Αίτηση από Ανδρέα Σωκράτη ν. Αναφορικά με την περιουσία της Χριστίνας Σωκράτη, ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.: 10/2017, 19/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A14 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ꞉ Α. ΠΑΝΤΑΖΗ - ΛΑΜΠΡΟΥ, Ε.Δ. ΑΙΤΗΣΗ ΑΡ.: 10/2017 ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ 23(Ι)/1996 ΓΙΑ ΤΗ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΑΝΙΚΑΝΟΥ ΠΡΟΣΩΠΟΥ Αναφορικά με την περιουσία της Χριστίνας Σωκράτη (Α.Δ.Τ. 1035107), από τη Λάρνακα. Αίτηση από Ανδρέα Σωκράτη, από το νησί του Τζέρσεϋ Ημερομηνία꞉ 19.1.2018 Εμφανίσεις꞉ Για τον Αιτητή꞉ κ. Π. Χατζηχριστοφής, για Μάμας Χατζηχριστοφής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΠΟΥ ΗΓΕΙΡΕ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΕΝ ΣΧΕΣΗ ΜΕ ΤΗΝ ΚΥΡΙΩΣ ΑΙΤΗΣΗ ΥΠΟ ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΗΜΕΡ. 27/10/2017 ΓΙΑ ΑΔΕΙΑ ΕΠΙΔΟΣΗΣ ΤΗΣ ΚΥΡΙΩΣ ΑΙΤΗΣΗΣ ΕΚΤΟΣ ΔΙΚΑΙΟΔΟΣΙΑΣ ------------------------------------------------------ Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο κυρίως αίτηση, ημερ. 12.5.2017, ο Αιτητής αξιώνει: «Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να κηρύσσεται η Χριστίνα Σωκράτη ως πρόσωπο ανίκανο να διαχειρίζεται την περιουσία της ή να διευθύνει τις υποθέσεις της. Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διορίζει τον Αντρέα Σωκράτη από το νησί του Τζέρσεϋ ως διαχειριστή της περιουσίας και των υποθέσεων της Χριστίνας Σωκράτη από τη Λάρνακα. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να επιτρέπει στο διαχειριστή της περιουσίας της Καθ' ης η αίτηση να ελέγχει και να διαχειρίζεται ολόκληρη την περιουσία της, καθώς και να διευθύνει όλες τις υποθέσεις που την αφορούν. Δ. Οποιοδήποτε άλλο διάταγμα το σεβαστό Δικαστήριο κρίνει ορθό και δίκαιο.». Η αίτηση βασίζεται στον περί Διαχειρίσεως της Περιουσίας Ανίκανων Προσώπων Νόμο 23(Ι)/96, άρθρα 2, 3, 4, 5, 6,7 και 18, στους περί Διανοητικά Ασθενών Διαδικαστικούς Κανονισμούς Κ22 και 23, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς Δ.48, θ. 1, 2 και 3 και στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην ένορκη δήλωση, ημερ. 12.5.2017, του Αιτητή, ο οποίος είναι Βρεττανός υπήκοος, και η οποία ένορκη δήλωση έχει μεταφραστεί από τα αγγλικά στα ελληνικά από την κα Κωνσταντίνα Κυριάκου, δικηγόρο στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τον Αιτητή, η οποία είναι απόφοιτος Αγγλικού πανεπιστημίου και γνωρίζει πολύ καλά την Αγγλική γλώσσα. Παραθέτω αυτούσιες τις παρα. 1 έως 6 της Ε/Δ του Αιτητή: «
- Η Χριστίνα Σωκράτη είναι η μητέρα μου και γεννήθηκε το 1926 στην Κύπρο. Το 1947 αποφάσισε να μετακομίσει στο νησί του Τζέρσεϋ μαζί με τον πατέρα μου. Μαζί απέκτησαν τρία παιδιά, τον αδερφό μου Ευάγγελο Σωκράτη, την αδερφή μου Φλώρα Σωκράτη και εμένα. Μετά το θάνατο του πατέρα μου το 1991, η μητέρα μου αποφάσισε να έρθει πίσω στην Κύπρο για να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής της. Όταν επέστρεψε στην Κύπρο αγόρασε ένα διαμέρισμα στην οδό Christoula Beach Gardens, Συγκρότημα 6, Διαμ. 1, 7081 Πύλα, Λάρνακα, όπου ζούσε μέχρι και πρόσφατα (τίτλος ακίνητης ιδιοκτησίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Α).
- Περίπου ένα χρόνο πριν, αντιλήφθηκα ότι η διανοητική κατάσταση της μητέρας μου δεν ήταν πολύ καλή και ότι δεν είναι σε θέση πλέον να λαμβάνει αποφάσεις σε θέματα που την αφορούν. Έτσι αποφάσισα να την πάρω μαζί μου στο νησί του Τζέρσεϋ, όπου και διαμένω, για λίγο καιρό, έτσι ώστε να μπορώ να την φροντίζω. Μετά από ιατρικές εξετάσεις έχει διαγνωσθεί με διανοητική διαταραχή. (Σχετικά ιατρικά πιστοποιητικά επισυνάπτονται ως Τεκμήρια Β και Γ.)
- Η διανοητική ικανότητα της μητέρας μου έχει μειωθεί κατά πολύ και έτσι δεν είναι ικανή να διαχειρίζεται τις οικονομικές και άλλες υποθέσεις της και τα καθημερινά έξοδα της φροντίδας της αυξάνονται σε υπερβολικό βαθμό. Σύμφωνα με τις αυξημένες ανάγκες της και βάση τα σημερινά δεδομένα, τα έξοδα της ανέρχονται γύρω στα €1000 εβδομαδιαία.
- Μετά το θάνατο του πατέρα μου, ανέκαθεν ήμουν ο υπεύθυνος για την υγεία της μητέρας μου και πιστεύω πως ήμουν το μόνο πρόσωπο που εμπιστευόταν περισσότερο και στηριζόταν πιο πολύ και αυτό διαφαίνεται από τα ακόλουθα έγγραφα. Με εξουσιοδότησε ως τον πληρεξούσιο της (σχετικό έγγραφο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Δ), με διόρισε ως εκτελεστή της διαθήκης της, (επισυνάπτεται αντίγραφο ως Τεκμήριο Ε) και με διόρισε ως το υπεύθυνο άτομο να διαχειρίζομαι φορολογικά θέματα ή διαφορές, να υπογράφω εκ μέρους της οποιουσδήποτε λογαριασμούς, έντυπα, αιτήσεις, και φορολογικές δηλώσεις (σχετικό έγγραφο επισυνάπτει ως Τεκμήριο ΣΤ).
