ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. M.E.S.CO. LIMITED, ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 787/2016, 15/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A5 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΡ. ΑΓΩΓΗΣ 787/2016 ΜΕΤΑΞΥ꞉ ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγοντος και M.E.S.CO. LIMITED (HE 4218) Εναγομένων Ημερομηνία: 15.1.2018 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Ανδρέας Πλουτάρχου Για τους Εναγόμενους: κ. Χρίστος Πουτζιουρής, για Χρίστος Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ Στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, ο Ενάγων αξιώνει το ποσό των €1.466,05 ως αποζημιώσεις και/ή ποσόν το οποίο κατέβαλεν προς όφελος και διά λογαριασμό της εναγομένης και/ή δυνάμει συμβατικής υποχρέωσης, πλέον νόμιμο τόκο, έξοδα και ΦΠΑ. Η δικογραφημένη στην Έκθεση Απαίτησης εκδοχή των Εναγόντων είναι η εξής: 1. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ιδιοκτήτης του κρατικού τεμαχίου γης με αριθμό 870/1, 874 και 900 του Συμπλέγματος «Ν», με στοιχεία Κυβερνητικού Χωρομετρικού Σχεδίου XL.47.W2, XL.55.W1 στη Βιομηχανική Περιοχή Λάρνακας. 2. Δυνάμει εγγράφου Συμβάσεως Μισθώσεως ημερομηνίας 15/12/1973, η Κυπριακή Δημοκρατία, μέσω του τότε Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας, το οποίο μετονομάσθηκε σε Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, εκμίσθωσε στην εναγόμενη μέρος του ως άνω αναφερόμενου ακινήτου εκ 2 σκάλες - 1 προστάθι και 1100 τ.π. για περίοδο τριάντα τριών
(33)ετών, ήτοι από 1.5.1973 μέχρι την 30.4.2006, για ν' ανεγείρει σ' αυτόν εργοστάσιο ή/και άλλα οικοδομήματα τα οποία χρησιμοποιεί ως μηχανουργείο. Ως μίσθωμα συνεφωνήθει το ποσό των £151.225μιλς ή €258,38 ετησίως προπληρωτέο.
- Η Εναγόμενη μετά την υπογραφή της συμφωνίας ανέλαβε κατοχή του ακινήτου και ανήγειρε σ' αυτό υποστατικά τα οποία χρησιμοποιεί ως μηχανουργείο και/ή εργοστάσιο.
- Μετά τη λήξη της περιόδου εκμισθώσεως, η εναγόμενη παρέμεινε στο ως άνω ακίνητο το οποίο συνεχίζει να εκμισθώνει και/ή να κατέχει και χρησιμοποιεί μέχρι σήμερα.
- Ήταν ρητός όρος (όρος 5xi), μεταξύ άλλων, αναφερόμενος επί της ως άνω Συμβάσεως Μισθώσεως ότι η εναγομένη υποχρεούται να καταβάλλει όλους τους παρόντες ή εις το μέλλον οφειλόμενους φόρους, τέλη, δικαιώματα και πάσης φύσεως επιβαρύνσεις, οι οποίοι βαρύνουν το μίσθιο και τα υποστατικά και καταβάλλονται αναφορικά με αυτά, σύμφωνα με τις διατάξεις των εκάστοτε ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή Κανονισμών, ανεξάρτητα εάν αυτοί είναι διά νόμου ή κατ' έθιμον πληρωτέοι υπό του εκμισθωτού ή άλλως πως και όπως αποζημιώνει τον εκμισθωτή για οποιονδήποτε ποσό το οποίο αυτός ήθελεν καταβάλει σε οποιανδήποτε Αρχή υπό μορφή εισφορών ή άλλως πως, αντί της πληρωμής των φόρων αυτών, τελών, δικαιωμάτων και επιβαρύνσεων.
- Κατά παράβαση του ως άνω όρου της Συμβάσεως Μισθώσεως η εναγομένη παρέλειψε να καταβάλει στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας τα αποχετευτικά τέλη για το έτος 2014 ανερχόμενα στο ποσό €1.466,
- Λόγω της ως άνω παράλειψης της εναγομένης η Κυπριακή Δημοκρατία, ως ιδιοκτήτρια του ακινήτου, κατέβαλεν στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακος το ποσό των €1466,05 ως αποχετευτικά τέλη, προς όφελος ή/και για λογαριασμό της εναγομένης, με αποτέλεσμα η Κυπριακή Δημοκρατία να έχει υποστεί ζημιές ίσες με το ποσό αυτό και για το οποίο η εναγομένη υπέχει συμβατική υποχρέωση ή/και υποχρεούται όπως αποζημιώσει την Κυπριακή Δημοκρατία.
- Η Κυπριακή Δημοκρατία διά του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού εκάλεσεν διά επιστολής της ημερομηνίας 30.4.2015 την εναγόμενη όπως προσέλθει και της καταβάλει το ποσό των €1.466,05, αλλά αυτή μέχρι σήμερα αμελεί και/ή αρνείται να καταβάλει οιονδήποτε ποσό. Από την άλλη, με το δικόγραφο της Έκθεσης Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι προβαίνουν σε δικογράφηση της εκδοχής τους ως εξής: Αρνούνται την παρα. 1 της Ε/Α, ότι δηλαδή η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ιδιοκτήτης του επίδικου τεμαχίου και την καλούν σε αυστηρή απόδειξη. Παραδέχονται τη σύναψη της σύμβασης μίσθωσης και την ανάληψη κατοχής του επίδικου τεμαχίου, όπως περιγράφονται στις παρα. 2 και 3 της Ε/Α. Αρνούνται την παρα. 4 της Ε/Α και αντιτάσσουν τη θέση ότι οι Εναγόμενοι είναι οι νόμιμοι κάτοχοι του επίδικου ακινήτου και οι δικαιούμενοι στην απρόσκοπτη και ελεύθερη κατοχή και χρήση του επίδικου ακινήτου και των οικοδομημάτων αυτού. Αρνούνται την παρα. 5 της Ε/Α και αντιτάσσουν ότι: (βλ. παρα. 6 της Ε/Υ) - Οι όροι και προϋποθέσεις της επίδικης συμφωνίας δεν προβλέπουν την καταβολή αποχετευτικών τελών εκ μέρους των εναγομένων, εφόσον αυτά είναι πληρωτέα από τους ενάγοντες σύμφωνα με το νόμο. (βλ. παρα. 7 της Ε/Υ) - Οι όροι της επίδικης συμφωνίας ήταν εκ των προτέρων συνταγμένοι από τους ενάγοντες και καμία διαπραγμάτευση δεν έγινε με τους εναγομένους και τους ενάγοντες, αλλά αυτοί επιβλήθηκαν μονομερώς από τους ενάγοντες και οι ίδιοι όροι επιβάλλονταν σε όλους τους ενοικιαστές των εναγόντων ανεξαιρέτως και επομένως οι όροι που τους επιβάλλουν την πληρωμή μελλοντικών τελών δεν αφορούσε τα αποχετευτικά τέλη και είναι καταχρηστικοί και ή είναι γενικοί και αόριστοι και ή άκυροι και ή άνευ έννομου αποτελέσματος και ή παράνομοι. Αρνούνται την παρα. 6 της Ε/Α και αντιτάσσουν τη θέση ότι κανένα ποσό δεν οφείλουν στους ενάγοντες και καμία υποχρέωση καταβολής αποχετευτικών τελών δεν είχαν σύμφωνα με τους όρους της επίδικης συμφωνίας και/ή οι εναγόμενοι δεν έχουν την αναδρομική υποχρέωση καταβολής αποχετευτικών τελών, εφόσον την ημερομηνία υπογραφής της επίδικης συμφωνίας δεν υπήρχε θέμα και ή πρόθεση για αποχευτετικό σύστημα και ή για αποχετευτικά τέλη. Αρνούνται την παρα. 7 της Ε/Α και αντιτάσσουν ότι η καταβολή του επίδικου ποσού από τους ενάγοντες είναι νομική υποχρέωσή τους και / ή δεν αφορά τους όρους της επίδικης συμφωνίας των διαδίκων και ή είναι άσχετη με την επίδικη συμφωνία. Αρνούνται την παρα. 8 της Ε/Α και αντιτάσσουν ότι ουδέποτε έλαβαν οποιαδήποτε επιστολή που να τους καλεί να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. Επιπρόσθετα των ως άνω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι - Οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα και ή αποκρυσταλλωμένο δικαίωμα και ή δεν έχουν υποστεί οποιαδήποτε ζημιά. Οι Εναγόμενοι δεν είναι υποχρεωμένοι να πληρώσουν για παρανομίες και ή αμέλειες των εναγόντων και ή πρόστιμα και τόκους ένεκα της παράλειψης των εναγόντων να πληρώσουν τις δικές τους υποχρεώσεις. Η καταχώρηση της αγωγής είναι πρόωρη. Οι όροι της επίδικης συμφωνίας αναφορικά με τα αποχετευτικά τέλη είναι αόριστοι και γενικοί. Ο ενάγων δεν έχει λάβει μέτρα για μετριασμό της ζημιάς του και ότι το ζητούμενο ποσό είναι λανθασμένο ή/και εξογκωμένο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους οι Εναγόμενοι αξιώνουν την απόρριψη της αγωγής, με έξοδα πλέον ΦΠΑ εναντίον των Εναγόντων. Στην Απάντηση που καταχώρησαν οι Ενάγοντες εμμένουν στις δικογραφημένες θέσεις τους. Πρόσθετα, εντοπίζω να αναφέρουν τα εξής: · Η επίδικη συμφωνία υπεγράφη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και των Εναγομένων κατόπιν δικού τους αιτήματος, με τη δική τους απόλυτα ελεύθερη βούληση και αφού διάβασαν και κατανόησαν τους όρους. Η επίδικη συμφωνία περιλάμβανε όρο πληρωμής τελών στα οποία εμπίπτουν και τα αποχετευτικά τέλη. Η επίδικη συμφωνία δεν περιέχει κανένα καταχρηστικό ή γενικό ή αόριστο όρο και είναι καθόλα έγκυρη, νόμιμη και δεσμευτική για τους εναγομένους. · Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε αμέλεια και ή παρανομία. · Τη νομική υποχρέωση καταβολής του ποσού των €1.466,05 την είχαν οι εναγόμενοι, όχι η Κυπριακή Δημοκρατία. · Η επιστολή που εστάλει στους εναγομένους, στάληκε στην τελευταία γνωστή διεύθυνσή τους και δεν επεστράφηκε, άρα οι εναγόμενοι εμποδίζονται να ισχυρίζονται ότι δεν έλαβαν την επιστολή. Η ακροαματική διαδικασία Δεδομένου ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε μετά την 1.1.2015 και είναι σε κλίμακα κάτω των €3.000, η εκδίκασή της διεξήχθη τηρουμένων των προνοιών της νέας Δ.30 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Θεσμών. Καταχωρηθηκαν γραπτές ένορκες δηλώσεις των μαρτύρων εκατέρωθεν, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.30, θ.5
(1)
(2)
(5)και οι συνήγοροι των διαδίκων εφοδίασαν το Δικαστήριο με τις γραπτές τελικές αγορεύσεις τους, ολοκληρώνοντας έτσι την ακρόαση της αγωγής. Οι μάρτυρες Από πλευράς Εναγόντων υπήρξε μία μόνο μάρτυρας, η κα Μάρω Γεωργιάδη από τη Λευκωσία, και από πλευράς Εναγομένων επίσης ένας μόνο μάρτυρας, ο κ. Σοφρώνης Αντωνιάδης από τη Λευκωσία. Η μαρτυρία της ΜΕ1 Την 10/04/2017 κατατέθηκε έγγραφη μαρτυρία υπό μορφή ένορκης δήλωσης υπογραμμένης υπό την κα Μάρω Γεωργιάδη στις 3.4.
