ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. POPYTEX INDUSTRY LIMITED, Αρ. Αγωγής: 603/2017, 19/1/2018 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLAR:2018:A15 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΑΡΝΑΚΑΣ Ενώπιον: Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 603/2017 Μεταξύ: ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Ενάγοντα -και- POPYTEX INDUSTRY LIMITED Εναγομένης Ημερομηνία: 19/1/2018 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες-Αιτητές: Η κα Α. Παπαευσταθίου για Χ.Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε Για Εναγόμενο-Καθ'ού η αίτηση: Ο κ. Χ.Πουτζιουρής & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (επί της αίτησης 11/5/17 για έκδοση προσωρινού διατάγματος) Ο ενάγοντας-αιτητής (στο εξής «ο αιτητής») με γενικό οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (Ο.2,1), ημερομηνίας 9/5/2017, που καταχώρησε εναντίον της εναγομένης-καθ'ής η αίτηση (στο εξής «η καθ'ής η αίτηση»), αξιώνει από το Δικαστήριο αριθμό διαταγμάτων και θεραπειών, συμπεριλαμβανομένων και αποζημιώσεων, στη βάση οφειλόμενων ενοικίων δυνάμει συμφωνίας, που καταρτίστηκε τον Φεβρουάριο του 1990, μεταξύ των διαδίκων για μίσθωση και εκμετάλλευση του τεμαχίου 721, Σύμπλεγμα "G", Φ/Σχ XL.55 στη Βιομηχανική Περιοχή Λάρνακας (στο εξής «το Μίσθιο»). ΑΙΤΗΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Στις 11/5/2017 ο αιτητής καταχώρησε και μονομερή αίτηση (στο εξής «η αίτηση») με την οποία εξαιτείτο από το Δικαστήριο τα ακόλουθα διατάγματα: Α. Ενδιάμεσο ή/και προσωρινό διάταγμα απαγορεύον στην Καθ΄ ης η αίτηση ή/και τους αξιωματούχους, υπαλλήλους, εντολείς, αντιπροσώπους ή/και υπηρέτες αυτής, να επεμβαίνουν ή/και να παρεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο ή/και χρησιμοποιούν ή/και κατέχουν με οποιοδήποτε τρόπο ή/και να εισέρχονται ή/και να εκμεταλλεύονται ή/και να καρπούνται με οποιοδήποτε το Μίσθιο. Β. Ενδιάμεσο ή/και προσωρινό διάταγμα διατάττον την καθ'ής η αίτηση ή/και τους αξιωματούχους, υπαλλήλους, εντολείς, αντιπροσώπους ή/και υπηρέτες αυτής, να παραδώσουν ελεύθερη και κενή κατοχή του τεμαχίου 721, εντός επτά
(7)ημερών από την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η αίτηση βασίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6), άρθρα 4, 5, 6 και 9, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/60), άρθρο 32, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.48 Θ.1-4, 8 και 9, Δ.43Α, Δ.64, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148) άρθρο 43 ως και επί των συμφυών εξουσιών και πρακτικής του Δικαστηρίου. Το Δικαστήριο, υπό διαφορετική σύνθεση τότε, εξέδωσε προσωρινό Διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης και έδωσε οδηγίες όπως η αίτηση, σε σχέση με το αιτητικό Β, επιδοθεί στην καθ'ής η αίτηση. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση εκτίθενται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση της Μάρως Γεωργιάδου, λειτουργού για θέματα εκμίσθωσης γης στο Υπουργείο Ενέργειας, Εμπορίου, Βιομηχανίας και Τουρισμού. Συνοπτικά η ομνύουσα αναφέρει τα ακόλουθα: Η Κυπριακή Δημοκρατία ήταν ιδιοκτήτρια και/ή κάτοχος και διαχειριστής του Μισθίου. Την 16.2.1990 δυνάμει γραπτής συμφωνίας (στο εξής «η συμφωνία μίσθωσης» η Κυπριακή Δημοκρατία μίσθωσε στην καθ΄ης η αίτηση το Μίσθιο για περίοδο 33 ετών (Τεκμήριο 2). Η λήξη της μίσθωσης ήταν η 31η ημέρα Ιανουαρίου του 2023. Ήταν μεταξύ άλλων ρητοί και εξυπακουόμενοι όροι της πιο πάνω συμφωνίας τα ακόλουθα: (α) το ενοίκιο ανέρχετο στο ποσό των €1.494,60 ανά έτος προπληρωτέο την 1η Φεβρουαρίου έκαστου χρόνου (άρθρο 4
(1)της συμφωνίας μίσθωσης). (β) έκαστος των συμβαλλομένων θα είχε το δικαίωμα να αξιώνει αναθεώρηση του ετήσιου μισθώματος από την ημερομηνία έναρξης του όγδοου έτους της ενοικίασης και μετά ανά διαστήματα 5 ετών στέλνοντας σχετικό έγγραφο στον άλλο συμβαλλόμενο, 6 τουλάχιστον μήνες πριν από την ημερομηνία από την οποία αξιώνεται η αναθεώρηση του ενοικίου(άρθρο 4
(3)της συμφωνίας μίσθωσης). (γ) σε περίπτωση υπερημερίας πληρωμής του συμφωνηθέντος μισθώματος το οποίο καθίσταται πληρωτέο και απαιτητό, το μη πληρωθέν ποσό θα φέρει τόκο 9% (άρθρο 4
(2)της συμφωνίας μίσθωσης). (δ) με τη λήξη της ισχύος της συμβάσεως ή με τη λύση της συμφωνίας, πριν της λήξης της, με οποιονδήποτε τρόπο, ο μισθωτής (στην προκειμένη περίπτωση «η καθ'ής η αίτηση») υποχρεούται να αποδώσει στον εκμισθωτή (στην προκειμένη περίπτωση «ο αιτητής») το Μίσθιο μαζί με τα υποστατικά που έχει ανεγείρει εντός αυτού σε καλή κατάσταση και τα υποστατικά θα περιέλθουν στην απόλυτη κυριότητα του εκμισθωτή, ο οποίος ουδεμία υποχρέωση έχει από του να καταβάλει στον μισθωτή την αξία αυτών ή οποιαδήποτε άλλη αποζημίωση(άρθρο 7(α) της συμφωνίας μίσθωσης.). (ε) Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, σε περίπτωση υπερημερίας πληρωμής του συμφωνηθέντος μισθώματος για περίοδο 21 ημερών, ο εκμισθωτής αποκτά δικαίωμα όπως μέσω εξουσιοδοτημένου προσώπου εισέλθει στο Μίσθιο και τα υποστατικά με αποτέλεσμα να επέρχεται λύση της συμβάσεως και τα υποστατικά περιέρχονται στην απόλυτη κυριότητα του εκμισθωτού. Σε περίπτωση υπερημερίας, εάν ο μισθωτής καταβάλει το μίσθωμα, ο μισθωτής δύναται να ανακτήσει την κατοχή επί του Μισθίου (άρθρο 7(β) της συμφωνίας μίσθωσης). Η σύμβαση μίσθωσης γης ενεγράφη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λάρνακας, με βάση τις πρόνοιες και διατάξεις του Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας Νόμου, Κεφ. 224, και έτσι η καθ΄ης η αίτηση απέκτησε εμπράγματο δικαίωμα επί της εκμισθωθείσης ακινήτου ιδιοκτησίας (Τεκμήριο 3). Η καθ΄ης η αίτηση κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας για καταβολή του ετήσιου ενοικίου και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις από τους αντιπροσώπους του αιτητή, παραλείπει να καταβάλει μισθώματα από την 1η Φεβρουαρίου 2013 μέχρι και την 1η Φεβρουαρίου
- Για τις περιόδους από 1.2.2013 μέχρι 31.1.2016 η αιτήτρια καταχώρησε αγωγή (επιφυλάσσοντας τα δικαιώματα της σε σχέση με το Μίσθιο) στην οποία εκδόθηκε απόφαση στις 17.10.2016 (Τεκμήριο 4). Η καθ΄ ης η αίτηση, παρά την επίδοση της αγωγής, παρέλειψε να καταχωρήσει σημείωμα εμφάνισης. Η καθ΄ ης η αίτηση οφείλει μέχρι και σήμερα στην Κυπριακή Δημοκρατία το ποσό των €14.104,45 πλέον τόκους. Ενόψει των ανωτέρω η αιτήτρια απέστειλε επιστολή, ημερομηνίας 13.4.2017 - (Τεκμήριο 5) με την οποία τερμάτισε την μίσθωση εξ υπαιτιότητας της καθ΄ης η αίτηση. Επιπρόσθετα η καθ΄ ης η αίτηση κλήθηκε να παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου όπως προβλέπεται στην μίσθωση, την Δευτέρα 24.4.2017 και ταυτόχρονα της ζητήθηκε όπως εξοφλήσει κάθε οφειλόμενο ενοίκιο. Η καθ΄ης η αίτηση παρέλειψε να παρουσιαστεί στο Μίσθιο και να το παραδώσει στην αιτήτρια. Ως έχει πληροφορηθεί από τον αντιπρόσωπο της αιτήτριας που βρέθηκε στο Μίσθιο, αυτό είναι πλήρως εγκαταλελειμμένο και είναι καταστραμμένο λόγω πυρκαγιάς (σχετικές φωτογραφίες έχουν κατατεθεί ως Τεκμήριο 6). Ενόψει των πιο πάνω, σύμφωνα πάντοτε με τις θέσεις της ομνύουσας, υπάρχει ουσιαστικός και πραγματικός κίνδυνος και είναι δύσκολο ή και αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα λόγω του ότι η καθ΄ης η αίτηση κατέχει το Μίσθιο χωρίς να καταβάλλει κανένα αντάλλαγμα. Δεν έχει καμία οικονομική επιφάνεια και κανένα περιουσιακό στοιχείο, οφείλει στον αιτητή μεγάλα ποσά, και όσο διάστημα εξακολουθεί να επεμβαίνει στα υποστατικά, στερεί από τον αιτητή εισόδημα το οποίο ουδέποτε θα λάβει λόγω του ότι η καθ΄ ης η αίτηση δεν έχει χρήματα να πληρώσει και είναι εταιρεία χωρίς ικανοποιητικά περιουσιακά στοιχεία. Περαιτέρω η καθ΄ης η αίτηση στερείται οικονομικής δυνατότητας να καταβάλει οποιαδήποτε χρηματικά ποσά ως αποζημίωση για την παράνομη επέμβαση την οποία διαπράττει και ως εκ τούτου η βλάβη που δημιουργείται από τις πράξεις και παραλείψεις της καθ΄ης η αίτηση εναντίον των συμφερόντων του αιτητή είναι ανεπανόρθωτη και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να αντικατασταθεί με χρήμα.
- Όπως φαίνεται από την έρευνα της εταιρείας στον έφορο εταιρειών (Τεκμήριο 2) υπάρχει καταχωρημένη κυμαινόμενη επιβάρυνση, για το ποσό των €10,000 σε ολόκληρη την περιουσία της καθ΄ης η αίτηση προς όφελος της Alpha Bank Ltd. Επίσης το εργοστάσιο που έχει ανεγείρει η καθ΄ ης η αίτηση δεν χρησιμοποιείται πλέον αφού έχει καταστραφεί από πυρκαγιά πριν από πολλά χρόνια.
- Στα πλαίσια έκδοσης της δικαστικής απόφασης που έχει αναφερθεί ανωτέρω, ο αιτητής προχώρησε και καταχώρησε εντάλματα κατάσχεσης κινητής περιουσίας τα οποία επιστράφηκαν ανεκτέλεστα (Τεκμήρια 7 και 8).