- Ο αδελφός μου Ευάγγελος Σωκράτης έχει πεθάνει πριν από μερικούς μήνες και η αδελφή μου Φλώρα Ιακωβίδη Αρ. Ταυτ. 124608 δεν ενδιαφέρεται να αναλάβει την διαχείριση των λογαριασμών και της περιουσίας της. Αντιλαμβάνομαι ότι διατηρεί λογαριασμό με την Τράπεζα Κύπρου αλλά δεν είναι σε θέση να εκτελέσει οποιεσδήποτε συναλλαγές από μόνη της η μητέρα μου. Αισθάνομαι υποχρέωση να υποστηρίξω την μητέρα μου ώστε να μην της δημιουργηθούν οικονομικά ή άλλα προβλήματα σε αυτό το στάδιο της ζωής της. Έτσι θα είναι βέβαιο ότι θα καταβάλλονται τα έξοδα της, η συντήρηση της και άλλες ανάγκες τακτικά.
- Για τους πιο πάνω λόγους αιτούνται τα διατάγματα ως η αίτηση.» ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗ Με την ενδιάμεση αίτηση, ημερ. 27.10.2017, ο Αιτητής ζητά την έκδοση Διατάγματος που να επιτρέπει τα ακόλουθα: «Α. Την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας (out of jurisdiction) της κυρίως αίτησης. Β. Την υποκατάστατη επίδοση της κυρίως αίτησης μέσω της εταιρείας ταχέων μεταφορών DHL στην Καθ' ης η αίτηση στην πιο κάτω διεύθυνση꞉ Flat 4, El Cobre, La Route de la Baie, St. Brelade, Jersey, JE3 8EF. Γ. Την υποκατάστατη επίδοση της κυρίως αίτησης μέσω της εταιρείας ταχέων μεταφορών DHL στη θυγατέρα της Καθ' ης η αίτηση και αδελφή του Αιτητή, Φλώρα Ιακωβίδου, στην πιο κάτω διεύθυνση꞉ 66 St. Leonards Gardens, Hove, BN3 4QB, U.K. Δ. Διαζευκτικά με την αιτούμενη θεραπεία Γ, την υποκατάστατη επίδοση της κυρίως αίτησης στην θυγατέρα της Καθ' ης η αίτηση και αδελφή του Αιτητή, Φλώρα Ιακωβίδου, στην πιο πάνω αναφερόμενη διεύθυνση μέσω των διαδικασιών που προβλέπονται στον σχετικό Ευρωπαϊκό Κανονισμό (ΕΚ) αρ. 1393/
- Ε. Οδηγίες όπως η Καθ' ης η αίτηση και η κα Φλώρα Ιακωβίδου καταχωρήσουν, εάν το επιθυμούν, ένσταση στην κυρίως αίτηση εντός 15 ημερών από την επίδοση ή/και εντός οποιουδήποτε άλλου χρόνου το Δικαστήριο θεωρήσει σκόπιμο να καθορίσει από την ημερομηνία της επίδοσης. Στ. Οποιαδήποτε μεταγενέστερη αίτηση να θεωρείται ότι έχει επιδοθεί στην Καθ' ης η αίτηση και στην κ. Φλώρα Ιακωβίδου εάν αντίγραφο της αναρτάται στον πίνακα του Δικαστηρίου για περίοδο 5 ημερών. Ζ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή/και διάταγμα το οποίο θα κριθεί εύλογο και δίκαιο από το Δικαστήριο κάτω από τις περιστάσεις. Η. Τα έξοδα της αίτησης, πλέον ΦΠΑ.». Η υπό κρίση αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.5, θ.θ.1,9, 10, Δ.5Α, Δ.6, Δ.39, Δ.48 θ.θ. 1 - 3, 8
(1)(e)(f)
(2), στα άρθρα 1 - 7, 9, 10, 14 και 25 του περί Επιδόσεως και Κοινοποιήσεως στα Κράτη Μέλη Δικαστικών και Εξώδικων Πράξεων σε Αστικές ή Εμπορικές Υποθέσεις Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 13ης Νοεμβρίου 2007, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση αναφέρονται στην επισυνημμένη σε αυτήν ένορκη δήλωση, ημερ. 27.10.2017, της κας Ραφαέλλας Σορντίνι από τη Λάρνακα. Ειδικά σε ό,τι αφορά το αίτημα για άδεια επίδοσης της κυρίως αίτησης προς την Καθ' ης η αίτηση Χριστίνα Σωκράτη, μητέρας του αιτητή, το οποίο πρόσωπο επιδιώκεται από τον Αιτητή να κηρυχθεί ανίκανο πρόσωπο, η κα Σορντίνι δηλώνει τα εξής꞉
- «Ο Αιτητής μας πληροφορεί ότι λόγω της κατάστασης της υγείας της Καθ' ης η Αίτηση μητέρας του, εδώ και λίγο καιρό την φιλοξενεί στην κατοικία του στην πιο κάτω διεύθυνση: Flat 4, El Cobre, La Route de la Baie, St. Brelade, Jersey, JE3 8EF.
- [...]
- Θεωρώ ότι σε σχέση με την Καθ' ης η Αίτηση, η οποία αυτή την περίοδο βρίσκεται στο Jersey Island, το οποίο δεν αποτελεί έδαφος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, είναι δυνατή η έκδοση διατάγματος για επίδοση της κυρίως αίτησης μέσω εταιρείας ταχέων μεταφορών.». ΤΟ ΔΙΚΑΙΟΔΟΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ Το Δικαστήριο ήγειρε προς τους συνηγόρους του Αιτητή το εξής ζήτημα꞉ ότι για να έχει κατά τόπο αρμοδιότητα το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί βάσει του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανίκανων Προσώπων Νόμου του 1996, Ν.23(Ι)/96, ότι το ανίκανο πρόσωπο διαμένει εντός των ορίων της τοπικής αρμοδιότητάς του, ήτοι εντός των γεωγραφικών ορίων της επαρχίας Λάρνακας. Εάν λοιπόν προωθηθεί η επίδοση της αίτησης προς το Καθ' ου ανίκανο πρόσωπο σε διεύθυνση εκτός δικαιοδοσίας, τούτο θα δηλώνει ότι το ανίκανο πρόσωπο δεν διαμένει εντός των ορίων της τοπικής αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου και ότι κατ΄επέκταση η κυρίως αίτηση για κήρυξη του εν λόγω προσώπου ως ανίκανου θα πάσχει στη ρίζα της από απόψεως κατά τόπο αρμοδιότητας. Δόθηκε η ευχέρεια στην πλευρά του Αιτητή να αγορεύσει γραπτώς επί του θέματος αυτού. Η ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΥΝΗΓΟΡΟΥ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ. Στη γραπτή αγόρευσή του, ο συνήγορος του Αιτητή αναγνώρισε ότι σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανίκανων Προσώπων Νόμου του 1996 'αρμόδιο δικαστήριο' σημαίνει το επαρχιακό δικαστήριο εντός των ορίων της τοπικής αρμοδιότητας του οποίου διαμένει το ανίκανο πρόσωπο. Επιχειρηματολόγησε όμως, κατά τον τρόπο που αναλύεται πιο κάτω, υπέρ της θέσης ότι το ανίκανο πρόσωπο θα πρέπει να κριθεί ότι εξακολουθεί να διαμένει στην Κύπρο στη διεύθυνση όπου βρίσκεται η ακίνητη περιουσία της ως ο τίτλος ιδιοκτησίας που είναι Τεκμήριο Α στην Ε/Δ του Αιτητή ημερ. 12.5.2017, έστω και αν καθ' ον χρόνο υποβλήθηκε η κυρίως αίτηση και η αίτηση για την επίδοσή της, η ίδια βρίσκεται στο Jersey. Λέγει ο συνήγορος του Αιτητή συναφώς τα εξής꞉ Σύμφωνα με το λεξικό της νέας Ελληνικής γλώσσας, Γ έκδοση, του Γ. Μπαμπινιώτη, σελίδα 487, «διαμένω» σημαίνει μένω για μικρότερης η μεγαλύτερης διάρκειας χρονικό διάστημα σε συγκεκριμένο μέρος, έχω το σπίτι μου (κάπου). Στο σύγγραμμά Maxwell on Interpretation of Statutes, 12η Έκδοση, στη σελ. 201 αναφέρονται τα ακόλουθα : 'Where possible, a construction should be adopted which will facilitates the smooth working of the scheme of legislation established by the Act, which will avoid producing or prolonging artificiality in the law, and which will not produce anomalous results. ' Στην αυθεντία Δημοκρατία ν. Ματθαίου
(1990)3 Α.Α.Δ. 2452 λέχθηκαν τα ακόλουθα: 'Παρόλον ότι οι λέξεις σε ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη σημασία τους, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη το αντικείμενο και ο σκοπός του νόμου, οπότε και οι λέξεις ερμηνεύονται με βάση τα συμφραζόμενα, παρά με την αυστηρή ετυμολογική ή συνήθη σημασία τους. ' Στο σύγγραμμα Halsbury´s Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 44, παραγρ. 863-873 αναφέρονται τα ακόλουθα : '
- Words construed in popular sense. Words are primarily to be construed in their ordinary meaning or common or popular sense, and as they would have been generally understood the day after the statute was passed, unless such a construction would lead to manifest and gross absurdity, or unless the context requires some special or particular meaning to be given to the words. .
- Meaning controlled by context. Although the words of a statute are normally to be construed in their ordinary meaning, due regard must be had to their subject matter and object, and to the occasion on which and the circumstances with reference to which they are used, and they should be construed in the light of their context rather than in what may be either their strict etymological sense or their popular meaning apart from that context. If the sense of a word can be so determined, then recourse need not be had to its use in other sections of the statute or in other statutes. ' Στην απόφαση στην Πολιτική Έφεση 11900, ημ. 21/01/05, λέχθηκε ότι ο Περί Διαχείρισης Περιουσίας Ανίκανων Προσώπων Νόμος έχει σαν στόχο την προστασία της περιουσίας του ανίκανου και κατ' επέκταση την ευημερία του. Σύμφωνα με την αυθεντία Δημοκρατία ν. Ματθαίου
(1990)3 Α.Α.Δ. 2452 το Δικαστήριο πρέπει να ερμηνεύσει το νόμο λαμβάνοντας υπόψη την ανάγκη ή το κακό που σκόπευε να ικανοποιήσει ή θεραπεύσει. Η χρήση λεξικών δεν είναι επιτρεπτή στις περιπτώσεις που το Δικαστήριο ερμηνεύει νομοθετική διάταξη με αναφορά στο κακό ή την ανάγκη που ο νομοθέτης επιδίωξε να ικανοποιήσει ή θεραπεύσει. Είναι βασική αρχή ερμηνείας ότι ο Νόμος δε σκοπεύει, ούτε αδικία, ούτε παράλογα αποτελέσματα (Antigoni Georghiadou ν. The Attorney-General of The Republic
(1966)3 C.L.R. 612, 615). Καταλήγει ο ευπαίδευτος συνήγορος, υπό το φως των ανωτέρω να εισηγείται προς το παρόν Δικαστήριο ότι η ερμηνεία που πρέπει να δοθεί στην λέξη «διαμένει» δεν μπορεί να είναι άλλη εκτός από το χώρο όπου έχει την μόνιμη διαμονή του κάποιο πρόσωπο, δηλαδή το χώρο που θεωρεί ως σπίτι του. Εάν ερμηνευτεί ως ο χώρος που στεγάζεται η/και βρίσκεται σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο, τότε θεωρούμε πως η ερμηνεία θα είναι αντίθετη με την πρόθεση του νομοθέτη. Σε ό,τι αφορά το ποια ήταν η πρόθεση του Νομοθέτη, ο ευπαίδευτος συνήγορος αναφέρει τα εξής꞉ Ανίκανο πρόσωπο, σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου, μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι οποιονδήποτε πρόσωπο έχει εγκεφαλική η σωματική βλάβη, περιλαμβάνοντας πρόσωπα τα οποία υποφέρουν μεταξύ άλλων από τοξικομανία, αλκοολισμό. Πολύ συχνά τα πρόσωπα αυτά χρειάζεται να μεταφέρονται σε εξειδικευμένα κέντρα στο εξωτερικό, όπου παραμένουν για μεγάλα χρονικά διαστήματα ούτως ώστε να τους παρασχεθεί η απαραίτητη θεραπεία και φροντίδα. Εάν η λέξη «διαμένουν» ερμηνευτεί με διαφορετικό τρόπο από τον προαναφερόμενο, τότε τα άτομα που νοσηλεύονται στο εξωτερικό δεν θα καλύπτονται από την συγκεκριμένη νομοθεσία και θα είναι αδύνατο να χρησιμοποιηθεί η περιουσία τους για την νοσηλεία και φροντίδα τους. Σύμφωνα με το Άρθρο 4
(1)του Περί Διαχείρισης Περιουσίας Ανίκανων Προσώπων Νόμου η Αίτηση για διαχείριση περιουσίας ανίκανου προσώπου πρέπει να επιδίδεται στο ανίκανο πρόσωπο. Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που το ανίκανο πρόσωπο έχει ήδη μεταφερθεί στο εξωτερικό για επέμβαση, θεραπεία η νοσηλεία; Απαντώντας στο ερώτημα αν τυχόν διαταγή για επίδοση της κυρίως αίτηση εκτός δικαιοδοσίας θα ήταν αντίθετη και/ή ασυμβίβαστη με το σκοπό που ο Νομοθέτης επιδίωκε να εξυπηρετήσει με το Ν.23(Ι)/96, ο ευπαίδευτος συνήγορος ανέφερε τα εξής꞉ Σύμφωνα με την Δ.6, θ.1(α) επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να επιτραπεί όταν ολόκληρο το αντικείμενο της αγωγής είναι ακίνητη περιουσία που βρίσκεται στην Κύπρο. Σύμφωνα με τον θεσμό 1(β) όταν οποιαδήποτε ενέργεια, πράξη, διαθήκη, σύμβαση, υποχρέωση η ευθύνη που επηρεάζει ακίνητο περιουσία οιουδήποτε είδους και ευρίσκεται στην Κύπρο. Σύμφωνα με τον θεσμό 1(γ) όταν ζητείται οποιαδήποτε θεραπεία εναντίον προσώπου που κατοικεί η διαμένει μόνιμα στην Κύπρο. Από το λεκτικό της Διάταξης 6 των θεσμών προκύπτει ξεκάθαρα ότι το αίτημα για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δεν έχει αντίθετη φύση και δεν έρχεται σε αντίθεση με την Δικαιοδοσία που έχει το παρόν Δικαστήριο για να επιληφθεί της παρούσας αίτησης για διαχείριση περιουσίας ανίκανου προσώπου. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΕΚΤΙΜΗΣΗ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟΥ Ο περί Διαχείρισης της Περιoυσίας Αvίκαvωv Πρoσώπωv Νόμoς τoυ 1996 (N.23(I)/1996) έχει καθορισμένο πεδίο εφαρμογής στο άρθρο 3 αυτού꞉ εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση πρoσώπoυ για τo oπoίo, κατόπιv ιατρικής ή άλλης απόδειξης, τo αρμόδιo δικαστήριo ικαvoπoιείται ότι είvαι αvίκαvo πρόσωπo κατά τηv έvvoια τoυ παρόvτoς Νόμoυ, απαγoρεύovτας σ' αυτό τη διεvέργεια oπoιωvδήπoτε πράξεωv ή παραλείψεωv πoυ επιφέρoυv έvvoμα απoτελέσματα. Βάσει του αρθρου 2 του Ν.23(Ι)/96, ως «αvίκαvo πρόσωπo» νοείται άτoμo τo oπoίo, λόγω διαvoητικής διαταραχής, τoξικoμαvίας, αλκooλισμoύ, εγκεφαλικής ή άλλης σωματικής βλάβης, ή άλλης πάθησης ή ασθέvειας, η oπoία καθιστά τo άτoμo αυτό αvήμπoρo vα ασκήσει τηv κρίση και βoύληση τoυ, δεv είvαι σε θέση vα διαχειριστεί τηv περιoυσία τoυ ή vα διευθύvει τις υπoθέσεις τoυ. Ρητά το άρθρο 2 του Νόμου ορίζει ως «αρμόδιo δικαστήριo» τo επαρχιακό δικαστήριo «εvτός τωv oρίωv της τoπικής αρμoδιότητας τoυ oπoίoυ διαμέvει τo αvίκαvo πρόσωπo ή, σε περίπτωση διαvoητικά ασθεvoύς πoυ τελεί υπό περιoρισμό, εvτός τωv oρίωv της τoπικής αρμoδιότητας όπoυ διέμεvε πριv από τov περιoρισμό τoυ». Αναφέρεται, δε, ότι σε περίπτωση αμφιβoλίας αvαφoρικά με τo αρμόδιo δικαστήριo, αρμόδιo θα είvαι τo Επαρχιακό Δικαστήριo Λευκωσίας. Για να κηρυχθεί ένα πρόσωπο ως ανίκανο και να διοριστεί διαχειριστής των υποθέσεων και των οικονομικών του, απαιτείται να υποβληθεί αίτηση ενώπιον του Δικαστηρίου από εvδιαφερόμεvo πρόσωπo. Ως τέτοιο πρόσωπο λογίζεται βάσει του άρθρου 4
(2)του Νόμου - (α) Ο σύζυγoς ή η σύζυγoς τoυ αvίκαvoυ πρoσώπoυ, o πατέρας, η μητέρα και οι κατιόvτες αυτoύ. (β) o Διευθυvτής Υπηρεσιώv Ψυχικής Υγείας και o Διευθυvτής Υπηρεσιώv Κoιvωvικής Ευημερίας. και (γ) oπoιoδήπoτε άλλo πρόσωπo ικαvoπoιεί τo αρμόδιo δικαστήριo για τo συμφέρov τoυ στηv περιoυσία τoυ αvίκαvoυ πρoσώπoυ. Το άρθρο 4
(1)του Νόμου απαιτεί όπως η αίτηση αυτή επιδίδεται στo αvίκαvo πρόσωπo και σε oπoιoδήπoτε άλλo πρόσωπo κρίvεται αvαγκαίo από τo αρμόδιo δικαστήριo. Στην απόφαση του Καλλή, Δ., ημερ. 27 Μαρτίου, 2002, στην Πολιτική αίτηση 93/2001, Αναφορικά με την Αίτηση της Ζωής Λ. Νικολαΐδη
(2002)1 ΑΑΔ 435: «Το θέμα της επίδοσης διέπεται από το άρθρο 4
(1)του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανίκανων προσώπων Νόμου του 1996 (Ν. 23(Ι)/96)σύμφωνα με το οποίο η αίτηση επιδίδεται στο ανίκανο πρόσωπο και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κρίνεται αναγκαίο από το αρμόδιο δικαστήριο. Είναι αυτονόητο ότι η επίδοση μιας δικαστικής διαδικασίας έχει ένα και μοναδικό σκοπό. Να ενημερώσει το πρόσωπο προς το οποίο γίνεται η επίδοση για την ύπαρξη της διαδικασίας και να του δώσει την ευκαιρία να λάβει τα δέοντα μέτρα για την υπεράσπιση των νόμιμων δικαιωμάτων του. Στην παρούσα υπόθεση το Πρωτόδικο Δικαστήριο είχε ενώπιον του το πιο πάνω ιατρικό πιστοποιητικό. Εν όψει του περιεχομένου του είναι αμφίβολο κατά πόσο το ανίκανο πρόσωπο ήταν σε θέση να αξιολογήσει την κατάσταση και να λάβει μέτρα για την υπεράσπιση των νομίμων δικαιωμάτων του. Είναι για αυτό το λόγο που το άρθρο 4
(1)του Νόμου 23(Ι)/(96 προβλέπει «η αίτηση επιδίδεται στο ανίκανο πρόσωπο και σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο κρίνεται αναγκαίο από το Δικαστήριο». [.] [Θα πρέπει] να ερμηνευθεί ο Νόμος με τρόπο που οδηγεί σε εύλογη και λειτουργήσιμη εφαρμογή του (βλ. Kyriakides v. Republic
(1979)3 C.L.R. 86).» Εφόσον ευδοκιμήσει η αίτηση κήρυξης ενός προσώπου ως ανίκανου, τότε, βάσει του άρθρου 5 του Νόμου, τo αρμόδιo δικαστήριo έχει εξoυσία, σχετικά με τηv περιoυσία και τις υπoθέσεις αvίκαvoυ πρoσώπoυ, vα λάβει ή vα φρovτίσει vα ληφθoύv όλα τα μέτρα, τα oπoία κρίvει αvαγκαία ή σκόπιμα꞉ (α) για τηv εv γέvει διαχείριση της περιoυσίας και τωv υπoθέσεωv τoυ αvίκαvoυ πρoσώπoυ, ή (β) για τη συvτήρηση ή για άλλo όφελoς τoυ αvίκαvoυ πρoσώπoυ. ή (γ) για τη συvτήρηση ή για άλλo όφελoς μελώv της oικoγέvειας τoυ αvίκαvoυ πρoσώπoυ ή (δ) για τη μέριμvα πρoσώπωv ή σκoπώv για τα oπoία ή για τoυς oπoίoυς τo αvίκαvo πρόσωπo θα αvαμεvόταv vα μεριμvήσει, αv δεv ήταv αvίκαvo. Στην απόφαση του Α. Κραμβή, Δ., στην υπόθεση Ανδρέα Θεμιστοκλέους ν Αθηνάς Λεωνίδου
(2005)1 Α.Α.Δ. 417, λέχθηκαν τα εξής: «Ο περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμος του 1996 αποβλέπει στην προστασία της περιουσίας του ανικάνου και κατ' επέκταση στην ευημερία του. Ο νόμος, παρέχει στα δικαστήρια σειρά εξουσιών για τον όσο το δυνατό αποτελεσματικό έλεγχο της δράσης του διαχειριστή. Στη διακριτική εξουσία του δικαστηρίου εναπόκειται η ανάθεση του ελέγχου των λογαριασμών από κατάλληλο πρόσωπο διοριζόμενο από το δικαστήριο (βλ. άρθρο 9
(5)του νόμου), καθώς και ο διορισμός ερευνητή με εντολή εξέτασης όλων των περιστάσεων της υπόθεσης προτού το δικαστήριο προχωρήσει στην έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος δυνάμει του νόμου (βλ. άρθρο 13 του νόμου). Η διαδικασία που ακολουθείται σε κάθε περίπτωση, έχει χαρακτήρα ερευνητικό. Η αντιπαράθεση δεν είναι συμβατή με το αντικείμενο και τους σκοπούς του νόμου. Το δικαστήριο κατά την ενάσκηση των εξουσιών του δεν ενεργεί ως δικαστήριο επίλυσης διαφορών μεταξύ αντιδίκων σε κατ' αντιμωλία δίκη αφού σε κάθε περίπτωση, το ζητούμενο είναι η κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο προστασία της περιουσίας του ανίκανου προσώπου και η ευημερία του ιδίου και της οικογένειάς του. Η καθιέρωση πρακτικού και ευέλικτου συστήματος ελέγχου και έρευνας, αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη συστηματική παρακολούθηση της πορείας της διαχείρισης από το δικαστήριο και την έγκαιρη επέμβασή του όπου διαπιστώνονται σημεία κακοδιαχείρισης.» Το δικαιοδοτικό κριτήριο που θέτει το άρθρο 2 του Νόμου αναφορικά με την κατά τόπο αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να ασκεί τις εξουσίες που χορηγούνται από το συγκεκριμένο Νόμο, είναι άρρηκτα συνυφασμένο με τον πιο πάνω σκοπό του Νόμου. Το Δικαστήριο δεν θα είναι ευχερές να ασκεί έλεγχο και εποπτεία της πορείας της διαχείρισης των υποθέσεων, των οικονομικών και της ευημερίας ενός ανίκανου προσώπου, αν αυτό δεν διαμένει εντός της επαρχίας του. Είναι γι' αυτό το λόγο που θα πρέπει να αποφασισθεί πού «διαμένει» το κατ' ισχυρισμόν ανίκανο πρόσωπο ή, αν αυτό είναι διανοητικά ασθενές και τελεί υπό περιορισμό, πού τελούσε αμέσως πριν τον περιορισμό του. Κατ' αρχάς, παρατηρώ ότι στον ορισμό του όρου «αρμόδιο Δικαστήριο» στο άρθρο 2 του Νόμου δεν χρησιμοποιείται ο όρος «διαμένει μόνιμα», παρά μόνον ο όρος «διαμένει», χωρίς τούτος να ερμηνεύεται κατά τρόπο ειδικό. Για να υπάρχει διαμονή, απαιτείται φυσική παρουσία σε ορισμένο τόπο. Ωστόσο, κατά την κρίση μου, ορθά εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος του Αιτητή ότι το ζητούμενο στο πλαίσιο του συγκεκριμένου Νόμου είναι η «συνήθης διαμονή», σε αντιδιαστολή με την παροδική, έκτακτη ή προσωρινή διαμονή, η οποία δυνατόν να επιβάλλεται λόγω της κατάστασης της ψυχικής, σωματικής ή διανοητικής κατάστασης του ατόμου, η οποία να οδήγησε σε περιορισμό ή μετατόπιση αυτού σε ιατρικό ή άλλο κέντρο. Λαμβάνω, λοιπόν, υπόψη μου τη νομολογία για την ερμηνεία του όρου «συνήθης διαμονή», η οποία διαμορφώθηκε με ομοιόμορφο τρόπο όσο και αν αφορά σε εντελώς διαφορετικά μεταξύ τους νομοθετήματα. Στην κατά πλειοψηφία απόφαση του κ. Αρτεμίδη,, ημερ. 12.11.2004, στην υπόθεση Αναφορικά με την εκλογική αίτηση σχετικά με την εκλογή Δημάρχου στον Δήμο Πόλεως Χρυσοχούς που έγινε την 16.12.2001 (βλ.
(2004)1 Α.Α.Δ. 1935), επισημάνθηκαν τα εξής: «Προκύπτει επομένως ως μοναδικό ζήτημα στην εκλογική αίτηση η ερμηνεία της φράσης «συνήθης διαμονή». Η νομολογία μας σε σειρά πρωτόδικων αποφάσεων, αρχίζοντας από την υπόθεση Razis and Another v. Republic
(1979)3 C.L.R. 127, ασχολήθηκε ειδικά με το θέμα, αντλώντας κυρίως καθοδήγηση από την αντίστοιχη αγγλική, για να ερμηνεύσει τον όρο «ordinary residence", με δεδομένο ζητούμενο πως πρέπει να υπάρχει διαμονή ή φυσική παρουσία σε ορισμένο τόπο. Η δε αναβάθμιση της διαμονής σε συνήθη, με τη φυσική σημασία του όρου που δεν είναι τεχνητός, εξαρτάται από διάφορες άλλες περιστάσεις. H δε έννοια της συνήθους διαμονής αντιδιαστέλλεται προς την έκτακτη ή προσωρινή. Σημειώνουμε δε πως σε κάθε περίπτωση το εγχείρημα δεν εξαντλείται στην αναζήτηση οποιουδήποτε συγκεκριμένου στοιχείου, το οποίο, αφ΄εαυτού, θα ήταν δυνατό να δώσει απάντηση. Αντίθετα, εκτείνεται και στον συνυπολογισμό ποιοτικών χαρακτηριστικών ή δεδομένων, και εν γένει, όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε, στον τρόπο και τις συνήθειες της ζωής, που βεβαίως δεν είναι δυνατό να προκαθοριστούν κατά τρόπο εξαντλητικό. Είναι πραγματικά θέματα σε κάθε περίπτωση αλλά, πέραν από όσα σχετίζονται με την επαγγελματική απασχόληση, αφού αναφερόμαστε σε εκλογικό νόμο, σημειώνουμε και τη συμμετοχή σε πολιτιστικές και κοινωνικές εκδηλώσεις και όποια άλλη δραστηριότητα σε σχέση με τα κοινά. Επιπλέον, αναγνωρίζεται και η δυνατότητα τεκμαιρόμενης συνήθους διαμονής (constructive residence) στην περίπτωση προσωρινής απομάκρυνσης από ορισμένο τόπο για κάποιο σκοπό, με πρόθεση την επάνοδο.» Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Κωνσταντίνος Γιαννόπουλος ν Μόνικας Γιαννοπούλου
(2010)1 Α.Α.Δ. 1917 λέχθηκαν τα εξής: «Το Άρθρο 8 του Κανονισμού (ΕΚ) 2201/2003 διατυπώνει τον γενικό κανόνα ότι το πλέον κατάλληλο δικαστήριο για ζητήματα γονικής μέριμνας, είναι το δικαστήριο του κράτους μέλους της «συνήθους διαμονής» του παιδιού. Στην προκειμένη περίπτωση, η κυρίως αίτηση του Αιτητή αφορούσε σε θέματα γονικής μέριμνας που περιλαμβάνει το δικαίωμα επικοινωνίας που διεκδικούσε ο Αιτητής. Σύμφωνα με το Αρθρο 8
(1)του Κανονισμού, τα δικαστήρια της Κύπρου ως κράτους μέλους θα μπορούσαν να αναλάβουν δικαιοδοσία, εφόσον η αίτηση αφορούσε σε γονική μέριμνα, νοουμένου ότι κατά τη στιγμή της άσκησης της αγωγής, το παιδί έχει τη «συνήθη διαμονή» του στην Κύπρο. Επομένως, καθίσταται αναγκαίο να αποφασιστεί η «συνήθης διαμονή» των δύο παιδιών. Ο όρος «συνήθης διαμονή» δεν είναι τεχνικός όρος, αλλά καθορίζεται με βάση τα γεγονότα της κάθε υπόθεσης. Η συνήθης διαμονή αντιδιαστέλλεται με την προσωρινή ή την έκτακτη. Παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν το θέμα της συνήθους διαμονής, είναι η επαγγελματική απασχόληση, η συμμετοχή σε πολιτιστικές ή κοινωνικές εκδηλώσεις, η ύπαρξη μόνιμης ή συνήθους κατοικίας κ.α. (βλ. Φασαρία v. Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης
(2008)1 Α.Α.Δ. 1024, Κόρακα v. Γεωργίου (Αρ. 2)
(2004)1 Α.Α.Δ. 1935, Αντωνίου v. Θεοδώρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1944). Στην περίπτωση παιδιού, τα ιδιαίτερα περιστατικά της κάθε περίπτωσης είναι καθοριστικά για τον προσδιορισμό του τόπου της «συνήθους διαμονής» του. Ένας από τους παράγοντες που λαμβάνονται υπόψη, είναι η φυσική παρουσία του παιδιού στο κράτος μέλος. Όμως η φυσική παρουσία θα πρέπει να συνοδεύεται με μαρτυρία ότι δεν είναι προσωρινή ή διακοπτόμενη, αλλά μόνιμη. Θα πρέπει να υπάρχουν ενδείξεις ενσωμάτωσης στο κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον. Όπως υποδείχθηκε από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην Yπόθεση με Αρ. C523/07, ημερ. 2.4.2009, στην οποία έκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο, άλλοι παράγοντες που επίσης λαμβάνονται υπόψη είναι η διάρκεια της παραμονής, οι λόγοι που οδήγησαν την οικογένεια και τα παιδιά να μετακινηθούν και να παραμείνουν στο έδαφος του κράτους μέλους, η υπηκοότητα των παιδιών, οι όροι φοίτησης σε σχολείο, η γλώσσα και γενικά οι οικογενειακές και κοινωνικές σχέσεις των παιδιών στη συγκεκριμένη χώρα.» Στην απόφαση του Δευτεροβάθμιου Οικογενειακού Δικαστηρίου στην υπόθεση Χάρης Φασαρίας ν Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως
(2008)1 Α.Α.Δ. 1024, απασχόλησε το Δικαστήριο η έννοια του όρου «συνήθης διαμονή» για τους σκοπούς του Νόμου 11(ΙΙΙ)/1994 με τον οποίο κυρώθηκε η Σύμβαση για τις Αστικές Πτυχές της Διεθνούς Απαγωγής Παιδιών. Λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής꞉ «Η Σύμβαση χρησιμοποιεί στο Αγγλικό κείμενο (που είναι και το πρωτότυπο και υπερισχύει με βάση το Άρθρο 2 του Κυρωτικού Νόμου), τη φράση «habitual residence», η οποία έχει κριθεί ότι εξομοιώνεται με τον όρο «ordinary residence» ή στα Ελληνικά τον όρο «συνήθη διαμονή». Η συνήθης διαμονή καθορίζεται, μέσα από τις διάφορες αποφάσεις που λαμβάνονται στο ζήτημα, ως θέμα γεγονότων, ενώ θα πρέπει να της αποδοθεί η συνήθης γραμματική ερμηνεία. Δεν είναι τεχνικός όρος, εφόσον η φράση «habitual residence» στο Άρθρο 3 της Σύμβασης δεν ορίζεται οπουδήποτε. Στην υπόθεση In re J. (A Minor) (Abduction: Custody Rights) [1992] AC 562, απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων, λέχθηκαν τα εξής στη σελ. 578, από τον Lord Brandon of Oakbrook: «In considering this issue it seems to me to be helpful to deal with a number of preliminary points. The first point is that the expression "habitually resident", as used in article 3 of the Convention, is nowhere defined. It follows, I think, that the expression is not to be treated as a term of art with some special meaning, but is rather to be understood according to the ordinary and natural meaning of the two words which it contains. The second point is that the question whether a person is or is not habitually resident in a specified country is a question of fact to be decided by reference to all the circumstances of any particular case. The third point is that there is a significant difference between a person ceasing to be habitually resident in country A, and his subsequently becoming habitually resident in country B. A person may cease to be habitually resident in country A in a single day if he or she leaves it with a settled intention not to return to it but to take up long-term residence in country B instead. Such a person cannot, however, become habitually resident in country B in a single day. An appreciable period of time and a settled intention will be necessary to enable him or her to become so. [...] Στις υποθέσεις που ανέφερε και το πρωτόδικο Δικαστήριο, In Re B (minors: abduction) (Νο 2) [1993] 1 FLR 993 και In Re F (A minor) (Child Abduction) [1992] 1 FLR 548, λέχθηκε ότι η φράση «habitual residence» έχει αναφορά, τουλάχιστον για νυμφευμένα ζευγάρια που ζουν μαζί, το μέρος εκείνο που οικειοθελώς επέλεξαν να ζήσουν ως μέρος της συνήθους πορείας της ζωής τους για το συγκεκριμένο χρόνο, είτε μικρής, είτε μεγάλης διάρκειας. Εκείνο που χρειάζεται είναι η ύπαρξη κοινής πρόθεσης να ζήσουν σε μια χώρα έχοντας ικανοποιητικό βαθμό συνέχειας. Ακόμη και η πάροδος ενός μηνός σε νέα χώρα μπορεί να θεωρηθεί ως ικανοποιητική για να υπάρξει εύρημα για απόκτηση νέας συνήθους διαμονής. Περαιτέρω, η απόκτηση της νέας κατοικίας θα πρέπει να είναι οικειοθελής και θα πρέπει να συνοδεύεται από συγκεκριμένο σκοπό, που μπορεί να είναι είτε εξειδικευμένος, είτε γενικός. Πρέπει, με άλλα λόγια, να υπάρχει κατασταλαγμένος σκοπός («a settled purpose»), αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι κάποιος πρέπει να έχει και την πρόθεση να μείνει εκεί επ' αόριστον. Ο σκοπός της διαμονής μπορεί να έχει περιορισμένη χρονική διάρκεια, αλλά και πάλι να υπάρχει η αναγκαία πρόθεση διαμονής. Στο κατά πόσο υιοθετήθηκε από ένα πρόσωπο μια νέα συνήθης διαμονή, μπορούν να ληφθούν υπόψη παράγοντες όπως η μόρφωση, η εργασία ή επιτήδευμα, η υγεία, άλλοι οικογενειακοί δεσμοί, ακόμη και η απλή αγάπη για το μέρος το οποίο επιλέγεται για κατοικία.» (Η έμφαση με έντονα γράμματα είναι δική μου.) Στην παρούσα υπόθεση, με βάση την ένορκη δήλωση του Αιτητή, ημερ. 12.5.2017, τα στοιχεία που έχει ενώπιον του το Δικαστήριο δείχνουν ότι μετά το θάνατο του πατέρα του το 1991, η μητέρα του Αιτητή (εδώ Καθ΄ης η αίτηση) αποφάσισε να εγκατασταθεί στην Κύπρο για να ζήσει το υπόλοιπο της ζωής της και προς τούτο αγόρασε το διαμέρισμα στην οδό Christoula Beach Gardens, Συγκρότημα 6, Διαμ. 1, 7081 Πύλα, Λάρνακα, όπου ζούσε μέχρι και ένα περίπου χρόνο πριν την καταχώριση της αίτησης για κήρυξή της ως ανίκανου προσώπου, ήτοι μέχρι το Μάιο του
- Από τα λεγόμενα του Αιτητή, η μετατόπιση της Καθ' ης η αίτηση στο Jersey το 2016 δεν ήταν προϊόν δικής της πρόθεσης ή κατασταλαγμένου σκοπού της να επανεγκατασταθεί εκεί, αλλά αντίθετα ήταν το προϊόν απόφασης του Αιτητή, ο οποίος αντιλήφθηκε ότι η διανοητική κατάσταση της μητέρας του ήταν τέτοια που δεν ήταν πλέον σε θέση να λαμβάνει αποφάσεις σε θέματα που την αφορούν και να φροντίζει τον εαυτό της. Ρητά ο Αιτητής δηλώνει ότι «Έτσι αποφάσισα να την πάρω μαζί μου στο νησί του Τζέρσεϋ, όπου και διαμένω, για λίγο καιρό, έτσι ώστε να μπορώ να την φροντίζω». Επομένως, η φυσική της παρουσία καθ' ον χρόνο το Δικαστήριο επιλαμβάνεται της αίτησης είναι όντως στο Τζέρσεϋ, πλην όμως, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις, τούτο το γεγονός δεν συνάδει με τη διαμόρφωση επιλογής της Καθ' ης η αίτηση να έχει συνήθη διαμονή εκεί αντί στη Λάρνακα όπου διατηρεί το σπίτι της. Περαιτέρω, οι ιατρικές βεβαιώσεις που παρουσιάζει ο Αιτητής επιβεβαιώνουν ότι αυτός την έχει υπό ιατρική παρακολούθηση, φροντίδα ή/και περιορισμό στην οικία του στο Τζέρσεϋ προσωρινά όσο το χρειάζεται η υγεία της. Δεν βρίσκεται η ίδια εκεί για να ασκεί πλήρη κοινωνική δραστηριοποίηση ως ένα σύνηθες, υγιές άτομο θα έπραττε. Συγκεκριμένα, η ιατρική βεβαίωση (βλ. Τεκμήριο Β στην Ε/Δ του Αιτητή, ημερ. 12.5.2017), επί της οποίας στηρίζεται το αίτημα για κήρυξη της Καθ' ης η αίτηση Χριστίνας Σωκράτη ως ανίκανου προσώπου εκδόθηκε στις 28.4.2017 από τον Dr Philip Akomolafe, Locum Consultant Psychiatrist στο Jersey, στο Ιατρικό κέντρο «Health & Social Services, Mental Health Services for Older Adults» ο οποίος δηλώνει ότι η κα Χριστίνα Σωκράτη, με διεύθυνση "Flat 4, El Cobre, La Route de la Bale, St Brelade, Jersey, JE3 8EF" είναι ασθενής υπό την επίβλεψή του και ότι λόγω της φύσης και της σοβαρότητας της κατάστασης της κας Σωκράτη, αυτή είναι ανίκανη να διαχειριστεί τις υποθέσεις της και τα οικονομικά της. Υπάρχει ακόμη μία ιατρική βεβαίωση, ημερ. 13.5.2016 (βλ. Τεκμήριο Γ στην Ε/Δ του Αιτητή, ημερ. 12.5.2017) εκδοθείσα από τον Dr Sanjay Jain στο Jersey, στο ίδιο ιατρικό κέντρο ως ανωτέρω, η οποία καταγράφει τα ιατρικά ευρήματα κατόπιν επίσκεψης του εν λόγω ιατρού στην οικία του Αιτητή στην προαναφερόμενη διεύθυνση στο Jersey. Η Καθ' ης η αίτηση περιγράφεται ως πρόσωπο που επισκέπτεται κάθε Σάββατο ειδικό χώρο για άτομα που πάσχουν από τη νόσο Alzheimer και ότι κατά τα λοιπά διαμένει με το γιο της (εδώ Αιτητή), ο οποίος είναι αφοσιωμένος στη φροντίδα και φύλαξή της. Υπό τις ανωτέρω συνθήκες, καταλήγω να κρίνω ότι η φυσική παρουσία και προσωρινή παραμονή της Καθ' ης η αίτηση εκτός των οριών δικαιοδοσίας, δεν αναιρεί το γεγονός ότι ήταν εντός δικαιοδοσίας η συνήθης διαμονή της αμέσως πριν την μετατόπιση για σκοπούς περιορισμού της λόγω των συνθηκών της υγείας της, και ότι, ως εκ τούτου, το παρόν Δικαστήριο είναι αρμόδιο να αναλάβει την εκδίκαση της κυρίως αίτησης. Η έκδοση διαταγής για επίδοση της κυρίως αίτησης εκτός δικαιοδοσίας, ώστε να ενημερωθεί η Καθ΄ης η αίτηση εκεί όπου προσωρινά και για ειδικούς λόγους ευρίσκεται, δεν αλλοιώνει το δικαιοδοτικό βάθρο. Ο λόγος που ζητείται από το παρόν Επαρχιακό Δικαστήριο να εκδώσει διάταγμα, με το οποίο κηρύττεται η Καθ΄ης η αίτηση σε πρόσωπο ανίκανο, είναι για να διορισθεί ο Αιτητής ως διαχειριστής των εδώ ευρισκόμενων περιουσιακών της στοιχείων, περιλαμβανομένης της οικίας της εντός τεμαχίου ακίνητης ιδιοκτησίας, αγοραίας αξίας €119.100 σε τιμές του
- Επομένως, η ευθύνη που θα δημιουργηθεί λόγω των υποχρεώσεων που θα επωμισθεί ο Διαχειριστής άπαξ και διορισθεί, εντάσσουν την κυρίως αίτηση εντός των ορίων της Δ.6, θ. 1[1], περίπτωση (β) των θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και δικαιολογείται και γι' αυτόν τον λόγο να εκδοθεί άδεια για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Είναι, ασφαλώς, κατάλληλο, κατά το χρόνο που το Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της κυρίως αίτησης, θα αποφασίζει επί των εξουσιών που θα χορηγηθούν στο διαχειριστή να προσδιορισθεί ότι τούτες θα αφορούν μόνο στη διαχείριση εκείνης της περιουσίας του ανίκανου προσώπου που ευρίσκεται στην Κύπρο. Αξίζει ίσως να αναφερθεί ότι η Κυπριακή Δημοκρατία έχει υπογράψει τη Σύμβαση της Χάγης της 13ης Ιανουαρίου 2000 για τη Διεθνή Προστασία Ενηλίκων, την οποία όμως δεν έχει ακόμη κυρώσει. Η φιλοσοφία των διατάξεων της εν λόγω Σύμβασης αφορά στον καθορισμό ως δικαιοδοτικά αρμόδιου Δικαστηρίου εκείνου στο οποίο ένα ανίκανο πρόσωπο έχει τη συνήθη παρουσία του, ωστόσο αναγνωρίζεται συντρέχουσα αρμοδιότητα στο δικαστήριο άλλης χώρας όπου το ανίκανο πρόσωπο διατηρεί περιουσία, προκειμένου για τη λήψη μέτρων διαχείρισης της εν λόγω περιουσίας (σχετικό το άρθρο 9 της εν λόγω Σύμβασης). Δεδομένης της μη κύρωσης της εν λόγω Σύμβασης, οι πρόνοιες της δεν έχουν οποιαδήποτε δεσμευτική ισχύ στην Κύπρο, πλην όμως αντανακλούν στο πνεύμα με το οποίο κρίνω στην παρούσα υπόθεση ότι μπορεί να αναληφθεί αρμοδιότητα. Αποφαίνομαι λοιπόν ότι δύναμαι να προχωρήσω αρμοδίως σε εξέταση τόσο της κυρίως αίτησης όσο και της ενδιάμεσης αίτησης που εκκρεμούν ενώπιόν μου. (Υπ.) .................................................... Α. Πανταζή - Λάμπρου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] O.6, r.1 (b) any act, deed, will, contract, obligation, or liability affecting immovable property of any kind situated in Cyprus, is sought to be construed, rectified, set aside, or enforced in the action; cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο