλαμβανομένου του ιδίου), ή, σε περίπτωση που εμπίπτει στο εδάφιο
(3)του άρθρου 163, το Υπουργικό Συμβούλιο, δύναται να μεριμνήσει για την υποβολή αίτησης στο Δικαστήριο για διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο αυτό.» (υπογράμμιση δική μου) Επίσης, όπως τονίστηκε στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd (πιο πάνω), όταν διεκδικείται θεραπεία διαζευκτική της αναγκαστικής διάλυσης δυνάμει των προνοιών του άρθρου 202 του Κεφ.113, θα πρέπει στην αίτηση αυτή να εξειδικεύεται μέσα από συγκεκριμένη και σαφή διατύπωση. Αυτό επιβάλλεται ώστε η άλλη πλευρά να γνωρίζει τι βασικά επιδιώκει ο αιτητής δεδομένου ότι η θεραπεία του άρθρου 202 του Κεφ.113 είναι διαφορετική από την έκδοση διατάγματος εκκαθάρισης ("Η εκκαθάριση εταιρειών" του Δρ. Ανδρέα Π. Ποιητή, 2η έκδοση, σελ. 57-60). Πόσο μάλλον δηλαδή που στην προκειμένη περίπτωση δεν ζητείται τέτοια θεραπεία από τις αιτήτριες αλλά από την ίδια την εταιρεία. Το Δικαστήριο υπό αυτές τις περιστάσεις δεν έχει το αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο και την κατάλληλη νομική βάση ώστε να αποφασίσει επί ενός αιτήματος που υποβάλλεται από πρόσωπο που δεν έχει καταχωρήσει καν ένσταση, που η ίδια η νομική βάση της αίτησης δεν υποστηρίζει τέτοιο αίτημα, αλλά και που η ίδια η νομοθετική διάταξη καθορίζει ότι το μόνο πρόσωπο που δικαιούται να υποβάλει τέτοιο αίτημα είναι το μέλος της εταιρείας που υφίσταται καταπίεση. Συνεπώς απορρίπτω την εισήγηση της ίδιας της εταιρείας όπως εκδοθεί ενναλακτική θεραπεία αντί της έκδοσης διατάγματος για εκκαθάριση της. Παρ' ότι η σχετική εισήγηση απορρίφθηκε, κρίνω σκόπιμο να υποδείξω και το εξής. Ακόμη και αν το Δικαστήριο ήταν σε θέση να εκδώσει εναλλακτική θεραπεία βάσει του άρθρου 202, θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις, το Δικαστήριο δεν θα ήταν σε θέση να εκδώσει διάταγμα εξαγοράς των μετοχών του αιτητή, είτε από το μέτοχο είτε από την εταιρεία. Ο λόγος γι' αυτό οφείλεται στο ότι η εταιρεία ουδεμία μαρτυρία προσκόμισε που να αποκαλύπτει την αξία της μετοχής. Μάλιστα, η νομολογία φανερώνει ότι στο πλαίσιο αυτής της έκφανσης της υπόθεσης η αξία της μετοχής δεν συναρτάται πάντα με το χρόνο καταπίεσης. Ενδέχεται η αξία που θα αποφασιστεί να συναρτάται, είτε στο χρόνο πριν ή κατά την καταπίεση, είτε με την έκδοση του διατάγματος (Re London School of Electronics
(1985)B.C.L.C. 273). Όποια όμως και είναι η περίπτωση, αποτελεί επιτακτική υποχρέωση του αιτητή να αποδείξει τούτη την αξία, πράγμα που στη δοσμένη περίπτωση δεν έγινε. (ε) ΘΕΣΕΙΣ ΠΙΣΤΩΤΩΝ Προτού το Δικαστήριο αποφασίσει κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου καθώς και κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο όπως η εταιρεία εκκαθαριστεί θα πρέπει να λάβει υπ'όψιν και τις επιθυμίες των πιστωτών. Για τον σκοπό της εξακρίβωσης αυτών των επιθυμιών, το Δικαστήριο διατηρεί την εξουσία να διατάξει την σύγκληση ξεχωριστών συνελεύσεων καθώς επίσης θα πρέπει να ληφθεί υπόψιν από το Δικαστήριο το ύψος του χρέους του κάθε πιστωτή (άρθρο 324Α του περί Εταιρειών Νόμου). Συνάγεται λοιπόν ότι το δικαίωμα του προσώπου που εξαιτείται την εκκαθάριση της εταιρείας δεν είναι