- Ήταν η θέση της ότι με την ανάκτηση του Μισθίου, η αιτήτρια θα είναι σε θέση να συνάψει νέα συμφωνία μίσθωσης σε μία προσπάθεια να μειώσει την ζημιά της και είναι κατ΄επείγον όπως διαταχθεί η καθ΄ ης η αίτηση να παύσει να επεμβαίνει στα υποστατικά και να παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή του μισθίου. Εφόσον η καθ΄ ης η αίτηση παράνομα συνεχίζει να επεμβαίνει στο Μίσθιο είναι εκ των πραγμάτων αδύνατο για την αιτήτρια να μειώσει την ζημιά της και αντίθετα η ζημιά της θα επεκτείνεται καθημερινώς. ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΕΝΟΡΚΗ ΔΗΛΩΣΗ ΠΟΥ ΤΗΝ ΣΥΝΟΔΕΥΕΙ Με την επίδοση του προσωρινού διατάγματος η καθ'ής η αίτηση καταχώρησε ένσταση. Η ένσταση στηρίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο, Ν.9/65ως τροποποιήθηκε, στον Περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60άρθρα 29,30 και 32, στα άρθρα 4,5,7,8 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όπως τροποποιήθηκε, στη Δ.39 Θ.1 και 2, Δ.48 θ.1,2,3,4,8 και 9 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, στο άρθρο 30
(2)και
(3)του Κυπριακού Συντάγματος, στις αρχές της φυσικής Δικαιοσύνης και στις συμφυείς εξουσίες και την πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι στους οποίους βασίζεται η ένσταση είναι οι ακόλουθοι:
- Η αίτηση είναι ουσίας και νόμω αβάσιμη και περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς.
- Δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του Νόμου και της Νομολογίας για την έκδοση του διατάγματος ημερομηνίας 12/05/
- Οι Αιτητές/ενάγοντες δεν προσήλθαν ενώπιον του Δικαστηρίου με «καθαρά χέρια».
- Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης και δεν δίδεται καμία εξήγηση για την εν λόγω καθυστέρηση.
- Η αίτηση είναι αντικανονική και δεν βασίζεται στην σωστή νομική βάση ή και αντιβαίνει τις πρόνοιες της Διαταγής
- Η αίτηση στερείτο του αναγκαίου πραγματικού υπόβαθρου για την χορήγηση του διατάγματος ημερομηνίας 12/05/2017 από το Δικαστήριο.
- Οι ενάγοντες/αιτητές δεν έχουν αποκαλύψει όλα τα ουσιώδη στοιχεία και/ή γεγονότα και/ή έχουν προβάλει ανακρίβειες στην αίτηση τους.
- Στην αίτηση και στην ένορκο δήλωση που την υποστηρίζει δεν υπάρχουν γεγονότα που να δείχνουν το κατ΄επείγον ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση ούτως ώστε οι αιτητές να νομιμοποιούνται και να ζητούν από το Δικαστήριο να εκδώσει το διάταγμα ημερομηνίας 12/05/2017 μονομερώς.
- Στην αίτηση ή στην ένορκο δήλωση τους οι αιτητές δεν καταδεικνύουν με γεγονότα ότι είναι δύσκολο ή αδύνατον να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδιδόταν το αιτούμενο διάταγμα.
- Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν παρατίθενται οι λόγοι για τους οποίους ήταν δίκαιο και εύλογο να εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα.
- Η έκδοση του διατάγματος χωρίς την γνώση των καθ΄ων η αίτηση παραβιάζει το Συνταγματικό δικαίωμα τους όπως λάβουν γνώση για την υπόθεση εναντίον τους και όπως προβάλουν την υπεράσπιση τους ενώπιον του Δικαστηρίου.
- Δεν βρίσκονται ενώπιον του δικαστηρίου οι αναγκαίοι διάδικοι και από την παρούσα διαδικασία επηρεάζονται δικαιώματα τρίτων που θα πρέπει να τους επιδοθεί η αγωγή και η επίδικη αίτηση για να λάβουν γνώση. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ένσταση εκτίθενται εις την επισυνημμένη ένορκο δήλωση του διευθυντή της καθ'ής η αίτηση, Σέργιου Σεργίου. Αναφέρει ο ομνύοντας τα ακόλουθα:
- Με την έκδοση του προσωρινού διατάγματος έχουν παραβιασθεί τα δικαιώματα της καθ'ής η αίτηση όπως κατοχυρώνονται από το Σύνταγμα και την Νομολογία. Ο αιτητής παραπλάνησε το Δικαστήριο αποκρύπτοντας γεγονότα που θα είχαν επίδραση στην εξάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ώστε να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Ειδικότερα ο αιτητής δεν αποκάλυψε στο Δικαστήριο τα ακόλουθα: (α) ότι τα στοιχεία του επίδικου ακινήτου δεν είναι αυτά που καταγράφονται στην ένορκη δήλωση του αιτητή αλλά τα ορθά στοιχεία του Μισθίου είναι τα ακόλουθα: αριθμός εγγραφής 0/6273, τεμάχιο 855, Φ/Σχ 40/55W
- (β) Ο αιτητής απέκρυψε από το δικαστήριο ότι τα κτίρια που έχουν ανεγερθεί στο επίδικο ακίνητο ανήκουν στην καθ'ής η αίτηση αφού αυτή τα έχει ανεγείρει με δικά της έξοδα. (γ) Απέκρυψε ότι τα υποστατικά στο επίδικο ακίνητο έχουν καταστραφεί από το 2005 ένεκα πυρκαγιάς και ότι ειδοποιήθηκαν οι ενάγοντες για αυτό το γεγονός από τον ίδιο. (δ) Απέκρυψε ότι υπάρχει υποθήκη με αριθμό Υ1551/2000 (Τεκμήριο 3) που αφορά την επίδικη μακροχρόνια μίσθωση από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ και η οποία εξακολουθεί και σήμερα να βαρύνει το επίδικο ακίνητο. (ε) Απέκρυψε ότι έχει καταχωρηθεί η αγωγή με αριθμό 2909/2005 (Τεκμήριο 1) στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας από την πιο πάνω τράπεζα, αντίγραφο της οποίας δόθηκε από τον ίδιο στους αντιπροσώπους του αιτητή. (στ) Απέκρυψε ότι έχει εκδοθεί απόφαση υπέρ της πιο πάνω τράπεζας στην πιο πάνω αγωγή (Τεκμήριο 2) και ότι έχει καταχωρηθεί ΜΕΜΟ επί της επίδικης μίσθωσης με αριθμό ΕΒ1094/2008 (Τεκμήριο 3) και εξακολουθεί να την βαρύνει μέχρι σήμερα αφού έχει ανανεωθεί. (ζ) Απέκρυψε ότι επειδή υπήρχε ασφαλιστική κάλυψη και η τράπεζα έχει εισπράξει από την ασφαλιστική εταιρεία ALLIANZ ένα μεγάλο ποσό ένεκα της πυρκαγιάς και τώρα η τράπεζα έχει ήδη εκχωρήσει τα δικαιώματα της στην ασφαλιστική εταιρεία, η καθ'ής η αίτηση έχει οικονομικές διαφορές τόσο εναντίον της ασφαλιστικής όσο και της τράπεζας. Ο λόγος είναι ότι τα δάνεια της έπρεπε να εξοφληθούν με την πληρωμή της ασφαλιστικής αποζημίωσης και δεν θα έπρεπε να γίνει αυτή η εκχώρηση. Όλα αυτά είναι σε γνώση του αιτητή. (η) Απέκρυψε ότι βρέθηκαν αγοραστές για την επίδικη μίσθωση του επίδικου ακινήτου που προσέφεραν το ποσό των 350.000 στην καθ'ής η αίτηση για την αγορά της. Για το λόγο αυτό ο ίδιος και οι υποψήφιοι αγοραστές επισκέφθηκαν τα γραφεία του αιτητή με σκοπό την υλοποίηση της συμφωνίας πώλησης πλην όμως ο αιτητής κωλυσιεργούσε με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί η συμφωνία. Σαν αποτέλεσμα αυτού η καθ'ής η αίτηση δεν αποπλήρωσε τα οφειλόμενα ενοίκια εφόσον έχει υποστεί ζημιές τις οποίες και θα ανταπαιτήσει από τον αιτητή μέσω της παρούσας αγωγής.
- Δεν είναι επίσης δίκαιο και εύλογο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ο αιτητής ζητά απαγορευτικά και προστακτικά διατάγματα που είναι τελικές θεραπείες στην αγωγή του και δεν συντρέχουν οποιοιδήποτε λόγοι για την έκδοσης τους. Αν διατηρήσει σε ισχύ το εκδοθέν μονομερές διάταγμα και το Δικαστήριο εκδώσει περαιτέρω και το προστακτικό διάταγμα, στην ουσία θα εκδικάσει την ουσία της αγωγής και θα τελειώσει η μεταξύ τους αντιδικία.
- Από την ίδια την μαρτυρία του αιτητή που παρουσίασε για να εξασφαλίσει το διάταγμα μονομερώς απουσιάζει το στοιχείο του κατ'επείγοντος αφού ο αιτητής ισχυρίζεται ότι για χρόνια η καθ΄ης η αίτηση δεν πλήρωνε τα ενοίκια, όμως δεν έκανε οποιαδήποτε αίτηση και καθυστέρησε στην καταχώρηση της παρούσας χωρίς να δίδει οποιαδήποτε εξήγηση για αυτήν την καθυστέρηση.
- Δεν αναφέρει ο αιτητής ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά και ούτε αυτά που ισχυρίζεται αποτελούν ανεπανόρθωτη ζημιά. Η καθ΄ης η αίτηση έχει απαιτήσεις που ανέρχονται σε εκατοντάδες χιλιάδες Ευρώ εναντίον της τράπεζας και της ασφαλιστικής τις οποίες διεκδικεί και επομένως είναι βιώσιμη. Επίσης η μακροχρόνια μίσθωση αξίζει πάρα πολλά λεφτά και αυτή η περιουσία μπορεί να πληρώσει οποιαδήποτε ποσά καταδικαστεί η καθ'ής η αίτηση ότι οφείλει.
- Δεν βρίσκονται επίσης, είναι η θέση του, ενώπιον του Δικαστηρίου οι αναγκαίοι διάδικοι, ως έχει αναφέρει ανωτέρω δηλαδή η τράπεζα και η ασφαλιστική εταιρεία ALLIANZ στην οποία εκχώρησε τα δικαιώματα της υποθήκης της η τράπεζα. ΝΟΜΙΚΗ ΒΑΣΗ Η δικονομία σε ό,τι αφορά την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, μονομερώς, ρυθμίζεται από τον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρο 9 και τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, Δ.48, θ.
- Η αρμοδιότητα του Δικαστηρίου να εκδώσει μονομερώς ένα τέτοιο διάταγμα περιορίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 9
(1)του Κεφ.6, το οποίο καθορίζει ότιː «Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.». (Η έμφαση του παρόντος Δικαστηρίου). Το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων βρίσκεται στο άρθρο 32 των Περί Δικαστηρίων Νόμων (Ν.14/60)[1]. Το άρθρο αυτό παρέχει στο Δικαστήριο ευρεία διακριτική ευχέρεια, εφόσον συντρέχουν οι ουσιαστικές προϋποθέσεις του, να εκδώσει οποιοδήποτε προστακτικό ή απαγορευτικό παρεμπίπτον διάταγμα που θα έκρινε δίκαιο ή πρόσφορο ανάλογα βεβαίως με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Οι σωρευτικές προϋποθέσεις που θα πρέπει να συντρέχουν, έτσι ώστε το Δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια να προχωρήσει στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων, είναι οι ακόλουθες: - Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. - Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. - Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. H Κυπριακή νομολογία είναι πλούσια σε σχέση με την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Η κλασσική αυθεντία σε σχέση με το ποιες προϋποθέσεις πρέπει να πληρούνται για την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων είναι η υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates Ltd and Another
(1982)1 C.L.R. 557. Περαιτέρω το ζήτημα αυτό αναλύθηκε και αναπτύχθηκε και σε μεταγενέστερες υποθέσεις όπως για παράδειγμα στην υπόθεση Νational Bank of Greece v. Motovia
(1987)1 Α.Α.Δ. 303, Cyprus Sulphur & Copper Co Ltd & άλλων ν. Παραλράμα Λτδ, KOT v. Θεωρή
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 255, Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. X''Bασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, Parico Aluminium Designs Ltd v Muskita Aluminium Co Ltd κ.α
(2002)1Γ Α.Α.Δ 2015 καθώς επίσης και στην πιο πρόσφατη υπόθεση Eurocypria Airlines Ltd υπό εκκαθάριση μέσω του εκκαθαριστή της Κρις Ιακωβίδη v. Κυπριακής Δημοκρατίας, μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.α
(2011)1 Α.Α.Δ. 1783 Αερογραμμές. Σύμφωνα με την απόφαση αυτή αναφέρθηκε ότι: «Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα. Η προϋπόθεση ύπαρξης πιθανότητας ο ενάγων να δικαιούται σε θεραπεία, επεξηγήθηκε ότι αναφέρεται στην απόδειξη ύπαρξης κάτι περισσότερο από απλής πιθανότητας επιτυχίας αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι ο βαθμός απόδειξης που απαιτείται σε πολιτικές υποθέσεις. Απαιτείται από τον αιτητή να καταδείξει ότι έχει μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η τρίτη προϋπόθεση, σύμφωνα με την οποία πρέπει να καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, εξετάζεται κυρίως υπό το φως του ερωτήματος κατά πόσο η απονομή αποζημιώσεων θα ήταν επαρκής θεραπεία κάτω από τα γεγονότα κάθε υπόθεσης». Το Δικαστήριο, σ' αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση περί του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του διατάγματος (Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 663 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολιτική Έφεση 424/11, ημερομηνίας 27.3.14, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Επιπρόσθετα το Δικαστήριο έχει υποχρέωση να αποφύγει να προχωρήσει σε αξιολόγηση μαρτυρίας (Χαριτίνη Χρυσάνθου Κυριλλου, διά της πληρεξουσίου αντιπροσώπου της Γεωργίας Καραγιώργη v. Άντρης Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι πρώτες δύο προϋποθέσεις είναι αλληλένδετες σε κάποιο βαθμό. Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται με βάση τα δικόγραφα συζητήσιμη υπόθεση. Στην έννοια του δικογράφου περιλαμβάνεται σε τέτοιες διαδικασίες και η ένορκη δήλωση. Στην υπόθεση Parico Aluminium Designs Ltd (ανωτέρω), λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση και ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα». Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι με βάση τη μαρτυρία που έχει προσαχθεί υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του ενάγοντος στην αγωγή. (Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253). Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη
(2001)1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψιν. Αν η υπόθεση εκ της φύσεως της δεν επιδέχεται τη θεραπεία των αποζημιώσεων ή ο υπολογισμός των αποζημιώσεων θα είναι αδύνατος, τότε εύκολα μπορεί να λεχθεί ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μελλοντικό στάδιο εκτός αν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Αντίθετα, εκεί που η ζημιά μπορεί να υπολογιστεί, έστω και με κάποια δυσκολία, τότε δεν θεωρείται ανεπανόρθωτης φύσης και γι' αυτό δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός ότι το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποδώσει μελλοντικά πλήρη δικαιοσύνη. Άλλη περίπτωση είναι όταν αν δεν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα θα είναι αδύνατη η ικανοποίηση, λόγω της κακής οικονομικής κατάστασης του εναγομένου, τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ του Ενάγοντος. Η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά. Στην υπόθεση Ninemia Maritime Corporation v. Trane Schiffahrts-gesellschaft Gmbh (Niedersachsen, The)
(1983)1 W.L.R. 1412 τονίστηκε ότι το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολό της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το Δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα. H πιο πάνω αγγλική υπόθεση υιοθετήθηκε και από την δική μας νομολογία. Στην υπόθεση Poltava Petroleum Company ν. Mexana Oil Ltd και Άλλων
(2001)1 Α.Α.Δ. 1301 λέχθηκε ότι: «το σχετικό κριτήριο είναι κατά πόσο, λαμβανομένης υπόψη της μαρτυρίας στο σύνολο της, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η απόφαση υπέρ του ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Δεν είναι απαραίτητο να επιδειχθεί άνομη πρόθεση, παρόλο ότι αν αποδειχθεί τέτοια πρόθεση το δικαστήριο θα χορηγήσει το διάταγμα με περισσότερη ετοιμότητα». Στην μεταγενέστερη υπόθεση MELOUSKIA COMMERCIAL LTD κ.α. ν. CHUMACHENKO ALISA κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε71/13, 30/9/2014 λέχθηκε ότι: «. η οριστικοποίηση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος παγοποίησης είναι απολύτως απαραίτητη και αναγκαία εφόσον, σε περίπτωση που δεν καταστεί απόλυτο το διάταγμα παγοποίησης, υπάρχει μεγάλος κίνδυνος αποξένωσης των ποσών καθώς και απενεργοποίησης των εν λόγω λογαριασμών και συνεπώς βάσιμος κίνδυνος ότι δικαστική απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί υπέρ των Αιτητριών θα παραμείνει ανικανοποίητη». Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία (M & CH Mitsingas Trading Ltd κ.α. v. The Timberland Co
(1997)1 Α.Α.Δ. 1791). Ακόμη χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Highgate Primary School Ltd v. Φυλακτίδη κ.α.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317: "Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του." Πέραν των πιο πάνω προϋποθέσεων τα Δικαστήρια προτού εκδώσουν ή οριστικοποιήσουν προσωρινά διατάγματα, ανάλογα με την περίπτωση, θα πρέπει να λάβουν υπόψη και κάποιες ευρύτερες αρχές οι οποίες έχουν αποκρυσταλλωθεί και αναπτυχθεί μέσω της νομολογίας. Αναγνωρίζεται πως αφότου ο αιτητής ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται σωρευτικά όλες οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας και σταθμίζει στα πλαίσια αυτά το κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο και εύλογο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα (Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλης Χατζηβασίλης (ανωτέρω). Ειδικότερα θα πρέπει να ληφθούν υπόψη και οι πιο κάτω παράγοντες: (i) ΙΣΟΖΥΓΙΟ ΕΥΧΕΡΕΙΑΣ (balance of convenience) Το Δικαστήριο πριν εκδώσει οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα θα πρέπει να αποφασίσει, ζυγίζοντας όλα τα δεδομένα, κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να το εκδώσει. Το Δικαστήριο εξετάζει όλους τους παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπόψη για την ορθή ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Στην υπόθεση ΚΟΤ (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos, στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (Βλέπε επίσης την υπόθεση Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου v. Πασχάλη Χ" Bασίλη
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 152). Πρέπει να τονίσουμε πως τα Δικαστήρια εκδίδουν τέτοια διατάγματα με φειδώ». To Δικαστήριο θα πρέπει, προτού εκδώσει τέτοιο διάταγμα, να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας που θα προκληθεί στις δύο πλευρές. Η οποιαδήποτε απόφαση του Δικαστηρίου θα πρέπει να ενέχει τους λιγότερους κινδύνους αδικίας. (Bacardi & Co Ltd v Vinco Ltd
(1996)1(B) Α.Α.Δ.). (ii) Μη Αποκάλυψη Ουσιωδών Γεγονότων Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι, στις μονομερείς αιτήσεις, ο αιτητής έχει υποχρέωση να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου όλα τα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Παράλειψη αποκάλυψης όλων των ουσιαστικών γεγονότων θεωρείται ως είδος "εξαπάτησης" του Δικαστηρίου και έχει ως συνέπειες την άρνηση του Δικαστηρίου να τον ακούσει και την ακύρωση του προσωρινού διατάγματος που εξέδωσε χωρίς να εξετάσει την ουσία του. Η πιο πάνω καθιερωμένη νομική αρχή έχει ιδιαίτερη σημασία καθότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος, μονομερώς, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (Louis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ. κ.ά.
(1992)1(B) Α.Α.Δ. 1453). Στην υπόθεση Γρηγορίου (ανωτέρω), το Εφετείο τόνισε για ακόμα μια φορά ότι η μονομερής αίτηση είναι υψίστης πίστεως ("uberrima fides"), και επομένως ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα γνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου. Για το τι αποτελεί ουσιώδες στοιχείο, χρήσιμη καθοδήγηση επί του θέματος προσφέρει η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση των Commerzbank Auslandsbanken Holding A.G. κ.ά. v. Adeona Holdings Ltd, Πολ. Έφ. αρ. Ε6/14, ημ. 27.2.15. Στην εν λόγω υπόθεση, αφού επαναλήφθηκαν οι πιο πάνω αρχές, λέχθηκε περαιτέρω ότι: «Κριτής του τι είναι ουσιώδες, είναι ο δικαστής ο οποίος έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια και δεν διστάζει να ακυρώσει το ήδη εκδοθέν μονομερές διάταγμα, ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που διαπιστώνει κακοπιστία και πρόθεση απόκρυψης ή παραπλάνησης του δικαστηρίου. Οδηγός είναι πάντοτε τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης στο πλαίσιο της αντιδικίας των διαδίκων. Βέβαια δεν είναι κάθε παράλειψη αποκάλυψης που οδηγεί σε ακύρωση. Αν το δικαστήριο ασκώντας τη διακριτική του ευχέρεια κρίνει ότι η παράλειψη αφορούσε σε ουσιώδες γεγονός, τότε κατά κανόνα ακυρώνει το διάταγμα, προσπαθώντας με αυτό τον τρόπο να αφαιρέσει κάθε όφελος που απεκόμισε ο αιτητής...» (iii) Στοιχείο του Επείγοντος στην Έκδοση των Διαταγμάτων Όσον αφορά το στοιχείο του επείγοντος στην έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς, χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει η υπόθεση Resola (Cyprus) Ltd. v. Χρίστου
(1998)1 Α.Α.Δ. 598, στην οποία αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσο καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του Εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρηθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση.» Περαιτέρω στην υπόθεση Astarti Development Plc κ.α. v. Χριστοδουλίδη κ.α., Πολιτική Αίτηση Αρ. 160/2015, ημερομηνίας 13.01.16 λέχθηκαν τα εξής σε σχέση με το 'επείγον': "Το κατεπείγον της θεραπείας συναρτάται προς την αμεσότητα του κινδύνου, στην αποτροπή του οποίου η θεραπεία αποσκοπεί. Εν προκειμένω, ουδέν αναφέρεται σε σχέση με την αμεσότητα τέτοιου κινδύνου, παρά μόνο γίνεται αναφορά ότι σε αντίθετη περίπτωση η έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου. Προς απόδοση μονομερώς θεραπείας και μάλιστα στα στενά πλαίσια που επιβάλλει η φύση της υπό εξέταση αίτησης, θα έπρεπε να προβληθούν συγκεκριμένοι και σαφείς ισχυρισμοί που να διαφοροποιούν τα πράγματα από τη «συνήθη περίπτωση» και να δικαιολογούν την ύπαρξη του κατεπείγοντος με τέτοια ένταση, ώστε να μην μπορούσε να δοθεί ο χρόνος λίγων ημερών για να κοινοποιηθεί η αίτηση στην άλλη πλευρά. Αόριστοι, όπως εν προκειμένω, ισχυρισμοί δεν στοιχειοθετούν την ύπαρξη ανάγκης για παροχή θεραπείας άνευ καθυστερήσεως (Βλ. Resola)..." ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΑΙΤΗΣΗΣ Έχοντας παραθέσει τις πιο πάνω νομικές αρχές θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις για την οριστικοποίηση, στην προκειμένη περίπτωση, του εκδοθέντος προσωρινού διατάγματος καθώς και στην έκδοση του διατάγματος, ως η παράγραφος Β της αίτησης. Σημειώνω ότι η ακροαματική διαδικασία της αίτησης έγινε μέσων γραπτών αγορεύσεων και καμία πλευρά δεν προέβη στην αντεξέταση του ενόρκως δηλούντα ή στην καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης. Οι συνήγοροι της κάθε πλευράς ανέπτυξαν τα εκατέρωθεν επιχειρήματα τους, το περιεχόμενο των οποίων έχω μελετήσει με τη δέουσα προσοχή. Σε σχέση με την 1η και 2η προϋπόθεση και του κατά πόσο δηλαδή υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, αλλά και ορατή πιθανότητα επιτυχίας του αιτητή στην αγωγή του, έχω ικανοποιηθεί ότι, με τα όσα παρατίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου, πληρούνται και οι δύο προϋποθέσεις. Όπως προκύπτει ο αιτητής, ως ο ιδιοκτήτης και κάτοχος του Μισθίου, την 16.2.1990, δυνάμει της συμφωνίας μίσθωσης, μίσθωσε στην καθ΄ης η αίτηση το Μίσθιο για περίοδο 33 ετών. Η καθ΄ής η αίτηση είχε το δικαίωμα να αναγείρει υποστατικά εντός του μισθίου για ανέγερση εργοστασίου κατασκευής πλεκτών, όπως άλλωστε και έπραξε. Συμφωνήθηκε ρητά ότι η καθ'ής η αίτηση, έναντι της πιο πάνω συμφωνίας, θα κατέβαλλε ενοίκιο το οποίο συμφωνήθηκε στο ποσό των €1.494,60 ανά έτος, προπληρωτέο την 1η Φεβρουαρίου έκαστου χρόνου. Συμφωνήθηκε επίσης ότι με τη λήξη της ισχύος της συμβάσεως ή με τη λύση πριν της λήξης της συμφωνίας με οποιονδήποτε τρόπο, ο μισθωτής υποχρεούται να αποδώσει στον εκμισθωτή το Μίσθιο μαζί με τα υποστατικά που έχει ανεγείρει εντός αυτού σε καλή κατάσταση και τα υποστατικά θα περιέλθουν στην απόλυτη κυριότητα του εκμισθωτή, ο οποίος ουδεμία υποχρέωση έχει όπως καταβάλει στον μισθωτή την αξία αυτών ή οποιαδήποτε άλλη αποζημίωση (όρος 7Α). Συμφωνήθηκε επίσης ότι σε περίπτωση υπερημερίας πληρωμής του συμφωνηθέντος μισθώματος για περίοδο 21 ημερών, ο εκμισθωτής αποκτά δικαίωμα όπως μέσω εξουσιοδοτημένου προσώπου εισέλθει στο Μίσθιο και τα υποστατικά με αποτέλεσμα να επέρχεται λύση της συμβάσεως και τα υποστατικά περιέρχονται στην απόλυτη κυριότητα του εκμισθωτού. Σε περίπτωση υπερημερίας, εάν ο μισθωτής καταβάλει το μίσθωμα, ο μισθωτής δύναται να ανακτήσει την κατοχή επί του Μισθίου (όρος 7β). Τα πιο πάνω γεγονότα ουδόλως έχουν αμφισβητηθεί. Ούτε επίσης έχει αμφισβητηθεί, όπως συνάγεται από την ένορκη δήλωση της καθ΄ης η αίτηση ότι η ίδια, κατά παράβαση της πιο πάνω συμφωνίας για καταβολή του ετήσιου ενοικίου και παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του αιτητή, παραλείπει να καταβάλει μισθώματα από την 1η Φεβρουαρίου μέχρι και σήμερα. Ούτε επίσης έχει αμφισβητηθεί το γεγονός ότι εκδόθηκε εναντίον της καθ΄ής η αίτηση δικαστική απόφαση σε σχέση με τα οφειλόμενα ενοίκια για τις περιόδους από 1.2.2013 μέχρι 31.1.2016 και ότι η ίδια αρνείται να συμμορφωθεί. Ούτε επίσης έχει αμφισβητηθεί το γεγονός ότι η καθ΄ης η αίτηση οφείλει μέχρι και σήμερα στην Κυπριακή Δημοκρατία το ποσό των €14.104,45 πλέον τόκους. Ενόψει των ανωτέρω ο αιτητής, με βάση τους πιο πάνω όρους της συμφωνίας μίσθωσης, απέστειλε επιστολή τερματισμού της συμφωνίας μίσθωσης εξ υπαιτιότητας της καθ΄ης η αίτηση. Επιπρόσθετα ο αιτητής άσκησε το δικαίωμα του με βάση και πάλι τη συμφωνία μίσθωσης και ζήτησε από την καθ'ής η αίτηση να παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου όπως προβλέπεται στην μίσθωση, πλην όμως η καθ'ής η αίτηση αρνήθηκε. Το Μίσθιο, όπως παραδέχεται και η καθ'ής η αίτηση, είναι πλήρως εγκαταλελειμμένο και είναι καταστραμμένο λόγω πυρκαγιάς από το 2005. Η καθ'ής η αίτηση, με τα όσα παράθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως έχω αναφέρει παραδέχεται το γεγονός της μη καταβολής των ενοικίων. Ισχυρίζεται και διατείνει όμως ότι ο λόγος για τον οποίο δεν τα καταβάλλει είναι το γεγονός ότι υποψήφιος αγοραστής της προσέφερε το ποσό των €350.000 για την αγορά της επίδικης μίσθωσης. Η πρόταση αυτή των αγοραστών, σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς της καθ'ής η αίτηση, δεν κατέληξε σε τελική συμφωνία και ουδέποτε υλοποιήθηκε εξ'υπαιτιότητας του αιτητή, λόγω της κωλυσιεργίας του, με αποτέλεσμα η καθ'ής η αίτηση να υποστεί ζημιές. Όπως προκύπτει από την συμφωνία μίσθωσης αποτελεί ρητό της όρο ότι η καθ'ής η αίτηση έχει υποχρέωση να καταβάλλει τα οφειλόμενα ενοίκια έναντι της ενοικίασης του μισθίου. Η καθ'ής η αίτηση από τη στιγμή που δεν καταβάλλει τα ενοίκια, ως παραδέχεται, έχει καταστεί υπερήμερη και με τον τερματισμό της συμφωνίας μίσθωσης οφείλει να παραδώσει ελεύθερη και κενή κατοχή του Μισθίου. Η μη καταβολή του ενοικίου και η γένεση του δικαιώματος του αιτητή να απαιτήσει, ενεργοποιήσει και να διεκδικήσει τα όσα προβλέπει η συμφωνία δεν τελούν υπό οποιαδήποτε αίρεση ή από την επέλευση κάποιου μελλοντικού γεγονότος όπως για παράδειγμα το γεγονός ότι η καθ'ής η αίτηση θα διεκδικήσει απαιτήσεις στο μέλλον από τον αιτητή. Άλλωστε αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι θέμα συμψηφισμού (set-off) ποσών που απορρέουν από αμοιβαίες αλλά ανεξάρτητες υποχρεώσεις δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην Κύπρο (Αντωνίου και άλλος v. Popular Bank Ltd
(1994)1 A.A.Δ. 720 και Heatron Co. Ltd ν. Πολύκαρπου Nικολάου
(1999)1 Α.Α.Δ. 577). Τα όσα υποστηρίζει η καθ'ής η αίτηση, πέραν του ότι είναι γενικά, αόριστα και ατεκμηρίωτα, δεν μπορούν και δεν αποτελούν, κατά την γνώμη του Δικαστηρίου, οποιοδήποτε ικανό λόγο ώστε να την απαλλάξουν από την συμβατική της ευθύνη και υποχρέωση καθώς και να αποτελέσουν ικανή δικαιολογία μη τήρησης των συμφωνηθέντων. Εν πάση περιπτώσει, στο Δικαστήριο δεν έχουν παρατεθεί ικανοποιητικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς της. Για παράδειγμα, άξιον απορίας αποτελεί το γεγονός ότι η καθ΄ής η αίτηση δεν αναφέρει χρονολογικά πότε έλαβε χώρα το γεγονός αυτό, κατά πόσο και πότε ενημέρωσε τον αιτητή για την αξίωση της, καθώς και γιατί μέχρι στιγμής δεν έλαβε οποιεσδήποτε ενέργειες και ανέμενε τον αιτητή να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή για να διατυπώσει το παράπονο της, με δεδομένο ότι τα οφειλόμενα ενοίκια δεν καταβάλλονται από το 2013. Δόθηκε πάντως η ευκαιρία στην καθ΄ής η αίτηση να προβάλει τις θέσεις της στην αγωγή που ηγέρθηκε εναντίον της (Τεκμήριο 2), πλην όμως η ίδια επέλεξε να μην εμφανισθεί. Και υποθετικά μιλώντας, αν το γεγονός αυτό λάμβανε πράγματι χώρα, η μονομερής απόφαση της καθ'ής η αίτηση να μην πληρώνει ενοίκια λόγω του ότι έχει μία μελλοντική απαίτηση εναντίον του αιτητή, που χωρίς να έχει εκδικαστεί από οποιοδήποτε Δικαστήριο, είναι παράνομη. Προαποφάσισε δηλαδή, η καθ΄ής η αίτηση, ότι θα δικαιωθεί μελλοντικά και για το λόγο αυτό απεφάσισε να μην τηρήσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Από τη στιγμή που δεν καταβάλλεται το ενοίκιο, ο αιτητής έχει το νόμιμο δικαίωμα να τερματίσει την σύμβαση, να ανακτήσει κενή και ελεύθερη κατοχή των υποστατικών, χωρίς να καταβάλει οποιαδήποτε αποζημίωση. Προκύπτει λοιπόν, με τα μέχρι στιγμής στοιχεία, ότι η καθ'ής η αίτηση, μετά τον τερματισμό της συμφωνίας μίσθωσης, κατέχει παράνομα το Μίσθιο. Η παρούσα υπόθεση έχει, μεταξύ άλλων, ως βάση αγωγής το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Ο αιτητής στηρίζει την απαίτησή του σε ισχυριζόμενη παράνομη επέμβαση ή και παράβαση σύμβασης. Σύμφωνα με το άρθρο 43
(1)του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148: «Παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη επέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιοδήποτε πρόσωπο.» Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης στρέφεται εναντίον της κατοχής ακινήτων και όχι της κυριότητας ακινήτων (Adamou v. Christofi
(1974)1 C.L.R. 100) και σκοπός είναι η προστασία τέτοιας κατοχής που είναι η προέκταση της προστασίας του προσώπου και η εξήγηση της είναι η ανάγκη παρεμπόδισης διατάραξης της ειρήνης. Είναι αδίκημα αγώγιμο per se και δεν χρειάζεται απόδειξη ζημιάς (Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, Κεφ. 148, Αστικά Αδικήματα, Δίκαιο και Αποφάσεις, Τόμος 1, σελ. 130-135 και Παπακόκκινου και άλλες ν. Θεοδοσίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 379). Στην υπόθεση Liasidou and Another v. Papademetriou
(1975)1 C.L.R. 122 λέχθηκε ότι κατοχή (possession) σημαίνει πραγματική κατοχή (occupation) ή φυσικό έλεγχο της περιουσίας, όποιος δε διαταράσσει αυτήν την κατοχή μπορεί να εναχθεί για παράνομη επέμβαση. H συνέχιση της κατοχής του υποστατικού από την καθ'ής η αίτηση συνιστούσε επέμβαση στο μίσθιο που θεμελίωνε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Στις υποθέσεις Kennedy Hotels Ltd v. Indjirdjian
(1992)1Α Α.Α.Δ. 400 και Thanos Hotels Limited και άλλη v. Ιωακείμ
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1167 αποφασίστηκε ότι πρόσωπο δικαιούμενο να ευρίσκεται σε ακίνητη ιδιοκτησία παραμένει και μετά την απώλεια του δικαιώματος να ευρίσκεται σ' αυτή και δεν επιτρέπεται η έξωση του με την βία αλλά με απόφαση του Δικαστηρίου. Στην παρούσα όμως υπόθεση η καθ'ής η αίτηση δεν μπορεί από τα ενώπιον μου στοιχεία και δεδομένα να θεωρηθεί άτομο που δικαιούται να βρίσκεται εντός του μισθίου εφόσον με τον τερματισμό της συμφωνίας έχει υποχρέωση να παραδώσει κενή και ελεύθερη κατοχή του μισθίου στον αιτητή. Στην υπόθεση Thanos Hotels (ανωτέρω) με παραπομπή στο αγγλικό σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 16η έκδοση, παραγρ. 23-23 σελ. 1320, λέχθηκε επιπρόσθετα ότι αν ένα πρόσωπο που δικαιούται να λάβει κατοχή ενός ακινήτου μπορεί να εισέλθει σ' αυτό χωρίς να διαπράξει μια βίαιη είσοδο, ακόμα και αν πράξει τούτο με τέχνασμα, θα μπορεί τότε να δικαιολογήσει τη χρήση βίας για να υπερασπίσει την κατοχή που κατόρθωσε με αυτό τον τρόπο να ανακτήσει, χωρίς να καθιστά τον εαυτό του υπεύθυνο ακόμη και σε ποινική δίωξη. Θα μπορεί να δικαιολογήσει τη βίαιη εκδίωξη του επεμβασία και δεν έχει σημασία αν ο επεμβασίας ήταν στο υποστατικό πριν τον ιδιοκτήτη. Μια εκδίωξη μετά από μια ειρηνική είσοδο από το πρόσωπο που έχει τίτλο ιδιοκτησίας, δεν καθιστά την είσοδο βίαιη. Οι αιτητές, παρά το γεγονός ότι διαπίστωσαν ότι το υποστατικό είναι εγκαταλειμμένο και πλήρες καταστραμμένο, εντούτοις δεν ενεργοποίησαν το πιο πάνω δικαίωμα τους μονομερώς και ετσιθελικά, δικαίωμα που υπό τα δεδομένα της υπόθεσης, ως αναφέρεται πιο πάνω, δεν θα τους δημιουργούσε οποιαδήποτε ποινική ευθύνη. Αντίθετα, επέλεξαν να ζητήσουν την προστασία του Δικαστηρίου για να διαφυλάξουν τα δικαιώματα τους. Επομένως, μέσω της ένορκης δήλωσης που καταχωρίστηκε εκ μέρους του αιτητή, των κατατεθειμένων Τεκμηρίων και με τα όσα παραθέτει η καθ΄ης η αίτηση, πλείστα εκ των οποίων αποτελούν κοινό έδαφος και δεν αμφισβητούνται από αυτήν, προκύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και στην ίδια βάση διαπιστώνεται μια ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Θα πρόσθετα με βάση τα γεγονότα μεγάλη πιθανότητα επιτυχίας. Δεν φαίνεται επομένως να προκύπτει ότι η καθ΄ης η αίτηση κατέχει σήμερα το Μίσθιο δυνάμει οποιουδήποτε δικαιώματος. Καταλήγω λοιπόν, με βάση τη δικαστική μου κρίση, ότι με τα όσα η πλευρά του αιτητή έχει επικαλεστεί προς υποστήριξη της αίτησης, λαμβάνοντας υπόψη και το περιορισμένο βάρος που έχει για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, ότι πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Σε σχέση με την 3η προϋπόθεση και του κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, χωρίς την οριστικοποίηση του προσωρινού διατάγματος και την έκδοση του προστακτικού διατάγματος, έχω διαπιστώσει ότι στην προκειμένη περίπτωση, με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, πληρείται και αυτή. Όπως έχει αναφερθεί, η καθ'ής η αίτηση κατέχει το ακίνητο μόνο τυπικά, εφόσον το έχει εγκαταλείψει από το 2005, λόγω του ότι το εργοστάσιο καταστράφηκε συνεπεία πυρκαγιάς το 2005. Έκτοτε δεν ασκεί οποιεσδήποτε επιχειρηματικές δραστηριότητες σε αυτό. Η καθ'ής η αίτηση κατέχει το Μίσθιο παράνομα και έχει αποκλείσει τον αιτητή από του να το επανακτήσει, με αποτέλεσμα αυτός να υφίσταται ζημιές, οι οποίες αυξάνονται μέρα με τη μέρα. Η καθ΄ής η αίτηση, όπως προκύπτει, δεν έχει οποιεσδήποτε οικονομικές δραστηριότητες και αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα. Στην υπόθεση Ανδρέου v. Colossos Signs Ltd
(2008)1A Α.A.Δ. λέχθηκε ότι αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την καταχώρηση των δικαιωμάτων του ενάγοντας και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Στην προκειμένη περίπτωση, με τα όσα ο αιτητής παράθεσε και που ουδόλως αμφισβήτησε η καθ'ής η αίτηση, υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι σε περίπτωση που εκδοθεί απόφαση υπέρ του, αυτή θα παραμείνει ανικανοποίητη. Τέτοιος κίνδυνος στην προκειμένη περίπτωση είναι πέρα για πέρα ορατός. Προκύπτει με τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα, ότι η καθ'ής η αίτηση δεν είναι μία φερέγγυα εταιρεία. Δεν ασκεί οποιεσδήποτε επιχειρήσεις την δεδομένη στιγμή με αποτέλεσμα να μην έχει οποιαδήποτε εισροή ρευστού στα ταμεία της και οφείλει ενοίκια με βάση δικαστική απόφαση μερικές χιλιάδες Ευρώ. Η εκ δικαστική απόφαση που εξέδωσε ο αιτητής εναντίον της καθ'ής η αίτηση μέχρι σήμερα δεν μπορεί να εκτελεστεί λόγω της οικονομικής αδυναμίας που υφίσταται. Η καθ'ής η αίτηση δεν παράθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου το ο,τιδήποτε που θα δικαιολογούσε το Δικαστήριο ώστε να καταλήξει σε διαφορετικό συμπέρασμα. Το μόνο εισόδημα που επικαλείται είναι ότι γενικά και αόριστα έχει οικονομικές διαφορές με την Τράπεζα και την ασφαλιστική εταιρεία για τις οποίες θα εγείρει αγωγές καθώς και ότι ο αιτητής της οφείλει αποζημιώσεις. Ακόμα και αν τα πιο πάνω γεγονότα ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα, γεγονός για το οποίο η καθ'ής η αίτηση δεν παρέθεσε οποιεσδήποτε απτές αποδείξεις, οι οποιεσδήποτε μελλοντικές της διεκδικήσεις δεν την καθιστούν φερέγγυα. Ο λόγος είναι ότι δεν εξαλείφεται, με τα σημερινά δεδομένα, ο κίνδυνος να παραμείνει ανικανοποίητη η τυχόν απόφαση που εκδοθεί υπέρ του αιτητή. Ούτε μπορεί να πεί κανείς με βεβαιότητα ότι οι διεκδικήσεις της καθ΄ής η αίτηση θα έχουν επιτυχή κατάληξη. Όλα τα μέχρι στιγμής ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι η μη οριστικοποίηση του διατάγματος, αλλά και η έκδοση του διατάγματος ως το Αιτητικό Β, θα έχουν ως αποτέλεσμα ο αιτητής να υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη, η οποία δεν θα μπορεί να αποκατασταθεί με χρήμα λόγω του ότι η καθ'ής η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να ικανοποιήσει οποιαδήποτε απόφαση που ενδεχομένως εκδοθεί εναντίον της. Ενόψει όλων των πιο πάνω ικανοποιείται και το 3ο κριτήριο εφόσον ο αιτητής απέδειξε, στο βαθμό που απαιτείται, ότι θα υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν οριστικοποιηθεί η συνέχιση του παρόντος διατάγματος και η έκδοση του διατάγματος ως η παράγραφος Β. ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΟ ΔΙΑΤΑΓΜΑ Σε σχέση με το αιτητικό Β εκ της φύσεως του αποτελεί προστακτικό διάταγμα. Η διαχρονική άποψη της νομολογίας είναι ότι τέτοια διατάγματα σπάνια εκδίδονται και μόνο όταν συντρέχουν εξαιρετικές περιστάσεις. Για παράδειγμα στην υπόθεση Τσιερκέζου Κατερίνα ν. Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1 Α.Α.Δ. 734, λέχθηκε ότι προστακτικό διάταγμα εκδίδεται σπάνια και αυτό μόνο όταν από την απαίτηση φανερώνεται μια ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση. Περαιτέρω επισημάνθηκε στην εν λόγω υπόθεση ότι τα Δικαστήρια αποφεύγουν να εκδώσουν τέτοια διατάγματα τα οποία με την έκδοση τους στην πράξη εκδικάζουν και την ουσία της αγωγής, κάτι το οποίο είναι άκρως ανεπιθύμητο και αντίθετο με την ανάγκη έκδοσης προσωρινού και μόνο μέτρου. Στην υπόθεση Starport Nominees Ltd και Άλλη (Aρ. 1)
(2010)1 Α.Α.Δ. 1271, αφού επιβεβαιώθηκαν οι πιο πάνω αρχές σε ό,τι αφορά την έκδοση προστακτικών διαταγμάτων, λέχθηκε επιπρόσθετα με αναφορά στο σύγγραμμα του David Bean: Injunctions, 8η έκδ. σελ. 35-37, ότι η έκδοσή τους δεν αποκλείεται όταν υπάρχει ή θεωρείται από το Δικαστήριο ότι υπάρχει επείγον θέμα προς εξέταση ή όπου η φύση των πραγμάτων είναι τέτοια που ενδεχομένως η μη έκδοση τους να επηρεάσει ανεπανόρθωτα την όλη πορεία της διαφοράς. Λέχθηκε περαιτέρω ότι όσον αφορά το ζήτημα της απόδοσης της θεραπείας από το ενδιάμεσο αυτό στάδιο με βάση την απόφαση Michael v. Brevino Ltd
(1969)1 C.L.R. 578, μεταγενέστερη νομολογία έχει αναφέρει ότι δεν αποκλείεται να δίνεται η θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο ανάλογα με τη φύση της υπόθεσης, αλλά εν πάση περιπτώσει και αν ακόμη ζητείται η ίδια θεραπεία με την ουσία της αγωγής ή εδώ της πρωτογενούς αίτησης, το ενδιάμεσο μέτρο παραμένει και είναι μόνο προσωρινής φύσεως. Πράγματι όσον αφορά το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Β, διαπιστώνω ότι είναι ταυτόσημο με το αιτούμενο διάταγμα στο γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα (βλέπε παράγραφος στ). Στην πρόσφατη υπόθεση Αβερκίου ν. Θεο Κτηματική Λτδ κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. 85/2010, ημερομηνίας 31.01.2013, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής: «Όπως έχει τονιστεί στην υπόθεση Κοσμά ν. Χ"Κυπρή
(2001)Α.Α.Δ. 169, από τη στιγμή που ικανοποιείται το πρωτόδικο δικαστήριο για την ύπαρξη και των τριών προϋποθέσεων, ου τίθενται, με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60, δεν αυτοματοποιείται η έκδοση του αιτούμενου προστακτικού διατάγματος, αφού τούτο, ως εκ της φύσεως του δεν έχει στόχο την αποκατάσταση της τάξεως των πραγμάτων, αλλά την απόδοση στην εφεσίουσα της θεραπείας και μάλιστα προς ουσιαστική ικανοποίηση της κυρίως θεραπείας που ζητείται στην αγωγή. Περαιτέρω, στην υπόθεση Goody's v. Lani
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572, σημειώθηκε ότι το συντηρητικό διάταγμα στοχεύει στην παροχή προσωρινής θεραπείας, λόγω της αντικειμενικής αδυναμίας άμεσης διεξαγωγής της δίκης, και όχι την ικανοποίηση του ουσιαστικού αιτήματος της δίκης. Η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, που είναι ταυτόσημα με τα αιτούμενα διατάγματα στο πλαίσιο της αγωγής, η δε έκδοση τους επιφέρει, ουσιαστικώς τον τερματισμό της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων ή του ενδιαφέροντος τους να συνεχίσουν με σπουδή στην εκδίκαση της υπόθεσης, συναρτάται άμεσα προς το ισοζύγιο της ευχέρειας και δεν πρέπει να παραχωρούνται. Βλ. ΑΚIS v. Kokkonis
(1998)1 A.A.Δ. 149. Όπως ορθώς επισημαίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, στο στάδιο έκδοσης ή μη ενός προσωρινού διατάγματος, είναι ανεπιθύμητο να εμπλέκεται ο δικαστής στην εξέταση της ουσίας της αγωγής. Έκαμε αναφορά το πρωτόδικο δικαστήριο στην υπόθεση Τσιερκέζου ν. Dracon
(2009)1 A.A.Δ. 734, για να εξετάσει κατά πόσο η παρουσιασθείσα ενώπιον του μαρτυρία οδηγεί στη διαπίστωση μιας φανερής και ασυνήθιστα δυνατής υπόθεσης, έτσι ώστε να προχωρήσει στην έκδοση του αιτουμένου διατάγματος.» Η παρούσα όμως υπόθεση είναι μια φανερή και ασυνήθιστα δυνατή υπόθεση. Το νομικό δικαίωμα του αιτητή είναι ξεκάθαρο και ισχυρό, λαμβανομένων υπόψη και τα όσα η καθ'ής η αίτηση ανάφερε, χωρίς βεβαίως να προδικάζω το ο,τιδήποτε. Εκ πρώτης όψεως, τα όσα έχουν παρατεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου μέχρι στιγμής, δεν μπορούν να το εμποδίσουν από του να ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια υπέρ της έκδοσης και του παρόντος διατάγματος, εφόσον συντρέχουν όλες οι προϋποθέσεις, ως ανέφερα ανωτέρω, του άρθρου 32 του Ν.14/60. Εκτός του ότι η παρούσα υπόθεση είναι φανερή και καθαρή περίπτωση, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο αιτητής με το αιτούμενο διάταγμα επιζητεί ένα ασφαλιστικό μέτρο διαρκούσης της εκκρεμοδικίας και όχι στο διηνεκές που είναι μόνο ένα από τα ζητούμενα στην αγωγή (Κυρίσαββα κ.ά. ν. Κύζη
(2001)1 (Β) Α.Α.Δ. 1245). Σύμφωνα με το σύγγραμμα 'Διατάγματα-Injunctions' του Γ. Ερωτοκρίτου και Π.Αρτέμη, για την έκδοση των προστακτικών διαταγμάτων εφαρμόζονται οι γενικές αρχές που έχουν αναφερθεί ανωτέρω για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων. Κάποιες όμως αρχές και κάποιοι παράγοντες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία ενόψει της δραστικότητας του διατάγματος. Οι αρχές αυτές έχουν τεθεί στην υπόθεση R.K.B Leathergoods Ltd v. A. Αγγελίδη
(2004)1Β Α.Α.Δ. 1071. Παραπέμπω στο σχετικό απόσπασμα: «Προστακτικό διάταγμα δεν εκδίδεται ποτέ ως εάν να είναι κάτι το βέβαιο ή φυσικό και η έκδοση του εμπίπτει πάντοτε εντός της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου (Clerk & Lindsell on Torts, 16η εκ., παραγ. 7-06). Οι γενικές αρχές επί των οποίων εκδίδεται προστακτικό διάταγμα έχουν τεθεί στην Morris v. Redland Bricks Ltd
(1970)A.C. 652, 665,
- Τις παραθέτουμε σε δική μας μετάφραση:
- Προστακτικό διάταγμα μπορεί μόνο να χορηγηθεί όπου ο ενάγων αποδεικνύει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον.
- Όπου οι αποζημιώσεις δεν θα αποτελούν επαρκή θεραπεία αν επισυμβεί τέτοια ζημιά. Αυτό αποτελεί μόνο εφαρμογή της γενικής αρχής της επιείκειας.
- Αντίθετα προς την περίπτωση όπου εκδίδεται απαγορευτικό διάταγμα για να αποτρέψει τη συνέχιση ή επανάλειψη μιας άδικης πράξης το θέμα της δαπάνης που θα υποστεί ο εναγόμενος για να εκτελέσει έργα τα οποία αποτρέπουν ή μειώνουν την πιθανότητα διάπραξης μιας μελλοντικής αδικοπραξίας πρέπει να αποτελεί στοιχείο που θα λαμβάνεται υπόψη: (α) Όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει χωρίς να λάβει υπόψη τα δικαιώματα του γείτονα του ή έχει προσπαθήσει να κερδίσει πλεονέκτημα έναντι του ή έχει προσπαθήσει να αποφύγει τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ή για να συνοψίσουμε, έχει ενεργήσει αδικαιολόγητα και παράλογα σε σχέση με το γείτονα του μπορεί να διαταχθεί να διορθώσει τις αδικαιολόγητες και παράλογες πράξεις του με την εκτέλεση εργασίας για επαναφορά του status quo έστω και αν η δαπάνη είναι δυσανάλογη με το πλεονέκτημα που θα πάρει ο ενάγων. (β) Πλην όμως όπου ο εναγόμενος έχει ενεργήσει με λογικό τρόπο μολονότι, όπως αποδεικνύεται, εσφαλμένα η δαπάνη της θεραπείας των προηγούμενων ενεργειών του με θετικές πράξεις είναι πολύ σημαντικός παράγων.
- Αν στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το Δικαστήριο αποφασίσει ότι πρόκειται για κατάλληλη περίπτωση χορήγησης προστακτικού διατάγματος τότε το Δικαστήριο πρέπει να προσέξει να διασφάλισει όπως ο εναγόμενος γνωρίζει επακριβώς τί οφείλει να πράξει και αυτό σημαίνει όχι ως ζήτημα νόμου αλλά ως ζήτημα γεγονότων, έτσι ώστε όταν εκτελεί το διάταγμα να μπορεί να δίδει στους εργολάβους του τις κατάλληλες οδηγίες. Στην HjiNicolaou v. Gavriel and Another
(1965)1 C.L.R. 421, 431 χορηγήθηκε προστακτικό διάταγμα αφού λήφθηκαν υπόψη «οι περιστάσεις που περιβάλλουν την υπόθεση». Στην Colls Home and Colonial Stores [1904] A.C. 193 λέχθηκε ότι αν ο ίδιος εναγόμενος έχει ενεργήσει με δόλια και ληστρική περιφρόνηση έναντι των δικαιωμάτων του ενάγοντος «θα χορηγηθεί προστακτικό διάταγμα ακόμη και στις περιπτώσεις όπου κατά τα άλλα δεν θα χορηγείτο γιατί ήταν πολύ ασήμαντο για τη θεραπεία» («too trifling for the remedy»)». Σύμφωνα επίσης με το ίδιο το σύγγραμμα το Δικαστήριο δεν θα διστάσει να εκδώσει ένα προστακτικό διάταγμα αν πεισθεί ότι η συμπεριφορά του εναγομένου ήταν άδικη και παράνομη (Χρυσάνθου v. Παγκρατίου 1998 1B Α.Α.Δ) και ότι ο εναγόμενος ενέργησε κατά παράβαση ρητού όρου της σύμβασης ή αποσκοπούσε στο να εκμεταλλευτεί τον ενάγοντα. Επομένως, πέραν των πιο πάνω γενικών αρχών που ισχύουν και στην προκειμένη περίπτωση, θεωρώ ορθό, δίκαιο και εύλογο, όπως ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης του αιτήματος του αιτητή. Η έκδοση τέτοιου διατάγματος υποβοηθά την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Ο αιτητής έχει αποδείξει ότι υπάρχει ισχυρή πιθανότητα ότι θα υποστεί σοβαρή ζημιά στο μέλλον, εφόσον η ζημιά που υφίσταται αυξάνεται από μέρα σε μέρα και η οποιαδήποτε επιδίκαση αποζημιώσεων υπέρ του θα παραμείνει ανικανοποίητη. Επίσης, δεν παραγνωρίζω το γεγονός ότι η καθ΄ής η αίτηση, με το να μην παραδώσει κατοχή του ακινήτου, ενήργησε κατά παράβαση της συμφωνίας μίσθωσης. Η συμπεριφορά της αυτή διαδραματίζει καταλυτικό ρόλο ως προς την έκδοση του προστακτικού διατάγματος. Περαιτέρω η έκδοση του καθίσταται επιτακτική για αποτροπή της επαναλαμβανόμενης παράνομης συμπεριφοράς της καθ΄ής η αίτηση και για μετριασμό της ζημιάς του αιτητή. Εν πάση περιπτώσει, υπό το σύνολο των περιστάσεων, η έκδοση τέτοιου διατάγματος σε αυτό το στάδιο δεν θα συνιστούσε δυσανάλογο μέτρο εναντίον της καθ'ής η αίτηση, με δεδομένο ότι αυτή έχει εγκαταλείψει το ακίνητο προ πολλού εφόσον δεν χρησιμοποιείται από το 2005 και ούτε φαίνεται να υπάρχει οποιαδήποτε ακίνητη περιουσία εντός αυτού κάποιας χρηματικής αξίας ως εμφαίνεται από τις σχετικές φωτογραφίες, αλλά ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε δεδηλωμένη πρόθεση εκ μέρους της για επαναλειτουργία του εργοστασίου. ΕΝΣΤΑΣΕΙΣ ΚΑΘ'ΗΣ Η ΑΙΤΗΣΗ Οι πρώτοι δύο λόγοι ένστασης έχουν απαντηθεί ανωτέρω. Θα πρόσθετα μόνο ότι αυτοί έχουν παραμείνει, αόριστοι, γενικοί και η καθ'ής η αίτηση δεν τους εξειδικεύει. Συνεπώς απορρίπτονται. Με τον λόγο 3ο και 7ο λόγο ένστασης ισχυρίζεται η καθ'ής η αίτηση ότι ο αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και ότι δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα, τα οποία εάν ήταν εις γνώση του Δικαστηρίου, δεν θα εξέδιδε το προσωρινό διάταγμα. Ειδικότερα η καθ'ης η αίτηση υποστηρίζει ότι ο αιτητής δεν αποκάλυψε τα ορθά στοιχεία του ακινήτου. Πρόκειται, με κάθε σεβασμό προς στον συνήγορο της καθ'ης η αίτηση, για ένα εντελώς ατεκμηρίωτο και αβάσιμο ισχυρισμό. Ο αιτητής, όπως προκύπτει από τα κατατεθειμένα Τεκμήρια 2 και 3 ενώπιον του Δικαστηρίου, παράθεσε τα στοιχεία ως αυτά αναφέρονται στην συμφωνία μίσθωσης καθώς και στο πιστοποιητικό έγγραφης μισθώσεως που κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο. Όπως διαπιστώνεται, όμως, τα στοιχεία αυτά έχουν τροποποιηθεί μεταγενέστερα με βάση τα κατατεθειμένα Τεκμήρια (Τεκμήριο 3) που παράθεσε η καθ'ής η αίτηση. Δεν πρόκειται, θεωρώ, για εσκεμμένη παράλειψη, αλλά ούτε και η μη ορθή αναφορά τους μπορεί να θεωρηθούν ως μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων. Αποτελεί απλά ένα τυπογραφικό λάθος όπου το Δικαστήριο με βάση το άρθρο 30
(2)[2] του Ν.14/60 διατηρεί εξουσία να τροποποιήσει το εκδοθέν ενδιάμεσο διάταγμα εφόσον το κρίνει εύλογο. Δεν αντιλαμβάνομαι πως θα επηρεάζετο διαφορετικά το Δικαστήριο αν ενημερωνόταν ορθώς για τα πραγματικά στοιχεία του ακινήτου. Αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι τόσο ο αιτητής όσο και η καθ'ής η αίτηση, μέσα από την όλη μαρτυρία, αναφέρονται στο ίδιο τεμάχιο, επομένως σε καμία περίπτωση δεν έχουν πληγεί τα συμφέροντα της καθ'ής η αίτηση. Με βάση τα δεδομένα αυτά, θεωρώ ότι είναι ορθό να τροποποιήσω εν προκειμένω το προσωρινό διάταγμα σε σχέση με τα ορθά στοιχεία του ακινήτου, όπως ακριβώς συνάγεται από τα στοιχεία που έχει παραθέσει η καθ'ής η αίτηση. Το Δικαστήριο αντλεί την εξουσία να τροποποιεί οποιοδήποτε ενδιάμεσο διάταγμα είτε κατά την εξέταση της κύριας αίτησης για έκδοση ή οριστικοποίηση του ήδη εκδοθέντος είτε κατόπιν αίτησης, από το άρθρο 32
(2)του περί Δικαστηρίων Νόμου (Ν.14/60). Σχετικές με την εξουσία αυτή του Δικαστηρίου είναι οι υποθέσεις ΑΒΡ Holdings κ.α ν. Κιταλίδη κ.α. (Αρ.2)
(1994)1 Α.Α.Δ. 694 και Seamark Consultancy Services Ltd κ.ά. v. Lasala κ.α.
(2007)1 (Α) Λ.Α.Δ. 162. Στην πιο πρόσφατη υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. v. Frantisek Stepanek κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ 1403 στη σελ. 1425 αναφέρθησαν τα εξής: «Κατ' αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.» Σε σχέση με τον ισχυρισμό της καθ'ής η αίτηση ότι ο αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι τα υποστατικά που βρίσκονται εντός του τεμαχίου έχουν αναγερθεί από την καθ'ής η αίτηση με δικά της έξοδα, αναφέρω καταρχάς ότι για το γεγονός αυτό γίνεται ρητή αναφορά στην ένορκη δήλωση του αιτητή (παράγραφος 15 ένορκης δήλωσης αιτητή) καθώς προκύπτει και από την ίδια συμφωνία μίσθωσης. Περαιτέρω και αν ακόμα το Δικαστήριο δεχθεί την εισήγηση της καθ'ής η αίτηση για ακαδημαϊκούς σκοπούς, ότι ο αιτητής σκόπιμα δεν αποκάλυψε το γεγονός αυτό, η κρίση του Δικαστηρίου ουδόλως θα ήταν διαφορετική ως προς την έκδοση του μονομερούς διατάγματος και δεν θα επηρέαζε τη δικαστική του κρίση, εφόσον, όπως προβλέπεται με βάση τη συμφωνία μίσθωσης, με τη λήξη της ισχύος της ή με τη λύση της με οποιονδήποτε τρόπο, ο μισθωτής (στην προκειμένη περίπτωση «η καθ'ής η αίτηση») υποχρεούται να αποδώσει στον εκμισθωτή (στην προκειμένη περίπτωση «ο μισθωτής») το Μίσθιο μαζί με τα υποστατικά που έχει ανεγείρει εντός αυτού σε καλή κατάσταση και τα υποστατικά θα περιέλθουν στην απόλυτη κυριότητα του εκμισθωτή. Σε σχέση με το γεγονός ότι ο αιτητής, μέσω της ένορκης του δήλωσης, απέκρυψε από το Δικαστήριο ότι τα υποστατικά στο επίδικο ακίνητο έχουν καταστραφεί από το 2005 ένεκα πυρκαγιάς, σημειώνω και πάλι ότι για τον ισχυρισμό αυτό γίνεται και πάλι αναφορά στην εν λόγω ένορκη δήλωση του (παράγραφος 13 της ένορκης δήλωσης του αιτητή). Και αν ακόμη όμως δεν γινόταν αναφορά σε αυτό το γεγονός, ουδόλως και πάλι θα επηρεάζετο η οποιαδήποτε κρίση του Δικαστηρίου. Θεωρώ το γεγονός επουσιώδες υπό το σύνολο των περιστάσεων, εφόσον αυτό έχει ήδη εγκαταλειφθεί από το 2005. Σε σχέση με το γεγονός ότι ο αιτητής απέκρυψε από το Δικαστήριο το γεγονός ότι υπάρχει υποθήκη με αριθμό Υ1551/2000 που αφορά την επίδικη μακροχρόνια μίσθωση από την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λτδ και η οποία εξακολουθεί και σήμερα να βαρύνει το επίδικο ακίνητο, ότι έχει καταχωρηθεί η αγωγή με αριθμό 2909/2005 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας από την πιο πάνω τράπεζα, ότι έχει εκδοθεί απόφαση υπέρ της πιο πάνω τράπεζας στην πιο πάνω αγωγή και έχει καταχωρηθεί ΜΕΜΟ επί της επίδικης μίσθωσης με αριθμό ΕΒ1094/2008 και εξακολουθεί να την βαρύνει μέχρι σήμερα αφού έχει ανανεωθεί, ότι υπάρχουν οικονομικές διαφορές της καθ΄ής η αίτηση εναντίον της ασφαλιστικής όσο και της τράπεζας, καθώς, τέλος, το γεγονός ότι βρέθηκαν αγοραστές για την επίδικη μίσθωση του επίδικου ακινήτου που προσέφεραν το ποσό των 350.000 στην καθ'ής η αίτηση για την αγορά της, αναφέρω ότι όλα τα πιο πάνω γεγονότα είναι επουσιώδη και ουδόλως θα επηρέαζαν με διαφορετικό τρόπο την κρίση του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση του μονομερούς διατάγματος. Σε σχέση με την υποθήκη που επιβαρύνει το Μίσθιο, δεν επιδρά ούτε κατ'ελάχιστο στο δικαίωμα του αιτητή να απαιτεί από την καθ'ής η αίτηση την κατοχή του υποστατικού. Τα πιο πάνω γεγονότα δεν έχουν άμεση σχέση με τα δικαιώματα του αιτητή και δεν μπορώ να αντιληφθώ επίσης με ποιόν τρόπο τον εμποδίζουν από του ενεργοποιήσει το νόμιμο του δικαίωμα και να ζητήσει προστασία από το Δικαστήριο. Πρόκειται ασφαλώς για στοιχεία που δεν είναι ουσιαστικά για την μεταξύ των διαδίκων διαφορά και που δεν ήταν ουσιώδη για την άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Σε σχέση με τον 12ο λόγο ένστασης, ότι δηλαδή δεν βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου οι αναγκαίοι διάδικοι, αναφέρω επίσης ότι ούτε αυτός ο λόγος ένστασης ευσταθεί. Πέραν του γεγονότος ότι η καθ'ης η αίτηση δεν εξειδικεύει ποιά ακριβώς ζημιά θα υποστούν τα πρόσωπα αυτά από την μη παρουσία τους στην όλη διαδικασία, παρά μόνο προβαίνει σε έναν γενικό και αόριστο ισχυρισμό, θα πρόσθετα ότι τα αιτούμενα διατάγματα τα οποία αξιώνει ο αιτητής από το Δικαστήριο, δεν επηρεάζουν με οποιοδήποτε τρόπο τα δικαιώματα των προσώπων αυτών, ούτε και εξαλείφεται η εν λόγω υποθήκη απλά και μόνο επειδή θα λάβει κατοχή ο αιτητής. Όπως πολύ εύστοχα αναφέρει η συνήγορος του αιτητή, ο αιτητής δεν επιζητεί την κυριότητα του Μισθίου απαλλαγμένη από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος. Αντίθετα ο αιτητής ζητεί να λάβει κατοχή του ακινήτου. Σχετικό επίσης είναι το άρθρο 65Ζ
(2)[3] του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου (Κεφάλαιο 224) το οποίο διαλαμβάνει ότι σε περίπτωση λύσης της σύμβασης μίσθωσης πριν την λήξη της, βάσει της οποίας αποκτήθηκε εμπράγματο δικαίωμα, ο Διευθυντής του Κτηματολογίου ακυρώνει την εγγραφή μίσθωσης, του εμπράγματος δικαιώματος που αποκτήθηκε από αυτήν αλλά και τυχόν εμπράγματων βαρών μόνο σε περίπτωση έγγραφης συγκατάθεσης του εκμισθωτή, του μισθωτή και κάθε προσώπου προς όφελος του οποίου επενεργεί εμπράγματο βάρος. Ούτε και έχω αντιληφθεί ποια η σχέση του αιτητή με τα εν λόγω πρόσωπα, που θα καθίστατο αναγκαία η συμπερίληψη τους ως διαδίκων στην παρούσα υπόθεση, καθώς και τον λόγο που θα έπρεπε να ήταν διάδικοι τα εν λόγω πρόσωπα. Εάν θεωρηθεί ότι τα πρόσωπα αυτά επηρεάζονται καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, υπάρχουν οι δικονομικές δικλείδες ώστε να προασπίσουν τα δικά τους συμφέροντα, ζήτημα βεβαίως που δεν αφορά την ίδια την καθ΄ής η αίτηση. Mε τον 4ο και 8ο λόγο ένστασης η πλευρά της καθ'ής η αίτηση προβάλλει τον ισχυρισμό ότι υπήρξε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αίτησης και ότι δεν δίδεται από τους αιτητές οποιαδήποτε εξήγηση για την εν λόγω καθυστέρηση. Περαιτέρω είναι η θέση της ότι στην προκειμένη περίπτωση δεν υπάρχει το στοιχείο του κατεπείγοντος αφού ο ίδιος ο αιτητής ισχυρίζεται ότι για χρόνια δεν αποπλήρωνε τα ενοίκια η καθ'ής η αίτηση. Είναι γεγονός, πράγματι, ότι η καθ'ής η αίτηση σταμάτησε να αποπληρώνει τα οφειλόμενα ενοίκια, τουλάχιστον από το
- Παρά το γεγονός αυτό όμως ο αιτητής δεν τερμάτισε την συμφωνία μίσθωσης. Επέλεξε μόνο να καταχωρίσει αγωγή το 2016 ζητώντας μόνο τα οφειλόμενα ενοίκια. Η συμφωνία μίσθωσης τερματίστηκε όπως προκύπτει στις 13/4/17, ζητώντας συνάμα ο αιτητής και όπως του παραδοθεί το ακίνητο στις 24/4/
- Αμέσως μετά την άρνηση της καθ'ής η αίτηση, ο αιτητής έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους του για την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης. Με βάση τα δεδομένα αυτά, θεωρώ ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε καθυστέρηση εκ μέρους του αιτητή, αφού αμέσως μετά την επιστολή τερματισμού και την άρνηση της καθ'ής η αίτηση να παραδώσει κατοχή του ακινήτου, καταχωρίστηκε, μετά από δύο εβδομάδες, η παρούσα αίτηση. Ως έχω αναφέρει, το αγώγιμο δικαίωμα του αιτητή συνίσταται στην παράνομη επέμβαση των καθ'ών η αίτηση, η οποία αποκρυσταλλώθηκε μετά την άρνηση της καθ'ης η αίτηση να παραδώσει κενή κατοχή του ακινήτου. Το γεγονός ότι ο αιτητής δεν τερμάτισε προηγουμένως την συμφωνία μίσθωσης και ζήτησε μόνο την αποπληρωμή των ενοικίων, αποτελεί δική του επιλογή και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συσχετισθεί με την ύπαρξη καθυστέρησης στην παρούσα αγωγή. Ο αιτητής πιθανώς να έδωσε χρόνο στην καθ'ής η αίτηση να αποπληρώσει τα ενοίκια, χωρίς να τερματίσει την σύμβαση, αποσκοπώντας στο να μην λάβει δραστικά μέτρα. Το γεγονός αυτό θεωρώ ότι δεν θα πρέπει να επενεργήσει εναντίον του, αλλά αντίθετα να ενεργήσει προς όφελος του. Στην υπόθεση Πλακίδη ν. Nomisko Devel. Ltd
(2010)1(A) Α.Α.Δ. 577, 585-586 αναφέρονται τα ακόλουθα που είναι αρκούντως διαφωτιστικά: «Το γεγονός ότι ένας διάδικος είτε συνειδητά κατόπιν δικής του επιλογής, είτε κατόπιν αμέλειας ή ολιγωρίας παραλείπει να προσφύγει στο Δικαστήριο προσβάλλοντας μια κατά τον ισχυρισμό του παράνομη ή δόλια πράξη, αυτό το στοιχείο δεν πρέπει να εκληφθεί εναντίον του ως εμπόδιο στην απόδοση προσωρινής θεραπείας όταν μεσολαβήσει μια δεύτερη κατ' ισχυρισμό παρανομία προς όφελος τρίτου προσώπου η οποία δημιουργεί νέα αρνητικά τετελεσμένα και ενώ αποδεικνύει ο αιτητής ότι επαπειλείται και συνέχεια. Σε μια τέτοια περίπτωση, ένας αιτητής θα υποστεί τις συνέπειες της όποιας τυχόν αδράνειάς του σε σχέση με τις περιπλοκές οι οποίες δημιουργούνται λόγω απόκτησης δικαιωμάτων από τρίτα πρόσωπα και των γενικότερων δυσκολιών που δυνατόν να δημιουργηθούν. Δεν δικαιολογείται όμως το Δικαστήριο υπό τέτοιες συνθήκες να αρνηθεί να αποδώσει θεραπεία αποτροπής άλλων, περαιτέρω και διαφορετικών κατ' ισχυρισμό, παράνομων ή δόλιων πράξεων, ουσιαστικά ως τιμωρία για τυχόν προηγούμενη αδράνεια του αιτητή.» Δεν μου διαφεύγει επίσης το γεγονός ότι η παράνομη επέμβαση είναι συνεχής και επαναλαμβάνεται καθημερινά και ότι έχει μεσολαβήσει και συνεχίζουν να μεσολαβούν άλλες πράξεις. Όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16th edition, para.23-01: "Every continuance of a trespass is a fresh trespass, in respect of which a new cause of action arises from day to day as long as the trespass continues." Σε σχέση με το κατά πόσο πληρείται στην προκειμένη περίπτωση το στοιχείο του κατ΄ επείγοντος, απλά αναφέρω ότι αυτό θα πρέπει να συσχετισθεί με το γεγονός ότι η ζημιά του αιτητή αυξάνεται καθημερινώς με την μη παραχώρηση του Μισθίου από την καθ΄ής η αίτηση. Επομένως το στοιχείο αυτό, με βάση όλα τα δεδομένα, πληρείται στην προκειμένη περίπτωση, εφόσον η ζημιά που υφίσταται ο αιτητής θα πρέπει να τερματισθεί. Κλείνοντας, θα ήθελα να επισημάνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας, σαφέστατα κλείνει υπέρ του αιτητή. Και τούτο γιατί, υπό το σύνολο των περιστάσεων, η ζημιά που θα υποστεί ο αιτητής από την μη οριστικοποίηση του διατάγματος και την έκδοση του διατάγματος ως η παράγραφος Β θα είναι πολύ μεγαλύτερη από την ζημιά που θα υποστεί η καθ'ής η αίτηση. Όπως προκύπτει από τα γεγονότα, το εργοστάσιο στο οποίο ασκούσε η καθ'ής η αίτηση τις επιχειρηματικές εργασίες της έχει καταστραφεί από το 2005 λόγω πυρκαγιάς. Έκτοτε η καθ'ής η αίτηση δεν το λειτουργεί. Επίσης δεν εξέφρασε, ως προκύπτει μέσω της ένορκης δήλωσης, οποιαδήποτε πρόθεση να το επαναλειτουργήσει. Όπως διατείνεται, εξάλλου, από τις φωτογραφίες που έχουν κατατεθεί στο Δικαστήριο, αυτό είναι πλήρως εγκαταλελειμμένο, παραμελημένο και σε άθλια κατάσταση. Δεν υπάρχουν εντός αυτού οποιαδήποτε μηχανήματα, που ενδεχομένως να είχαν κάποιαν αξία. Στην προκειμένη περίπτωση ο αιτητής θα υποστεί μεγαλύτερη ζημιά, εφόσον δεν θα μπορεί να μετριάσει τις οποιεσδήποτε ζημιές του, σε αντίθεση με την καθ'ής η αίτηση, η οποία με βάση τα τωρινά δεδομένα, δεν θα υποστεί οποιαδήποτε ζημιά εάν λάβει κατοχή του ακινήτου ο αιτητής. Ούτως η άλλως προκύπτει, με βάση τα γεγονότα, ότι η καθ'ής η αίτηση το έχει εγκαταλείψει. MH ΠΑΡΟΧΗ ΕΓΓΥΗΣΗΣ ΕΚ ΜΕΡΟΥΣ ΤΟΥ ΑΙΤΗΤΗ Ανατρέχοντας στο φάκελο της υπόθεσης το παρόν Δικαστήριο διαπίστωσε ότι όταν εκδόθηκε, υπό διαφορετική σύνθεση, το προσωρινό διάταγμα, παρέλειψε να διατάξει όπως ο Αιτητής καταχωρήσει εγγύηση. Η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει τον διάδικο να καταχωρήσει εγγύηση πριν την έκδοση του σχετικού διατάγματος περιέχεται στο άρθρο 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6. Το εν λόγω άρθρο διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «9
(2)Πριν εκδώσει το διάταγμα αυτό χωρίς ειδοποίηση, το Δικαστήριο πρέπει να απαιτεί από το πρόσωπο που ζητά αυτό, όπως αναλάβει προσωπική υποχρέωση, με ή χωρίς εγγυητή ή εγγυητές, όπως το Δικαστήριο θεωρεί σκόπιμο, για να εξασφαλιστεί η υποχρέωση του για αποζημίωση του προσώπου εναντίον του οποίου ζητείται το διάταγμα.» Από το λεκτικό του άρθρου προκύπτει ότι καθίσταται επιτακτικό όπως το Δικαστήριο, κατά την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, μετά από μονομερή αίτηση, θέσει όρο, ότι ο Ενάγων θα πρέπει να υπογράψει εγγύηση ή ανάληψη υποχρέωσης ότι θα αποζημιώσει τον εναγόμενο σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι υπέστη ζημιές ως αποτέλεσμα της λανθασμένης έκδοσης του διατάγματος. Το κρίσιμο ερώτημα που προκύπτει στην προκειμένη περίπτωση είναι κατά πόσο η παράλειψη του Δικαστηρίου να διατάξει τέτοια εγγύηση ή ανάληψη υποχρέωσης αυτομάτως καθιστά το εκδοθέν διάταγμα άκυρο, εφόσον αυτό εκδόθηκε πέραν της δικαιοδοσίας του. Επί του θέματος αυτού, οι απόψεις διίστανται. Για παράδειγμα, στην υπόθεση Marketrends (Capital Market) Ltd
(2002)1B A.A.Δ. 749, ημερομηνίας 5.6.2002, ο δικαστής Χατζηχαμπής ανάφερε τα ακόλουθα: «Στην προκειμένη περίπτωση το διάταγμα είναι σαφές και είναι κοινό έδαφος ότι δεν περιέχει πρόνοια για ανάληψη υποχρέωσης εκ μέρους της αιτήτριας, Καθ΄ης η Αίτηση στην παρούσα αίτηση. Θεωρώ ότι η απαραίτητη αυτή προϋπόθεση για έκδοση του διατάγματος δεν είχε ικανοποιηθεί ώστε η έκδοση του διατάγματος να καθίστατο παράνομη και άκυρη». Ενόψει της μη τήρησης της επιτακτικής πρόνοιας του εν λόγω άρθρου ο δικαστής Χατζηχαμπής εξέδωσε διάταγμα certiorari ακυρώνοντας το προσωρινό διάταγμα. Στην μεταγενέστερη υπόθεση Belfield Ltd
(2003)1Γ Α.Α.Δ. 1412, ο δικαστής Νικολαϊδης, και πάλι μέσα στα πλαίσια άδειας για καταχώριση εντάλματος certiorari, ανάφερε ότι το άρθρο 9
(2)του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, του οποίου έγινε επίκληση από την Tower Enterprises S.A. για έκδοση του διατάγματος διορισμού προσωρινού εκκαθαριστή, καθιστά επιτακτική την απαίτηση από τον αιτητή της ανάληψης μίας τέτοιας εγγύησης. Όπως έχει επισημανθεί (Αναφορικά με την Αίτηση της δισκοθήκης Africana Ltd κ.α.
(1990)1 Α.Α.Δ. 738), η υποχρέωση αυτή είναι απαραίτητη προϋπόθεση της έκδοσης του διατάγματος. Ενόψει των δεδομένων αυτών, το Εφετείο επέτρεψε την αίτηση και παραχώρησε άδεια για καταχώρηση αίτησης certiorari. Στην μεταγενέστερη απόφαση Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1Α Α.Α.Δ. 317, το Δικαστήριο εξετάζοντας την έφεση που υπέβαλαν οι εφεσείοντες - καθ΄ων η αίτηση κατά την έκδοση ενδιάμεσων απαγορευτικών διαταγμάτων, ανάφερε ότι «το μόνο που παρέλειψε το Πρωτόδικο Δικαστήριο να πράξει είναι το να επιβάλει εγγύηση στους εφεσίβλητους.». Το Εφετείο δεν θεώρησε άκυρο το διάταγμα που εκδόθηκε, αλλά διέταξε τους ενάγοντες όπως μέσα σε 3 μέρες υπογράψουν εγγύηση ύψους 15.000 ευρώ. Με βάση τα πιο πάνω, αφού έχω λάβει υπόψη τα περιστατικά της υπόθεσης και αφού έχω συνυπολογίσει ότι η καθ'ής η αίτηση δεν ήγειρε κάποια ένσταση ως προς το θέμα αυτό και με δεδομένο ότι το Δικαστήριο θα εκδώσει ενδιάμεσο διάταγμα ως προς το αιτητικό Β, υπό τον όρο όμως ότι ο αιτητής θα παράσχει εγγύηση, κρίνω ότι το Δικαστήριο μπορεί να διατάξει όπως το προσωρινό διάταγμα οριστικοποιηθεί εφόσον η οποιαδήποτε παρασχεθείσα εγγύηση, ως προς την έκδοση του προστακτικού Διατάγματος, θα καλύπτει και τις τυχόν ζημιές που θα υποστεί η καθ΄ής η αίτηση από την έκδοση του προσωρινού διατάγματος. Συνεπεία των πιο πάνω, το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 11/5/18 καθίσταται απόλυτο και τροποποιείται ως ακολούθως: «ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως απαγορευτεί και διά του παρόντος απαγορεύεται στην Καθ΄ ης η αίτηση ή/και τους αξιωματούχους, υπαλλήλους, εντολείς, αντιπροσώπους ή/και υπηρέτες αυτής, να επεμβαίνουν ή/και να παρεμβαίνουν με οποιοδήποτε τρόπο ή/και χρησιμοποιούν ή/και κατέχουν με οποιοδήποτε τρόπο ή/και να εισέρχονται ή/και να εκμεταλλεύονται ή/και να καρπούνται με οποιοδήποτε τρόπο το τεμάχιο αριθμός εγγραφής 0/6273, τεμάχιο 855, Φ/Σ 40/55W1». Εκδίδεται περαιτέρω ενδιάμεσο διάταγμα ως οι παράγραφοι (Β) της Αίτησης υπό τον όρο ότι ο Ενάγοντας/Αιτητής θα παράσχει εγγύηση ύψους €30.000. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα-Αιτητή και σε βάρος της καθ'ής η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πληρωτέα όμως στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ....................................... Μ. Χαραλάμπους, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΣΣΑ [1] 32.-
(1)Τηρoυμέvoυ oιoυδήπoτε διαδικαστικoύ καvovισμoύ έκαστov δικαστήριov, εv τη ασκήσει της πoλιτικής αυτoύ δικαιoδoσίας, δύvαται vα εκδίδη απαγoρευτικόv διάταγμα (παρεμπίπτov, διηvεκές, ή πρoστακτικόv) ή vα διoρίζη παραλήπτηv εις πάσας τας περιπτώσεις εις ας τo δικαστήριov κρίvει τoύτo δίκαιov ή πρόσφoρov, καίτoι δεv αξιoύvται ή χoρηγoύvται oμoύ μετ' αυτoύ απoζημιώσεις ή άλλη θεραπεία: Νoείται ότι παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα δεv θα εκδίδεται εκτός εάv τo δικαστήριov ικαvoπoιηθή ότι υπάρχει σoβαρόv ζήτημα πρoς εκδίκασιv κατά τηv επ' ακρoατηρίoυ διαδικασίαv, ότι υπάρχει πιθαvότης ότι ο αιτών διάδικος δικαιoύται εις θεραπείαv, και ότι εκτός εάv εκδoθή παρεμπίπτov απαγoρευτικόv διάταγμα, θα είvαι δύσκoλov ή αδύvατov vα απovεμηθή πλήρης δικαιoσύvη εις μεταγεvέστερov στάδιov [2]
(2)Οιovδήπoτε παρεμπίπτov διάταγμα, εκδoθέv συμφώvως τω εδαφίω
(1), δύvαται vα εκδoθή υπό τoιoύτoυς όρoυς και πρoϋπoθέσεις ως τo δικαστήριov θεωρεί δίκαιov, και τo δικαστήριov δύvαται καθ' oιovδήπoτε χρόvov, επί απoδείξει ευλόγoυ αιτίας, vα ακυρώση ή τρoπoπoιήση oιovδήπoτε τoιoύτov διάταγμα [3] 65Ζ.-
(1)Με την προσαγωγή ικανοποιητικής απόδειξης σχετικά με τη λήξη μίσθωσης που γράφτηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65Β, ο Διευθυντής ενεργεί την ακύρωση της εγγραφής της μίσθωσης καθώς και κάθε υπομίσθωσης που τυχόν γράφτηκε, του εμπράγματου δικαιώματος που αποκτήθηκε μέσω αυτής, και όλων των σημειώσεων και καταχωρήσεων των σχετικών με τη μίσθωση αυτή και την τυχόν υπομίσθωση και τυχόν εμπράγματων βαρών στα βιβλία του αρμόδιου Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου και επί των οικείων πιστοποιητικών εγγραφής ιδιοκτησίας, και για το σκοπό αυτό το εμπράγματο δικαίωμα που αποκτήθηκε μέσω κάθε τέτοιας εγγραφής μίσθωσης και τυχόν υπομίσθωσης, καθώς και κάθε εμπράγματο βάρος που τυχόν υπάρχει πάνω σε αυτό, παύει να υπάρχει, ο δε Διευθυντής δίνει ειδοποίηση για την ακύρωση αυτή στα ενδιαφερόμενα μέρη.
(2)Οι διατάξεις του εδαφίου
(1)εφαρμόζονται, τηρουμένων των αναλογιών, και στην περίπτωση διάλυσης με οποιοδήποτε τρόπο, πριν από τη λήξη αυτής, μίσθωσης που γράφτηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 65Β, αλλά μόνο με την προσαγωγή- (α) της έγγραφης συγκατάθεσης του εκμισθωτή και του μισθωτή και του τυχόν υπομισθωτή και κάθε προσώπου προς όφελος του οποίου τυχόν επενεργεί εμπράγματο βάρος επί του εμπράγματου δικαιώματος που αποκτήθηκε με την εγγραφή της μίσθωσης ή της τυχόν υπομίσθωσης· ή (β) δικαστικού διατάγματος που εκδίδεται με αίτηση οποιουδήποτε ενδιαφερόμενου προσώπου και αν αυτή είναι η περίπτωση, που προνοεί, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, για αποζημίωση ή άλλη προστασία των συμφερόντων του τυχόν υπομισθωτή και κάθε προσώπου προς όφελος του οποίου τυχόν επενεργεί εμπράγματο βάρος επί του εμπράγματου δικαιώματος που αποκτήθηκε με την εγγραφή μίσθωσης ή οποιασδήποτε υπομίσθωσης cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο