ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3088/2011, 11/1/2018
ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3088/2011, 11/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3088/2011 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΙΔΗ Ενάγοντα - και - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΟΣΦΥΛΩΤΗΣ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 11/01/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Κώστας Χατζηιωάννου για τον Α. Κ. Χατζηιωάννου & Σια. (Για να ακούσει την απόφαση: .....................). Για τον Εναγόμενο 1: κα Μαρία Στυλιανού Λοττίδη. (Για να ακούσει την απόφαση: .....................). Για τον Εναγόμενο 2: κ. Ανδρέας Β. Ζαχαρίου για την Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Για να ακούσει την απόφαση: .....................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση
- Ο Ενάγοντας έχει εγείρει αυτή την Αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 με την οποία αξιώνει από αυτούς θεραπεία, βασιζόμενος στα αστικά αδικήματα της αμέλειας (περιλαμβανομένης και της αρχής της αυστηρής ευθύνης για επικίνδυνες δραστηριότητες) και οχληρίας, για τα οποία ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ευθύνονται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα (βλ. Μάριος Βαττή ν Χρυστάλλα Αυξεντίου κ. α. Πολιτική Έφεση Αρ. 127/2009, 10/01/2014). Η υπόθεσης των διαδίκων
- Ως δικογραφήθηκε στην έκθεση απαίτηση του ενάγοντος, θέσης του είναι ότι, ως ιδιοκτήτης και κάτοχος τεμαχίου ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται στο χωριό Μοσφιλωτή της Επαρχίας Λάρνακας, επί του οποίου έχει ανεγείρει την οικία του στην οποία κατοικεί, έχει υποστεί ζημιά στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του λόγω υπερχείλισης του παραπόταμου του Τρέμιθου με τον οποίο αυτή συνορεύει, ένεκα αμέλειας και/ή παράβασης καθηκόντων που ο νόμος ορίζει, της Δημοκρατίας (Εναγομένος 1) και/ή του Κοινοτικού Συμβουλίου Μοσφιλωτής (Εναγόμενος 2), μέσω των αντιπροσώπων τους. Πιο συγκεκριμένα, στην έκθεση απαίτησης του, ο Ενάγοντας, υποστηρίζει, ότι, κάποτε, μέσα στην δεκαετία του 1990 (1990 - 1999), ο Έπαρχος Λάρνακας, ανήγειρε πάνω από τον εν λόγω ποταμό, γεφύρια, για την δημιουργία και/ή αναμόρφωση δρόμων. Ένα τέτοιο γεφύρι, για την δημιουργία δρόμου, αναφέρει ο Ενάγοντας, ανεγέρθηκε και πλησίον της ακίνητης ιδιοκτησίας του, η κατασκευή του οποίου όμως ήταν αμελής και ανεπαρκής, καθότι, είχε χρησιμοποιηθεί για αυτήν σωλήνας αποχέτευσης (κιούγκι), διαμέτρου μικρότερης του ενός μέτρου, ως βάση του δρόμου (με επιχωμάτωση) και ως αγωγός των νερών του ποταμού, η οποία εξέτρεπε την φυσιολογική τους ροή και η οποία, επειδή ήταν στραμμένη προς την ακίνητη ιδιοκτησία του, διοχέτευε αυτά κατ' ευθείαν σε αυτήν. Ως αποτέλεσμα τούτου, υποστηρίζει περαιτέρω ο Ενάγοντας, και πάλι κάποτε μέσα στην δεκαετία του 1990, μετά από βαριά βροχόπτωση, λόγω ακριβώς αυτής της ανεπάρκειας του σωλήνα αποχέτευσης να απορροφήσει τα νερά που έρεαν στον ποταμό, ο ποταμός ξεχείλισε στο συγκεκριμένο σημείο του γεφυριού και παρέσυρε και διάβρωσε τον δρόμο, επηρεάζοντας και την ακίνητη ιδιοκτησία του, η οποία είχε ήδη υποστεί διάβρωση από το γεγονός ότι αυτός ήταν στραμμένος κατά πάνω της και διοχέτευσε τα νερά, των οποίων ήταν αγωγός, κατ' ευθείαν προς αυτήν. Οι διαμαρτυρίες του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο 2 και τον Έπαρχο Λάρνακας, υπήρξαν, όπως υποτρίζει, έντονες. Αποτέλεσμα τους ήταν, η ανακατασκευή του γεφυριού από τον Έπαρχο Λάρνακας. Ως υποστηρίζει ο Ενάγοντας, το νέο γεφύρι, και πάλι αμελώς και/ή κακότεχνα, κατασκευάστηκε από σκυρόδεμα (πλάτους 2,2 μ. και μήκους 1,3 μ.), δίπλα και παράλληλα από την παλαιά κατασκευή, διατηρώντας, ως εκ τούτου, την λανθασμένη κατά τον ίδιο κατεύθυνση σε ότι αφορούσε την φυσιολογική ροή των νερών του ποταμού. Θέσης του, που, ως υποστήριξε, αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε και από πολιτικό μηχανικό της Επαρχιακής Διοίκησης. Περί το έτος 2004, μετά από βαριές βροχοπτώσεις, η ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, όπως και άλλα ακίνητα της γύρω περιοχής, υπέστη διαβρώσεις και εκτεταμένες ζημιές. Είχε τότε δαπανήσει, ως υποστηρίζει, £500 (€854,30) για την αποκατάσταση της ζημιάς της ακίνητης του ιδιοκτησίας από την διάβρωση, με επιχωμάτωση. Περαιτέρω, είχε ενημερώσει για το προαναφερόμενο γεγονός και την σοβαρότητα και επικινδυνότητα της διαμορφωθείσας κατάστασης, τον Έπαρχο Λάρνακας, από τον οποίο ζητούσε να λάβει μέτρα αποτροπής τέτοιας ζημιάς, εκ νέου, στο μέλλον. Ως αποτέλεσμα, περί τα τέλη του ιδίου έτους
- Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα, η αμέλεια του Εναγομένου 1 και/ή του Εναγομένου 2 και/ή η από πλευράς τους οχληρία, εντοπίζεται, κατ' ουσία, στα εξής: (α) Κατασκεύασαν το γεφύρι κακότεχνα και/ή με λανθασμένη κατεύθυνση και/ή με μέγεθος ανίκανο να απορροφήσει τα νερά του ποταμού και όσα αυτά έφερναν. (β) Ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η διάμετρος του γεφυριού ήταν πολύ μικρή να χωρέσει τα νερά του ποταμού και/ή να απορροφήσει τα όσα έφερνε ο ποταμός, παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να το διαπλατύνουν. (γ) Παρέλειψαν να λάβουν όλα τα ενδεδειγμένα και/ή προστατευτικά και/ή εύλογα μέτρα για την προστασία και ασφάλεια του ιδίου και της ακίνητης ιδιοκτησίας του, ακόμη και μετά την πρόκληση του πρώτου περιστατικού ζημιάς του, ενώ γνώριζαν και ήταν προβλέψιμο ότι μπορούσε να του προκληθεί εκ νέου τέτοια ζημιά. (δ) Αμελώς κατασκεύασαν τον τοίχο αντιστήριξης, ο οποίος ήταν υψομετρικά και μετρικά ανεπαρκής για να προστατεύσει την ακίνητη ιδιοκτησία του. (ε) Αμελώς και/ή απερίσκεπτα απέρριψαν καλάμια στις κοίτες του ποταμού με αποτέλεσμα αυτά να παρασυρθούν από τα νερά του ποταμού και να αποφράξουν το στόμιο του γεφυριού. Και αυτό, το έπραξαν, ενώ γνώριζαν ότι αυτά είχαν αποφράξει το προηγούμενο γεφύρι. Διαζευκτικά, ο Ενάγοντας υποστηρίζει, ότι, οι Εναγόμενοι, συγκέντρωσαν στη γη τους (τον ποταμό), μεγάλη ποσότητά νερού, που, αν διέρρεε, ήταν πιθανόν ότι θα του προκαλούσε ζημιά στην ακίνητη ιδιοκτησία του και ως εκ τούτου, είναι υπεύθυνοι για την ζημιά που του προκλήθηκε όταν διέρρευσε. Λόγω της αμέλειας και/ή οχληρίας των Εναγομένων, ο Ενάγοντας, υποστηρίζει ότι υπέστη την ακόλουθη ζημιά, την οποία αξιώνει υπό μορφή αποζημιώσεων: (α) €200, για την απώλεια 5 δέντρων που παρασύρθηκαν από τα νερά του ποταμού. (β) €30.000, για την αποκατάσταση της ακίνητης ιδιοκτησίας του από την διάβρωση που υπέστη ένεκα του περιστατικού υπερχείλισης του ποταμού το έτος
- (γ) €850, που δαπάνησε το έτος 2004 για την αποκατάσταση της διάβρωσης της ακίνητης ιδιοκτησίας του που είχε τότε προκληθεί από το περιστατικό υπερχείλισης του ποταμού. Επιπρόσθετα, ο Ενάγοντας, ισχυρίζεται ότι, τα προαναφερόμενα, σε ότι αφορά την κατάσταση του γεφυριού και την οχληρία που αυτό προκαλεί, αποτελούν μία συνεχιζόμενη κατάσταση, η οποία πρέπει να περιοριστεί από το Δικαστήριο δια της έκδοσης σχετικών διαταγμάτων.
- Ο Εναγόμενος 1, προς υπεράσπιση του στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς και θέσεις του Ενάγοντα, με την έκθεση υπεράσπισης του, υποστήριξε τα εξής. Ο Ενάγοντας, ως ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας, που είναι παραδεκτό ότι συνορεύει με τον εν λόγω ποταμό με τον οποίο εφάπτεται στην βορειοδυτική πλευρά του, το έτος 1999, εξασφάλισε από την αρμόδια αρχή, υπό όρους, πολεοδομική άδεια για την ανέγερση σε αυτήν κατοικίας. Ακολούθως, ο Ενάγοντας, προς υλοποίηση του προαναφερόμενου σκοπού του, την 10/01/2000, εξασφάλισε από την αρμόδια αρχή, επίσης υπό όρους, και άδεια οικοδομής. Ο Ενάγοντας, υλοποίησε οικοδομικές εργασίες στην ακίνητη ιδιοκτησία του, χωρίς να έχει συμμορφωθεί με τους όρους που του είχαν τεθεί και χρησιμοποιεί το οικοδόμημα που ανήγειρε στην ακίνητη ιδιοκτησία του, χωρίς αυτό να έχει πιστοποιηθεί σύμφωνα με τον νόμο, τελικώς, από την αρμόδια αρχή. Ο Εναγόμενος 1, αποδέχεται ότι, πριν από πολλά χρόνια, συνεργείο της Επαρχιακής Διοίκησης, είχε κατασκευάσει στην θέση του ποταμού (δηλαδή, πάνω στον ποταμό), σωληνωτό γεφύρι, μήκους, περίπου, 10 μ., με σκοπό την διοχέτευση των νερών του ποταμού που διέρχεται της περιοχής. Δεν αποδέχεται όμως, σε ότι αφορά αυτό, ότι κατασκευάστηκε αμελώς ή/και ότι ήταν ανεπαρκές, όπως υποστηρίζει ο Ενάγοντας. Η τοποθέτησης του σωληνωτού οχετού, έγινε κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η ασφαλής διακίνηση των οχημάτων από το γεφύρι σε περίπτωση χαμηλής βροχόπτωσης, ενώ σε περίπτωση βαριάς βροχόπτωσης να γινόταν υπερχείλιση, ως ήταν η αρχική πορεία των νερών του ποταμού. Η πορεία και/ή η ροή του ποταμού, υποστηρίζει ο Εναγόμενος 1, είχε διαμορφωθεί με την εν λόγω κατασκευή, με δεδομένο ότι, η ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, στο σημείο της που εφάπτεται με τον ποταμό, λόγω μορφολογίας του εδάφους της περιοχής, σε σχέση με τον ποταμό και τα υπόλοιπα τεμάχια ακίνητης ιδιοκτησίας της γύρω περιοχής, βρίσκεται σε υψηλότερο υψόμετρο. Ανεξαρτήτως της θέσης του αυτής, ο Εναγόμενος 1, αρνείται τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι, κάποτε, μέσα στην δεκαετία του 1990, επισυνέβη το περιστατικό υπερχείλισης του ποταμού που ισχυρίζεται, που είχε ως αποτέλεσμα να παρασυρθεί και διαβρωθεί ο δρόμος, ή την βλάβη της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντα από διάβρωση εδάφους. Ο Εναγόμενος 1, αρνείται περαιτέρω, ότι, ο Ενάγοντας, είχε, ως ισχυρίζεται, προβεί στην οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή/και ότι υπέβαλε το οποιοδήποτε παράπονο, σε σχέση με τα προαναφερόμενα γεγονότα. Σε κάθε περίπτωση, ο Ενάγοντας, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τα ισχυριζόμενα αυτά γεγονότα, κωλύεται από του να υποβάλλει την οποιαδήποτε απαίτηση βασίζεται σε αυτά. Συνεπώς, η σχετική απαίτηση του Ενάγοντα με αυτή την Αγωγή, εκτός του ότι αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για τον ίδιο προαναφερόμενο λόγο, εμποδίζεται από την εφαρμογή του δόγματος της υπερβολικής και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή της. Ο Εναγόμενος 1, δεν αποδέχεται ότι, λόγω των έντονων διαμαρτυριών του Ενάγοντα, ανακατασκευάστηκε το γεφύρι, και πάλι αμελώς ή/και κακότεχνα και ότι, μάλιστα, κάτι τέτοιο του το είχε επιβεβαιώσει και πολιτικός μηχανικός της Επαρχιακής Διοίκησης. Εντούτοις, παραδέχεται ότι αποτελεί γεγονός η κατασκευή από συνεργείο της Επαρχιακής Διοίκησης, νέου γεφυριού, επίσης στην θέση του ποταμού, δίπλα από το παλαιό, από σκυρόδεμα μήκους, περίπου 10 μ. και διαστάσεων, 2,5 μ. πλάτος (εξωτερικό πλάτος κουτιού, 3,05 μ.) και 1,7 μ. ύψος. Ο Εναγόμενος 1, αρνείται ότι αποτελούν πραγματικότητα και όλα τα γεγονότα που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι επισυνέβησαν το έτος
- Δηλαδή, σε ότι αφορά το φαινόμενο της ισχυριζόμενης έντονής βροχόπτωσης, της υπερχείλισης του γεφυριού στο συγκεκριμένο σημείο του ποταμού και την σε κάθε περίπτωση ζημιά της ακίνητης ιδιοκτησίας του από διάβρωση του εδάφους λόγω των νερών του ποταμού και την συνακόλουθη κατ' ισχυρισμό του αποκατάσταση της, καθώς επίσης και τις σχετικές προς τον Έπαρχο Λάρνακας παραστάσεις του και προειδοποιήσεις. Ανεξαρτήτως της θέσης του αυτής, ο Εναγόμενος 1, στην περίπτωση όπου βρεθεί από το Δικαστήριο ότι τα προαναφερόμενα γεγονότα επισυνέβησαν πραγματικά, υποστηρίζει ότι, για την όποια ισχυριζόμενη βλάβη στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα και ζημιά του, αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο ίδιος ο Ενάγοντας, καθότι, μη συμμορφούμενος με τους όρους που του ετέθησαν από τις αρμόδιες αρχές, πολεοδομίας και οικοδομής, για κατασκευή περίφραξης, πεζοδρομίων και οχετών για αποχέτευση των νερών της βροχής από δημόσιους δρόμους ή γειτονικά κτήματα, οικοδομώντας επί της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας του, ο ίδιος την προκάλεσε ή/και την επιδείνωσε. Συναφώς, δεν αποδέχεται και τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, ότι, λόγω των δικών του παραστάσεων και/ή προειδοποιήσεων προς Έπαρχο Λάρνακας, συνεπεία των προηγηθέντων γεγονότων που ισχυρίζεται ότι επισυνέβησαν το έτος 2004, ο Έπαρχος Λάρνακας, προς αποτροπή διοχέτευσης των νερών του ποταμού προς την ακίνητη ιδιοκτησία του, καίτοι και πάλι αμελώς, κατασκεύασε τοίχο αντιστήριξης στην έξοδο του σωληνωτού οχετού, μέρος του γεφυριού, και προς την πλευρά της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Απορρίπτει δε και τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, ότι είχε και πάλι τότε προειδοποιήσει για την αμέλεια στην κατασκευή και την ανεπάρκεια του εν λόγω τοίχου αντιστήριξης να προστατεύσει την ακίνητη ιδιοκτησία του. Εντούτοις, παραδέχεται ότι, επί τόπου, υπάρχει νέος τοίχος ύψους 1,6 μ. και πλάτους 11 μ., καθώς επίσης υπάρχουν και πτερυγότοιχοι στην είσοδο του κουτιού του γεφυριού, όπως υπάρχουν και στην έξοδο του, απέναντι από τον εν λόγω νέο τοίχο. Επισημαίνοντας, σε ότι αφορά τις κατασκευές αυτές, δηλαδή, τους τοίχους, ότι γίνονταν στο ύψος του γεφυριού για προστασία του δρόμου και όχι για την προστασία της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντα. Η οποία, ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, λόγω της υψομετρικής διαφοράς της με τον ποταμό, δεν μπορούσε να προστατευθεί καθ' αυτό τον τρόπο. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα για τις εργασίες αποκοπής και καθαρισμού του καλαμιώνα στο συγκεκριμένο σημείο του ποταμού, κατά μήκος της κοίτης του, που αμελώς ως υποστηρίζει εκτελέστηκαν από τους Εναγομένους περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2010, ο Εναγόμενος 1 αρνείται τον εν λόγω ισχυρισμό. Ισχυρίζεται όμως ότι, οποιεσδήποτε τέτοιες εργασίες τυχόν να έγιναν, εκτός του ότι έγιναν νόμιμα, έγιναν και επιμελώς. Ο δε Ενάγοντας, σε ότι αφορά αυτές, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν προέβαλε καμία διαμαρτυρία, αλλά αντιθέτως, τις επιδοκίμασε και υιοθέτησε. Ο Εναγόμενος 1, αρνείται ότι αποτελούν πραγματικότητα, και όλα τα γεγονότα που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι επισυνέβησαν την 10η/12/
- Δηλαδή, σε ότι αφορά το φαινόμενο της ισχυριζόμενης έντονής βροχόπτωσης, της απόφραξης των γεφυριών του ποταμιού από τα καλάμια, τις ισχυριζόμενες από πλευράς Ενάγοντα πράξεις και παραλείψεις των αντιπροσώπων του Εναγομένου 2, της υπερχείλισης του γεφυριού στο συγκεκριμένο σημείο του ποταμού που εφάπτεται της ακίνητης ιδιοκτησίας του και την σε κάθε περίπτωση ζημιά ή επηρεασμό της ακίνητης ιδιοκτησίας του και των οικοδομών της από διάβρωση του εδάφους της λόγω των νερών του ποταμού. Ανεξαρτήτως της θέσης του αυτής, ο Εναγόμενος 1, εκτός του ισχυρισμού που προβάλλει, ως προς το ότι, τυχόν συρροή νερού στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, οφειλόταν σε θεϊκή πράξη και/ή σε ακραία καιρικά φαινόμενα για τα οποία ο ίδιος δεν μπορεί να φέρει οποιαδήποτε ευθύνη, επαναλαμβάνει την θέση του ότι, και στην περίπτωση όπου βρεθεί από το Δικαστήριο ότι τα προαναφερόμενα γεγονότα επισυνέβησαν πραγματικά, για την όποια ισχυριζόμενη βλάβη στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα ή επηρεασμό της και ζημιάς του Ενάγοντα, αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο ίδιος ο Ενάγοντας. Μη συμμορφούμενος με τους όρους που του ετέθησαν από τις αρμόδιες αρχές, πολεοδομίας και οικοδομής, για κατασκευή περίφραξης, πεζοδρομίων και οχετών για αποχέτευση των νερών της βροχής από δημόσιους δρόμους ή γειτονικά κτήματα, υποστηρίζει εν προκειμένω ο Εναγόμενος 1, οικοδομώντας επί της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας του ο Ενάγοντας, ο ίδιος προκάλεσε ή/και επιδείνωσε την όποια ισχυριζόμενη βλάβη στην ακίνητη ιδιοκτησία του ή επηρέασε αυτήν, ζημιώνοντας τον εαυτό του. Θέσης του Εναγομένου 1 είναι ότι, ο Ενάγοντας, με τις πράξεις και/ή τις παραλείψεις του, προσπαθεί να αποφύγει τις ευθύνες που του αναλογούν ως απόρροια των προαναφερόμενων όρων αδείας, πολεοδομικής και οικοδομής, που του παραχωρήθηκαν, βάσει των οποίων ο ίδιος θα προστάτευε την ακίνητη ιδιοκτησία του. Σε αυτή την συμπεριφορά του, ο Εναγόμενος 1, εντοπίζει αμέλεια, ή, σε κάθε περίπτωση, συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα, ο οποίος, ήταν επιπρόσθετα αμελής και ως προς το γεγονός, ότι, γνωρίζοντας ή ως όφειλε να γνωρίζει, τα δεδομένα της περιοχής όπου βρίσκεται η ακίνητη του ιδιοκτησία και τους, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, κινδύνους, δεν έλαβε τα μέτρα που ήταν αναγκαία και όφειλε να λάβει υπό τις περιστάσεις για να προστατεύσει την περιουσία του. Ο Εναγόμενος 1, αρνείται κάθε ισχυρισμό του Ενάγοντα που του επιρρίπτει ευθύνη από αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος που του εναποθέτει ο νόμος. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει ότι, οι ισχυριζόμενες ζημιές ή/και απαιτήσεις του Ενάγοντα είναι αβάσιμες ή/και υπερβολικές ή/και υπέρμετρα διογκωμένες και/ή απρόβλεπτες και/ή απομακρυσμένες και ότι ο ίδιος, καμία σχέση δεν έχει με αυτές. Ειδικά, σε ότι αφορά την απαίτηση του Ενάγοντα, να αποζημιωθεί με το ποσό των €30.000, για την κατ' ισχυρισμό του αποκατάσταση της ακίνητης ιδιοκτησίας του από την διάβρωση που υπέστη ένεκα του περιστατικού υπερχείλισης του ποταμού το έτος 2010, σημειώνει ότι αυτή παρατίθεται γενικά και αόριστα και χωρίς καμία λεπτομέρεια σε ότι αφορά το ύψος του εν λόγω ποσού. Για δε την απαίτηση του Ενάγοντα να αποζημιωθεί με το ποσό των €850, που κατά τους ισχυρισμούς του δαπάνησε το έτος 2004 για την αποκατάσταση της διάβρωσης της ακίνητης ιδιοκτησίας του που είχε τότε προκληθεί από το περιστατικό υπερχείλισης του ποταμού, σημειώνει την θέση του ότι, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τα ισχυριζόμενα αυτά γεγονότα, ο Ενάγοντας κωλύεται από του να υποβάλλει την οποιαδήποτε απαίτηση βασίζεται σε αυτά, επενεργούντος του δόγματος της υπερβολικής και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή της.
- Ο Ενάγοντας, στους ισχυρισμούς και θέσεις που ο Εναγόμενος 1 προέβαλε δια της εκθέσεως υπερασπίσεως του, απαντητικά με το σχετικό δικόγραφο του, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής. Τα όσα επικαλείται ο Εναγόμενος 1, αναφορικά με τους όρους, πολεοδομικούς και οικοδομής, που του επιβλήθηκαν σχετικά με την αδειοδότηση του από τις αρμόδιες αρχές για την ανέγερση οικοδομής (κατοικίας) στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του, με κανένα τρόπο δεν σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα, την βάση την αγωγής του ή τις απαιτήσεις του, καθότι, κανένα επηρεασμό δεν επέφεραν ή επιφέρουν στον κίνδυνο που η υποστηριζόμενη από αυτόν κατάσταση πραγμάτων επέφερε και εξακολουθεί να επιφέρει στην ακίνητη ιδιοκτησία του. Σε κάθε περίπτωση, λόγω της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ της ακίνητης ιδιοκτησίας του και του ποταμού, η εκτέλεση των όσων έργων αποτελούσαν όρο για την ανέγερση οικοδομής στην ακίνητη ιδιοκτησία του, δεν θα μπορούσαν καθοιονδήποτε τρόπο να αποτρέψουν την ζημιά που υπέστη σε αυτήν, ή σε κάθε περίπτωση να την μετριάσουν. Εμμένει στους ισχυρισμούς του περί της αμελούς κατασκευής και διαμόρφωσης του γεφυριού κατά τα διάφορα στάδια της με την πάροδο των χρόνων και την ανεπάρκεια του να προστατεύσει την ακίνητη ιδιοκτησία του. Η ανακατασκευή, υποστηρίζει του γεφυριού, είναι γεγονός ενδεικτικό της αλήθειας των ισχυρισμών του. Καθώς επίσης, εμμένει και στον ισχυρισμό του ότι, οι τοίχοι που κατασκευάστηκαν για την υποστήριξη της κατασκευής του γεφυριού, καίτοι ανεπαρκείς για τον σκοπό, κατασκευάστηκαν προς τον σκοπό και της προστασίας της ακίνητης ιδιοκτησίας του και ότι, οι κατά καιρούς παραστάσεις και προειδοποιήσεις του προς τους αρμοδίους, αποτελούν γεγονός που δύναται να αποδειχθεί και από σχετική αλληλογραφία. Απορρίπτει τον ισχυρισμό του Εναγομένου 1 ότι η πρόκληση συρροής νερού και η διοχέτευσης του στη ακίνητη ιδιοκτησία του οφειλόταν σε θεϊκή πράξη και σημειώνει την θέση του περί της αμέλειας και της παράβασης των καθηκόντων που ο νόμος εναποθέτει στους Εναγομένους που επέφεραν την ζημιά του. Από το 1986 που οικοδόμησε (την οικία του) στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία, υποστήριξε επιπρόσθετα, αυτά (κτήμα και οικοδομή) δεν διέτρεξαν κανένα κίνδυνο από τα νερά της βροχής που μετέφερε ο ποταμός, μέχρις ότου κατασκευάστηκε το εν λόγω γεφύρι που εφάπτεται της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Σε καμία περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από αυτή την Αγωγή, ή κωλύματος προώθησης των απαιτήσεων του λόγω καθυστέρησης, ως ο Εναγόμενος 1 υποστηρίζει.
- Ο Εναγόμενος 2, προς υπεράσπιση του στις θέσεις και ισχυρισμούς του Ενάγοντα και για υποστήριξη της άρνησης του να αποδώσει τις αξιούμενες από τον Ενάγοντα θεραπείες, με την έκθεση υπεράσπισης του πρόβαλε τα εξής. Η έγερση αυτής της Αγωγής εναντίον του, δεν έχει κανένα νομικό υπόβαθρο. Ο ίδιος, καμία σχέση ή ευθύνη έχει με τα ισχυριζόμενα από πλευράς Ενάγοντα έργα στο ποτάμι ή το γεφύρι, τα οποία αφορούν άλλες αρμόδιες κρατικές αρχές. Αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα: περί διοχέτευσης των νερών του ποταμού καταπάνω της ακίνητης ιδιοκτησίας του; περί υπερχείλισης του ποταμού στο συγκεκριμένο σημείο του για τους λόγους που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται και όχι λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων; και τα της διάβρωσης του εδάφους της ακίνητης ιδιοκτησίας του•, επί των οποίων ο Ενάγοντας βασίζει τις απαιτήσεις του, οι οποίες απαιτήσεις, υποστηρίζει ο Εναγόμενος 2, σε κάθε περίπτωση, υποβάλλονται με υπέρμετρη καθυστέρηση και ως εκ τούτου, το δίκαιο είναι, να απορριφθούν. Προς αυτόν, ο Ενάγοντας, καμία παράσταση ή διαμαρτυρία δεν προέβη ή έδωσε κάποια προειδοποίηση. Σε ότι αφορά τις οποιεσδήποτε εργασίες καθαρισμού του ποταμού τυχόν να έγιναν από πλευράς του, ο Εναγόμενος 2 υποστηρίζει ότι έγιναν νόμιμα και ο Ενάγοντας, σε ότι τις αφορούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είχε προβάλει καμία διαμαρτυρία, αλλά αντιθέτως, τις επιδοκίμασε και αποδέχθηκε. Οι ισχυριζόμενες από τον Ενάγοντα ζημιές, εκτός του ότι αυτές υποβάλλονται καθυστερημένα και αυτός δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ευθύνεται για αυτές, είναι και αβάσιμες, αόριστες, γενικές και απομακρυσμένες.
- Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς και θέσεις του Εναγομένου 2, ο Ενάγοντας, με το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης του, ουσιαστικά, αρνήθηκε αυτούς, επανέλαβε τις θέσεις της έκθεσης απαίτησης του σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης του, σημειώνοντας περαιτέρω ότι, ουδέποτε επιδοκίμασε τις οποιεσδήποτε ενέργειες του Εναγομένου 2, ο οποίος, όντως ευθύνεται για τις ζημιές του, όντας αμελής, και/ή επειδή, από ενέργειες του, αλλοιώθηκε η κατάσταση του τόπου όπου βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία του, με αποτέλεσμα την ζημιά του. Η προσαχθείσα μαρτυρία
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, κατά την δίκη, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και έδωσαν μαρτυρία τα εξής πρόσωπα: (α) ο Αντώνης Νικολαϊδης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ1»), (β) ο Σίμος Ιωάννου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2») και (γ) ο ίδιος ο Ενάγοντας. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Εναγομένου 1, κατά την δίκη, κλήθηκε στο Δικαστήριο και έδωσε μαρτυρία, η Παρασκευή Πανούση (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ»). Από πλευράς του Εναγομένου 2, δεν παρουσιάστηκε καμία μαρτυρία. Η νομική πτυχή της υπόθεσης Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 - Αμέλεια
- Η αμέλεια, ως αστικό αδίκημα, ορίζεται από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (στο εξής καλούμενος «Κεφ. 148») που κωδικοποιεί (το Κεφ. 148), όχι όμως εξαντλητικά, το αγγλικό κοινοδίκαιο, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στην Κύπρο βάσει των προνοιών του Άρθρου 29
- Σύμφωνα με το Άρθρο 51 του Κεφ. 148: «Αμέλεια συνίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.».
- Ερμηνεία του Άρθρου 51 του Κεφ. 148, δόθηκε στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρος Μιχαήλ
- Η βασική υπεράσπιση που μπορεί να προβάλει ο εναγόμενος σε αγωγή αμέλειας, είναι ότι δεν υπείχε καθήκον επιμέλειας απέναντι στον ενάγοντα, ή ακόμη ότι εκπλήρωσε το καθήκον αυτό. Πέραν αυτών, το Άρθρο 56 του Κεφ. 148 καθορίζει δύο ειδικές υπερασπίσεις στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Το παραθέτω αυτούσιο: «Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αμέλεια συvιστά υπεράσπιση, αvεξάρτητα τoυ ότι o εvαγόμεvoς απέδειξε αμέλεια- (α) τo ότι κάπoιoς τρίτoς επέδειξε αμέλεια, και η αμέλεια πoυ επιδείχτηκε από τov τρίτo ήταv η απoφασιστική αιτία της ζημιάς͘ ή (β) τo ότι η ζημιά oφειλόταv στηv επέλευση ασύvηθoυς φυσικoύ συμβάvτoς απρόβλεπτoυ για τo λoγικό άvθρωπo και τoυ oπoίoυ oι συvέπειες δεv μπoρoύσαv vα απoτραπoύv με τηv καταβoλή εύλoγης επιμέλειας.».
- Το δε Άρθρο 57
- Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας το φέρει ο εναγόμενος [[ii]]. Ωστόσο, το Δικαστήριο, μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας από την μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν όπως αυτά έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του [[iii]]. Άρθρο 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 - Ιδιωτική οχληρία
- Το Άρθρο 46 του Κεφ. 148, κωδικοποιεί τις πρόνοιες του κοινοδικαίου που αφορούν το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας. Σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 46 του Κεφ. 148: «Ιδιωτική οχληρία συνίσταται στο ότι πρόσωπο επιδεικνύει συμπεριφορά ή διεξάγει τις εργασίες του ή χρησιμοποιεί ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε αυτό κατά κυριότητα ή κατέχεται από αυτό, με τρόπο ώστε κατά συνήθεια να παρεμβαίνει στην εύλογη χρήση και απόλαυση, αφού ληφθούν υπόψη η θέση και η φύση αυτής, της ακίνητης ιδιοκτησίας οποιουδήποτε άλλου προσώπου: Νοείται ότι ο ενάγοντας δεν τυγχάνει αποζημίωσης σε σχέση με ιδιωτική οχληρία εκτός αν εξαιτίας αυτής υπέστη ζημιά. Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται καθόσον αφορά παρέμβαση στο φως.».
- Προκύπτει συνεπώς, ότι, η ιδιωτική οχληρία, συνίσταται σε παράνομη επέμβαση στη χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας κάποιου προσώπου, ή κάποιου δικαιώματος επί ή σε σχέση με αυτή (βλ. Read v Lyons [1945] KB 216, 236). Σε αντίθεση με την δημόσια οχληρία, που, ως αστικό αδίκημα, προστατεύει ορισμένα δημόσια / κοινά δικαιώματα / προνόμια (όπως είναι, π. χ., η ανενόχλητη χρησιμοποίηση του αυτοκινητοδρόμου) και καθίσταται αγώγιμo, μόνο όταν ο ενάγων έχει υποστεί συγκεκριμένη ζημιά («particular damage»), επιπρόσθετη από αυτήν που υπέστη το ευρύτερο κοινό (Βλ. Άρθρο 45 του Κεφ. 148).
- Εξετάζοντας κατά πόσο συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνιστά ιδιωτική οχληρία, το Δικαστήριο, κατά κύριο λόγο, εστιάζει την προσοχή του στο κατά πόσο η επέμβαση στη χρήση ή απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας από τον ενάγοντα ή κάποιου δικαιώματος του επί ή σε σχέση με αυτή, είναι παράλογη («unreasonable»), λαμβανομένης υπόψη της συμπεριφοράς / διαγωγής του εναγομένου, στην, από πλευράς του, χρήση ή απόλαυση, - συνήθως, γειτονικής -, ακίνητης ιδιοκτησίας («reasonable user», βλ. Cambridge Water v Eastern Countries Leather Plc [1994] 2 AC 264, 299). Η βιβλιογραφία, θέτει το ζήτημα αυτό να αποτελεί, την ειδοποιό διαφορά μεταξύ πράξεων που συνιστούν το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, από αυτές που συνιστούν αμέλεια. Δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο, υποστηρίζεται, η συμπεριφορά / διαγωγή του εναγομένου έναντι του καθήκοντος επιμέλειας του, όπως γίνεται σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της αμέλειας, καθότι, για να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, δεν απαιτείται ο εναγόμενος κατά τη δράση του να ήταν αμελής ή να έχει υποπέσει ενός αποδεκτού επιπέδου, αλλά, το Δικαστήριο, σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, θα διερευνήσει την ζημιά του ενάγοντος, υπολογίζοντας την έναντι των δικαιωμάτων του που απορρέουν από την ακίνητη ιδιοκτησία («damage with a proprietary quality»). Συνεπώς, ως αστικό αδίκημα, η ιδιωτική οχληρία κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αστικών αδικημάτων που διαπράττονται έναντι της ακίνητης ιδιοκτησίας («a tort to land»). Στο σύγγραμμα του Michael A. Jones, Textbook on Torts, 8η έκδοση, στην σελίδα 337, ο συγγραφέας, κατά τον σχολιασμό των όσων η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου είχε αναφέρει στην απόφαση της στην υπόθεση Hunter v Canary Wharf Ltd.
- Προκύπτει συνεπώς, ότι, η ουσία μίας αγωγής που βασίζεται στο αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, είναι η ζημιά που υφίσταται ο ενάγοντας στη χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας του ή κάποιου δικαιώματος επί ή σε σχέση με αυτή. Συναφώς, δεν αναγνωρίζεται αγώγιμο δικαίωμα στην βάση ιδιωτικής οχληρίας όταν η περίπτωση αφορά κίνδυνο μελλοντικής ζημιάς, ακόμη και όταν κατά τον χρόνο της έγερσης της αγωγής, ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός (Βλ. Midland Bank v Bardgrove Property Services [1992] 37 EG 126). Η ζημιά αυτή του ενάγοντος, ως έχει προαναφερθεί, υπολογίζεται βάσει των δικαιωμάτων του που απορρέουν από την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία ισοζυγίζεται έναντι των δικαιωμάτων χρήσης ή απόλαυσης γειτονικής ιδιοκτησίας και συναρτάται με το τι αποτελεί λογική χρήση ή απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας του ενάγοντος και τίποτα περισσότερο. Το τι αποτελεί λογική χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας, ως έχει νομολογηθεί, καθορίζεται από διάφορους παράγοντες και η κάθε περίπτωση κρίνεται από τα δικά της, ιδιαίτερα περιστατικά. Τέτοιοι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το προαναφερόμενο ζητούμενο, έχουν αναγνωριστεί να αποτελούν: (α) η πρόκληση φυσικής ζημιάς στην ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντος, - με την επιφύλαξη της εφαρμογής της αρχής του de minimis ([1]) -, (β) η ασυνήθιστη / υπερβολική ευαισθησία του ενάγοντος (ιδιαίτερα ευαίσθητη χρήση της ακίνητης ιδιοκτησίας του), (γ) ο χαρακτήρας / η φύσης της περιοχής όπου βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντος, (δ) το δημόσιο συμφέρον, εξεταζόμενο από την σκοπιά της χρησιμότητας της δράσης του εναγομένου από την ακίνητη ιδιοκτησία του, (ε) η παρέμβαση στην άνετη χρησιμοποίηση της ακίνητης ιδιοκτησίας του ενάγοντος, ο τρόπος της παρέμβασης (εάν π. χ. προκύπτει από μία φυσική κατάσταση στην ακίνητη ιδιοκτησία του εναγομένου), η λογική πίσω από αυτή την παρέμβαση (όπως π. χ. εάν εντοπίζεται κακοβουλία στις πράξεις του εναγομένου), ο βαθμός της παρέμβασης (η διάρκεια, η συχνότητα, ήτοι, εάν αφορά μία πράξη ή σειρά από συνεχιζόμενες πράξεις) και η, εν προκειμένω, σε κάποιες περιπτώσεις, επιμέλεια του εναγομένου, και (ζ) η ουσιαστική παρέμβαση σε δουλείες (όπως π. χ. είναι ένα δικαίωμα διόδου). Σημαντικό, ως προκύπτει, στοιχείο, είναι η διαπίστωσης και του τι συνιστά σε κάθε περίπτωση, λογική χρήση ή απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας και του εναγομένου.
- Ως έχει προαναφερθεί, ιδιωτική οχληρία, έχει ερμηνευτεί ότι συνίσταται σε «παράνομη» επέμβαση στη χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας κάποιου προσώπου, ή κάποιου δικαιώματος επί ή σε σχέση με αυτή. Η χρήση, στην ερμηνεία αυτή, της λέξης «παράνομη», είναι σημαντική, καθότι, περιορίζει τις περιπτώσεις που είναι αγώγιμες με βάση το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας. Αναφορικά με τις προεκτάσεις της έννοιας του όρου «παράνομη» (ήτοι, σε σχέση με το ότι, ως έχει προαναφερθεί, θα πρέπει να διαπιστωθεί παράλογη χρήση της ακίνητης ιδιοκτησίας από την οποία προέρχεται / πηγάζει η οχληρία), το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Medcon Constructions Ltd v Νίκης Ευαγγέλου κ. α.
- Αρκετά από τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, ουσιαστικά για να αποφασιστεί η Αγωγή αυτή του Ενάγοντα, είναι παραδεκτά. Το τι ουσιαστικά αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης μεταξύ των διαδίκων, -σε γενικές εδώ γραμμές-, ήταν: (α) κατά πόσο η κατασκευή του γεφυριού πλησίον της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντος, -σε διάφορα στάδια, χρονικά-, από την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, όντως μετέβαλε την ροή των νερών του ποταμού, κατά τρόπο που ο επηρεασμός της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντα από διάβρωση του εδάφους, -ως ο Ενάγοντας την ισχυρίζεται και οι Εναγόμενοι την αμφισβητούν-, ήταν κάτι, και συνεχίζει να είναι κάτι, το προβλεπτό, (β) εάν ο Ενάγοντας, είχε κατά καιρούς προβεί σε παραστάσεις και προειδοποιήσεις προς τους Εναγομένους, σε ότι αφορούσε τους ισχυριζόμενους από τον ίδιο κινδύνους, από την διαμορφωθείσα, ένεκα της κατασκευής του γεφυριού, κατάστασης και πως οι Εναγόμενοι είχαν ανταποκριθεί σε αυτές, (γ) κατά πόσο επισυνέβη το περιστατικό κατά το έτος 2010, κατά πόσο ο Ενάγοντας επηρεάστηκε από αυτό και εάν με αυτό συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο η δράση των Εναγομένων (που οι Εναγόμενοι αμφισβητούν) από εργασίες καθαρισμού της κοίτης και των όχθων του ποταμού και των καλαμιώνων αυτού και (δ) αν ο Ενάγοντας υπέστη, την οποιαδήποτε ζημιά λόγω της, ως ισχυρίζεται, διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων.
- Ως εκ του αντικρουόμενου των ισχυρισμών των διαδίκων για αυτά τα ουσιαστικά για την υπόθεση αυτή γεγονότα, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015), βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης (και σε σχέση με τι), το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
- Προτού όμως αναφερθώ στους παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να προχωρήσω στην σχετική αξιολόγηση της, πρέπει να σημειωθεί και το εξής δεδομένο που αφορά ειδικότερα την υπόθεση μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένου
- Στην προκείμενη περίπτωση, δικογραφικά, οι διάδικοι, σε κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, παρουσίασαν ως προς αυτά, ο κάθε ένας, μία διαφορετική εκδοχή. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης του, η πλευρά του Ενάγοντα και του Εναγομένου 1 αντίστοιχα, παρουσίασαν την μαρτυρία των προσώπων που έχουν προαναφερθεί. Εντούτοις, αν και τα πρόσωπα αυτά αντεξετάστηκαν από πλευράς Εναγομένου 2 και κάποιες θέσεις αντίθετες με την μαρτυρία τους, τους υποβλήθηκαν ως ορθές, και παρά την άρνηση των μαρτύρων αυτών να αποδεχθούν την εκδοχή του Εναγομένου 2, με το κλείσιμο της παρουσίασης της υπόθεσης του Ενάγοντα και του Εναγομένου 1, ο Εναγόμενος 2 έκλεισε την υπόθεση του χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Συνεπώς, από απόψεως γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου, σε ότι αφορά την υπόθεση Ενάγοντα και Εναγομένου 2, υπάρχει μόνο η εκδοχή του Ενάγοντα. Η οποία, φυσικά, εκτιμάται στο ευρύτερο πλαίσιο της μαρτυρίας. Δηλαδή, της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε κάθε περίπτωση και από πλευράς Εναγομένου
- Σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[iv]]. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014, σε περίπτωση, όπου, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε, συνήθως, αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο [[v]].
- Με αυτές τις παρατηρήσεις κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του. Έτσι και ο Δικαστής του Εφετείου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, R. A. Posner, στο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, γράφει στην σελίδα 123: «No legal catchphrase is more often repeated than that determinations by a trial judge whether to believe or disbelieve a witness can be overturned on appeal in only extraordinary circumstances. The reason is said to be the inestimable value, in assessing credibility, of seeing and hearing the witness rather than reading a transcript of his testimony, since the transcript eliminates clues to veracity that are supplied by tone of voice, hesitation, body language, and other non-verbal expressions.». (η έμφασης είναι δική μου)
- Αυτή ήταν και η γραμμή αντιμετώπισης στην υπόθεση Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, μία σχετικά πρόσφατη απόφαση του Privy Council, στην οποία ο Λόρδος Δικαστής Hodge παρέπεμψε, σχετικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά στην υπόθεση Housen v Nikolaisen [2002] 2 SCR 235, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «The trial judge has sat through the entire case and his ultimate judgment reflects this total familiarity with the evidence. The insight gained by the trial judge who has lived with the case for several days, weeks or even months may be far deeper than that of the Court of Appeal whose view of the case is much more limited and narrow, often being shaped and distorted by the various orders and rulings being challenged.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Στην ίδια απόφαση παρατέθηκε και η γνωστή ρήση του Δικαστή, ως ήταν τότε, Hoffmann, στην υπόθεση Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1: «The need for appellate caution in reversing the trial judge's evaluation of the facts is based upon much more solid grounds than professional courtesy. It is because specific findings of fact, even by the most meticulous judge, are inherently an incomplete statement of the impression which was made upon him by the primary evidence. His expressed findings are always surrounded by a penumbra of imprecision as to emphasis, relative weight, minor qualification and nuance . of which time and language do not permit exact expression, but which may play an important part in the judge's overall evaluation.». (η υπογράμμισης και έμφασης είναι δική μου)
- Επιπρόσθετα, στην προαναφερόμενη απόφαση Beacon Insurance Company Ltd, αναφέρθηκε και ο ακόλουθος σχολιασμός του ζητήματος αυτού από τον Λόρδο Neuberger του Abbotsbury, στην υπόθεση In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911: «This is traditionally and rightly explained by reference to good sense, namely that the trial judge has the benefit of assessing the witnesses and actually hearing and considering their evidence as it emerges. Consequently, where a trial judge has reached a conclusion on the primary facts, it is only in a rare case, such as where that conclusion was one (i) which there was no evidence to support, (ii) which was based on a misunderstanding of the evidence, or (iii) which no reasonable judge could have reached, that an appellate tribunal will interfere with it. This can also be justified on grounds of policy (parties should put forward their best case on the facts at trial and not regard the potential to appeal as a second chance), cost (appeals can be expensive), delay (appeals on fact often take a long time to get on), and practicality (in many cases, it is very hard to ascertain the facts with confidence, so a second, different, opinion is no more likely to be right than the first).». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
- Είναι για τους προαναφερόμενους λόγους, που, αυτό το χαρακτηριστικό, της αξιοπιστίας, που συναρτάται [και] με την γενικότερη εντύπωση που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία κατά την διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο, λόγοι που έχουν υιοθετηθεί από καιρό τώρα και από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας στην νομολογία του (βλ. αποφάσεις ανωτέρω).
- Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι, ως προαναφέρθηκαν, «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα
- Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα. Αξίζει πιστεύω, στο σημείο αυτό, να αναφερθεί απόσπασμα από το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), το οποίο, πολύ εύστοχα, αλλά και συνοπτικά, αναδεικνύει το εύλογο και βάσιμο της προαναφερόμενης επιφύλαξης: «I do not believe that the legal system has sufficiently absorbed the lessons of a century of psychological research into the nature of memory and the unreliability of eyewitness testimony. One of the most important lessons of such research is that in everyday life we are not aware of the extent to which our own and other people's memories are unreliable and believe our memories to be more faithful than they are. Two common (and related) errors are to suppose:
- Ως πιο λακωνικά ετέθη η ίδια αυτή άποψης από τον Λόρδο Δικαστή Browne σε μία εξωδικαστική ομιλία του αναφορά της οποίας εντοπίζεται σε σχετικές επί του ζητήματος αυτού εκθέσεις του Λόρδου Δικαστή Bingham: «The human capacity for honestly believing something which bears no relation to what actually happened is unlimited.». Και αυτό, πολύ απλά, γιατί, δεν είναι δυνατόν κάθε δεδομένο ενός περιστατικού να είναι στην ανάμνηση μας. Το περιστατικό, ως γεγονός, μπορεί ολόκληρο να ήταν στην ανάμνηση μας αμέσως μετά που επισυνέβη, κάποια όμως χρόνια μετά, κάποια γεγονότα που το συναποτελούν, φυσιολογικό είναι, λησμονούνται. Και επειδή η διήγησης του περιστατικού, και μάλιστα μέσα από εξέταση στο πλαίσιο μίας δικαστικής διαδικασίας, απαιτεί την «συναρμολόγηση» και «αποσυναρμολόγηση» γεγονότων, είναι αυξημένη η πιθανότητα, η, ως εκλαμβάνεται, ανάμνησης μας, να αστοχήσει, χωρίς κατ' ανάγκη αυτό να γίνεται ηθελημένα, στοχευόμενα και ανέντιμα.
- Ο, καθόλα τα άλλα, εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα, ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
- Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
- Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους. Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Pearce στην απόφαση της Ανώτατης Δικαστικής Επιτροπής στην Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL: «'Credibility' involves wider problems than mere 'demeanour' which is mostly concerned with whether the witness appears to be telling the truth as he now believes it to be. Credibility covers the following problems. First, is the witness a truthful or untruthful person? Secondly, is he, though a truthful person, telling something less than the truth on this issue, or, though an untruthful person, telling the truth on this issue? Thirdly, though he is a truthful person telling the truth as he sees it, did he register the intentions of the conversation correctly and, if so, has his memory correctly retained them? Also, has his recollection been subsequently altered by unconscious bias or wishful thinking or by over-much discussion of it with others? Witnesses, especially those who are emotional, who think that they are morally in the right, tend very easily and unconsciously to conjure up a legal right that did not exist. It is a truism, often used in accident cases, that with every day that passes the memory becomes fainter and the imagination becomes more active. For that reason a witness, however honest, rarely persuades a Judge that his present recollection is preferable to that which was taken down in writing immediately after the accident occurred. Therefore, contemporary documents are always of the utmost importance. And lastly, although the honest witness believes he heard or saw this or that, it is so improbable that it is on balance more likely that he was mistaken? On this point it is essential that the balance of probability is put correctly into the scales in weighing the credibility of a witness. And motive is one aspect of probability. All these problems compendiously are entailed when a Judge assesses the credibility of a witness; they are all part of one judicial process. And in the process contemporary documents and admitted or incontrovertible facts and probabilities must play their proper part.».
- Ίδιο ήταν το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην προαναφερόμενη υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), στην οποία ανέφερε: «In the light of these considerations, the best approach for a judge to adopt in the trial of a commercial case is, in my view, to place little if any reliance at all on witnesses' recollections of what was said in meetings and conversations, and to base factual findings on inferences drawn from the documentary evidence and known or probable facts. This does not mean that oral testimony serves no useful purpose - though its utility is often disproportionate to its length. But its value lies largely, as I see it, in the opportunity which cross-examination affords to subject the documentary record to critical scrutiny and to gauge the personality, motivations and working practices of a witness, rather than in testimony of what the witness recalls of particular conversations and events. Above all, it is important to avoid the fallacy of supposing that, because a witness has confidence in his or her recollection and is honest, evidence based on that recollection provides any reliable guide to the truth.».
- Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
- Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, οι ΜΕ1 και ΜΕ
- Είναι γενικός κανόνας στο δίκαιο της απόδειξης, ότι, ένας μάρτυρας, μπορεί να καταθέσει στο Δικαστήριο, μονάχα για γεγονότα που έχουν περιέλθει νόμιμα στην αντίληψη του, χωρίς να αναφέρει ποια είναι κατά την γνώμη του τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από αυτά, εκτός αν καταθέτει στο Δικαστήριο επί του συγκεκριμένου ζητήματος ως πραγματογνώμονας (βλ. στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, τα αναφερόμενα στις σελίδες 573 και
- βλ. επίσης, Κωνσταντίνος Πιττάλης κ. α. ν Ianira Enterprises Ltd κ. α.
- Κατά τα άλλα, η μαρτυρία προσώπου που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονας, δεν αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο κατά τρόπο διαφορετικό από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η μαρτυρία άλλων προσώπων. Η μαρτυρία τους, σημειώνεται, εκτιμάται στη βάση των ίδιων αρχών, αναφορά στις οποίες έχει ήδη γίνει (βλ. Ανδρέας Καουρής ν Δημήτρης Δημητρίου κ. α.
- Με γνώμονα τις προαναφερόμενες αρχές, προχωρώ στην εξέταση της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ
- Η πραγματογνωμοσύνη των εν λόγω μαρτύρων, δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους 1 και 2 και έχοντας εξετάσει την επί του προκείμενου μαρτυρία τους (βλ και τα βιογραφικά τους σημειώματα, Τεκμήρια ΑΝ1 και ΣΙ1), ικανοποιούμε ότι, αυτοί, είναι πραγματογνώμονες στον τομέα της πολιτικής μηχανικής, τόσο από απόψεως ακαδημαϊκής κατάρτισης, όσο και από απόψεως πρακτικής εξάσκησης. Σε ότι αφορά την περίπτωση του ΜΕ1, σημειώνεται η εξειδίκευσης του στον τομέα της γεωτεχνικής και γεωλογίας και γνώσεις σε ότι αφορά την βιοτεχνική προστασία πρανών («biotechnical slope protection»), καθότι αυτή σχετίζεται με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από πλευράς Ενάγοντα προς υποστήριξη του ισχυρισμού του για διάβρωση του πρανούς της γης της ακίνητης ιδιοκτησίας του, από την διαγωγή των Εναγομένων. Έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες αυτούς, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτοί, σε ότι αφορά τα όσα ουσιαστικά ζητήματα απασχόλησαν το Δικαστήριο σε αυτή την υπόθεση, κατέθεσαν στο Δικαστήριο με πάσα ειλικρίνεια την ανεπηρέαστη ειλικρινή τους άποψη. Και αναφέρω αυτό, καθότι, σε ότι αφορά τον ΜΕ1, ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο και πάλι χωρίς πρόσκληση της υπεράσπισης, ότι τον Ενάγοντα τον γνωρίζει για χρόνια και διατηρούν φιλικές σχέσεις. Ήταν μάλιστα, ως υποστήριξε και ο μελετητής της οικοδόμησης από τον Ενάγοντα κατοικία στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του. Όλα αυτά, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως στοιχεία που αφαιρούν από μία αμερόληπτη άποψη που ένας πραγματογνώμονας έχει υποχρέωση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Εντούτοις, στην προκείμενη περίπτωση, εκτός του ότι ο ΜΕ1, ως μάρτυρας, μου προξένησε πάρα πολύ καλή εντύπωση, η επιστημονική άποψη του, όχι μόνο έχει υποστηριχθεί και από τον ΜΕ2, επίσης πραγματογνώμονα, δεν έχει τεθεί ουσιαστικά υπό αμφισβήτηση από πλευράς των Εναγομένων. Τουναντίον, η προηγούμενη γνώση και άποψη του τόπου από τον ΜΕ1, προσθέτει στην εκτίμηση που του προσδίδω ως μάρτυρα. Παρά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού και την υποβολή θέσεων αντίθετων της μαρτυρίας και γνώμης του από πλευράς Εναγομένων, ο Εναγόμενος 1, παρουσίασε την μαρτυρία της ΜΥ, η οποία, αν και πολιτικός μηχανικός, δεν έχει την προαναφερόμενη εξειδίκευση του ΜΕ1, που μπορεί καλύτερα να προσφέρει στο Δικαστήριο αυτά τα ειδικά δεδομένα και γνώση προς τον σκοπό επίλυσης των επίδικων ζητημάτων. Η οποία, μαρτυρία της ΜΥ, σε ότι αφορά το ουσιαστικότερο επίδικο ζήτημα, κατά πόσο το τεχνικό έργο του επίδικου γεφυριού, κατασκευάστηκε, κατά καιρούς ανακατασκευάστηκε και τελικά διαμορφώθηκε αμελώς και κατά τρόπο που προκαλεί ζημιά στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, ήταν, ως και η ίδια σε κάποιο στάδιο της εξέτασης της αποδέχθηκε, εντελώς υποθετική. Βρίσκω συναφώς, ότι, η ΜΥ, δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο μαρτυρία, εξαιρουμένων των γεγονότων για τα οποία είναι κοινώς παραδεκτά από τους διαδίκους, επί της οποίας το Δικαστήριο θα μπορούσε με ασφάλεια να βασιστεί για να εξάξει τα συμπεράσματα του. Η ΜΥ, χωρίς να τεκμηριώσει επιστημονικά την θέση της, υποστήριξε ότι συγκεκριμένοι όροι για την αδειοδότηση οικοδόμησης από τον Ενάγοντα στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του, δεν τηρήθηκαν, γεγονός που «ενδεχόμενα» να μπορούσε να αποτρέψει την οποιαδήποτε ζημιά του Ενάγοντα από διάβρωση του εδάφους της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας του. Δεν έχω αποκομίσει θετική εντύπωση από την ΜΥ, η οποία μου προκάλεσε την αίσθηση ότι ήταν διστακτική στις απαντήσεις της όταν αντεξεταζόταν από τον συνήγορο του Ενάγοντα, στα σημεία όπου αντιλαμβανόταν ότι οι απαντήσεις της σε ότι αφορούσε τα γεγονότα ή η άποψης της για αυτά, θα επηρέαζαν αρνητικά την υπόθεση του Εναγομένου
- Χαρακτηριστικό είναι το μέρος της αντξέτασης της, κατά το οποίο, ο συνήγορος του Ενάγοντα διερεύνησε, κατά ποιο τρόπο η μη υλοποίησης των όρων της προαναφερόμενης αδειοδότησης του εντολέα του, θα μπορούσε να αποτρέψει την ισχυριζόμενη από αυτόν ζημιά του, δεδομένης της υψομετρικής διαφοράς της ακίνητης ιδιοκτησίας του στο μέρος της όπου θα έπρεπε τα εν λόγω έργα να υλοποιηθούν (προς συμμόρφωση του με τους όρους), αφής στιγμής, όπως άλλωστε υποστήριξε έντονα και ο ΜΕ1, η υπόσκαψης του εδάφους θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση τους. Σε εκείνο το σημείο της αντεξέτασης της, η ΜΥ1, παρατήρησα, ήταν πολύ συγκρατημένη στις απαντήσεις της. Πιέστηκε όμως και αντιλαμβανόμενη, ως εξέλαβα, ότι είχε εκδηλώσει την διστακτικότητα της, τελικώς αποδέχθηκε ότι η εισήγησης του συνηγόρου του Ενάγοντα και θέσης του τελευταίου για την υπόθεση του, ότι η δηλαδή, υλοποίησης των όρων της αδειοδότησης του δεν θα απέτρεπαν την ζημιά του, αποδέχθηκε ότι μπορεί να ήταν και ορθή. Δεν διαφεύγει άλλωστε της προσοχής μου και η στροφή που έγινε από πλευράς Εναγομένου 1 σε ότι αφορά την υπόθεση του, με την μαρτυρία της ΜΥ, η οποία έδωσε έμφαση στον όρο της περίφραξης που έπρεπε να γίνει από τον Ενάγοντα και της εναπόθεσης συρματόπλεξης και φύτευσης αναρριχητικών φυτών περιμετρικά της ακίνητης ιδιοκτησίας του στο σημείο της που είναι εκτεθειμένη στον ποταμό, όταν με την έκθεση υπεράσπισης του, η αναφορά του ήταν στους όρους που αφορούσαν κυρίως την κατασκευή πεζοδρομίων και οχετών απορροής όμβριων υδάτων. Θέση, που ως επίσης δεν μου διαφεύγει, δεν ετέθη στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του. Τόσο ο Ενάγοντας, όσο και ο ΜΕ1, μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, επεξήγησαν, -ο ΜΕ1 μάλιστα και με λεπτομέρεια (και με υποδείξεις και επί της φωτογραφίας 1 του Παραρτήματος Β του Τεκμηρίου ΑΝ2; όπως σχετικές υποδείξεις έγιναν και από τον Ενάγοντα στην φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου ΑΑ5)- γιατί αυτοί οι δύο όροι και να υλοποιούνταν, δεν θα απέτρεπαν την ισχυριζόμενη ζημιά του Ενάγοντα. Οι μαρτυρία τους και σε αυτό το σημείο της ήταν λογική και πειστική, έχοντας το Δικαστήριο υπόψη του και το φωτογραφικό υλικό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο για να υπάρχει άποψη της επιτόπιας κατάστασης γενικά. Η πλευρά του Εναγομένου 1, προφανώς, αντιλήφθηκε την αδυναμία των θέσεων που προδικαστικά πρόβαλλε με την έκθεση υπεράσπισης του, έκαμε αυτή την στροφή, η οποία μου έχει δημιουργήσει αρνητική εντύπωση για το βάσιμο της υπόθεσης του. Ο Ενάγοντας, μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση. Αγανακτισμένος για την όλη κατάσταση, έπειθε το Δικαστήριο με τις απαντήσεις του, σε ότι αφορά όλα τα γεγονότα που υποστήριξε που αφορούν την ουσία αυτής της υπόθεσης. Δεν έχει σημασία αν κατοικεί ή αν διαμένει στην κατοικία που έχει ανεγερθεί ή βρίσκεται υπό ανέγερση στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του, καθότι το επίδικο και προς επίλυση από το Δικαστήριο, είναι εάν από την διαγωγή των Εναγομένων, η γη, το έδαφος της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας της οποίας έχει αποκλειστική κατοχή, υπέστη, κατά το περιστατικό της 10ης/12/2010, ζημιά, και εάν αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Ούτε είναι σημαντικό εάν δεν γνωρίζει ο ίδιος προσωπικά κατά πόσο τα καλάμια στην κοίτη του ποταμού αποκόπηκαν όντως από συνεργείο του Εναγομένου 2 και αφέθηκαν στην κοίτη και τις όχθες του, ανάντη του επίδικου γεφυριού, ή κατά πόσο αντιπρόσωπος του Εναγομένου 2, κατ' εντολής του τελευταίου, απέφραξε το προηγούμενο του επίδικου γεφυριού, γεφύρι, ανάντη του ποταμού κατά τον τρόπο που ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε, και ότι εξ ακοής τρίτων προσώπων (τα οποία κατονόμασε, περιέγραψε, έδωσε τηλέφωνα τους, επεξήγησε γιατί δεν κλήθηκαν για να μαρτυρήσουν) γνωρίζει για αυτά. Ο Ενάγοντας, ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο, έντονος από απογοήτευση και αγανάκτηση από την χρόνια αυτή κατάσταση πραγμάτων και έχω πεισθεί ότι μαρτύρησε την αλήθεια. Έχω, άλλωστε, ενώπιων μου και την φωτογραφία 1, του Παραρτήματος Β του Τεκμηρίου ΑΝ2, που ελήφθη, σύμφωνα με την μαρτυρία των Ενάγοντα και ΜΕ1, αμέσως σχεδόν μετά το περιστατικό της 10ης/12/2010, που δείχνει ακριβώς, ως πολύ παραστατικά περιέγραψε και ο ΜΕ1 που επιθεώρησε τότε επί τόπου την κατάσταση, το αποτέλεσμα της μεταφοράς από την ροή των νερών του ποταμού των καλαμιών στο επίδικο γεφύρι. Το δεδομένο αυτό της εξ ακοής μαρτυρίας και ειδικότερα ποια βαρύτητα αυτή η μαρτυρία του Ενάγοντα μπορεί να έχει, δεδομένης και της μη παρουσίασης μαρτυρίας από πλευράς Εναγομένου 2 που να αντικρούει αυτούς τους ισχυρισμούς, θα κριθεί, όταν το Δικαστήριο θα αποφασίζει επί της μαρτυρίας που θα αποδεχθεί, το βάσιμο της απαίτησης του Ενάγοντα στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και Ενάγοντα, για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων για τα επίδικα ζητήματα και απορρίπτω αυτή της ΜΥ. Αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας
- Εισαγωγικά της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, πρέπει να αναφερθούν τα εξής. καθότι, βρίσκω, ότι, σε κάποιο βαθμό και ως επεξηγείται στην συνέχεια της απόφασης μου, έχουν σημασία σε ότι αφορά την υπόθεση που οι Εναγόμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν σε αυτή την Αγωγή.
- Σύμφωνα με το Άρθρο 3
- Σκοπός του οποίου (Νόμου 13(Ι)/2004), σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 3 του Νόμου 13(Ι)/2004, μεταξύ άλλων, είναι και η προστασία των επιφανειακών χερσαίων νερών, στα οποία κατατάσσονται και τα νερά ποταμών, κατά τρόπο που να μετριάζονται οι επιπτώσεις και από πλημμύρες. Σχετικές ως προς το ζήτημα αυτό, είναι και οι πρόνοιες του περί Αξιολόγησης, Διαχείρισης και Αντιμετώπισης των Κινδύνων Πλημμύρας Νόμου του 2010, Νόμος 70(Ι)/2010, (ο οποίος ετέθη σε ισχύ στις 16/07/2010) που ορίζει ως αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση των κινδύνων πλημμύρας [και από ποταμούς] και την κατάρτιση σχεδίου διαχείρισης τους με σκοπό την μείωση των δυνητικών αρνητικών συνεπειών τους, το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος.
- Επιπρόσθετα των προαναφερομένων, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 7 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, κάθε ποταμός (και οι λεκάνες, κοίτες ή αυλάκια αυτού και κάθε γη από την οποία το νερό του έχει υποχωρήσει), που κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού δεν τελούσε υπό την κυριότητα ιδιώτη, ανήκει στην Δημοκρατία.
- Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 81 του Νόμου 79(Ι)/2010 οποιοδήποτε έργο σε επιφανειακά χερσαία νερά, (στα οποία, ως έχει προαναφερθεί, κατατάσσονται και τα νερά ποταμών), με το οποίο δύναται να συγκρατηθεί νερό ή να εμποδιστεί η ροή του, δεν κατασκευάζεται, τροποποιείται, συντηρείται, λειτουργείται ή εγκαταλείπεται, εκτός αν υπάρχει σε ισχύ άδεια που εκδίδεται από τον Διευθυντή του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος. Αξιοσημείωτες είναι και οι πρόνοιες του Άρθρου 4 του Κεφ. 341 (το οποίο Κεφ. 341, υπενθυμίζεται, την 15/11/2010, καταργήθηκε από τον Νόμο 79(Ι)/2010), σύμφωνα με το οποίο, το Υπουργικό Συμβούλιο, προς τον σκοπό, μεταξύ άλλων, προστασίας γαιών από πλημμύρες ή διαβρώσεις τους, δύναται να κατασκευάζει, διατηρεί ή συντηρεί οποιαδήποτε υδατικά έργα, στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, σήραγγες, οχετοί, αγωγοί, σωλήνες, οχετοί διαρροής, υδρορροές και άλλες κατασκευές ή εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται ή κατασκευάζονται για την διοχέτευση ή ρύθμιση ύδατος και προστασία γαιών από πλημμύρες ή διαβρώσεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται με τον τρόπο αυτό ή έχουν κατασκευαστεί από το κράτος στην βάση των προνοιών του Κεφ.
- Επίσης, σημειώνονται και οι διατάξεις του Άρθρου 84 του περί Δήμων Νόμoυ τoυ 1985, Νόμος 111/1985, που ορίζει, στα καθήκοντα των δημοτικών συμβουλίων, τηρουμένων των διατάξεων και οποιουδήποτε άλλου σχετικού νόμου, την εντός των ορίων του δήμου τους, την πρόνοια για κατασκευή, συντήρηση, μετατροπή, κλείσιμο ή αλλαγή κατευθύνσεως, καθαριότητα, φωτισμό και ελεύθερη χρήση, οποιοδήποτε οδών και γεφυρών. Ανάλογο καθήκον, έχουν, σύμφωνα με το Άρθρο 82 περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999, Νόμος 86(I)/1999 και τα κοινοτικά συμβούλια. Σημειώνονται παρενθετικά και η ερμηνεία που δίδεται από το Άρθρο 2 του Νόμου 111/1985, στους όρους «οδός» και «οικοδομή». Ανάλογη ερμηνεία, στους προαναφερόμενους όρους, δίδεται και από το Άρθρο 2 του Νόμου 86(Ι)/
- Καθώς επίσης, σημειώνεται και η ερμηνεία της φράσης «δημόσια οδός» που δίδεται από το Άρθρο 2 του περί Δημόσιων Oδών Νόμoυ, Κεφ. 83, που περιλαμβάνει και οποιαδήποτε γέφυρα ανήκει στην Δημοκρατία. Γενικότερα, αναφορά γίνεται και στις πρόνοιες του περί Διατηρήσεως του Εδάφους Νόμου, Κεφ. 94 και του περί Αρδευτικών Τμημάτων (Χωριά) Νόμος, Κεφ.
- Ο Ενάγοντας, βάσισε την Αγωγή του και επί του Άρθρου 52 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και την αρχή της αυστηρής ευθύνης για επικίνδυνες δραστηριότητες που διακηρύχτηκε από την Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας στην υπόθεση Rylands a. a. v Fletcher [1868] LR 3 HL
- Θεωρώ ότι η απαίτησης του Ενάγοντα επί αυτής της βάσης δεν μπορεί να επιτύχει, καθότι δεν έχει κατά την άποψη μου αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της «συλλογής» ή «συσσώρευσης» από πλευράς Εναγομένου 1, -που είναι, ως έχει προαναφερθεί, ο ιδιοκτήτης και διαχειριστής («controller») της ακίνητης ιδιοκτησίας από την οποία διαπερνά ο ποταμός, που συνορεύει στο συγκεκριμένο σημείο του με την ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, καθώς επίσης και υπεύθυνος για τα νερά του-, από «κάτι», που μπορούσε να προκαλέσει κακό / ζημιά αν διέφευγε στον Ενάγοντα, που καθιστά την προαναφερόμενη βάση αγωγής αγώγιμη και θα δικαιολογούσε να εναποθέσει στον Εναγόμενο την αυστηρή αυτή ευθύνη που θεσμοθετείται από το εν λόγω Άρθρο 52 του Κεφ.
- Στην προκείμενη περίπτωση, από τα όσα γεγονότα ο ίδιος ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο, αυτό που καταλογίζει στον Εναγόμενο 1, είναι, ότι, με την κατασκευή του γεφυριού (κατά τα διάφορα χρονικά στάδια μέχρι και την τελική διαμόρφωση του οικοδομήματος/κατασκευής του), υπήρξε επέμβασης στην ροή των νερών του ποταμού, κατά τρόπο που αυτά, να διοχετεύονται με ορμή κατά μέτωπο με την ακίνητη ιδιοκτησία του, με αποτέλεσμα την διάβρωση του εδάφους της. Δεν υπήρξε ισχυρισμός, ότι, τα νερά του ποταμού, ένεκα της κατασκευής του ποταμού, την επίδική εκείνη ημέρα της 10ης/12/2010, είχαν, ένεκα της κατασκευής του γεφυριού στο συγκεκριμένο σημείο του, αποφραχθεί ή συλλεχθεί ή συσσωρευτεί από τον Εναγόμενο 1, κατά τρόπον αφύσικο (σε σχέση, δηλαδή, με την φυσιολογική ροή του), που, μεταγενέστερη, κατά τον οποιονδήποτε τρόπο, «διαφυγή» τους, να προκάλεσε την ισχυριζόμενη από πλευράς Ενάγοντα ζημιά του. Εδώ, δεν έχουμε την περίπτωση της κατασκευής π. χ. μίας δεξαμενής ή φράγματος από πλευράς Εναγομένου 1, που αποσκοπούσε στην συλλογή ή συσσώρευση νερού, ώστε, να μπορούσε να βρεθεί από το Δικαστήριο επικινδυνότητα, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει αντίθετο, από το προαναφερόμενο, συμπέρασμα (βλ. Greenock Corp. v Caledonian Ry. [1917] A. C. 556). Το γεγονός, ότι, κατά την 10η/12/2010, ο ποταμός παρέσυρε και μετέφερε από προηγούμενο σημείο του στο σημείο του επίδικου γεφυριού, καλάμια, με αποτέλεσμα την απόφραξη της κανονικής απορροής των νερών του ποταμιού από το σύστημα διοχέτευσης τους (του γεφυριού) κατάντη του ποταμού, δεν αποτελεί κατά την άποψη μου συλλογή ή συσσώρευση των νερών του ποταμού από πλευράς του Εναγομένου 1, κατά την έννοια που η νομολογία έχει καθορήσει ότι θα δικαιολογούσε την εφαρμογή της προαναφερόμενης αρχής. Η διαμορφωθείσα τότε κατάσταση, και συσσώρευση νερών του ποταμού να είχε προκαλέσει, έστω και παροδικά, ήταν το αποτέλεσμα της φύσης, δηλαδή των βροχών που προκάλεσαν ροή νερού στον ποταμό και την παράσυρση των καλαμιών από προηγούμενο σημείο του (ασχέτως της αμέλειας των Εναγομένων που παρήγε αυτή την κατάσταση), στο σημείο του όπου βρίσκεται το επίδικο γεφύρι. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή της υπό συζήτηση αρχής δεν μπορεί να δικαιολογήσει την σχετική απαίτηση του Ενάγοντα αυτής της Αγωγής (βλ. Cambridge Water Co v Eastern Countries Leather Plc [1994] 2 WLR 53). Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 2, η βάση αυτή της απαίτησης του Ενάγοντα εναντίον του δεν μπορεί να επιτύχει, καθότι, αυτός, ως έχει προαναφερθεί, δεν είναι, ή καλύτερα, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ιδιοκτήτης, κάτοχος ή είχε τον έλεγχο («control») του ποταμού, ή είχε την ευθύνη των νερών αυτού. Βλ., σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, Giles v Walker
- Προχωρώ τώρα στην εξέταση της βάσης επί της οποίας διαζευκτικά στήριξε αυτή του την Αγωγή ο Ενάγοντας, ήτοι, κατά πόσο, η ισχυριζόμενη από τον Ενάγοντα διαγωγή των Εναγομένων (πράξεις ή παραλείψεις), υπέπεσε του προτύπου που αντικειμενικά αναμενόταν από αυτούς υπό τις περιστάσεις, βάσει των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 51 του Κεφ.
- Δηλαδή, κατά πόσο αυτοί, ενώ είχαν καθήκον επιμέλειας έναντι του Ενάγοντος (αν, δηλαδή, ενυπάρχουν θετικοί λόγοι που δικαιολογούν οι Εναγόμενοι να κριθούν υπεύθυνοι για την ισχυριζόμενη απώλεια του Ενάγοντος) συμπεριφέρθηκαν λανθασμένα (μη ανταποκρινόμενοι, δηλαδή, ως έχει προαναφερθεί, του αντικειμενικώς αποδεκτού υπό τις περιστάσεις επιπέδου: κρίνοντας, δηλαδή, τους Εναγομένους, με βάση το πρότυπο ενός λογικού ανθρώπου που αναλαμβάνει το καθήκον ή την δραστηριότητα κατά την διάρκεια της οποίας ανακύπτει η ισχυριζόμενη αμέλεια) και υπό περιστάσεις που ήταν λογικά προβλέψιμος (δηλαδή, εντός του πεδίου του καθήκοντος / μη απομακρυσμένη) ο κίνδυνος πρόκλησης της ισχυριζόμενης ζημιάς του Ενάγοντος, -η οποία (ζημιά του) πρέπει να είναι σχετική του είδους («cause in fact»)-.
- Στην προκείμενη περίπτωση, η Αγωγή του Ενάγοντα, στρέφεται εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία ενάγεται δια του Εναγομένου 1 βάσει των προνοιών του Άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, και η οποία, όπως οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, δύναται, σε ένα κράτος δικαίου όπως το δικό μας, να κριθεί υπόλογος για το αστικό αδίκημα της αμέλειας, φορέα του δημοσίου -ως δηλαδή αντιπροσωπευτικά υπεύθυνη-, αν τα απαραίτητα στοιχεία που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία που το καθιστούν αγώγιμο ικανοποιούνται σωρευτικά. Συναφώς, σημειώνεται, ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, όπως είναι και η υπό συζήτηση -εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, ο Έπαρχος Λάρνακας τεκμαίρεται ότι, σε ότι αφορά την κατασκευή του γεφυριού, ενήργησε κατόπιν εξουσίας που του εναποθέτει ο νόμος-, το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση, είναι, αφενός, κατά πόσο η εναπόθεσης καθήκοντος επιμέλειας εις αυτόν κατά άσκηση της εν λόγω εξουσίας του, θα ήταν ασυμβίβαστη με τον σκοπό του σχετικού νομοθετήματος και αφετέρου, κατά πόσο υπήρξε αμελής κατά την χρήση της: δηλαδή, αν υπήρξε αμελής στο να ασκήσει λογικά την εξουσία που του παρέχει ο νόμος προς υλοποίηση σχετικής επιχειρησιακής του απόφασης (βλ. Caparo Industries Plc v Dickman a. o. [1990] 2 A.C. 605, HL, Geddis v Proprietor of the Bann Reservoir
- Περαιτέρω, σημειώνεται, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, ο Εναγόμενος 1, δια του Έπαρχου Λάρνακας και των αντιπροσώπων του, κατασκευάζοντας το γεφύρι (κατά τα διάφορα στάδια του, μέχρις ότου αυτό έλαβε την τελική του μορφή), προς υλοποίηση σχεδιασμού για την ανάπτυξη, λειτουργία και διατήρηση του οδικού δικτύου της συγκεκριμένης περιοχής όπου βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα στο χωριό της Μοσφιλωτής, δραστηριοποιήθηκε (σχεδιασμός και υλοποίηση) επί τομέα που απαιτούσε εξειδίκευση (ειδικές γνώσεις και πείρα) και ως εκ τούτου, πρέπει να κριθεί επί του αυξημένου επιπέδου ευθύνης που διακηρύχθηκε από τον Δικαστή McNair, στην αγγλική υπόθεση Bolam v Friern Hospital Management Committee [1957] 1 W.L.R. 582 [[vi]], ως αυτή επανεξετάστηκε και αναθεωρήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας στην υπόθεση Montgomery v Lanarkshire Health Board [2015] U.K.S.C.
- Δηλαδή, επί του κριτηρίου του βαθμού επιμέλειας και δεξιότητας του συνηθισμένου / μέσου επαγγελματία που ασκεί συγκεκριμένη δεξιοτεχνία ή που διακηρύττει ότι έχει αυτή την δεξιότητα. Του επαγγελματία, δηλαδή, που δεν είναι αναγκαίο να κατέχει την υψηλοτέρου επιπέδου εξειδίκευση και ικανότητα; το επίπεδο ικανότητας του οποίου αρκεί να είναι το συνηθισμένο, δηλαδή, αυτό ενός συνηθισμένου ικανού ανθρώπου που ασκεί αυτό το επάγγελμα ή τέχνη. Συμμόρφωση με τη γενική πρακτική του επαγγέλματος, μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία, να παρέχει κάποια κάλυψη, αλλά όχι πάντα και ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη πρακτική δεν έτυχε να δοκιμαστεί δικαστικά (βλ. Ambramova v Oxford Institute of Legal Practice [2011] EWHC 613, QB, Muriel Beaumont κ. α. ν Νίκοιυ Παπακλεοβούλου
- Είναι γεγονός, ότι, στα προαναφερόμενα γεγονότα, εμπλοκή είχε και ο Εναγόμενος 2, η διαγωγή του οποίου επίσης πρέπει να εξεταστεί. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία και ειδικότερα αυτή του εμπειρογνώμονα ΜΕ1, είναι γεγονός ότι, κατά την 10η/12/2010, ο ποταμός παρέσυρε και μετέφερε από προηγούμενο σημείο του, όχι μακρινό, στο σημείο του επίδικου γεφυριού, καλάμια που είχαν αποκοπεί προγενέστερα από αντιπροσώπους του Εναγομένου 2 στα πλαίσια εργασιών καθαρισμού του ποταμού και είχαν αφεθεί στις όχθες και την κοίτη αυτού, με αποτέλεσμα την απόφραξη της κανονικής απορροής των νερών του ποταμιού από το σύστημα διοχέτευσης τους (του γεφυριού) κατάντη του ποταμού. Αυτό το γεγονός, σωρευτικά με το γεγονός της αμελούς κατασκευής του γεφυριού από τον Έπαρχο Λάρνακας, αποτέλεσαν την αιτία για να προκληθεί η προαναφερόμενη ζημιά στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα. Ως εκ τούτου του γεγονότος, ενυπάρχει η εγγύτητα σχέσης που δικαιολογεί την εναπόθεση καθήκοντος επιμέλειας έναντι του Ενάγοντα, στον Εναγόμενο 2, καθότι, ήταν λογικά προβλέψιμο ότι, η μη απομάκρυνσης των καλαμιών από την κοίτη και τις όχθες του ποταμού κατά την διάρκεια των εργασιών καθαρισμού του, ήταν δυνατόν να προκαλέσει τον επηρεασμό της κανονικής ροής των νερών του ποταμού σε περίοδο βροχών, την απόφραξη της κανονικής απορροής των νερών του ποταμιού από το σύστημα διοχέτευσης τους (των γεφυριών του στα διάφορα σημεία του) κατάντη του ποταμού και την διάβρωση ή υποχώρηση γης που εφάπτεται με αυτόν ή συνορεύει με τις όχθες του από την ορμή και υπερχείλιση του, ζημιά που υπέστη και ο Ενάγοντας (βλ. Muirhead v International Tank Specialities Ltd [1985] 3 AllER 705, Murphy v Brentwood District Council [1990] 2 AllER 908, 934 και Mobil Oil Hong King Ltd v Hong Kong United Dockyards Ltd [1991] 1 Lloyd's Rep. 309).
- Ο Εναγόμενος 2, βρίσκω, ότι, δεν ανταποκρίθηκε του αντικειμενικώς αποδεκτού υπό τις περιστάσεις επιπέδου, κρίνοντας, την διαγωγή του, με βάση το πρότυπο ενός φορέα τοπικής διοίκησης που θα είχε δια νόμου το συγκεκριμένο καθήκον καθαρισμού του ποταμού, καθότι, αυτό που θα αναμενόταν από τον τελευταίο θα ήταν, αφενός, η εξ υπαρχής απομάκρυνση των καλαμιών από τις όχθες και την κοίτη του ποταμού όταν διεξάγονταν οι συγκεκριμένες εργασίες, μήνες προηγουμένως, ώστε να μην υπήρχε, ως προαναφέρθηκε, πιθανότητα αυτά να παρασυρθούν από τα νερά του ποταμού σε περίοδο βροχών, τον συνακόλουθο επηρεασμό της κανονικής ροής τους, την απόφραξη της κανονικής απορροής των νερών του ποταμού από το σύστημα διοχέτευσης τους (των γεφυριών του στα διάφορα σημεία του) κατάντη του ποταμού και την διάβρωση ή υποχώρηση γης που εφάπτεται με αυτόν ή συνορεύει με τις όχθες του από την υπερχείλιση του• και αφετέρου, όταν κατά την διάρκεια των γεγονότων της 10ης/12/2010 διαπιστώθηκε ότι, ανάντη του ποταμού (σε σχέση με το επίδικο γεφύρι), είχε αποφραχθεί το αμέσως προηγούμενο γεφύρι, να ενεργούσαν κατά τρόπον ώστε, ενεργώντας προς απεμπλοκή του, να μην δημιουργούσαν συνθήκες απόφραξης του επίδικου γεφυριού, όπως και έγινε (και ήταν λογικά αναμενόμενο ότι θα γινόταν), λόγω του ότι τα καλάμια και πάλι αφέθηκαν εντός του ποταμού.
- Δεδομένου, ότι, ως έχει προαναφερθεί, ο κίνδυνος πρόκλησης της ισχυριζόμενης ζημιάς του Ενάγοντος, που ήταν λογικά προβλέψιμος υπό τις περιστάσεις, ήταν εξαιτίας των δύο προαναφερόμενων λανθασμένων συμπεριφορών των Εναγομένων που επενέργησαν ταυτόχρονα και σωρευτικά, με τελικό αποτέλεσμα να συνεισφέρουν ουσιωδώς στην ζημιά του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι κρίνονται σε ότι αφορά αυτήν, πλήρως υπεύθυνοι, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά (βλ. Bolitho v City and Hackney HA [1997] AC 232 και Sienkiewicz v Greif (UK) Ltd [2011] UKSC 10).
- Σε ότι αφορά την απαίτηση του Ενάγοντα που στηρίζεται στο Άρθρο 46 του Κεφ. 148, δηλαδή, επί του αστικού αδικήματος της ιδιωτικής οχληρίας, στην βάση των προαναφερομένων διαπιστώσεων μου που αφορούν την αμέλεια του Εναγομένου 1 (η αναφορά μου περιορίζεται σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις μου για τα γεγονότα), βρίσκω ότι και αυτή επιτυγχάνει εναντίον του. Στην προκείμενη περίπτωση, από την αποδεκτή μαρτυρία, βρίσκω ότι, ο Εναγόμενος 1, δια της κατασκευής του γεφυριού στον ποταμό σε σημείο του που γειτνιάζει με την ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, σημείο της οποίας συνορεύει με αυτόν, προκαλεί ζημιά στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα στο συγκεκριμένο σημείο της, όταν, σε περιόδους ροής νερού στον ποταμό, διοχετεύει αυτά κατά μέτωπο της, διαβρώνοντας ουσιαστικά το έδαφος της (βλ. Χρίστος Καλότυχος ν Cypsun Holidays Co. Ltd