- Η κα Γεωργιάδη είναι επιθεωρητής 1ης τάξης του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού, όπου και εργάζεται. Όπως αυτή ενόρκως δηλώνει, έχει στον έλεγχό της το φάκελο της παρούσας υπόθεσης, γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης καλά και προσωπικά και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην ένορκη δήλωση. Στην ένορκή της δήλωση, η κα Γεωργιάδη υιοθετεί κατ' ουσίαν την Έκθεση Απαίτησης και την Απάντηση. Ειδικότερα, προς απόδειξη του περιεχομένου των όρων της επίδικης συμφωνίας μίσθωσης του επίδικου ακινήτου, η κα Γεωργιάδη επισυνάπτει τη συμφωνία εκμίσθωσης ως Τεκμήριο
- Προχωρεί και λέγει ότι, οι Εναγόμενοι, κατά παράβαση του όρου 5(Χί) της συμφωνίας ημερομηνίας 15/12/1973, παρέλειψαν να καταβάλουν στο Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακος τα αποχετευτικά τέλη για το έτος 2014, ανερχόμενα στο ποσό των €1.466,05, με αποτέλεσμα η Κυπριακή Δημοκρατία να καταβάλει το εν λόγω ποσό στο Συμβούλιο, προς όφελος και για λογαριασμό των Εναγομένων, υφιστάμενη ζημιές ίσες με το ποσόν αυτόν. Περαιτέρω η ενόρκως δηλούσα ισχυρίζεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία δια του Υπουργείου Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού εκάλεσε με επιστολή της ημερομηνίας 30/04/2015 τους Εναγόμενους όπως καταβάλουν το ποσό των €1.466,05σ, αλλά αυτοί αρνήθηκαν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. Προς απόδειξη των ισχυρισμών της αυτών, η κα Γεωργιάδη επισυνάπτει την έγγραφη βεβαίωση του Συμβουλίου Αποχετεύσεως Λάρνακος περί πληρωμής των αποχετευτικών τελών του 2014 ως Τεκμήριο 2 και την επιστολή ημερομηνίας 30/04/2015 ως Τεκμήρια
- Η μαρτυρία του ΜΥ
- Την 21.4.2017 κατατέθηκε η ένορκη δήλωση του κ. Σοφρώνη Αντωνιάδη ατιό την Επαρχία Λάρνακος. Είναι ένας εκ των διευθυντών των Εναγομένων και δηλώνει ότι γνωρίζει ττολύ καλά και θετικά τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης και από πληροφορίες από το φάκελο της δικογραφίας, ατιό τρίτα πρόσωπα τα οποία κατονομάζει στην ένορκη δήλωσή του και ατιό πληροφορίες από τον Δικηγόρο του Χρίστο Πουτζιουρή. Δηλώνει επίσης ότι είναι πλήρως εξουσιοδοτημένος από τους υπόλοιπους διευθυντές των Εναγομένων, όπως προβεί στην παρούσα Ένορκη Δήλωση. Παρατηρώ ότι ο κ. Αντωνιάδης υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους στην Ε/Υ ισχυρισμούς. Ειδικότερα, επισημαίνει ότι (Σημ.: όπου αναφέρεται σε Ενάγοντες εννοεί την Κυπριακή Δημοκρατία): Η καταβολή των αποχετευτικών τελών είναι νομική υποχρέωση των εναγόντων η οποία προέκυψε χρόνια μετά την σύναψη της επίδικης σύμβασης πίστωσης και δεν ήταν προβλεπτή η πληρωμή αποχετευτικών τελών τον καιρό που υπογραφόταν η επίδικη σύμβαση. Η επίδικη σύμβαση ουδέποτε τροποποιήθηκε από τους διάδικους και ούτε ζητήθηκε να τροποποιηθεί από τους ενάγοντες και οι όροι της ήταν προδιατυπωμένοι από τους ενάγοντες και τους επέβαλαν σε όλους τους μισθωτές τους για όλα τα Βιομηχανικά ακίνητα στην Βιομηχανική περιοχή Αραδίππου. Οι Εναγόμενοι δεν είχαν την δυνατότητα και ή την ευκαιρία να διαπραγματευθούν τους όρους της επίδικης μίσθωσης αλλα της επιβλήθηκαν και όροι μονομερώς από την ενάγουσα. Οι ενάγοντες ουδέποτε απέστειλαν οποιανδήποτε επιστολή για απαίτηση και ή υποχρέωση της εναγόμενης να πληρώσει αποχετευτικά τέλη. Ουδέποτε το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας ζήτησε ή έστειλε οποιοδήποτε τιμολόγιο και ή δικαιολογητικό που να φαίνονται τα ισχυριζόμενα τέλη του 2014, αλλα τα έστελναν στους ενάνοντες που ήταν οι νομικά υπεύθυνοι για την πληρωμή τους. Ακόμη και μέχρι σήμερα το επίδικο ακίνητο των Εναγομένων δεν είναι συνδεδεμένο με αποχετευτικούς αγωγούς, για να πληρώνουν οι Εναγόμενοι αποχετευτικά τέλη και ούτε πρόκειται να συνδεθεί όπως έχει αναφέρει στον κ. Αντωνιάδη τιροσωπικά ο Δήμαρχος Αραδίππου Ευάγγελος Ευαγγελίδης που είναι και ο Δήμαρχος εντός του Δήμου που είναι το επίδικο ακίνητο. Οι ενάγοντες δεν παρουσίασαν στο Δικαστήριο το επίσημο τιμολόγιο που τους έστειλε το Συμβούλιο Ατιοχετεύσεως Λάρνακας όπου φαίνεται ότι το ποσόν των €1,466.05.- δεν είναι τα αποχετευτικά τέλη που χρεώθηκαν για το 2014, αλλα σε αυτό το ποσόν περιέχονται τόκοι και επιβαρύνσεις επειδή δεν τα πλήρωναν έγκαιρα οι ενάγοντες. Το ποσό αυτό δεν είναι το πραγματικό που χρέωσε το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας και γι΄ αυτό οι ενάνοντες παρουσίασαν μόνο μία βεβαίωση από το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακας, για να παραπλανήσουν το Δικαστήριο να εκδώσει απόφαση υπέρ τους για ένα ποσόν που αν έχουν νομικά δίκαιο τότε αυτό δεν είναι το πραγματικό ποσό των τελών του
- Προχωρεί ο κ. Αντωνιάδης και αναφέρεται στις νομικές συμβουλές που έλαβε από το συνήγορο των Εναγομένων, ότι δηλαδή ο σχετικός νόμος και οι κανονισμοί για τις αποχετεύσεις ήταν σε ισχύ πολύ πριν την επίδικη συμφωνία ενοικίασης και την ανανέωσή της και άρα ήταν γνωστά τα πιθανά τέλη και θα μπορούσαν να περιληφθούν στους σχετικούς όρους, όμως δεν έγινε αυτό, κάτι που φανερώνει ότι ουδέποτε τα επίδικα αποχετευτικά τέλη θα τα πλήρωναν οι Εναγόμενοι. Για τους πιο πάνω λόγους ο κ. Αντωνιάδης ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει την αξίωση τους για το ποσό που ζητουν. Δεν υπήρξε αίτημα για αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ανωτέρω μαρτύρων. Ολοκληρώθηκε η ακρόαση της αγωγής στη βάση των γραπτών αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Η εκατέρωθεν νομική επιχειρηματολογία Κύριο επιχείρημα του συνηγόρου των Εναγομένων είναι ότι, όταν υπογράφηκε η επίδικη συμφωνία ημερ. 15.12.1973, ήτοι πριν από 34 χρόνια, δεν υπήρχε το αποχετευτικό σύστημα της Λάρνακας ούτε υπήρχε καμία πρόθεση για αποχετευτικό σύστημα στην αντίληψη των συμβαλλομένων μερών και επομένως ούτε και η υποχρέωση για καταβολή αποχετευτικών τελών από τους εναγόμενους. Συμπληρωματικό επιχείρημα του συνηγόρου των Εναγομένων είναι ότι, ενώ η σύμβαση ημερ. 15.12.1973 έληξε το 2006 και ανανεώθηκε, κατά την ανανέωσή της δεν τροποποιήθηκε η συμφωνία και δεν επιβλήθηκε κανένας όρος για την πληρωμή των αποχετευτικών τελών και δεν μπορούν οι Ενάγοντες να στηρίζονται «εσαεί και στο άπειρο» για επιβολή μελλοντικών τελών στον προϋπάρχον γενικό όρο. Είναι άδικο να κληθούν οι Εναγόμενοι να καταβάλουν ποσά αναδρομικά, ποσά τα οποία ήταν νομική υποχρέωση των εναγόντων να πληρώσουν. Οι σχετικοί κανονισμοί του Συμβουλίου Αποχετεύσεως (βλ. ΚΔΠ 350/91, άρθρο 37) ρητά προνοούν ότι είναι οι ιδιοκτήτες που επιβαρύνονται με τα τέλη αυτά. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει προνόμιο για τον τρόπο που θα αποδεικνύει τις υποθέσεις της. Όπως όλοι οι πολίτες και τα νομικά πρόσωπα έπρεπε να προσκομίσει μαρτυρία που να τεκμηριώνει την αξίωσή της. Δεν το έπραξε, εφόσον δεν παρουσίασε σχετικές αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού με τις οποίες να επεξηγεί στο Δικαστήριο πώς κατέληξε να απαιτεί το συγκεκριμένο ποσό. Κανένα τιμολόγιο ή απόδειξη πληρωμής δεν προσκομίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά το ότι οι Εναγόμενοι αμφισβητούν το ύψος του ποσού και λένε ότι μέσα σε αυτό συμπεριλαμβάνονται επιβαρύνσεις, ένεκα της μη έγκαιρης πληρωμής από τους Ενάγοντες. Για τους πιο πάνω λόγους, ο ευπαίδευτος συνήγορος των Εναγομένων εισηγείται την απόρριψη της αγωγής με έξοδα, υπέρ των Εναγομένων και εναντίον των Εναγόντων. Από την άλλη, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες εμμένει στο βάσιμο της αγωγής και λέγει ότι ο συγκεκριμένος όρος 5(xi) της επίδικης συμφωνίας ομιλεί για την υποχρέωση της εναγομένης για την καταβολή μελλοντικών τελών που θα επιβαρύνουν το ακίνητο. Είναι όρος σαφής και δεσμευτικός για την εναγόμενη και εμποδίζεται η εναγόμενη από το να ισχυρίζεται οτιδήποτε αντίθετο από το περιεχόμενο της συμφωνίας. Παραπέμπει συναφώς στην απόφαση Λαζούρας ν Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168 και στην Καραολή κ.α. ν Λαούρη κ.α
(2008)1 Α.Α.Δ 225, 239. Είναι εξίσου σαφής και δεσμευτικός ο ίδιος όρος ως προς το ότι η εναγόμενη συμφώνησε στην ανάληψη της υποχρέωσης να αποζημιώσει την Κυπριακή Δημοκρατία σε περίπτωση που οποιοδήποτε ποσό τελών ήθελε καταβληθεί από αυτήν για το ενοικιαζόμενο ακίνητο. Με ελεύθερη βούληση συμβλήθηκε η Εναγόμενη και αποδέχτηκε τους όρους της συμφωνίας, διαφορετικά γιατί δεν την τερμάτισε ποτέ μέχρι σήμερα; Περαιτέρω, ο ευπαίδευτος συνήγορος για τους Ενάγοντες καλεί το Δικαστήριο να μην λάβει υπόψη τους ισχυρισμούς του κ. Αντωνιάδη που περιέχονται στις παρα. 7, 9, 11 και 12 της Ε/Δ του, επί τω ότι αυτοί είναι εκτός των δικογραφημένων ισχυρισμών της εναγομένης και εκτός του δικονομικού πλαισίου που χαράσσει η νέα Δ.30, θ.4(iii). Τέλος, σημειώνει ότι ο Δήμος Αραδίππου και κατά συνέπεια ο Δήμαρχος Αραδίππου δεν ήταν αρμόδιο πρόσωπο για να πληροφορήσει τον ενόρκως δηλούντα για θέμα που εμπίπτει εντός της αρμοδιότητας του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας και όχι του Δήμου Λάρνακας. Αναφορικά με τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι δεν έλαβεν την επιστολή ημερομηνίας 30/04/2015 (βλ. το Τεκμήρια 3 της Ε/Δ της κας Γεωργιάδη), ο συνήγορος του Ενάγοντος επισημαίνει ότι η επιστολή στάληκε στην ταχυδρομική θυρίδα της εναγομένης και δεν προβλήθηκε κανένας ισχυρισμός εκ μέρους της εναγομένης ότι η θυρίδα αυτή δεν της ανήκει. Δυνάμει του όρου 7(γ) της επίδικης σύμβασης, οι ειδοποιήσεις λογίζονται προσηκόντως επιδοθείσες στον Μισθωτή εάν αυτές σταλούν σ' αυτόν στην τελευταία γνωστή. Επιπλέον, υπάρχει τεκμήριο παραλαβής μιας επιστολής αν δεν επιστραφεί (βλ. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρου Xαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 ΑΑΔ 479). Το Τεκμήριο 2 της Ε/Δ της κας Γεωργιάδη αποδεικνύει την πληρωμή του ποσού που κατέβαλε η Κυπριακή Δημοκρατία και άρα τη ζημιά της για την οποία εγείρει την αγωγή. Γι' αυτό και εισηγείται την έκδοση απόφασης ως η Έκθεση Απαίτησης. Το βάρος της απόδειξης. Σε αστικής φύσεως υποθέσεις, η μαρτυρία αξιολογείται, για να μπορέσει το Δικαστήριο να προβεί σε διαπιστώσεις αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, έτσι ώστε να εξετάσει στη συνέχεια κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον βαθμό που απαιτείται, ήτοι στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι δηλαδή η εκδοχή του είναι πιο πιθανόν να είναι αληθής παρά να μην είναι. Όπως διευκρινίσθηκε στην υπόθεση Μαρσέλ κ.α. ν. Λαϊκή Τράπεζα Λτδ
(2001)1(B) Α.Α.Δ 1858 - «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not).». Αξιολόγηση της μαρτυρίας και ευρήματα γεγονότων. Η αξιοπιστία καθενός μάρτυρα αξιολογείται ανεξαρτήτως βάρους απόδειξης (Barry Wynne v. David Costakis Mavronicola κ.α.
(2009)1(β) Α.Α.Δ. 1138, Αθανασίου κ.α. ν Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Δεδομένου ότι, λόγω του μικρού μεγέθους της αξίωσης στην αγωγή, δεν δόθηκε δια ζώσης μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από τους δύο μάρτυρες, δεν έχει την ευχέρεια το Δικαστήριο να αξιολογήσει τη μαρτυρία τους με βάση τα συνήθη κριτήρια της εξωτερικής εντύπωσης που του προκαλούν (ετοιμότητα απαντήσεων, σαφήνεια, εμβάθυνση, κ.ο.κ.). Η αλήθεια των ισχυρισμών των δύο μαρτύρων, στο βαθμό που συγκρούονται μεταξύ τους, θα κριθεί από το Δικαστήριο με αντιπαραβολή της έγγραφης ένορκης μαρτυρίας και των τεκμηρίων που τη συνοδεύουν. Θα λάβω, επίσης, υπόψη ότι, αν και δεν υπάρχει κανόνας ότι το Δικαστήριο δεσμεύεται να αποδεχθεί μαρτυρία για το λόγο και μόνο ότι δεν υπήρξε αντεξέταση ενός ενόρκως δηλούντα (βλ. Αντωνάκης Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.α. ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α.
(2005)1 Α Α.Α.Δ. 491), εντούτοις, εκεί όπου ένας μάρτυρας δεν αντεξετάζεται σε ουσιώδες τμήμα της μαρτυρίας του, παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο να θεωρήσει την παράλειψη αυτή ως αποδοχή των ισχυρισμών του στο σημείο που δεν αντεξετάστηκε (βλ. Philippou General Bonded Warehouse Ltd v. Νικολαϊδη
(2006)1Β 1057, Marketrends Finance Ltd v. Χριστοδουλίδη
(2007)1Α 624). Ασφαλώς, θα έχω πάντοτε κατά νου τον βασικό κανόνα ότι μια υπόθεση πρέπει να εκδικάζεται στα αυστηρά πλαίσια των δικογράφων (Cheeseline Ltd v Ανθούλης Θωμά & Υιοί Λτδ, ECLI:CY:AD:2014:A319, Πολιτική Έφεση 45/2009, ημερομηνίας 14.5.2014). Για τον ίδιο λόγο η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται υπό το πρίσμα της συνοχής της εν σχέση προς τη δικογραφηθείσα εκδοχή της κάθε πλευράς (βλ. Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1153, 1158-59)». Στην παρούσα υπόθεση, το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας δεν παρουσιάζει οποιαδήποτε δυσχέρεια. Κατ' αρχάς, δεν αμφισβητήθηκε από την πλευρά της Υπεράσπισης ότι η ενόρκως δηλούσα για την υπόθεση του Ενάγοντος, κα Μάρω Γεωργιάδη, είχε, ως εκ της υπαλληλικής της θέσης στην υπηρεσία του εκμισθωτή, προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρθηκε στην ένορκη της μαρτυρία. Έπειτα, παρατηρώ ότι η μαρτυρία της ΜΕ1 περιορίστηκε σε δύο θέματα꞉ (α) Να αποδείξει τη σύναψη στις 15.12.1973 της έγγραφης συμφωνίας εκμίσθωσης του ακινήτου, και προς τούτο η ΜΕ1 παρουσίασε το κείμενο της ως το Τεκμήριο 1 στην Ε/Δ της. (β) Να αποδείξει ότι ο Ενάγων υπέστη ζημιά, διότι πλήρωσε προς το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακος, τα τέλη αποχέτευσης που βαρύνουν το μίσθιο (ήτοι το ακίνητο που μισθώθηκε) για το έτος 2014, και προς τούτο παρουσίασε την αλληλογραφία μεταξύ του εκμισθωτή (Υπουργείου) και του Συμβουλίου Αποχετεύσεως, η οποία επιβεβαιώνει την εν λόγω πληρωμή. Κανένα από τα πιο πάνω δύο τμήματα της μαρτυρίας της ΜΕ1 δεν αντικρούστηκε. Πρώτα και κύρια, ήταν από την έναρξη της δίκης δηλωμένο ως παραδεκτό γεγονός (βλ. τη σχετική δήλωση στο φάκελο του Δικαστηρίου όπως καταγράφηκε κατά τη δικάσιμο ημερ. 20.1.2017) ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι ιδιοκτήτρια του κρατικού τεμαχίου γης, όπως ακριβώς περιγράφεται στην παρα. 1 της Έκθεσης Απαίτησης. Συνεπώς, παρά το ότι η Εναγόμενη εταιρεία είχε αρχικώς δικογραφήσει άρνηση της ιδιοκτησίας από πλευράς της Δημοκρατίας (βλ. παρα. 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης), εντούτοις διά της δήλωσης του Δικηγόρου του στις 20.1.2017 κατέστησε αυτό το γεγονός παραδεκτό και δεσμευτικό για το Δικαστήριο. Κατά δεύτερον, ήταν επίσης δηλωμένο στις 20.1.2017 ως παραδεκτό γεγονός ότι στις 15.12.1973 συνήφθη η επίμαχη σύμβαση μίσθωσης ως περιγράφεται στην παρα. 2 της Εκθεσης Απαίτησης για περίοδο 33 ετών, ήτοι από 1.5.1973 μέχρι 30.4.2006, γεγονός επίσης δεσμευτικό για το Δικαστήριο. Τέλος, ο ΜΥ1 δεν αμφισβήτησε ότι το κείμενο και οι όροι της εν λόγω συμφωνίας μισθώσεως ήταν ως αυτοί που περιέχονται στο Τεκμήριο 1 της Ε/Δ της ΜΕ1 και συνεπώς αυτό το στοιχείο της μαρτυρίας της ΜΕ1 παρέμεινε αναντίλεκτο. Αποτελεί αναπόδραστα εύρημα του Δικαστηρίου ότι συνήφθη συμφωνία μεταξύ των διαδίκων ως το Τεκμήριο 1. Προχωρώ και επισημαίνω, ότι όσον αφορά τη θέση του Ενάγοντος που δικογραφήθηκε στην παρα. 4 της Έκθεσης Απαίτησης, την οποία και υιοθέτησε η ΜΕ1, ότι δηλαδή μετά τη λήξη της αρχικής περιόδου εκμίσθωσης στις 30.4.2006 και μέχρι την ημερομηνία έγερσης της αγωγής, η Εναγόμενη εταιρεία εξακολουθούσε να παραμένει στο ακίνητο το οποίο συνέχιζε να εκμισθώνει και/ή να κατέχει και/ή να χρησιμοποιεί το πιο πάνω αναφερόμενο ακίνητο, διαφάνηκε κατά τη δίκη ότι και αυτός ο ισχυρισμός είναι αληθής. Αξίζει να σημειώσω ότι στην Έκθεση Υπεράσπισης ηγέρθηκε μεν άρνηση του προαναφερθέντος ισχυρισμού, αλλά τούτο μόνο και μόνο για να προβληθεί η θέση ότι η συνέχιση της κατοχής ήταν νόμιμη λόγω ανανέωσης της σύμβασης μίσθωσης. Τούτο ήρθε ξεκάθαρα να μαρτυρήσει ο ΜΥ1 στις παρα. 3 και 10 της Ε/Δ του, όπου μιλά για νόμιμη κατοχή και για ανανέωση της σύμβασης. Οφείλω να παρατηρήσω ότι η αρχική συμφωνία ως το Τεκμήριο 1 ανωτέρω, προέβλεπε ρητά για το δικαίωμα του μισθωτή (ήτοι της Εναγόμενης) να ζητήσει την ανανέωση της σύμβασης, τηρουμένης της διαδικασίας που προβλέπει η επιφύλαξη του άρθρου 3 της σύμβασης. Αν και δεν τέθηκαν ενώπιον μου οποιαδήποτε αποδεικτικά έγγραφα περί της τήρησης της εν λόγω διαδικασίας, εντούτοις δεν αντιλήφθηκα να υπάρχει αντιδικία για το γεγονός ότι η συνέχιση της κατοχής του ακινήτου από το μισθωτή καθ' όλη τη διάρκεια του 2014 τελούσε υπό το καθεστώς ανανέωσης της αρχικής συμφωνίας και κατ' επέκταση υπό τους ίδιους όρους που περιέχονται στο Τεκμήριο 1. Άλλωστε, τούτος θεωρώ πως είναι ο λόγος για τον οποίο η όλη συζήτηση του επίδικου θέματος, αν ο Ενάγων δικαιούται να εισπράξει το αξιούμενο ποσό αποχετευτικών τελών του έτους 2014, περιστράφηκε γύρω από την ερμηνεία του όρου του άρθρου 5(
- xi)της αρχικής συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1. Στο άρθρο 5 της συμφωνίας προβλέπεται ότι꞉ «5. Ο Μισθωτής υπέχει τας ακόλουθους υποχρεώσεις꞉ [...] (
- xi)Όπως φέρη το βάρος και καταβάλλη άπαντας τους νυν ή εν τω μέλλοντι οφειλομένους φόρους, τέλη, δικαιώματα και πάσης φύσεως επιβαρύνσεις, αίτινες βαρύνουσι το μίσθιον και τα υποστατικά και καταβάλλoνται αναφορικώς προς ταύτα, συμφώνως ταις διατάξεσι των εκάστοτε εν ισχύι νόμων, διαταγμάτων ή Κανονισμών, ανεξαρτήτως εάν ούτοι είναι δια νόμου ή κατ' έθιμον πληρωτέοι υπό του Εκμισθωτού ή άλλως πως, και όπως αποζημιώνη τον Εκμισθωτήν δια πάν ποσόν, όπερ ούτος ήθελε καταβάλει εις οιανδήποτε Αρχήν, υπό μορφήν εισφορών ή άλλως πως, αντί της πληρωμής των τοιούτων φόρων, τελών, δικαιωμάτων και επιβαρύνσεων.». Προτού υπεισέλθω σε νομική ερμηνεία του πιο πάνω όρου, θεωρώ ορθό να ολοκληρώσω την αξιολόγηση της μαρτυρίας σε ό,τι αφορά τους ισχυρισμούς γεγονότων. Σημειώνω, λοιπόν, ότι παρέμεινε αναντίλεκτο ενώπιον μου αυτό που η ΜΕ1 ισχυρίστηκε στην Ε/Δ της, ότι δηλαδή η Εναγόμενη εταιρεία δεν πλήρωσε οποτεδήποτε προς το Συμβούλιο Αποχετεύσεως Λάρνακος το ποσό των αποχετευτικών τελών για το 2014 που αξιώνει ο Ενάγων με την υπό εξέταση αγωγή. Ήταν σαφές από το σύνολο της Ε/Δ του κ. Σοφρώνη Αντωνιάδη ότι η Εναγόμενη δεν πλήρωσε το εν λόγω ποσό για δύο λόγους꞉ πρώτον, διότι, ως ζήτημα γεγονότων, το Συμβούλιο Αποχετεύσεως ουδέποτε απέστειλε στην Εναγόμενη ειδοποίηση ή τιμολόγιο για την πληρωμή των τελών για το έτος 2014 και, δεύτερον, διότι ως ζήτημα νομικό, η Εναγόμενη αρνείται ότι ο όρος 5(
- xi)καλύπτει τα αποχετευτικά τέλη διότι τούτα δεν ήταν προβλεπτά κατά το χρόνο που υπογραφόταν η αρχική συμφωνία μίσθωσης. Περιορίζομαι στο σημείο αυτό να ασχοληθώ μόνο με τη πτυχή της μαρτυρίας του ΜΥ1 που άπτεται ισχυρισμών γεγονότων. Λέγω, λοιπόν, ότι πράγματι, η ΜΕ1 παρέλειψε να παρουσιάσει οποιαδήποτε ειδοποίηση υποχρέωσης πληρωμής των αποχετευτικών τελών, η οποία να στάληκε από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας απευθείας προς την Εναγόμενη. Συνεπώς, αυτός ο ισχυρισμός του ΜΥ1 μένει αναντίλεκτος και αποτελεί δικαστικό εύρημα ότι δεν υπήρξε απαίτηση πληρωμής των αποχετευτικών τελών η οποία να στρέφεται από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας απευθείας κατά της Εναγομένης εταιρείας. Το μόνο που αποκαλύπτει το Τεκμήριο 3 της Ε/Δ της ΜΕ1 είναι ότι το Υπουργείο ως ο εκμισθωτής με επιστολή του, ημερ. 30.4.2015, απαίτησε από την Εναγόμενη να καταβάλει σε αυτόν (δηλ. στον εκμισθωτή) το ποσό των αποχετευτικών τελών που βάρυναν το μίσθιο κατά το έτος 2014, το οποίο ποσό, όπως αποδεικνύεται στη βάση του Τεκμηρίου 2 της Ε/Δ της ΜΕ1, καταβλήθηκε από τον εκμισθωτή προς το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας. Αποδεικνύεται, δηλαδή, ότι ο εκμισθωτής υποβλήθηκε σε δαπάνη, την οποία αξίωσε από την Εναγόμενη πριν την έγερση της αγωγής, αλλά εκείνη αρνήθηκε να την καλύψει / αποζημιώσει. Αυτά τα γεγονότα αποτελούν δικαστικά ευρήματα. Δεδομένου ότι δεν κλήθηκε προς αντεξέταση ο συντάκτης του Τεκμηρίου 2 ή η συντάκτης του Τεκμηρίου 3, έμεινε αναντίλεκτη η αλήθεια του περιεχομένου των εν λόγω δύο Τεκμηρίων. Σε κανένα εκ των εν λόγω δύο εγγράφων δεν γίνεται λόγος περί καθυστέρησης πληρωμής των αποχετευτικών τελών ή/και περί επιβολής χρηματικής επιβάρυνσης λόγω καθυστέρησης πληρωμής. Επομένως, δεν υπάρχει ενώπιον μου ίχνος μαρτυρίας που να επιτρέπει να διαμορφώσω δικαστικό εύρημα ότι στο ποσό που αξιώνει ο Ενάγων ως τα αποχετευτικά τέλη του 2014 εμπεριέχεται οποιοδήποτε ποσό χρηματικής επιβάρυνσης. Δεν ήταν ποτέ δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντος ότι χρειάστηκε να καταβληθεί από τον εκμισθωτή οποιαδήποτε χρηματική επιβάρυνση λόγω καθυστέρησης του μισθωτή να πληρώσει προς το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας τα αποχετευτικά τέλη. Απεναντίας, ήταν η δικογραφημένη εκδοχή της Εναγομένης ότι το ποσό που αξιώνεται είναι εξογκωμένο (βλ. παρα. 13 της Ε/Υ) ή ότι το ποσό αυτό εμπεριέχει πρόστιμο και τόκους λόγω αμέλειας του Ενάγοντος να το πληρώσει έγκαιρα (βλ. παρα. 8 της Ε/Υ). Αυτός που εγείρει έναν ισχυρισμό έχει το ειδικό αποδεικτικό βάρος να τον αποδείξει (ανεξαρτήτως του γενικού βάρους απόδειξης που παραμένει στους ώμους του Ενάγοντος). Επομένως, η Εναγόμενη είναι αυτή που όφειλε να φέρει μαρτυρία για ν΄αποδείξει αμέλεια του Ενάγοντος ή καθυστέρηση και επιβάρυνση. Δεν αντεξετάστηκε η ΜΕ1 για να διαφανεί πότε ακριβώς έγινε η πληρωμή των αποχετευτικών τελών από το Υπουργείο προς το Συμβούλιο Αποχετεύσεων, έτσι ώστε να μπορεί βάσιμα να προωθηθεί ο ισχυρισμός περί καθυστέρησης ή αμέλειας. Η νέα Δ.30, θ. 7 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, έδιδε στην Εναγόμενη το νομικό βάθρο να επιλέξει να ζητήσει την κλήτευση της ΜΕ1 για αντεξέταση, είτε ακόμη και του συντάκτη του Τεκμηρίου 2 (δηλ. την υπάλληλο του Συμβουλίου Αποχετεύσεως) που βεβαίωσε την πληρωμή των αποχετευτικών τελών από το Υπουργείο έστω και αν δεν ήταν ενόρκως δηλών. Η Κανονιστική Διοικητική Πράξη 259/2014 που εξέδωσε το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λευκωσίας και για την οποία το Δικαστήριο έχει δικαστική γνώση εφόσον πρόκειται για έγγραφο κανονιστικού περιεχομένου που είναι δημοσιευμένο στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας καθόριζε προθεσμία την 30.11.2014. Η πλευρά της Εναγομένης, επιλέγοντας να μην αντεξετάσει την ΜΕ1, απέτυχε και/ή παρέλειψε να της υποβάλει τη θέση ότι η πληρωμή των αποχευτικών τελών έγινε μεταγενέστερα της 30ης Νοεμβρίου 2014. Η Εναγόμενη θα μπορούσε, εξάλλου, βάσει των διαλαμβανομένων στην εν λόγω ΚΔΠ 259/2014, ακόμη και αν δεν είχε παραλάβει ταχυδρομικώς σχετική ειδοποίηση πληρωμής, να ζητήσει και να λάβει από το Συμβούλιο Αποχετεύσεων το λογαριασμό υπό την ιδιότητά της ως κατόχου του ακινήτου προκειμένου να προωθήσει με αποδεικτικά στοιχεία την εκδοχή υπεράσπισης που δικογράφησε. Αντί τούτου, έμεινε εντελώς αόριστη και θεωρητική η θέση ότι είναι εξογκωμένο ή επιβαρυμένο το ποσό των αποχετευτικών τελών που αξιώνει ο Ενάγων από την Εναγόμενη. Ενόψει της προεκτεθείσας αξιολόγησης της μαρτυρίας και των δικαστικών ευρημάτων που έχω καταγράψει ανωτέρω, προχωρώ να εξετάσω τη νομική πτυχή της υπόθεσης και συγκεκριμένα το κατά πόσον το άρθρο 5(
- xi)του Τεκμηρίου 1 αποτελεί ορθή νομική βάση προκειμένου ο Ενάγων να αξιώνει αποζημίωση από την Εναγόμενη για το ποσό των €1.466,05 που κατέβαλε ο εκμισθωτής προς το Συμβούλιο Αποχευτεύσων Λάρνακας αναφορικά με το μισθωμένο ακίνητο ως περιγράφεται στο Τεκμήριο 1, που επιβλήθηκαν από το Συμβούλιο για το έτος 2014. Νομική πτυχή και εκτίμηση Δικαστηρίου. Υπενθυμίζω ότι στο άρθρο 5 της συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1 προβλέπεται ότι꞉ «5. Ο Μισθωτής υπέχει τας ακόλουθους υποχρεώσεις꞉ [...] (
- xi)Όπως φέρη το βάρος και καταβάλλη άπαντας τους νυν ή εν τω μέλλοντι οφειλομένους φόρους, τέλη, δικαιώματα και πάσης φύσεως επιβαρύνσεις, αίτινες βαρύνουσι το μίσθιον και τα υποστατικά και καταβάλλoνται αναφορικώς προς ταύτα, συμφώνως ταις διατάξεσι των εκάστοτε εν ισχύι νόμων, διαταγμάτων ή Κανονισμών, ανεξαρτήτως εάν ούτοι είναι δια νόμου ή κατ' έθιμον πληρωτέοι υπό του Εκμισθωτού ή άλλως πως, και όπως αποζημιώνη τον Εκμισθωτήν δια πάν ποσόν, όπερ ούτος ήθελε καταβάλει εις οιανδήποτε Αρχήν, υπό μορφήν εισφορών ή άλλως πως, αντί της πληρωμής των τοιούτων φόρων, τελών, δικαιωμάτων και επιβαρύνσεων.». Αρχίζω επισημαίνοντας ότι η πλευρά της Εναγομένης δέχεται ότι το άρθρο 5(
- xi)του Τεκμηρίου 1 αποτελεί ρητό όρο (όχι εξυπακουόμενο όρο ή απλή παράσταση) δεσμευτικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Ούτε επιδιώκει την ακύρωση από το Δικαστήριο του εν λόγω όρου στο βαθμό που αφορά οποιαδήποτε άλλα τέλη, φόρους ή δικαιώματα που βαρύνουν το επίδικο ακίνητο / το μίσθιο ή/και τα υποστατικά σε αυτό, πλην των αποχετευτικών τελών που είναι επίδικα στην υπό κρίση αγωγή. Καλεί, συναφώς, το Δικαστήριο να κρίνει ως ασαφή τον εν λόγω όρο σε ό,τι αφορά το ερώτημα αν η εμβέλειά του είναι τέτοια που να καλύπτει τα αποχετευτικά τέλη και εισηγείται ότι δεν μπορεί να τα καλύπτει, διότι δεν ήταν προβλεπτά κατά το χρόνο υπογραφής της συμφωνίας ως το Τεκμήριο 1, αλλά και διότι δεν υπήρξε ατομική διαπραγμάτευση του περιεχομένου του εν λόγω όρου μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, τέτοια που να επέτρεπε με βεβαιότητα να λεχθεί ότι ήταν ξεκάθαρη πρόθεσή τους να καλύψουν και τα αποχετευτικά τέλη. Δεδομένης της τυποποιημένης υφής του κειμένου του Τεκμηρίου 1 για όλες τις συμβάσεις μίσθωσης που σύναπτε αδιακρίτως για τα βιομηχανικά οικόπεδα το Κράτος, χωρίς περιθώριο διαπραγμάτευσής του από πλευράς της Εναγομένης, είναι η εισήγηση της Εναγομένης ότι ο επίμαχος όρος θα πρέπει να κριθεί καταχρηστικός κα μη εφαρμοστέος. Η μεθοδολογία ερμηνείας μιας σύμβασης αποδίδεται με γλαφυρότητα στην υπόθεση Καραολή κ.ά. ν Λαούρη κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ., 225, στη σελίδα 239, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: «Η ερμηνεία μιας σύμβασης είναι νομικό θέμα και οδηγός για την ερμηνεία της είναι, μεταξύ άλλων, οι σκοποί της συμφωνίας όπως αυτοί αποκαλύπτονται από την ίδια τη συμφωνία σro σύνολο της. Όπως αναφέρθηκε στη Θεολόγου κ.ά. V Κτηματική Εταιρεία Νέμεσις Λτδ
(1998)1 Α.Α.Δ. 407: Οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία σύμβασης είναι καλά καθιερωμένες και δε χρειάζεται να τις επαναλάβουμε. (βλ. Saab and Another V Holy Monastery ΑΥ. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499). Πρέπει να σημειώσουμε ότι, συνεχής είναι η τάση προς εναρμόνιση των αρχών ερμηνείας των συμβάσεων με τα κρατούντα στην καθημερινή ζωή. Το κριτήριο είναι η έννοια την οποία μεταδίδει το κείμενο της συμφωνίας στο μέσο λογικό άνθρωπο. Για το σκοπό αυτό μπορεί να εμπλουτισθεί η γνώση με την αποκάλυψη του υπόβαθρου της συμφωνίας, εξαιρουμένων πάντοτε των διαπραγματεύσεων, καθώς και μονομερών δηλώσεων και υποκειμενικών προθέσεων των συμβαλλομένων. Μαρτυρία που αναφέρεται σroυς υποκειμενικούς παράγοντες μπορεί να γίνει δεκτή μόνο σε αγωγή για διόρθωση του εγγράφου (rectίfication). (Βλ. lCS ν West Βrοmwίch BS [1998] 1 ALL E.R. 98 (HL). Το αντικείμενο βέβαια της ερμηνείας παραμένει πάντοτε η έννοια των όρων της συμφωνίας κατά το μέσο λογικό άνθρωπο. Η έννοια, η οποία μεταδίδεται σ' αυτόν, για τα συμφωνηθέντα.». Στην υπόθεση Λαζούρας ν Σκυλλουριώτου
(1992)1 Α.Α.Δ. 168 τονίστηκε ότι η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών είναι αυτή όπως εκφράζεται με τις λέξεις που χρησιμοποιούνται στο έγγραφο και ότι δεν είναι επιτρεπτό η προσαγωγή μαρτυρίας για απόδειξη ότι οι υποκειμενικές προθέσεις των μερών δεν είναι σύμφωνες με τις ειδικές εκφράσεις που χρησιμοποιήθηκαν στο έγγραφο. Η φυσική και γραμματική έννοια των λέξεων του όρου 5(
- xi)του Τεκμηρίου 1 κατά την κρίση του Δικαστηρίου δηλώνει με σαφήνεια ότι꞉ Πρώτον, ο μισθωτής επιφορτίζεται με τη συμβατική υποχρέωση να καταβάλλει Άπαντας τους οφειλομένους φόρους, τέλη, δικαιώματα και πάσης φύσεως επιβαρύνσεις, αίτινες βαρύνουσι το μίσθιον και τα υποστατικά Είτε πρόκειται για παρόντες είτε πρόκειται για μελλοντικούς φόρους, τέλη, δικαιώματα ή επιβαρύνσεις ως πιο πάνω περιγράφονται Ανεξάρτητα αν τούτοι ήταν βάσει νόμου ή εθίμου πληρωτέοι από τον εκμισθωτή. Δεύτερον, ο μισθωτής επιφορτίζεται με τη συμβατική υποχρέωση όπως αποζημιώσει τον εκμισθωτή αν εκείνος κατέβαλε τα ποσά για τα οποία είχε αναλάβει ο μισθωτής έναντι του εκμισθωτή την υποχρέωση να τα καταβάλλει. Η παρούσα αγωγή κατά την κρίση μου είναι τη δεύτερη πτυχή του εν λόγω όρου 5(
- xi)του Τεκμηρίου 1, δηλαδή την υποχρέωση του μισθωτή να αποζημιώσει τον εκμισθωτή, ως πιο πάνω, που έρχεται να ζητήσει από το Δικαστήριο να επικυρώσει και εφαρμόσει. Ασφαλώς, αν ο μισθωτής δεν είχε αναλάβει έναντι του εκμισθωτή την υποχρέωση να καταβάλει ένα συγκεκριμένο είδος φορολογίας ή τελών, δεν θα υπήρχε συνεπακόλουθα καμία υποχρέωση αποζημίωσής του εκμισθωτή για όποια ποσά κατέβαλε εκείνος στη θέση του. Πάντως, κρίνω ότι το λεκτικό του όρου 5(
- xi)είναι τέτοιο που δεν αφήνει περιθώριο για καμία εξαίρεση. «Άπαντες» οι φόροι, τα τέλη και δικαιώματα, που δεν είναι προσωποπαγή, αλλά πραγματοπαγή, εκείνα δηλαδή που βαρύνουν το ακίνητο και τα υποστατικά που υπάρχουν μέσα σε αυτό, εμπίπτουν εντός του πεδίου εφαρμογής του εν λόγω όρου. Εξαιρετικής σημασίας είναι, κατά την κρίση μου, το γεγονός ότι οι υποχρεώσεις που τίθενται στους ώμους του μισθωτή με τον όρο 5, στο σύνολό τους, είναι συνεχείς, εξακολουθητικής δηλαδή μορφής. Τούτο προκύπτει χωρίς καμία αμφιβολία από τις πρόνοιες του εδαφίου
(2)του άρθρου 5 που λένε ότι «Ο Μισθωτής θα εξακολουθήσει υπέχων άπασας τας δυνάμεις της παρούσης συμβατικάς αυτού υποχρεώσεις.». Το κείμενο ενός όρου που εξ αρχής ήταν προβλεπτό να καλύψει μελλοντικούς φόρους, τέλη και δικαιώματα, θα πρέπει να ερμηνεύεται κατά την κρίση μου «ζωντανά», δηλαδή επικαιροποιημένα προς το χρόνο εφαρμογής της σύμβασης. Ο μακροχρόνιος χαρακτήρας εφαρμογής της σύμβασης μίσθωσης, για αρχική περίοδο 33 ετών, με δικαίωμα ανανέωσης για άλλες δύο περιόδους 33 ετών, δηλαδή για 99 έτη συνολικά, υπό την προϋπόθεση να τηρούνται οι όροι και προϋποθέσεις της αρχικής σύμβασης (βλ. την επιφύλαξη του άρθρου 3 του Τεκμηρίου 1), επεξηγεί για ποιο λόγο χρειαζόταν να γίνει εξ αρχής λόγος και πρόνοια για τις μελλοντικές φορολογικές οφειλές που αφορούν στο μίσθιο꞉ διότι τα μέρη δεν θα είχαν την ευχέρεια να επαναδιαπραγματευτούν τους όρους της σύμβασης πριν την παρέλευση των 33 ετών κάθε φορά. Δεν μπορούσαν να καθορίσουν επομένως ονομαστικά και εξαντλητικά τις φορολογίες που δυνατόν να θεσπίζονταν και να αφορούσαν το μίσθιο κατά τη διάρκεια της εν λόγω μακροχρόνιας περιόδου. Μόνο αν οι συντάκτες της σύμβασης ονομάτιζαν κάποιους φόρους, τέλη ή δικαιώματα και επιβαρύνσεις, αφήνοντας εκτός αυτών τα αποχετευτικά τέλη, θα μπορούσε να προωθείτο με κάποια πειστικότητα το επιχείρημα της Εναγομένης ότι δεν ήταν πρόθεση των συμβαλλομένων μερών να καλύψουν τα αποχετευτικά τέλη. Δεν ήταν όμως αυτή η περίπτωση. Εδώ εντοπίζω και ένα άλλο πολύ σπουδαίο σημείο της παρούσας υπόθεσης. Η επίμαχη εφαρμογή του όρου 5(
- xi)τοποθετείται χρονικά το 2014 που κατά τον ισχυρισμό του Ενάγοντος ηγέρθηκε η υποχρέωση καταβολής των αποχετευτικών τελών, ή το αργότερο στις 30.4.2015 που ο Ενάγων αναζήτησε - με το Τεκμήριο 3 - ν' αποζημιωθεί από την Εναγόμενη για τα ποσά των αποχετευτικών τελών που κατέβαλε αντί της ίδιας. Κατά τον εν λόγω ουσιώδη χρόνο, η πρώτη περίοδος της σύμβασης ως το Τεκμήριο 1 είχε ήδη εκπληρωθεί και συνέχιζε η ισχύς της για δεύτερη περίοδο. Δεν δόθηκε καμία μαρτυρία ότι το 2006 που έληξε η αρχική περίοδος ισχύος της σύμβασης ως το Τεκμήριο 1, η Εναγόμενη ζήτησε επαναδιαπραγμάτευση του όρου 5(xi), ώστε να εξαιρούνται τα αποχετευτικά τέλη από το πεδίο εφαρμογής του. Επομένως, κατά τον ουσιώδη χρόνο της επίμαχης υποχρέωσης πληρωμής (ήτοι το 2014) ήταν παροντική ή μελλοντική η κατά Νόμο υποχρέωση καταβολής των τελών αποχέτευσης; Αυτό κατά την κρίση μου είναι το κρίσιμο ερώτημα! Όχι το αν τα τέλη αποχέτευσης ήταν παροντικά ή μελλοντικά, και δη προβλεπτά, το 1973 που αρχικά συνήφθη η σύμβαση. Και η απάντηση ασφαλώς στο κρίσιμο ερώτημα είναι ότι, βάσει του περί Αποχετεύσεως Νόμου του 1971 (Ν.1/1971)όπως έκτοτε τροποποιήθηκε, σε συνδυασμό με την ΚΔΠ 259/2014, το 2014 υπήρχε τρέχουσα υποχρέωση βαρύνουσα το μίσθιο με αποχετευτικά τέλη. Το επιχείρημα περί καταχρηστικότητας του όρου 5(
- xi)επειδή δεν έτυχε ατομικής διαπραγμάτευσης στο στάδιο της σύναψης της αρχικής σύμβασης, υποχωρεί κατά την κρίση μου, εφόσον μεσολάβησε ανανέωση της ισχύος της, χωρίς μαρτυρία περί διαμαρτυρίας της Εναγομένης, για τη διατύπωση του εν λόγω όρου ως θα συνέχιζε να ισχύει. Σημειώνω ότι νομολογιακά έχει αναγνωρισθεί το δικαίωμα ενός μέρους της σύμβασης, που ισχυρίζεται ότι η σύμβαση περιέχει καταχρηστική ρήτρα, είτε να προβεί σε τερματισμό της σύμβασης είτε να επιμείνει για τη μη εφαρμογή της συγκεκριμένης ρήτρας (βλ. απόφαση, ημερ. 10.3.2015, στην Πολιτική Εφεση Αρ. 283/2010, Χριστίνα Περικλέους ν. 1. ELLINAS FINANCE LTD. κ.α.). Είναι ορθό ότι, εάν και εφόσον το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι μια ρήτρα σε σύμβαση είναι καταχρηστική κατά παράβαση του Ν.93(Ι)/96, η νομική επίπτωση ενός τέτοιου ευρήματος είναι ότι η εν λόγω ρήτρα παύει να είναι δεσμευτική για τα συμβαλλόμενα μέρη, χωρίς αυτά να απαλλάσσονται από τους υπόλοιπους όρους της μεταξύ τους σύμβασης, η οποία θα συνεχίζει να ισχύει, εκτός εάν κριθεί ότι δεν θα μπορούσε να διαχωρισθεί κατά το υπόλοιπο μέρος των διατάξεών της η σύμβαση και να παραμείνει ως ισχύουσα χωρίς την καταχρηστική ρήτρα (βλ. το άρθρο 6
(2)του Ν.93(Ι)/96 και τη νομολογία, Συρίμη ν. Οργανισμού Παγκυπριακή Χρηματοδοτήσεις Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1131 και Καλλικάς ν. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 ΑΑΔ 1238). Στην προκειμένη περίπτωση, κατά το χρόνο υπογραφής της αρχικής σύμβασης, ο Ν.93(Ι)/96δεν βρισκόταν σε ισχύ, αφού άρχισε να ισχύει από 1.7.1997 (βλ. το άρθρο 10 του Ν.93(Ι)/96) και εν πάση περιπτώσει η σύμβαση δεν αφορούσε σε αγαθά ή υπηρεσίες έτσι ώστε να υπήρχε η σχέση προμηθευτή και καταναλωτή μεταξύ των μερών. Για τούτο και δεν εξετάζω καταχρηστικότητα κατά την έννοια του Ν.93(Ι)/96. Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι πώς επιδρά το γεγονός ότι το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας δεν αναζήτησε τα αποχετευτικά τέλη απευθείας από την Εναγόμενη, αλλά από τον εκμισθωτή που ήταν το Υπουργείο. Για ευχερέστερη αντίληψη του ζητήματος αυτού, αναλύω πιο κάτω τις πρόνοιες που αφορούν στην κατά νόμο επιβολή αποχετευτικών τελών. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 3 του περί της Εγκαθιδρύσεως και Κατασκευής Αποχετευτικών Συστημάτων, του Ελέγχου και Διαχειρίσεως Τούτων, δια την Επεξεργασίαν και Διάθεσιν Λυμάτων και περί Ετέρων Συναφών Ζητημάτων Νόμου αρ. 1/71 (όπως έχει έκτοτε τροποποιηθεί), το Υπουργικό Συμβούλιο έχει τη διακριτική ευχέρεια να κηρύξει μια περιοχή ότι εμπίπτει μέσα στις πρόνοιες του πιο πάνω νόμου, εφόσον ικανοποιηθεί ότι στην περιοχή αυτή δεν υφίστανται κατάλληλα συστήματα αποχέτευσης ή ότι τα ήδη υπάρχοντα συστήματα αποχέτευσης είναι ανεπαρκή και δεν λειτουργούν ικανοποιητικά. Με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου 1/71 το Υπουργικό Συμβούλιο κήρυξε στις 16/1/85 την περιοχή της Λάρνακας ως "περιοχή" για τους σκοπούς του νόμου και όρισε ως μέλη του Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας το εκάστοτε Δημοτικό Συμβούλιο Λάρνακας με Πρόεδρο το Δήμαρχο και τους εκάστοτε Κοινοτάρχες των Λειβαδιών, Ορόκλινης και Πύλας ως εκπροσώπους των συμφερόντων των περιοχών αυτών. Το Συμβούλιο Αποχετεύσεων μεριμνά μεταξύ άλλων για την κατασκευή, συντήρηση και λειτουργία κατάλληλων και επαρκών συστημάτων αποχέτευσης, συλλογής και επεξεργασίας λυμάτων ή ομβρίων υδάτων (άρθρο 12 του Νόμου). Πρέπει να τονιστεί ότι από την καθίδρυση του Συμβουλίου Αποχετεύσεων για μια ορισμένη περιοχή, απαγορεύεται η εγκαθίδρυση, λειτουργία ή συντήρηση, από οποιαδήποτε αρχή ή πρόσωπο, συστημάτων αποχέτευσης λυμάτων ή ομβρίων υδάτων στην περιοχή αυτή (άρθρο 11 του Νόμου) και έκαστος ιδιοκτήτης ή κάτοχος υποστατικού οφείλει μέσα στη χρονική προθεσμία που του καθορίζει το Συμβούλιο να κατασκευάσει σχέδιο οικοδομής και ιδιωτική υπόνομο οικοδομής και να διοχετεύει όλα τα λύματα του μέσα σε δημόσια υπόνομο οικοδομής (άρθρο 33 του Νόμου). Το άρθρο 30 του Νόμου 1/71 παρέχει στο Συμβούλιο ευχέρεια να εισπράττει꞉ ένα δικαίωμα για τη σύνδεση και εγκατάσταση υπονόμων οικοδομής (άρθρο 30
(1)(α)), ένα τέλος επί των ιδιοκτητών ή κατόχων ακίνητης ιδιοκτησίας που επωφελούνται ή πρόκειται να εξυπηρετηθούν από τα συστήματα αποχέτευσης λυμάτων (άρθρο 30
(1)(β)), ένα τέλος επί των ιδιοκτητών ή κατόχων ακίνητης περιουσίας που εξυπηρετούνται ή πρόκειται να εξυπηρετηθούν από συστήματα αποχέτευσης ομβρίων υδάτων (άρθρο 30
(1)(γ)), ένα τέλος για τη χρήση των συστημάτων αποχέτευσης λυμάτων (άρθρο 30
(1)(δ)), και ένα τέλος για τη χρήση των συστημάτων αποχέτευσης ομβρίων υδάτων (άρθρο 30
(1)(ε)). Σύμφωνα με το άρθρο 30
(1)(β) του Νόμου 1/71 το Συμβούλιο Αποχετεύσεων Λάρνακας έχει εξουσία να επιβάλλει τέλη επί των ιδιοκτητών ή κατόχων ακίνητης περιουσίας οι οποίοι εξυπηρετούνται ή πρόκειται να εξυπηρετηθούν στο μέλλον. Παραθέτω αυτούσιο το εδάφιο
(1)(β) του άρθρου 30 του Νόμου 1/71꞉ «Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, το Συμβούλιον κέκτηται εξουσίαν όπως, εντός των ορίων της περιοχής του, επιβάλλη και εισπράττη δια τοιαύτην χρονικήν περίοδον και κατά τοιούτον τρόπον, ως ήθελεν εκάστοτε καθορισθή- (β) εν τέλος επί των ιδιοκτητών ή κατόχων ακινήτου ιδιοκτησίας, οίτινες εξυπηρετούνται ή μέλλουν να εξυπηρετηθώσιν υπό των συστημάτων αποχετεύσεως λυμάτων ή επωφελούνται ή μέλλουν ή δύνανται να επωφεληθώσιν εκ των τοιούτων έργων, είτε ομοιομόρφου ύψους επί εκάστης λίρας ή κλασματικού μέρους λίρας της εκτεμιμένης αξίας της ακινήτου ιδιοτησίας, αναφορικώς προς την οποία καταβάλλεται το τέλος ή δια προοδευτικής φορολογίας, εδραζόμενης επί τοιαύτης αξίας. [.]». Κατά την κρίση μου, το διαζευκτικό «ή» στο άρθρο 30 του Ν.1/71 δεν μπορεί να διαβάζεται διαφορετικά παρά μόνο ότι παρέχει ευχέρεια επιβολής των τελών είτε στον ιδιοκτήτη είτε στον κάτοχο της ακίνητης ιδιοκτησίας ή/και ότι ότι υπόχρεος για πληρωμή των τελών είναι είτε ο ιδιοκτήτης είτε ο κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας. Δεν επιβάλλεται ποτέ και στους δύο. Συγχρόνως, τονίζω ότι οι διατάξεις του Ν.1/71 πρέπει να διαβάζονται σε συνδυασμό με τους περί Αποχετεύσεων Λάρνακας Κανονισμούς του 1991, όπως έκτοτε τροποποιήθηκαν. Το ζήτημα του προσώπου από το οποίο αναζητείται η είσπραξη των τελών διαφωτίζουν οι διατάξεις των κανονισμών 32, 33, 33Α, 34, 36 των περί Αποχετεύσεων Λάρνακας Κανονισμών του 1991 έως 2011, Κ.Δ.Π. 350/91 έως Κ.Δ.Π. 424/2011, υπό το φως και του κανονισμού 37, στον οποίο προβλέπονται τα πιο κάτω: "
- Όπου προβλέπεται στους παρόντες Κανονισμούς ότι τέλος είναι πληρωτέο από τον ιδιοκτήτη ή τον κάτοχο κάποιου υποστατικού, το τέλος αυτό θα επιβάλλεται ως ακολούθως: (α) Για τις περιπτώσεις των Κανονισμών 32, 33 και 34, θα επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη, εκτός αν δεν μπορεί να βρεθεί ο ιδιοκτήτης, οπότε θα επιβάλλεται στον κάτοχο. (β) Για τις περιστάσεις του Κανονισμού 36, θα επιβάλλεται στον εκάστοτε κάτοχο για την αντίστοιχη περίοδο κατά την οποία ήταν κάτοχος, εκτός αν ο κάτοχος αυτός δεν μπορεί να βρεθεί, οπότε θα επιβάλλεται στον ιδιοκτήτη." Ο Κανονισμός 32 αφορά στα ετήσια τέλη για τα ακίνητα που εξυπηρετούνται από σύστημα αποχέτευσης λυμάτων και ομβρίων υδάτων, τα οποία ευρίσκονται μέσα στην περιοχή του Συμβουλίου, ενώ ο Κανονισμός 33 για εκείνα που ευρίσκονται έξω από την περιοχή του Συμβουλίου. Ο κανονισμός 34 δίνει την ευχέρεια στο Συμβούλιο να ζητήσει από το Επαρχιακό Κτηματολόγιο να υπολογίσει την αξία τυχόν οικοδομών που περιλαμβάνονται στο ακίνητο και οι οποίες δεν φαίνονται ακόμη εγγεγραμμένες επί του ακινήτου, για να υπολογιστεί ορθά η εκτιμημένη αξία του ακινήτου για τους σκοπούς επιβολής των τελών. Ο Κανονισμός 36 αφορά τέλος για την κατανάλωση νερού. Πρόδηλα, η περίπτωση τελών που ενδιαφέρουν για σκοπούς της παρούσας αγωγής είναι αυτά στα οποία αναφέρεται ο Κανονισμός
- Συνεπώς, όπως ρητά προβλέπεται στον κανονισμό 37 που παράθεσα πιο πάνω, τα τέλη επιβάλλονται στον ιδιοκτήτη, εκτός εάν δεν μπορεί να βρεθεί ο ιδιοκτήτης οπότε και θα επιβάλλεται στον κάτοχο. Εδώ το Υπουργείο που ήταν ο εκμισθωτής και ενεργούσε για λογαριασμό της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ιδιοκτήτη του επίδικου ακινήτου / μίσθιου, προφανώς εντοπίστηκε εύκολα από το Συμβούλιο Αποχετεύσων Λάρνακας και νομίμως του επέβαλε τα τέλη. Δυνάμει του προεκτεθέντος Κανονισμού 37, η Κυπριακή Δημοκρατία, εφόσον εξακολουθούσε κατά τον ουσιώδη χρόνο επιβολής των αποχετευτικών τελών, να ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου, και τούτω είναι παραδεκτό γεγονός στην παρούσα υπόθεση, ήταν υπόχρεη στην καταβολή των αποχετευτικών τελών. Είναι σημαντικό να γίνει κατανοητό ότι υπάρχουν δύο διαφορετικά επίπεδα ταξινόμησης των κανόνων δικαίου που τυγχάνουν εν προκειμένω εφαρμογής꞉ Η όποια συμβατική πρόνοια που θεσπίστηκε στη σφαίρα του ιδιωτικού δικαίου των συμβάσεων, δεν διαφοροποιεί τις σχέσεις στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου. Δηλαδή, αφενός δεν απαλλάσσει την Κυπριακή Δημοκρατία, ως ιδιοκτήτη του μίσθιου (ήτοι της γης), από τη νομοθετική της υποχρέωση για καταβολή των αποχετευτικών τελών προς το Συμβούλιο Αποχετεύσεων, η οποία υποχρέωση εμπίπτει στη σφαίρα του διοικητικού δικαίου, και αφετέρου δεν εμποδίζει την εξουσία του Συμβουλίου Αποχετεύσεων από το να αναζητήσει τα χρήματα από τον μισθωτή ως κάτοχο του μίσθιου, αν δεν εντοπίσει τον ιδιοκτήτη για να τα καταβάλει. Από την άλλη, το ότι η Κυπριακή Δημοκρατία ως ιδιοκτήτης του επίδικου ακινήτου και εκμισθωτής αυτού προνόησε για συμβατική υποχρέωση του μισθωτή να αποπληρώνει εκείνος τα αποχετευτικά τέλη από την ημερομηνία ανάληψης κατοχής των ακινήτων, τούτο είναι ζήτημα που αφορά στη σχέση ιδιωτικού δικαίου των συμβάσεων μεταξύ εκμισθωτή και μισθωτή πωλητή και δεν εμποδίζεται από το Νόμο περί Αποχετεύσεων. Το ότι επίσης η Κυπριακή Δημοκρατία προνόησε στο πλαίσιο της σύμβασης μίσθωσης το δικαίωμα να αξιώνει από τον μισθωτή αποζημιώσεις για οποιοδήποτε ποσό αυτή καταβάλει για αποχετευτικά τέλη, το οποίο ο μισθωτής ανέλαβε έναντί της τη συμβατική υποχρέωση να αποπληρώνει, επίσης δεν εμποδίζεται με οποιοδήποτε τρόπο από το Νόμο περί Αποχετεύσεων. Στις διατάξεις του Ν.1/71 δεν υφίσταται οποιαδήποτε διάταξη, από την οποία να απορρέει υποχρέωση του Συμβουλίου Αποχετεύσεων να αποστέλλει ατομική ειδοποίηση με επιστολή στους ιδιοκτήτες ακίνητης ιδιοκτησίας για τον καθορισμό των τελών. Ειδικότερα, δεν υπάρχει διάταξη αντίστοιχη προς εκείνην, για παράδειγμα, του άρθρου 57[1] περί Φόρου Προστιθέμενης Αξίας Νόμου αρ. 95(I)/2000, ώστε το βάσιμο ή μη της απαίτησης να εξαρτάται από την απόδειξη παραλαβής τέτοιας επιστολής (σύγκρινε με απόφαση ημερ. 12.3.2014, στην Ποινική Έφεση Αρ. 178/2011, Θέμη Θωμά ν Εφόρου Φόρου Προστιθέμενης Αξίας). Η μόνη διάταξη η οποία φαίνεται να ρυθμίζει το θέμα του καθορισμού των ετήσιων τελών αποχέτευσης και της εξωτερίκευσής της προς τους οφειλέτες είναι αυτή του Κανονισμού 34 των περί Αποχετεύσεων Λευκωσίας Κανονισμών (ΚΔΠ 144/73). Συγκεκριμένα, ο Κανονισμός 34 καθορίζει ότι꞉ «Τα τέλη τα επιβαλλόμενα δυνάμει των Κανονισμών 32 και 33 είναι πληρωτέα καθ' έκαστον έτος υπό των προσώπων και καθ' ον χρόνον ή χρόνουςκαι εις ον τόπον ή τόπους και εν ω τρόπω το Συμβούλιο ήθελε εκάστοτε καθορίσειν δια γνωστοποιήσεως δημοσιευομένης εν τη επισήμω εφημερίδι της Δημοκρατίας.». Όπως προείπα, έχω εντοπίσει τη γνωστοποίηση που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας.ως Κανονιστική Διοικητική Πράξη για τον καθορισμό των ετήσιων τελών αποχέτευσης για το έτος 2014 (ΚΔΠ 259/2014), και διαπιστώνω ότι, πράγματι, σε κάθε μια από αυτές τις Κανονιστικές Διοικητικές Πράξεις, το Συμβούλιο Αποχετεύσεως καθορίζει το ύψος του ετήσιου τέλους αποχέτευσης (τέλους αποχέτευσης λυμάτων και τέλους αποχέτευσης ομβρίων υδάτων), τον τρόπο πληρωμής, την προθεσμία πληρωμής και τον τόπο πληρωμής με βάση τους κανονισμούς 32, 33, 33Α, 34, 35 και 36 των Κανονισμών. Όπως αναφέρεται στην υπόθεση Αρχή Λιμένων Κύπρου ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λάρνακας
(2000)3 ΑΑΔ 311 η απόφαση που περιέχεται στην γνωστοποίηση αποτελεί ατομική πράξη. Παρότι δεν κατ' ονομάζει οποιονδήποτε, καθορίζει την πραγματική βάση που εξ αντικειμένου εξατομικεύει το περιεχόμενο της. Το μόνο που απομένει είναι η μηχανική εργασία αντιστοίχισης της κάθε περίπτωσης προς τα κριτήρια που τέθηκαν, προς εκτέλεση της απόφασης που ήδη λήφθηκε. Έτσι, εφόσον η χρηματική απαίτηση στην οποία αναφέρεται η αγωγή είναι το αποτέλεσμα εκτελεστής διοικητικής πράξης, για τη νομιμότητα και ορθότητα της οποίας το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να αποφανθεί, αφ' ης στιγμής δεν προσβλήθηκε η εγκυρότητα της ενώπιον διοικητικού δικαστηρίου, η οφειλή θεωρείται ως δεδομένη (βλ. Νίτσα Κυριάκου κ.α. ν. Διευθυντή Τμήματος Τελωνείων
(2000)3 ΑΑΔ 589 και Philippa Estates Ltd κ.α. ν. Συμβουλίου Αποχετεύσεων Λεμεσού-Αμαθούντας
(2001)3 ΑΑΔ 1026). Για όλους τους πιο πάνω λόγους, το γεγονός ότι ο ιδιοκτήτης - εκμισθωτής, στον οποίο επιβλήθηκαν, εν σχέση προς το μίσθιο και τα εκεί ευρισκόμενα υποστατικά της Εναγομένης, τέλη αποχέτευσης για το έτος 2014, τα οποία και πλήρωσε προς το Συμβούλιο Αποχέτευσης (βλ. Τεκμήριο 2 της Ε/Δ της κας Γεωργιάδου), γεννά έναντι του μισθωτή - ήτοι της Εναγομένης - το δικαίωμα του εκμισθωτή να αναζητήσει από την Εναγόμενη να τον αποζημιώσει για τα καταβληθέντα από αυτόν τέλη δυνάμει του όρου 5(xi) της Σύμβασης όπως έχει ανανεωθεί, ο οποίος όρος βρισκόταν σε ισχύ καθ' ον χρόνο απαίτησε την αποζημίωση (βλ. Τεκμήριο 3 της Ε/Δ της κας Γεωργιάδου) και μέχρι και τότε που ηγέρθηκε η αγωγή. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Ο Ενάγων πέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή του στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων ότι αυτός δικαιούται να αποζημιωθεί από την Εναγόμενη εταιρεία για το ποσό των €1.466,05, πλέον νόμιμο τόκος επί του ποσού αυτού από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής (ήτοι από 21.4.2016), πλέον τα δικηγορικά έξοδα, συν ΦΠΑ και έξοδα επίδοσης, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) .............. Α. Πανταζή-Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] «57. Οποιαδήποτε γνωστοποίηση, απαίτηση, απόφαση, οδηγία ή άλλη πράξη που πρέπει να επιδοθεί σε οποιοδήποτε πρόσωπο για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου μπορεί να κοινοποιηθεί με επιστολή που απευθύνεται στο εν λόγω πρόσωπο ή στον αντιπρόσωπο του για σκοπούς Φ.Π.Α. και η οποία αποστέλλεται με συστημένη επιστολή ταχυδρομικώς στην τελευταία δηλωθείσα ή συνηθισμένη διαμονή ή έδρα της επιχείρησης του προσώπου αυτού ή του αντιπροσώπου του ή παραδίδεται προσωπικώς στο πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται ή τον αντιπρόσωπό του.» cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο