← Κύπρος

ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3088/2011, 11/1/2018

ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΙΔΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3088/2011, 11/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A3 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3088/2011 Μεταξύ: ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΙΔΗ Ενάγοντα - και - ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΜΟΣΦΥΛΩΤΗΣ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 11/01/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: κ. Κώστας Χατζηιωάννου για τον Α. Κ. Χατζηιωάννου & Σια. (Για να ακούσει την απόφαση: .....................). Για τον Εναγόμενο 1: κα Μαρία Στυλιανού Λοττίδη. (Για να ακούσει την απόφαση: .....................). Για τον Εναγόμενο 2: κ. Ανδρέας Β. Ζαχαρίου για την Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σια Δ. Ε. Π. Ε. (Για να ακούσει την απόφαση: .....................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η Απαίτηση

  1. Ο Ενάγοντας έχει εγείρει αυτή την Αγωγή εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 με την οποία αξιώνει από αυτούς θεραπεία, βασιζόμενος στα αστικά αδικήματα της αμέλειας (περιλαμβανομένης και της αρχής της αυστηρής ευθύνης για επικίνδυνες δραστηριότητες) και οχληρίας, για τα οποία ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 και 2 ευθύνονται αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα (βλ. Μάριος Βαττή ν Χρυστάλλα Αυξεντίου κ. α. Πολιτική Έφεση Αρ. 127/2009, 10/01/2014). Η υπόθεσης των διαδίκων
  2. Ως δικογραφήθηκε στην έκθεση απαίτηση του ενάγοντος, θέσης του είναι ότι, ως ιδιοκτήτης και κάτοχος τεμαχίου ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται στο χωριό Μοσφιλωτή της Επαρχίας Λάρνακας, επί του οποίου έχει ανεγείρει την οικία του στην οποία κατοικεί, έχει υποστεί ζημιά στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του λόγω υπερχείλισης του παραπόταμου του Τρέμιθου με τον οποίο αυτή συνορεύει, ένεκα αμέλειας και/ή παράβασης καθηκόντων που ο νόμος ορίζει, της Δημοκρατίας (Εναγομένος 1) και/ή του Κοινοτικού Συμβουλίου Μοσφιλωτής (Εναγόμενος 2), μέσω των αντιπροσώπων τους. Πιο συγκεκριμένα, στην έκθεση απαίτησης του, ο Ενάγοντας, υποστηρίζει, ότι, κάποτε, μέσα στην δεκαετία του 1990 (1990 - 1999), ο Έπαρχος Λάρνακας, ανήγειρε πάνω από τον εν λόγω ποταμό, γεφύρια, για την δημιουργία και/ή αναμόρφωση δρόμων. Ένα τέτοιο γεφύρι, για την δημιουργία δρόμου, αναφέρει ο Ενάγοντας, ανεγέρθηκε και πλησίον της ακίνητης ιδιοκτησίας του, η κατασκευή του οποίου όμως ήταν αμελής και ανεπαρκής, καθότι, είχε χρησιμοποιηθεί για αυτήν σωλήνας αποχέτευσης (κιούγκι), διαμέτρου μικρότερης του ενός μέτρου, ως βάση του δρόμου (με επιχωμάτωση) και ως αγωγός των νερών του ποταμού, η οποία εξέτρεπε την φυσιολογική τους ροή και η οποία, επειδή ήταν στραμμένη προς την ακίνητη ιδιοκτησία του, διοχέτευε αυτά κατ' ευθείαν σε αυτήν. Ως αποτέλεσμα τούτου, υποστηρίζει περαιτέρω ο Ενάγοντας, και πάλι κάποτε μέσα στην δεκαετία του 1990, μετά από βαριά βροχόπτωση, λόγω ακριβώς αυτής της ανεπάρκειας του σωλήνα αποχέτευσης να απορροφήσει τα νερά που έρεαν στον ποταμό, ο ποταμός ξεχείλισε στο συγκεκριμένο σημείο του γεφυριού και παρέσυρε και διάβρωσε τον δρόμο, επηρεάζοντας και την ακίνητη ιδιοκτησία του, η οποία είχε ήδη υποστεί διάβρωση από το γεγονός ότι αυτός ήταν στραμμένος κατά πάνω της και διοχέτευσε τα νερά, των οποίων ήταν αγωγός, κατ' ευθείαν προς αυτήν. Οι διαμαρτυρίες του Ενάγοντα προς τον Εναγόμενο 2 και τον Έπαρχο Λάρνακας, υπήρξαν, όπως υποτρίζει, έντονες. Αποτέλεσμα τους ήταν, η ανακατασκευή του γεφυριού από τον Έπαρχο Λάρνακας. Ως υποστηρίζει ο Ενάγοντας, το νέο γεφύρι, και πάλι αμελώς και/ή κακότεχνα, κατασκευάστηκε από σκυρόδεμα (πλάτους 2,2 μ. και μήκους 1,3 μ.), δίπλα και παράλληλα από την παλαιά κατασκευή, διατηρώντας, ως εκ τούτου, την λανθασμένη κατά τον ίδιο κατεύθυνση σε ότι αφορούσε την φυσιολογική ροή των νερών του ποταμού. Θέσης του, που, ως υποστήριξε, αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε και από πολιτικό μηχανικό της Επαρχιακής Διοίκησης. Περί το έτος 2004, μετά από βαριές βροχοπτώσεις, η ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, όπως και άλλα ακίνητα της γύρω περιοχής, υπέστη διαβρώσεις και εκτεταμένες ζημιές. Είχε τότε δαπανήσει, ως υποστηρίζει, £500 (€854,30) για την αποκατάσταση της ζημιάς της ακίνητης του ιδιοκτησίας από την διάβρωση, με επιχωμάτωση. Περαιτέρω, είχε ενημερώσει για το προαναφερόμενο γεγονός και την σοβαρότητα και επικινδυνότητα της διαμορφωθείσας κατάστασης, τον Έπαρχο Λάρνακας, από τον οποίο ζητούσε να λάβει μέτρα αποτροπής τέτοιας ζημιάς, εκ νέου, στο μέλλον. Ως αποτέλεσμα, περί τα τέλη του ιδίου έτους

(2004), ο Έπαρχος Λάρνακας, προς αποτροπή διοχέτευσης των νερών του ποταμού προς την ακίνητη ιδιοκτησία του, κατασκεύασε τοίχο αντιστήριξης (ύψους περίπου ενός μέτρου) στην έξοδο του σωλήνα αποχέτευσης, μέρος του γεφυριού, και προς την πλευρά της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Και πάλι όμως, όπως υποστηρίζει ο Ενάγοντας, η κατασκευή αυτή δεν αρκούσε για την αντιμετώπιση του προβλήματος, καθότι, το χαμηλό ύψος και μικρό μήκος του τοίχου αντιστήριξης, δεν μπορούσε να αποτρέψει την διοχέτευση των νερών του ποταμού προς την ακίνητη ιδιοκτησία του. Γεγονός, για το οποίο, είχε και πάλι, τότε, προειδοποιήσει. Περί τις αρχές του μηνός Σεπτεμβρίου του 2010, οι Εναγόμενοι, απέκοψαν καλαμιώνα που βρισκόταν κατά μήκος της κοίτης του ποταμού, πριν από το γεφύρι που βρίσκεται δυτικότερα του γεφυριού που συνορεύει με την ακίνητη ιδιοκτησία του και αντίθετα της ροής του ποταμού. Αμελώς όμως, εφόσον, ως υποστηρίζει ο Ενάγοντας, τα καλάμια που είχαν αποκοπεί, δεν συνελέγησαν και είχαν αφεθεί στην κοίτη και τις όχθες του ποταμού. Την 10η/12/2010, μετά από βαριά βροχόπτωση, ο ποταμός κατέβηκε ορμητικός, παρασύροντας τα αποκομμένα καλάμια, με αποτέλεσμα την απόφραξη του γεφυριού που βρίσκεται δυτικότερα και προηγείται του γεφυριού που συνορεύει με την ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα. Ο Εναγόμενος 2, αν και είχε τότε αποστείλει συνεργείο για την απόφραξη του γεφυριού, αντί, μέσω των αντιπροσώπων του, να μεριμνήσει για την περισυλλογή των καλαμιών και απομάκρυνση τους εκτός του ποταμού, στην παρουσία και του Κοινοτάρχη, απλώς τα μετακύλησε μετά από αυτό, με αποτέλεσμα αυτά, παρασυρόμενα από τα νερά του ποταμού, να καταλήξουν στο γειτονικό της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντα γεφύρι, το οποίο ήδη διοχέτευε νερά του ποταμού απευθείας σε αυτήν, αποφράσσοντας το και δημιουργώντας υπερχείλιση των νερών του ποταμού στο συγκεκριμένο σημείο του, με αποτέλεσμα την σοβαρότατη διάβρωση της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντα και την πρόκληση σε αυτήν υλικών ζημιών, όπως και στα δέντρα της, και κίνδυνο σε ότι αφορά την στατικότατα των οικοδομών και της οικίας του που είναι ανεγερμένα σε αυτήν. Για την αποκατάσταση των ζημιών και διάβρωσης που προκλήθηκαν στην ακίνητη ιδιοκτησία του και ώστε αυτό να επανέλθει στην πρότερα ασφαλή του κατάσταση, κατά τον Ενάγοντα, απαιτείται δαπάνη ύψους, περίπου €30.
  1. Σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης του Ενάγοντα, η αμέλεια του Εναγομένου 1 και/ή του Εναγομένου 2 και/ή η από πλευράς τους οχληρία, εντοπίζεται, κατ' ουσία, στα εξής: (α) Κατασκεύασαν το γεφύρι κακότεχνα και/ή με λανθασμένη κατεύθυνση και/ή με μέγεθος ανίκανο να απορροφήσει τα νερά του ποταμού και όσα αυτά έφερναν. (β) Ενώ γνώριζαν ή όφειλαν να γνωρίζουν ότι η διάμετρος του γεφυριού ήταν πολύ μικρή να χωρέσει τα νερά του ποταμού και/ή να απορροφήσει τα όσα έφερνε ο ποταμός, παρέλειψαν και/ή αμέλησαν να το διαπλατύνουν. (γ) Παρέλειψαν να λάβουν όλα τα ενδεδειγμένα και/ή προστατευτικά και/ή εύλογα μέτρα για την προστασία και ασφάλεια του ιδίου και της ακίνητης ιδιοκτησίας του, ακόμη και μετά την πρόκληση του πρώτου περιστατικού ζημιάς του, ενώ γνώριζαν και ήταν προβλέψιμο ότι μπορούσε να του προκληθεί εκ νέου τέτοια ζημιά. (δ) Αμελώς κατασκεύασαν τον τοίχο αντιστήριξης, ο οποίος ήταν υψομετρικά και μετρικά ανεπαρκής για να προστατεύσει την ακίνητη ιδιοκτησία του. (ε) Αμελώς και/ή απερίσκεπτα απέρριψαν καλάμια στις κοίτες του ποταμού με αποτέλεσμα αυτά να παρασυρθούν από τα νερά του ποταμού και να αποφράξουν το στόμιο του γεφυριού. Και αυτό, το έπραξαν, ενώ γνώριζαν ότι αυτά είχαν αποφράξει το προηγούμενο γεφύρι. Διαζευκτικά, ο Ενάγοντας υποστηρίζει, ότι, οι Εναγόμενοι, συγκέντρωσαν στη γη τους (τον ποταμό), μεγάλη ποσότητά νερού, που, αν διέρρεε, ήταν πιθανόν ότι θα του προκαλούσε ζημιά στην ακίνητη ιδιοκτησία του και ως εκ τούτου, είναι υπεύθυνοι για την ζημιά που του προκλήθηκε όταν διέρρευσε. Λόγω της αμέλειας και/ή οχληρίας των Εναγομένων, ο Ενάγοντας, υποστηρίζει ότι υπέστη την ακόλουθη ζημιά, την οποία αξιώνει υπό μορφή αποζημιώσεων: (α) €200, για την απώλεια 5 δέντρων που παρασύρθηκαν από τα νερά του ποταμού. (β) €30.000, για την αποκατάσταση της ακίνητης ιδιοκτησίας του από την διάβρωση που υπέστη ένεκα του περιστατικού υπερχείλισης του ποταμού το έτος
  2. (γ) €850, που δαπάνησε το έτος 2004 για την αποκατάσταση της διάβρωσης της ακίνητης ιδιοκτησίας του που είχε τότε προκληθεί από το περιστατικό υπερχείλισης του ποταμού. Επιπρόσθετα, ο Ενάγοντας, ισχυρίζεται ότι, τα προαναφερόμενα, σε ότι αφορά την κατάσταση του γεφυριού και την οχληρία που αυτό προκαλεί, αποτελούν μία συνεχιζόμενη κατάσταση, η οποία πρέπει να περιοριστεί από το Δικαστήριο δια της έκδοσης σχετικών διαταγμάτων.
  3. Ο Εναγόμενος 1, προς υπεράσπιση του στους προαναφερόμενους ισχυρισμούς και θέσεις του Ενάγοντα, με την έκθεση υπεράσπισης του, υποστήριξε τα εξής. Ο Ενάγοντας, ως ιδιοκτήτης της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας, που είναι παραδεκτό ότι συνορεύει με τον εν λόγω ποταμό με τον οποίο εφάπτεται στην βορειοδυτική πλευρά του, το έτος 1999, εξασφάλισε από την αρμόδια αρχή, υπό όρους, πολεοδομική άδεια για την ανέγερση σε αυτήν κατοικίας. Ακολούθως, ο Ενάγοντας, προς υλοποίηση του προαναφερόμενου σκοπού του, την 10/01/2000, εξασφάλισε από την αρμόδια αρχή, επίσης υπό όρους, και άδεια οικοδομής. Ο Ενάγοντας, υλοποίησε οικοδομικές εργασίες στην ακίνητη ιδιοκτησία του, χωρίς να έχει συμμορφωθεί με τους όρους που του είχαν τεθεί και χρησιμοποιεί το οικοδόμημα που ανήγειρε στην ακίνητη ιδιοκτησία του, χωρίς αυτό να έχει πιστοποιηθεί σύμφωνα με τον νόμο, τελικώς, από την αρμόδια αρχή. Ο Εναγόμενος 1, αποδέχεται ότι, πριν από πολλά χρόνια, συνεργείο της Επαρχιακής Διοίκησης, είχε κατασκευάσει στην θέση του ποταμού (δηλαδή, πάνω στον ποταμό), σωληνωτό γεφύρι, μήκους, περίπου, 10 μ., με σκοπό την διοχέτευση των νερών του ποταμού που διέρχεται της περιοχής. Δεν αποδέχεται όμως, σε ότι αφορά αυτό, ότι κατασκευάστηκε αμελώς ή/και ότι ήταν ανεπαρκές, όπως υποστηρίζει ο Ενάγοντας. Η τοποθέτησης του σωληνωτού οχετού, έγινε κατά τρόπο ώστε να διασφαλίζεται η ασφαλής διακίνηση των οχημάτων από το γεφύρι σε περίπτωση χαμηλής βροχόπτωσης, ενώ σε περίπτωση βαριάς βροχόπτωσης να γινόταν υπερχείλιση, ως ήταν η αρχική πορεία των νερών του ποταμού. Η πορεία και/ή η ροή του ποταμού, υποστηρίζει ο Εναγόμενος 1, είχε διαμορφωθεί με την εν λόγω κατασκευή, με δεδομένο ότι, η ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, στο σημείο της που εφάπτεται με τον ποταμό, λόγω μορφολογίας του εδάφους της περιοχής, σε σχέση με τον ποταμό και τα υπόλοιπα τεμάχια ακίνητης ιδιοκτησίας της γύρω περιοχής, βρίσκεται σε υψηλότερο υψόμετρο. Ανεξαρτήτως της θέσης του αυτής, ο Εναγόμενος 1, αρνείται τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι, κάποτε, μέσα στην δεκαετία του 1990, επισυνέβη το περιστατικό υπερχείλισης του ποταμού που ισχυρίζεται, που είχε ως αποτέλεσμα να παρασυρθεί και διαβρωθεί ο δρόμος, ή την βλάβη της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντα από διάβρωση εδάφους. Ο Εναγόμενος 1, αρνείται περαιτέρω, ότι, ο Ενάγοντας, είχε, ως ισχυρίζεται, προβεί στην οποιαδήποτε διαμαρτυρία ή/και ότι υπέβαλε το οποιοδήποτε παράπονο, σε σχέση με τα προαναφερόμενα γεγονότα. Σε κάθε περίπτωση, ο Ενάγοντας, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τα ισχυριζόμενα αυτά γεγονότα, κωλύεται από του να υποβάλλει την οποιαδήποτε απαίτηση βασίζεται σε αυτά. Συνεπώς, η σχετική απαίτηση του Ενάγοντα με αυτή την Αγωγή, εκτός του ότι αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας για τον ίδιο προαναφερόμενο λόγο, εμποδίζεται από την εφαρμογή του δόγματος της υπερβολικής και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή της. Ο Εναγόμενος 1, δεν αποδέχεται ότι, λόγω των έντονων διαμαρτυριών του Ενάγοντα, ανακατασκευάστηκε το γεφύρι, και πάλι αμελώς ή/και κακότεχνα και ότι, μάλιστα, κάτι τέτοιο του το είχε επιβεβαιώσει και πολιτικός μηχανικός της Επαρχιακής Διοίκησης. Εντούτοις, παραδέχεται ότι αποτελεί γεγονός η κατασκευή από συνεργείο της Επαρχιακής Διοίκησης, νέου γεφυριού, επίσης στην θέση του ποταμού, δίπλα από το παλαιό, από σκυρόδεμα μήκους, περίπου 10 μ. και διαστάσεων, 2,5 μ. πλάτος (εξωτερικό πλάτος κουτιού, 3,05 μ.) και 1,7 μ. ύψος. Ο Εναγόμενος 1, αρνείται ότι αποτελούν πραγματικότητα και όλα τα γεγονότα που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι επισυνέβησαν το έτος
  4. Δηλαδή, σε ότι αφορά το φαινόμενο της ισχυριζόμενης έντονής βροχόπτωσης, της υπερχείλισης του γεφυριού στο συγκεκριμένο σημείο του ποταμού και την σε κάθε περίπτωση ζημιά της ακίνητης ιδιοκτησίας του από διάβρωση του εδάφους λόγω των νερών του ποταμού και την συνακόλουθη κατ' ισχυρισμό του αποκατάσταση της, καθώς επίσης και τις σχετικές προς τον Έπαρχο Λάρνακας παραστάσεις του και προειδοποιήσεις. Ανεξαρτήτως της θέσης του αυτής, ο Εναγόμενος 1, στην περίπτωση όπου βρεθεί από το Δικαστήριο ότι τα προαναφερόμενα γεγονότα επισυνέβησαν πραγματικά, υποστηρίζει ότι, για την όποια ισχυριζόμενη βλάβη στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα και ζημιά του, αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο ίδιος ο Ενάγοντας, καθότι, μη συμμορφούμενος με τους όρους που του ετέθησαν από τις αρμόδιες αρχές, πολεοδομίας και οικοδομής, για κατασκευή περίφραξης, πεζοδρομίων και οχετών για αποχέτευση των νερών της βροχής από δημόσιους δρόμους ή γειτονικά κτήματα, οικοδομώντας επί της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας του, ο ίδιος την προκάλεσε ή/και την επιδείνωσε. Συναφώς, δεν αποδέχεται και τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, ότι, λόγω των δικών του παραστάσεων και/ή προειδοποιήσεων προς Έπαρχο Λάρνακας, συνεπεία των προηγηθέντων γεγονότων που ισχυρίζεται ότι επισυνέβησαν το έτος 2004, ο Έπαρχος Λάρνακας, προς αποτροπή διοχέτευσης των νερών του ποταμού προς την ακίνητη ιδιοκτησία του, καίτοι και πάλι αμελώς, κατασκεύασε τοίχο αντιστήριξης στην έξοδο του σωληνωτού οχετού, μέρος του γεφυριού, και προς την πλευρά της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Απορρίπτει δε και τον ισχυρισμό του Ενάγοντα, ότι είχε και πάλι τότε προειδοποιήσει για την αμέλεια στην κατασκευή και την ανεπάρκεια του εν λόγω τοίχου αντιστήριξης να προστατεύσει την ακίνητη ιδιοκτησία του. Εντούτοις, παραδέχεται ότι, επί τόπου, υπάρχει νέος τοίχος ύψους 1,6 μ. και πλάτους 11 μ., καθώς επίσης υπάρχουν και πτερυγότοιχοι στην είσοδο του κουτιού του γεφυριού, όπως υπάρχουν και στην έξοδο του, απέναντι από τον εν λόγω νέο τοίχο. Επισημαίνοντας, σε ότι αφορά τις κατασκευές αυτές, δηλαδή, τους τοίχους, ότι γίνονταν στο ύψος του γεφυριού για προστασία του δρόμου και όχι για την προστασία της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντα. Η οποία, ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, λόγω της υψομετρικής διαφοράς της με τον ποταμό, δεν μπορούσε να προστατευθεί καθ' αυτό τον τρόπο. Σε ότι αφορά τον ισχυρισμό του Ενάγοντα για τις εργασίες αποκοπής και καθαρισμού του καλαμιώνα στο συγκεκριμένο σημείο του ποταμού, κατά μήκος της κοίτης του, που αμελώς ως υποστηρίζει εκτελέστηκαν από τους Εναγομένους περί τις αρχές Σεπτεμβρίου του έτους 2010, ο Εναγόμενος 1 αρνείται τον εν λόγω ισχυρισμό. Ισχυρίζεται όμως ότι, οποιεσδήποτε τέτοιες εργασίες τυχόν να έγιναν, εκτός του ότι έγιναν νόμιμα, έγιναν και επιμελώς. Ο δε Ενάγοντας, σε ότι αφορά αυτές, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν προέβαλε καμία διαμαρτυρία, αλλά αντιθέτως, τις επιδοκίμασε και υιοθέτησε. Ο Εναγόμενος 1, αρνείται ότι αποτελούν πραγματικότητα, και όλα τα γεγονότα που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται ότι επισυνέβησαν την 10η/12/
  5. Δηλαδή, σε ότι αφορά το φαινόμενο της ισχυριζόμενης έντονής βροχόπτωσης, της απόφραξης των γεφυριών του ποταμιού από τα καλάμια, τις ισχυριζόμενες από πλευράς Ενάγοντα πράξεις και παραλείψεις των αντιπροσώπων του Εναγομένου 2, της υπερχείλισης του γεφυριού στο συγκεκριμένο σημείο του ποταμού που εφάπτεται της ακίνητης ιδιοκτησίας του και την σε κάθε περίπτωση ζημιά ή επηρεασμό της ακίνητης ιδιοκτησίας του και των οικοδομών της από διάβρωση του εδάφους της λόγω των νερών του ποταμού. Ανεξαρτήτως της θέσης του αυτής, ο Εναγόμενος 1, εκτός του ισχυρισμού που προβάλλει, ως προς το ότι, τυχόν συρροή νερού στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, οφειλόταν σε θεϊκή πράξη και/ή σε ακραία καιρικά φαινόμενα για τα οποία ο ίδιος δεν μπορεί να φέρει οποιαδήποτε ευθύνη, επαναλαμβάνει την θέση του ότι, και στην περίπτωση όπου βρεθεί από το Δικαστήριο ότι τα προαναφερόμενα γεγονότα επισυνέβησαν πραγματικά, για την όποια ισχυριζόμενη βλάβη στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα ή επηρεασμό της και ζημιάς του Ενάγοντα, αποκλειστικά υπεύθυνος είναι ο ίδιος ο Ενάγοντας. Μη συμμορφούμενος με τους όρους που του ετέθησαν από τις αρμόδιες αρχές, πολεοδομίας και οικοδομής, για κατασκευή περίφραξης, πεζοδρομίων και οχετών για αποχέτευση των νερών της βροχής από δημόσιους δρόμους ή γειτονικά κτήματα, υποστηρίζει εν προκειμένω ο Εναγόμενος 1, οικοδομώντας επί της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας του ο Ενάγοντας, ο ίδιος προκάλεσε ή/και επιδείνωσε την όποια ισχυριζόμενη βλάβη στην ακίνητη ιδιοκτησία του ή επηρέασε αυτήν, ζημιώνοντας τον εαυτό του. Θέσης του Εναγομένου 1 είναι ότι, ο Ενάγοντας, με τις πράξεις και/ή τις παραλείψεις του, προσπαθεί να αποφύγει τις ευθύνες που του αναλογούν ως απόρροια των προαναφερόμενων όρων αδείας, πολεοδομικής και οικοδομής, που του παραχωρήθηκαν, βάσει των οποίων ο ίδιος θα προστάτευε την ακίνητη ιδιοκτησία του. Σε αυτή την συμπεριφορά του, ο Εναγόμενος 1, εντοπίζει αμέλεια, ή, σε κάθε περίπτωση, συντρέχουσα αμέλεια του Ενάγοντα, ο οποίος, ήταν επιπρόσθετα αμελής και ως προς το γεγονός, ότι, γνωρίζοντας ή ως όφειλε να γνωρίζει, τα δεδομένα της περιοχής όπου βρίσκεται η ακίνητη του ιδιοκτησία και τους, ως ο ίδιος ισχυρίζεται, κινδύνους, δεν έλαβε τα μέτρα που ήταν αναγκαία και όφειλε να λάβει υπό τις περιστάσεις για να προστατεύσει την περιουσία του. Ο Εναγόμενος 1, αρνείται κάθε ισχυρισμό του Ενάγοντα που του επιρρίπτει ευθύνη από αμέλεια ή παράβαση καθήκοντος που του εναποθέτει ο νόμος. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζει ότι, οι ισχυριζόμενες ζημιές ή/και απαιτήσεις του Ενάγοντα είναι αβάσιμες ή/και υπερβολικές ή/και υπέρμετρα διογκωμένες και/ή απρόβλεπτες και/ή απομακρυσμένες και ότι ο ίδιος, καμία σχέση δεν έχει με αυτές. Ειδικά, σε ότι αφορά την απαίτηση του Ενάγοντα, να αποζημιωθεί με το ποσό των €30.000, για την κατ' ισχυρισμό του αποκατάσταση της ακίνητης ιδιοκτησίας του από την διάβρωση που υπέστη ένεκα του περιστατικού υπερχείλισης του ποταμού το έτος 2010, σημειώνει ότι αυτή παρατίθεται γενικά και αόριστα και χωρίς καμία λεπτομέρεια σε ότι αφορά το ύψος του εν λόγω ποσού. Για δε την απαίτηση του Ενάγοντα να αποζημιωθεί με το ποσό των €850, που κατά τους ισχυρισμούς του δαπάνησε το έτος 2004 για την αποκατάσταση της διάβρωσης της ακίνητης ιδιοκτησίας του που είχε τότε προκληθεί από το περιστατικό υπερχείλισης του ποταμού, σημειώνει την θέση του ότι, λόγω του μεγάλου χρονικού διαστήματος που παρήλθε από τα ισχυριζόμενα αυτά γεγονότα, ο Ενάγοντας κωλύεται από του να υποβάλλει την οποιαδήποτε απαίτηση βασίζεται σε αυτά, επενεργούντος του δόγματος της υπερβολικής και/ή υπέρμετρης καθυστέρησης στην υποβολή της.
  6. Ο Ενάγοντας, στους ισχυρισμούς και θέσεις που ο Εναγόμενος 1 προέβαλε δια της εκθέσεως υπερασπίσεως του, απαντητικά με το σχετικό δικόγραφο του, σε γενικές γραμμές, υποστήριξε τα εξής. Τα όσα επικαλείται ο Εναγόμενος 1, αναφορικά με τους όρους, πολεοδομικούς και οικοδομής, που του επιβλήθηκαν σχετικά με την αδειοδότηση του από τις αρμόδιες αρχές για την ανέγερση οικοδομής (κατοικίας) στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του, με κανένα τρόπο δεν σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα, την βάση την αγωγής του ή τις απαιτήσεις του, καθότι, κανένα επηρεασμό δεν επέφεραν ή επιφέρουν στον κίνδυνο που η υποστηριζόμενη από αυτόν κατάσταση πραγμάτων επέφερε και εξακολουθεί να επιφέρει στην ακίνητη ιδιοκτησία του. Σε κάθε περίπτωση, λόγω της υψομετρικής διαφοράς μεταξύ της ακίνητης ιδιοκτησίας του και του ποταμού, η εκτέλεση των όσων έργων αποτελούσαν όρο για την ανέγερση οικοδομής στην ακίνητη ιδιοκτησία του, δεν θα μπορούσαν καθοιονδήποτε τρόπο να αποτρέψουν την ζημιά που υπέστη σε αυτήν, ή σε κάθε περίπτωση να την μετριάσουν. Εμμένει στους ισχυρισμούς του περί της αμελούς κατασκευής και διαμόρφωσης του γεφυριού κατά τα διάφορα στάδια της με την πάροδο των χρόνων και την ανεπάρκεια του να προστατεύσει την ακίνητη ιδιοκτησία του. Η ανακατασκευή, υποστηρίζει του γεφυριού, είναι γεγονός ενδεικτικό της αλήθειας των ισχυρισμών του. Καθώς επίσης, εμμένει και στον ισχυρισμό του ότι, οι τοίχοι που κατασκευάστηκαν για την υποστήριξη της κατασκευής του γεφυριού, καίτοι ανεπαρκείς για τον σκοπό, κατασκευάστηκαν προς τον σκοπό και της προστασίας της ακίνητης ιδιοκτησίας του και ότι, οι κατά καιρούς παραστάσεις και προειδοποιήσεις του προς τους αρμοδίους, αποτελούν γεγονός που δύναται να αποδειχθεί και από σχετική αλληλογραφία. Απορρίπτει τον ισχυρισμό του Εναγομένου 1 ότι η πρόκληση συρροής νερού και η διοχέτευσης του στη ακίνητη ιδιοκτησία του οφειλόταν σε θεϊκή πράξη και σημειώνει την θέση του περί της αμέλειας και της παράβασης των καθηκόντων που ο νόμος εναποθέτει στους Εναγομένους που επέφεραν την ζημιά του. Από το 1986 που οικοδόμησε (την οικία του) στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία, υποστήριξε επιπρόσθετα, αυτά (κτήμα και οικοδομή) δεν διέτρεξαν κανένα κίνδυνο από τα νερά της βροχής που μετέφερε ο ποταμός, μέχρις ότου κατασκευάστηκε το εν λόγω γεφύρι που εφάπτεται της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Σε καμία περίπτωση δεν τίθεται ζήτημα κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας από αυτή την Αγωγή, ή κωλύματος προώθησης των απαιτήσεων του λόγω καθυστέρησης, ως ο Εναγόμενος 1 υποστηρίζει.
  7. Ο Εναγόμενος 2, προς υπεράσπιση του στις θέσεις και ισχυρισμούς του Ενάγοντα και για υποστήριξη της άρνησης του να αποδώσει τις αξιούμενες από τον Ενάγοντα θεραπείες, με την έκθεση υπεράσπισης του πρόβαλε τα εξής. Η έγερση αυτής της Αγωγής εναντίον του, δεν έχει κανένα νομικό υπόβαθρο. Ο ίδιος, καμία σχέση ή ευθύνη έχει με τα ισχυριζόμενα από πλευράς Ενάγοντα έργα στο ποτάμι ή το γεφύρι, τα οποία αφορούν άλλες αρμόδιες κρατικές αρχές. Αρνείται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα: περί διοχέτευσης των νερών του ποταμού καταπάνω της ακίνητης ιδιοκτησίας του; περί υπερχείλισης του ποταμού στο συγκεκριμένο σημείο του για τους λόγους που ο Ενάγοντας ισχυρίζεται και όχι λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων; και τα της διάβρωσης του εδάφους της ακίνητης ιδιοκτησίας του•, επί των οποίων ο Ενάγοντας βασίζει τις απαιτήσεις του, οι οποίες απαιτήσεις, υποστηρίζει ο Εναγόμενος 2, σε κάθε περίπτωση, υποβάλλονται με υπέρμετρη καθυστέρηση και ως εκ τούτου, το δίκαιο είναι, να απορριφθούν. Προς αυτόν, ο Ενάγοντας, καμία παράσταση ή διαμαρτυρία δεν προέβη ή έδωσε κάποια προειδοποίηση. Σε ότι αφορά τις οποιεσδήποτε εργασίες καθαρισμού του ποταμού τυχόν να έγιναν από πλευράς του, ο Εναγόμενος 2 υποστηρίζει ότι έγιναν νόμιμα και ο Ενάγοντας, σε ότι τις αφορούσε, κατά τον ουσιώδη χρόνο, δεν είχε προβάλει καμία διαμαρτυρία, αλλά αντιθέτως, τις επιδοκίμασε και αποδέχθηκε. Οι ισχυριζόμενες από τον Ενάγοντα ζημιές, εκτός του ότι αυτές υποβάλλονται καθυστερημένα και αυτός δεν θα μπορούσε σε καμία περίπτωση να ευθύνεται για αυτές, είναι και αβάσιμες, αόριστες, γενικές και απομακρυσμένες.
  8. Σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς και θέσεις του Εναγομένου 2, ο Ενάγοντας, με το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης του, ουσιαστικά, αρνήθηκε αυτούς, επανέλαβε τις θέσεις της έκθεσης απαίτησης του σε ότι αφορά τα γεγονότα της υπόθεσης του, σημειώνοντας περαιτέρω ότι, ουδέποτε επιδοκίμασε τις οποιεσδήποτε ενέργειες του Εναγομένου 2, ο οποίος, όντως ευθύνεται για τις ζημιές του, όντας αμελής, και/ή επειδή, από ενέργειες του, αλλοιώθηκε η κατάσταση του τόπου όπου βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία του, με αποτέλεσμα την ζημιά του. Η προσαχθείσα μαρτυρία
  9. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, κατά την δίκη, κλήθηκαν στο Δικαστήριο και έδωσαν μαρτυρία τα εξής πρόσωπα: (α) ο Αντώνης Νικολαϊδης (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ1»), (β) ο Σίμος Ιωάννου (στο εξής καλούμενος «ο ΜΕ2») και (γ) ο ίδιος ο Ενάγοντας. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Εναγομένου 1, κατά την δίκη, κλήθηκε στο Δικαστήριο και έδωσε μαρτυρία, η Παρασκευή Πανούση (στο εξής καλούμενη «η ΜΥ»). Από πλευράς του Εναγομένου 2, δεν παρουσιάστηκε καμία μαρτυρία. Η νομική πτυχή της υπόθεσης Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 - Αμέλεια
  10. Η αμέλεια, ως αστικό αδίκημα, ορίζεται από το Άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 (στο εξής καλούμενος «Κεφ. 148») που κωδικοποιεί (το Κεφ. 148), όχι όμως εξαντλητικά, το αγγλικό κοινοδίκαιο, το οποίο τυγχάνει εφαρμογής στην Κύπρο βάσει των προνοιών του Άρθρου 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου, Νόμος 14/
  1. Σύμφωνα με το Άρθρο 51 του Κεφ. 148: «Αμέλεια συνίσταται- (α) στηv τέλεση πράξης τηv οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελoύσε λoγικό συvετό πρόσωπo ή στηv παράλειψη τέλεσης πράξης τηv oπoία υπό τις περιστάσεις τέτoιo πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στηv παράλειψη καταβoλής τέτoιας δεξιότητας ή επιμέλειας για τηv άσκηση επαγγέλματoς, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας όπως έvα λoγικό συvετό πρόσωπo, πoυ έχει τα πρoσόvτα για τηv άσκηση τoυ επαγγέλματoς αυτoύ, επιτηδεύματoς ή ασχoλίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στηv πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νoείται ότι για αυτή δύvαται vα τύχει απoζημίωσης μόvo τo πρόσωπo έvαvτι τoυ oπoίoυ o υπαίτιoς της αμέλειας υπείχε υπoχρέωση, υπό τις περιστάσεις, vα μηv επιδείξει αμέλεια.».
  2. Ερμηνεία του Άρθρου 51 του Κεφ. 148, δόθηκε στην υπόθεση Στρατμάρκο Λτδ ν Πέτρος Μιχαήλ
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 453, στην οποία αναφέρθηκαν, σε ότι αφορά τις πρόνοιες του, μεταξύ άλλων και τα ακόλουθα: «Αμέλεια είναι, κατά το άρθρο 51 του Νόμου περί Αστικών Αδικημάτων που στην ουσία κωδικοποιεί τις αρχές του Κοινού Δικαίου στον κλάδο αυτό, παράβαση καθήκοντος επιμέλειας. Το καθήκον τούτο περιλαμβάνει την επιμέλεια που υποθετικά καταβάλλει ο μέσος λογικός άνθρωπος κάτω από τις ίδιες αντικειμενικές συνθήκες και περιστάσεις που ενήργησε ο εναγόμενος. Βασικό χαρακτηριστικό της αμέλειας είναι, καταρχήν, η έλλειψη της προσήκουσας προσοχής την οποία ο δράστης όφειλε και μπορούσε στις δοσμένες περιστάσεις να καταβάλει για να μην προκαλέσει ζημιά στον πλησίον του. Τα στοιχεία του "μέσου συνετού ανθρώπου" και του "πλησίον" διαγράφουν τα όρια της επιμέλειας της οποίας όφειλε να καταβάλει ο εναγόμενος. Η έννοια του καθήκοντος επιμέλειας ολοκληρώνεται με το στοιχείο της δυνατότητας πρόβλεψης ότι, δηλαδή, η ενεργούμενη παρά το καθήκον επιμέλειας πράξη μπορεί να προκαλέσει το συγκεκριμένο ζημιογόνο αποτέλεσμα.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 11. Το Άρθρο 51
(2)του Κεφ. 148, σημειώνεται, χωρίς να περιορίζει το αστικό αδίκημα της αμέλειας, εξειδικεύει ορισμένες περιπτώσεις, κατά τις οποίες, υφίσταται υποχρέωση να μην επιδεικνύεται αμέλεια. 12. Σε ότι αφορά το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις ισχυριζόμενης αμέλειας, στην υπόθεση Σοφοκλέους ν Καλογήρου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 369, 374, αναφέρθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο, τα ακόλουθα: «Σε αγωγή για αμέλεια το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγοντας. Στο σύγγραμμα Charlesworth & Percy on Negligence, 8η έκδοση, παρ. 5-22, το ζήτημα του βάρους απόδειξης τίθεται ως πιο κάτω: "Σε αγωγή για αμέλεια το βάρος απόδειξης το φέρει ο ενάγοντας, ο οποίος ισχυρίζεται αμέλεια, να αποδείξει το κάθε ένα από τα συστατικά στοιχεία του αστικού αδικήματος. Εναπόκειται επομένως στον ενάγοντα να δώσει μαρτυρία περί των γεγονότων επί των οποίων βασίζει την αξίωσή του για αποζημιώσεις. Η μαρτυρία του πρέπει να αποτελείται από γεγονότα είτε αποδειχθέντα ή αποδεκτά, και μετά την συμπλήρωση της εγείρονται δύο ζητήματα:
(1)Κατά πόσο με βάση εκείνη τη μαρτυρία μπορεί εύλογα να συναχθεί αμέλεια, και
(2)Κατά πόσο, υποθέτοντας ότι μπορεί εύλογα να συναχθεί, πράγματι συνάγεται αμέλεια"». 13. Τέλος, στην υπόθεση Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν Λουκά,
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 447, επιβεβαιώθηκε η αρχή, ότι, ο ενάγων, θα πρέπει να αποδείξει αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του αντίδικου του και των ζημιών που έχει υποστεί. Δεν εναπόκειται στον εναγόμενο να απαλλάξει τον εαυτό του, αποδεικνύοντας ότι το συμβάν ήταν, είτε αναπόφευκτο, ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Ο ζημιωθείς θα πρέπει θετικά να αποδείξει ότι η ζημιά του εκ του συμβάντος ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας του εναγομένου. Η αιτιώδης συνάφεια είναι θέμα πραγματικό που θα πρέπει να αποφασίζεται, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, κατά τη δίκη.
  1. Η βασική υπεράσπιση που μπορεί να προβάλει ο εναγόμενος σε αγωγή αμέλειας, είναι ότι δεν υπείχε καθήκον επιμέλειας απέναντι στον ενάγοντα, ή ακόμη ότι εκπλήρωσε το καθήκον αυτό. Πέραν αυτών, το Άρθρο 56 του Κεφ. 148 καθορίζει δύο ειδικές υπερασπίσεις στο αστικό αδίκημα της αμέλειας. Το παραθέτω αυτούσιο: «Σε αγωγή πoυ εγείρεται για αμέλεια συvιστά υπεράσπιση, αvεξάρτητα τoυ ότι o εvαγόμεvoς απέδειξε αμέλεια- (α) τo ότι κάπoιoς τρίτoς επέδειξε αμέλεια, και η αμέλεια πoυ επιδείχτηκε από τov τρίτo ήταv η απoφασιστική αιτία της ζημιάς͘ ή (β) τo ότι η ζημιά oφειλόταv στηv επέλευση ασύvηθoυς φυσικoύ συμβάvτoς απρόβλεπτoυ για τo λoγικό άvθρωπo και τoυ oπoίoυ oι συvέπειες δεv μπoρoύσαv vα απoτραπoύv με τηv καταβoλή εύλoγης επιμέλειας.».
  2. Το δε Άρθρο 57
(1)του Κεφ. 148 [[i]], καθορίζει την αρχή της συντρέχουσας αμέλειας, η οποία, παρότι δεν αποτελεί υπεράσπιση, υπό την έννοια του ότι δεν απαλλάσσει έναν εναγόμενο από ευθύνη που έχει αποδειχθεί εναντίον του για αμέλεια, επενεργεί στην αναλογική μείωση της αποζημίωσης που δικαιούται ο ενάγοντας. Σύμφωνα με αυτό: «Αv κάπoιoς υπoστεί ζημιά συvεπεία εv μέρει δικoύ τoυ πταίσματoς και εv μέρει πταίσματoς άλλoυ ή άλλωv, η αξίωση σε σχέση με τη ζημιά αυτή δεv αvαιρείται λόγω πταίσματoς τoυ πρoσώπoυ πoυ υπέστη τη ζημιά, αλλά η απoζημίωση πoυ πρέπει vα καταβληθεί σε αυτό μειώvεται κατά τηv έκταση κατά τηv oπoία τo Δικαστήριo ήθελε κρίvει δίκαιo λαμβάvovτας υπόψη τo πoσoστό της ευθύvης τoυ στη ζημιά: Νoείται ότι- (α) τo εδάφιo αυτό δεv επεvεργεί πρoς αvατρoπή oπoιασδήπoτε υπεράσπισης πoυ απoρρέει από σύμβαση. (β) όταv σε αξίωση εφαρμόζεται σύμβαση ή voμoθέτημα πoυ πρovoεί περιoρισμό της ευθύvης, τo πoσό της απoζημίωσης πoυ πρέπει vα καταβληθεί στo πρόσωπo πoυ πρoβάλλει τηv αξίωση δυvάμει τoυ εδαφίoυ αυτoύ δεv θα υπερβαίvει τo αvώτατo όριo πoυ εφαρμόζεται με τov τρόπo αυτό.».
  1. Το βάρος απόδειξης συντρέχουσας αμέλειας το φέρει ο εναγόμενος [[ii]]. Ωστόσο, το Δικαστήριο, μπορεί να καταλήξει σε εύρημα ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας από την μαρτυρία του ιδίου του ενάγοντα ή από τα γεγονότα που στοιχειοθετούν το συμβάν όπως αυτά έχουν αποδειχθεί προς ικανοποίηση του [[iii]]. Άρθρο 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 - Ιδιωτική οχληρία
  2. Το Άρθρο 46 του Κεφ. 148, κωδικοποιεί τις πρόνοιες του κοινοδικαίου που αφορούν το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας. Σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 46 του Κεφ. 148: «Ιδιωτική οχληρία συνίσταται στο ότι πρόσωπο επιδεικνύει συμπεριφορά ή διεξάγει τις εργασίες του ή χρησιμοποιεί ακίνητη ιδιοκτησία που ανήκει σε αυτό κατά κυριότητα ή κατέχεται από αυτό, με τρόπο ώστε κατά συνήθεια να παρεμβαίνει στην εύλογη χρήση και απόλαυση, αφού ληφθούν υπόψη η θέση και η φύση αυτής, της ακίνητης ιδιοκτησίας οποιουδήποτε άλλου προσώπου: Νοείται ότι ο ενάγοντας δεν τυγχάνει αποζημίωσης σε σχέση με ιδιωτική οχληρία εκτός αν εξαιτίας αυτής υπέστη ζημιά. Νοείται περαιτέρω ότι οι διατάξεις του άρθρου αυτού δεν εφαρμόζονται καθόσον αφορά παρέμβαση στο φως.».
  3. Προκύπτει συνεπώς, ότι, η ιδιωτική οχληρία, συνίσταται σε παράνομη επέμβαση στη χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας κάποιου προσώπου, ή κάποιου δικαιώματος επί ή σε σχέση με αυτή (βλ. Read v Lyons [1945] KB 216, 236). Σε αντίθεση με την δημόσια οχληρία, που, ως αστικό αδίκημα, προστατεύει ορισμένα δημόσια / κοινά δικαιώματα / προνόμια (όπως είναι, π. χ., η ανενόχλητη χρησιμοποίηση του αυτοκινητοδρόμου) και καθίσταται αγώγιμo, μόνο όταν ο ενάγων έχει υποστεί συγκεκριμένη ζημιά («particular damage»), επιπρόσθετη από αυτήν που υπέστη το ευρύτερο κοινό (Βλ. Άρθρο 45 του Κεφ. 148).
  4. Εξετάζοντας κατά πόσο συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη συνιστά ιδιωτική οχληρία, το Δικαστήριο, κατά κύριο λόγο, εστιάζει την προσοχή του στο κατά πόσο η επέμβαση στη χρήση ή απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας από τον ενάγοντα ή κάποιου δικαιώματος του επί ή σε σχέση με αυτή, είναι παράλογη («unreasonable»), λαμβανομένης υπόψη της συμπεριφοράς / διαγωγής του εναγομένου, στην, από πλευράς του, χρήση ή απόλαυση, - συνήθως, γειτονικής -, ακίνητης ιδιοκτησίας («reasonable user», βλ. Cambridge Water v Eastern Countries Leather Plc [1994] 2 AC 264, 299). Η βιβλιογραφία, θέτει το ζήτημα αυτό να αποτελεί, την ειδοποιό διαφορά μεταξύ πράξεων που συνιστούν το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, από αυτές που συνιστούν αμέλεια. Δεν εξετάζεται από το Δικαστήριο, υποστηρίζεται, η συμπεριφορά / διαγωγή του εναγομένου έναντι του καθήκοντος επιμέλειας του, όπως γίνεται σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της αμέλειας, καθότι, για να στοιχειοθετηθεί το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, δεν απαιτείται ο εναγόμενος κατά τη δράση του να ήταν αμελής ή να έχει υποπέσει ενός αποδεκτού επιπέδου, αλλά, το Δικαστήριο, σε ότι αφορά το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, θα διερευνήσει την ζημιά του ενάγοντος, υπολογίζοντας την έναντι των δικαιωμάτων του που απορρέουν από την ακίνητη ιδιοκτησία («damage with a proprietary quality»). Συνεπώς, ως αστικό αδίκημα, η ιδιωτική οχληρία κατατάσσεται στην ευρύτερη κατηγορία των αστικών αδικημάτων που διαπράττονται έναντι της ακίνητης ιδιοκτησίας («a tort to land»). Στο σύγγραμμα του Michael A. Jones, Textbook on Torts, 8η έκδοση, στην σελίδα 337, ο συγγραφέας, κατά τον σχολιασμό των όσων η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου είχε αναφέρει στην απόφαση της στην υπόθεση Hunter v Canary Wharf Ltd.
(1997)2 All E.R. 426, αναφέρει τα εξής σχετικά: «... in private nuisance the land owner claims, in effect on behalf of his land rather than his person, whichever side of the material damage/amenity divide his case happens to fall on. As such, he must be able to identify a means by which the land has been affected, whether by way of diminution in its capital value or its amenity (as opposed simply to that of its occupier).» [Σε ελεύθερη μετάφραση: «. στην περίπτωση ιδιωτικής οχληρίας, ο ιδιοκτήτης της ακίνητης ιδιοκτησίας, στην πραγματικότητα, αξιώνει για την ακίνητη ιδιοκτησία του, παρά για το πρόσωπο του, σε όποια ουσιαστική κατηγορία ζημιάς / άνεσης και αν τυγχάνει να εμπίπτει η υπόθεσης του. Ως εκ τούτου, πρέπει να μπορεί να προσδιορίσει πως η ακίνητη ιδιοκτησία του έχει επηρεαστεί, είτε μέσω της μείωσης της κεφαλαιουχικής της αξίας ή των ανέσεων της (σε αντίθεση αυτής του απλού κάτοχου της).»].
  1. Προκύπτει συνεπώς, ότι, η ουσία μίας αγωγής που βασίζεται στο αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας, είναι η ζημιά που υφίσταται ο ενάγοντας στη χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας του ή κάποιου δικαιώματος επί ή σε σχέση με αυτή. Συναφώς, δεν αναγνωρίζεται αγώγιμο δικαίωμα στην βάση ιδιωτικής οχληρίας όταν η περίπτωση αφορά κίνδυνο μελλοντικής ζημιάς, ακόμη και όταν κατά τον χρόνο της έγερσης της αγωγής, ο κίνδυνος αυτός είναι υπαρκτός (Βλ. Midland Bank v Bardgrove Property Services [1992] 37 EG 126). Η ζημιά αυτή του ενάγοντος, ως έχει προαναφερθεί, υπολογίζεται βάσει των δικαιωμάτων του που απορρέουν από την ακίνητη ιδιοκτησία, η οποία ισοζυγίζεται έναντι των δικαιωμάτων χρήσης ή απόλαυσης γειτονικής ιδιοκτησίας και συναρτάται με το τι αποτελεί λογική χρήση ή απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας του ενάγοντος και τίποτα περισσότερο. Το τι αποτελεί λογική χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας, ως έχει νομολογηθεί, καθορίζεται από διάφορους παράγοντες και η κάθε περίπτωση κρίνεται από τα δικά της, ιδιαίτερα περιστατικά. Τέτοιοι παράγοντες που προσμετρούν στην κρίση του Δικαστηρίου ως προς το προαναφερόμενο ζητούμενο, έχουν αναγνωριστεί να αποτελούν: (α) η πρόκληση φυσικής ζημιάς στην ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντος, - με την επιφύλαξη της εφαρμογής της αρχής του de minimis ([1]) -, (β) η ασυνήθιστη / υπερβολική ευαισθησία του ενάγοντος (ιδιαίτερα ευαίσθητη χρήση της ακίνητης ιδιοκτησίας του), (γ) ο χαρακτήρας / η φύσης της περιοχής όπου βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντος, (δ) το δημόσιο συμφέρον, εξεταζόμενο από την σκοπιά της χρησιμότητας της δράσης του εναγομένου από την ακίνητη ιδιοκτησία του, (ε) η παρέμβαση στην άνετη χρησιμοποίηση της ακίνητης ιδιοκτησίας του ενάγοντος, ο τρόπος της παρέμβασης (εάν π. χ. προκύπτει από μία φυσική κατάσταση στην ακίνητη ιδιοκτησία του εναγομένου), η λογική πίσω από αυτή την παρέμβαση (όπως π. χ. εάν εντοπίζεται κακοβουλία στις πράξεις του εναγομένου), ο βαθμός της παρέμβασης (η διάρκεια, η συχνότητα, ήτοι, εάν αφορά μία πράξη ή σειρά από συνεχιζόμενες πράξεις) και η, εν προκειμένω, σε κάποιες περιπτώσεις, επιμέλεια του εναγομένου, και (ζ) η ουσιαστική παρέμβαση σε δουλείες (όπως π. χ. είναι ένα δικαίωμα διόδου). Σημαντικό, ως προκύπτει, στοιχείο, είναι η διαπίστωσης και του τι συνιστά σε κάθε περίπτωση, λογική χρήση ή απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας και του εναγομένου.
  2. Ως έχει προαναφερθεί, ιδιωτική οχληρία, έχει ερμηνευτεί ότι συνίσταται σε «παράνομη» επέμβαση στη χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας κάποιου προσώπου, ή κάποιου δικαιώματος επί ή σε σχέση με αυτή. Η χρήση, στην ερμηνεία αυτή, της λέξης «παράνομη», είναι σημαντική, καθότι, περιορίζει τις περιπτώσεις που είναι αγώγιμες με βάση το αστικό αδίκημα της ιδιωτικής οχληρίας. Αναφορικά με τις προεκτάσεις της έννοιας του όρου «παράνομη» (ήτοι, σε σχέση με το ότι, ως έχει προαναφερθεί, θα πρέπει να διαπιστωθεί παράλογη χρήση της ακίνητης ιδιοκτησίας από την οποία προέρχεται / πηγάζει η οχληρία), το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Medcon Constructions Ltd v Νίκης Ευαγγέλου κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 565, ανέφερε τα εξής, κατά την ανάλυση της νομικής του αστικού αδικήματος της ιδιωτικής οχληρίας, τα οποία παραθέτω εδώ για σκοπούς εκτενέστερης επεξεργασίας του ζητήματος: «Αναφορικά με τις προεκτάσεις της έννοιας του όρου "παράνομη", στο σύγγραμμα Textbook on Torts, Michael Α. Jones, 1986, στη σελ.140 αναφέρονται τα ακόλουθα: "Τhe word "unlawful" is crucial to this definition because it indicates that not all interferences with another's enjoyment of land will be actionable. It is applied in an ex post facto manner, however, since the interference normally derives its unlawful nature from the fact that it is held to be a nuisance. Most of the activities that give rise to claims in nuisance are, in themselves, perfectly lawful. It is only when the activity interferes with another's enjoyment of land to such a degree as to be an unreasonable interference that it will be regarded as a nuisance, and thereby 'unlawful'". Η έννοια της μη εύλογης επέμβασης που θα καθιστούσε την πράξη οχληρία σχολιάζεται ως εξής στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ. 139: "'Reasonableness' is a term that crops up frequently in relation to both private and public nuisance, but the word is not necessarily used in the same sense as it is used in the tort of negligence. In private nuisance, for example, the issue is not whether the defendant's conduct has fallen below the standard of the reasonable man, but whether the interference with the plaintiff's enjoyment of land is unreasonable bearing in mind the nature of the defendant's activity. This can be translated into the question: was the defendant's use of land reasonable? The focus shifts from the quality of the defendant's act, in negligence (was it careless?), to the nature of the plaintiff's damage and the reasonableness of the defendant's activity, in nuisance (although the distinction between activities and acts may be difficult to draw at times). Carelessness may be relevant to the reasonableness of the defendant's activity, but not necessarily so. An activity which is carried on with all reasonable precautions to prevent harm to others may nonetheless interfere unreasonably with the plaintiff's rights.". Στις περιπτώσεις όπου η επέμβαση αφορά την απόλαυση της ακίνητης ιδιοκτησίας, η θέση της είναι ουσιαστικής σημασίας. Τούτο όμως δεν ισχύει σε περίπτωση όπου έχει προκληθεί φυσική ζημιά στο ακίνητο. Ο Μ. Jones στο ίδιο σύγγραμμα στη σελ.141 αναφέρει τα ακόλουθα: "Where the nuisance causes physical damage to property, however, the nature of the locality is irrelevant. An occupier is entitled to expect protection from physical damage no matter where he lives. This suggests that almost any amount of physical damage will suffice for liability in nuisance, subject to the de minimis principle. The balancing exercise which is undertaken for the purpose of determining whether the defendat's user of land was reasonable simply does not take place where the damage is physical. Alternatively, the existence of physical damage normally tips the balance irretrievably in the plaintiff's favour (see Ogus and Richardson [1977] CLJ 284, 297)." Η γενική αρχή είναι ότι το γεγονός ότι ο εναγόμενος έχει ενεργήσει με όλη την εύλογη φροντίδα και επιμέλεια δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η χρήση της γης ήταν εύλογη. Αν η επέμβαση στην ιδιοκτησία του ενάγοντα είναι τέτοια ώστε να ισοδυναμεί με οχληρία παρόλη την άσκηση επιμέλειας εκ μέρους του εναγόμενου τότε η χρήση θεωρείται ως μη εύλογη. (Rapier v. London Tramways Co. [1893] 2 Ch. 588, 590). Αναφορικά με το επίπεδο ευθύνης έχει λεχθεί σε αγγλικές αποφάσεις ότι, γενικά, παρόλον ότι η αμέλεια με τη στενή της έννοια δεν είναι αναγκαίο στοιχείο, εντούτοις κάποιου είδους υπαιτιότητα (fault) είναι αναγκαία και η υπαιτιότητα αυτή έγκειται στην ύπαρξη των συγκεκριμένων ενεργειών που προκαλούν την ζημιά παρά το προβλεπτό των συνεπειών των πράξεων του εναγόμενου.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 22. Στην υπόθεση Γιάννης Καρπασίτης κ. α. ν Γεώργιου Σιόκκουρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 472, το Ανώτατο Δικαστήριο ασχολήθηκε εκτενώς με την περίπτωση της ιδιωτικής οχληρίας λόγω επέμβασης στην χρήση ή απόλαυση ακίνητης ιδιοκτησίας και συνόψισε τις νομικές αρχές που διέπουν αυτή την πτυχή του αστικού αδικήματος της ιδιωτικής οχληρίας που και στην υπό κρίση περίπτωση αφορούν, ως εξής: «Αναφορικά με την πρώτη κατηγορία, η οποία και μας αφορά, υπάρχουν πολλές και ποικίλες πράξεις που μπορεί να συνιστούν οχληρία, όπως θόρυβος, δονήσεις, αέρια, αναθυμιάσεις, δυσοσμία, καπνός κ.λ.π. που είναι συνηθισμένες περιπτώσεις και αποτελούν μέρος της καθημερινής ζωής. Τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος καθώς και οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή τους έχουν αναλυθεί σε αριθμό Κυπριακών υποθέσεων και ιδιαίτερα στην Palantzi v. Agrotis
(1968)1 C.L.R. 448. Όσον αφορά την υγεία και άνεση, η ζημιά που πρέπει να αποδεικνύεται δεν είναι αναγκαίο να ισοδυναμεί με άμεση βλάβη, αλλά είναι αρκετό αν κάποιος εμποδίζεται σε υπολογίσιμη έκταση από την απόλαυση των συνηθισμένων ανέσεων της ζωής. Το επίπεδο δε αυτό των συνηθισμένων ανέσεων είναι ανάλογο με τη φύση και τη θέση της περιουσίας. Έτσι, κατοικία που βρίσκεται σε οικιστική περιοχή διαφέρει από άλλη που βρίσκεται σε εμπορική και συνήθως θορυβώδη περιοχή. (Theofilou v. Christodoulou and Another
(1973)1 J.S.C. 91). Πρέπει όμως να επισημανθεί ότι, αν η οχληρία που δημιουργείται σε μία περιοχή που ήδη υπάρχουν και άλλες οχληρίες από άλλες πηγές αποτελεί σοβαρή προσθήκη στην όλη κατάσταση ενόχλησης και ταλαιπωρίας, τότε η ενόχληση αυτή συνιστά ιδιωτική οχληρία. (HadjiChristodoulou v. Aristedou
(1981)1 C.L.R. 287, Pοlsue & Alfieri Ltd v. Rushmer [1907] A.C. 121). Όπως προκύπτει από τις αυθεντίες, το βασικό κριτήριο είναι εκείνο του εύλογου σε κάθε περίπτωση και στην κρίση του τί είναι εύλογο (δέστε Medcon Constructions Ltd v. Eυαγγέλου
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 565) η ευαισθησία είναι ένα από τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη και αν κριθεί ότι η ευαισθησία του ενάγοντα είναι υπερβολική, τότε η αγωγή του θα απορριφθεί. Όπως προκύπτει από τις αυθεντίες, ο βασικός κανόνας στο αδίκημα αυτό είναι ότι η χρήση της ιδιοκτησίας πρέπει να είναι τέτοια που να μην προκαλείται ζημιά σε άλλους. Αυτός εκφράζεται με τη λατινική φράση sic utere tuo ut alienum non laedas. Πρέπει πάντοτε να τηρείται ένα ισοζύγιο μεταξύ του δικαιώματος του κατόχου να κάνει εκείνο που θέλει με την περιουσία του και του δικαιώματος του γείτονα να μην υφίσταται παρεμβάσεις στη χρήση και απόλαυση της δικής του περιουσίας. (Δέστε Ιωαννίδης ν. Σάββα
(1984)1 J.S.C. 186).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 23. Ως προς το ζήτημα του δικαιώματος έγερσης αγωγής για ιδιωτική οχληρία και πως αυτό σχετίζεται με το ζήτημα της απόδειξης ζημιάς, παραπομπή γίνεται, εκτός της υπόθεσης Σταυρούλλα Χριστοδούλου ανωτέρω, και στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Χρίστος Καλότυχος ν Cypsun Holidays Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1681, στην οποία ελέχθησαν τα εξής: «Εν πρώτοις, ούτε το άρθρο 46 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφάλαιο 148, ούτε οι αυθεντίες, στα οποία αναφέρθηκε, επιτρέπουν την αντίληψη ότι η πρόκληση ζημιάς είναι απαραίτητη προϋπόθεση της ιδιωτικής οχληρίας. Το άρθρο 46, στον ορισμό της οχληρίας, δεν περιλαμβάνει αναφορά σε ζημιά παρά μόνο στην επιφύλαξη προνοεί ότι "ο ενάγοντας δεν τυγχάνει αποζημίωσης σε σχέση με ιδιωτική οχληρία εκτός αν εξαιτίας αυτής υπέστη ζημιά". Η προϋπόθεση ζημιάς συναρτάται έτσι προς απαίτηση για αποζημίωση παρά προς την ύπαρξη της οχληρίας αυτής καθ΄αυτής και περιορίζεται στο είδος της ιδιωτικής οχληρίας που συνίσταται ακριβώς στην πρόκληση φυσικής ζημιάς σε περιουσία. Υπάρχει όμως και το άλλο είδος της ιδιωτικής οχληρίας που δεν συνίσταται στην πρόκληση φυσικής ζημιάς αλλά στην παρέμβαση με την άνετη χρήση και απόλαυση της περιουσίας και που περιλαμβάνει τέτοιας μορφής περιπτώσεις όπως ο θόρυβος, η οσμή και η σκόνη. Αυτή είναι και η θέση στο κοινοδίκαιο. Ο ευπαίδευτος Δικαστής, θεωρώντας ότι η περίπτωση ενώπιον του μπορούσε να εμπίπτει μόνο στο είδος της ιδιωτικής οχληρίας που συνίσταται σε φυσική ζημιά, παρέλειψε να εξετάσει την άλλη παράμετρο του πράγματος. Έσφαλε όμως και ως προς την αντίληψη της οχληρίας που προκαλεί φυσική ζημιά, καθ΄όσον ταύτισε την έννοια της φυσικής ζημιάς με την έννοια της οικονομικής απώλειας. Η προϋπόθεση ζημιάς στην περίπτωση οχληρίας που προκαλεί φυσική ζημιά δεν αναφέρεται σε οικονομική ζημιά αλλά σε οποιαδήποτε φυσική ζημιά που, όπως δείχνουν και τα παραδείγματα που παρατίθενται στο απόσπασμα από το Clerk & Londsell on Torts στο οποίο παραπέμπει ο ευπαίδευτος Δικαστής, μπορούν να περιλαμβάνουν φυσική ζημιά χωρίς οικονομικές προεκτάσεις. Η εναπόθεση σκόνης στα δένδρα του Εφεσείοντα συνιστούσε φυσική ζημιά σε αυτά και διότι, σύμφωνα με τη μαρτυρία που δεν αφορούσε αποκλειστικά την τεκμηρίωση και τον υπολογισμό της οικονομικής ζημιάς και την αποτίμηση της σε χρήμα, επηρέαζε την καρποφορία και την ποιότητα των φρούτων, και διότι η ίδια η ύπαρξη σκόνης στα δένδρα, υπό συνθήκες που θα συνιστούσαν οχληρία, συνιστά φυσική ζημιά σε αυτά ως θέμα κοινής λογικής και εμπειρίας και φυσικής κατάστασης πραγμάτων.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Άρθρο 52 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και η αρχή της αυστηρής ευθύνης για επικίνδυνες δραστηριότητες που διακηρύχτηκε στην υπόθεση Rylands a. a. v Fletcher [1868] LR 3 HL 330. 24. Σύμφωνα με το Άρθρο 52 του Κεφ. 148: «Σε αγωγή πoυ εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά τηv oπoία απoδεικvύεται- (α) ότι η ζημιά πρoκλήθηκε από oπoιoδήπoτε επικίvδυvo πράγμα ή φωτιά ή ζώo, ή λόγω της διαφυγής oπoιoυδήπoτε πράγματoς, διαφυγή τoυ oπoίoυ εvδέχεται vα πρoκαλέσει ζημιά, και (β) ότι o εvαγόμεvoς ήταv o ιδιoκτήτης ή είχεv τηv ευθύvη τoυ πράγματoς ή ήταv o κάτoχoς της ιδιoκτησίας από τηv oπoία έγιvε η διαφυγή τoυ εv λόγω πράγματoς, o εvαγόμεvoς φέρει τo βάρoς της απόδειξης τoυ ότι δεv υφίσταται αμέλεια για τηv oπoία αυτός ευθύvεται σε σχέση με τo επικίvδυvo αυτό πράγμα ή τη διαφυγή τoυ πράγματoς αυτoύ.». 25. Το Άρθρο 52 του Κεφ. 148, εισήγαγε στην κυπριακή νομοθεσία τη γνωστή αρχή του αγγλικού κοινοδικαίου που είχε αρχικά διακηρυχθεί από τον Δικαστή Blackburn στην υπόθεση Rylands a. a. v Fletcher [1868] LR 3 HL 330 (βλ. Pambis Fellas Sports Ltd v Karyatis Centre Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 156). Σύμφωνα με την νομολογία, τα στοιχεία που καθιστούν βάσιμη απαίτηση επί της προαναφερόμενης γενικής αρχής αυστηρούς ευθύνης για επικίνδυνες δραστηριότητες, είναι τα ακόλουθα: (α) Συσσώρευση από τον εναγόμενο στην ακίνητη ιδιοκτησία του από κάτι, που μπορεί να προκαλέσει κακό / ζημιά αν διαφύγει. Αυτό το «κάτι», είναι προφανές ότι μπορεί να συσσωρευτεί στην ακίνητη ιδιοκτησία του εναγομένου, από τον ίδιο τον εναγόμενο (βλ. Χριστάκης Χριστοφή ν Petrakis Exhaust Silencers Ltd κ. α.
(1993)1 Α.Α.Δ. 543). Μπορεί όμως, σύμφωνα με την νομολογία, εναλλακτικά, να συσσωρευτεί στην ακίνητη ιδιοκτησία του εναγομένου και από κάποια φυσική διεργασία, νοουμένου ότι ο εναγόμενος έχει προβεί σε κάποιου είδους ενέργεια που έχει προκαλέσει την συλλογή ή συσσώρευση του. Εντούτοις, σημειώνεται η αρχή της νομολογίας σε ότι αφορά το γεγονός ότι, μία εντελώς φυσική συσσώρευση αυτού του «κάτι» στην ακίνητη ιδιοκτησία του ενάγοντος, χωρίς την οποιαδήποτε δική του συνδρομή, δεν πληροί την προαναφερόμενη προϋπόθεση για την εφαρμογή της υπό συζήτηση αρχής (βλ. Giles v Walker
(1890)24 QBD 656). (β) Περαιτέρω, αυτό το «κάτι» που έχει συσσωρευτεί στην ακίνητη ιδιοκτησία του εναγομένου, θα πρέπει να μπορεί να προκαλέσει κακό / ζημιά αν διαφύγει. Αυτό το στοιχείο, εισάγει προς εξέταση, τις πιθανές συνέπειες που πιθανή διαφυγή αυτού του «κάτι» μπορεί να έχει και την «προβλεψιμότητα» τους. Έτσι, που, κατά την εξέταση της απαίτησης του ενάγοντος, αυτό το οποίο το Δικαστήριο κατ' ουσίαν εξετάζει, είναι την προβλεψιμότητα πρόκλησης ζημιάς στην γειτονική ακίνητη ιδιοκτησία και στον ενάγοντα από την διαφυγή αυτού του «κάτι». Επιπρόσθετα, ως έχει προαναφερθεί, αυτό το «κάτι», θα πρέπει να έχει διαφύγει. Στην υπόθεση Read v Lyons [1947] AC 156, 168, ο Δικαστής Viscount Simon, ερμήνευσε τον όρο «διαφυγή» ως εξής: «"Escape" for the purposes of applying in Rylands v Fletcher, means escape from a place where a defendant has occupation of or control over land to a place which is outside his occupation or control. Blackburn J. several times refers to the defendant's duty as being the duty of "keeping a thing in" at the defendant's peril and by "keeping in" he does not mean preventing an explosive substance from exploding but preventing a thing which may inflict mischief from escaping from the area which the defendant occupies or controls.». [Σε ελεύθερη μετάφραση: «"διαφυγή" προς τον σκοπό εφαρμογής της διακήρυξης της Rylands v Fletcher, σημαίνει διαφυγή από ένα μέρος ακίνητης ιδιοκτησίας στην οποία ο εναγόμενος κατοικεί ή ελέγχει, σε μέρος που είναι εκτός της κατοχής και ελέγχου του. Ο Δ. Blackburn αρκετές φορές αναφέρεται στο καθήκον του εναγομένου, ως το καθήκον "συγκράτησης ενός πράγματος μέσα", στον κίνδυνο του εναγομένου και με την αναφορά "συγκράτησης μέσα", δεν εννοεί αποτροπή εκρηκτικών υλών από του να εκραγούν αλλά αποτροπή του πράγματος που μπορεί να προκαλέσει την ζημιά από του να διαφύγει από την περιοχή που ο εναγόμενος κατοικεί ή ελέγχει.»]. Ρήση από την οποία προκύπτει ότι, στην περίπτωση που ένα περιστατικό εκδηλώνεται εξ ολοκλήρου εντός των ορίων της ακίνητης ιδιοκτησίας του εναγομένου, δεν ικανοποιεί το υπό συζήτηση απαραίτητο στοιχείο της διαφυγής. Η εκτίμηση της μαρτυρίας, τα πραγματικά ευρήματα, η αξιολόγησης τους και τελικά συμπεράσματα
  1. Αρκετά από τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, ουσιαστικά για να αποφασιστεί η Αγωγή αυτή του Ενάγοντα, είναι παραδεκτά. Το τι ουσιαστικά αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης μεταξύ των διαδίκων, -σε γενικές εδώ γραμμές-, ήταν: (α) κατά πόσο η κατασκευή του γεφυριού πλησίον της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντος, -σε διάφορα στάδια, χρονικά-, από την Επαρχιακή Διοίκηση Λάρνακας, όντως μετέβαλε την ροή των νερών του ποταμού, κατά τρόπο που ο επηρεασμός της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντα από διάβρωση του εδάφους, -ως ο Ενάγοντας την ισχυρίζεται και οι Εναγόμενοι την αμφισβητούν-, ήταν κάτι, και συνεχίζει να είναι κάτι, το προβλεπτό, (β) εάν ο Ενάγοντας, είχε κατά καιρούς προβεί σε παραστάσεις και προειδοποιήσεις προς τους Εναγομένους, σε ότι αφορούσε τους ισχυριζόμενους από τον ίδιο κινδύνους, από την διαμορφωθείσα, ένεκα της κατασκευής του γεφυριού, κατάστασης και πως οι Εναγόμενοι είχαν ανταποκριθεί σε αυτές, (γ) κατά πόσο επισυνέβη το περιστατικό κατά το έτος 2010, κατά πόσο ο Ενάγοντας επηρεάστηκε από αυτό και εάν με αυτό συνδέεται με οποιοδήποτε τρόπο η δράση των Εναγομένων (που οι Εναγόμενοι αμφισβητούν) από εργασίες καθαρισμού της κοίτης και των όχθων του ποταμού και των καλαμιώνων αυτού και (δ) αν ο Ενάγοντας υπέστη, την οποιαδήποτε ζημιά λόγω της, ως ισχυρίζεται, διαμορφωθείσας κατάστασης πραγμάτων.
  2. Ως εκ του αντικρουόμενου των ισχυρισμών των διαδίκων για αυτά τα ουσιαστικά για την υπόθεση αυτή γεγονότα, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015), βάσει των οποίων, εν συνεχεία, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης (και σε σχέση με τι), το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212). Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού (βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974). Όπως επίσης έχει αναγνωριστεί ως επιτρεπτό, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο αυτό, που ως έχει προαναφερθεί εκτιμά την μαρτυρία για να διαπιστώσει την αλήθεια ώστε εν συνεχεία να αξιολογήσει αυτήν που θα κάνει αποδεκτή για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, οποιαδήποτε μαρτυρία παρουσιάστηκε κατά την διάρκειά της δίκης, ακόμα και χωρίς ένσταση του αντιδίκου, που δεν είχε κατά το στάδιο της προσαγωγής της αποκλειστεί από το Δικαστήριο, η οποία εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων, να μην την λάβει υπόψη (βλ. Κάτζιη ν Φουκαρίδης & Σια Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοψρωματιστές, ECLI:CY:AD:2017:A258, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2011, 11/07/2017, Βοσκού κ. α. ν Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695 και Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826).
  1. Προτού όμως αναφερθώ στους παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να προχωρήσω στην σχετική αξιολόγηση της, πρέπει να σημειωθεί και το εξής δεδομένο που αφορά ειδικότερα την υπόθεση μεταξύ Ενάγοντα και Εναγομένου
  2. Στην προκείμενη περίπτωση, δικογραφικά, οι διάδικοι, σε κάποια από τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, παρουσίασαν ως προς αυτά, ο κάθε ένας, μία διαφορετική εκδοχή. Κατά την δίκη, προς υποστήριξη της υπόθεσης του, η πλευρά του Ενάγοντα και του Εναγομένου 1 αντίστοιχα, παρουσίασαν την μαρτυρία των προσώπων που έχουν προαναφερθεί. Εντούτοις, αν και τα πρόσωπα αυτά αντεξετάστηκαν από πλευράς Εναγομένου 2 και κάποιες θέσεις αντίθετες με την μαρτυρία τους, τους υποβλήθηκαν ως ορθές, και παρά την άρνηση των μαρτύρων αυτών να αποδεχθούν την εκδοχή του Εναγομένου 2, με το κλείσιμο της παρουσίασης της υπόθεσης του Ενάγοντα και του Εναγομένου 1, ο Εναγόμενος 2 έκλεισε την υπόθεση του χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία. Συνεπώς, από απόψεως γεγονότων, ενώπιον του Δικαστηρίου, σε ότι αφορά την υπόθεση Ενάγοντα και Εναγομένου 2, υπάρχει μόνο η εκδοχή του Ενάγοντα. Η οποία, φυσικά, εκτιμάται στο ευρύτερο πλαίσιο της μαρτυρίας. Δηλαδή, της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε κάθε περίπτωση και από πλευράς Εναγομένου
  3. Σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[iv]]. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014, σε περίπτωση, όπου, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε, συνήθως, αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο [[v]].
  4. Με αυτές τις παρατηρήσεις κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του. Έτσι και ο Δικαστής του Εφετείου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, R. A. Posner, στο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, γράφει στην σελίδα 123: «No legal catchphrase is more often repeated than that determinations by a trial judge whether to believe or disbelieve a witness can be overturned on appeal in only extraordinary circumstances. The reason is said to be the inestimable value, in assessing credibility, of seeing and hearing the witness rather than reading a transcript of his testimony, since the transcript eliminates clues to veracity that are supplied by tone of voice, hesitation, body language, and other non-verbal expressions.». (η έμφασης είναι δική μου)
  5. Αυτή ήταν και η γραμμή αντιμετώπισης στην υπόθεση Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, μία σχετικά πρόσφατη απόφαση του Privy Council, στην οποία ο Λόρδος Δικαστής Hodge παρέπεμψε, σχετικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά στην υπόθεση Housen v Nikolaisen [2002] 2 SCR 235, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «The trial judge has sat through the entire case and his ultimate judgment reflects this total familiarity with the evidence. The insight gained by the trial judge who has lived with the case for several days, weeks or even months may be far deeper than that of the Court of Appeal whose view of the case is much more limited and narrow, often being shaped and distorted by the various orders and rulings being challenged.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  6. Στην ίδια απόφαση παρατέθηκε και η γνωστή ρήση του Δικαστή, ως ήταν τότε, Hoffmann, στην υπόθεση Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1: «The need for appellate caution in reversing the trial judge's evaluation of the facts is based upon much more solid grounds than professional courtesy. It is because specific findings of fact, even by the most meticulous judge, are inherently an incomplete statement of the impression which was made upon him by the primary evidence. His expressed findings are always surrounded by a penumbra of imprecision as to emphasis, relative weight, minor qualification and nuance . of which time and language do not permit exact expression, but which may play an important part in the judge's overall evaluation.». (η υπογράμμισης και έμφασης είναι δική μου)
  7. Επιπρόσθετα, στην προαναφερόμενη απόφαση Beacon Insurance Company Ltd, αναφέρθηκε και ο ακόλουθος σχολιασμός του ζητήματος αυτού από τον Λόρδο Neuberger του Abbotsbury, στην υπόθεση In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911: «This is traditionally and rightly explained by reference to good sense, namely that the trial judge has the benefit of assessing the witnesses and actually hearing and considering their evidence as it emerges. Consequently, where a trial judge has reached a conclusion on the primary facts, it is only in a rare case, such as where that conclusion was one (i) which there was no evidence to support, (ii) which was based on a misunderstanding of the evidence, or (iii) which no reasonable judge could have reached, that an appellate tribunal will interfere with it. This can also be justified on grounds of policy (parties should put forward their best case on the facts at trial and not regard the potential to appeal as a second chance), cost (appeals can be expensive), delay (appeals on fact often take a long time to get on), and practicality (in many cases, it is very hard to ascertain the facts with confidence, so a second, different, opinion is no more likely to be right than the first).». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  8. Είναι για τους προαναφερόμενους λόγους, που, αυτό το χαρακτηριστικό, της αξιοπιστίας, που συναρτάται [και] με την γενικότερη εντύπωση που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία κατά την διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο, λόγοι που έχουν υιοθετηθεί από καιρό τώρα και από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας στην νομολογία του (βλ. αποφάσεις ανωτέρω).
  9. Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι, ως προαναφέρθηκαν, «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα
  10. Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα. Αξίζει πιστεύω, στο σημείο αυτό, να αναφερθεί απόσπασμα από το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), το οποίο, πολύ εύστοχα, αλλά και συνοπτικά, αναδεικνύει το εύλογο και βάσιμο της προαναφερόμενης επιφύλαξης: «I do not believe that the legal system has sufficiently absorbed the lessons of a century of psychological research into the nature of memory and the unreliability of eyewitness testimony. One of the most important lessons of such research is that in everyday life we are not aware of the extent to which our own and other people's memories are unreliable and believe our memories to be more faithful than they are. Two common (and related) errors are to suppose:
(1)that the stronger and more vivid is our feeling or experience of recollection, the more likely the recollection is to be accurate; and
(2)that the more confident another person is in their recollection, the more likely their recollection is to be accurate. Underlying both these errors is a faulty model of memory as a mental record which is fixed at the time of experience of an event and then fades (more or less slowly) over time. In fact, psychological research has demonstrated that memories are fluid and malleable, being constantly rewritten whenever they are retrieved. This is true even of so-called 'flashbulb' memories, that is memories of experiencing or learning of a particularly shocking or traumatic event. (The very description 'flashbulb' memory is in fact misleading, reflecting as it does the misconception that memory operates like a camera or other device that makes a fixed record of an experience.) External information can intrude into a witness's memory, as can his or her own thoughts and beliefs, and both can cause dramatic changes in recollection. Events can come to be recalled as memories which did not happen at all or which happened to someone else (referred to in the literature as a failure of source memory). Memory is especially unreliable when it comes to recalling past beliefs. Our memories of past beliefs are revised to make them more consistent with our present beliefs. Studies have also shown that memory is particularly vulnerable to interference and alteration when a person is presented with new information or suggestions about an event in circumstances where his or her memory of it is already weak due to the passage of time. The process of civil litigation itself subjects the memories of witnesses to powerful biases. The nature of litigation is such that witnesses often have a stake in a particular version of events. This is obvious where the witness is a party or has a tie of loyalty (such as an employment relationship) to a party to the proceedings. Other, more subtle influences include allegiances created by the process of preparing a witness statement and of coming to court to give evidence for one side in the dispute. A desire to assist, or at least not to prejudice, the party who has called the witness or that party's lawyers, as well as a natural desire to give a good impression in a public forum, can be significant motivating forces. Considerable interference with memory is also introduced in civil litigation by the procedure of preparing for trial. A witness is asked to make a statement, often (as in the present case) when a long time has already elapsed since the relevant events. The statement is usually drafted for the witness by a lawyer who is inevitably conscious of the significance for the issues in the case of what the witness does nor does not say. The statement is made after the witness's memory has been "refreshed" by reading documents. The documents considered often include statements of case and other argumentative material as well as documents which the witness did not see at the time or which came into existence after the events which he or she is being asked to recall. The statement may go through several iterations before it is finalised. Then, usually months later, the witness will be asked to re-read his or her statement and review documents again before giving evidence in court. The effect of this process is to establish in the mind of the witness the matters recorded in his or her own statement and other written material, whether they be true or false, and to cause the witness's memory of events to be based increasingly on this material and later interpretations of it rather than on the original experience of the events. It is not uncommon (and the present case was no exception) for witnesses to be asked in cross-examination if they understand the difference between recollection and reconstruction or whether their evidence is a genuine recollection or a reconstruction of events. Such questions are misguided in at least two ways. First, they erroneously presuppose that there is a clear distinction between recollection and reconstruction, when all remembering of distant events involves reconstructive processes. Second, such questions disregard the fact that such processes are largely unconscious and that the strength, vividness and apparent authenticity of memories is not a reliable measure of their truth.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  1. Ως πιο λακωνικά ετέθη η ίδια αυτή άποψης από τον Λόρδο Δικαστή Browne σε μία εξωδικαστική ομιλία του αναφορά της οποίας εντοπίζεται σε σχετικές επί του ζητήματος αυτού εκθέσεις του Λόρδου Δικαστή Bingham: «The human capacity for honestly believing something which bears no relation to what actually happened is unlimited.». Και αυτό, πολύ απλά, γιατί, δεν είναι δυνατόν κάθε δεδομένο ενός περιστατικού να είναι στην ανάμνηση μας. Το περιστατικό, ως γεγονός, μπορεί ολόκληρο να ήταν στην ανάμνηση μας αμέσως μετά που επισυνέβη, κάποια όμως χρόνια μετά, κάποια γεγονότα που το συναποτελούν, φυσιολογικό είναι, λησμονούνται. Και επειδή η διήγησης του περιστατικού, και μάλιστα μέσα από εξέταση στο πλαίσιο μίας δικαστικής διαδικασίας, απαιτεί την «συναρμολόγηση» και «αποσυναρμολόγηση» γεγονότων, είναι αυξημένη η πιθανότητα, η, ως εκλαμβάνεται, ανάμνησης μας, να αστοχήσει, χωρίς κατ' ανάγκη αυτό να γίνεται ηθελημένα, στοχευόμενα και ανέντιμα.
  2. Ο, καθόλα τα άλλα, εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα, ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
  3. Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
  4. Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους. Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Pearce στην απόφαση της Ανώτατης Δικαστικής Επιτροπής στην Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL: «'Credibility' involves wider problems than mere 'demeanour' which is mostly concerned with whether the witness appears to be telling the truth as he now believes it to be. Credibility covers the following problems. First, is the witness a truthful or untruthful person? Secondly, is he, though a truthful person, telling something less than the truth on this issue, or, though an untruthful person, telling the truth on this issue? Thirdly, though he is a truthful person telling the truth as he sees it, did he register the intentions of the conversation correctly and, if so, has his memory correctly retained them? Also, has his recollection been subsequently altered by unconscious bias or wishful thinking or by over-much discussion of it with others? Witnesses, especially those who are emotional, who think that they are morally in the right, tend very easily and unconsciously to conjure up a legal right that did not exist. It is a truism, often used in accident cases, that with every day that passes the memory becomes fainter and the imagination becomes more active. For that reason a witness, however honest, rarely persuades a Judge that his present recollection is preferable to that which was taken down in writing immediately after the accident occurred. Therefore, contemporary documents are always of the utmost importance. And lastly, although the honest witness believes he heard or saw this or that, it is so improbable that it is on balance more likely that he was mistaken? On this point it is essential that the balance of probability is put correctly into the scales in weighing the credibility of a witness. And motive is one aspect of probability. All these problems compendiously are entailed when a Judge assesses the credibility of a witness; they are all part of one judicial process. And in the process contemporary documents and admitted or incontrovertible facts and probabilities must play their proper part.».
  5. Ίδιο ήταν το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην προαναφερόμενη υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), στην οποία ανέφερε: «In the light of these considerations, the best approach for a judge to adopt in the trial of a commercial case is, in my view, to place little if any reliance at all on witnesses' recollections of what was said in meetings and conversations, and to base factual findings on inferences drawn from the documentary evidence and known or probable facts. This does not mean that oral testimony serves no useful purpose - though its utility is often disproportionate to its length. But its value lies largely, as I see it, in the opportunity which cross-examination affords to subject the documentary record to critical scrutiny and to gauge the personality, motivations and working practices of a witness, rather than in testimony of what the witness recalls of particular conversations and events. Above all, it is important to avoid the fallacy of supposing that, because a witness has confidence in his or her recollection and is honest, evidence based on that recollection provides any reliable guide to the truth.».
  6. Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
  7. Προς υποστήριξη της υπόθεσης του Ενάγοντα, παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονες, οι ΜΕ1 και ΜΕ
  8. Είναι γενικός κανόνας στο δίκαιο της απόδειξης, ότι, ένας μάρτυρας, μπορεί να καταθέσει στο Δικαστήριο, μονάχα για γεγονότα που έχουν περιέλθει νόμιμα στην αντίληψη του, χωρίς να αναφέρει ποια είναι κατά την γνώμη του τα συμπεράσματα που μπορούν να εξαχθούν από αυτά, εκτός αν καταθέτει στο Δικαστήριο επί του συγκεκριμένου ζητήματος ως πραγματογνώμονας (βλ. στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, τα αναφερόμενα στις σελίδες 573 και
  9. βλ. επίσης, Κωνσταντίνος Πιττάλης κ. α. ν Ianira Enterprises Ltd κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 814, Βασίλης Τσαγγαρίδης κ. α. ν Ανδρέα Αυγουστή
(2000)1 Α.Α.Δ. 528, Ανδρέας Καουρής ν Δημήτρης Δημητρίου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 967, Kayat Trading Ltd v Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση αρ. 316/2010, 21/02/2013). 45. Η πραγματογνωμοσύνη, μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας (πρακτικής εξάσκησης) ή εκπαίδευσης (σπουδών) (βλ. Ζαφείρης Κωνσταντινίδης ν Υπουργού Εσωτερικών
(2006)1 Α.Α.Δ. 610, Παναγιώτης Παναγή κ. α. ν Ιάκωβου Ανδρέου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1591, Ιωάννης Πατσαλίδης ν Αβραάμ Δίσπυρου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1460). Για να καταθέσει κανείς ως πραγματογνώμονας, πρέπει να καταδείξει ότι η μαρτυρία του είναι αναγκαία για την υπόθεση και ότι έχει τα απαιτούμενα προσόντα για κάτι τέτοιο. Αυτό είναι κάτι που αποφασίζεται από το Δικαστήριο, μετά από άσκηση διακριτικής ευχέρειας και εξέταση των γνώσεων και εμπειρίας του μάρτυρα στο συγκεκριμένο θέμα που καλείται να καταθέσει, χωρίς το Δικαστήριο να δεσμεύεται από απόψεις των διαδίκων επί του θέματος, ή την απλή δήλωση του μάρτυρα ότι θεωρεί τον εαυτό του πραγματογνώμονα (βλ. Ανδρέας Καουρής ν Δημήτρης Δημητρίου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 967). Σε κάθε περίπτωση, το βάρος απόδειξης ότι ο μάρτυρας είναι όντως πραγματογνώμονας στο πεδίο που κλήθηκε για να δώσει μαρτυρία, βαραίνει το μέρος που τον καλεί για τον σκοπό στο Δικαστήριο (βλ. στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, τα αναφερόμενα στις σελίδες 575 και 576. βλ. επίσης, Γιαννάκης Πελεκάνος κ. α. ν Ανδρέα Πελεκάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746). Η δεκτότητα της μαρτυρίας γνώμης προσώπου ως πραγματογνώμονα, μπορεί να εξεταστεί, είτε σε δίκη εντός δίκης, κατά το στάδιο της δίκης όπου θα επιχειρηθεί η παρουσίαση της, είτε όταν πλέον η παρουσίαση της υπόθεσης των διαδίκων θα έχει ολοκληρωθεί, κατά την εκτίμηση και αξιολόγηση της μαρτυρίας (στο σύνολο της) από το Δικαστήριο (βλ. στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, τα αναφερόμενα στις σελίδες 577 και 578). 50. Σύμφωνα με την νομολογία, στην απόφαση του Δικαστηρίου να αποδεχθεί την μαρτυρία προσώπου που καταθέτει κατά την δίκη, ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, μπορεί να προσμετρήσει και το γεγονός ότι, η μαρτυρία του, ως μαρτυρία πραγματογνώμονα, παρουσιάστηκε χωρίς ένσταση του αντιδίκου, καθώς επίσης και το γεγονός ότι, αυτή, δεν αμφισβητήθηκε από τον αντίδικο, ή/και ότι αυτή αντιμετωπίστηκε και από τον αντίδικο (για σκοπούς υποστήριξης της δικής του υπόθεσης), ως μαρτυρία πραγματογνώμονα (βλ. Ανδρέας Καουρής ν Δημήτρης Δημητρίου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 967, Παναγίωτης Χ. Λογγινός ν Θέκλας Λογγινού κ. α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 74). Αν και αυτά, πρέπει να επισημανθεί, είναι για απόφαση του Δικαστηρίου, στοιχεία δευτερεύουσας σημασίας. 46. Λόγω της σημασίας που ενέχει η αποδοχή μαρτυρίας γνώμης πραγματογνώμονα για την κρίση του Δικαστηρίου (ήτοι, επί του ζητήματος που καλείται ο πραγματογνώμονας να μαρτυρήσει στο Δικαστήριο) αν η μαρτυρία του προσώπου που παρουσιάζεται να έχει αυτή την ιδιότητα εκτιμηθεί θετικά και γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο για να αξιολογηθεί προς εξαγωγή των συμπερασμάτων του, έχουν καθιερωθεί αρχές που αποσκοπούν στην διασφάλιση, η ευχέρεια προσκόμισης μιας τέτοιας μαρτυρίας κατά την δίκη, να μην καταχράται από τους διαδίκους (βλ. Kayat Trading Ltd v Genzyme Corporation, Πολιτική Έφεση αρ. 316/2010, 21/02/2013). Ως καταγράφεται στο σύγγραμμα Documentary Evidence, των Style και Hollander, 6η έκδοση, στην σελίδα 88, αποτελούν καθήκον και ευθύνη ενός πραγματογνώμονα που καλείται στο Δικαστήριο για μαρτυρία (βαραίνουν πρώτιστος τον διάδικο που τον καλεί στο Δικαστήριο και επεκτείνεται και στον ίδιο τον πραγματογνώμονα, βλ. Vernon v Bosley [1997] 1 All ER 614) -, τα εξής: «The duties and responsibilities of expert witnesses in civil cases include the following.
(1)Expert evidence presented to the Court should be, and should be seen to be, the independent product of the expert uninfluenced as to the form or content by the exigencies of litigation (Wkitekouse vJordan [1981] 1WLR246 at p 256, per Lord Wilberforce).
(2)An expert witness should provide independent assistance to the court by way of objective unbiased opinion in relation to matters within his expertise (see Polivitte Ltd v Commercial Union Assurance Co pic [1987] 1 Lloyd's Rep 379 atp 386 per Garland J and Re J [1991] FCR193 per Cazalet J). An expert witness in the High Court should never assume the role of an advocate.
(3)An expert witness should state the facts or assumption upon which his opinion is based. He should not omit to consider material facts which could detract from his concluded opinion (Re J above).
(4)An expert witness should make it clear when a particular question or issue falls outside his expertise.
(5)If an expert's opinion is not properly researched because he considered that insufficient data is available, then this must be stated with an indication that the opinion is no more than a provisional one (Re J above). In cases where an expert witness who has prepared a report could not assert that the report contained the truth, the whole truth and nothing but the truth without some qualification, that qualification should be stated in the report (Derby & Co Ltd and Others v Weldon and Others
(1990)The Times, 9 November per Staughton LJ).
(6)If, after exchange of reports, an expert witness changes his view on a material matter having read the other side's expert's report or for any other reason, such change of view should be communicated (through legal representatives) to the other side without delay and when appropriate to the court.
(7)Where expert evidence refers to photographs, plans, calculations, analyses, measurements, survey reports or other similar documents, these must be provided to the opposite party at the same time as the exchange of reports (see 15.5 of The Guide to Commercial Court Practice).». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 47. Γενικά, το καθήκον του πραγματογνώμονα έναντι του Δικαστηρίου, κατά την μαρτυρία του, έγκειται στην αιτιολογημένη, αντικειμενική και αμερόληπτη παρουσίαση των αναγκαίων επιστημονικών κριτηρίων ώστε να δώσουν την δυνατότητα στο Δικαστήριο να κρίνει ευχερώς την ακρίβεια των επίδικων συμπερασμάτων του και να διαμορφώσει συναφώς την δική του ανεξάρτητη άποψη δια της εφαρμογής των κριτηρίων αυτών στα γεγονότα της υπόθεσης (βλ. Γιαννάκης Πελεκάνος κ. α. ν Ανδρέα Πελεκάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746, Κώστας Κοσμάς Κούκος ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64, Νικόλας Περικλέους ν Ρεβέκας Μιχαήλ
(2012)1 Α.Α.Δ. 2420, The Torenia
(1983)Lloyd's Rep 210, 232). Βλ. επίσης, στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, τα αναφερόμενα στις σελίδες από 580 έως και
  1. Κατά τα άλλα, η μαρτυρία προσώπου που παρουσιάζεται στο Δικαστήριο ως πραγματογνώμονας, δεν αντιμετωπίζεται από το Δικαστήριο κατά τρόπο διαφορετικό από τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η μαρτυρία άλλων προσώπων. Η μαρτυρία τους, σημειώνεται, εκτιμάται στη βάση των ίδιων αρχών, αναφορά στις οποίες έχει ήδη γίνει (βλ. Ανδρέας Καουρής ν Δημήτρης Δημητρίου κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 967, Γιαννάκης Πελεκάνος κ. α. ν Ανδρέα Πελεκάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746). Με την επιπρόσθετη παρατήρηση, ότι, λόγω της ιδιαιτερότητας της μαρτυρίας πραγματογνώμονα, ως αυτή έχει προαναφερθεί, η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία αυτός φαίνεται να έχει προσεγγίσει το έργο του, επηρεάζει επίσης την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας του (βλ. Μαρία Μοτσιγιώργη κ. α. ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1 Α.Α.Δ. 1811). 49. Μαρτυρία πραγματογνώμονα που εκτιμάται θετικά και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο ως τέτοια, αξιολογείται από το Δικαστήριο προς τον σκοπό εξαγωγής των συμπερασμάτων του, αναλόγως της συγκέντρωσης σε αυτήν, ή της μη συγκέντρωσης σε αυτήν, εκείνων των στοιχείων που η νομολογία έχει αναγνωρίσει ότι μπορούν να της προσδώσουν βαρύτητα. Βαρύνουσας σημασίας για την αξιολόγηση της μαρτυρίας πραγματογνώμονα από το Δικαστήριο, έχει αποφασιστεί ότι συνιστά το γεγονός ότι, ο πραγματογνώμονας, είχε προσωπικά την ευκαιρία, -στις περιπτώσεις όπου τούτο είναι πρακτικά εφικτό και χωρίς να είναι, διευκρινίζεται, απαραίτητο-, να εξετάσει ο ίδιος το αντικείμενο ή την κατάσταση σε σχέση με την οποία καλείται να καταθέσει στο Δικαστήριο την γνώμη του. Το πότε χρονικά έλαβε χώρα αυτή η εξέταση από τον πραγματογνώμονα, υπό ποιες συνθήκες και με ποια μέσα, είναι επίσης στοιχείο σχετικό με το υπό συζήτηση θέμα, αναλόγως πάντοτε των επίδικων ζητημάτων. Δηλαδή, ποια είναι η βάση της μαρτυρίας του, επί της οποίας στηρίζει την γνώμη του (βλ. Πλοίο "Arabella" v Επιτροπής Σιτηρών Κύπρου
(2005)1 Α.Α.Δ. 428, Παύλος Παύλου ν Ανδρέας Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2014:A217, Πολιτική Έφεση Αρ. 185/2009, 26/03/2014). Το σημαντικότερο όμως είναι, ως έχει προαναφερθεί, η γνώμη του πραγματογνώμονα, που απαραιτήτως πρέπει να ανταποκρίνεται στις εγγενείς ανάγκες της υπόθεσης, -έτσι, ώστε, να προσφέρεται προς απόδειξη των στοιχείων εκείνων που δικογραφούνται από τον διάδικο που τον καλεί και είναι επίδικα και προς επίλυση από το Δικαστήριο-, να είναι δεόντως αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη, επαρκής και πειστική (βλ. Γιαννάκης Πελεκάνος κ. α. ν Ανδρέα Πελεκάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746). Πρωταρχικός άλλωστε σκοπός της μαρτυρίας πραγματογνώμονα, επαναλαμβάνεται, είναι ο εφοδιασμός του Δικαστηρίου με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια ή/και ειδική γνώση, ώστε, το ίδιο να μπορέσει να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση. Τελικός κριτής των γεγονότων, υπενθυμίζεται, είναι πάντοτε το Δικαστήριο (βλ. Κώστας Κοσμάς Κούκος ν Δημοκρατίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 64). Ως έχει νομολογηθεί, το Δικαστήριο, έχει την ευχέρεια, εκεί όπου ελλείπουν τα αναγκαία ποιοτικά χαρακτηριστικά από την προσφερόμενη μαρτυρία πραγματογνωμοσύνης, να απορρίψει την μαρτυρία του προσώπου που παρουσιάζεται για να καταθέσει ως πραγματογνώμονας, ακόμη και αν είναι το μοναδικό πρόσωπο που έχει κληθεί και καταθέσει υπό την ιδιότητα αυτή. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί, ακόμη και στις περιπτώσεις όπου ενώπιον του έχουν καταθέσει πέραν του ενός πραγματογνώμονα, να προτιμήσει την μαρτυρία μόνον ενός από αυτούς ή και περισσοτέρων, ή ακόμη και να αγνοήσει όλες και να προβεί στη δική του ανάλυση, εάν τα περιστατικά της υπόθεσης και τα γεγονότα που αποδέχεται ως αποδεκτά, το δικαιολογούν (βλ. Γιαννάκης Πελεκάνος κ. α. ν Ανδρέα Πελεκάνου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1746). Σε μια τέτοια περίπτωση, όπως φυσικά αναμένεται και όταν ισχύει το αντίθετο, το Δικαστήριο πρέπει να δίδει τους λόγους για την απόφαση του, ειδικότερα όταν δεν έχει ενώπιον του οποιαδήποτε άλλη μαρτυρία πραγματογνώμονα που να καταθέτει αντίθετη άποψη (βλ. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ν D & A Charalambous (Frozen Foods) Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 448). Βλ. γενικά επί του ζητήματος της αξιολόγησης της μαρτυρίας πραγματογνωμόνων, στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στις σελίδες από 582 έως και 584). Τέλος, όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στην σελίδα 583: «Όσο σημαντική και να είναι η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων, δεν είναι ορθό, όταν ταυτοχρόνως προσφέρεται μαρτυρία από τον ίδιο τον διάδικο, η δικαστική αξιολόγηση να βασίζεται κατ' ουσίαν στη μαρτυρία του τελευταίου και μάλιστα κατ' απομόνωσιν, αφού η μαρτυρία του πραγματογνώμονα, από όπου και αν αυτή προέρχεται, δεν υποκαθιστά την πρωτογενή μαρτυρία των πρωταγωνιστών της διαφοράς. Η μαρτυρία των πραγματογνωμόνων, εραιώνει επιστημονικώς τη μία ή άλλη εκδοχή των διαδίκων, αλλά τούτο γίνεται συμπληρωματικώς και προς επίρρωση ή αναίρεση της, αναλόγως της πρωταρχικής και ουσιαστικής μαρτυρίας των διαδίκων. Αποτελεί, επομένως, θεμελιώδες λάθος η επίλυση του κορυφαίου ζητήματος της αξιολόγησης της μαρτυρίας των διαδίκων δια της προσφερόμενης επιστημονικής μαρτυρίας και μόνο ή κατά κύριο λόγο. .».
  1. Με γνώμονα τις προαναφερόμενες αρχές, προχωρώ στην εξέταση της μαρτυρίας των ΜΕ1 και ΜΕ
  2. Η πραγματογνωμοσύνη των εν λόγω μαρτύρων, δεν αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους 1 και 2 και έχοντας εξετάσει την επί του προκείμενου μαρτυρία τους (βλ και τα βιογραφικά τους σημειώματα, Τεκμήρια ΑΝ1 και ΣΙ1), ικανοποιούμε ότι, αυτοί, είναι πραγματογνώμονες στον τομέα της πολιτικής μηχανικής, τόσο από απόψεως ακαδημαϊκής κατάρτισης, όσο και από απόψεως πρακτικής εξάσκησης. Σε ότι αφορά την περίπτωση του ΜΕ1, σημειώνεται η εξειδίκευσης του στον τομέα της γεωτεχνικής και γεωλογίας και γνώσεις σε ότι αφορά την βιοτεχνική προστασία πρανών («biotechnical slope protection»), καθότι αυτή σχετίζεται με την μαρτυρία που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο από πλευράς Ενάγοντα προς υποστήριξη του ισχυρισμού του για διάβρωση του πρανούς της γης της ακίνητης ιδιοκτησίας του, από την διαγωγή των Εναγομένων. Έχοντας παρακολουθήσει τους μάρτυρες αυτούς, δεν έχω καμία αμφιβολία ότι αυτοί, σε ότι αφορά τα όσα ουσιαστικά ζητήματα απασχόλησαν το Δικαστήριο σε αυτή την υπόθεση, κατέθεσαν στο Δικαστήριο με πάσα ειλικρίνεια την ανεπηρέαστη ειλικρινή τους άποψη. Και αναφέρω αυτό, καθότι, σε ότι αφορά τον ΜΕ1, ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο και πάλι χωρίς πρόσκληση της υπεράσπισης, ότι τον Ενάγοντα τον γνωρίζει για χρόνια και διατηρούν φιλικές σχέσεις. Ήταν μάλιστα, ως υποστήριξε και ο μελετητής της οικοδόμησης από τον Ενάγοντα κατοικία στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του. Όλα αυτά, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ως στοιχεία που αφαιρούν από μία αμερόληπτη άποψη που ένας πραγματογνώμονας έχει υποχρέωση να παρουσιάσει στο Δικαστήριο. Εντούτοις, στην προκείμενη περίπτωση, εκτός του ότι ο ΜΕ1, ως μάρτυρας, μου προξένησε πάρα πολύ καλή εντύπωση, η επιστημονική άποψη του, όχι μόνο έχει υποστηριχθεί και από τον ΜΕ2, επίσης πραγματογνώμονα, δεν έχει τεθεί ουσιαστικά υπό αμφισβήτηση από πλευράς των Εναγομένων. Τουναντίον, η προηγούμενη γνώση και άποψη του τόπου από τον ΜΕ1, προσθέτει στην εκτίμηση που του προσδίδω ως μάρτυρα. Παρά την αντεξέταση του μάρτυρα αυτού και την υποβολή θέσεων αντίθετων της μαρτυρίας και γνώμης του από πλευράς Εναγομένων, ο Εναγόμενος 1, παρουσίασε την μαρτυρία της ΜΥ, η οποία, αν και πολιτικός μηχανικός, δεν έχει την προαναφερόμενη εξειδίκευση του ΜΕ1, που μπορεί καλύτερα να προσφέρει στο Δικαστήριο αυτά τα ειδικά δεδομένα και γνώση προς τον σκοπό επίλυσης των επίδικων ζητημάτων. Η οποία, μαρτυρία της ΜΥ, σε ότι αφορά το ουσιαστικότερο επίδικο ζήτημα, κατά πόσο το τεχνικό έργο του επίδικου γεφυριού, κατασκευάστηκε, κατά καιρούς ανακατασκευάστηκε και τελικά διαμορφώθηκε αμελώς και κατά τρόπο που προκαλεί ζημιά στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, ήταν, ως και η ίδια σε κάποιο στάδιο της εξέτασης της αποδέχθηκε, εντελώς υποθετική. Βρίσκω συναφώς, ότι, η ΜΥ, δεν παρουσίασε στο Δικαστήριο μαρτυρία, εξαιρουμένων των γεγονότων για τα οποία είναι κοινώς παραδεκτά από τους διαδίκους, επί της οποίας το Δικαστήριο θα μπορούσε με ασφάλεια να βασιστεί για να εξάξει τα συμπεράσματα του. Η ΜΥ, χωρίς να τεκμηριώσει επιστημονικά την θέση της, υποστήριξε ότι συγκεκριμένοι όροι για την αδειοδότηση οικοδόμησης από τον Ενάγοντα στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του, δεν τηρήθηκαν, γεγονός που «ενδεχόμενα» να μπορούσε να αποτρέψει την οποιαδήποτε ζημιά του Ενάγοντα από διάβρωση του εδάφους της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας του. Δεν έχω αποκομίσει θετική εντύπωση από την ΜΥ, η οποία μου προκάλεσε την αίσθηση ότι ήταν διστακτική στις απαντήσεις της όταν αντεξεταζόταν από τον συνήγορο του Ενάγοντα, στα σημεία όπου αντιλαμβανόταν ότι οι απαντήσεις της σε ότι αφορούσε τα γεγονότα ή η άποψης της για αυτά, θα επηρέαζαν αρνητικά την υπόθεση του Εναγομένου
  3. Χαρακτηριστικό είναι το μέρος της αντξέτασης της, κατά το οποίο, ο συνήγορος του Ενάγοντα διερεύνησε, κατά ποιο τρόπο η μη υλοποίησης των όρων της προαναφερόμενης αδειοδότησης του εντολέα του, θα μπορούσε να αποτρέψει την ισχυριζόμενη από αυτόν ζημιά του, δεδομένης της υψομετρικής διαφοράς της ακίνητης ιδιοκτησίας του στο μέρος της όπου θα έπρεπε τα εν λόγω έργα να υλοποιηθούν (προς συμμόρφωση του με τους όρους), αφής στιγμής, όπως άλλωστε υποστήριξε έντονα και ο ΜΕ1, η υπόσκαψης του εδάφους θα είχε ως αποτέλεσμα την κατάρρευση τους. Σε εκείνο το σημείο της αντεξέτασης της, η ΜΥ1, παρατήρησα, ήταν πολύ συγκρατημένη στις απαντήσεις της. Πιέστηκε όμως και αντιλαμβανόμενη, ως εξέλαβα, ότι είχε εκδηλώσει την διστακτικότητα της, τελικώς αποδέχθηκε ότι η εισήγησης του συνηγόρου του Ενάγοντα και θέσης του τελευταίου για την υπόθεση του, ότι η δηλαδή, υλοποίησης των όρων της αδειοδότησης του δεν θα απέτρεπαν την ζημιά του, αποδέχθηκε ότι μπορεί να ήταν και ορθή. Δεν διαφεύγει άλλωστε της προσοχής μου και η στροφή που έγινε από πλευράς Εναγομένου 1 σε ότι αφορά την υπόθεση του, με την μαρτυρία της ΜΥ, η οποία έδωσε έμφαση στον όρο της περίφραξης που έπρεπε να γίνει από τον Ενάγοντα και της εναπόθεσης συρματόπλεξης και φύτευσης αναρριχητικών φυτών περιμετρικά της ακίνητης ιδιοκτησίας του στο σημείο της που είναι εκτεθειμένη στον ποταμό, όταν με την έκθεση υπεράσπισης του, η αναφορά του ήταν στους όρους που αφορούσαν κυρίως την κατασκευή πεζοδρομίων και οχετών απορροής όμβριων υδάτων. Θέση, που ως επίσης δεν μου διαφεύγει, δεν ετέθη στον ΜΕ1 κατά την αντεξέταση του. Τόσο ο Ενάγοντας, όσο και ο ΜΕ1, μαρτυρώντας στο Δικαστήριο, επεξήγησαν, -ο ΜΕ1 μάλιστα και με λεπτομέρεια (και με υποδείξεις και επί της φωτογραφίας 1 του Παραρτήματος Β του Τεκμηρίου ΑΝ2; όπως σχετικές υποδείξεις έγιναν και από τον Ενάγοντα στην φωτογραφία 4 του Τεκμηρίου ΑΑ5)- γιατί αυτοί οι δύο όροι και να υλοποιούνταν, δεν θα απέτρεπαν την ισχυριζόμενη ζημιά του Ενάγοντα. Οι μαρτυρία τους και σε αυτό το σημείο της ήταν λογική και πειστική, έχοντας το Δικαστήριο υπόψη του και το φωτογραφικό υλικό που κατατέθηκε στο Δικαστήριο για να υπάρχει άποψη της επιτόπιας κατάστασης γενικά. Η πλευρά του Εναγομένου 1, προφανώς, αντιλήφθηκε την αδυναμία των θέσεων που προδικαστικά πρόβαλλε με την έκθεση υπεράσπισης του, έκαμε αυτή την στροφή, η οποία μου έχει δημιουργήσει αρνητική εντύπωση για το βάσιμο της υπόθεσης του. Ο Ενάγοντας, μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση. Αγανακτισμένος για την όλη κατάσταση, έπειθε το Δικαστήριο με τις απαντήσεις του, σε ότι αφορά όλα τα γεγονότα που υποστήριξε που αφορούν την ουσία αυτής της υπόθεσης. Δεν έχει σημασία αν κατοικεί ή αν διαμένει στην κατοικία που έχει ανεγερθεί ή βρίσκεται υπό ανέγερση στην εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του, καθότι το επίδικο και προς επίλυση από το Δικαστήριο, είναι εάν από την διαγωγή των Εναγομένων, η γη, το έδαφος της εν λόγω ακίνητης ιδιοκτησίας της οποίας έχει αποκλειστική κατοχή, υπέστη, κατά το περιστατικό της 10ης/12/2010, ζημιά, και εάν αυτό είναι ένα επαναλαμβανόμενο φαινόμενο. Ούτε είναι σημαντικό εάν δεν γνωρίζει ο ίδιος προσωπικά κατά πόσο τα καλάμια στην κοίτη του ποταμού αποκόπηκαν όντως από συνεργείο του Εναγομένου 2 και αφέθηκαν στην κοίτη και τις όχθες του, ανάντη του επίδικου γεφυριού, ή κατά πόσο αντιπρόσωπος του Εναγομένου 2, κατ' εντολής του τελευταίου, απέφραξε το προηγούμενο του επίδικου γεφυριού, γεφύρι, ανάντη του ποταμού κατά τον τρόπο που ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε, και ότι εξ ακοής τρίτων προσώπων (τα οποία κατονόμασε, περιέγραψε, έδωσε τηλέφωνα τους, επεξήγησε γιατί δεν κλήθηκαν για να μαρτυρήσουν) γνωρίζει για αυτά. Ο Ενάγοντας, ήταν ειλικρινής προς το Δικαστήριο, έντονος από απογοήτευση και αγανάκτηση από την χρόνια αυτή κατάσταση πραγμάτων και έχω πεισθεί ότι μαρτύρησε την αλήθεια. Έχω, άλλωστε, ενώπιων μου και την φωτογραφία 1, του Παραρτήματος Β του Τεκμηρίου ΑΝ2, που ελήφθη, σύμφωνα με την μαρτυρία των Ενάγοντα και ΜΕ1, αμέσως σχεδόν μετά το περιστατικό της 10ης/12/2010, που δείχνει ακριβώς, ως πολύ παραστατικά περιέγραψε και ο ΜΕ1 που επιθεώρησε τότε επί τόπου την κατάσταση, το αποτέλεσμα της μεταφοράς από την ροή των νερών του ποταμού των καλαμιών στο επίδικο γεφύρι. Το δεδομένο αυτό της εξ ακοής μαρτυρίας και ειδικότερα ποια βαρύτητα αυτή η μαρτυρία του Ενάγοντα μπορεί να έχει, δεδομένης και της μη παρουσίασης μαρτυρίας από πλευράς Εναγομένου 2 που να αντικρούει αυτούς τους ισχυρισμούς, θα κριθεί, όταν το Δικαστήριο θα αποφασίζει επί της μαρτυρίας που θα αποδεχθεί, το βάσιμο της απαίτησης του Ενάγοντα στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Αποδέχομαι συνεπώς την μαρτυρία των ΜΕ1, ΜΕ2 και Ενάγοντα, για σκοπούς εξαγωγής συμπερασμάτων για τα επίδικα ζητήματα και απορρίπτω αυτή της ΜΥ. Αξιολόγηση της αποδεκτής μαρτυρίας
  4. Εισαγωγικά της αξιολόγησης της μαρτυρίας που έχει γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο, πρέπει να αναφερθούν τα εξής. καθότι, βρίσκω, ότι, σε κάποιο βαθμό και ως επεξηγείται στην συνέχεια της απόφασης μου, έχουν σημασία σε ότι αφορά την υπόθεση που οι Εναγόμενοι 1 και 2 αντιμετωπίζουν σε αυτή την Αγωγή.
  5. Σύμφωνα με το Άρθρο 3
(1)(β) του περί Κυβερνητικών Υδατικών Έργων Νόμου, Κεφ. 341, το οποίο έχει αντικατασταθεί από το Άρθρο 13
(1)του περί της Ενιαίας Διαχείρισης Υδάτων Νόμου του 2010, Νόμος 79(I)/2010, (ο οποίος Νόμος 79(Ι)/2010, έχει, από 15/11/2010, καταργήσει το Κεφ. 341), όλα τα ύδατα που ρέουν από ποταμό, αποτελούν, ως μέρος των εσωτερικών υδάτων της Δημοκρατίας, (με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων που καθορίζονται από το Άρθρο 13
(2)του Νόμου 79(Ι)/2010), απόλυτη ιδιοκτησία της Δημοκρατίας και τυγχάνουν διαχείρισης από τον Υπουργό Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος, βάσει των προνοιών [και] του περί Προστασίας και Διαχείρισης των Υδάτων Νόμου του 2003, Νόμος 13(Ι)/
  1. Σκοπός του οποίου (Νόμου 13(Ι)/2004), σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 3 του Νόμου 13(Ι)/2004, μεταξύ άλλων, είναι και η προστασία των επιφανειακών χερσαίων νερών, στα οποία κατατάσσονται και τα νερά ποταμών, κατά τρόπο που να μετριάζονται οι επιπτώσεις και από πλημμύρες. Σχετικές ως προς το ζήτημα αυτό, είναι και οι πρόνοιες του περί Αξιολόγησης, Διαχείρισης και Αντιμετώπισης των Κινδύνων Πλημμύρας Νόμου του 2010, Νόμος 70(Ι)/2010, (ο οποίος ετέθη σε ισχύ στις 16/07/2010) που ορίζει ως αρμόδια αρχή για την αξιολόγηση των κινδύνων πλημμύρας [και από ποταμούς] και την κατάρτιση σχεδίου διαχείρισης τους με σκοπό την μείωση των δυνητικών αρνητικών συνεπειών τους, το Τμήμα Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος.
  2. Επιπρόσθετα των προαναφερομένων, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 7 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου, Κεφ. 224, κάθε ποταμός (και οι λεκάνες, κοίτες ή αυλάκια αυτού και κάθε γη από την οποία το νερό του έχει υποχωρήσει), που κατά την ημερομηνία έναρξης ισχύος του νόμου αυτού δεν τελούσε υπό την κυριότητα ιδιώτη, ανήκει στην Δημοκρατία.
  3. Περαιτέρω, σύμφωνα με το Άρθρο 81 του Νόμου 79(Ι)/2010 οποιοδήποτε έργο σε επιφανειακά χερσαία νερά, (στα οποία, ως έχει προαναφερθεί, κατατάσσονται και τα νερά ποταμών), με το οποίο δύναται να συγκρατηθεί νερό ή να εμποδιστεί η ροή του, δεν κατασκευάζεται, τροποποιείται, συντηρείται, λειτουργείται ή εγκαταλείπεται, εκτός αν υπάρχει σε ισχύ άδεια που εκδίδεται από τον Διευθυντή του Τμήματος Αναπτύξεως Υδάτων του Υπουργείου Γεωργίας, Φυσικών Πόρων και Περιβάλλοντος. Αξιοσημείωτες είναι και οι πρόνοιες του Άρθρου 4 του Κεφ. 341 (το οποίο Κεφ. 341, υπενθυμίζεται, την 15/11/2010, καταργήθηκε από τον Νόμο 79(Ι)/2010), σύμφωνα με το οποίο, το Υπουργικό Συμβούλιο, προς τον σκοπό, μεταξύ άλλων, προστασίας γαιών από πλημμύρες ή διαβρώσεις τους, δύναται να κατασκευάζει, διατηρεί ή συντηρεί οποιαδήποτε υδατικά έργα, στα οποία περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, σήραγγες, οχετοί, αγωγοί, σωλήνες, οχετοί διαρροής, υδρορροές και άλλες κατασκευές ή εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούνται ή κατασκευάζονται για την διοχέτευση ή ρύθμιση ύδατος και προστασία γαιών από πλημμύρες ή διαβρώσεις, οι οποίες χρησιμοποιούνται με τον τρόπο αυτό ή έχουν κατασκευαστεί από το κράτος στην βάση των προνοιών του Κεφ.
  4. Επίσης, σημειώνονται και οι διατάξεις του Άρθρου 84 του περί Δήμων Νόμoυ τoυ 1985, Νόμος 111/1985, που ορίζει, στα καθήκοντα των δημοτικών συμβουλίων, τηρουμένων των διατάξεων και οποιουδήποτε άλλου σχετικού νόμου, την εντός των ορίων του δήμου τους, την πρόνοια για κατασκευή, συντήρηση, μετατροπή, κλείσιμο ή αλλαγή κατευθύνσεως, καθαριότητα, φωτισμό και ελεύθερη χρήση, οποιοδήποτε οδών και γεφυρών. Ανάλογο καθήκον, έχουν, σύμφωνα με το Άρθρο 82 περί Κοινοτήτων Νόμου του 1999, Νόμος 86(I)/1999 και τα κοινοτικά συμβούλια. Σημειώνονται παρενθετικά και η ερμηνεία που δίδεται από το Άρθρο 2 του Νόμου 111/1985, στους όρους «οδός» και «οικοδομή». Ανάλογη ερμηνεία, στους προαναφερόμενους όρους, δίδεται και από το Άρθρο 2 του Νόμου 86(Ι)/
  5. Καθώς επίσης, σημειώνεται και η ερμηνεία της φράσης «δημόσια οδός» που δίδεται από το Άρθρο 2 του περί Δημόσιων Oδών Νόμoυ, Κεφ. 83, που περιλαμβάνει και οποιαδήποτε γέφυρα ανήκει στην Δημοκρατία. Γενικότερα, αναφορά γίνεται και στις πρόνοιες του περί Διατηρήσεως του Εδάφους Νόμου, Κεφ. 94 και του περί Αρδευτικών Τμημάτων (Χωριά) Νόμος, Κεφ.
  6. Ο Ενάγοντας, βάσισε την Αγωγή του και επί του Άρθρου 52 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 και την αρχή της αυστηρής ευθύνης για επικίνδυνες δραστηριότητες που διακηρύχτηκε από την Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βορείου Ιρλανδίας στην υπόθεση Rylands a. a. v Fletcher [1868] LR 3 HL
  7. Θεωρώ ότι η απαίτησης του Ενάγοντα επί αυτής της βάσης δεν μπορεί να επιτύχει, καθότι δεν έχει κατά την άποψη μου αποδειχθεί το συστατικό στοιχείο της «συλλογής» ή «συσσώρευσης» από πλευράς Εναγομένου 1, -που είναι, ως έχει προαναφερθεί, ο ιδιοκτήτης και διαχειριστής («controller») της ακίνητης ιδιοκτησίας από την οποία διαπερνά ο ποταμός, που συνορεύει στο συγκεκριμένο σημείο του με την ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, καθώς επίσης και υπεύθυνος για τα νερά του-, από «κάτι», που μπορούσε να προκαλέσει κακό / ζημιά αν διέφευγε στον Ενάγοντα, που καθιστά την προαναφερόμενη βάση αγωγής αγώγιμη και θα δικαιολογούσε να εναποθέσει στον Εναγόμενο την αυστηρή αυτή ευθύνη που θεσμοθετείται από το εν λόγω Άρθρο 52 του Κεφ.
  8. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα όσα γεγονότα ο ίδιος ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε στο Δικαστήριο, αυτό που καταλογίζει στον Εναγόμενο 1, είναι, ότι, με την κατασκευή του γεφυριού (κατά τα διάφορα χρονικά στάδια μέχρι και την τελική διαμόρφωση του οικοδομήματος/κατασκευής του), υπήρξε επέμβασης στην ροή των νερών του ποταμού, κατά τρόπο που αυτά, να διοχετεύονται με ορμή κατά μέτωπο με την ακίνητη ιδιοκτησία του, με αποτέλεσμα την διάβρωση του εδάφους της. Δεν υπήρξε ισχυρισμός, ότι, τα νερά του ποταμού, ένεκα της κατασκευής του ποταμού, την επίδική εκείνη ημέρα της 10ης/12/2010, είχαν, ένεκα της κατασκευής του γεφυριού στο συγκεκριμένο σημείο του, αποφραχθεί ή συλλεχθεί ή συσσωρευτεί από τον Εναγόμενο 1, κατά τρόπον αφύσικο (σε σχέση, δηλαδή, με την φυσιολογική ροή του), που, μεταγενέστερη, κατά τον οποιονδήποτε τρόπο, «διαφυγή» τους, να προκάλεσε την ισχυριζόμενη από πλευράς Ενάγοντα ζημιά του. Εδώ, δεν έχουμε την περίπτωση της κατασκευής π. χ. μίας δεξαμενής ή φράγματος από πλευράς Εναγομένου 1, που αποσκοπούσε στην συλλογή ή συσσώρευση νερού, ώστε, να μπορούσε να βρεθεί από το Δικαστήριο επικινδυνότητα, που θα μπορούσε να δικαιολογήσει αντίθετο, από το προαναφερόμενο, συμπέρασμα (βλ. Greenock Corp. v Caledonian Ry. [1917] A. C. 556). Το γεγονός, ότι, κατά την 10η/12/2010, ο ποταμός παρέσυρε και μετέφερε από προηγούμενο σημείο του στο σημείο του επίδικου γεφυριού, καλάμια, με αποτέλεσμα την απόφραξη της κανονικής απορροής των νερών του ποταμιού από το σύστημα διοχέτευσης τους (του γεφυριού) κατάντη του ποταμού, δεν αποτελεί κατά την άποψη μου συλλογή ή συσσώρευση των νερών του ποταμού από πλευράς του Εναγομένου 1, κατά την έννοια που η νομολογία έχει καθορήσει ότι θα δικαιολογούσε την εφαρμογή της προαναφερόμενης αρχής. Η διαμορφωθείσα τότε κατάσταση, και συσσώρευση νερών του ποταμού να είχε προκαλέσει, έστω και παροδικά, ήταν το αποτέλεσμα της φύσης, δηλαδή των βροχών που προκάλεσαν ροή νερού στον ποταμό και την παράσυρση των καλαμιών από προηγούμενο σημείο του (ασχέτως της αμέλειας των Εναγομένων που παρήγε αυτή την κατάσταση), στο σημείο του όπου βρίσκεται το επίδικο γεφύρι. Ως εκ τούτου, η εφαρμογή της υπό συζήτηση αρχής δεν μπορεί να δικαιολογήσει την σχετική απαίτηση του Ενάγοντα αυτής της Αγωγής (βλ. Cambridge Water Co v Eastern Countries Leather Plc [1994] 2 WLR 53). Σε ότι αφορά τον Εναγόμενο 2, η βάση αυτή της απαίτησης του Ενάγοντα εναντίον του δεν μπορεί να επιτύχει, καθότι, αυτός, ως έχει προαναφερθεί, δεν είναι, ή καλύτερα, ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο, ιδιοκτήτης, κάτοχος ή είχε τον έλεγχο («control») του ποταμού, ή είχε την ευθύνη των νερών αυτού. Βλ., σε ότι αφορά τα προαναφερόμενα, Giles v Walker
(1890)24 Q.B.D. 656, Read v Lyons [1947] A.C. 156 και Hunter v Canary Warf Ltd [1997] A.C. 655. Εδώ, πρέπει περαιτέρω να σημειωθεί, ότι, είναι παραδεκτό γεγονός από τους διαδίκους, και ισχυρισμός μάλιστα του ιδίου του Ενάγοντα, ότι, το συγκεκριμένο γεφύρι, κατασκευάστηκε από τον Έπαρχο Λάρνακας -κατά τεκμήριο νόμιμα («omnia praesumantur rite et solemniter esse acta», βλ. Νέδη Π. Ζένιου ν Πάμπου Ζένιου (Αρ. 2)
(2002)1 Α.Α.Δ. 1175)- στα πλαίσια υλοποίησης σχεδιασμού ανάπτυξης του οδικού δικτύου της περιοχής, που έγινε προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος (και ειδικότερα των κατοίκων και ιδιοκτητών ακίνητης ιδιοκτησίας στο χωριό της Μοσφιλωτής) (και όχι απλά για σκοπούς που αφορούσαν την εξυπηρέτηση αναγκών του Εναγομένου 1, ασύνδετων με ένα τέτοιο εγχείρημα), από το οποίο, οδικό δίκτυο, τεκμαίρεται ότι εξυπηρετείται και ο Ενάγοντας (βλ. Peters v Prince of Whales Theatre (Birmingham) Ltd [1943] 1 K.B. 73). Ως εκ τούτου, δεν μπορεί, επιπροσθέτως των προαναφερομένων να γίνει αποδεκτή αυτή η βάση για την Αγωγή του Ενάγοντα, επειδή και η χρήσης του ποταμού από τον Εναγόμενο 1 (δηλαδή, δια της κατασκευής, για τους λόγους που έχουν προαναφερθεί, του γεφυριού, στο συγκεκριμένο σημείο του και για τον συγκεκριμένο σκοπό), δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποκλίνει από το τι μπορεί να γίνει αποδεκτό ως συνηθισμένη χρήση («ordinary use») ενός παραπόταμου ή ποταμού, ή σε κάθε περίπτωση, ότι η εν λόγω χρήσης του, δεν ήταν αρμόζουσα για το γενικότερο συμφέρον της κοινότητας της Μοσφιλωτής ή ότι αυτή αποτελούσε εξαιρετικό κίνδυνο («exceptional risk») (βλ. Rickards v Lothian [1913] A.C. 263, 280 και Transco Plc v Stockport Metropolitan Borough Council [2004] 2 A.C. 1). Σημειώνεται εντούτοις, λόγω της εξέτασης που επακολουθεί, της άλλης βάσης επί της οποίας στήριξε αυτή του την Αγωγή ο Ενάγοντας, της ιδιωτικής οχληρίας, η διαφορά μεταξύ του τι συνιστά συνηθισμένη χρήση («ordinary use») ακίνητης ιδιοκτησίας και του τι συνιστά λογική χρήση («reasonable use») ακίνητης ιδιοκτησίας.
  1. Προχωρώ τώρα στην εξέταση της βάσης επί της οποίας διαζευκτικά στήριξε αυτή του την Αγωγή ο Ενάγοντας, ήτοι, κατά πόσο, η ισχυριζόμενη από τον Ενάγοντα διαγωγή των Εναγομένων (πράξεις ή παραλείψεις), υπέπεσε του προτύπου που αντικειμενικά αναμενόταν από αυτούς υπό τις περιστάσεις, βάσει των προνοιών του προαναφερόμενου Άρθρου 51 του Κεφ.
  2. Δηλαδή, κατά πόσο αυτοί, ενώ είχαν καθήκον επιμέλειας έναντι του Ενάγοντος (αν, δηλαδή, ενυπάρχουν θετικοί λόγοι που δικαιολογούν οι Εναγόμενοι να κριθούν υπεύθυνοι για την ισχυριζόμενη απώλεια του Ενάγοντος) συμπεριφέρθηκαν λανθασμένα (μη ανταποκρινόμενοι, δηλαδή, ως έχει προαναφερθεί, του αντικειμενικώς αποδεκτού υπό τις περιστάσεις επιπέδου: κρίνοντας, δηλαδή, τους Εναγομένους, με βάση το πρότυπο ενός λογικού ανθρώπου που αναλαμβάνει το καθήκον ή την δραστηριότητα κατά την διάρκεια της οποίας ανακύπτει η ισχυριζόμενη αμέλεια) και υπό περιστάσεις που ήταν λογικά προβλέψιμος (δηλαδή, εντός του πεδίου του καθήκοντος / μη απομακρυσμένη) ο κίνδυνος πρόκλησης της ισχυριζόμενης ζημιάς του Ενάγοντος, -η οποία (ζημιά του) πρέπει να είναι σχετική του είδους («cause in fact»)-.
  3. Στην προκείμενη περίπτωση, η Αγωγή του Ενάγοντα, στρέφεται εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία ενάγεται δια του Εναγομένου 1 βάσει των προνοιών του Άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, και η οποία, όπως οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, δύναται, σε ένα κράτος δικαίου όπως το δικό μας, να κριθεί υπόλογος για το αστικό αδίκημα της αμέλειας, φορέα του δημοσίου -ως δηλαδή αντιπροσωπευτικά υπεύθυνη-, αν τα απαραίτητα στοιχεία που έχουν καθιερωθεί από την νομολογία που το καθιστούν αγώγιμο ικανοποιούνται σωρευτικά. Συναφώς, σημειώνεται, ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, όπως είναι και η υπό συζήτηση -εφόσον, ως έχει προαναφερθεί, ο Έπαρχος Λάρνακας τεκμαίρεται ότι, σε ότι αφορά την κατασκευή του γεφυριού, ενήργησε κατόπιν εξουσίας που του εναποθέτει ο νόμος-, το ζήτημα που τίθεται προς εξέταση, είναι, αφενός, κατά πόσο η εναπόθεσης καθήκοντος επιμέλειας εις αυτόν κατά άσκηση της εν λόγω εξουσίας του, θα ήταν ασυμβίβαστη με τον σκοπό του σχετικού νομοθετήματος και αφετέρου, κατά πόσο υπήρξε αμελής κατά την χρήση της: δηλαδή, αν υπήρξε αμελής στο να ασκήσει λογικά την εξουσία που του παρέχει ο νόμος προς υλοποίηση σχετικής επιχειρησιακής του απόφασης (βλ. Caparo Industries Plc v Dickman a. o. [1990] 2 A.C. 605, HL, Geddis v Proprietor of the Bann Reservoir
(1878)3 App Cas 430, HL και Χ v Bedfordshire County Council [1995] 2 A.C. 633). Στην προκείμενη περίπτωση, ο Εναγόμενος 1, δια του Έπαρχου Λάρνακας, προέβη, δια της κατασκευής (και στην συνέχεια της τροποποίησης της) της επίδικης γέφυρας σε σημείο του ποταμού που γειτνιάζει και μέρος του συνορεύει του ακινήτου του Ενάγοντα, σε μία θετική πράξη υλοποίησης του σχεδιασμού κατασκευής οδικού δικτύου στην εν λόγω περιοχή όπου βρίσκεται η εν λόγω ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα στην περιοχή της Μοσφιλωτής, βάσει εξουσίας που κανονικά του παρέχει ο νόμος, που είχε ως αποτέλεσμα την ζημιά του Ενάγοντα. Ως εκ τούτου, θεωρώ, βάσει και των όσων αμέσως στην συνέχεια αναφέρω σε ότι αφορά την προβλεψιμότητα που υπήρχε στην πρόκληση ζημιάς στον Ενάγοντα, ότι υπήρχε υπό τις περιστάσεις η αναγκαία εγγύτητα σχέσης Εναγομένου 1 (αντιπροσωπευτική, ως προαναφέρθηκε, μέσω του Έπαρχου Λάρνακας) και Ενάγοντα, ώστε το λογικό και δίκαιο να είναι, ότι υπήρχε, υπό τις δοσμένες περιστάσεις, καθήκον επιμέλειας της Δημοκρατίας έναντι του Ενάγοντα κατά την υλοποίηση της προαναφερόμενης απόφασης του Έπαρχου Λάρνακας (βλ. το σύγγραμμα Winfield & Jolowicz, Tort, 19η έκδοση, στις παραγράφους από 5-065 έως και 5-074 και ειδικότερα στην παράγραφο 5-069).
  1. Περαιτέρω, σημειώνεται, ότι, στην προκείμενη περίπτωση, ο Εναγόμενος 1, δια του Έπαρχου Λάρνακας και των αντιπροσώπων του, κατασκευάζοντας το γεφύρι (κατά τα διάφορα στάδια του, μέχρις ότου αυτό έλαβε την τελική του μορφή), προς υλοποίηση σχεδιασμού για την ανάπτυξη, λειτουργία και διατήρηση του οδικού δικτύου της συγκεκριμένης περιοχής όπου βρίσκεται η ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα στο χωριό της Μοσφιλωτής, δραστηριοποιήθηκε (σχεδιασμός και υλοποίηση) επί τομέα που απαιτούσε εξειδίκευση (ειδικές γνώσεις και πείρα) και ως εκ τούτου, πρέπει να κριθεί επί του αυξημένου επιπέδου ευθύνης που διακηρύχθηκε από τον Δικαστή McNair, στην αγγλική υπόθεση Bolam v Friern Hospital Management Committee [1957] 1 W.L.R. 582 [[vi]], ως αυτή επανεξετάστηκε και αναθεωρήθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο της Αγγλίας στην υπόθεση Montgomery v Lanarkshire Health Board [2015] U.K.S.C.
  2. Δηλαδή, επί του κριτηρίου του βαθμού επιμέλειας και δεξιότητας του συνηθισμένου / μέσου επαγγελματία που ασκεί συγκεκριμένη δεξιοτεχνία ή που διακηρύττει ότι έχει αυτή την δεξιότητα. Του επαγγελματία, δηλαδή, που δεν είναι αναγκαίο να κατέχει την υψηλοτέρου επιπέδου εξειδίκευση και ικανότητα; το επίπεδο ικανότητας του οποίου αρκεί να είναι το συνηθισμένο, δηλαδή, αυτό ενός συνηθισμένου ικανού ανθρώπου που ασκεί αυτό το επάγγελμα ή τέχνη. Συμμόρφωση με τη γενική πρακτική του επαγγέλματος, μπορεί, σύμφωνα με την νομολογία, να παρέχει κάποια κάλυψη, αλλά όχι πάντα και ιδιαίτερα όταν η συγκεκριμένη πρακτική δεν έτυχε να δοκιμαστεί δικαστικά (βλ. Ambramova v Oxford Institute of Legal Practice [2011] EWHC 613, QB, Muriel Beaumont κ. α. ν Νίκοιυ Παπακλεοβούλου
(2010)1 Α.Α.Δ. 525 και Αθηνά Βαριάνου ν Ανδρέα Π. Βορκά
(2010)1 Α.Α.Δ. 1541). Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με την μαρτυρία του εμπειρογνώμονα, ΜΕ1, -που επιβεβαιώθηκε και από την μαρτυρία του έτερου εμπειρογνώμονα ΜΕ2- (βλ. την σχετική έκθεση τους, Τεκμήριο ΑΝ2), η υφιστάμενη κατασκευή του επίδικου γεφυριού (ειδικότερα σε ότι αφορά την απορροή των νερών του ποταμιού από το σύστημα διοχέτευσης τους κατάντη του ποταμού του τεχνικού έργου του γεφυριού), επηρεάζει την φυσική ροή των νερών του ποταμού: (α) τα νερά του ποταμού, ανακλούνται στον εξωτερικό του δεξιού κιβωτίου / οχετό, τοίχο (είδους «ρουκέτας, πινγκ πονγκ») του τεχνικού έργου, κατά την έξοδο τους από αυτό, αναμιγνύονται με τα νερά που ρέουν στο αριστερό κιβώτιο / οχετό του τεχνικού έργου, γεγονός που έχει ως αποτέλεσμα την βίαιη αναταραχή της ροής των νερών του ποταμού, προσδίδοντας έτσι στο ρεύμα τους, τρομερές, διαβρωτικές του εδάφους, ικανότητες, (β) το αριστερό κιβώτιο / οχετός του τεχνικού έργου, σκοπεύει ανεμπόδιστα το πρανές της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντα που συνορεύει με τις όχθες του ποταμού, ανάντη του ποταμού, με αποτέλεσμα η ροή των νερών του ποταμού που διοχετεύονται σε αυτό, που δεν μπορεί αισθητά να αλλάξει κατεύθυνση από την σύγκρουση της με τα ανακλώμενα στον τοίχο νερά που εξέρχονται από το δεξί κουτί / οχετό του κατασκευαστικού έργου, να διαταράζεται αποκτώντας έτσι αυξημένη διαβρωτική ικανότητα; με αποτέλεσμα το χαλαρό πρανές του ποταμού να παρασύρεται, να φτάνει στο κατώτατο του σημείο και να επιτρέπει διάβρωση του εδάφους (στο πρανές) της ακίνητης ιδιοκτησίας του Ενάγοντα που παραμένει με τον τρόπο αυτό εκτεθειμένη στις διαβρωτικές ικανότητες της ροής των νερών του. Σημειώνεται, ότι, η κατάστασης αυτή πραγμάτων, που επενεργούσε στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα με τον ίδιο κατ' ουσία τρόπο, επικρατούσε και κατά τον χρόνο του επίδικου περιστατικού της 10ης/12/2010, όταν το τεχνικό έργο αποτελείτο από τους δύο οχετούς, κουτί στα δεξιά και σωλήνα στα αριστερά, και τον τοίχο στην έξοδο του στην ίδια θέση, να καλύπτει τον σωληνωτό οχετό. Έπεται, συνεπώς, από τα προαναφερόμενα, ότι, ένας πολιτικός μηχανικός του προαναφερόμενου επιπέδου, στην υπηρεσία του Εναγομένου 1, όφειλε να γνωρίζει και να προβλέψει ότι ο εν λόγω κίνδυνος ζημιάς από διάβρωση του εδάφους στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντος, ήταν πραγματικός, ένεκα της κατασκευής του γεφυριού (δεν ήταν δηλαδή απλώς ένα ενδεχόμενο απομακρυσμένο που μπορούσε να αφήσει ανεπηρέαστη την κρίση του) και ανεξαρτήτως του μεγέθους του εν λόγω κινδύνου, ότι, ο Εναγόμενος 1, έπρεπε να λάβει μέτρα για την εξάλειψη του. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν βρίσκω να υπήρχε οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος (κόστους ή άλλης δυσκολίας), ο Εναγόμενος 1, ο οποίος, σε διαφορετικές περιπτώσεις προέβη σε έργα τροποποίησης της κατασκευής του τεχνικού έργου του γεφυριού, με το ανάλογο κάθε φορά κόστος και έχοντας πληροφορηθεί, κατά καιρούς, ακόμη και πριν από το επίδικο περιστατικό της 10ης/12/2010, των σχετικών παραπόνων του Ενάγοντα για τα της δημιουργίας του κινδύνου από τον Έπαρχο Λάρνακας, να παραμελήσει τον εν λόγω κίνδυνο (βλ. Overseas Tankship (UK) Ltd v The Miller Steamship Co ("The Wagon Mound No 2" [1967] 1 AC 617 και Mitchell v Glasgow City Council [2009] UKHL 11), με αποτέλεσμα την προαναφερόμενη ζημιά του Ενάγοντος, που δεν θα προκαλείτο, βρίσκω, εάν ο Εναγόμενος 1 δεν ήταν δια του αντιπροσώπου του, Έπαρχου Λάρνακας, αμελής (βλ. το σύγγραμμα της J. Steele, Tort Law, 3η έκδοση, στις σελίδες 172 και 173).
  1. Είναι γεγονός, ότι, στα προαναφερόμενα γεγονότα, εμπλοκή είχε και ο Εναγόμενος 2, η διαγωγή του οποίου επίσης πρέπει να εξεταστεί. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία και ειδικότερα αυτή του εμπειρογνώμονα ΜΕ1, είναι γεγονός ότι, κατά την 10η/12/2010, ο ποταμός παρέσυρε και μετέφερε από προηγούμενο σημείο του, όχι μακρινό, στο σημείο του επίδικου γεφυριού, καλάμια που είχαν αποκοπεί προγενέστερα από αντιπροσώπους του Εναγομένου 2 στα πλαίσια εργασιών καθαρισμού του ποταμού και είχαν αφεθεί στις όχθες και την κοίτη αυτού, με αποτέλεσμα την απόφραξη της κανονικής απορροής των νερών του ποταμιού από το σύστημα διοχέτευσης τους (του γεφυριού) κατάντη του ποταμού. Αυτό το γεγονός, σωρευτικά με το γεγονός της αμελούς κατασκευής του γεφυριού από τον Έπαρχο Λάρνακας, αποτέλεσαν την αιτία για να προκληθεί η προαναφερόμενη ζημιά στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα. Ως εκ τούτου του γεγονότος, ενυπάρχει η εγγύτητα σχέσης που δικαιολογεί την εναπόθεση καθήκοντος επιμέλειας έναντι του Ενάγοντα, στον Εναγόμενο 2, καθότι, ήταν λογικά προβλέψιμο ότι, η μη απομάκρυνσης των καλαμιών από την κοίτη και τις όχθες του ποταμού κατά την διάρκεια των εργασιών καθαρισμού του, ήταν δυνατόν να προκαλέσει τον επηρεασμό της κανονικής ροής των νερών του ποταμού σε περίοδο βροχών, την απόφραξη της κανονικής απορροής των νερών του ποταμιού από το σύστημα διοχέτευσης τους (των γεφυριών του στα διάφορα σημεία του) κατάντη του ποταμού και την διάβρωση ή υποχώρηση γης που εφάπτεται με αυτόν ή συνορεύει με τις όχθες του από την ορμή και υπερχείλιση του, ζημιά που υπέστη και ο Ενάγοντας (βλ. Muirhead v International Tank Specialities Ltd [1985] 3 AllER 705, Murphy v Brentwood District Council [1990] 2 AllER 908, 934 και Mobil Oil Hong King Ltd v Hong Kong United Dockyards Ltd [1991] 1 Lloyd's Rep. 309).
  2. Ο Εναγόμενος 2, βρίσκω, ότι, δεν ανταποκρίθηκε του αντικειμενικώς αποδεκτού υπό τις περιστάσεις επιπέδου, κρίνοντας, την διαγωγή του, με βάση το πρότυπο ενός φορέα τοπικής διοίκησης που θα είχε δια νόμου το συγκεκριμένο καθήκον καθαρισμού του ποταμού, καθότι, αυτό που θα αναμενόταν από τον τελευταίο θα ήταν, αφενός, η εξ υπαρχής απομάκρυνση των καλαμιών από τις όχθες και την κοίτη του ποταμού όταν διεξάγονταν οι συγκεκριμένες εργασίες, μήνες προηγουμένως, ώστε να μην υπήρχε, ως προαναφέρθηκε, πιθανότητα αυτά να παρασυρθούν από τα νερά του ποταμού σε περίοδο βροχών, τον συνακόλουθο επηρεασμό της κανονικής ροής τους, την απόφραξη της κανονικής απορροής των νερών του ποταμού από το σύστημα διοχέτευσης τους (των γεφυριών του στα διάφορα σημεία του) κατάντη του ποταμού και την διάβρωση ή υποχώρηση γης που εφάπτεται με αυτόν ή συνορεύει με τις όχθες του από την υπερχείλιση του• και αφετέρου, όταν κατά την διάρκεια των γεγονότων της 10ης/12/2010 διαπιστώθηκε ότι, ανάντη του ποταμού (σε σχέση με το επίδικο γεφύρι), είχε αποφραχθεί το αμέσως προηγούμενο γεφύρι, να ενεργούσαν κατά τρόπον ώστε, ενεργώντας προς απεμπλοκή του, να μην δημιουργούσαν συνθήκες απόφραξης του επίδικου γεφυριού, όπως και έγινε (και ήταν λογικά αναμενόμενο ότι θα γινόταν), λόγω του ότι τα καλάμια και πάλι αφέθηκαν εντός του ποταμού.
  3. Δεδομένου, ότι, ως έχει προαναφερθεί, ο κίνδυνος πρόκλησης της ισχυριζόμενης ζημιάς του Ενάγοντος, που ήταν λογικά προβλέψιμος υπό τις περιστάσεις, ήταν εξαιτίας των δύο προαναφερόμενων λανθασμένων συμπεριφορών των Εναγομένων που επενέργησαν ταυτόχρονα και σωρευτικά, με τελικό αποτέλεσμα να συνεισφέρουν ουσιωδώς στην ζημιά του Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι κρίνονται σε ότι αφορά αυτήν, πλήρως υπεύθυνοι, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά (βλ. Bolitho v City and Hackney HA [1997] AC 232 και Sienkiewicz v Greif (UK) Ltd [2011] UKSC 10).
  4. Σε ότι αφορά την απαίτηση του Ενάγοντα που στηρίζεται στο Άρθρο 46 του Κεφ. 148, δηλαδή, επί του αστικού αδικήματος της ιδιωτικής οχληρίας, στην βάση των προαναφερομένων διαπιστώσεων μου που αφορούν την αμέλεια του Εναγομένου 1 (η αναφορά μου περιορίζεται σε ότι αφορά τις προαναφερόμενες διαπιστώσεις μου για τα γεγονότα), βρίσκω ότι και αυτή επιτυγχάνει εναντίον του. Στην προκείμενη περίπτωση, από την αποδεκτή μαρτυρία, βρίσκω ότι, ο Εναγόμενος 1, δια της κατασκευής του γεφυριού στον ποταμό σε σημείο του που γειτνιάζει με την ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα, σημείο της οποίας συνορεύει με αυτόν, προκαλεί ζημιά στην ακίνητη ιδιοκτησία του Ενάγοντα στο συγκεκριμένο σημείο της, όταν, σε περιόδους ροής νερού στον ποταμό, διοχετεύει αυτά κατά μέτωπο της, διαβρώνοντας ουσιαστικά το έδαφος της (βλ. Χρίστος Καλότυχος ν Cypsun Holidays Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1681). Κατάστασης πραγμάτων, δυνητικά, σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, επαναλαμβανόμενη. Η ζημιά, συνεπώς, του Ενάγοντα, είναι σημαντική και το στοιχείο αυτό της πρόκλησης φυσικής ζημιάς στην ακίνητη ιδιοκτησία του από την παρεμβολή του Εναγομένου 1, ως έχει προαναφερθεί, θέτει εκτός της εξέτασης από το Δικαστήριο, του κατά πόσο η χρήσης της ακίνητης ιδιοκτησίας του Εναγομένου 1 (του ποταμού δηλαδή) ήταν λογική («reasonable user»). Και αυτό, γιατί, κάτι τέτοιο είναι σχετικό, μόνο στις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο εξετάζει την διαπίστωση οχληρίας, όπου ο ισχυρισμός του ενάγοντα αφορά παρεμβολή του στ

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.