← Κύπρος

ΑΝΤΡΗΣ ΣΠΑΝΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3522/2012, 22/1/2018

ΑΝΤΡΗΣ ΣΠΑΝΟΥ ν. ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ κ.α., Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3522/2012, 22/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A16 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: ΜΙΧΑΛΗ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πολιτική Αγωγή υπ' αρ.: 3522/2012 Μεταξύ: ΑΝΤΡΗΣ ΣΠΑΝΟΥ Ενάγουσας - και - ΧΡΙΣΤΙΝΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΑΡΙΑΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΜΙΧΑΗΛ Εναγομένων ------------------- Ημερομηνία: 22/01/2018 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για την Ενάγουσα: κ. Στέλιος Δ. Δρυμιώτης. (Για να ακούσει την απόφαση: .....................). Για τους Εναγομένους 1, 2 και 3: κ. Μανώλης Χριστοδούλου για τον κ. Γιάννη Πολυχρόνη. (Για να ακούσει την απόφαση: .....................). --------------------- ΑΠΟΦΑΣΗ Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου 1. Η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό κρίση Αγωγή, ορίζεται από τις διατάξεις των Άρθρων 21[

(1), (α) και (β) και
(2)] και 22[
(3), (α) και (β) και
(5)] του περί Δικαστηρίωv Νόμoυ τoυ 1960, Νόμος 14/1960 και αυτές του Άρθρου 18 του περί Ενοικιοστασίου Νόμου του 1983, Νόμος 23/
  1. Σχετικό, εν προκειμένω, είναι και το Άρθρο 3 του περί Ενοικιοστασίου (Ελεγχόμενες Περιοχές) Διατάγματος του 2007, που ορίζει την κοινότητα της Ξυλοφάγου της Επαρχίας Λάρνακας, ως μη ελεγχόμενη περιοχή, κατά την έννοια του προαναφερόμενου Νόμου 23/
  2. Έπεται, ως εκ τούτου, ότι, το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων δεν έχει δικαιοδοσία εκδίκασης διαφορών που προκύπτουν από οπουδήποτε θέμα εγείρεται κατά την εφαρμογή του εν λόγω νόμου, σε ότι αφορά κατοικία ή κατάστημα που ευρίσκεται και διοικητικά ανήκει σε αυτή την περιοχή, συμπεριλαμβανομένου και οποιουδήποτε άλλου ενδιάμεσου ή συμπληρωματικού ζητήματος, όπως είναι για παράδειγμα οποιαδήποτε αξίωση για ανάκτηση οφειλόμενων ενοικίων. Βλ. Ιωάννη Κότσαπα & Υιοί ν Φωτάκη Κυπριανού κ. α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 261 και Αντώνης Ηλία ν Γεννάδιου Τσαντίδη
(2009)1 Α.Α.Δ.
  1. Η απαίτηση της Ενάγουσας
  2. Με τα προαναφερόμενα, γίνεται εισαγωγή στις αξιώσεις της Ενάγουσας σε αυτή την Αγωγή, καθότι, ακριβώς, με αυτήν, η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγομένους 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή ξεχωριστά (βλ. Μάριος Βαττή ν Χρυστάλλα Αυξεντίου κ. α. Πολιτική Έφεση Αρ. 127/2009, 10/01/2014), οφειλόμενα ενοίκια για την ενοικίαση ενός καταστήματος (δύο καταστήματα, που χρησιμοποιήθηκαν ως ένα) στην κοινότητα Ξυλοφάγου της Επαρχίας Λάρνακας, βάσει γραπτής σύμβασης ενοικίασης ημερομηνίας 01/09/2008, στην οποία ισχυρίζεται ότι προσήλθε με τις Εναγόμενες 1 και 2 για περίοδο δέκα ετών (ήτοι, από 01/09/2008 έως και την 31/08/2018). Ο Εναγόμενος 2, ενάγεται από την Ενάγουσα, καθότι, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς της, αυτός, εγγυήθηκε την πιστή τήρηση των όσων είχε συμφωνήσει με τις Εναγόμενες 1 και
  3. Επιπρόσθετα, η Ενάγουσα αξιώνει από τους Εναγομένους 1, 2 και 3, κατά τον τρόπο που προαναφέρθηκε, και αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, για όση περίοδο οι Εναγόμενες 1 και 2 παραμένουν σε κατοχή του καταστήματος και μέχρις ότου της παραδοθεί ελεύθερη κατοχή του. Συναφώς, η Ενάγουσα, αξίωνε εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 και διαταγή του Δικαστηρίου προς τον σκοπό εξαναγκασμού των να της παραδώσουν ελεύθερη κατοχή του. Η υπόθεσης των διαδίκων
  4. Πιο συγκεκριμένα τώρα, σε ότι αφορά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και σύμφωνα με την έκθεση απαίτησης της, ήταν ρητός όρος της σύμβασης ενοικίασης, ότι, οι Εναγόμενες 1 και 2, για την ενοικίαση του καταστήματος, θα της κατέβαλλαν προκαταβολικά, την πρώτη ημέρα του κάθε μήνα της περιόδου ενοικίασης, χρηματικό ποσό που είχε συμφωνηθεί για κάθε έτος ενοικίασης ως το μηνιαίο ενοίκιο. Για την περίοδο ενοικίασης από την 01/09/2008 έως και την 01/09/2010 το μηνιαίο ενοίκιο είχε συμφωνηθεί στα €427,
  5. Για την περίοδο ενοικίασης από την 01/09/2010 έως και την 01/09/2011 το μηνιαίο ενοίκιο είχε συμφωνηθεί στα €598,
  6. Για την περίοδο ενοικίασης από την 01/09/2011 έως και την 01/09/2012 το μηνιαίο ενοίκιο είχε συμφωνηθεί στα €652,
  7. Για την περίοδο ενοικίασης από την 01/09/2012 έως και την 01/09/2014 το μηνιαίο ενοίκιο είχε συμφωνηθεί στα €711,
  8. Από την 01/09/2014 και μετέπειτα [1], μέχρι και το τέλος της συμβατικής περιόδου ενοικίασης, το μηνιαίο ενοίκιο είχε συμφωνηθεί ότι, κάθε δύο έτη, θα αυξανόταν κατά ποσοστό 9% επί του τελευταίου μηνιαίου ενοικίου. Κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, μέχρι και την 31/08/2012, της όφειλαν δεδουλευμένα ενοίκια ύψους €5.201 και τούτο, κατά παράβαση των μεταξύ τους συμφωνηθέντων. Είναι περαιτέρω ο ισχυρισμός της Ενάγουσας, ότι, οι Εναγόμενες 1 και 2, καθυστερούσαν και/ή συστηματικά της αρνούνταν την πληρωμή του συμφωνηθέντος ενοικίου, της αρνούνταν την πληρωμή του ενοικίου ως αυτό σταδιακά αυξανόταν ποσοτικά δυνάμει της σύμβασης τους (από 01/09/2012, ως έχει προαναφερθεί, είχε συμφωνηθεί η πληρωμή μηνιαίως, για ενοίκιο, ποσού €711) και της πλήρωναν μόνο διάφορα ποσά μηνιαίως έναντι του συμφωνηθέντος ενοικίου. Για το προαναφερόμενα ζήτημα, η Ενάγουσα οχλούσε και ειδοποιούσε τους Εναγομένους 1, 2 και 3 προφορικά. Δηλαδή, να τηρούν τα συμφωνηθέντα τους. Τους απέστειλε μάλιστα και επιστολή ημερομηνίας 29/06/2012, με την οποία τους καλούσε να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ενοίκια τους και να πληρώνουν ανελλιπώς, εμπρόθεσμα και εις ολόκληρο το συμφωνημένο μηνιαίο ενοίκιο. Παράλειψη τους, σημείωνε περαιτέρω με την εν λόγω επιστολή, θα την οδηγούσε σε ενεργοποίηση του δικαιώματος της να τερματίσει την σύμβαση και να ανακτήσει δια της εξώσεως τους, κατοχή του καταστήματος. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, ουδέποτε της απάντησαν, ή ανταποκρίθηκαν στις οχλήσεις και ειδοποιήσεις της και δεν της εξόφλησαν τα οφειλόμενα ενοίκια.
  9. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο δικηγόρο, προέβαλαν κοινή υπεράσπιση στις προαναφερόμενες αξιώσεις της Ενάγουσας, εγείροντας προς υπεράσπιση τους, διαφορετικούς, από αυτούς της Ενάγουσας, ισχυρισμούς σε ότι αφορά τα γεγονότα, καθώς επίσης και σχετικές με αυτά, νομικές ενστάσεις. Σε ότι αφορά τα γεγονότα, θέσης τους είναι ότι, μετά την υπογραφή της σύμβασης ενοικίασης, λόγω του ότι η επιχείρηση που οι Εναγόμενες 1 και 2 διεξήγαν από το εν λόγω κατάστημα αντιμετώπιζε οικονομικές δυσκολίες, εξέφρασαν στην Ενάγουσα ή/και στο σύζυγο της που την αντιπροσώπευε σχετικά, ότι αδυνατούσαν να υλοποιήσουν τα συμφωνηθέντα, ή/και ότι πρόθεσης τους ήταν ο τερματισμός της σύμβασης ενοικίασης ή η πώληση της επιχείρησης τους και η εξεύρεση νέων ενοικιαστών. Τότε, συμφωνήθηκε, μεταξύ των Εναγομένων 1 και 2 και την Ενάγουσα, δια του συζύγου της που την αντιπροσώπευε, ότι, ποσό €300 από τα δεδουλευμένα και οφειλόμενα ενοίκια δεν θα το πλήρωναν στην Ενάγουσα και θα τους χαριζόταν και ότι, το μηνιαίο ενοίκιο θα μειωνόταν στο ποσό των €
  10. Έκτοτε, ισχυρίζονται οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, στην βάση της εν λόγω συμφωνίας, οι Εναγόμενες 1 και 2 κατέβαλλαν κάθε μήνα στην Ενάγουσα και ανελλιπώς, το εν λόγω ποσό των €350, το οποίο η Ενάγουσα αποδεχόταν ανεπιφύλακτα, εκδίδοντας τους μάλιστα και σχετικές αποδείξεις είσπραξης. Σε ότι αφορά την ισχυριζόμενη από πλευράς Ενάγουσας εγγύηση που της παρείχε ο Εναγόμενος 3, με την έκθεση υπεράσπισης τους, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, αν και αποδέχονται ότι ο Εναγόμενος 3 υπέγραψε έγγραφο που επιγραφόταν ως τέτοιο, υποστήριξαν τα εξής. Με επιστολή του δικηγόρου του Εναγομένου 3 προς την Ενάγουσα, ημερομηνίας 27/09/2011, ο Εναγόμενος 3 ισχυρίστηκε ακυρότητα της σύμβασης εγγύησης, και/ή εν πάση περιπτώσει, ανακάλεσε αυτήν, αναφορικά με «μελλοντικές συναλλαγές». Η Ενάγουσα, δεν απάντησε ποτέ σε αυτή την επιστολή του. Λόγω μεταβολής στους όρους της σύμβασης ενοικίασης μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένων 1 και 2, δηλαδή, σε ότι αφορούσε την μείωση του μηνιαίου ενοικίου στο ποσό των €350 ως έχει προαναφερθεί, επειδή ο Εναγόμενος 3 δεν ειδοποιήθηκε ή/και συναίνεσε σε αυτήν, από την στιγμή της προαναφερόμενης τροποποίησης, ο Εναγόμενος 3 απαλλάγηκε από κάθε ευθύνη για όλες τις μεταγενέστερες «συναλλαγές» Ενάγουσας και Εναγομένων 1 και
  11. Ο Εναγόμενος 3, δεν ενημερώθηκε ποτέ για τις αξιώσεις της Ενάγουσας αυτής της Αγωγής ή/και για την πρόθεση τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης. Τέλος, ο Εναγόμενος 3, ουδέποτε έλαβε αντίγραφο της μεταξύ της Ενάγουσας και των Εναγομένων 1 και 2 σύμβασης ενοικίασης και δεν γνώριζε το περιεχόμενο της. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, αρνούνται τον ισχυρισμό της Ενάγουσας περί καθυστέρησης και/ή συστηματικής άρνησης των Εναγομένων 1 και 2, πληρωμής προς την Ενάγουσα του συμφωνηθέντος ενοικίου, άρνησης τους να της πληρώσουν το ενοίκιο ως αυτό σταδιακά αυξανόταν ποσοτικά δυνάμει της σύμβασης τους και πληρωμής μόνον διαφόρων ποσών μηνιαίως έναντι του συμφωνηθέντος ενοικίου. Θέσης τους είναι ότι, στηρίχτηκαν στην συμφωνία στην οποία προσήλθαν με την Ενάγουσα, δια του συζύγου και αντιπροσώπου της, για μείωση στο ποσό του μηνιαίου ενοικίου, ως έχει προαναφερθεί. Υπό αυτές τις περιστάσεις, η Ενάγουσα κωλύεται από του να προβάλλει τους εν λόγω ισχυρισμούς της. Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 υποστηρίζουν ότι, η Ενάγουσα, με την όλη συμπεριφορά της, ή/και την ανεπιφύλακτη είσπραξη των ενοικίων ή/και την ανεπιφύλακτη έκδοση σχετικών αποδείξεων εξόφλησης, στην βάση των, μέσω του συζύγου και αντιπροσώπου της, συμφωνηθέντων της με τις Εναγόμενες 1 και 2, ή/και λόγω της αδιάλειπτης και αδιαμαρτύρητης αποδοχής από πλευράς της του ποσού των €350, ή/και χωρίς να έχει τερματίσει την σύμβαση ενοικίασης, μέχρι και την καταχώριση αυτής της Αγωγής, επέλεξε και αποδέχθηκε οριστικά, την τροποποίηση και μείωση του συμφωνηθέντος ενοικίου, γεγονός που της αποτρέπει τώρα να ισχυρίζεται το αντίθετο. Αυτά τα δεδομένα, ισχυρίζονται περαιτέρω οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, εύλογα τους δημιούργησαν την πεποίθηση, ότι η αξίωση της Ενάγουσας αυτής της Αγωγής δεν υφίσταται. Περαιτέρω και έχοντας ως βάση τα προαναφερόμενα, το γεγονός ότι η Ενάγουσα, αδιαμαρτύρητα, παρείχε στις Εναγόμενες 1 και 2, άδεια για κατοχή και/ή χρήση και/ή εκμετάλλευση του καταστήματος, για μία περίοδο περίπου 4 ετών, εύλογα τους δημιούργησε την πεποίθηση ότι, η Ενάγουσα, δεν θα ισχυριζόταν παράβαση της σύμβασης ενοικίασης και θα ήταν άδικο υπό αυτές τις περιστάσεις να επιτύχει στις αξιώσεις της.
  12. Οι Εναγόμενες 1 και 2, προέβαλαν και ανταπαίτηση εναντίον της Ενάγουσας, αποζημίωσης τους με το ποσό των €12.671,37 που ισχυρίστηκαν ότι αντιπροσωπεύει έξοδα τους για την επιδιόρθωση και/ή λειτουργία του καταστήματος, με τα οποία η Ενάγουσα, σύμφωνα με την θέση τους, επωφελήθηκε. Η προσαχθείσα μαρτυρία
  13. Προς υποστήριξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, κατά την δίκη, μαρτυρία δόθηκε μόνο από την Ενάγουσα. Ενώ, προς υποστήριξη της υπόθεσης των Εναγομένων 1, 2 και 3, κατά την δίκη, μαρτυρία παρουσιάστηκε μόνο από τον Εναγόμενο
  14. Η νομική πτυχή της υπόθεσης
  15. Η υπόθεσης αυτή, περιστρέφεται γύρω από την σύμβαση ενοικίασης που είναι παραδεκτό από τους διαδίκους ότι η Ενάγουσα προσήλθε με τις Εναγόμενες 1 και 2 για την ενοικίαση του καταστήματος. Η Ενάγουσα, ισχυρίζεται χρέος των Εναγομένων 1 και 2 που προκύπτει από αυτήν και παράβαση ουσιώδους όρου της, που αφορά την παράλειψη πληρωμής, εις ολόκληρο, του μηνιαίου ενοικίου που είχε συμφωνηθεί. Περαιτέρω, ισχυρίζεται παράνομη κατοχή του καταστήματος από τις Εναγόμενες 1 και 2 για την περίοδο που επακολούθησε της, ως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, «ακύρωσης» της σύμβασης ενοικίασης. Παράβαση σύμβασης
  16. Παράβαση σύμβασης, ενέχει, σύμφωνα με το δίκαιο των συμβάσεων, σειρά συνεπειών. Μπορεί να δίδει το δικαίωμα στο αναίτιο μέρος να επιδιώξει, μέσω του Δικαστηρίου, διαταγή για ειδική εκτέλεση της σύμβασης ή/και να επιβεβαιώσει («affirm») την σύμβαση και να απαιτήσει αποζημιώσεις, εάν, από την παράβαση, έχει υποστεί ζημιά [[i]], ή να τερματίσει την σύμβαση και να απατήσει αποζημιώσεις, εάν, και πάλι, από την παράβαση της έχει υποστεί ζημιά. Αποτελεί αρχή του δικαίου των συμβάσεων, ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, επιφέρει την απαλλαγή των μερών από τις μελλοντικές τους, βάσει αυτής, υποχρεώσεις (βλ. Σοφία Νορη ν Ερασμία Σταύρου Τσαγγαρίδη
(1998)1 Α.Α.Δ. 209, Κώστας Καταφυγιώτης κ. α. ν Χρυσόστομου Χρυσοστομή
(1997)1 Α.Α.Δ .1746) και καταδεικνύει (και κατοχυρώνει, βλ. Δάφνος Δρυάδης κ. α. ν Κώστα Καλησπέρα
(1998)1 Α.Α.Δ. 881 και Τουμάζος Τουμάζος ν S.P.S. Restaurants Ltd
(2011)1 Α.Α.Δ. 700), συνήθως, την πρόθεση του αναίτιου μέρους, να απαιτήσει αποζημιώσεις για τυχόν απώλεια του λόγω της παράβασης της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο του (βλ. Photo Productions v Securicor [1980] AC 827, Μιχαήλ Μουρτζινος ν Του Πλοίου «Galaxias» κ. α.
(1997)1 Α.Α.Δ. 80). Παράνομος τερματισμός της σύμβασης από τον αντισυμβαλλόμενο, δίδει επίσης το δικαίωμα αξίωσης αποζημιώσεων αν το αναίτιο μέρος έχει υποστεί ζημιά και οι προαναφερόμενες αρχές έχουν ανάλογη εφαρμογή (βλ. Manda Navigation Co Ltd v Του Πλοίου «Veerhaven»
(1999)1 Α.Α.Δ. 1246). 9. Τι τύπου παραβιάσεις της σύμβασης δίδουν, ως έχει προαναφερθεί, το δικαίωμα θεώρησης της σύμβασης ως παραβιασθείσας και δίδουσες το δικαίωμα τερματισμού της ή επιβεβαίωσης της και αξίωσης τυχόν αποζημιώσεων ένεκα της παράβασης, είναι ζήτημα που εναπόκειται στα μέρη σε κάθε σύμβαση να καθορίσουν ρητά (βλ. Μικης Κυριακου ν Μαρια Φιλή
(2004)1 Α.Α.Δ. 1811). Σε κάθε όμως περίπτωση, το ζήτημα της κατηγοριοποίησης των όρων μίας σύμβασης, κατά τον τρόπο που έχει προαναφερθεί, μπορεί να εξαρτηθεί από την ορθή ερμηνεία της σύμβασης στο σύνολο της, από το Δικαστήριο -ως προς την σχετική πρόθεση των μερών κατά την σύναψη της- (Βλ. Bettini v Gye [1876] 1 QBD 183 και Shuler AG v Wickman Tools Sales Ltd [1974] AC 235), ή ακόμη, και από την επίδραση που η παράβασης της σύμβασης πραγματικά έχει, όταν από ερμηνεία των προνοιών της συνολικά, δεν μπορεί να εξακριβωθεί η εξ υπαρχής πρόθεσης των μερών ως προς το προαναφερόμενο ζητούμενο (Βλ. Hong Kong Fir Shipping Co v Kawasaki Kisen Kaisha [1962] 2 QB 26). Είναι όμως και σύνηθες, το ζήτημα του τι συνιστά παραβίαση της σύμβασης που δίδει δικαίωμα τερματισμού της, να καθορίζεται και από νόμο (όπως είναι π. χ. ο περί Πώλησης Αγαθών Νόμος του 1994, Νόμος 10(I)/1994, ο οποίος προβαίνει σε διαχωρισμό μεταξύ όρων ουσιωδών και εγγυητικών διαβεβαιώσεων, παραβίασης των οποίων ενέχει διαφορετικά έννομα, σε σχέση με την συμβατική σχέση των μερών, αποτελέσματα. Και συγκεκριμένα, μόνον η παραβίασης ουσιώδους όρου της σύμβασης, δίδει το δικαίωμα σε τερματισμό της). 10. Στην προκείμενη περίπτωση, με τον όρο 21 της σύμβασης ενοικίασης, Τεκμήριο 1, οι διάδικοι κατέστησαν όλους τους όρους της σύμβασης ενοικίασης (πλην του όρου 22 αυτής), ουσιώδης όρους της συμφωνίας στην οποία προσήλθαν. Ως έχει προαναφερθεί, η δημιουργία ενός όρου, ως ουσιώδη για την σχέση των μερών (ουσιώδη χαρακτήρα, στον οποίο βασίζεται η σύμβασης τους), εναπόκειται στα ίδια τα μέρη στην σύμβαση, που μπορούν να κατηγοριοποιήσουν ένα όρο, ως τέτοιο, ακόμη και εάν, στην απουσία της ρητής περί τούτο πρόνοιας στην σύμβαση (που καταγράφει αυτή τους την θέληση), το Δικαστήριο, κατόπιν ερμηνείας της, δεν θα κατέληγε σε ένα τέτοιο συμπέρασμα. Ως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Blackburn στην απόφαση του High Court Αγγλίας και Ουαλίας στην υπόθεση Bettini v Gye
(1875)1 QB 183, 187: «Parties may think some matter, apparently of very little importance, essential; and if they sufficiently express an intention to make the literal fulfilment of such a thing a condition precedent, it will be one ...». Το ίδιο σκεπτικό υιοθετείται και από τον Λόρδο Mastill στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση Lombard North Central Plc v Butterworht [1987] QB 527: «. there exists a category of term, in respect of which any breach whether large or small entitles the promisee to treat himself as discharged, has never been doubted in modern times, and the fact that a term may be assigned to this category by express agreement has been taken for granted for at least a century ... a clause expressly assigning a particular obligation to the category of conditions is not a clause which purports to fix the damages for breach of the obligation, and is not subject to the law governing penalty clauses. I acknowledge, of course, that by promoting a term into the category where all breaches are ranked as breaches of condition, the parties indirectly bring about a situation where, for breaches which are relatively small, the injured party is enabled to recover damages as on the loss of the bargain, whereas without the stipulation his measure of recovery would be different. But i am unable to accept that this permits the court to strike down as penalty the clause which brings about this promotion. To do so would be to reverse the current of more than 100 years' doctrine, which permits the parties to treat as a condition something which would not otherwise be so, i am not prepared to take this step.». Η αποτελεσματικότητα της φράσης: «ουσιώδης όρος της σύμβασης», να σημάνει την θέληση των μερών να κατηγοριοποιήσουν ένα όρο της συμφωνίας τους, ως όρο ουσιαστικού χαρακτήρα επί του οποίου βασίζουν την συμβατική τους σχέση, επεξηγήθηκε από τον Λόρδο Nicholls στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείο στην προαναφερόμενη υπόθεση Lombard North Central Plc v Butterworht [1987] QB 527: «I must now consider a further submission advanced by the plaintiffs that, time of payment having been made of the essence by this provision, it was open to the plaintiffs, once default in payment of any one instalment on the due date had occurred, to treat the agreement as having been repudiated by the defendant, and claim damages for loss of the whole transaction, even though in the absence of this provision such a default would not have had that consequence. On this, the question which arises is one of construction: on the true construction of the clause, did the "time of the essence" provision have the effect submitted by the plaintiffs? In my view, the answer to that question is "Yes". The provision ... has to be read and construed in conjunction with the other provisions in the agreement, including clauses ...So read, it is to be noted that failure to pay any instalment triggers a right for the plaintiffs to terminate the agreement by re-taking possession of the goods, with the express consequence that the defendant becomes liable to make payments which assume that the defendant is liable to make good to the plaintiffs the loss by the them of the whole transaction. Given that context, the "time of the essence" provision seems to me to be intended to bring about the result that default in punctual payment is to be regarded (to use a once fashionable term) as a breach going to the root of the contract and hence, as giving rise to the consequences in damages attendant upon such a breach. I unable to see what other purpose the "time of the essence" provision in clause ... can serve or was intended to serve or what other construction can fairly be ascribed to it.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Βλ. επίσης Κωστας Καλησπέρας ν Δάφνου Δρυάδη κ. α.
(1998)1 Α.Α.Δ.
  1. Χρέος
  2. Στις περιπτώσεις όπου μία σύμβασης προνοεί για την πληρωμή ενός ποσού ως αντιπαροχή για την παράδοση αγαθών ή την εκτέλεση υπηρεσιών από πλευράς ενός εκ των συμβαλλομένων μερών ή γενικότερα για την εκτέλεση κάποιας συγκεκριμένης υποχρέωσης, τότε, το μέρος αυτό, με την εκπλήρωση της υποχρέωσης του, έχει δικαίωμα να πληρωθεί το ποσό που έχει κερδίσει. Η αποκατάσταση του σε περίπτωση αθέτησης, δεν είναι αγωγή για αποζημιώσεις βάσει παράβασης σύμβασης, αλλά αγωγή για την ανάκτηση του ποσού της σύμβασης, ως χρέους ([2]). Ως εκ τούτου, ενάγοντας που βασίζει την αγωγή του σε χρέος, δεν φέρει το βάρος απόδειξης απώλειας ή ζημιάς, αλλά απλώς, έχει το βάρος να αποδείξει μία ρητή ή εξυπακουόμενη συμφωνία / όρο για την πληρωμή του ποσού αυτού της σύμβασης σε περίπτωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων, έτσι ώστε, κανόνες του δικαίου των συμβάσεων που έχουν να κάνουν με το ζήτημα της αποζημίωσης για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης, όπως αυτοί της απομεμακρυσμένης ζημιάς ή αυτών που έχουν να κάμουν με το μέτρο καθορισμού της, δεν εισέρχονται προς εξέταση, ούτε και η απαίτησης του ενάγοντος μπορεί να επηρεαστεί από θέματα όπως είναι για παράδειγμα το καθήκον μετριασμού της ζημιάς (εντούτοις κάποιες εξαιρέσεις υπάρχουν) (βλ. το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παραγράφους 21-001 και 21-002). Χρέος, θεωρείται ότι υπάρχει, όπου ο ενάγοντας έχει εκπληρώσει όλες τις πράξεις τις οποίες, βάσει των όρων της σύμβασης, του δίδουν το δικαίωμα να πληρωθεί. Στην περίπτωση όπου η εκπλήρωσης, από πλευράς ενάγοντος, εμποδίζεται από κάποια αθέμιτη ή παράνομη πράξη του εναγομένου, ο ενάγοντας δεν μπορεί να εγείρει αγωγή βασιζόμενος σε χρέος, αλλά μπορεί με αγωγή να αξιώσει αποζημιώσεις [[ii]].
  3. Όπου οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι διαιρετές, από την άποψη ότι, η σύμβασης δίδει το δικαίωμα τμηματικής πληρωμής για κάθε στάδιο εκτέλεσης, ο ενάγοντας, μπορεί να εγείρει αγωγή για κάθε μέρος του συμβατικού τιμήματος, καθώς ολοκληρώνεται η εργασία ή εκπληρώνεται η υποχρέωσης που αφορά το μέρος αυτό. Στην περίπτωση όμως, που οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι αδιαίρετες, -δηλαδή, η σύμβασης είναι αδιαίρετη («entire agreement»)-, ο ενάγοντας δεν μπορεί να ανακτήσει τίποτα προτού ουσιαστικά ολοκληρώσει στο σύνολο τους τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Δεν μπορεί, για παράδειγμα, να πληρωθεί, κατά το ήμισυ το συμβατικό τίμημα, όταν έχει κατά το ήμισυ εκτελέσει τις συμβατικές του υποχρεώσεις, καθότι, ρητά με την σύμβαση, ή ως έμμεσα προκύπτει από αυτήν, έχει συμφωνηθεί ότι δεν θα του πληρωθεί τίποτα προτού εκπληρώσει πλήρως όλες τις υποχρεώσεις που ανέλαβε με αυτήν [[iii]]. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στην παράγραφο 17-031: «A contractual obligation is said to be "entire" when the contract requires to be completely performed by one party (A) before the other (B) is to pay, or to render such other counter-performance as may have been agreed. Complete performance by (A) is sometimes said to be a "condition precedent" to B's liability; ...». Και στην συνέχεια, στις παραγράφους 17-035 και 17-036: «A contract imposes severable obligations if payment under it is due from time to time as performance of a specified part of the contract is rendered. . Where a contract imposes severable obligations, a party who has fully performed the specified part can recover the corresponding payment even though his failure to complete the whole of the promised performance is a breach of contract [μπορεί όμως να κριθεί υπόλογος να αποζημιώσει τον αντισυμβαλλόμενο του εάν ο τελευταίος από την παράβαση υποστεί ζημιά]». Εντούτοις, πρέπει να αναφερθεί, ότι στο προαναφερόμενο κανόνα, έχουν αναγνωριστεί εξαιρέσεις [[iv]]. Σε κάθε περίπτωση, εκεί που ο εναγόμενος οικειοθελώς αποδέχεται το όφελος της μερικής εκτέλεσης από πλευράς του ενάγοντος, ο τελευταίος δικαιούται να πληρωθεί την αξία της εργασίας που εκτέλεσε ή των αγαθών που προμήθευσε [[v]]. Η θέση, είναι διαφορετική, αν ο εναγόμενος δεν είχε άλλη επιλογή από του να αποδεχθεί το όφελος της μερικής εκτέλεσης των υποχρεώσεων του ενάγοντος κάτω από την σύμβαση, όπως για παράδειγμα είναι η περίπτωση εκτέλεσης εργασίας σε ιδιοκτησία του εναγομένου, ή η ενσωμάτωσης υλικών σε περιουσία του εναγομένου [[vi]]. Σχετικά με τα προαναφερόμενα, είναι και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1272 και 1273, στο μέρος που επιγράφεται, «Claim for Agreed Sum» [[vii]]: «Α debt is a definite sum of money fixed by the agreement of the parties as payable by one party in return for the performance of a specified obligation by the other party or upon the occurrence of some specified event or condition; a claim for repayment of debt or deposit, a claim under a guarantee, a policy of insurance, price of goods sold, an employee's remuneration, an indemnity, arrears of instalments under a hire purchase agreement, a claim of refund of value of shares, a claim for crediting adjustment in account, a claim for recovery of money due under the terms of the contract, - etc. Where money is unlawfully withheld, the remedy of the claimant is a decree for the recovery of money, and not for damages. Α claim for an agreed sum or for payment of debt differs from a claim of damages for breach of contract, though its damages may be awarded in addition to a claim for debt, for the consequential loss arising out of failure to pay the debt. It is a claim for specific enforcement of the promisor's primary obligation. However, unlike the relief of specific performance, it is available as of right and is not subject to judicial discretion. Α party, claiming payment of debt, need and must prove only his performance, or that the event dependent on which, or the condition subject to which payment was due, has occurred. He cannot sue for the agreed sum, even if he has been prevented from performing his duties under the contract; in that case, he can sue for damages."You cannot claim remuneration under a contract if you have not earned it; if you are prevented from earning it, your only remedy is in damages". It is not necessary to prove any loss resulting from the defendant's failure to pay, unless he claims damages in addition to the repayment of debt. The rules of duty of mitigation or remoteness do not apply. Moreover, the plaintiff may take the benefit of summary proceedings for recovery. However, an action for recovery of such amount cannot arise, unless the duty to pay has arisen; which depends upon the terms of the contract. Thus, under the terms of the contract, the right to recover the amount may not arise, unless a certain performance has been rendered. Further, if the contract has been repudiated, and the party accepts the repudiation, and elects to terminate, he cannot sue for any sum which, according to the terms of the contract was to accrue to him after the date of termination; his proper remedy is to claim damages. If he elects to reject the repudiation and continue with the contract, he may recover the agreed sum if he has performed all that was required to be performed under the contract.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Τερματισμός
  4. Σε ότι αφορά όλες τις περιπτώσεις όπου, ως έχει προαναφερθεί, παρέχεται το δικαίωμα τερματισμού μιας σύμβασης και το αναίτιο μέρος επιλέγει τον τερματισμό της, η απόφασης του αυτή, κανονικά, είναι αποτελεσματική, εάν γνωστοποιηθεί στον αντισυμβαλλόμενο. Ο τρόπος τερματισμού, σε περίπτωση ενός τέτοιου ενδεχομένου, εάν είχε με την σύμβαση καθοριστεί (ως προς το πώς θα μπορούσε να λάβει χώρα), για να είναι κανονικός, πρέπει να γίνεται κατά τον τρόπο που συμφωνήθηκε (βλ. Antenna Productions Ltd v Paris Aristides Cine-Tv Productions Ltd
(2011)1 A.A.Δ. 1769, Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ. α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479). Μπορεί να είναι και προφορικός Χαρίκλεια Κύπρου Μιχαήλ ν Βαβέλ Μπουτικ Λτδ
(2007)1 Α.Α.Δ. 241). Ο δε τερματισμός, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είναι ξεκάθαρος («clear and unequivocal») (βλ. Κωστάκης Αναστασίου ν Southfields Industries Ltd
(1999)1 A.A.Δ. 1766). Εν προκειμένω, στην υπόθεση Vitol SA v Norelf Ltd, The Santa Clara [1996] AC 800, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου Αγγλίας και Βορείου Ιρλανδίας (ως ήταν τότε η επωνυμία της), ανέφερε ότι, η πράξη της γνωστοποίησης του τερματισμού της σύμβασης, μπορεί να προσλάβει κάθε δυνατό τύπο. Ανατρέποντας σε ότι αφορά το συγκεκριμένο ζήτημα το Αγγλικό Εφετείο [[3]], η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων του Ηνωμένου Βασιλείου Αγγλίας και Βορείου Ιρλανδίας, αποφάσισε ότι, ο τερματισμός μίας σύμβασης, δεν είναι απαραίτητο να είναι καθοδηγούμενος από ρητή τοποθέτηση του αναίτιου μέρους που επιλέγει τον τερματισμό της ως προς αυτό («does not have to be couched in the language of acceptance [of the repudiation]»). Είναι αρκετό, ελέχθη, η γνωστοποίησης από πλευράς του αναίτιου μέρους, ή ακόμη και η διαγωγή του αναίτιου μέρους, να μεταφέρει ξεκάθαρα στο υπαίτιο για την παράβαση της σύμβασης μέρος, ότι, αυτός - το θιγόμενο, δηλαδή, μέρος -, θεωρεί ότι η σύμβαση έχει τερματιστεί. Μάλιστα, ως ετέθη το ζήτημα από τον Λόρδο Steyn στην εν λόγω υπόθεση, το θέμα που η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων είχε κληθεί να αποφασίσει, ήταν, κατά πόσο, «non-performance of an obligation is ever as a matter of law capable of constituting acceptance [of the repudiation as opposed to affirmation]», στο οποίο και απεφάνθη, καταφατικά, καταλήγοντας, ότι, το κατά πόσο, σε κάθε περίπτωση, υπάρχει τερματισμός λόγω παράβασης σύμβασης («repudiatory breach»), «all depends on the particular contractual relationship and the particular circumstances of the case». Εκρίθη, επί αυτής της βάσης, στην εν λόγω υπόθεση, ότι, η αδράνεια του αναίτιου μέρους, σε ότι αφορούσε την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που η σύμβασης έθετε σε αυτό, αποτελούσε διαγωγή, δια της οποίας, είχε γνωστοποιηθεί στο υπαίτιο για την παράβαση της σύμβασης μέρος, ότι, η σύμβασης τους είχε τερματιστεί. Το ζήτημα αυτό, εξετάστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Cyprus Agriculture and Transport Co. Ltd v Attorney-General of the Republic
(1971)1 C.L.R. 267, που είχε την ίδια προσέγγιση. Στην Κύπρο, έχει νομολογηθεί, ότι, η ίδια η καταχώρηση της αγωγής που βασίζεται σε παράβαση σύμβασης, συνιστά (εκ της συμπεριφοράς του θιγόμενου στην σύμβαση μέρους), υπό προϋποθέσεις [[viii]], επαρκή τερματισμό της συμφωνίας και απαίτηση βάσει αυτής, ή και απαίτηση για θεραπεία για την ζημιά που ισχυρίζεται ότι υπέστη ένεκα της παράβασης της [[ix]]. Αποζημίωση 14. Σύμφωνα με το Άρθρο 73 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149, που επιγράφεται «Αποζημίωση για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης»: «
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.».
  1. Αποζημίωση, συνεπώς, βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 73 του Κεφ. 149, για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης σύμβασης, αποσκοπεί στο να αποδώσει στον ενάγοντα, όσο το δυνατόν περισσότερο (και στο βαθμό που τούτο μπορεί να εκφραστεί σε χρήμα), αυτό που θα ελάμβανε εάν ο αντισυμβαλλόμενος του εκτελούσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις. Με άλλα λόγια, ο σκοπός της αποζημίωσης, είναι να αποδώσει στον ενάγοντα την αξία της προσδοκίας που είχε από την σύμβαση που ματαιώνεται, και έτσι, να τον αποζημιώσει, όχι μόνο για την απώλεια που υπέστη λόγω της παράβασης των συμφωνηθέντων, αλλά και για τα κέρδη που η συγκεκριμένη παράβασης αποτρέπει [[x]]. Έπεται από τα προαναφερόμενα, ότι, από την στιγμή που η επιδίκαση αποζημίωσης βάσει παράβασης σύμβασης αφορά ζημιά ή απώλεια του ενάγοντα, εάν ο ενάγοντας δεν υπέστη τέτοια ζημιά ή απώλεια, σε αγωγή του για παράβαση σύμβασης, δεν δικαιούται να του επιδικαστεί οτιδήποτε περισσότερο από ονομαστική αποζημίωση, ακόμη και στην περίπτωση όπου ο εναγόμενος κερδίζει από την παράβαση του των συμφωνηθέντων [[xi]]. Mesne profits - Ενδιάμεσα κέρδη
  2. Mesne profits, είναι είδος αποζημίωσης που σχετίζεται με την απώλεια χρήσης ακίνητης ιδιοκτησίας. Ένα πρόσωπο που δικαιούται συγκεκριμένη ακίνητη ιδιοκτησία, συνήθως ένας ιδιοκτήτης όταν η σύμβασης ενοικίασης της ακίνητης ιδιοκτησίας του έχει τερματιστεί (βλ. Grigoris K. Petsas v Pavlos Pavlides
(1980)1 C.L.R. 158), μπορεί να αξιώσει αποζημίωση για το γεγονός της αποστέρησης του από την κατοχή της (βλ. Georghios E. Glykys v Ioannis Stylianou Ioannides (V24) 1 C.L.R. 220), για ζημιά που αντιπροσωπεύει, είτε το ενοίκιο που πράγματι έχει απολέσει, είτε το ενοίκιο που θα μπορούσε να εξασφαλίσει στην περίπτωση που θα την είχε ενοικιάσει. Λόγω του ότι, ο ενοικιαστής, συνεχίζει να κατέχει την ακίνητη ιδιοκτησία, χωρίς την συναίνεση του ιδιοκτήτη της, καθίσταται παράνομος επεμβασίας, γεγονός που δικαιολογεί απαίτηση του τελευταίου στην βάση της προαναφερόμενης αρχής (βλ. Κωνσταντίνος Ε. Δαμτσας κ. α. ν D. Ouzounian M. Sultanian and Company (Cars) Ltd, Πoλιτική Έφεση Αρ. 133/2011, 24/03/2016). Για να δικαιούται αξίωση για mesne profits, ο ενάγων, δεν χρειάζεται να αποδείξει ότι θα μπορούσε πράγματι να ενοικιάσει την ακίνητη ιδιοκτησία του κατά την εν λόγω περίοδο. Εάν δεν θα μπορούσε πράγματι να ενοικιάσει την ακίνητη ιδιοκτησία του, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιούται να αποκατασταθεί στην βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού του εναγομένου (βλ. Ministry of Defence and Ashman [1993] 25 HLR 514 [[xii]], Ministry of Defence v Thompson [1993] 25 HLR 552, Devenish Nutrition Ltd v Sanofi- Aventis [2008] EWCA Civ 1086 [[xiii]], Attorney General v Blake [2001] 1 AC 268 και Ausman Ramzan ν Brookwide Ltd [2011] EWCA Civ 985). Ούτε και είναι στοιχείο σχετικό κατά πόσο ο εναγόμενος κατά την ίδια περίοδο απέκτησε οποιοδήποτε πραγματικό όφελος από το γεγονός ότι παρέμεινε σε κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας (βλ. Andrian Holdings Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836). 17. Ο υπολογισμός της αποζημίωσης βάσει της αρχής του mesne profits, γίνεται στην βάση του οφέλους που έλαβε ο εναγόμενος αποστερώντας τον ενάγοντα από την κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας του. Η αγοραία ενοικιαστική αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας του ενάγοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο (βλ. Georghios E. Glykys v Ioannis Stylianou Ioannides (V24) 1 C.L.R. 220), είναι, συνήθως [[xiv]], η κατάλληλη βάση για την αποτίμηση της αποζημίωσης βάσει της αρχής του mesne profits (βλ. Georghios E. Glykys v Ioannis Stylianou Ioannides (V24) 1 C.L.R. 220), καθότι, ο εναγόμενος, εκλαμβάνεται ότι επέλεξε να παραμείνει σε κατοχή της ακίνητης ιδιοκτησίας του ενάγοντα, αντί της επιλογής του να πληρώσει για ενοίκιο αντίστοιχης ακίνητης ιδιοκτησίας κάπου αλλού. Η αγοραία ενοικιαστή αξία της ακίνητης ιδιοκτησίας πρέπει να διαπιστώνεται πραγματικά (βλ. Μ. Μονιατης & Υιοί Λτδ ν Γεώργιου Νεοφύτου
(2008)1 Α.Α.Δ. 1096). Αυτή, μπορεί να αποδειχθεί με μαρτυρία πραγματογνώμονα (βλ. Ντίνος Κλεάνθους κ. α. ν Union General De Bienfaisance Armenien
(2002)1 A.A.Δ. 1659, Georghios Constantindes (Akinita) Ltd v Georghios Mavrogenis a. o.
(1983)1 C.L.R. 662, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882, Andrian Holdings Ltd v Κυπριακής Δημοκρατίας
(1998)1 Α.Α.Δ. 1836, Νορνταρ Τσαμαντιδης κ. α. ν Ανδρέα Δημητρίου
(2010)1 Α.Α.Δ. 239), ή ακόμη και να καθοριστεί στην βάση του μηνιαίου ενοικίου που καταβαλλόταν στον ιδιοκτήτη της ακίνητης ιδιοκτησίας από τον εναγόμενο, πρώην ενοικιαστή του, ως αυτό είχε, αμέσως πριν από τον τερματισμό της ενοικίασης (βλ. The Electricity Authority of Cyprus v Georghios Georgallettos a. o.
(1972)1 C.L.R. 77, Ελπίδα Ερωτοκρίτου Χρυσοχού ν Turkish Bank Ltd
(2010)1 Α.Α.Δ. 1894). Εντούτοις, επί της τελευταίας αυτής πρότασης, βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην προαναφερόμενη υπόθεση Ντίνος Κλεάνθους κ. α. ν Union General De Bienfaisance Armenien
(2002)1 A.A.Δ. 1659). Επί του ποσού που επιδικάζεται ως αποζημίωση για mesne profits, ο ενάγοντας, σύμφωνα με την νομολογία, δικαιούται νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρισης της Αγωγής (βλ. Νορνταρ Τσαμαντιδης κ. α. ν Ανδρέα Δημητρίου
(2010)1 Α.Α.Δ.
  1. Εντούτοις, βλ. και την απόφαση του αγγλικού Εφετείου στην υπόθεση SHI v Jiangsu Native Produce Import & Exprt Corp [2009] EWCA Civ 1582). Η εκτίμηση της μαρτυρίας, τα πραγματικά ευρήματα, η αξιολόγησης τους και τελικά συμπεράσματα
  2. Αρκετά από τα γεγονότα που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο, ουσιαστικά για να αποφασιστεί η Αγωγή αυτή της Ενάγουσας, είναι παραδεκτά. Το τι ουσιαστικά αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης μεταξύ των διαδίκων, -σε γενικές εδώ γραμμές-, ήταν: (α) κατά πόσο υπήρξε τροποποίηση της σύμβασης ενοικίασης, σε ότι αφορούσε το ύψος του ποσού του μηνιαίου ενοικίου, μεταξύ Εναγομένων 1 και 2 και Ενάγουσας, μέσω του συζύγου και αντιπροσώπου της τελευταίας, και πότε, (β) αν οι Εναγόμενες 1 και 2, παρέλειψαν την πληρωμή προς την Ενάγουσα ενοικίων, βάσει της σύμβασης ενοικίασης ή ως τροποποιήθηκε, και για ποια περίοδο και (γ) πότε ακριβώς οι Εναγόμενες 1 και 2 παρέδωσαν την κατοχή του καταστήματος στην Ενάγουσα.
  3. Ως εκ του αντικρουόμενου των ισχυρισμών των διαδίκων για αυτά τα ουσιαστικά για την υπόθεση αυτή γεγονότα, είναι, αναγκαίο, η μαρτυρία που έχει προσαχθεί στο Δικαστήριο προς υποστήριξη τους, να εκτιμηθεί από το Δικαστήριο για να καθοριστούν τα γεγονότα που σχετίζονται με τα επίδικα ζητήματα (βλ. Mirza Feiz Hasan v Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Πολιτική Έφεση Αρ. 2/2011, ημερομηνίας 02/12/2015), βάσει των οποίων, στην συνέχεια, το Δικαστήριο θα εξετάσει / αξιολογήσει για να κρίνει, αν αυτός που έχει το βάρος της απόδειξης (και σε σχέση με τι), το έχει αποσείσει στο βαθμό που απαιτείται (βλ. Χρίστος Χριστοφή ν Δημήτρη Γρηγορίου ECLI:CY:AD:2015:A674, Πολιτική Έφεση Αρ. 36/2010, ημερομηνίας 13/10/2015, Federal Bank of Lebanon (SAL) v Σιακόλα
(2011)1Β ΑΑΔ 1422, Γιασεμή ν Ρούσου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1098, Wynne v Mavronicola
(2009)1 A.A.Δ. 1138, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ν Χ΄΄Νέστορος
(1990)1 Α.Α.Δ. 41 και Kades v Nicolaou and Another
(1986)1 C.L.R. 212). Συναφώς, έχει νομολογηθεί, ότι, το Δικαστήριο, είναι επιτρεπτό να περιοριστεί στο να εξετάσει εκείνη την μαρτυρία και όπου, σε σχέση με αυτή, είναι απαραίτητο, προς επίτευξη αυτού του σκοπού (βλ. Paphos Stone Estates v Ζαβρού κ. α
(1998)1 Α.Α.Δ. 1854, Κυριακίδης κ. α. ν Tiba Publishing Ltd
(1998)1 Α.Α.Δ. 1894, Al Ittihad Al Watani κ. α. ν Χρίστου Παπαδόπουλου
(2000)1Γ Α.Α.Δ. 1924, Ιωάννης Τσιαττές ν Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974). Όπως επίσης, έχει αναγνωριστεί ως επιτρεπτό, το Δικαστήριο, κατά το στάδιο αυτό, που ως έχει προαναφερθεί εκτιμά την μαρτυρία για να διαπιστώσει την αλήθεια ώστε εν συνεχεία να αξιολογήσει αυτήν που θα κάνει αποδεκτή για να καταλήξει στα συμπεράσματα του, οποιαδήποτε μαρτυρία παρουσιάστηκε κατά την διάρκειά της δίκης, ακόμα και χωρίς ένσταση του αντιδίκου, που δεν είχε κατά το στάδιο της προσαγωγής της αποκλειστεί από το Δικαστήριο, η οποία εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων, να μην την λάβει υπόψη (βλ. Κάτζιη ν Φουκαρίδης & Σια Λτδ, Εργολάβοι Ελαιοψρωματιστές, ECLI:CY:AD:2017:A258, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2011, 11/07/2017, Βοσκού κ. α. ν Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695 και Μελάς ν Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826).
  1. Προτού όμως αναφερθώ στους παράγοντες που επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να προχωρήσω στην σχετική αξιολόγηση της, πρέπει να σημειωθούν και τα εξής, που αφορούν τόσο το ζήτημα του καθορισμού των επίδικων ζητημάτων κατά την δίκη, όσο και το ζήτημα της εκτίμησης και αξιολόγησης της μαρτυρίας, δια της υποβολής της θέσης των διαδίκων στους μάρτυρες που παρουσιάζουν γεγονότα για την υπόθεση του αντιδίκου. Η υποβολή της θέσης ενός διαδίκου επί όλων των ουσιωδών πτυχών της μαρτυρίας που δίνεται από τους μάρτυρες που κλήθηκαν από τον αντίδικο του, την οποία αυτός αμφισβητεί, αποτελεί τον καρδινάλιο κανόνα της αντεξέτασης. Στο αντιπαρατεθικό σύστημα δικαιοσύνης, το οποίο έχουμε και στην Κύπρο, ο κανόνας αυτός είναι απόλυτος και δεν επιδέχεται καμίας εξαίρεσης. Ότι δηλαδή, σε ένα μάρτυρα, πρέπει να δίδεται η ευκαιρία, ενόσω βρίσκεται στο ειδώλιο του μάρτυρα, να απαντήσει στην υπόθεση που παρουσιάζεται ([4]) και είναι αντίθετη με την δική του εκδοχή γεγονότων [[xv]] [[xvi]]. Αν κάτι τέτοιο δεν γίνει ή παραλειφθεί, η μαρτυρία του πρέπει να θεωρηθεί ότι δεν έχει αμφισβητηθεί και να εκληφθεί ότι είναι παραδεκτή. Και τούτο, ανεξαρτήτως δικογράφησης [[xvii]] [[xviii]]. Σε κάθε περίπτωση, το ζήτημα αυτό, μπορεί να προσμετρήσει στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, για να απορρίψει μαρτυρία που παρουσιάζεται για να αντικρούσει γεγονότα που υποστηρίχθηκαν από μάρτυρα, όταν αντίθετες σχετικές θέσεις δεν είχαν υποβληθεί στον μάρτυρα αυτό κατά την αντεξέταση του [[xix]]. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με την νομολογία, οι υποβολές θέσεων ενός διαδίκου σε ότι αφορά τα γεγονότα της επίδικης διαφοράς προς μάρτυρες κατά την αντεξεταση τους, εάν αυτές δεν υιοθετηθούν από τους μάρτυρες ως ορθές για να αποτελέσουν μέρος της μαρτυρίας τους, δεν έχουν καμία αποδεικτική αξία για την υπόθεση του, αφού, αυτές, δεν αποτελούν μαρτυρία, εκτός και εάν ο ίδιος κατά την παρουσίαση της υπόθεσης του τις εμπεδώσει με αποδεκτή μαρτυρία [[xx]]. Ως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014, σε περίπτωση, όπου, ενώπιον του Δικαστηρίου, υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα (ο αντίδικος δηλαδή, επιλέγει να μην παρουσιάσει μαρτυρία), τότε, συνήθως, αυτό που απομένει να εξεταστεί από το Δικαστήριο (δεδομένης και της προαναφερόμενης μαρτυρίας που αφορά τις υποβολές θέσεων περί τα γεγονότα), εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με τους μάρτυρες και την αξιοπιστία τους, είναι, αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο [[xxi]].
  2. Με αυτές τις παρατηρήσεις κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Η υπεροχή του παράγοντα της αξιοπιστίας των μαρτύρων στην διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, έχει ένα εικονικό, σχεδόν κανονικό, καθεστώς. Η δε γενική εντύπωσης που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει ουσιαστική σημασία στην κρίση του Δικαστηρίου επί της αξιοπιστίας του. Έτσι και ο Δικαστής του Εφετείου των Ηνωμένων Πολιτειών Αμερικής, R. A. Posner, στο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, γράφει στην σελίδα 123: «No legal catchphrase is more often repeated than that determinations by a trial judge whether to believe or disbelieve a witness can be overturned on appeal in only extraordinary circumstances. The reason is said to be the inestimable value, in assessing credibility, of seeing and hearing the witness rather than reading a transcript of his testimony, since the transcript eliminates clues to veracity that are supplied by tone of voice, hesitation, body language, and other non-verbal expressions.». (η έμφασης είναι δική μου)
  3. Αυτή ήταν και η γραμμή αντιμετώπισης στην υπόθεση Beacon Insurance Company Ltd v Maharaj Bookstore Ltd [2014] UKPC 21, μία σχετικά πρόσφατη απόφαση του Privy Council, στην οποία ο Λόρδος Δικαστής Hodge παρέπεμψε, σχετικά, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά στην υπόθεση Housen v Nikolaisen [2002] 2 SCR 235, όπου αναφέρθηκαν τα εξής: «The trial judge has sat through the entire case and his ultimate judgment reflects this total familiarity with the evidence. The insight gained by the trial judge who has lived with the case for several days, weeks or even months may be far deeper than that of the Court of Appeal whose view of the case is much more limited and narrow, often being shaped and distorted by the various orders and rulings being challenged.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  4. Στην ίδια απόφαση παρατέθηκε και η γνωστή ρήση του Δικαστή, ως ήταν τότε, Hoffmann, στην υπόθεση Biogen Inc v Medeva plc [1997] RPC 1: «The need for appellate caution in reversing the trial judge's evaluation of the facts is based upon much more solid grounds than professional courtesy. It is because specific findings of fact, even by the most meticulous judge, are inherently an incomplete statement of the impression which was made upon him by the primary evidence. His expressed findings are always surrounded by a penumbra of imprecision as to emphasis, relative weight, minor qualification and nuance . of which time and language do not permit exact expression, but which may play an important part in the judge's overall evaluation.». (η υπογράμμισης και έμφασης είναι δική μου)
  5. Επιπρόσθετα, στην προαναφερόμενη απόφαση Beacon Insurance Company Ltd, αναφέρθηκε και ο ακόλουθος σχολιασμός του ζητήματος αυτού από τον Λόρδο Neuberger του Abbotsbury, στην υπόθεση In Re B (A Child) (Care Proceedings: Threshold Criteria) [2013] 1 WLR 1911: «This is traditionally and rightly explained by reference to good sense, namely that the trial judge has the benefit of assessing the witnesses and actually hearing and considering their evidence as it emerges. Consequently, where a trial judge has reached a conclusion on the primary facts, it is only in a rare case, such as where that conclusion was one (i) which there was no evidence to support, (ii) which was based on a misunderstanding of the evidence, or (iii) which no reasonable judge could have reached, that an appellate tribunal will interfere with it. This can also be justified on grounds of policy (parties should put forward their best case on the facts at trial and not regard the potential to appeal as a second chance), cost (appeals can be expensive), delay (appeals on fact often take a long time to get on), and practicality (in many cases, it is very hard to ascertain the facts with confidence, so a second, different, opinion is no more likely to be right than the first).». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  6. Είναι για τους προαναφερόμενους λόγους, που, αυτό το χαρακτηριστικό, της αξιοπιστίας, που συναρτάται [και] με την γενικότερη εντύπωση που ένας μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο, έχει αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία κατά την διαπίστωση γεγονότων από το Δικαστήριο, λόγοι που έχουν υιοθετηθεί από καιρό τώρα και από το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας μας στην νομολογία του (βλ. αποφάσεις ανωτέρω).
  7. Χωρίς, σε κάθε περίπτωση, να διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που έχουν εκφραστεί μέσα από την ίδια νομολογία, ως προς το ότι, οι, ως προαναφέρθηκαν, «μη λεγόμενες ενδείξεις για την αλήθεια», σε κάποιο βαθμό, μπορεί να παραπλανήσουν και να αποσπάσουν την προσοχή του Δικαστηρίου από το γνωστικό περιεχόμενο της μαρτυρίας του μάρτυρα (βλ. R. A. Posner, στο προαναφερόμενο σύγγραμμα του The Business of Judging, έκδοσης 2013, στην σελίδα
  8. Όπως επίσης δεν διαφεύγουν της προσοχής του Δικαστηρίου και οι επιφυλάξεις που εκφράζονται σε ανώτατο δικαστικό επίπεδο, ως προς το κατά πόσο, η προφορική μαρτυρία από απλή ανάμνηση γεγονότων, είναι πράγματι η καλύτερη πηγή μαρτυρίας για την εκτίμηση της αξιοπιστίας. Και αυτό, γιατί, στην εξίσωση εισέρχονται ζητήματα που αφορούν ανθρώπινα χαρακτηριστικά που τα ίδια δεν χαρακτηρίζονται από απόλυτη αξιοπιστία, όπως είναι, π. χ., αυτό της μνήμης, -ειδικότερα σε ότι αφορά την δυσκολία ανάμνησης γεγονότων που συνέβησαν χρόνια προηγουμένως-, δεδομένου του κοινώς γνωστού και αποδεκτού επί μέρους χαρακτηριστικού της, ότι, η μνήμη, μπορεί να είναι και λανθασμένη, επί του ότι, ο άνθρωπος, τείνει να πιστεύει πραγματικά ότι μία ανάμνηση του είναι πιστή του τι πραγματικά μαρτύρησε από ότι αυτή είναι στην πραγματικότητα. Αξίζει πιστεύω, στο σημείο αυτό, να αναφερθεί απόσπασμα από το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), το οποίο, πολύ εύστοχα, αλλά και συνοπτικά, αναδεικνύει το εύλογο και βάσιμο της προαναφερόμενης επιφύλαξης: «I do not believe that the legal system has sufficiently absorbed the lessons of a century of psychological research into the nature of memory and the unreliability of eyewitness testimony. One of the most important lessons of such research is that in everyday life we are not aware of the extent to which our own and other people's memories are unreliable and believe our memories to be more faithful than they are. Two common (and related) errors are to suppose:
(1)that the stronger and more vivid is our feeling or experience of recollection, the more likely the recollection is to be accurate; and
(2)that the more confident another person is in their recollection, the more likely their recollection is to be accurate. Underlying both these errors is a faulty model of memory as a mental record which is fixed at the time of experience of an event and then fades (more or less slowly) over time. In fact, psychological research has demonstrated that memories are fluid and malleable, being constantly rewritten whenever they are retrieved. This is true even of so-called 'flashbulb' memories, that is memories of experiencing or learning of a particularly shocking or traumatic event. (The very description 'flashbulb' memory is in fact misleading, reflecting as it does the misconception that memory operates like a camera or other device that makes a fixed record of an experience.) External information can intrude into a witness's memory, as can his or her own thoughts and beliefs, and both can cause dramatic changes in recollection. Events can come to be recalled as memories which did not happen at all or which happened to someone else (referred to in the literature as a failure of source memory). Memory is especially unreliable when it comes to recalling past beliefs. Our memories of past beliefs are revised to make them more consistent with our present beliefs. Studies have also shown that memory is particularly vulnerable to interference and alteration when a person is presented with new information or suggestions about an event in circumstances where his or her memory of it is already weak due to the passage of time. The process of civil litigation itself subjects the memories of witnesses to powerful biases. The nature of litigation is such that witnesses often have a stake in a particular version of events. This is obvious where the witness is a party or has a tie of loyalty (such as an employment relationship) to a party to the proceedings. Other, more subtle influences include allegiances created by the process of preparing a witness statement and of coming to court to give evidence for one side in the dispute. A desire to assist, or at least not to prejudice, the party who has called the witness or that party's lawyers, as well as a natural desire to give a good impression in a public forum, can be significant motivating forces. Considerable interference with memory is also introduced in civil litigation by the procedure of preparing for trial. A witness is asked to make a statement, often (as in the present case) when a long time has already elapsed since the relevant events. The statement is usually drafted for the witness by a lawyer who is inevitably conscious of the significance for the issues in the case of what the witness does nor does not say. The statement is made after the witness's memory has been "refreshed" by reading documents. The documents considered often include statements of case and other argumentative material as well as documents which the witness did not see at the time or which came into existence after the events which he or she is being asked to recall. The statement may go through several iterations before it is finalised. Then, usually months later, the witness will be asked to re-read his or her statement and review documents again before giving evidence in court. The effect of this process is to establish in the mind of the witness the matters recorded in his or her own statement and other written material, whether they be true or false, and to cause the witness's memory of events to be based increasingly on this material and later interpretations of it rather than on the original experience of the events. It is not uncommon (and the present case was no exception) for witnesses to be asked in cross-examination if they understand the difference between recollection and reconstruction or whether their evidence is a genuine recollection or a reconstruction of events. Such questions are misguided in at least two ways. First, they erroneously presuppose that there is a clear distinction between recollection and reconstruction, when all remembering of distant events involves reconstructive processes. Second, such questions disregard the fact that such processes are largely unconscious and that the strength, vividness and apparent authenticity of memories is not a reliable measure of their truth.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  1. Ως πιο λακωνικά ετέθη η ίδια αυτή άποψης από τον Λόρδο Δικαστή Browne σε μία εξωδικαστική ομιλία του αναφορά της οποίας εντοπίζεται σε σχετικές επί του ζητήματος αυτού εκθέσεις του Λόρδου Δικαστή Bingham: «The human capacity for honestly believing something which bears no relation to what actually happened is unlimited.». Και αυτό, πολύ απλά, γιατί, δεν είναι δυνατόν κάθε δεδομένο ενός περιστατικού να είναι στην ανάμνηση μας. Το περιστατικό, ως γεγονός, μπορεί ολόκληρο να ήταν στην ανάμνηση μας αμέσως μετά που επισυνέβη, κάποια όμως χρόνια μετά, κάποια γεγονότα που το συναποτελούν, φυσιολογικό είναι, λησμονούνται. Και επειδή η διήγησης του περιστατικού, και μάλιστα μέσα από εξέταση στο πλαίσιο μίας δικαστικής διαδικασίας, απαιτεί την «συναρμολόγηση» και «αποσυναρμολόγηση» γεγονότων, είναι αυξημένη η πιθανότητα, η, ως εκλαμβάνεται, ανάμνησης μας, να αστοχήσει, χωρίς κατ' ανάγκη αυτό να γίνεται ηθελημένα, στοχευόμενα και ανέντιμα.
  2. Ο, καθόλα τα άλλα, εύλογος μάρτυρας, αλλά στην πραγματικότητα, ανέντιμος, είναι ακόμη μία δυσκολία που επιβάλλει κάποια επιφυλακτική στάση από το Δικαστήριο κατά την εκτίμηση της αξιοπιστίας της μαρτυρίας. Επιφύλαξης που τίθεται και πάλι με αφορμή ένα από τα πολλά χαρακτηριστικά που συναντώνται στον άνθρωπο. Η ικανότητα κάποιου όταν εξιστορεί ένα περιστατικό να μιλά με τρόπο συνεκτικό, αληθοφανή και διαβεβαιωτικό και να διακοσμεί την αφήγηση του με λεπτομέρειες, χωρίς μάλιστα να παραλείπει, κατά τρόπο ανάλογο, να εισάγει στην αφήγηση του και κενά λόγω μη θύμησης, δύναται να εντυπωσιάσει τον οποιοδήποτε κριτή γεγονότων. Εντούτοις, τα Δικαστήρια, από ανέκαθεν είχαν στην προσοχή τους, ότι, αυτά τα χαρακτηριστικά μαρτυρίας, αν και, κατά κανόνα, αποτελούν τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν την αξιόπιστη μαρτυρία, είναι και το σήμα κατατεθέν της αυτοπεποίθησης ενός κατεργάρη διάδικου ή ανέντιμου μάρτυρα, που χρήζει ιδιαίτερης προσοχής.
  3. Παρατηρείται βεβαίως και το αντίθετο, ενδεχόμενο επίσης υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εκτίμηση της μαρτυρίας, όπου, ένας καλόπιστος και ειλικρινής μάρτυρας, να έχει εμποτίσει άθελα την μαρτυρία του με κάποιο ψέμα, για κάποιο μη ουσιαστικό γεγονός, χωρίς να αντιλαμβάνεται την ενδεχόμενη επίπτωση του επί της ουσίας της διαφοράς και όχι λόγω πρόθεσης του να μην αποκαλύψει στο Δικαστήριο την αλήθεια ή επειδή έχει κάποιο λόγο να φοβάται την αλήθεια (βλ. R v Lucas [1981] 1 QB 720). Αυτός ο μάρτυρας, δεν κρίνεται κατ' ανάγκη αναξιόπιστος.
  4. Αυτές οι δυσκολίες που αντιμετωπίζει το Δικαστήριο κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, οδηγούν τα Δικαστήρια στο να εστιάζουν την προσοχή τους, εκεί που αυτό είναι εφικτό, σε έγγραφα της εποχής της επίδικης διαφοράς (που υπόκεινται στους δικούς τους κανόνες απόδειξης) και στα αδιαμφισβήτητα γεγονότα, για να εξάγουν τα συμπεράσματα τους. Όπως αναφέρθηκε από τον Λόρδο Δικαστή Pearce στην απόφαση της Ανώτατης Δικαστικής Επιτροπής στην Βουλή των Λόρδων στην υπόθεση Onassis and Calogeropoulos v Vergottis [1968] 2 Lloyd's Rep 403, HL: «'Credibility' involves wider problems than mere 'demeanour' which is mostly concerned with whether the witness appears to be telling the truth as he now believes it to be. Credibility covers the following problems. First, is the witness a truthful or untruthful person? Secondly, is he, though a truthful person, telling something less than the truth on this issue, or, though an untruthful person, telling the truth on this issue? Thirdly, though he is a truthful person telling the truth as he sees it, did he register the intentions of the conversation correctly and, if so, has his memory correctly retained them? Also, has his recollection been subsequently altered by unconscious bias or wishful thinking or by over-much discussion of it with others? Witnesses, especially those who are emotional, who think that they are morally in the right, tend very easily and unconsciously to conjure up a legal right that did not exist. It is a truism, often used in accident cases, that with every day that passes the memory becomes fainter and the imagination becomes more active. For that reason a witness, however honest, rarely persuades a Judge that his present recollection is preferable to that which was taken down in writing immediately after the accident occurred. Therefore, contemporary documents are always of the utmost importance. And lastly, although the honest witness believes he heard or saw this or that, it is so improbable that it is on balance more likely that he was mistaken? On this point it is essential that the balance of probability is put correctly into the scales in weighing the credibility of a witness. And motive is one aspect of probability. All these problems compendiously are entailed when a Judge assesses the credibility of a witness; they are all part of one judicial process. And in the process contemporary documents and admitted or incontrovertible facts and probabilities must play their proper part.».
  5. Ίδιο ήταν το σκεπτικό του Δικαστή Leggatt στην προαναφερόμενη υπόθεση Gestmin SGPS SA v Credit Suisse (UK) Ltd & Anor [2013] EWHC 3560 (Comm), στην οποία ανέφερε: «In the light of these considerations, the best approach for a judge to adopt in the trial of a commercial case is, in my view, to place little if any reliance at all on witnesses' recollections of what was said in meetings and conversations, and to base factual findings on inferences drawn from the documentary evidence and known or probable facts. This does not mean that oral testimony serves no useful purpose - though its utility is often disproportionate to its length. But its value lies largely, as I see it, in the opportunity which cross-examination affords to subject the documentary record to critical scrutiny and to gauge the personality, motivations and working practices of a witness, rather than in testimony of what the witness recalls of particular conversations and events. Above all, it is important to avoid the fallacy of supposing that, because a witness has confidence in his or her recollection and is honest, evidence based on that recollection provides any reliable guide to the truth.».
  6. Με αυτές τις αρχές της νομολογίας κατά νου, προχωρώ στην εκτίμηση της προσαχθείσας μαρτυρίας.
  7. Η Ενάγουσα, προξένησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε χωρίς δυσκολία στις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν κατά την αντεξέταση της και με τρόπο που έπειθε ως προς την ειλικρίνεια της σχέση με τα όσα ανέφερε. Δεν υπέπεσε σε αντιφάσεις αντεξεταζόμενη σε ότι αφορά τα γεγονότα αυτής της υπόθεσης, ούτε και βρίσκω η μαρτυρία της να κινήθηκε εκτός των διοκογραφημένων θέσεων της σε βαθμό ουσιαστικό, ώστε μέρος της μαρτυρίας της να διακιολογείτο να αποκλειστεί από το Δικαστήριο έστω και σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας.
  8. Ο Εναγόμενος 3, δεν προξένησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο και έχοντας το Δικαστήριο εξετάσει τους ισχυρισμούς του σε ότι αφορά τα γεγονότα, εντοπίζοντας σε αυτούς αντιφάσεις, εκτιμά ότι δεν μπορεί με ασφάλεια να βασιστεί στην μαρτυρία του, την οποία και απορρίπτει στο σύνολο της. Και τούτο, εκτιμώντας την μαρτυρία του Εναγομένου 3, έχοντας σαφώς το Δικαστήριο υπόψη του και τον τρόπο παρουσίασης της υπόθεσης των Εναγομένων 1, 2 και 3 και δη την αντεξέταση στην οποία προέβη και τις θέσεις που η πλευρά τους έθεσε στην Ενάγουσα, σε ότι αφορά τα γεγονότα που αυτή ισχυρίστηκε προς υποστήριξη της υπόθεσης της. Και εξηγώ. Στην υπόθεση αυτή, έχοντας υπόψη την αξίωση της Ενάγουσας για ενδιάμεσα οφέλη, αποκτά ουσιαστική και ιδιαίτερη σημασία το γεγονός που αφορά, στο πότε χρονικά οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3 παρέδωσαν στην Ενάγουσα ελεύθερη κατοχή του καταστήματος. Σημειώνεται, εδώ, ότι, με την έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας, που αποτελεί μέρος του ειδικά οπισθογραφημένου κλητήριου εντάλματος αυτής της Αγωγής, -το οποίο καταχωρήθηκε και εκδόθηκε δια της σφράγισης του από τον Πρωτοκολλητή την 17/10/2012-, προέβαλλε ισχυρισμό ότι, οι Εναγόμενες 1 και 2, μέχρι και τότε, εξακολουθούσαν να έχουν παράνομα κατοχή του καταστήματος και στην βάση αυτού του ισχυρισμού της, ζητούσε ως θεραπεία της και διαταγή του Δικαστηρίου για έξωση τους από το εν λόγω υποστατικό (βλ. την παράγραφο 13 και την αξίωση υπό το στοιχείο Α του παρακλητικού της έκθεσης απαίτησης της Ενάγουσας). Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, καταχώρισαν την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους, -επισημάνεται, δια δικηγόρου- την 28/05/
  9. Με αυτήν, στον προαναφερόμενο ισχυρισμό της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, προέβαλαν την άρνηση τους, ισχυριζόμενοι ότι, δεν έλαβε χώρα νόμιμος τερματισμός της σύμβασης ενοικίασης από πλευράς Ενάγουσας. Ζήτημα, -κατά πόσο δεόντως έχει τερματιστεί η σύμβαση ενοικίασης (με ειδοποίηση για εκκένωση (notice to quit))- που, νομικά, αποκτά μόνο σημασία, όταν τίθεται ζήτημα κατά πόσο ένας ενάγοντας δικαιούται σε κατοχή υποστατικού που αποτελεί το αντικείμενο σύμβασης ενοικίασης (βλ. Ανδρέας Πάπα ν Νόνας Α. Οικονομίδου κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 928). Πουθενά στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2 και 3, υπάρχει θετικός ισχυρισμός τους, -έστω και αντιφατικός με την προαναφερόμενη νομική θέση-, ότι, κατοχή του καταστήματος, είχε παραδοθεί στην Ενάγουσα από το έτος 2012, ως ισχυρίστηκε ο Εναγόμενος 3 κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Υπενθυμίζεται, εδώ, ότι, η έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2 και 3, καταχωρήθηκε 28/05/2013, δηλαδή, σε χρόνο μεταγενέστερο της προαναφερόμενης ισχυριζόμενης παράδοσης της κατοχής του καταστήματος προς την Ενάγουσα από πλευράς των Εναγομένων 1, 2 και 3, οπότε, και λογικό και αναμενόμενο θα ήταν, εάν αυτός ο ισχυρισμός αφορούσε ένα πραγματικό γεγονός, να είχε δικογραφηθεί. Το ζήτημα όμως, δεν τελειώνει εδώ. Ο Εναγόμενος 3, -θέση που είχε υποβληθεί στην Ενάγουσα όταν αυτή είχε αντεξεταστεί από τον συνήγορο των Εναγομένων 1, 2 και 3, κατά την κυρίως εξέταση του ενώπιον του Δικαστηρίου-, ισχυρίστηκε ότι, η παράδοση κατοχής του καταστήματος προς την Ενάγουσα, έλαβε χώρα, τον Σεπτέμβριο του έτους 2012, -δηλαδή, πριν από την καταχώριση αυτής της Αγωγής στις 17/10/2012-. Η Ενάγουσα, δεν αποδέχθηκε αυτή την θέση των Εναγομένων 1, 2 και 3, σε ότι αφορά το εν λόγω γεγονός. Αποδέχθηκε μεν, ότι, η κατοχή του καταστήματος της παραδόθηκε από τους Εναγομένους 1, 2 και 3, αλλά αυτό, υποστήριξε, είναι γεγονός που έλαβε χώρα, τον Μάρτιο του έτους 2014 -δηλαδή, μετά από την καταχώριση αυτής της Αγωγής στις 17/10/2012, καθώς επίσης και μετά την καταχώρηση της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2 και 3 στις 28/05/2013-. Ως προαναφέρθηκε, σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, αυτοί οι ισχυρισμοί Ενάγουσας και Εναγομένου 3 αντίστοιχα, προσθέτουν στην αξιοπιστία των θέσεων της Ενάγουσας και αφαιρούν από την αξιοπιστία του Εναγομένου 3 και κατ' επέκταση, από την βασιμότητα των θέσεων των Εναγομένων 1, 2 και
  1. Υπάρχει όμως και συνέχεια, και παρατηρήσεις μου, σε ότι αφορά την μαρτυρία του Εναγομένου 3 για το ζήτημα αυτό, απομονωμένα, που επιρρώνουν το προαναφερόμενο συμπέρασμα μου. Κατά την κυρίως εξέταση του, ο Εναγόμενος 3, για το ζήτημα αυτό, υποστήριξε τα εξής (βλ. παραγράφους 22 έως και 25 της γραπτής δήλωσης του Εναγομένου 3, Έγγραφο Β): «
  2. . Τέλος Αυγούστου του 2012 ανέφερα στο σύζυγο της Ενάγουσας ότι θα παραδίδαμε τα κλειδιά.
  3. Τότε η Ενάγουσα άρχισε να προβάλλει διάφορους ισχυρισμούς και απαιτήσεις ότι της οφείλαμε . απλήρωτα ενοίκια.
  4. Εγώ, αρχές Σεπτέμβρη συναντήθηκα με τον σύζυγο της δίπλα από το κατάστημα και του παρέδωσα τα κλειδιά λέγοντας του ότι η επιχείρηση δεν είχε μία και να πιάσει τα κλειδιά. Του ανέφερα ότι δεν οφείλαμε τίποτα και οι ισχυρισμοί της συζύγου του είναι ανυπόστατοι.
  5. Εγώ άφησα τα κλειδιά του καταστήματος πάνω στην πόρτα του καταστήματος και έφυγα.».
  6. Αντεξεταζόμενος όμως, ο Εναγόμενος 3, υποστήριξε τα γεγονότα κάπως διαφορετικά. Σε ερώτηση του συνηγόρου της Ενάγουσας, πότε είχε αναφέρει στον δικηγόρο του ότι είχε παραδώσει την κατοχή του καταστήματος («τα κλειδιά») στην Ενάγουσα, με δεδομένα τα όσα η έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2 και 3 δικογραφούσε, ο Εναγόμενος 3 τοποθετήθηκε ως εξής: «Εγώ ξέρω ότι βρήκα τον άντρα της όταν φκέρωσε το κατάστημα και δεν το έπαιρναν και τηλεφωνούσα της γυναίκας του και δεν απαντούσε και τα άφησα πάνω στην πόρτα και μετά από δύο μέρες πέρασα και είδα μέσα σκούπες και άρα μπήκαν μέσα.».
  7. Ενώ, δεν διαφεύγει της προσοχής μου, η γενικότητα της υποβολής της θέσης των Εναγομένων 1, 2 και 3 προς την Ενάγουσα, όταν αυτή αντεξεταζόταν από τον συνήγορο υπεράσπισης τους. Στην Ενάγουσα, είχε απλά υποβληθεί ότι, οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, «κανένα ποσό δεν της οφείλουν και ότι τον Σεπτέμβριο του 2012 της είχαν παραδώσει το υποστατικό». Στην θέση αυτή, η Ενάγουσα, είχε τοποθετηθεί ως εξής, -θέση την οποία καταγράφω, καθότι, έχει σημασία το πως αυτή είχε αντικρισθεί από την υπεράσπιση στην συνέχεια της αντεξέτασης της, όταν είχε συμφωνήσει με την θέση της Ενάγουσας περί του πως και που είχε αφεθεί το κλειδί του καταστήματος από τους Εναγομένους 1, 2 και 3, χωρίς να αμφισβητήσει ειδικότερα τους ισχυρισμούς της-: (Το «Ε» αντιπροσωπεύει τις ερωτήσεις και υποβολές του συνηγόρου υπεράσπισης και το «Α» αντιπροσωπεύει τις προς αυτές απαντήσεις της Εναγομένης) «Ε: Κανένα ποσό δεν σας οφείλουν και τον Σεπτέμβριο του 2012 σας παρέδωσαν το υποστατικό. Α: Το υποστατικό μας το παρέδωσαν τέλος Μαρτίου. Ε: Του
  8. Α: Πήρα το δικηγόρο μου την ίδια ημέρα, Μάρτιο του
  9. Δεν το παρέδωσαν το κλειδί. Το άφησαν σε μία γωνιά και μας είπαν που ήταν. Ε: Το κλειδί το άφησαν εκεί που λέτε, Σεπτέμβριο του
  10. Α: Το κατάστημα είχε μέσα τα έπιπλα και τα εμπορεύματα τους και δεν μας έδιναν τα κλειδιά. Τον Μάρτιο του 2014, πήγε ο σύζυγος της μιας κοπέλας να παραδώσει το κλειδί. Ο δικηγόρος μας είπε να του ζητήσουμε να μας υπογράψει ότι μας παρέδιδε το κλειδί. Μάρτιο του
  11. Αυτός αρνήθηκε και απλά το έβαλε σε μια γωνιά έξω από το κατάστημα και έφυγε.».
  12. Δεν διαφεύγει επίσης της προσοχής μου και το ότι, η Ενάγουσα, παρουσίασε στο Δικαστήριο επιστολή του δικηγόρου της, ημερομηνίας 12/12/2013, Τεκμήριο 3, η αποστολή της οποίας, δια τηλεομοιοτυπικής μεταφοράς, στον δικηγόρο των Εναγομένων 1, 2 και 3, δεν αμφισβητήθηκε, με την οποία, ο ισχυρισμός των Εναγομένων 1, 2 και 3 ότι, η κατοχή του καταστήματος είχε παραδοθεί στην Ενάγουσα, δεν γινόταν αποδεκτός, δεν απαντήθηκε ποτέ από πλευράς των Εναγομένων 1, 2 και 3, όταν κάτι τέτοιο, εάν ευσταθούσε, ένεκα της σημαντικότητας του ως γεγονότος για την υπόθεση αυτή, το πιο λογικό θα ήταν ότι θα απαντιόταν για να απορριφθεί.
  13. Η Ενάγουσα, που ως μάρτυρας, μου έκανε πάρα πολύ καλή εντύπωση, στην μαρτυρία της η οποία ακολούθησε -χωρίς ουσιαστικές αποκλείσεις από τις δικογραφημένες θέσεις της-, υποστήριξε ότι, «ο Εναγόμενος 3 ήτο πάντοτε παρών στις διαπραγματεύσεις στις οποίες ελάμβανε μέρος και ο ίδιος υπέγραψε αυτόβουλα ως εγγυητής αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα με τις Εναγόμενες 1 και 2 εις το ενοικιαστήριον έγγραφο δια την πιστήν τήρησην των όρων του εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2.». Σε ότι αφορά αυτή την θέση της Ενάγουσας, σημειώνεται, δεν υπήρξε αντεξέτασης από πλευράς Εναγομένων 1, 2 και 3, ούτε και αμφισβητήθηκε από τους Εναγομένους 1, 2 και 3 η θέσης της αυτή δια της υποβολής αντίθετης θέσης. Συνεπώς, ο ισχυρισμός του Εναγομένου 3, που έρχεται σε αντίθεση με την προαναφερόμενη θέση της Ενάγουσας για τα εν λόγω γεγονότα, ως για πρώτη φορά παρουσιάστηκε ως θέσης του για τα γεγονότα (ούτε καν δικογραφημένος ισχυρισμός δεν υπήρξε, καθότι, με την έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2 και 3, άλλα υποστηρίχτηκαν με την παράγραφο 4 αυτής σε ότι αφορά το ζήτημα της εγκυρότητας της σύμβασης εγγύησης), ότι (βλ. παραγράφους 8 έως και 12 της γραπτής δήλωσης του Εναγομένου 3, Έγγραφο Β): «
  14. Ως προς τον ισχυρισμό ότι υπέγραψα εγγυητής για το πιο πάνω ενοικιαστήριο έγγραφο επιθυμώ να σημειώσω ότι όντως περί τα τέλη Οκτωβρίου αρχές Νοεμβρίου 2008 εάν θυμάμαι ορθά υπέγραψα το εγγυητήριο έγγραφο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο.
  15. Το πιο πάνω υπογράφτηκε μετά την υπογραφή του ενοικιαστήριο εγγράφου και κατόπιν απαίτησης της ενάγουσας και του συζύγου της δεν συμπληρώθηκε η ημερομηνία και δεν τέθηκε οποιοσδήποτε μάρτυρας της υπογραφής μου.
  16. Εξ όσων θυμούμαι το εγγυητήριο έγγραφο που υπέγραψα υπογράφτηκε μετά την υπογραφή του ενοικιαστηρίου εγγράφου και αφού δόθηκε η κατοχή του ακινήτου στην σύζυγο και την αδελφή της.
  17. Τα πιο πάνω, επιβεβαιώνονται και από το τεκμήριο 2 το οποίο σε αντίθεση με το ενοικιαστήριο έγγραφο . δεν φέρει οποιαδήποτε ημερομηνία.». δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτά από το Δικαστήριο, καθότι, εκτός της αντίφασης με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων 1, 2 και 3, δεν ετέθησαν στην Ενάγουσα για να της δοθεί η ευκαιρία να τα σχολιάσει και να τοποθετηθεί σε σχέση με αυτά. Ενώ, ως παρατηρείται, ούτε και πραγματικά ευσταθούν. Ο Εναγόμενος 3, -που, ως θα γίνει καλύτερα αντιληπτό στην συνέχεια της απόφασης μου όταν θα πραγματεύομαι το ζήτημα αυτό με λεπτομέρεια-, προσπάθησε να παρουσιάσει ως γεγονός, ότι προσήλθε στην σύμβαση εγγύησης με την Ενάγουσα μεταγενέστερα της σύμβασης στην οποία προσήλθαν Ενάγουσα και Εναγόμενες 1 και 2 για την ενοικίαση του καταστήματος, για να προωθήσει έναν νομικό ισχυρισμό περί της εγκυρότητας της εγγυήσεως αυτής. Ισχυρισμός, που, εν πάση περιπτώσει, δεν μπορεί να επιτύχει. Η μαρτυρία του όμως αυτή (σε ειδικότερο επίπεδο), δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή, καθότι, αφενός, αφορά ισχυρισμό του Εναγομένου 3 για τα γεγονότα, εκτός της δικογραφημένης του θέσης (βλ. την παράγραφο 4 της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2 και 3) και αφετέρου, επειδή αντίκειται του γραπτού κειμένου της σύμβασης στην οποία προσήλθε με την Ενάγουσα για την εγγύηση των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 (βλ. Geopet Aluminium Ltd v P.G.C. Ponterosa Fun Park Ltd, Πολιτική Έφεση Aρ. 325/2011, 17/01/2018). Στο Τεκμήριο 1, που, ως ενιαίο κείμενο (βλ. την αρίθμηση στις σελίδες του από 1 έως 7), περιλαμβάνει, τόσο την σύμβαση ενοικίασης, όσο και την σύμβαση εγγύησης, στην σελίδα 7 που εντοπίζεται η τελευταία, αναφέρει στο καταληκτικό της μέρος, ότι, «η εγγύηση αυτή υπογράφτηκε από τον εγγυητή ταυτόχρονα με την υπογραφή του πιο πάνω εγγράφου, την . 2008.» (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου). Ως εκ τούτου, ο ισχυρισμός του Εναγομένου 3, ότι δεν υπέγραψε την εν λόγω σύμβαση εγγύησης στην ίδια ημερομηνία που Ενάγουσα και Εναγόμενες 1 και 2 προσήλθαν στην σύμβαση ενοικίασης, την 01ην/09/2008, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
  18. Στρέφομαι τώρα στον ισχυρισμό των Εναγομένων 1, 2 και 3, ότι υπήρξε τροποποίηση της σύμβασης ενοικίασης τον Ιανουάριο του έτους 2011 και τούτο προφορικά, σε ότι αφορούσε το ύψος του μηνιαίου ενοικίου. Μείωσης του, δηλαδή, στα €350 μηνιαίως. Βάση για τον ισχυρισμό των Εναγομένων 1, 2 και 3, σε ότι αφορά το ζήτημα αυτό, αποτελεί το γεγονός, -παραδεκτό από πλευράς και της Ενάγουσας-, ότι, από τον Ιανουάριο του έτους 2011, η Ενάγουσα πληρωνόταν κατά καιρούς -και υπάρχουν αρκετές αποδείξεις προς τούτο- το εν λόγω ποσό των €350, για ενοίκια που αφορούσαν την περίοδο μετά τον Ιανουάριο του έτους 2011, χωρίς να καταγράφει μάλιστα (ως επισημαίνει η πλευρά των Εναγομένων 1, 2 και 3) στις σχετικές αποδείξεις, ότι αποτελούσαν πληρωμές έναντι του ενοικίου ή ότι παραλάμβανε το συγκεκριμένο ποσό με επιφύλαξη του δικαιώματος της για την πληρωμή του υπολοίπου. Η θέσης αυτή των Εναγομένων 1, 2 και 3, περί τροποποίησης της σύμβασης ενοικίασης, ετέθη στην Ενάγουσα πολύ γενικά κατά την αντεξέταση της, με αφορμή, ως προκύπτει, τις προαναφερόμενες αποδείξεις και αυτή διαφώνησε με αυτήν. Υποστήριξε ότι, οι Εναγόμενες 1 και 2, τις ανέφεραν ότι αντιμετώπιζαν δυσκολίες με την επιχείρηση τους (που λειτουργείτο από το κατάστημα), προφανώς για αυτό τον λόγο καθυστερούσαν τις πληρωμές των συμφωνημένων ενοικίων και όταν την πλήρωναν, υποστήριζαν ότι δεν μπορούσαν να την πληρώνουν ολόκληρο το ποσό. Από μόνες τους καθόρισαν ως το ποσό που μπορούσαν να της πληρώνουν, το ποσό των €350, χωρίς καμία τροποποίηση της σύμβασης ενοικίασης. Η ίδια (η Ενάγουσα), που προσπάθησε σε κάποιο βαθμό να τις βοηθήσει (επισκεπτόταν το ινστιτούτο αισθητικής της Εναγομένης 2 για θεραπείες, αγόραζε από αυτήν καλλυντικά), αποδεχόταν τις πληρωμές αυτές, χωρίς όμως να χαρίζει την διαφορά που προέκυπτε με βάση το συμφωνημένο ενοίκιο. Αυτή η θέση της Ενάγουσας, δεν αντικρούστηκε με μαρτυρία από πλευράς των Εναγομένων 1, 2 και
  19. Ο Εναγόμενος 3, με την δική του μαρτυρία, που κατά τα άλλα προσπάθησε να καταστήσει σαφές ότι ο ίδιος, ούτε χρόνο είχε (λόγω της δικής του εργασίας), ούτε και εμπλοκή στην εν λόγω επιχείρηση των Εναγομένων 1 και 2 (παρά το γεγονός ότι ήταν σύζυγος της Εναγομένης 2), απλά υποστήριξε ότι, για τα της τροποποίησης της σύμβασης ενοικίασης, του είχε αναφερθεί σχετικά από την σύζυγο του, Εναγομένη
  20. Ως εκ των προαναφερομένων, η θέση αυτή των Εναγομένων 1, 2 και 3, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι ανταποκρίνεται στα πραγματικά γεγονότα.
  21. Είναι καλά καθιερωμένη αρχή στο δίκαιο το συμβάσεων ότι, η ικανοποίηση του ανταλλάγματος που συμφωνείται μεταξύ των μερών δια της συμφωνίας τους, δεν μπορεί να επηρεαστεί από την οποιαδήποτε μονομερή ενέργεια οποιοιδήποτε εξ αυτών. Όπως αναφέρθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γιωργούλλα Καραολή κ. α. ν Γιώργου Λαουρη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 225, δια του έντιμου, Δ. Α. Δ. (ως ήταν τότε), Γ. Ερωτοκρίτου: «ένα συμβαλλόμενο μέρος, για να θεωρηθεί ότι απαλλάσσει το άλλο από την υποχρέωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων ή να δεχθεί διαφοροποίηση του ανταλλάγματος σε ένα σημαντικό σημείο, θα πρέπει να εκδηλώσει την πρόθεσή του με κάποιο σαφή τρόπο ή ενέργεια, η οποία να μην αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς τις προθέσεις του. Πέραν τούτου, η τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας θα πρέπει να τηρεί όλες τις προϋποθέσεις για σύναψη μιας σύμβασης όπως κοινοποίηση της πρότασης, αποδοχή και αντιπαροχή.» [[xxii]] [[xxiii]]. Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβάνοντας κάποιος υπόψη το ύψος του συμφωνημένου ενοικίου, σε συνάρτηση με την περίοδο της ενοικίασης και την ουσιαστική κατ' ισχυρισμόν διαφοροποίηση του (ήτοι, κατά τον ουσιώδη χρόνο, από €598,50 σε €350), θα ανέμενε κανείς να καταδειχθεί από πλευράς Εναγομένων 1, 2 και 3, ή τουλάχιστον να προβαλλόταν από πλευράς τους κάποιος ισχυρισμός, σε ότι αφορούσε την αντιπαροχή που εδόθη από αυτούς προς την Ενάγουσα για μια τέτοια τροποποίηση. Καμία σχετική αναφορά δεν έγινε κατά την δίκη για τα γεγονότα που κατ' ισχυρισμό των Εναγομένων 1, 2 και 3 οδήγησαν στην τροποποίηση. Κάποια αναφορά, γίνεται στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους, η οποία όμως, δεν προωθήθηκε ως θέση κατά την ακρόαση της υπόθεσης. Και πάλι όμως αυτή πάσχει, καθότι, η πρόθεσης τερματισμού της σύμβασης από πλευράς των Εναγομένων 1, 2 και 3, -που ισχυρίζονται ότι είχε εκδηλωθεί προς τον σύζυγο και αντιπρόσωπο της Ενάγουσας, γεγονός, που όπως υποστηρίζουν, οδήγησε στην τροποποίηση της σύμβασης ενοικίασης-, δεν μπορεί λογικά να θεωρηθεί ότι ενήργησε ως αντιπαροχή για την τροποποίηση, δεδομένων των δικαιωμάτων της Ενάγουσας σε μία τέτοια περίπτωση, καθότι, η περίοδος της ενοικίασης ήταν ουσιώδης όρος της σύμβασης ενοικίασης και ως έχει προαναφερθεί, παράβασης του από πλευράς Εναγομένων 1, 2 και 3, θα έδιδε στην Ενάγουσα και το ανάλογο δικαίωμα διεκδίκησης με βάση το δίκαιο των συμβάσεων. Ούτε και η πώληση της επιχείρησης των Εναγομένων 1, 2 και 3 και η εξεύρεσης άλλου ενοικιαστή, ως ισχυρίστηκαν στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, θα μπορούσε λογικά να έχει αυτή την επίδραση, καθότι, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης ενοικίασης, η Ενάγουσα, είχε απόλυτο δικαίωμα να αρνηθεί κάτι τέτοιο (βλ. σχετικά τον όρο 18 της σύμβασης ενοικίασης, Τεκμήριο 1) [[xxiv]]. 42. Η διάστασης όμως του ζητήματος, δεν είναι μόνο πραγματική, είναι και νομική. Στην προκείμενη περίπτωση, δεν υπάρχει ισχυρισμός περί ακυρότητας της σύμβασης ενοικίασης [[xxv]], η οποία, όπως παρατηρείται, πληροί και τις προϋποθέσεις του Άρθρου 77
(1)του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 [[xxvi]] [[xxvii]]. Στην προκείμενη περίπτωση, η σύμβαση ενοικίασης, λόγω της διάρκειας της ενοικίασης, που υπερέβαινε το ένα έτος, για να ήταν έγκυρη και εκτελεστή, σύμφωνα με το προαναφερόμενο Άρθρο 77
(1)του Κεφ. 149, απαραίτητα έπρεπε να ήταν γραπτή. Συνεπώς, αυτή, δεν μπορούσε να τροποποιηθεί προφορικά και η τροποποιημένη σύμβαση ενοικίασης να ήταν έγκυρη και εκτελεστή. Εν προκειμένω, αποτελεί αρχή του κοινούδικαίου, ότι, σύμβασης που, βάσει νόμου, απαραιτήτως καταρτίζεται γραπτώς, δεν μπορεί να τροποποιηθεί, παρά μόνο εγγράφως [[xxviii]]. Σχετική, είναι η απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Petrolina Ltd v Athiaodoros Vassiliades
(1976)J.S.C. 398, στην οποία αναφέρθηκαν τα εξής: «It has not been challenged by counsel that the original contract of lease was within the provisions of s.77 of our law, and the question posed is whether the said contract was properly varied as to the increase of rent and whether such variation was legally made. It has been said in a number of cases in England that if the contract is one which is required by law to be made and evidenced by writing, it cannot be varied by a new oral agreement, even if the variation relates only to a part of the contract which, if it stood by itself, would not be required to be in writing. If authority is needed, the case of Goss v. Nugent (Lord)
(1833)5 B & Ad 58, provides the answer. In that case, the plaintiff agreed in writing to sell to the defendant certain plots of land. In an action by the plaintiff against the defendant for the purchase money, the defendant pleaded that the title to one of the plots was defective. To this plea, the plaintiff replied that the defendant had orally agreed to waive the effect and to accept the existing title. The Court held that since the contract was one which was required by law to be evidenced by writing, the oral variation was not admissible and the defendant was entitled to succeed on the ground that a good title had not been made. (See also Harvey v. Grabham
(1836)5 Ad & El 61; Vezey v. Rashleigh
(1904)1 Ch. 634; Morris v. Baron & Co.,
(1918)A.C. 1, H.L. disapproving Williams v.' Moss' Empires Ltd.
(1915)3 K.B. 242; Hartley v. Hymans
(1920)3 K.B. 475 and British and Benningtons Ltd. v. North Western Cachar Tea Co. ,
(1923)A.C.48 H.L.). It should be added that the foundation on which this rule rests is that after the agreed variation the contract of the parties is not the original contract but that contract as varied, of which in its entirety there is no written evidence, so that the contract cannot be enforced. In Morris v. Baron & Co. , op cit., it was said by Lord Dunedin at p. 31:- "There is nothing in all this inconsistent with the well-established rule that a contract which the law requires to be evidenced by writing cannot be varied by parol: Goss v. Lord Nugent, 5 B. & Ad 58; Stead v. Dawber, 10 Ad & E. 57; Noble v. Ward, L.R. 1 Ex 117; Sanderson v. Graves,
(1875)L.R. 10 Ex.
  1. The foundation, I think, on which that rule rests is that after the agreed variation the contract of the parties is not the original contract which had been "reduced into writing, but that contract as varied, that of this latter in its entirety there is no written evidence, and it therefore cannot in its entirety be enforced". In the light of the authorities and having regard to the argument of both counsel, we are of the view that the argument of counsel on behalf of the appellant succeeds on this issue because in our view, there was no valid variation of the original .contract once the contract was within the provisions of s.77 of our law.». (η υπογράμμισης και η έμφασης είναι δική μου)
  2. Με την απόρριψη της μαρτυρίας του Εναγομένου 3, καταρρέει και το όλο οικοδόμημα της υπόθεσης των Εναγομένων 1, 2 και 3, οπόταν, απομένει το κατά πόσο η Ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει τις αξιώσεις της στον απαιτούμενο βαθμό. Προτού όμως προχωρήσω σε αυτό, κάποιος σχολιασμός των θέσεων του Εναγομένου 3 σε ότι αφορά την εγκυρότητα της σύμβασης εγγυήσεως των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 στην οποία προσήλθε με την Ενάγουσα, είναι απαραίτητος. Μια εγγύηση του υπό εξέταση είδους, αποτελεί υπόσχεση που δίδεται από ένα εγγυητή σε ένα ιδιοκτήτη ακίνητης ιδιοκτησίας, να τιμήσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης άλλου προσώπου, του ενοικιαστή, που οφείλεται στον εν λόγω ιδιοκτήτη στην βάση σύμβασης ενοικίασης. Πρόκειται για μίας δευτερευούσης μορφής ευθύνη, από την άποψη ότι, ο εγγυητής, καθίσταται υπεύθυνος να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του ενοικιαστή -[συνήθως] να πληρώσει-, μόνο αν ο ενοικιαστής έχει καταστεί υπεύθυνος για την εκπλήρωση συγκεκριμένης υποχρέωσης (όπως, π. χ., πληρωμής δεδουλευμένων ενοικίων). Σε μια τέτοια περίπτωση, ο εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση του ενοικιαστή, όταν ο τελευταίος αδυνατεί ή παραλείπει να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Δηλαδή, ο εγγυητής, ευθύνεται μόνο εάν ο εν λόγω ενοικιαστής αθετήσει την εκπλήρωση κάποιας υποχρέωσης του έναντι του ιδιοκτήτη. Ως τέτοια, μία τέτοια εγγύηση, δημιουργεί συμβατική υποχρέωση μεταξύ του εγγυητή και του ιδιοκτήτη. Κάτω από μία τέτοια σύμβαση εγγύησης, ο εν λόγω εγγυητής υποχρεούται να εκτελέσει τις υποχρεώσεις του ενοικιαστή, χωρίς να λάβει οποιαδήποτε υποχρέωση του ιδιοκτήτη σε αντάλλαγμα. Το σύνηθες είναι, ως αντιπαροχή, να ορίζεται, η ανεκτικότητα του ιδιοκτήτη από του να ενάγει τον ενοικιαστή, σε περίπτωση που ο εγγυητής, σε περίπτωση παράβασης, ως έχει προαναφερθεί, εκτελεί τις υποχρεώσεις του τελευταίου. Σχετικές, εν προκειμένω, είναι οι πρόνοιες του Μέρους 11 (ΧΙ) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  3. Γενικά, σε ότι αφορά την συμβατική υποχρέωση εγγυητή, βλέπε την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Savvas Savvides v Kyriacos Christofides
(1978)1 C.L.R. 303 στην οποία γίνεται σχετική ανάλυση. Ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Demetrios Michael v Haig Nishanian
(1966)1 C.L.R. 150, σε περιπτώσεις εγγύησης που δίδεται σε σχέση με σύμβαση ενοικίασης, πολύ σημαντικός είναι ο τρόπος διατύπωσης της εγγύησης: «Another relevant important clause in this contract is the guarantee clause. This clause is so worded in our view, as to tender the guarantor's liability co-extensive with that of the principal. It provides expressly that the guarantor undertakes the exact performance of all the terms included in the contract of lease. The right to renew the lease for another year being embodied in the terms of the contract, the liabilities following the exercise of such right are covered by the guarantee clause.» (βλ. επίσης, Διονύσης Αργύρη ν Χλόης Χρυσοστόμου
(2006)1 Α.Α.Δ. 1362). Το λεκτικό αυτό της εγγύησης, όπως αποφασίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Danai Kyriakidou v Artin Mangaldjan
(1969)1 C.L.R. 1, είναι καθοριστικό και του βαθμού της κάλυψης (π. χ. αν η εγγύησης έχει συνεχιζόμενο χαρακτήρα ή όχι) που ο ιδιοκτήτης θα δικαιούται εναντίον του εγγυητή. Εντούτοις, σχετικές ως προς το ζήτημα αυτό, είναι και οι πρόνοιες του Άρθρου 86 του Κεφ. 149 (βλ. Γιώργος Καρατσιώλης ν Royal Sports Betting Ltd
(2008)1 Α.Α.Δ. 669). Στην προκείμενη περίπτωση, η έκταση της ευθύνης του Εναγομένου 3, βάσει της σύμβασης εγγύησης, είναι σαφής. Όπως ρητά προνοείται σε αυτήν, ο Εναγόμενος 3 (βλ. σελίδα 7 του Τεκμηρίου 1) εγγυήθηκε «την πιστή τήρηση από τον ενοικιαστή [δηλαδή, από τις Εναγόμενες 1 και 2] όλων των όρων και υποχρεώσεων που απορρέουν από . το ενοικιαστήριο έγγραφο» και «ρητώς ανέλαβε την υποχρέωση να καλύψει και/ή να αποκαταστήσει και/ή να αποζημιώσει τον ιδιοκτήτη [δηλαδή την Ενάγουσα] σε περίπτωση παραβίασης του . ενοικιαστήριο εγγράφου.». Σε ότι αφορά τον βαθμό της ευθύνης του Εναγομένου 3 ως εγγυητή των υποχρεώσεων των Εναγομένων 1 και 2 βάσει της σύμβασης εγγύησης, στο εν λόγω έγγραφο καταγράφονται τα εξής: «Η εγγύηση μου είναι δεσμευτική . και θα εξακολουθεί να καλύπτει κάθε ρητή ή υπονοούμενη παράταση της ενοικιάσεως είτε κατόπιν συμφωνίας είτε λόγω οποιουδήποτε νόμου, ανεξάρτητα αν ειδοποιήθηκα ή όχι για την παράταση αυτή, ως επίσης και σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης ανεχθεί ή αποδεχθεί παρατάσεις πληρωμής ανεξάρτητα αν έλαβα ή όχι γνώση γι' αυτό. Όλα αυτά θα ισχύουν ανεξάρτητα αν δόθηκε ή όχι σε εμένα προηγουμένως ειδοποίηση και θα εξακολουθώ να ευθύνομαι σαν εγγυητής μέχρι την εκκένωση και παράδοση της ελεύθερης κατοχής του κτήματος στον ιδιοκτήτη του [δηλαδή, στην Ενάγουσα].». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) 44. Από τα προαναφερόμενα, προκύπτει σαφέστατα ότι, ο Εναγόμενος 3, βάσει της σύμβασης εγγύησης, οφείλει να πληρώσει στην Ενάγουσα, κάθε ποσό που θα κριθεί από το Δικαστήριο ως οφειλόμενο σε αυτήν από τις Εναγόμενες 1 και 2 για δεδουλευμένα ενοίκια, καθώς επίσης και να αποζημιώσει αυτήν, με οποιοδήποτε ποσό οι Εναγόμενες 1 και 2 κριθούν υπόλογοι από το Δικαστήριο προς την Ενάγουσα λόγω παράβασης της σύμβασης ενοικίασης. Και τούτο, ως προαναφέρθηκε, με γνώμονα το πότε παραδόθηκε ελεύθερη κατοχή του καταστήματος στην Ενάγουσα. Σύμφωνα με την αποδεκτή μαρτυρία, το κατάστημα παραδόθηκε στην Ενάγουσα από τους Εναγομένους 1, 2 και 3, τον Μάρτιο του έτους 2014 και ο Εναγόμενος 3, μέχρι και τότε, δεν είχε ανακαλέσει την εγγύηση του, ώστε αυτή να πάψει να έχει συνέχεια (βλ. Άρθρο 88 του Κεφ. 149). Εν προκειμένω, πρέπει να σημειωθεί ότι, ο ισχυρισμός του Εναγομένου 3 στην παράγραφο 4(α) της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2 και 3, περί της ανάκλησης της σύμβασης εγγύησης του με την επιστολή του δικηγόρου του ημερομηνίας 27/09/2011, Τεκμήριο 6, δεν έχει καμία υπόσταση, καθότι, καθίσταται σαφές από εξέταση του περιεχομένου της εν λόγω επιστολής, ότι, κάτι τέτοιο, δια αυτής, δεν έγινε. Και αυτά, χωρίς να εμβαθύνω στο ζήτημα, καθότι, η ανάκληση εγγύησης βάσει του προαναφερόμενου Άρθρου 88 του Κεφ. 149, δεν είναι αυτοδίκαιη σε όλες τις περιπτώσεις (βλ. το σύγγραμμα των Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, αναθεωρημένη 14η έκθεση, τόμος ΙΙ, στις σελίδες 1402 και 1403). Η ευθύνη του Εναγομένου 3, ξεκίνησε αμέσως από την στιγμή της παράλειψης των Εναγομένων 1 και 2 να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα τους με την Ενάγουσα, βάσει της σύμβασης ενοικίασης. Στην απουσία ρητής υποχρέωσης στην σύμβαση εγγύησης προς την Ενάγουσα ότι αυτός θα έπρεπε είχε ειδοποιηθεί για τα της παράληψης των Εναγομένων 1 και 2, αυτός κατέστη υπεύθυνος (συνυπεύθυνος) για σχετική υποχρέωση τους, ως έχει προαναφερθεί, αμέσως. Κατ' αναλογίαν, η Ενάγουσα, δεν είχε υποχρέωση να ειδοποιήσει τον Εναγόμενο 3 την όποια απαίτηση της αυτής της Αγωγής, προτού προχωρήσει με την καταχώριση της (βλ. Savvas Savvides v Kyriacos Christofides
(1978)1 C.L.R. 303 και το σύγγραμμα των Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, αναθεωρημένη 14η έκθεση, τόμος ΙΙ, στην σελίδα 1384). 45. Στην προκείμενη περίπτωση, αν και πλέον δεν τίθεται ζήτημα απόδοσης προς την Ενάγουσα της θεραπείας της έξωσης των Εναγομένων 1 και 2 από το κατάστημα, το ζήτημα του τερματισμού της σύμβασης ενοικίασης δεν έχει καταστεί άνευ αντικειμένου (βλ. Τουμάζος Τουμάζου ν S.P.S. Restaurants Ltd
(2011)1 A.Α.Δ. 700), καθότι, ως έχει προαναφερθεί κατά την ανάλυση της νομικής πτυχής αυτής της υπόθεσης, ο τερματισμός της ενοικίασης αποτελεί προϋπόθεση για την υποβολή αξίωσης αποζημίωσης στην βάση της αρχής του mesne profits (βλ. Grigoris K. Petsas v Pavlos Pavlides
(1980)1 C.L.R. 158) που η Ενάγουσα αξιώνει. Στην προκείμενη περίπτωση, η Ενάγουσα, προτού εγείρει αυτή την Αγωγή, έπρεπε να τερματίσει την σύμβαση, δίδοντας στις Εναγόμενες 1 και 2, με βάση τα δεδομένα από την σύμβαση ενοικίασης και τον τρόπο πληρωμής του ενοικίου, ένα μήνα προειδοποίηση (βλ. Ανδρέας Πάπα ν Νόνας Α. Οικονομίδου κ. α.
(2012)1 Α.Α.Δ. 928). Από την αποδεκτή μαρτυρία, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε ότι έγινε ένας τέτοιος τερματισμός. Τουναντίον, η επιστολή του δικηγόρου της Ενάγουσας, ημερομηνίας 29/06/2012, Τεκμήριο 7, στην οποία η Ενάγουσα αναφερόταν στην έκθεση απαίτησης ως ένα από τα γεγονότα που κατά τον ισχυρισμό της καθιστούσαν την σύμβαση ενοικίασης «λήξασα και/ή άκυρη και/ή ανενεργή» καθιστώντας τις Εναγόμενες 1 και 2 «παράνομους» επεμβαίνοντες στο κατάστημα, έδειχνε ότι η Ενάγουσα επιθυμούσε την συνέχιση της ενοικίασης. Ναι μεν, το γεγονός ότι η παράδοση της κατοχής του καταστήματος προς την Ενάγουσα μετά την καταχώριση αυτής της Αγωγής, καθιστά άνευ αντικειμένου την όποια συζήτηση περί του νόμιμου της απαίτησης της Ενάγουσας για έξωση των Εναγομένων 1 και 2 από το κατάστημα, χωρίς να επηρεάζεται σε αυτή την υπόθεση η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει αυτή την υπόθεση (βλ. Nicos Christou Developments Ltd v Παναγιώτη Τοφινή
(1998)1 Α.Α.Δ. 1990), το βάσιμο της απαίτησης της Ενάγουσας για αποζημίωση στην βάση της αρχής του mesne profits (και από πότε χρονικά με βάση τα γεγονότα γεννήθηκε αυτό το δικαίωμα της), εξακολουθεί να βρίσκεται υπό την κρίση του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση, η Ενάγουσα, κατά την καταχώριση αυτής της Αγωγής, ένεκα του γεγονότος ότι η σύμβαση ενοικίασης δεν είχε κανονικά τερματιστεί, δεν είχε βάσιμο δικαίωμα για την διεκδίκηση αποζημίωσης στην βάση της αρχής του mesne profits. Διεκδίκηση στην οποία θα αποτύγχανε, σε κάθε περίπτωση, με δεδομένο ότι δεν προσέφερε στο Δικαστήριο μαρτυρία για το αγοραίο μηνιαίο ενοίκιο (κατά την ημερομηνία καταχώρισης αυτής της Αγωγής, στην περίπτωση όπου ήθελε υποτεθεί ότι αυτή, υπό τις περιστάσεις, θα μπορούσε να θεωρηθεί ως τερματισμός της σύμβασης ενοικίασης, ή ακόμη και μεταγενέστερα κατά τον Μάρτιο του έτους 2014 που το κατάστημα περιήλθε στην κατοχή της) για να μπορούσε να γίνει από το Δικαστήριο η αποτίμησης της αξιωμένης αποζημίωσης προς τον σκοπό επιδίκασης της (βλ. Ντίνος Κλεάνθους κ. α. ν Union General De Bienfaisance Armenien
(2002)1 A.A.Δ. 1659, Georghios Constantindes (Akinita) Ltd v Georghios Mavrogenis a. o.
(1983)1 C.L.R. 662, Ναυτικός Όμιλος Πάφου ν Αρχής Λιμένων Κύπρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 882). Σε κάθε περίπτωση, λόγω της μεγάλης διάρκειας της περιόδου ενοικίασης, ως είχε συμβατικά καθοριστεί, και της αρκετά μεγάλης περιόδου που, πριν από την καταχώριση αυτής της Αγωγής, προηγήθηκε, κατά την οποία οι Εναγόμενες 1 και 2 συμβατικά κατείχαν το κατάστημα, δεν είμαι έτοιμος να αποδεχθώ, ως βάση για την αποτίμηση της αξιωμένης αυτής θεραπείας, το τελευταίο, πριν από τον «τερματισμό» (δηλαδή, την καταχώριση αυτής της Αγωγής, ακόμη και εάν ήθελε υποτεθεί ότι μπορεί στα περιστατικά αυτής της υπόθεσης να επενεργήσει κατά αυτό τον τρόπο) συμφωνηθέν μηνιαίο ενοίκιο.
  1. Στρέφομαι τώρα στην εξέταση του κατά πόσο η Ενάγουσα πέτυχε στην αξίωση της για οφειλόμενα ενοίκια, η οποία, παρά την προαναφερόμενη κατάληξη μου, μπορεί, στην περίπτωση που έχει πραγματικά αποδειχθεί από την Ενάγουσα, -στον απαιτούμενο πάντοτε βαθμό-, να της αποδοθεί. Η Ενάγουσα, με την μαρτυρία της, ισχυρίστηκε ότι οι Εναγόμενες 1 και 2, από τον Μάρτιο του έτους 2009, καθυστερούσαν να της καταβάλουν τα οφειλόμενα ενοίκια. Δεν αναφέρθηκε όμως συγκεκριμένα και δεν ήταν ξεκάθαρη και θετική σε ότι αφορά ποιους μήνες συγκεκριμένα οι Εναγόμενες 1 και 2 δεν την πλήρωσαν τελικά ή σε κάθε περίπτωση εις ολόκληρο για την περίοδο από τον Ιούνιο έως και τον Δεκέμβριο του έτους
  2. Αντεξεταζόμενη, εξέφρασε αμφιβολία ως προς το κατά πόσο οι Εναγόμενες 1 και 2, δεν τις είχαν όντως καταβάλει τα ενοίκια για τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο, Αύγουστο, Σεπτέμβριο, Οκτώβριο, Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους
  3. Συγκεκριμένα, σε ερώτηση του συνηγόρου των Εναγομένων 1, 2 και 3, κατά πόσο ήταν πιθανόν οι Εναγόμενες 1 και 2 να της είχαν πληρώσει τα ενοίκια της εν λόγω περιόδου και αυτή να τα αξίωνε επειδή απώλεσε τις σχετικές αποδείξεις είσπραξης (όπως αποδέχθηκε και για άλλους μήνες ότι δεν είχε τις σχετικές αποδείξεις, που αφορούν την περίοδο που είναι παραδεκτό από τους διαδίκους ότι τα ενοίκια εξοφλήθηκαν), η Ενάγουσα δεν το απέκλεισε. Με αυτό το δεδομένο, θεωρώ ότι η Ενάγουσα έχει επιτύχει να αποδείξει την απαίτηση της για οφειλόμενα ενοίκια, στον βαθμό που αφορά την περίοδο από τον Ιανουάριο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2011 και την περίοδο από τον Ιανουάριο έως και τον Αύγουστο του έτους
  4. Και τούτο, ειδικότερα στην βάση της θέσης των Εναγομένων 1, 2 και 3, ότι, από τον Ιανουάριο του έτους 2010, ξεκίνησαν να πληρώνουν ολιγότερο ποσό του συμφωνημένου ως μηνιαίου ενοικίου στην βάση της σύμβασης ενοικίασης. Η θέσης τους αυτή, που προβλήθηκε στην βάση του ότι, η εν λόγω ενέργεια τους, ήταν το αποτέλεσμα τροποποίησης της σύμβασης ενοικίασης, αν και έχει απορριφθεί για τους λόγους που προεκτέθηκαν, καθιστά παραδεκτό από πλευράς τους το γεγονός ότι για την εν λόγω περίοδο οφείλουν το υπόλοιπο του συμφωνημένου, βάσει της σύμβασης ενοικίασης, ενοικίου. Ως εκ τούτου, οι όποιες αδυναμίες στην μαρτυρία της Ενάγουσας, -που σε τούτο το στάδιο, κρίνονται στην βάση του κατά πόσο η μαρτυρία της επαρκεί για να αποδείξει την απαίτηση της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων-, και αφορούν τον κατά καιρούς υπολογισμό και απαίτηση της των οφειλόμενων ενοικίων (βλ. την σχετική της αξίωση στην έκθεση απαίτηση της Ενάγουσας και τις σχετικές αντίστοιχες αξιώσεις της στην βάση των επιστολών των δικηγόρων της ημερομηνίας 16/09/2011, Τεκμήριο 5 και 29/06/2012, Τεκμήριο 7, αντίστοιχα, για τις οποίες δεν προσέφερε καμία εξήγηση), σε σχέση με τον οποίο οι Εναγόμενοι 1, 2 και 3, εισηγήθηκαν ότι είναι αντιφατικός, χάνουν την σημασία τους. Η μαρτυρία της Ενάγουσας ως προς το ποια ποσά της πληρώθηκαν εκείνη την περίοδο (βλ. το Τεκμήριο 2) και η κατ' ουσία παραδοχή των Εναγομένων 1, 2 και 3 ότι καθ' όλη αυτή την περίοδο πλήρωναν αυτά τα ποσά (στην βάση της τροποποίησης της σύμβασης ενοικίασης που ισχυρίστηκαν) -αφού δεν αμφισβήτησαν ουσιαστικά τον εν λόγω ισχυρισμό της Ενάγουσας κατά την αντεξέταση της, ούτε και παρουσίασαν αντίθετη προς τούτο μαρτυρία-, καθιστά τον υπολογισμό της θεραπείας που το Δικαστήριο μπορεί να αποδώσει στην Ενάγουσα εφικτό. Η Ενάγουσα, για την περίοδο από τον Ιανουάριο έως και τον Δεκέμβριο του έτους 2011, στην βάση του συμφωνημένου ενοικίου των €598,50 μηνιαίως (βλ. Τεκμήριο 1) και τις, ως προκύπτει, παραδεκτές από τους διαδίκους πληρωμές των Εναγομένων 1 και 2 για εκείνη την περίοδο (βλ. Τεκμήριο 2), δικαιούται ως οφειλόμενα ενοίκια, το συνολικό ποσό των €3.744,
  5. Επιπρόσθετα, για την περίοδο από τον Ιανουάριο έως και τον Αύγουστο του έτους 2012, στην βάση του συμφωνημένου ενοικίου των €652,36 μηνιαίως (βλ. Τεκμήριο 1) και τις, ως προκύπτει, παραδεκτές από τους διαδίκους πληρωμές των Εναγομένων 1 και 2 για εκείνη την περίοδο (βλ. Τεκμήριο 2), η Ενάγουσα δικαιούται, ως οφειλόμενα ενοίκια, το συνολικό ποσό των €3.116,
  6. Δηλαδή, σύνολο, €6.860,
  7. Εντούτοις, λόγω του ότι με την έκθεση απαίτησης της αξίωσε το ποσό των €5.201 μόνον, στην απουσία τροποποίησης της απαίτησης της σε κατάλληλο χρόνο, μόνο αυτό το λιγότερο ποσό μπορεί να της αποδοθεί. Κατάληξη
  8. Κατ' ακολουθίαν των όσων έχουν προαναφερθεί, η Αγωγή της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 επιτυγχάνει μερικώς και ως εκ τούτου το Δικαστήριο αποφασίζει ως ακολούθως: Α. Εκδίδεται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, απόφασης για το ποσό των €5.201, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από 17/10/2012 (ήτοι, την ημερομηνία καταχώρισης αυτής της Αγωγής) μέχρι εξοφλήσεως. Β. Εκδίδεται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα, απόφασης για τα έξοδα της διαδικασίας αυτής της Αγωγής, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή στην Κλίμακα τελών και εξόδων €2.000 - €10.000 και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, μειωμένα όμως κατά 50% λόγω μερικής αποτυχίας της απαιτήσεως της Ενάγουσας.
  9. Στην βάση της δήλωσης του συνηγόρου των Εναγομένων 1, 2 και 3, η Ανταπαίτησης του Εναγομένου αποσύρθηκε και απορρίφθηκε από το Δικαστήριο. Η συμφωνία των διαδίκων, σε ότι αφορά την απόσυρση της ανταπαίτησης των Εναγομένων 1, 2 και 3, ήταν όπως αυτή ήταν χωρίς έξοδα διαδικασίας. Απαίτηση και ανταπαίτηση, μέχρι και το σημείο που η τελευταία αποσύρθηκε (ήτοι, την 02/02/2017), συνεκδικάστηκαν, οπόταν η προαναφερόμενη διαταγή για τα έξοδα, καλύπτει μόνο τα έξοδα της απαίτησης. (Υπ.) __________________________ ΜΙΧΑΛΗΣ Γ. ΛΟΪΖΟΥ, Ε. Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] Όλες οι προαναφερόμενες περίοδοι, ενοικίασης καταγράφονται ακριβώς ως δικογραφούνται στην έκθεση απαίτησης. [2] Στην περίπτωση όπου η αντιπαροχή δεν έχει ποσοτικά καθοριστεί, τότε η αγωγή αποσκοπεί στην ανάκτηση ενός λογικού ποσού (quantum meruit, σε ότι αφορά υπηρεσίες και quantum valebat, σε ότι αφορά αγαθά). [3] Στην απόφαση του οποίου είχε αναφερθεί το εξής: «A choice, however resolute, which gains no expression outside the bosom of the chooser cannot be clear and unequivocal in the sense that the law requires. Silence and inaction, being in the generality of cases equally consistent with an affirmation of the contract, cannot constitute an acceptance of a repudiation.». Βλ. Vitol SA v Norelf Ltd, The Santa Clara [1996] QB 108,
  10. [4] Έχει παρουσιαστεί ή θα παρουσιαστεί, αναλόγως της περίπτωσης που αφορά την υπόθεση ενός ενάγοντα ή ενός εναγομένου, αντίστοιχα, και το στάδιο παρουσίασης μαρτυρίας εκατέρωθεν, κατά την ακροαματική διαδικασία. [i] Σε ότι αφορά την έγερση κωλύματος στην αξίωση για εκτέλεση σύμβασης σύμφωνα με τους αρχικούς της όρους όταν ένα μέρος σε αυτή, με τη συμπεριφορά του, δείχνει ότι δεν επιμένει σε εκτέλεση του συμβολαίου όπως ορίζουν οι αρχικοί του όροι, βλέπε την υπόθεση Cybarco Ltd v Gillian Guest κ. α
(2010)1 Α.Α.Δ.
  1. [ii] Βλ. Colley v Overseas Exporters [1921] 3 KB 302 και Telephone Rentals Plc v Burger Salmon & Company [1987] CCLR
  2. Βλ. επίσης το σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παράγραφο 21-
  3. [iii] Βλ. Cutter v Powell
(1795)[1795] EWHC KB J
  1. [iv] Όταν, για παράδειγμα, η σύμβασης αφορά την εκτέλεση εργασιών έναντι χρηματικού ανταλλάγματος και οι εργασίες που δεν έχουν εκτελεστεί, ή οι κακοτεχνίες, δεν είναι πολλές, το Δικαστήριο, στην βάση του κανόνα της ουσιαστικής ολοκλήρωσης («substantial performance»), μπορεί να επιδικάσει στον ενάγοντα το συμβατικό τίμημα, απομειώνοντας το όμως στο βαθμό που στο επιδικασθέν ποσό θα αντανακλάται το γεγονός της μη εκτελεσθείσας εργασίας ή κακοτεχνιών Βλ. H. Dakin & Co Ltd v Lee [1916] 1 KB 566, Hoenig v Isaacs [1952] 2 AllER 176 και Bolton v Mahadeva [1972] 2 AllER
  2. Πρόκειται για εξαίρεση στο προαναφερόμενο κανόνα, που είναι γνωστός και ως ο κανόνας της τέλειας προσφοράς («perfect tender»), η εφαρμογή της οποίας [εξαίρεσης] εκτοπίζεται, εάν από τους όρους της σύμβασης προκύπτει απαίτηση για αυστηρή και πλήρη απόδοση των συμφωνηθέντων. Η αρχή, δηλαδή, είναι ότι, ο κανόνας της ουσιαστικής ολοκλήρωσης, εκτός και αν διαφορετικά συμφωνηθεί, εκτοπίζεται από τον κανόνα της τέλειας προσφοράς. [v] Βλ. Sumpter v Hedges [1898] 1 QB
  3. [vi] Βλ. Forman & Co Pty v Liddesdale [1900] AC
  4. [vii] Βλ. περαιτέρω, στο ίδιο σύγγραμμα, Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1228 και
  5. [viii] Βλ. Harrow Trading Ltd κ. α. ν ADM Investor Services International Ltd
(2004)1Α Α.Α.Δ. 161, Lombard Natwest Ltd v Παναγιώτη Λαζαρίδη
(1999)1 Α.Α.Δ. 1465. [ix] Βλ. Γιωργούλλα Καραολή κ. α. ν Γιωργου Λαουρη
(2008)1 Α.Α.Δ. 225, Χριστίνα Κυριάκου ν Μάρθας Ανδρέα Χρυσοστόμου
(2004)1Γ Α.Α.Δ. 2029, Κώστας Καταφυγιώτης κ. α. ν Χρυσόστομου Χρυσοστομή
(1997)1 Α.Α.Δ .1746 και Papa Paulo Ioannou v Mollah Hasni Hassan (V3) 1 C.L.R. 30. [x] Βλ. Hadley v Baxendale [1854] 9 Ex. 341 και Αλπάν (Αδελφοί Τάκη) Λτδ. κ. α. ν Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. [xi] Βλ. County Council of Surrey a. a. v Bredero Homes Ltd [1993] EWCA Civ
  2. [xii] Όπως επεξηγήθηκε από το αγγλικό εφετείο δια του Λόρδου Δικαστή Hoffmann στην υπόθεση Ministry of Defence and Ashman [1993] 25 HLR 514, 519: «A person entitled to possession of land can make a claim against a person who has been in occupation without his consent on two alternative bases. The first is for the loss which he has suffered in consequence of the defendant's trespass. This is the normal measure of damages in the law of tort. The second is the value of the benefit which the occupier has received. This is a claim for restitution. The two bases of claim are mutually exclusive and the plaintiff must elect before judgment which of them he wishes to pursue. These principles are not only fair but, as Kennedy LJ demonstrated, well established by authority.». [xiii] Αυτό το είδος της αποζημίωσης και το σε τι αυτή αποσκοπεί, επεξηγήθηκε από το αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Devenish Nutrition Ltd v Sanofi- Aventis [2008] EWCA Civ 1086, ως εξής: «
  3. In general, the common golden thread that runs through each of these three categories of remedy mentioned above [tort, contract and restitution] is that the claimant has suffered loss. But that is not always the case: see, for example, user damages discussed below. Similarly, in an action for breach of fiduciary duty, an account of profits can be awarded in circumstances where the claimant has suffered no loss, as in Regal (Hastings) Ltd v Gulliver (Note) [1967] 2 AC 134 (and a claim for an account of profits consequent on a breach of duty could arise even though there is no misuse of a property right, as where a director uses a power to make calls on shares for a collateral purpose). Moreover, user damages are not always assessed by reference to the fair price for what has been taken from the claimant. They may be assessed by reference to the profit that the defendant has made: see, for example, Ministry of Defence v Ashman
(1993)66 P & CR
  1. Wrotham Park damages likewise may be awarded even though there is no loss. But the user damages and Wrotham Park damages still have an element of compensation within them in this sense, that while there may be no actual loss they are clearly cases where the law takes the view as a matter of policy that the claimants if they prove their claims are entitled to substantial compensation for the mere invasion of their rights.
  2. It follows that the categories of damages identified above are not mutually exclusive. User damages can be restitutionary: they can be awarded where the claimant has suffered no loss and on the basis that the defendant is ordered to pay a sum by reference to the gain he would otherwise make. Damages for trespass to property, for instance, are awarded on the basis of market rent even if the claimant would not have let the property if vacant: see Swordheath Properties Ltd v Tabet [1979] 1 WLR
  3. At the same time they can be described as compensatory. The view that they combine elements of both compensatory and restitutionary awards is supported by the decision of the Privy Council in Inverugie Investments Ltd v Hackett [1995] 1 WLR 713, 718b. Damages for trespass to land, for instance, are intended to compensate the claimant for being kept out of his land on whatever basis they are assessed. I do not therefore agree with the judge that user damages or Wrotham Park damages are necessarily compensatory. Nor do I consider that Lord Nicholls so held in Attorney General v Blake [2001] 1 AC
  4. Lord Nicholls considered, at p 279e, that user damages were probably best regarded as exceptions to the general rule that damages are assessed on the basis that they compensate the claimant for his loss or injury. He also regarded Wrotham Park damages as, at p 284a: "payment [by the defendant] in respect of the benefit he has gained." If user damages and Wrotham Park damages were purely compensatory, they would not have been stepping stones to the conclusion that the court could grant an account of profits for a breach of contract.
  5. What, however, does distinguish user damages from other compensatory damages is the fact that they are in general awarded because the defendant has made improper use of an asset of the claimant. In economic terms, there has been a transfer of value for which the wrongdoer must account. But that is also a feature of the present case. Devenish seeks in economic terms, by means of its claim for an account of profits for breach of statutory duty, to recover the amount of the overcharge that it has paid to the defendants out of its assets and in diminution of its net worth. Not all non-proprietary torts share this feature: for example, this feature is not present in claims for damages for defamation or personal injury. It is, however, often present in claims for breach of contract and for invasion of a statutory right where rights of property in the broadest sense are invaded for the benefit of the wrongdoer. A contractual right is a form of property (though it lacks some of the qualities of a property right). If the law of remedies were to be required to be coherent in economic terms, and this were the critical factor, the same remedies ought to be provided in each of these situations. However, even so, they would under Blake's case be subject to strict judicial control through the requirement for exceptional circumstances.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xiv] Έχει αναγνωριστεί από την νομολογία η εξαίρεση της υποκειμενικής υποτίμησης βάσει της οποίας το μέτρο της αποτίμησης μπορεί να είναι διαφορετικό (βλ. Ministry of Defence and Ashman [1993] 25 HLR 514). [xv] Δέστε σχετικά τα αναφερόμενα από τον έντιμο, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, στην ομόφωνη απόφαση που έδωσε το Δευτεροβάθμιο Οικογενειακό Δικαστήριο στην υπόθεση Νεοπτόλεμος Γεωργίου ν Ρωξάνης Νεοπτόλεμου Γεωργίου
(2010)1Α Α.Α.Δ 138. Παραθέτω αυτούσια, την κατά την άποψη μου, ουσιαστικότερη ως προς το υπό συζήτηση ζήτημα, περικοπή, με το σκεπτικό του Εφετείου, από την απόφαση αυτή: «Το πρωτόδικο Δικαστήριο, καθώς και ο συνήγορος της εφεσίβλητης στην πρωτόδικη ένσταση του, παρερμήνευσαν τον ουσιώδη κανόνα που λαμβάνεται στο δικαιϊκό σύστημα αντιπαράθεσης αναφορικά με τη δυνατότητα ενός αντιδίκου να εξηγήσει θέσεις επί γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Θέματα τα οποία δεν τίθενται κατά την αντεξέταση του διαδίκου και των μαρτύρων του και τα οποία εμφανίζονται για πρώτη φορά στην κύρια εξέταση αντιδίκου ή μάρτυρα του, είναι έκθετα σε απόρριψη διότι δεν δίνεται η ευκαιρία στους μάρτυρες της αντίθετης πλευράς να σχολιάσουν και να εξηγήσουν τα εκ των υστέρων εγερθέντα θέματα. Τέτοια απόρριψη δεν επέρχεται αυτομάτως ως συνέπεια της παράλειψης αυτής, αλλά ως αποτέλεσμα άσκησης δικαστικής κρίσης επί του θέματος. Όπως έχει τεθεί στην υπόθεση Adidas v. Jonidexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383, στις σελ. 388-9: «Of course failure to put forward a pertinent aspect of the defence case to witnesses for the plaintiff is not necessarily fatal to its validity. A lot will depend on the nature of the allegation and the reasons for not raising it in the course of cross-examination of the witnesses of the adversary. In the absence of a proper explanation of the omission, the Court may justifiably disregard factual allegations not put to a witness of the adversary because of the denial of a proper opportunity to the latter to controvert them in evidence. Liberty to controvert the case of the other side is at the core of the adversarial system of justice premised on the elicitation of the truth through the process of confronting the adversary with every material aspect of a party´s case.» Το πιο πάνω απόσπασμα απεικονίζει τη νομολογία επί του ζητήματος και δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ορθή πρακτική στο δικαιϊκό σύστημα της αντιπαράθεσης είναι να δίνεται η ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγήσει θέσεις επί των γεγονότων που η άλλη πλευρά προτίθεται να παρουσιάσει στη δική της μαρτυρία. Εφαρμόζεται βεβαίως σ΄ όλο το φάσμα και εύρος της αντιπαράθεσης είτε επιχειρείται η εκ των υστέρων παρουσίαση μαρτυρίας ή εκδοχής από τον ενάγοντα μέσω αντεξέτασης του εναγόμενου, όπως εδώ, ή τον εναγόμενο σε οποιοδήποτε στάδιο της εξέλιξης της μαρτυρίας. Η ουσία είναι ότι πρέπει να παρέχεται ευκαιρία στον αντίδικο να εξηγεί τη δική του θέση και όχι να εμφανίζεται και να τίθεται το ζήτημα μόνο στη μαρτυρία της άλλης πλευράς. Όπως το θέτει ο Cross on Evidence 4η έκδ. σελ. 226: «The object of cross-examination is two-fold, first, to elicit information concerning the facts in issue or relevant to the issue that is favourable to the party on whose behalf the cross-examination is conducted, and secondly to cast doubt upon the accuracy of the evidence-in-chief given against such party.» Και στη σελ. 227: «Any matter upon which it is proposed to contradict the evidence-in-chief given by the witness must normally be put to him so that he may have an opportunity of explaining the contradiction, and failure to do this may be held to imply acceptance of the evidence-in-chief.» Σχετικές είναι επίσης οι υποθέσεις Κούρρης ν. Παπαδοπούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1147 και Σκάρος ν. Χριστοδούλου
(1998)1 Α.Α.Δ. 291.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xvi] Βλ. επίσης, και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 1593 του συγγράμματος Phipson on Evidence, 12η έκδοση. [xvii] Βλ. τα αναφερόμενα του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν Αντώνη Κλεάνθους, Πολιτική Έφεση Αρ. 260/2009, 23/01/2013: «Επανερχόμενοι στην παρούσα έφεση επισημαίνουμε το καθοριστικό υπό τις περιστάσεις για την επιτυχία του πρώτου λόγου έφεσης, γεγονός∙ αυτό της φύσης της επιδιωκόμενης από τους εφεσείοντες με την αγωγή, θεραπείας. Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη πτυχή της υπεράσπισης δεν προωθήθηκε πέρα από το στάδιο της δικογράφησης της και συνεπώς το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα ασχολήθηκε με αυτή, εκείνο που οι εφεσείοντες με την αγωγή τους επιδίωκαν ήταν αποζημιώσεις για ζημιές που υπέστηκαν λόγω της αποκλειστικής αμέλειας του εφεσιβλήτου. Δεν επεδίωκαν τη χορήγηση οποιασδήποτε θεραπείας με βάση το Δίκαιο της Επιείκειας, έτσι ώστε να εγείρεται θέμα εφαρμογής της αρχής της ολιγωρίας (laches), με την έννοια που το δίκαιο της επιείκειας αποδίδει στον εν λόγω όρο και που είναι η έννοια με την οποία, το πρωτόδικο δικαστήριο πραγματεύθηκε το συγκεκριμένο όρο.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xviii] Βλ. επίσης, Παυλίνα Γρηγορίου ν Νικόλα Γρηγορίου Γαβριήλ
(2011)1 Α.Α.Δ. 2263. [xix] Βλ. την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση M & TH Petrou & Sons Developers Ltd v Μιχάλη Κοκκούλη, ECLI:CY:AD:2016:A526, Πολιτική Έφεση Αρ. 18/2011, 16/11/2016, όπου δια του έντιμου, Δ. Α. Δ., Σ. Ναθαναήλ, αναφέρθηκαν τα εξής: «. Το Δικαστήριο σημείωσε ιδιαίτερα ότι αυτή η εκδοχή δεν είχε τεθεί κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου ώστε ο τελευταίος να είχε την ευκαιρία να τη σχολιάσει και να προβάλει τη δική του θέση έτσι ώστε η παράλειψη αυτή της υπεράσπισης, χωρίς μάλιστα οποιαδήποτε εξήγηση, να άφηνε αυτή την εκδοχή έκθετη σε απόρριψη σύμφωνα με τη νομολογία που καθιερώθηκε στην Adidas v. Jonitexo
(1987)1 C.L.R. 363. . Η πλευρά των εφεσειόντων λανθασμένα δεν έθεσε αριθμό θεμάτων κατά την αντεξέταση του εφεσίβλητου και των μαρτύρων του, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να στερηθούν του ευεργετήματος να απαντήσουν και να σχολιάσουν τις θέσεις αυτές. Αυτό παραμένει ένα ουσιώδες λάθος από πλευράς τους διότι η επί ακροατηρίω διαδικασία οφείλει να είναι διάφανη και δεν επιτρέπεται η απόκρυψη των θέσεων της μιας ή της άλλης πλευρά κατά την ώρα της αντεξέτασης του έτερου διαδίκου. Ορθά συνεπώς το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε όλες αυτές τις εκδοχές των εφεσειόντων ως εκ των υστέρων σκέψεις που δεν έπειθαν, μεταξύ άλλων, και για το λόγο ότι ουδέποτε τέθηκαν στον εφεσίβλητο για να τις αντικρούσει. Παραπομπή δε στα πρακτικά που τηρήθηκαν στη διαδικασία αποκαλύπτει και του λόγου το αληθές. Συνακόλουθα, οι εφεσείοντες δεν πρέπει εκ των υστέρων να παραπονούνται.». [xx] Βλ Ησαϊας Ιωαννίδης ν Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640 και Μάριος Ουλούπη ν Γεώργιου Χρίστο κ. α.
(1999)1Γ Α.Α.Δ. 1508. [xxi] Αναφέρει το Εφετείο στην υπόθεση Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γιώργος Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση Αρ. 335/2009, ημερομηνίας 17/10/2014: «Η Τράπεζα φέρει το βάρος απόδειξης του ύψους της απαίτησής της. Σε περίπτωση που ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι η εκδοχή της ήταν πιο πιθανή παρά όχι, τότε δικαιούται σε απόφαση (Μπούλος Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαικής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 ΑΑΔ 1858). Σε περίπτωση όπου υπάρχει μόνο μία εκδοχή ως προς τα γεγονότα, τότε συνήθως αυτό που απομένει να εξεταστεί, εκτός αν υπάρχουν εγγενείς δυσκολίες σε σχέση με το μάρτυρα και την αξιοπιστία του, είναι αν τα γεγονότα, όπως βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου είναι αρκετά για να αποδείξουν την υπόθεση στο αναγκαίο επίπεδο (Barry Wynne v. David Costaki Mavronicola ως διαχειριστή της περιουσίας του Κωστάκη Δαυίδ Μαυρονικόλα
(2009)1Β ΑΑΔ 1138). Συνήθως τέτοια θέματα εγείρονται σε υποθέσεις όπου δεν εμφανίζεται ο αντίδικος, όπως ήταν και τα γεγονότα στην υπόθεση Barry Wynne (πιο πάνω). Στην προκείμενη όμως περίπτωση, ο εφεσίβλητος έλαβε μέρος στη διαδικασία. Αρχικά με δικηγόρο και στην πορεία, μετά την απόσυρση του δικηγόρου του, αφού ολοκληρώθηκε η μαρτυρία της Τράπεζας, αυτοπροσώπως, χωρίς όμως να δώσει μαρτυρία ή να κλητεύσει άλλο μάρτυρα. Αποτέλεσμα τούτου ήταν να παραμείνει μόνο μία εκδοχή ενώπιον του Δικαστηρίου. Η κατάθεση του Τεκμηρίου 21, το οποίο αποτελούσε μέρος του τραπεζικού βιβλίου και περιείχε όλες τις καταγραφές των πράξεων που έγιναν σε σχέση με τον επίδικο λογαριασμό, δεν άφηνε περιθώριο στο Δικαστήριο να προβεί σε δική του λογιστική έρευνα για επιβεβαίωση των διαφόρων ποσών που περιλαμβάνονταν σ΄ αυτόν.». [xxii] Εκτενέστερο απόσπασμα από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Γιωργούλλα Καραολή κ. α. ν Γιώργου Λαουρη κ. α.
(2008)1 Α.Α.Δ. 225 παρατίθεται, για σκοπούς καλύτερης αντίληψης της αναφερθείσας εκεί αρχής του δικαίου των συμβάσεων: «Δεν συμφωνούμε με το συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η ταχυδρόμηση τίτλων μη διαπραγματεύσιμων μετοχών σήμαινε και την «τελείωση των αντίστοιχων συναλλαγών»*. Δεν αμφισβητήθηκε ότι οι εφεσείοντες παρέλαβαν μέσω του ταχυδρομείου τους συγκεκριμένους μη διαπραγματεύσιμους τίτλους. Όμως, το γεγονός αυτό από μόνο του, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να οδηγήσει σε ικανοποίηση του ανταλλάγματος που οι εφεσείοντες συμφώνησαν να πάρουν. Η μονομερής αυτή ενέργεια εκ μέρους των εφεσιβλήτων, δεν είχε καμία σημασία και άφηνε τις συμβατικές τους υποχρεώσεις άθικτες. (Βλ. Cowey v. Liberian Operations Ltd. [1966] 2 Lloyd´s Rep. 45). Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Indian Contract Law and Specific Relief Acts, 10η Έκδοση, σελ. 512, ένα συμβαλλόμενο μέρος, για να θεωρηθεί ότι απαλλάσσει το άλλο από την υποχρέωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων ή να δεχθεί διαφοροποίηση του ανταλλάγματος σε ένα σημαντικό σημείο, θα πρέπει να εκδηλώσει την πρόθεσή του με κάποιο σαφή τρόπο ή ενέργεια, η οποία να μην αφήνει περιθώρια αμφιβολίας ως προς τις προθέσεις του. Πέραν τούτου, η τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας θα πρέπει να τηρεί όλες τις προϋποθέσεις για σύναψη μιας σύμβασης όπως κοινοποίηση της πρότασης, αποδοχή και αντιπαροχή. Δεν υπάρχει καμία μαρτυρία ότι οι εφεσείοντες προέβησαν σε οποιανδήποτε ενέργεια, η οποία να ισοδυναμεί με απαλλαγή των εφεσιβλήτων από εκπλήρωση της βασικής υποχρέωσής τους να μεταβιβάσουν τίτλους οι οποίοι θα ήταν διαπραγματεύσιμοι στο ΧΑΚ. Η μη επιστροφή των τίτλων από τους εφεσείοντες, με κανένα τρόπο δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως αποδοχή εκπλήρωσης των υποχρεώσεων των εφεσιβλήτων ή ως απαλλαγή από τις συμβατικές τους υποχρεώσεις. Εν πάση περιπτώσει, η πράξη αυτή καθαυτή της επιστροφής των τίτλων, δεν θα είχε οποιοδήποτε νόημα, δεδομένου ότι η μεταβίβαση των μετοχών είχε ήδη συντελεστεί στο μητρώο μετοχών της εταιρείας και οι εφεσείοντες απλώς τελούσαν εν αναμονή της διαπραγμάτευσης των τίτλων στο ΧΑΚ. Η απόσυρση της αίτησης της εταιρείας για εισδοχή στο ΧΑΚ, έθετε φραγμό μια για πάντα στην προοπτική διαπραγμάτευσης των τίτλων της. Αυτό σήμαινε αυτόματα και την αθέτηση της σύμβασης από πλευράς εφεσίβλητου 1, αφού ήταν πλέον αδύνατο για τον ίδιο να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις του. Αυτό έδιδε το δικαίωμα στους εφεσείοντες που ήταν τα αθώα μέρη, να θεωρήσουν τη σύμβαση είτε ως άκυρη είτε ως τερματισθείσα και να αξιώσουν αποζημιώσεις. Με την καταχώρηση της αγωγής, οι εφεσείοντες εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να τερματίσουν τη σύμβαση. Η κατάληξη του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι «η αποδοχή» εκ μέρους των εφεσειόντων, μη διαπραγματεύσιμων μετοχικών τίτλων ενωρίτερα του χρόνου που είχε συμφωνηθεί, τροποποίησε τη σύμβαση «κατά ένα ουσιαστικό τρόπο που αφορούσε στο είδος των μετοχών που οι ενάγοντες (εφεσείοντες) τελικώς αποδέχθηκαν να αγοράσουν», είναι παντελώς αβάσιμη και λανθασμένη. Δεν υπήρχε κανένας απολύτως λόγος γιατί οι εφεσείοντες, ενώ είχαν πληροφορηθεί για τα προβλήματα της εταιρείας και γι' αυτό εξάλλου πίεζαν για να πάρουν τις διαπραγματεύσιμες μετοχές που είχαν συμφωνήσει ή να τους επιστραφούν τα χρήματά τους, θα δέχονταν να πάρουν μετοχές μιας ιδιωτικής εταιρείας, οι οποίες ήταν αμφιβόλου αξίας. Εκείνο που οι εφεσείοντες συμβλήθηκαν να αγοράσουν, ήταν μετοχές «ισότιμες με όλες τις άλλες διαπραγματεύσιμες μετοχές και άμεσα ήταν διαπραγματεύσιμες». Οποιαδήποτε αλλαγή για το θέμα της ποιότητας των τίτλων θα έπρεπε να γίνει με νέα αποδεικνυόμενη συμφωνία, στην οποία να συνυπάρχει και το νέο αντάλλαγμα για τροποποίηση της αρχικής συμφωνίας. Η ισχυριζόμενη τροποποίηση της Σύμβασης αφορούσε στο ουσιαστικότερο μέρος της, το οποίο προέβλεπε για την παραχώρηση μετοχικών τίτλων, οι οποίοι όμως δε θα μπορούσαν να είναι διαπραγματεύσιμοι στο ΧΑΚ και επομένως ούτε και ισότιμοι. Σε περίπτωση που γινόταν δεχτή η εισήγηση του δικηγόρου των εφεσιβλήτων ότι η συμφωνία τροποποιήθηκε, θα σήμαινε ότι, εξ' αιτίας της μονομερούς ενέργειας των εφεσιβλήτων να ταχυδρομήσουν τίτλους, άλλους από αυτούς που είχαν συμφωνηθεί και της απλής παραλαβής και κράτησης τους από τους εφεσείοντες, θα άλλαζε ριζικά ο χαρακτήρας και η φύση της σύμβασης και ιδιαίτερα της αντιπαροχής που οι εφεσείοντες συμφώνησαν να πάρουν, χωρίς οι εφεσείοντες να έχουν με τρόπο θετικό δώσει την συγκατάθεσή τους για μια τέτοια αλλαγή.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) Βλ. επίσης Saab and Another v Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Maison Jenny Ltd v Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156. [xxiii] Βλ. επίσης Saab and Another v Holy Monastery Ay. Neophytos
(1982)1 C.L.R. 499 και Maison Jenny Ltd v Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156. [xxiv] Βλ. επίσης, Μάριος Κακουλλης κ. α. ν Μ.Μ.Τ. Wash & Go Car Ltd
(2005)
  1. A. A. D.
  2. [xxv] Βλ. τις αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου στις υποθέσεις Αlpan Furnishings v Δημάδη
(1989)1 (Ε) Α.Α.Δ. 170 και Maison Jenny Ltd v Krashias Footwear Industry Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 1156. [xxvi] Σύμφωνα με το εν λόγω Άρθρο 77
(1)του Κεφ. 149: «77.-
(1)Σύμβαση που αφορά τη μίσθωση ακίνητης ιδιοκτησίας για περίοδο που υπερβαίνει το ένα έτος δεν είναι έγκυρη και εκτελεστή εκτός αν- (α) είναι γραπτή και (β) υπογράφεται στο τέλος αυτής, από το κάθε πρόσωπο που βαρύνεται από τη σύμβαση ή από πρόσωπο το οποίο είναι ικανό προς το συμβάλλεσθαι και το οποίο έχει δεόντως εξουσιοδοτηθεί να υπογράψει εκ μέρους του πιο πάνω προσώπου στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, οι οποίοι και προσυπογράφουν τη σύμβαση ως μάρτυρες.». (η υπογράμμιση και η έμφαση είναι δική μου) [xxvii] Bl. Nicos Christou Developments Ltd v Παναγιώτη Τοφινή
(1998)1 Α.Α.Δ. 1990 και A. & C. Antoniou Resort Ltd v Eleonora

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.