απόλυτο. Στο σημείο αυτό επιθυμώ να αναφέρω το γεγονός ότι ούτε στον Περί Εταιρειών Νόμο, ούτε στους Περί Εταιρειών Κανονισμούς, αλλά ούτε και στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, προβλέπεται η δημοσίευση της αίτησης, για την εκκαθάριση της εταιρείας, πριν από την ακρόαση όπως προβλέπεται στην Αγγλία. Το θέμα, όμως, συνδέεται με την υποχρέωση επίδοσης σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Στην Κύπρο, ως θέμα πρακτικής, τα Δικαστήρια παρέχουν οδηγίες για τέτοια δημοσίευση για σκοπούς γνωστοποίησης της αίτησης σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο. Η έκδοση τέτοιων οδηγιών από το Δικαστήριο αποτελεί πάντοτε θέμα της διακριτικής του εξουσίας, η οποία είναι ορθό να ασκείται προς αυτήν την κατεύθυνση (σύγγραμμα Δρα Ανδρέα Π. Ποιητή «Η εκκαθάριση Εταιρειών», (σελ. 57), ανωτέρω). Ανατρέχοντας στον φάκελο του Δικαστηρίου διαπιστώνω ότι το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση τότε, δεν έδωσε τέτοιες οδηγίες. Με βάση τα δεδομένα της υπόθεσης, θεωρώ ότι το Δικαστήριο ορθά άσκησε την διακριτική του εξουσία εφόσον, ως έχω προαναφέρει ανωτέρω, όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη στην προκειμένη περίπτωση έχουν λάβει γνώση της παρούσας αίτησης. Υπάρχει επίδοση της αίτησης στην ίδια την εταιρεία και στους μετόχους αυτής. Υπάρχει επίσης επίδοση της αίτησης στον Επίσημο Παραλήπτη. Υπάρχει εμφάνιση ενός εκ των Πιστωτών, ενώ ο μεγαλύτερος πιστωτής, η ΣΠΕ Αλληλεγγύης, έχει λάβει γνώση της παρούσας υπόθεσης με την επίδοση των σχετικών εγγράφων και του προσωρινού διατάγματος που της επιδόθηκε. Ενόψει των δεδομένων αυτών θεωρώ ότι όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα έχουν λάβει γνώση για την παρούσα διαδικασία. Στην υπόθεση Σε ότι αφορά την Silkeborg Investments Limited, ECLI:CY:AD:2017:A298, Πολ. Έφ. 267/2011, ημερ. 15.9.2017, λέχθηκε ότι «το Δικαστήριο έχει καθήκον να μεριμνήσει για την επίδοση της αίτησης σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα ως προσταγή των κανόνων της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλουν την παροχή εύλογης ευκαιρίας σε κάθε επηρεαζόμενο από δικαστική διαδικασία να εμφανιστεί κατά τη δίκη και να προβάλει τις θέσεις του, όπως επιτάσσει το Άρθρο 30.3 του Συντάγματος». Σημειώνω ότι στην εν λόγω υπόθεση ανατράπηκε πρωτόδικη απόφαση του Δικαστηρίου διά το λόγο ότι δεν επιδόθηκε η αίτηση εκκαθάρισης στον μέτοχο της εταιρείας. Η εν λόγω υπόθεση, βεβαίως, διαφοροποιείται από τα γεγονότα της παρούσας αίτησης, εφόσον οι μέτοχοι στην προκειμένη περίπτωση έχουν λάβει γνώση. Στην υπόθεση Α & Α Φωκάς Λίμιτεδ ν. Α. Κ. C. Development Limited
(2003)1Β Α.Α.Δ. 651 αφού έγινε εκτενής αναφορά στη σχετική νομολογία, ανάλυση αυθεντιών και αρχές που προκύπτουν από αυτές αναφορικά με τις επιθυμίες των πιστωτών και το πως αυτές λαμβάνονται υπ'οψιν από το Δικαστήριο, το Εφετείο προχώρησε σε μία σύνοψη αυτών. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Οι αρχές που προκύπτουν από τις πιο πάνω αυθεντίες μπορούν να συνοψισθούν ως εξής:
  1. Το άρθρο 324 του Νόμου - άρθρο 346 του Αγγλικού - παρέχει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο.
  2. Οι ενιστάμενοι πιστωτές υπέχουν υποχρέωση παροχής επαρκών λόγων για δικαιολόγηση των επιθυμιών που εκφράζουν.
  3. Οσάκις η πλειοψηφία των πιστωτών ενίσταται στη διάλυση της εταιρείας για καλό λόγο τότε εκ πρώτης όψεως εύλογα δικαιούνται να αναμένουν ότι οι επιθυμίες τους θα επικρατήσουν στην απουσία απόδειξης ειδικών περιστάσεων από τον αιτητή οι οποίες καθιστούν επιθυμητό το διάταγμα διάλυσης.
  4. Μια δίκαιη, δυνατή και εύλογη ευκαιρία εξασφάλισης πληρωμής χωρίς τη διάλυση της εταιρείας συνιστά καλό λόγο.
  5. Πρέπει να εξετάζεται η θέση της εταιρείας ήτοι τα περιουσιακά στοιχεία της και οι προοπτικές επιτυχούς διεξαγωγής των εργασιών της.» Περαιτέρω σε άλλο σημείο στην ίδια απόφαση λέχθηκαν τα εξής ακόλουθα σχετικά: «Η επίδικη κατάληξη του Πρωτόδικου Δικαστηρίου είναι εσφαλμένη και για ένα άλλο λόγο ο οποίος σχετίζεται με την εταιρεία. Όπως έχουμε ήδη υποδείξει οι προοπτικές επιτυχούς διεξαγωγής των εργασιών της εταιρείας και τα περιουσιακά της στοιχεία είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας δυνάμει του άρθρου 324 του Νόμου. Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι-ενιστάμενοι πιστωτές ισχυρίσθηκαν ότι η εταιρεία είναι σε θέση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της αν της επιτραπεί η συνέχιση των εργασιών της. Ωστόσο ο ισχυρισμός αυτός δεν έχει τεκμηριωθεί. Εναπόκειτο στους ενιστάμενους πιστωτές να τεκμηριώσουν αυτό τον ισχυρισμό με επαρκή μαρτυρία (βλ. και In re Macrae Ltd, πιο πάνω). Η μη αμφισβήτηση του σχετικού ισχυρισμού από την εφεσείουσα δεν απολήγει στην απόδειξη του. Σημειώνουμε ότι η εταιρεία δεν έφερε ένσταση. Παρόλο ότι στη διαδικασία άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 324 του Νόμου δεν είναι απαραίτητη η υποβολή ένστασης από την εταιρεία στην παρούσα υπόθεση θεωρούμε ότι η απουσία ένστασης από την εταιρεία αφήνει εντελώς ατεκμηρίωτο και μετέωρο τον πιο πάνω ισχυρισμό των ενιστάμενων πιστωτών. Απουσιάζει η έκφραση της βούλησης της εταιρείας να συνεχίσει τις εργασίες της για να καταστεί ικανή να πληρώσει τα χρέη της. Απουσιάζει, επίσης, οποιαδήποτε μαρτυρία που σχετίζεται με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, τα περιουσιακά της στοιχεία και τις προοπτικές επιτυχούς διεξαγωγής των εργασιών της. Έπεται πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο έχει καθοδηγηθεί εσφαλμένα με το να λάβει υπόψη ζητήματα τα οποία δεν μπορούσε να λάβει υπόψη (βλ. In re Macrae, πιο πάνω, στη σελ. 286: misdirected himself by taking into consideration matters which he should not) ήτοι τον πιο πάνω ισχυρισμό των ενιστάμενων πιστωτών τον οποίο δεν μπορούσε να τον λάβει υπόψη λόγω έλλειψης τεκμηρίωση». Ανατρέχοντας στην ένσταση των πιστωτών δεν μπορεί να συναχθεί το συμπέρασμα κατά πόσον οι τελευταίοι αποτελούν την πλειοψηφία των πιστωτών σε αξία χρέους. Υπενθυμίζω ότι, αν και οι επιθυμίες της πλειοψηφίας είναι σημαντικός παράγοντας, αυτές θα πρέπει να είναι εύλογες ώστε το Δικαστήριο στην απουσία οποιωνδήποτε ειδικών περιστάσεων να τις ακολουθήσει. Βασικά εκείνο το οποίο επικαλούνται οι πιστωτές είναι ότι τα διαθέσιμα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας δεν είναι επαρκή για να καλύψουν τις υποχρεώσεις της προς του πιστωτές αλλά ούτε και οι εξασφαλίσεις που έχει δώσει η εταιρεία στην Τράπεζα επαρκούν για να καλύψουν τις οφειλές της. Για να μην υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά η Τράπεζα ο μόνος τρόπος είναι να συνεχίσει την διεξαγωγή της εργασίας της. Όπως προκύπτει από τους μη ελεγμένους λογαριασμούς ο κύκλος εργασιών της εταιρείας αποφέρει ικανοποιητικά και λειτουργικά κέρδη τα οποία είναι σε θέση να καλύψουν μακροπρόθεσμα τα χρέη της εταιρείας. Υπάρχει δηλαδή ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία είναι φερέγγυα και ότι έχει προοπτικές ώστε να διεξάγει με επιτυχία τις εργασίες της. Ό,τι απομένει να εξετάσω είναι αν οι ενιστάμενοι πιστωτές έχουν φέρει ενώπιον μου μαρτυρία ικανή που να τεκμηριώνει τις θέσεις τους, έχοντα πάντα ως γνώμονα τις θέσεις των αιτητριών. Ανατρέχοντας στη μαρτυρία των αιτητριών διαπιστώνω ότι η εταιρεία είναι κάτοχος μεγάλης ακίνητης περιουσίας (σχετικό είναι το Τεκμήριο 15), το μεγαλύτερο μέρος της οποίας είναι υποθηκευμένο. Επίσης η εταιρεία είναι κάτοχος ακίνητης ιδιοκτησίας στη Ρουμανία, η οποία αξία τους σήμερα εκτιμήθηκε περί τα €5.000.000 (παράγραφος 81 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας), καθώς και υπάρχουν καταθέσεις επ'ονόματι εταιρειών στις οποίες η εταιρεία είναι η κύρια μέτοχος. Επίσης προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εταιρεία διατηρεί ψηλό δανεισμό περί τα €31.000.
  6. Η αποπληρωμή των χρεών έχει σταματήσει εδώ και αρκετό καιρό με εξαίρεση λίγες μικρές πληρωμές προς την ΣΠΕ Αλληλεγγύης Λτδ και την πιστωτή (παράγραφος 89 στην ένορκη δήλωση της αιτήτριας 1). Οι ετήσιες αυξήσεις των δανεισμών αυξάνονται με ρυθμό περίπου €4.000.000-€5.000.
  7. Η ρευστότητα της εταιρείας μπορεί να έχει αυξηθεί αλλά δεν αντιμετωπίζει τον ολοένα και συνεχή αυξανόμενο δανεισμό της εταιρείας (παράγραφος 91 της γραπτής δήλωσης της αιτήτριας 1). Η ρευστότητα της εταιρείας μέχρι τις 31/12/2016 ανέρχεται στο ποσό των €1.086.560,61 (Τεκμήρια 41Α) που δεν δικαιολογεί τις τρέχουσες ανάγκες δανεισμού και με δεδομένο ότι η ΣΠΕ Αλληλεγγύης Λτδ διαμαρτυρόταν με επιστολές της για τις καθυστερήσεις αποπληρωμής των δανείων, με αποκορύφωμα την πρόταση της για αναδιάρθρωση των δανείων της (Τεκμήριο 47). Το γεγονός αυτό καταδεικνύει ότι η εταιρεία είναι ανίκανη να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της. Τέλος, ο ετήσιος τζίρος της εταιρείας σύμφωνα με τις αιτήτριες ανέρχεται στο ποσό των €4.500.000 (παράγραφος 49 της ένορκης δήλωσης της αιτήτριας). Με βάση τα πιο πάνω και σε συσχετισμό με τις θέσεις των αιτητριών, δεν έχω ικανοποιηθεί, στο βαθμό που η νομολογία απαιτεί, ότι οι ενιστάμενοι έχουν φέρει οποιαδήποτε ή επαρκή μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι σε θέση να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της αν της επιτραπεί η συνέχιση των εργασιών της. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία, η οποία να αποσοβεί τον κίνδυνο αύξησης των υποχρεώσεών της εταιρείας εάν δεν εκκαθαριστεί. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου ότι, πέραν μίας γενικής, αόριστης και ατεκμηρίωτης αναφοράς, ότι υπάρχει μία δίκαιη, δυνατή και εύλογη ευκαιρία να ικανοποιηθεί η πιστωτής χωρίς την εκκαθάριση της εταιρείας. Σημειώνω δε ότι η πιστωτής δεν αποτελεί την πλειοψηφία των πιστωτών, εφόσον, όπως προκύπτει, η πλειοψηφία είναι η ΣΠΕ Αλληλεγγύης και η οποία δεν έφερε ένσταση στην αίτηση. Οι πιστωτές παρέλειψαν, ως όφειλαν, να δώσουν μία αναλυτικότερη κατάσταση της κατάστασης της εταιρείας και επαρκείς και τεκμηριωμένους λόγους που να δικαιολογούν τις επιθυμίες που εκφράζουν. Σημειώνω ότι εναπόκειται στους πιστωτές να τεκμηριώσουν αυτούς τους ισχυρισμούς με επαρκή μαρτυρία ότι η εταιρεία είναι σε θέση να συνεχίσει τις εργασίες. Το βάρος της είναι ακόμα πιο αυξημένο από την στιγμή που απουσιάζει η βούληση και η θέση της ίδιας της εταιρείας. Η απουσία ένστασης από την ίδια την εταιρεία αφήνει εντελώς ατεκμηρίωτο τον πιο πάνω ισχυρισμό και επίσης από την ίδια την εταιρεία απουσιάζει η έκφραση από μέρους της τής βούλησης της να συνεχίσει τις εργασίες της ούτως ώστε να καταστεί ικανή να αποπληρώσει τα χρέη της. Αντίθετα, αυτό που προκύπτει, με τα όσα οι αιτήτριες παρέθεσαν στο Δικαστήριο, είναι ότι η εταιρεία δεν αποπληρώνει τις οικονομικές της υποχρεώσεις προς τις τράπεζες λόγω του συνεχή αυξανόμενου δανεισμού. Επομένως, ακόμη και αν οι ενιστάμενοι έχουν την πλειοψηφία σε αξία χρέους έναντι της Καθ' ης εταιρείας, (στοιχείο που όπως προκύπτει δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα), εντούτοις η ενώπιον μου τεθείσα από αυτούς μαρτυρία δεν είναι ικανή ή επαρκής ώστε να αναιρέσει την εικόνα της αφερέγγυας εταιρείας, η οποία δεν είναι ικανή να αποπληρώσει τα χρέη της. Ενόψει της ανωτέρω εικόνας, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η σημερινή κατάσταση της εταιρείας είναι εκείνη μιας φερέγγυας εταιρείας ικανής να πληρώσει τα χρέη της. Συνεπώς το Δικαστήριο, με βάση τα πιο πάνω, δεν θα λάβει υπόψη και θα απορρίψει τις θέσεις της πιστώτριας τράπεζας. Καταλήγω στο συμπέρασμα, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, ότι είναι ορθό και δίκαιο να διατάξω την εκκαθάριση της εταιρείας, δυνάμει του άρθρου 211(στ) του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ.
  8. Εκδίδω Διάταγμα εκκαθάρισης της Καθ' ης η Αίτηση Εταιρείας. Ο Επίσημος Παραλήπτης διορίζεται Εκκαθαριστής της περιουσίας της εταιρείας. Αντίγραφο του Διατάγματος να παραδοθεί από τις Αιτήτριες στον Εκκαθαριστή. Τα έξοδα της Αίτησης, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Αιτητριών και εναντίον της Καθ΄ης η αίτηση εταιρείας και του Ενιστάμενου Πιστωτή/Ενδιαφερομένου Μέρους. Είναι δε πληρωτέα από την περιουσία της εταιρείας. (Υπ.) .................................. Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφο [1] 209.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 22 του περί Δικαστηρίων Νόμου, το Επαρχιακό Δικαστήριο της επαρχίας όπου βρίσκεται το εγγεγραμμένο γραφείο εταιρείας έχει δικαιοδοσία εκκαθάρισης οποιασδήποτε εταιρείας εγγεγραμμένης στη Δημοκρατία: Νοείται ότι για τον καθορισμό του κατά πόσο διαδικασία εμπίπτει στην αρμοδιότητα Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, θα λαμβάνεται υπόψη το ποσό του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας που καταβλήθηκε ή πιστώθηκε ότι καταβλήθηκε: Νοείται περαιτέρω ότι οποιοδήποτε παρεμπίπτον διάταγμα κατά τη διάρκεια της διαδικασίας εκκαθάρισης, τηρουμένου του περί Δικαστηρίων Νόμου, δύναται να εκδοθεί από Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή ή Επαρχιακό Δικαστή, ανεξάρτητα από το εάν η διαδικασία δε θα ήταν της αρμοδιότητας Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή ή Επαρχιακού Δικαστή, σύμφωνα με τις πρόνοιες του παρόντος εδαφίου.
(2)Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού, η έκφραση "εγγεγραμμένο γραφείο" σημαίνει τον τόπο που ήταν τον περισσότερο καιρό το εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας κατά τους έξι μήνες που προηγήθηκαν αμέσως από την υποβολή της αίτησης για εκκαθάριση. [2] «213.-
(1)Αίτηση στο Δικαστήριο για την εκκαθάριση εταιρείας γίνεται με αίτηση που υποβάλλεται, τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου αυτού, από οποιοδήποτε από τα ακόλουθα πρόσωπα: (α) Την εταιρεία· (β) πιστωτή ή πιστωτές, περιλαμβανομένων οποιωνδήποτε ενδεχόμενων ή μελλοντικών πιστωτών· (γ) συνεισφορέα ή συνεισφορείς· (δ) σύνδικο άλλου κράτους μέλους, όπως αυτός ορίζεται σύμφωνα με την παράγραφο (β) του άρθρου 2 του Επίσημη Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαϊου περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας και ο οποίος διορίζεται εντός του πλαισίου δικαστικών διαδικασιών δυνάμει της παραγράφου
(1)του άρθρου 3 του Κανονισμού αυτού, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται· (ε) προσωρινό σύνδικο, ο οποίος ορίζεται από δικαστήριο άλλου κράτους μέλους, σύμφωνα με το άρθρο 38 του Κανονισμού (ΕΚ) 1346/2000 του Συμβουλίου της 29ης Μαϊου περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας· (στ) εξεταστή· (ζ) τον επίσημο παραλήπτη σύμφωνα με το εδάφιο
(1)του άρθρου 222·.» [3] Κανονισμός 5Β «1. H προβλεπόμενη από τους Θεσμούς επίδοση κλητηρίου εντάλματος εναρκτήριας αίτησης, έφεσης, δικογράφων και παντός δικαστικού εγγράφου, καθώς και η επίδοση οποιουδήποτε εγγράφου ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, διενεργείται από ιδιώτη επιδότη στον οποίο έχει χορηγηθεί άδεια από το Ανώτατο Δικαστήριο, o οποίος στο Διαδικαστικό Κανονισμό θα αναφέρεται ως "ο επιδότης". Εξαιρείται των διατάξεων του Διαδικαστικού Κανονισμού η επίδοση παντός δικαστικού εγγράφου προερχομένου από κυβερνητικό τμήμα ή υπηρεσία. Η επίδοση των εγγράφων αυτών θα συνεχίσει να διενεργείται σύμφωνα με την υφιστάμενη διαδικασία από τους υπηρετούντες επιδότες. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.